46 – Ανανέωση Πιστοποιητικού Εξειδίκευσης εγγεγραμμένου Διαιτολόγου ή Διατροφολόγου
Ανανέωση Πιστοποιητικού Εξειδίκευσης εγγεγραμμένου Διαιτολόγου ή Διατροφολόγου
9(1) Η ισχύς του πιστοποιητικού εξειδίκευσης που παραχωρείται σε πρόσωπο που έχει εγγραφεί στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων για συγκεκριμένο τομέα της διαιτολογίας ή της διατροφολογίας, ανανεώνεται κάθε πέντε έτη, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο:
(α) υποβάλει σχετική αίτηση σε τύπο που καθορίζει το Συμβούλιο συνοδευόμενη από την καταβολή του καθορισμένου από το Συμβούλιο τέλους,
(β) έχει δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά, στο πεδίο για το οποίο έχει λάβει εξειδίκευση, τουλάχιστον πεντακόσιες (500 ωρών) ανά έτος, οι οποίες αντιστοιχούν σε τουλάχιστον δώδεκα ώρες εβδομαδιαίως σε συνεχή βάση και οι οποίες αποδεικνύονται μέσω βεβαιώσεων εργοδότη ή λογαριασμών ή άλλων σχετικών παραστατικών.
(γ) έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ώρες ανά έτος συνεχιζόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία αποδεικνύεται με την προσκόμιση πιστοποιητικών συμμετοχής σε σεμινάρια, ημερίδες, επιστημονικά συνέδρια ή διαδικτυακές εκπαιδευτικές δράσεις (webinars), σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Διαιτολόγων (EFAD), CDR, HCPC, ΣυΔιΚυ, ESPEN, CYSPEN, CSSD ή άλλων πιστοποιημένων φορέων.
Τέλος
ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΕΞΙΔΙΚΕΥΣΗΣ
Η πρόνοια για υποχρεωτική ανανέωση πιστοποιήσεων εξειδίκευσης ανά τακτά χρονικά διαστήματα, σε συνδυασμό με πρόσθετες απαιτήσεις πρακτικής εμπειρίας, συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και οικονομικών επιβαρύνσεων, δημιουργεί εύλογο προβληματισμό ως προς την αναλογικότητα και αναγκαιότητά της.
Παρότι αναγνωρίζεται η σημασία της επιστημονικής επιμόρφωσης και της διατήρησης υψηλού επιπέδου επαγγελματικής επάρκειας, κρίνεται ότι οι προτεινόμενες απαιτήσεις ενδέχεται να είναι υπερβολικές και να οδηγούν σε συνεχή διοικητική και οικονομική επιβάρυνση των επαγγελματιών.
Ιδιαίτερος προβληματισμός προκαλεί η απαίτηση επαναλαμβανόμενης τεκμηρίωσης ωρών πρακτικής άσκησης ή επαγγελματικής δραστηριότητας, καθώς και η σύνδεση της διατήρησης εξειδίκευσης με διαρκείς διαδικασίες ανανέωσης, οι οποίες ενδέχεται να λειτουργούν ως έμμεσος περιορισμός στην επαγγελματική δραστηριότητα αντί ως εργαλείο επιστημονικής αναβάθμισης.
Επιπρόσθετα, οι απαιτήσεις αυτές δύνανται να επηρεάζουν δυσανάλογα συγκεκριμένες ομάδες επαγγελματιών, όπως αυτοεργοδοτούμενους, επαγγελματίες με μερική απασχόληση, γονείς ή άτομα που αντιμετωπίζουν προσωρινές δυσκολίες υγείας ή επαγγελματικής δραστηριότητας.
Κρίνεται επομένως αναγκαίο να επανεξεταστεί η έκταση και συχνότητα των απαιτήσεων ανανέωσης, ώστε οι εξειδικεύσεις να λειτουργούν ως προαιρετικός μηχανισμός επιστημονικής εξέλιξης και όχι ως υπερβολικός ή δυσανάλογος μηχανισμός επαναλαμβανόμενης αδειοδότησης.
Παράλληλα, θεωρείται απαραίτητο να αποσαφηνιστούν πλήρως:
• τα κριτήρια ανανέωσης,
• οι απαιτούμενες ώρες και αποδεικτικά στοιχεία,
• οι διαδικασίες αξιολόγησης,
• οι οικονομικές επιβαρύνσεις και τέλη,
• καθώς και οι διαδικασίες ένστασης ή επανεξέτασης,
ώστε να διασφαλίζονται διαφάνεια, αντικειμενικότητα και ίση μεταχείριση όλων των επαγγελματιών.
Ανανέωση Πιστοποιητικών, Οικονομική Επιβάρυνση και Αυτοεργοδοτούμενοι Επαγγελματίες
Η συνεχής επιστημονική επιμόρφωση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο κάθε επιστημονικού επαγγέλματος. Ωστόσο, όταν η συμμετοχή σε προγράμματα εκπαίδευσης συνδέεται με την ανανέωση πιστοποιητικών ή εξειδικεύσεων, κρίνεται απαραίτητο να διασφαλίζεται ότι οι σχετικές απαιτήσεις είναι αναλογικές, προσβάσιμες και εφαρμόζονται ισότιμα.
Ιδιαίτερος προβληματισμός δημιουργείται για τους αυτοεργοδοτούμενους διαιτολόγους και διατροφολόγους, οι οποίοι ενδέχεται να υποχρεώνονται να διακόπτουν προσωρινά τη λειτουργία των ιδιωτικών τους γραφείων για συμμετοχή σε υποχρεωτικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα:
• απώλεια εισοδήματος,
• ακύρωση επαγγελματικών υποχρεώσεων και ραντεβού,
• και ταυτόχρονη συνέχιση των λειτουργικών και επαγγελματικών εξόδων τους, όπως ενοίκια, λογαριασμοί και λοιπές επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Αντίθετα, επαγγελματίες που εργάζονται σε οργανωμένες δημόσιες ή μεγάλες ιδιωτικές δομές ενδέχεται να διαθέτουν διαφορετικές δυνατότητες ή διευκολύνσεις συμμετοχής, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει άνιση οικονομική επιβάρυνση μεταξύ επαγγελματιών του ίδιου κλάδου.
Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί:
• δυνατότητα δωρεάν ή επιχορηγούμενων προγραμμάτων επιμόρφωσης,
• ευέλικτες μορφές εκπαίδευσης,
• σαφής καθορισμός των οικονομικών υποχρεώσεων και απαιτήσεων ανανέωσης,
• καθώς και ισότιμη πρόσβαση όλων των επαγγελματιών στις απαιτήσεις συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.
Η συνεχιζόμενη εκπαίδευση θα πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο επιστημονικής ανάπτυξης και όχι ως μηχανισμός δυσανάλογης οικονομικής επιβάρυνσης ή επαγγελματικής δυσχέρειας.