07 – Ασυμβίβαστο Μελών Επιτροπής
7.
(1) Τηρουμένων των οικείων περί ασυμβιβάστου διατάξεων του Συντάγματος και των κατ’ ιδίαν εφαρμοστέων νόμων και κανονισμών, οι ακόλουθες ενέργειες, δραστηριότητες ή ιδιότητες δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνονται, ενεργούνται ή συντρέχουν στο πρόσωπο οποιουδήποτε αξιωματούχου ή καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του ως μέλος της Επιτροπής, εφόσον:―
(α) είτε το ίδιο είτε ο/η σύζυγός είτε συγγενής του μέχρι δευτέρου (2ου) βαθμού, έχει οποιοδήποτε άμεσο, έμμεσο ή συγκρουόμενο συμφέρον με παρόχους υπηρεσιών και παρόχους εκπαίδευσης, συναφείς με τις δραστηριότητες της Επιτροπής·
(β) έχει ιδιότητα μέλους του διοικητικού συμβουλίου, διοικητή, γενικού διευθυντή ή των αναπληρωτών τους, εταιρείας, συνεταιρισμού, κοινοπραξίας ή επιχείρησης του δημόσιου τομέα στην οποία έχει οποιοδήποτε άμεσο, έμμεσο ή συγκρουόμενο συμφέρον με παρόχους υπηρεσιών και παρόχους εκπαίδευσης, συναφείς με τις δραστηριότητες της Επιτροπής·
(2) Σε περίπτωση οποιοδήποτε μέλος της Επιτροπής έχει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον επί οποιουδήποτε θέματος το οποίο συζητήθηκε ή θα συζητηθεί ή/και για το οποίο λήφθηκε ή θα ληφθεί απόφαση, οφείλει να γνωστοποιήσει τη φύση του εν λόγω συμφέροντος σε συνεδρία της Επιτροπής και δεν δύναται να μετέχει σε μετέπειτα συζητήσεις ή/και στη λήψη απόφασης για το συγκεκριμένο θέμα.
(3) Η γνωστοποίηση του συμφέροντος καταγράφεται στα πρακτικά.
Τέλος
Ενιαίο σχόλιο επί των Άρθρων 4, 5, 6 και 7
(Σύσταση, αρμοδιότητες και λειτουργία της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης)
Γενική θεσμική παρατήρηση
Τα Άρθρα 4 έως 7 του νομοσχεδίου ρυθμίζουν με συνεκτικό τρόπο τη σύσταση, τη σύνθεση, τις αρμοδιότητες, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και τα ασυμβίβαστα της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης. Η συνδυαστική ανάγνωσή τους καταδεικνύει ότι η εν λόγω Επιτροπή, παρότι χαρακτηρίζεται ως «συμβουλευτική», διαδραματίζει στην πράξη ουσιαστικό ρόλο στη ρύθμιση, αξιολόγηση και έγκριση δραστηριοτήτων, με άμεσες έννομες συνέπειες για παρόχους υπηρεσιών και παρόχους εκπαίδευσης.
Υπό το πρίσμα αυτό, η θεσμική συγκρότηση και λειτουργία της Επιτροπής χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, ώστε να διασφαλίζονται η ανεξαρτησία, η αντικειμενικότητα, η διαφάνεια και η ασφάλεια δικαίου.
1. Σύνθεση και τρόπος συγκρότησης (Άρθρο 4)
Η Επιτροπή συγκροτείται αποκλειστικά από επαγγελματίες υγείας που απασχολούνται στον δημόσιο τομέα, οι οποίοι υποδεικνύονται στο σύνολό τους από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας. Δεν προβλέπεται συμμετοχή ανεξάρτητων επιστημονικών φορέων, οργανισμών με εξειδικευμένη τεχνογνωσία ή άλλων μορφών θεσμικής πολυφωνίας.
Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς τον βαθμό θεσμικής ανεξαρτησίας της Επιτροπής, την επιστημονική αντιπροσωπευτικότητα του οργάνου, καθώς και την εμπιστοσύνη των ρυθμιζόμενων φορέων προς τη διαδικασία αξιολόγησης.
2. Αρμοδιότητες με ουσιαστικές έννομες συνέπειες (Άρθρο 5)
Οι αρμοδιότητες της Επιτροπής δεν περιορίζονται σε γενική επιστημονική γνωμοδότηση, αλλά περιλαμβάνουν αξιολόγηση του περιεχομένου προγραμμάτων εκπαίδευσης, εισήγηση έγκρισης ή απόρριψης με ή χωρίς όρους, καθώς και αξιολόγηση οργανωμένων συστημάτων παροχής υπηρεσιών. Οι εισηγήσεις αυτές συνδέονται άμεσα με τη δυνατότητα άσκησης δραστηριότητας και με μεταγενέστερες κυρωτικές συνέπειες.
3. Διαδικασία λειτουργίας και λήψης αποφάσεων (Άρθρο 6)
Η λειτουργία της Επιτροπής προβλέπεται με χαμηλό όριο απαρτίας και λήψη αποφάσεων με απλή πλειοψηφία, ενώ οι εσωτερικοί κανόνες λειτουργίας εγκρίνονται από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας. Λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα των αρμοδιοτήτων της, τίθεται ζήτημα επάρκειας των διαδικαστικών εγγυήσεων, ιδίως ως προς τη διαφάνεια και τη θεσμική αυτονομία.
4. Ασυμβίβαστο και σύγκρουση συμφερόντων (Άρθρο 7)
Η πρόβλεψη κανόνων ασυμβίβαστου και σύγκρουσης συμφερόντων συνιστά έμμεση αναγνώριση ότι οι εισηγήσεις της Επιτροπής επηρεάζουν ουσιώδη έννομα συμφέροντα τρίτων, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη ύπαρξης αυξημένων θεσμικών εγγυήσεων ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας.
Συνολικό συμπέρασμα – Θεσμική παρατήρηση
Η συνδυαστική εφαρμογή των Άρθρων 4–7 καταδεικνύει ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή Αξιολόγησης αποτελεί κεντρικό μηχανισμό εφαρμογής και ερμηνείας του Νόμου. Προκύπτει, συνεπώς, ανάγκη επανεξέτασης της σύνθεσης, της θεσμικής ανεξαρτησίας και των διαδικαστικών εγγυήσεων λειτουργίας της, προς διασφάλιση της αρχής της νομιμότητας, της ασφάλειας δικαίου και της εμπιστοσύνης στη ρυθμιστική διαδικασία.
07 – Ασυμβίβαστο Μελών Επιτροπής
Σχόλιο/Εισήγηση:
Προτείνεται ενίσχυση και αποσαφήνιση του ασυμβίβαστου, με ρητή πρόνοια αυτοεξαίρεσης/εξαίρεσης μέλους από την αξιολόγηση συγκεκριμένου φακέλου όταν υπάρχει (ή εύλογα φαίνεται ότι υπάρχει) σύγκρουση συμφερόντων με αιτητή ή ανταγωνιστή. Η ρύθμιση διασφαλίζει αμεροληψία, ίση μεταχείριση και προστασία εμπιστευτικών/εμπορικά ευαίσθητων στοιχείων που υποβάλλονται κατά την αδειοδότηση.
Προτεινόμενη διατύπωση (αντικατάσταση του Άρθρου 7):
7.—(1) Τηρουμένων των οικείων περί ασυμβιβάστου διατάξεων του Συντάγματος και των κατ’ ιδίαν εφαρμοστέων νόμων και κανονισμών, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης δεν δύναται να διορίζεται ή/και να συνεχίζει να υπηρετεί ως μέλος, εφόσον, κατά τον χρόνο διορισμού ή/και οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της θητείας του:
(α) το ίδιο ή/και ο/η σύζυγός του ή συγγενής μέχρι δευτέρου (2ου) βαθμού έχει ή αποκτά οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον (οικονομικό ή άλλης φύσεως) σε αιτητή ή αδειοδοτημένο φορέα ή/και σε ανταγωνιστή αυτών, συναφές με αντικείμενα που εξετάζει η Επιτροπή, ικανό να επηρεάσει ή να φαίνεται ότι επηρεάζει την αμεροληψία του·
(β) κατέχει ή/και αποκτά ιδιότητα μέλους διοικητικού συμβουλίου, διοικητή, διευθύνοντος συμβούλου, γενικού διευθυντή ή/και αναπληρωτή αυτών ή άλλο διοικητικό/εκτελεστικό ρόλο σε νομικό πρόσωπο ή οντότητα που αποτελεί αιτητή/αδειοδοτημένο φορέα ή ανταγωνιστή, ή/και σε συνδεδεμένη οντότητα αυτών·
(γ) παρέχει, με αμοιβή ή/και χωρίς αμοιβή, υπηρεσίες συμβουλευτικές, αξιολογητικές, εκπαιδευτικές ή ελεγκτικές (audit) σε αιτητή ή αδειοδοτημένο φορέα ή/και σε ανταγωνιστή αυτών ή/και σε συνδεδεμένη οντότητα αυτών, κατά τρόπο που δύναται να επηρεάσει ή να φαίνεται ότι επηρεάζει την αμεροληψία του·
(δ) έχει οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική, επιχειρηματική ή συμβατική σχέση ή εξάρτηση, η οποία δύναται να δημιουργήσει πραγματική ή εμφανή σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με το έργο της Επιτροπής.
(2) Κάθε μέλος της Επιτροπής υποχρεούται:
(α) να υποβάλλει, κατά τον διορισμό του και στη συνέχεια σε ετήσια βάση, δήλωση συμφερόντων· και
(β) να γνωστοποιεί αμελλητί οποιαδήποτε μεταβολή που δύναται να δημιουργήσει σύγκρουση συμφερόντων.
(3) Σε περίπτωση που μέλος της Επιτροπής έχει ή κρίνεται ότι ενδέχεται να έχει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον επί οποιουδήποτε θέματος που συζητείται ή πρόκειται να συζητηθεί ή/και επί του οποίου λαμβάνεται ή πρόκειται να ληφθεί εισήγηση ή απόφαση, οφείλει:
(α) να γνωστοποιήσει τη φύση του συμφέροντος πριν από την έναρξη της συζήτησης· και
(β) να απέχει από οποιαδήποτε διαβούλευση και ψηφοφορία επί του συγκεκριμένου θέματος.
(4) Όταν προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων ή/και εύλογη υπόνοια αυτής ως προς συγκεκριμένο αιτητή ή αδειοδοτημένο φορέα ή ανταγωνιστή, το μέλος:
(α) εξαιρείται από κάθε στάδιο αξιολόγησης/διαβούλευσης/εισήγησης που αφορά τον συγκεκριμένο φάκελο· και
(β) δεν λαμβάνει γνώση ή πρόσβαση σε έγγραφα, υλικό ή δεδομένα του φακέλου πέραν όσων είναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση της σύγκρουσης (need-to-know).
(5) Η γνωστοποίηση του συμφέροντος, η αποχή/εξαίρεση ή αποχώρηση του μέλους και οι σχετικοί λόγοι καταγράφονται στα πρακτικά.
(6) Τα μέλη της Επιτροπής δεσμεύονται από υποχρέωση εμπιστευτικότητας και δεν δύνανται να χρησιμοποιούν ή να κοινοποιούν σε τρίτους πληροφορίες ή υλικό που λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως όταν αυτά συνιστούν προσωπικά δεδομένα, εμπιστευτική πληροφορία ή/και εμπορικό ή επιχειρησιακό απόρρητο αιτητή ή/και αδειοδοτημένου φορέα, περιλαμβανομένων εκπαιδευτικού υλικού, εξεταστικών εργαλείων και τραπεζών ερωτήσεων.
(7) Παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου συνιστά λόγο άμεσης παύσης του μέλους από την Αρμόδια Αρχή, χωρίς να επηρεάζονται τυχόν άλλες αστικές, ποινικές ή/και πειθαρχικές ευθύνες που προκύπτουν από την κείμενη νομοθεσία.
(8) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου:
(α) ως «ανταγωνιστής» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οντότητα που παρέχει ή προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες ή/και εκπαίδευση ή/και αξιολόγηση ή/και έκδοση πιστοποιητικών σε αντικείμενα ίδια ή παρεμφερή με εκείνα αιτητή ή αδειοδοτημένου φορέα· και
(β) ως «συνδεδεμένη οντότητα» νοείται κάθε νομικό πρόσωπο ή/και σχήμα στο οποίο το μέλος ή συνδεδεμένο με αυτό πρόσωπο κατέχει συμμετοχή, ασκεί ουσιώδη επιρροή ή/και παρέχει υπηρεσίες, άμεσα ή έμμεσα, περιλαμβανομένων εταιρειών, συνεταιρισμών, κοινοπραξιών ή άλλων συνεργατικών σχημάτων.