07 – Τροποποίηση του άρθρου 4 του βασικού νόμου.
Τροποποίηση του άρθρου 4 του βασικού νόμου.
7. Το άρθρο 4 του βασικού νόμου τροποποιείται ως ακολούθως:
(α) με την αντικατάσταση στο εδάφιο (2) αυτού, της λέξης «Τέσσερα», με τη λέξη «Πέντε»˙
(β) με την αντικατάσταση στο εδάφιο (4) αυτού, της λέξης «δύο», με τη λέξη «τρία»˙
(γ) με την αντικατάσταση του εδαφίου (9) με το ακόλουθο εδάφιο:
«Καμιά πράξη ή απόφαση του Συμβουλίου δεν είναι άκυρη ούτε και καθίσταται παράνομη λόγω ύπαρξης κενής θέσης στο Συμβούλιο ή λόγω μη διορισμού ή εκλογής οποιουδήποτε μέλους του Συμβουλίου. Όλες οι πράξεις και αποφάσεις του Συμβουλίου είναι έγκυρες, ανεξάρτητα του ότι είναι δυνατόν μεταγενέστερα να αποκαλυφθεί η ύπαρξη παρατυπίας ως προς την εκλογή ή το διορισμό του μέλους του Συμβουλίου ή του προσώπου που ενεργεί ως μέλος ή του ότι τα μέλη ή οποιοδήποτε από τα μέλη του Συμβουλίου δεν ήταν ικανά να είναι μέλη του Συμβουλίου, ωσάν κάθε πρόσωπο, να είχε δεόντως εκλεγεί ή διοριστεί στο Συμβούλιο και να ήταν ικανό να είναι μέλος του.».
(δ) με την προσθήκη αμέσως μετά το εδάφιο (10) αυτού, του ακόλουθου νέου εδαφίου (11):
«(α) Η θέση μέλους του Συμβουλίου θεωρείται κενή σε περίπτωση θανάτου του ή σε περίπτωση παραίτησής του ή σε περίπτωση ανάκλησης του διορισμού του.
(β) Σε περίπτωση που θέση μέλους του Συμβουλίου κενώνεται πριν τη λήξη της θητείας αυτού, στη θέση του διορίζεται άλλο πρόσωπο για το υπόλοιπο της θητείας αυτού, κατ’ αναλογίαν των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 3.».
Τέλος
Η διεύρυνση της σύνθεσης του Συμβουλίου αποτελεί σημαντική θεσμική αλλαγή. Κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί ισότιμη εκπροσώπηση όλων των εγγεγραμμένων επαγγελματιών, διαφάνεια στον τρόπο υπόδειξης/διορισμού και σαφείς πρόνοιες που να αποτρέπουν συγκέντρωση εξουσίας ή αποκλεισμό ομάδων επαγγελματιών.
Η απαρτία θα πρέπει να καθορίζεται όχι μόνο με τον αριθμό των μελών αλλά και με την υποχρέωση στα μέλη που είναι παρόντα, για να μπορούν να λαμβάνονται αποφάσεις, να βρίσκεται παρόν και τουλάχιστον ένα μέλος από κάθε ειδικότητα. Διαφορετικά θα μπορούν να λαμβάνονται αποφάσεις για άλλη ειδικότητα από μέλη που δεν έχουν την ειδικότητα αυτή.
Το Συμβούλιο αποτελεί συλλογικό όργανο με αποφασιστική και καθοριστική αρμοδιότητα ως προς την πρόσβαση οποιουδήποτε προσώπου στα επαγγέλματα που καθορίζονται στο Νόμο. Ως εκ τούτου θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι –
• Υπάρχουν ρητές και συγκεκριμένες διατάξεις ως προς τους λόγους και προϋποθέσεις τερματισμού της ιδιότητας μέλους από το Υπουργικό Συμβούλιο και όχι απλή αναφορά σε «σοβαρούς λόγους» που δεν καθορίζονται και αφήνονται και πάλι στη διακριτική ευχέρεια. Γίνεται αναφορά σε ανάκληση διορισμού χωρίς να καθορίζονται οι λόγοι ανάκλησης.
• Υπάρχουν διατάξεις οι οποίες να υποχρεώνουν το Συμβούλιο να ενεργεί και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο (Ν 158(Ι)/1999)
• Υπάρχουν διατάξεις οι οποίες να διασφαλίζουν κάποιο έλεγχο ή αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας ιδίως ως προς τον καθορισμό των προσόντων πρόσβασης στο επάγγελμα του διαιτολόγου, δεδομένου ότι αυτό θα πρέπει να αποτελεί αρμοδιότητα του κράτους και να μην αφήνεται αποκλειστικά στα χέρια του συμβουλίου στο οποίο συμμετέχουν κατά κύριο λόγο ιδιώτες με ανταγωνιστικά συμφέροντα ως προς το ποιος θα μπορεί να ασκεί το επάγγελμα.
• Υπάρχουν διατάξεις που να διασφαλίζουν τις συνέπειες σε περίπτωση που μέλη του δεν συμμετέχουν συστηματικά στις συνεδρίες του
Η εισαγωγή του νέου εδαφίου (9) παραβιάζει τη νομολογία και τον περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού δικαίου Νόμο αφού διευρύνει τους λόγους για τους οποίους μπορούν οι αποφάσεις του Συμβουλίου να θεωρούνται νόμιμες ανεξαρτήτως παράνομης συγκρότησης. Σύμφωνα με το Άρθρο 20 (2) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόκο, μόνο η ύπαρξη κενής θέσεως λόγω θανάτου ή παραίτησης ενός μέλους επιτρέπεται να μην επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του συλλογικού οργάνου εάν νόμος προβλέπει διαφορετικά. Δεν είναι δυνατό παρατυπίες ή η έλλειψη ικανοτήτων των μελών του να μην επηρεάζουν τη νομιμότητα των αποφάσεων του για πρόσβαση σε ένα επάγγελμα, δικαίωμα που είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο.
Οι αποφάσεις του Συμβουλίου θα πρέπει να υπόκεινται σε κάποιους είδους έλεγχο όπως μέσω ιεραρχικής προσφυγής στον Υπουργό Υγείας ή ενστάσεων στο Υπουργείο Υγείας επί της ουσίας της απόφασης. Δεν μπορεί το μόνο μέσο που υφίσταται να είναι η προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο δεδομένου του χρόνου που χρειάζεται για να τελεσιδικήσει μια απόφαση του Δικαστηρίου και του γεγονότος ότι ο έλεγχος του Διοικητικού Δικαστηρίου είναι μόνο ακυρωτικός και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα πρόσωπο να στερείται της πρόσβασης στο επάγγελμα για πολλά χρόνια εάν τελικά η απόφαση του Συμβουλίου ακυρωθεί ή είναι λανθασμένη.
Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι πρέπει να υπάρχει πρόσβαση στα πρακτικά του Συμβουλίου από το άτομο στο οποίο αφορά μια απόφαση για πρόσβαση ή μη στο επάγγελμα σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Γενικό Κανονισμό Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα και τη νομολογία του ΔΕΕ, ιδίως για σκοπούς άσκησης ενστάσεων ή ιεραρχικής προσφυγής εφόσον αυτά τα δικαιώματα προβλεφθούν στο νόμο.