17 – Ποινικά αδικήματα

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΩΤΩΝ ΒΟΗΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2025

17.
(1) Τηρουμένων των διατάξεων του νόμου και κανονισμών, όποιος παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτώ χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€8.500,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο και κανονισμών, από νομικό πρόσωπο και αποδεικνύεται ότι το αδίκημα αυτό έχει διαπραχθεί με τη συναίνεση ή τη συμπαιγνία ή αποδίδεται σε παράλειψη προσώπου που είναι διευθύνων σύμβουλος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος αξιωματούχος του νομικού προσώπου, ή πρόσωπο που εμφανιζόταν ότι ενεργούσε με τέτοια ιδιότητα, το πρόσωπο αυτό, καθώς επίσης και το νομικό πρόσωπο, είναι ένοχοι αδικήματος και υπόκεινται σε ποινική δίωξη σε σχέση με το αδίκημα αυτό.

(3) Όταν τα μέλη νομικού προσώπου διευθύνουν τις υποθέσεις του, εφαρμόζεται το εδάφιο (1) σε σχέση με τις πράξεις ή παραλείψεις μέλους που αφορούν τις αρμοδιότητες του διευθυντή ωσάν να ήταν διευθύνων σύμβουλος ή διευθυντής του νομικού προσώπου.

Τέλος


2 Σχόλια

  1. Περιγραφή διάταξης: Το Άρθρο 17 προβλέπει την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων του Νόμου, περιλαμβανομένων ποινικών συνεπειών, όπως αυτές εξειδικεύονται στο ίδιο το άρθρο ή παραπέμπονται σε συναφείς διατάξεις.
    Νομικά ζητήματα / Παρατηρήσεις:
    1. Αρχή της νομιμότητας και σαφήνεια των παραβάσεων: Η διάταξη δεν προσδιορίζει με επαρκή σαφήνεια την αντιστοίχιση συγκεκριμένων παραβάσεων με συγκεκριμένες κυρώσεις. Η γενικότητα αυτή δυσχεραίνει την προβλεψιμότητα και την εφαρμογή της αρχής nullum crimen, nulla poena sine lege certa (ουδέν αδίκημα, ουδεμία ποινή, άνευ ρητού-συγκεκριμένου νόμου).
    2. Αναλογικότητα των κυρώσεων: Δεν προβλέπεται ρητή στάθμιση της βαρύτητας της παράβασης, της επαναληπτικότητας ή των περιστάσεων τέλεσης πριν από την επιβολή κύρωσης. Η απουσία κλιμάκωσης ή εναλλακτικών ηπιότερων μέτρων εγείρει ζήτημα αναλογικότητας.
    3. Διαδικαστικές εγγυήσεις: Δεν προβλέπονται ρητά βασικές διαδικαστικές εγγυήσεις πριν από την επιβολή κυρώσεων, όπως προηγούμενη ακρόαση, αιτιολογημένη απόφαση και δικαίωμα προσφυγής. Η απουσία αυτή επηρεάζει τη συμμόρφωση με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
    4. Συστηματική σύνδεση με λοιπές διατάξεις: Το Άρθρο 17 εφαρμόζεται σε ευρύ φάσμα υποχρεώσεων που προβλέπονται στα προηγούμενα άρθρα (ιδίως Άρθρα 8–15), χωρίς σαφή συστηματική χαρτογράφηση των παραβάσεων. Η έλλειψη αυτή ενισχύει την ανάγκη αποσαφήνισης.
    Συμπέρασμα – Παρατήρηση: Προκύπτει ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης του πλαισίου κυρώσεων του Άρθρου 17, με σαφή αντιστοίχιση παραβάσεων και κυρώσεων, ενσωμάτωση της αρχής της αναλογικότητας και πρόβλεψη βασικών διαδικαστικών εγγυήσεων, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου και η ορθή εφαρμογή του Νόμου.

  2. Το Άρθρο 17 είναι αναγκαίο, όμως στη σημερινή του μορφή είναι υπερβολικά γενικό και μπορεί να οδηγήσει σε ποινικοποίηση και για ήσσονος σημασίας παραβάσεις χωρίς κριτήριο υπαιτιότητας. Προτείνεται να συνδεθεί ρητά η ποινική ευθύνη με ουσιώδεις παραβάσεις και με στοιχείο δόλου ή/και βαριάς αμέλειας, καθώς και να εξειδικευθούν ενδεικτικά κρίσιμες συμπεριφορές που πλήττουν την ασφάλεια και τη διαφάνεια της αγοράς (π.χ. παρουσίαση προγραμμάτων ως «εγκεκριμένων» χωρίς έγκριση, έκδοση/διάθεση πιστοποιητικών από μη αρμόδιο φορέα, παρεμπόδιση νόμιμου ελέγχου, διαρροή εξεταστικού υλικού/εμπορικού απορρήτου, παραβάσεις σύγκρουσης συμφερόντων). Επιπλέον, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί η κατανομή ευθυνών όταν η εκπαίδευση υλοποιείται μέσω εξουσιοδοτημένου δικτύου ανεξάρτητων συνεργατών, ώστε η ευθύνη για πράξεις εκτός εξουσιοδότησης να βαρύνει πρωτίστως τον παραβάτη, ενώ ο αδειοδοτημένος φορέας να ελέγχεται για τις δικές του ουσιώδεις υποχρεώσεις (ιχνηλασιμότητα/verification, μητρώα, ελάχιστη εποπτεία), σύμφωνα με τους Κανονισμούς.

    Πρόταση

    17.—(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, το οποίο εκ δόλου ή/και από βαριά αμέλεια παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με ουσιώδη διάταξη του παρόντος Νόμου ή/και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€8.500).

    17.—(2) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «πρόσωπο» περιλαμβάνεται, πέραν των Παρόχων Υπηρεσιών και Παρόχων Εκπαίδευσης και/ή Φορέων Απονομής Πιστοποιήσεων (Awarding Bodies), και οποιοδήποτε μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης, καθώς και οποιοσδήποτε λειτουργός/ελεγκτής/εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ενεργεί δυνάμει ή κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος Νόμου.

    17.—(3) Χωρίς να περιορίζεται η γενικότητα του εδαφίου (1), διαπράττει ποινικό αδίκημα, ιδίως, πρόσωπο το οποίο:
    (α) παρέχει, προωθεί ή/και διαφημίζει πρόγραμμα εκπαίδευσης ως «εγκεκριμένο», «αδειοδοτημένο», «αναγνωρισμένο», «certified», «approved» ή με άλλο ισοδύναμο ισχυρισμό, χωρίς την απαιτούμενη έγκριση/άδεια ή κατά παράβαση των όρων της· ή
    (β) εκδίδει, διαθέτει, χρησιμοποιεί ή επιτρέπει τη χρήση πιστοποιητικών εκπαίδευσης/επιτυχίας κατά παράβαση του Νόμου/Κανονισμών, περιλαμβανομένης της έκδοσης από μη αρμόδιο φορέα ή χωρίς τα απαιτούμενα στοιχεία ιχνηλασιμότητας/επαλήθευσης (verification)· ή
    (γ) παρεμποδίζει, ματαιώνει ή παρακωλύει νόμιμο έλεγχο/εποπτεία που διενεργείται δυνάμει του Νόμου· ή
    (δ) παραβιάζει υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας ή/και προκαλεί διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών, εμπορικού/επιχειρησιακού απορρήτου, πνευματικής ιδιοκτησίας ή εξεταστικού υλικού/εργαλείων αξιολόγησης, που υποβλήθηκαν ή περιήλθαν σε γνώση του στο πλαίσιο αδειοδότησης/ελέγχου· ή
    (ε) παραβιάζει διατάξεις περί ασυμβιβάστου ή/και σύγκρουσης συμφερόντων, μη δήλωσης συμφέροντος ή μη αποχής, όταν αυτό απαιτείται δυνάμει του Νόμου ή/και των Κανονισμών.

    17.—(4) Όταν το αδίκημα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο και αποδεικνύεται ότι τελέστηκε με τη συναίνεση ή τη συμπαιγνία ή αποδίδεται σε παράλειψη προσώπου που είναι διευθύνων σύμβουλος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος αξιωματούχος του νομικού προσώπου, ή προσώπου που εμφανιζόταν ότι ενεργούσε με τέτοια ιδιότητα, το πρόσωπο αυτό καθώς και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι αδικήματος και υπόκεινται σε ποινική δίωξη.

    17.—(5) Όταν τα μέλη νομικού προσώπου διευθύνουν τις υποθέσεις του, εφαρμόζονται τα εδάφια (1)–(4) αναλόγως σε σχέση με πράξεις ή παραλείψεις μέλους που αφορούν τις αρμοδιότητές του, ωσάν να ήταν διευθύνων σύμβουλος ή διευθυντής.

    17.—(6) Νοείται ότι, όταν προγράμματα εκπαίδευσης υλοποιούνται μέσω ανεξάρτητων συνεργατών/εξουσιοδοτημένων εκπαιδευτών ή/και εκπαιδευτικών κέντρων, η ποινική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις αυτών βαρύνει τα ίδια τα πρόσωπα, ιδίως για μη εξουσιοδοτημένη δραστηριότητα ή/και δραστηριότητα εκτός πεδίου έγκρισης/εξουσιοδότησης. Ο αδειοδοτημένος Παροχέας Εκπαίδευσης και/ή Φορέας Απονομής Πιστοποιήσεων υπέχει ευθύνη μόνο στο μέτρο που αφορά ουσιώδη παράβαση των δικών του υποχρεώσεων (ενδεικτικά: μη τήρηση μητρώων, μηχανισμών ιχνηλασιμότητας/verification, ή/και ελάχιστων διαδικασιών εποπτείας που προβλέπονται στους Κανονισμούς).

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο