04 – Σύσταση Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΩΤΩΝ ΒΟΗΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2025
4.
(1) Η Αρμόδια αρχή προβαίνει σε σύσταση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης, η οποία αποτελείται από:
(α) πέντε (5) επαγγελματίες υγείας που απασχολούνται στο δημόσιο τομέα, Ιατρούς ή/και Νοσηλευτές με πρόσθετη γνώση ή/και εμπειρία στα θέματα πρώτων βοηθειών και αναζωογόνησης και υποδεικνύονται από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας·
(β) τουλάχιστον δύο (2) μέλη της επιτροπής, σύμφωνα με την παράγραφο (α) είναι από τις Υπηρεσίες Αναζωογόνησης του Υπουργείου Υγείας·
(2) Η θητεία της Επιτροπής είναι τριετής και τα μέλη της μπορούν να επαναδιοριστούν·
Τέλος
Σχόλιο επί της επιστημονικής επάρκειας του ελεγκτικού μηχανισμού
Η αναζωογόνηση αποτελεί πεδίο υψηλής επιστημονικής και κλινικής εξειδίκευσης, το οποίο εξελίσσεται διαρκώς βάσει επικαιροποιημένων διεθνών κατευθυντήριων οδηγιών (π.χ. ERC Guidelines). Η επάρκεια στον τομέα αυτό δεν εξαντλείται στη θεωρητική γνώση, αλλά προϋποθέτει:
– τεκμηριωμένη επιστημονική γνώση και ερευνητική δράση
-ενεργή και πρόσφατη κλινική άσκηση,
-συνεχή πρακτική εφαρμογή δεξιοτήτων,
-συμμετοχή σε διεθνή προγράμματα πιστοποίησης,
-επιστημονική και εκπαιδευτική δραστηριότητα.
Η διεθνής βιβλιογραφία στην εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας υπογραμμίζει ότι σε τομείς υψηλής κρισιμότητας, όπως η καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση, η αξιολόγηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και επαγγελματικών πρακτικών πρέπει να ασκείται από πρόσωπα με αποδεδειγμένη εξειδίκευση και ενεργό εμπλοκή στο κλινικό αντικείμενο.
Η αποκλειστική άσκηση διοικητικών καθηκόντων επί μακρό χρονικό διάστημα από την διοίκηση των υπηρεσιών που ασχολούνται με την αναζωογόνηση στο υπουργείο υγείας, χωρίς παράλληλη ενεργό κλινική δραστηριότητα, εύλογα δημιουργεί ερωτήματα ως προς τη διατήρηση δεξιοτήτων και επικαιροποιημένης πρακτικής επάρκειας σε ένα τόσο δυναμικό και πρακτικοκεντρικό πεδίο. Στο σημείο αυτό προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα. Μπορεί ένας διοικητικός με γραφειακά καθήκοντα τα τελευταία 20 έτη να ελέγξει ένα κλινικό νοσηλευτή ΤΑΕΠ; Μπορεί ένας με γραφειακά καθήκοντα και μόνο δίπλωμα σχολής νοσηλευτών και εξομοίωση να ελέγξει ενεργoύς επιστήμονες με συγγραφή στα θέματα αναζωογόνησης και εκπαιδευτές του ευρωπαικού συμβουλίου ;
Συγκριτική επιστημονική επάρκεια
Οι εκπαιδευτές της ομάδας μας:
-κατέχουν διεθνείς πιστοποιήσεις από το European Resuscitation Council (ERC),
-είναι πιστοποιημένοι εκπαιδευτές Prehospital Trauma Life Support (PHTLS),
-διαθέτουν μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους σπουδών σε αντικείμενα επείγουσας, εντατικής φροντίδας και αναζωογόνησης,
-διατηρούν ενεργή κλινική παρουσία σε Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών (ΤΑΕΠ) και συναφείς κλινικές δομές.
-εκπαιδευτές ενηλίκων από την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού.
Η αναζωογόνηση, ως πρακτική υψηλής ακρίβειας, απαιτεί συνεχή άσκηση δεξιοτήτων σε πραγματικό κλινικό περιβάλλον. Δεν πρόκειται για γνωστικό αντικείμενο που μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά σε διοικητικό επίπεδο.
Θεσμικά ερωτήματα που ανακύπτουν
Με πλήρη σεβασμό προς τον ρόλο της διοίκησης και των κρατικών υπηρεσιών, τίθενται εύλογα και θεσμικά ερωτήματα:
Είναι συμβατό με τις αρχές της αναλογικότητας και της επιστημονικής επάρκειας να αξιολογείται ενεργός επαγγελματίας υγείας ΤΑΕΠ από πρόσωπο που ασκεί αποκλειστικά γραφειακά καθήκοντα;
Είναι συμβατό με τη λογική της ακαδημαϊκής ιεραρχίας να ελέγχεται επιστημονικό έργο διδακτορικού επιπέδου από πρόσωπο που δεν διαθέτει αντίστοιχη ακαδημαϊκή εξειδίκευση σε συναφές αντικείμενο;
Πώς διασφαλίζεται ότι ο ελεγκτικός μηχανισμός διαθέτει επιστημονική επάρκεια ισοδύναμη ή ανώτερη των ελεγχόμενων, όπως επιβάλλει η αρχή της χρηστής διοίκησης;
Τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν πρόσωπα. Αφορούν τη θεσμική αρχιτεκτονική του μηχανισμού ελέγχου.
Ζήτημα δημόσιας υγείας
Η αναζωογόνηση συνδέεται άμεσα με την επιβίωση του πληθυσμού. Η ποιότητα εκπαίδευσης σε αυτόν τον τομέα δεν είναι τυπικό διοικητικό ζήτημα αλλά ζήτημα δημόσιας ασφάλειας.
Η διεθνής πρακτική δεν συστήνει αξιολόγηση εξειδικευμένων προγραμμάτων αναζωογόνησης από μη ειδικούς ή από πρόσωπα χωρίς τεκμηριωμένη επιστημονική επάρκεια στο αντικείμενο. Οποιαδήποτε απόκλιση από τα πρότυπα αυτά δύναται να δημιουργήσει θεσμικό έλλειμμα και δυνητικό κίνδυνο υποβάθμισης εκπαιδευτικών προτύπων.
Καταληκτική τοποθέτηση
Με σεβασμό προς το Υπουργείο Υγείας και τον θεσμικό του ρόλο, προτείνεται η ρητή πρόβλεψη:
-ελάχιστων ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων,
-αποδεδειγμένης ενεργού κλινικής εμπλοκής στην αναζωογόνηση,
-διεθνώς αναγνωρισμένων πιστοποιήσεων,
-και σαφών, αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής μελών της Επιτροπής.
Μόνο έτσι διασφαλίζεται ότι ο έλεγχος ασκείται με επιστημονική ισοτιμία, διαφάνεια και σεβασμό προς το επίπεδο εξειδίκευσης των επαγγελματιών που εποπτεύονται.
Σχόλιο επί της επιστημονικής επάρκειας του ελεγκτικού μηχανισμού
Η αναζωογόνηση αποτελεί πεδίο υψηλής επιστημονικής και κλινικής εξειδίκευσης, το οποίο εξελίσσεται διαρκώς βάσει επικαιροποιημένων διεθνών κατευθυντήριων οδηγιών (π.χ. ERC Guidelines). Η επάρκεια στον τομέα αυτό δεν εξαντλείται στη θεωρητική γνώση, αλλά προϋποθέτει:
– τεκμηριωμένη επιστημονική γνώση και ερευνητική δράση
-ενεργή και πρόσφατη κλινική άσκηση,
-συνεχή πρακτική εφαρμογή δεξιοτήτων,
-συμμετοχή σε διεθνή προγράμματα πιστοποίησης,
-επιστημονική και εκπαιδευτική δραστηριότητα.
Η διεθνής βιβλιογραφία στην εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας υπογραμμίζει ότι σε τομείς υψηλής κρισιμότητας, όπως η καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση, η αξιολόγηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και επαγγελματικών πρακτικών πρέπει να ασκείται από πρόσωπα με αποδεδειγμένη εξειδίκευση και ενεργό εμπλοκή στο κλινικό αντικείμενο.
Η αποκλειστική άσκηση διοικητικών καθηκόντων επί μακρό χρονικό διάστημα από την διοίκηση των υπηρεσιών που ασχολούνται με την αναζωογόνηση στο υπουργείο υγείας, χωρίς παράλληλη ενεργό κλινική δραστηριότητα, εύλογα δημιουργεί ερωτήματα ως προς τη διατήρηση δεξιοτήτων και επικαιροποιημένης πρακτικής επάρκειας σε ένα τόσο δυναμικό και πρακτικοκεντρικό πεδίο. Στο σημείο αυτό προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα. Μπορεί ένας διοικητικός με γραφειακά καθήκοντα τα τελευταία 20 έτη να ελέγξει ένα κλινικό νοσηλευτή ΤΑΕΠ; Μπορεί ένας με γραφειακά καθήκοντα και μόνο δίπλωμα σχολής νοσηλευτών και εξομοίωση να ελέγξει ενεργoύς επιστήμονες με συγγραφή στα θέματα αναζωογόνησης και εκπαιδευτές του ευρωπαικού συμβουλίου ;
Συγκριτική επιστημονική επάρκεια
Οι εκπαιδευτές της ομάδας μας:
-κατέχουν διεθνείς πιστοποιήσεις από το European Resuscitation Council (ERC),
-είναι πιστοποιημένοι εκπαιδευτές Prehospital Trauma Life Support (PHTLS),
-διαθέτουν μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους σπουδών σε αντικείμενα επείγουσας, εντατικής φροντίδας και αναζωογόνησης,
-διατηρούν ενεργή κλινική παρουσία σε Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών (ΤΑΕΠ) και συναφείς κλινικές δομές.
-εκπαιδευτές ενηλίκων από την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού.
Η αναζωογόνηση, ως πρακτική υψηλής ακρίβειας, απαιτεί συνεχή άσκηση δεξιοτήτων σε πραγματικό κλινικό περιβάλλον. Δεν πρόκειται για γνωστικό αντικείμενο που μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά σε διοικητικό επίπεδο.
Θεσμικά ερωτήματα που ανακύπτουν
Με πλήρη σεβασμό προς τον ρόλο της διοίκησης και των κρατικών υπηρεσιών, τίθενται εύλογα και θεσμικά ερωτήματα:
Είναι συμβατό με τις αρχές της αναλογικότητας και της επιστημονικής επάρκειας να αξιολογείται ενεργός επαγγελματίας υγείας ΤΑΕΠ από πρόσωπο που ασκεί αποκλειστικά γραφειακά καθήκοντα;
Είναι συμβατό με τη λογική της ακαδημαϊκής ιεραρχίας να ελέγχεται επιστημονικό έργο διδακτορικού επιπέδου από πρόσωπο που δεν διαθέτει αντίστοιχη ακαδημαϊκή εξειδίκευση σε συναφές αντικείμενο;
Πώς διασφαλίζεται ότι ο ελεγκτικός μηχανισμός διαθέτει επιστημονική επάρκεια ισοδύναμη ή ανώτερη των ελεγχόμενων, όπως επιβάλλει η αρχή της χρηστής διοίκησης;
Τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν πρόσωπα. Αφορούν τη θεσμική αρχιτεκτονική του μηχανισμού ελέγχου.
Ζήτημα δημόσιας υγείας
Η αναζωογόνηση συνδέεται άμεσα με την επιβίωση του πληθυσμού. Η ποιότητα εκπαίδευσης σε αυτόν τον τομέα δεν είναι τυπικό διοικητικό ζήτημα αλλά ζήτημα δημόσιας ασφάλειας.
Η διεθνής πρακτική δεν συστήνει αξιολόγηση εξειδικευμένων προγραμμάτων αναζωογόνησης από μη ειδικούς ή από πρόσωπα χωρίς τεκμηριωμένη επιστημονική επάρκεια στο αντικείμενο. Οποιαδήποτε απόκλιση από τα πρότυπα αυτά δύναται να δημιουργήσει θεσμικό έλλειμμα και δυνητικό κίνδυνο υποβάθμισης εκπαιδευτικών προτύπων.
Καταληκτική τοποθέτηση
Με σεβασμό προς το Υπουργείο Υγείας και τον θεσμικό του ρόλο, προτείνεται η ρητή πρόβλεψη:
-ελάχιστων ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων,
-αποδεδειγμένης ενεργού κλινικής εμπλοκής στην αναζωογόνηση,
-διεθνώς αναγνωρισμένων πιστοποιήσεων,
-και σαφών, αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής μελών της Επιτροπής.
Μόνο έτσι διασφαλίζεται ότι ο έλεγχος ασκείται με επιστημονική ισοτιμία, διαφάνεια και σεβασμό προς το επίπεδο εξειδίκευσης των επαγγελματιών που εποπτεύονται.
Ενιαίο σχόλιο επί των Άρθρων 4, 5, 6 και 7
(Σύσταση, αρμοδιότητες και λειτουργία της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης)
Γενική θεσμική παρατήρηση
Τα Άρθρα 4 έως 7 του νομοσχεδίου ρυθμίζουν με συνεκτικό τρόπο τη σύσταση, τη σύνθεση, τις αρμοδιότητες, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και τα ασυμβίβαστα της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης. Η συνδυαστική ανάγνωσή τους καταδεικνύει ότι η εν λόγω Επιτροπή, παρότι χαρακτηρίζεται ως «συμβουλευτική», διαδραματίζει στην πράξη ουσιαστικό ρόλο στη ρύθμιση, αξιολόγηση και έγκριση δραστηριοτήτων, με άμεσες έννομες συνέπειες για παρόχους υπηρεσιών και παρόχους εκπαίδευσης.
Υπό το πρίσμα αυτό, η θεσμική συγκρότηση και λειτουργία της Επιτροπής χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, ώστε να διασφαλίζονται η ανεξαρτησία, η αντικειμενικότητα, η διαφάνεια και η ασφάλεια δικαίου.
1. Σύνθεση και τρόπος συγκρότησης (Άρθρο 4)
Η Επιτροπή συγκροτείται αποκλειστικά από επαγγελματίες υγείας που απασχολούνται στον δημόσιο τομέα, οι οποίοι υποδεικνύονται στο σύνολό τους από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας. Δεν προβλέπεται συμμετοχή ανεξάρτητων επιστημονικών φορέων, οργανισμών με εξειδικευμένη τεχνογνωσία ή άλλων μορφών θεσμικής πολυφωνίας.
Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς τον βαθμό θεσμικής ανεξαρτησίας της Επιτροπής, την επιστημονική αντιπροσωπευτικότητα του οργάνου, καθώς και την εμπιστοσύνη των ρυθμιζόμενων φορέων προς τη διαδικασία αξιολόγησης.
2. Αρμοδιότητες με ουσιαστικές έννομες συνέπειες (Άρθρο 5)
Οι αρμοδιότητες της Επιτροπής δεν περιορίζονται σε γενική επιστημονική γνωμοδότηση, αλλά περιλαμβάνουν αξιολόγηση του περιεχομένου προγραμμάτων εκπαίδευσης, εισήγηση έγκρισης ή απόρριψης με ή χωρίς όρους, καθώς και αξιολόγηση οργανωμένων συστημάτων παροχής υπηρεσιών. Οι εισηγήσεις αυτές συνδέονται άμεσα με τη δυνατότητα άσκησης δραστηριότητας και με μεταγενέστερες κυρωτικές συνέπειες.
3. Διαδικασία λειτουργίας και λήψης αποφάσεων (Άρθρο 6)
Η λειτουργία της Επιτροπής προβλέπεται με χαμηλό όριο απαρτίας και λήψη αποφάσεων με απλή πλειοψηφία, ενώ οι εσωτερικοί κανόνες λειτουργίας εγκρίνονται από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας. Λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα των αρμοδιοτήτων της, τίθεται ζήτημα επάρκειας των διαδικαστικών εγγυήσεων, ιδίως ως προς τη διαφάνεια και τη θεσμική αυτονομία.
4. Ασυμβίβαστο και σύγκρουση συμφερόντων (Άρθρο 7)
Η πρόβλεψη κανόνων ασυμβίβαστου και σύγκρουσης συμφερόντων συνιστά έμμεση αναγνώριση ότι οι εισηγήσεις της Επιτροπής επηρεάζουν ουσιώδη έννομα συμφέροντα τρίτων, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη ύπαρξης αυξημένων θεσμικών εγγυήσεων ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας.
Συνολικό συμπέρασμα – Θεσμική παρατήρηση
Η συνδυαστική εφαρμογή των Άρθρων 4–7 καταδεικνύει ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή Αξιολόγησης αποτελεί κεντρικό μηχανισμό εφαρμογής και ερμηνείας του Νόμου. Προκύπτει, συνεπώς, ανάγκη επανεξέτασης της σύνθεσης, της θεσμικής ανεξαρτησίας και των διαδικαστικών εγγυήσεων λειτουργίας της, προς διασφάλιση της αρχής της νομιμότητας, της ασφάλειας δικαίου και της εμπιστοσύνης στη ρυθμιστική διαδικασία.
Στο Άρθρο 4(1), να προστεθεί πρόνοια ώστε η Επιτροπή να περιλαμβάνει και:
«εκπροσώπους εγκεκριμένων παρόχων εκπαίδευσης πρώτων βοηθειών με αποδεδειγμένη εμπειρία σε μαζική εκπαίδευση του πληθυσμού».
Ώστε η Επιτροπή να μην ελέγχεται αποκλειστικά από επαγγελματίες υγείας
Εισηγούμαστε όπως η Συμβουλευτική Επιστημονική Επιτροπή Αξιολόγησης είναι πενταμελής και αποτελείται από:
• δύο (2) Ιατρούς,
• δύο (2) Νοσηλευτές,
• και Πρόεδρο, ο οποίος να είναι ανώτερο ή ανώτατο λειτουργικό στέλεχος του Υπουργείου Υγείας.
Η σύνθεση αυτή διασφαλίζει:
• επιστημονική επάρκεια,
• θεσμική συνέχεια,
• και διοικητική αμεροληψία,
σε συμμόρφωση με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αντικειμενικότητας που κατοχυρώνονται στη νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για τη Σύσταση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης θα ήταν χρήσιμο να εξειδικεύονται ρητά η σύνθεση, τα ελάχιστα προσόντα και η διαδικασία επιλογής των μελών, ώστε να διασφαλίζονται η επιστημονική επάρκεια, η εκπαιδευτική/αξιολογητική εμπειρία και η ανεξαρτησία τους. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να προβλέπεται συμμετοχή επαγγελματιών υγείας με εμπειρία σε πρώτες βοήθειες/αναζωογόνηση, μέλους με ειδίκευση στη διασφάλιση ποιότητας και σαφείς όροι θητείας, καθώς και διαφανής και τεκμηριωμένη διαδικασία διορισμού, ώστε να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων και να μην δημιουργούνται συνθήκες έμμεσης εύνοιας συγκεκριμένων φορέων της αγοράς.
Προτεινόμενη διατύπωση Άρθρου 4 (για υποβολή στη διαβούλευση):
Άρθρο 4 – Σύσταση Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης
4.—(1) Η Αρμόδια Αρχή προβαίνει σε σύσταση Συμβουλευτικής Επιτροπής Αξιολόγησης (εφεξής «Επιτροπή»), η οποία αποτελείται από πέντε (5) μέλη, ως ακολούθως:
(α) τρεις (3) επαγγελματίες υγείας (Ιατρούς ή/και Νοσηλευτές ή/και Διασώστες) με γνώση ή/και εμπειρία σε πρώτες βοήθειες ή/και αναζωογόνηση, εκ των οποίων τουλάχιστον ένας (1) προέρχεται από τις Υπηρεσίες Αναζωογόνησης του Υπουργείου Υγείας·
(β) ένα (1) μέλος, Καθηγητής Φυσικής Αγωγής, με εμπειρία στην εκπαίδευση πρακτικών/κινητικών δεξιοτήτων·
(γ) ένα (1) μέλος με εμπειρία στη διασφάλιση ποιότητας (Quality Assurance) ή/και στην αξιολόγηση/εξετάσεις εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Νοείται ότι η σύνθεση της Επιτροπής διασφαλίζει ισορροπία μεταξύ επιστημονικής εγκυρότητας και εκπαιδευτικής/αξιολογητικής επάρκειας.
(2) Τα μέλη της Επιτροπής διορίζονται από την Αρμόδια Αρχή για θητεία τριών (3) ετών και δύνανται να επαναδιορίζονται.
(3) Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής ορίζεται ο Πρόεδρος της Επιτροπής. Η Επιτροπή δύναται να ορίζει Αντιπρόεδρο από τα μέλη της.
(4) Η Αρμόδια Αρχή δύναται να εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες για τα προσόντα των μελών, τη διαδικασία επιλογής και κάθε άλλο διαδικαστικό θέμα, νοουμένου ότι η διαδικασία επιλογής είναι αντικειμενική, τεκμηριωμένη και διαφανής.
(5) Όλα τα τακτικά μέλη της Επιτροπής κατέχουν, κατ’ ελάχιστον, αναγνωρισμένο πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών (επίπεδο τουλάχιστον 6 του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων – EQF) σε γνωστικό αντικείμενο συναφές με τον ρόλο τους στην Επιτροπή.