19 – Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου
Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου.
19. Το άρθρο 9 του βασικού νόμου τροποποιείται ως ακολούθως:
(α) Με την προσθήκη στον πλαγιότιτλο αυτού της φράσης «και Διατροφολόγων», αμέσως μετά τις λέξεις «Μητρώο Διαιτολόγων»˙
(β) με την προσθήκη στο εδάφιο (1) αυτού της λέξης «φυσικό», αμέσως μετά τη λέξη «Κάθε» και την προσθήκη των λέξεων «και Διαιτολόγων», αμέσως μετά τις λέξεις «Μητρώο Διαιτολόγων»˙
(γ) με την αντικατάσταση των υφιστάμενων παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1) αυτού, με τις ακόλουθες παραγράφους (β) και (γ):
«(β) (i) κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα πανεπιστήμιου ή άλλο ισότιμο και αντίστοιχο προσόν στη Διαιτολογία ή Επιστήμη Διατροφής και Διαιτολογίας οποιασδήποτε χώρας, το οποίο να του επιτρέπει να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε και να είναι αναγνωρισμένο από το Συμβούλιο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, και γίνεται η εγγραφή με τον τίτλο του διαιτολόγου και διατροφολόγου·
ή
(ii) κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα πανεπιστήμιου ή άλλο ισότιμο και αντίστοιχο προσόν στην Επιστήμη Διατροφής οποιασδήποτε χώρας, το οποίο να του επιτρέπει να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε και να είναι αναγνωρισμένο από το Συμβούλιο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, και να εγγράφεται με τον τίτλο του διατροφολόγου·
ή
(γ) είvαι μέλoς (member), αvτεπιστέλλov μέλoς (associate member) ή εταίρoς (fellow) ή συvδεδεμέvo (affiliate) ή εvεργό (active) μέλoς τoυ Συvδέσμoυ Διαιτoλoγίας/Διατροφής της Κύπρου, Μεγάλης Βρεταvίας ή τωv Η.Π.Α. ή τoυ Commission on Dietetic Registration (CDR) τωv Η.Π.Α. ή αναγνωρισμένου από το Συμβούλιο συνδέσμου ή συμβουλίου άλλης χώρας, το οποίο να του επιτρέπει να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε, νοουμένου ότι κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα πανεπιστημίου ή άλλο ισότιμο προσόν στη Διαιτολογία και/ή στην Επιστήμη Διατροφής το οποίο να είναι αναγνωρισμένο από το Συμβούλιο.
Νοείται ότι το προσόν πρέπει να αναγράφει στον τίτλο του την Επιστήμη Διατροφής ή Διαιτολογίας ή ειδικότητα Επιστήμης Διατροφής ή Διαιτολογίας. Νοείται ότι, θεωρείται επαρκές προσόν για εγγραφή και ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών (MSc, ΜPhil, PhD) σε Επιστήμη Διατροφής ή Διαιτολογίας ή ειδικότητα Επιστήμης Διατροφής ή Διαιτολογίας, νοουμένου ότι επιτρέπει στον κάτοχό του να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε και να είναι αναγνωρισμένος από το Συμβούλιο.».
(δ) με την αντικατάσταση του εδαφίου (2) με το ακόλουθο εδάφιο:
«Νομικό πρόσωπο εγγράφεται στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων εάν πληροί τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 6Α(1) του παρόντος Νόμου.».
(ε) με την προσθήκη αμέσως μετά το εδάφιο (2) αυτού, των ακόλουθων νέων εδαφίων (3), (4) και (5):
(3) Πρόσωπο, το οποίο πληροί τα κριτήρια για εγγραφή του στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων ως διαιτολόγου ή ως διατροφολόγου με προαπαιτούμενες στον Κλάδο Διαιτολογίας μονάδες ECTS (European Credit Transfer System / Ευρωπαϊκό Σύστημα Πιστωτικών Μονάδων) ή μονάδες (credits), όπως εκάστοτε καθορίζεται από το Συμβούλιο, εγγράφεται στον κλάδο της Κλινικής Διαιτολογίας και εγγράφεται ως κλινικός διαιτολόγος, εάν:
(α) κατέχει μεταπτυχιακό με τίτλο στην Κλινική Διαιτολογία ή ο ακαδημαϊκός ή επαγγελματικός τίτλος του προσώπου που ζητεί εγγραφή στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων είναι στην Κλινική Διαιτολογία ή κατέχει τον τίτλο του εγγεγραμμένου διαιτολόγου (Registered Dietitian-RD ή Registered Dietitian Nutritionist-RDN) ή ισότιμου προσόντος που παρέχεται από το Commission on Dietetic Registration (CDR) ή από το Health Care Professional Council (HCPC) ή ανάλογο πιστοποιημένο σώμα από άλλες χώρες και σε όλες τις περιπτώσεις διατηρεί τον ακαδημαϊκό και επαγγελματικό του τίτλο με συνεχή μετεκπαίδευση˙
(β) έχει συμπληρώσει επιτυχώς την απαιτούμενη αναγνωρισμένη, από τον αρμόδιο φορέα ή σώμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, πρακτική εκμάθηση εξάσκησης και εμπειρίας, διάρκειας τουλάχιστον χιλίων (1000) ωρών σε αναγνωρισμένα και πιστοποιημένα νοσοκομεία ή άλλα παρόμοια κέντρα ή γραφεία υγείας, ακαδημαϊκά και επαγγελματικά ιδρύματα ή άλλο σχετικό φορέα υγείας που αναγνωρίζεται από το Συμβούλιο. H πρακτική εκμάθηση εξάσκησης και εμπειρίας πρέπει να –
(i) επιτηρείται από το ακαδημαϊκό ίδρυμα ή φορέα που την προσφέρει, το οποίο έχει και τη γενική ευθύνη για την οργάνωση και εφαρμογή της πρακτικής εκμάθησης και θα πρέπει να διεξάγεται εκτός αυτού·
(ii) τελεί υπό την επίβλεψη εγγεγραμμένου κλινικού διαιτολόγου στον κλάδο της Κλινικής Διαιτολογίας, ο οποίος διαθέτει τουλάχιστον πέντε (5) έτη επαγγελματικής εμπειρίας και κατά την περίοδο πρακτικής εκμάθησης φέρει τον τίτλο του «εκπαιδευτή» ·
(iii) καλύπτει τόσο θεωρητική όσο και πρακτική εκπαίδευση σε διάφορους τομείς της διαιτολογίας, περιλαμβανομένων ενδεικτικά, της Κλινικής Διαιτολογίας, της Κοινοτικής Διατροφής και της Διαχείρισης Τροφίμων·
(iv) να συμμορφώνεται με τις εκάστοτε εν ισχύ κατευθυντήριες γραμμές ή οδηγίες πρακτικής εκμάθησης, όπως αυτές καθορίζονται στον σχετικό οδηγό πρακτικής άσκησης που εκδίδεται από αναγνωρισμένο πανεπιστημιακό ίδρυμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ή του εξωτερικού.
(v) τεκμηριώνεται με αναλυτική γραπτή αναφορά από τον υπεύθυνο ακαδημαϊκό ινστιτούτο που την προσφέρει, η οποία περιλαμβάνει λεπτομερή καταγραφή των ωρών και των δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο αυτής. Η εν λόγω αναφορά υποβάλλεται στο Συμβούλιο για έγκριση, συνοδευόμενη από αντίγραφο του μεταπτυχιακού τίτλου του προσώπου που επιθυμεί την εγγραφή του στον κλάδο της Κλινικής Διαιτολογίας, την αναλυτική βαθμολογία του, πιστοποιητικό πρακτικής άσκησης και οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων καθορίζει με απόφαση του το Συμβούλιο.
Νοείται ότι, για σκοπούς πλήρωσης της ως άνω απαίτησης για επιτυχή ολοκλήρωση πρακτικής εκμάθησης, το Συμβούλιο θα αποδέχεται, ως ισοδύναμη, τυχόν επιτυχή ολοκλήρωση αναγνωρισμένου Dietetic Internship, διάρκειας τουλάχιστον χιλίων (1000) ωρών, το οποίο έχει εγκριθεί από διεθνώς αναγνωρισμένο επαγγελματικό ή ακαδημαϊκό φορέα (όπως το Commission on Dietetic Registration – CDR, το Health Care Professions Council – HCPC ή ισότιμο σώμα άλλης χώρας), νοουμένου ότι περιλαμβάνει θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση στους τομείς της Κλινικής Διαιτολογίας, της Κοινοτικής Διατροφής και της Διαχείρισης Υπηρεσιών Τροφίμων, υπό την επίβλεψη εγγεγραμμένου κλινικού διαιτολόγου με τουλάχιστον πέντε (5) έτη επαγγελματικής εμπειρίας. Για σκοπούς αξιολόγησης της ολοκλήρωσης του Dietetic Internship και αναγνώρισης του ως ισοδύναμου με την απαιτούμενη πρακτική εκμάθηση της παραγράφου (β) ανωτέρω, υποβάλλεται προς το Συμβούλιο επίσημο πιστοποιητικό, με λεπτομερή καταγραφή των ωρών και των δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο αυτού, συνοδευόμενο με οποιαδήποτε τυχόν άλλα έγγραφα ή στοιχεία καθορίζονται με απόφαση του Συμβουλίου.
(γ) έχει επιτύχει σε εξετάσεις, οι οποίες είναι αναγνωρισμένες από επαγγελματικά και επιστημονικά διεθνή σώματα και που διοργανώνονται, τουλάχιστον μια (1) φορά το χρόνο, από αρμόδιο σώμα ή φορέα ή όργανο της Κυπριακής Δημοκρατίας ή από Διεθνή εγγεγραμμένα εξεταστικά σώματα (CDR, HCPC ή άλλων) και εγκρίνονται από το Συμβούλιο.
(i) Οι εξετάσεις, της παραγράφου (γ) ανωτέρω, διεξάγονται γραπτώς, ενώ σε ειδικές περιπτώσεις που θα θεωρήσει αναγκαίο το Συμβούλιο δύναται να περιλαμβάνουν και προφορικές δοκιμασίες και έχουν σκοπό την αξιολόγηση των γνώσεων και των δεξιοτήτων των υποψηφίων στην διαιτολόγια και στην κλινική διαιτολογία ειδικότερα.
(ii) Καθορίζεται ότι η ελάχιστη βαθμολογία για να θεωρηθεί ότι ένα πρόσωπο έχει επιτύχει στις εξετάσεις είναι 70% για έκαστο μέρος των εξετάσεων.
(iii) Το Συμβούλιο δύναται να διενεργεί ή να συμμετέχει στη διενέργεια των εξετάσεων ή να αναθέτει τη διενέργεια αυτών σε αναγνωρισμένο φορέα. Σε κάθε περίπτωση, η διεξαγωγή των εξετάσεων είναι υπό την ευθύνη και την εποπτεία του Συμβουλίου.
ή
κατέχει πιστοποιημένο και διεθνώς αναγνωρισμένο τίτλο RD ή RDN και έχει παρακαθήσει εξετάσεις στη χώρα απόκτησης του πτυχίου του ή του μεταπτυχιακού τίτλου του Κλινικού Διαιτολόγου ή άλλου ισότιμου προσόντος.
Νοείται ότι, ο τίτλος στην Κλινική Διαιτολογία δεν είναι ισότιμος ή ισότιμος και αντίστοιχος με αυτόν στην Κλινική Διατροφολογία ή με μεταπτυχιακό τίτλο στην ανθρώπινη διατροφή.
(4) Αν το πρόσωπο που ζητεί εγγραφή στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων κατέχει αναγνωρισμένο από το Συμβούλιο πτυχίο ή μεταπτυχιακό ή δίπλωμα πανεπιστημίου ή άλλο ισότιμο και αντίστοιχο προσόν στην επιστήμη της διατροφής δύναται να εγγραφεί ως διατροφολόγος στην Κατηγορία Διατροφολόγων. Διατροφολόγος ο οποίος κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο «Clinical Nutrition» και ο οποίος αναγνωρίζεται από συγκεκριμένα διεθνή επιστημονικά σώματα, εφόσον πληροί τα αναγκαία κριτήρια που τίθενται από τα εν λόγω σώματα, δύναται να εγγραφεί στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων στον Κλάδο Κλινικής Διατροφολογίας
(στ) με την αναρίθμηση του υφιστάμενου εδαφίου (3) αυτού, σε εδάφιο (5) και την αντικατάσταση σε αυτό των λέξεων «περί Γενικού Συστήματος Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου του 2002 και 2003», με τις λέξεις «του περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου του 2008, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται».
(ζ) με την προσθήκη αμέσως μετά το εδάφιο (5) αυτού, του ακόλουθου νέου εδαφίου (6):
«(7) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση αμφιβολίας για την ακαδημαϊκή αναγνώριση τίτλου σπουδών οποιουδήποτε αιτητή, το Συμβούλιο οφείλει να ενημερώνει τον εκάστοτε αιτητή για την ανάγκη προσκόμισης πιστοποιητικού αναγνώρισης τίτλου σπουδών από το Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.) το οποίο ενεργεί σύμφωνα με τον περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμο του 1996, ως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.».
Τέλος
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ, ΚΛΙΝΙΚΟΣ ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ
Αναγνώριση Ξένων Επαγγελματικών Σωμάτων (RD / HCPC / CDR)
Η πρόνοια που αφορά την αναγνώριση memberships ή registrations ξένων επαγγελματικών σωμάτων και συνδέσμων δημιουργεί ασάφεια ως προς τα απαιτούμενα προσόντα εγγραφής και φαίνεται να παρέχει υπερβολική διακριτική ευχέρεια στο Συμβούλιο.
Η αναφορά σε «αναγνωρισμένο από το Συμβούλιο σύνδεσμο ή συμβούλιο άλλης χώρας» δεν συνοδεύεται από σαφή και αντικειμενικά κριτήρια αναγνώρισης.
Κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθούν σαφή, διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια αναγνώρισης επαγγελματικών σωμάτων και τίτλων σπουδών, ώστε να αποφεύγεται άνιση μεταχείριση και διαφορετική εφαρμογή των προνοιών.
Αναγνώριση Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων
Οι προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν προβληματισμό ως προς την ισότιμη αντιμετώπιση αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός Κυπρίων φοιτητών εισάγεται σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή μέσω επίσημης και αναγνωρισμένης κρατικής διαδικασίας εισδοχής.
Ως εκ τούτου, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός όταν απόφοιτοι πανεπιστημίων στα οποία το ίδιο το κράτος παρέχει πρόσβαση μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων ενδέχεται στη συνέχεια να αντιμετωπίζουν πρόσθετα εμπόδια ή περιορισμούς στην επαγγελματική τους αναγνώριση στην Κύπρο.
Κρίνεται αναγκαίο να διασφαλίζεται ισότιμη αναγνώριση αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Κύπρου, της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μεταπτυχιακοί Τίτλοι και Βασικό Πτυχίο
Η πρόνοια σύμφωνα με την οποία μεταπτυχιακοί τίτλοι στη Διατροφή ή Διαιτολογία δύνανται να θεωρούνται επαρκές προσόν εγγραφής δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό.
Η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου δεν θα πρέπει από μόνη της να θεωρείται επαρκές προσόν χωρίς την ύπαρξη βασικού πτυχίου στη Διαιτολογία ή/και στην Επιστήμη Διατροφής.
Διαφορετικά, ενδέχεται να δημιουργηθεί το φαινόμενο προσώπων με άσχετο βασικό πτυχίο να αποκτούν επαγγελματικά δικαιώματα αποκλειστικά μέσω μεταπτυχιακού τίτλου.
ECTS και Διακριτική Ευχέρεια Συμβουλίου
Η αναφορά ότι τα απαιτούμενα ECTS ή ακαδημαϊκά κριτήρια καθορίζονται από το Συμβούλιο δημιουργεί υπερβολικά γενική εξουσιοδότηση χωρίς σαφή αντικειμενικά όρια.
Τα ακαδημαϊκά κριτήρια και οι απαιτούμενες εκπαιδευτικές μονάδες θα πρέπει να καθορίζονται με σαφή, διαφανή και αντικειμενικό τρόπο και όχι αποκλειστικά κατά τη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου.
Εξετάσεις και Διαδικασίες Αξιολόγησης
Οι πρόνοιες περί εξετάσεων και αξιολόγησης δεν αποσαφηνίζουν επαρκώς ποιοι υποχρεούνται να εξετάζονται, ποιος οργανώνει τις εξετάσεις, ποια είναι τα κριτήρια αξιολόγησης ούτε τις διαδικασίες ένστασης ή επανεξέτασης.
Η απουσία σαφών διαδικασιών ενδέχεται να δημιουργήσει αβεβαιότητα, υπερβολική διακριτική ευχέρεια και άνιση μεταχείριση ως προς την πρόσβαση και άσκηση του επαγγέλματος.
Κρίνεται αναγκαίο να καθοριστούν με σαφήνεια:
• οι φορείς διεξαγωγής των εξετάσεων,
• η εξεταστέα ύλη και τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά κριτήρια αξιολόγησης,
• οι διαδικασίες βαθμολόγησης και αξιολόγησης,
• καθώς και οι διαδικασίες ένστασης και επανεξέτασης, για σκοπούς διαφάνειας, αντικειμενικότητας και ασφάλειας δικαίου.
Παράλληλα, σε περίπτωση καθιέρωσης εξετάσεων ως προϋπόθεσης εγγραφής ή αναγνώρισης, αυτές θα πρέπει να εφαρμόζονται με ενιαίο, αντικειμενικό και ισότιμο τρόπο για όλους τους αιτητές, χωρίς εξαιρέσεις ή διαφορετική μεταχείριση μεταξύ κατηγοριών επαγγελματιών.
Η πρόσβαση στο επάγγελμα και η διαδικασία αξιολόγησης δεν θα πρέπει να διαφοροποιούνται με βάση memberships, registrations ή επαγγελματικούς τίτλους ξένων οργανισμών ή συνδέσμων, αλλά να βασίζονται σε ενιαία και σαφώς καθορισμένα νομοθετικά κριτήρια που εφαρμόζονται ισότιμα σε όλους.
Internship και 1000 Ώρες Πρακτικής Άσκησης
Η απαίτηση συγκεκριμένου αριθμού ωρών πρακτικής άσκησης ή internship δημιουργεί προβληματισμό ως προς την ομοιόμορφη εφαρμογή της μεταξύ διαφορετικών αναγνωρισμένων πανεπιστημιακών προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα προγράμματα σπουδών διαφέρουν μεταξύ κρατών-μελών ως προς τη δομή, τη διάρκεια και τον τρόπο ενσωμάτωσης της πρακτικής άσκησης, χωρίς αυτό να σημαίνει μειωμένη ακαδημαϊκή ή επαγγελματική επάρκεια.
Η εφαρμογή ενιαίων απαιτήσεων πρακτικής χωρίς πρόβλεψη ευελιξίας ή ακαδημαϊκής ισοδυναμίας ενδέχεται να δημιουργήσει δυσανάλογους περιορισμούς ή αποκλεισμούς για αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, θεωρούμε αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη και να αναγνωρίζεται η ήδη ολοκληρωμένη ακαδημαϊκή και πρακτική κατάρτιση που παρέχεται μέσω αναγνωρισμένων πανεπιστημιακών προγραμμάτων Διαιτολογίας και Διατροφής.
Ιδανικά, οποιεσδήποτε απαιτήσεις internship ή πρόσθετων ωρών πρακτικής θα πρέπει να προβλέπουν δυνατότητα συμψηφισμού ή αναγνώρισης της πρακτικής εκπαίδευσης που έχει ήδη ολοκληρωθεί και αξιολογηθεί στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών σπουδών, μέσω διαδικασιών ακαδημαϊκής ισοδυναμίας και αντικειμενικής αξιολόγησης.
Κρίνεται επομένως αναγκαίο να διασφαλίζεται ισότιμη αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών και της πρακτικής κατάρτισης χωρίς αδικαιολόγητους αποκλεισμούς ή διαφοροποιήσεις.
Κλινική Διαιτολογία και Επαγγελματικά Δικαιώματα Διαιτολόγων
Η Κλινική Διαιτολογία αποτελεί ακαδημαϊκή και επαγγελματική εξειδίκευση της επιστήμης της Διαιτολογίας και δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός περιορισμού ή αφαίρεσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των ήδη εγγεγραμμένων διαιτολόγων.
Οι απόφοιτοι αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας εκπαιδεύονται ήδη κατά τη διάρκεια των βασικών τους σπουδών στη διατροφική αξιολόγηση και διαχείριση παθολογικών καταστάσεων, περιλαμβανομένων χρόνιων νοσημάτων όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, οι καρδιομεταβολικές παθήσεις και άλλες καταστάσεις που σχετίζονται με τη διατροφή.
Ως εκ τούτου, δημιουργείται σοβαρός προβληματισμός ως προς το ενδεχόμενο περιορισμού της δυνατότητας άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων από εγγεγραμμένους διαιτολόγους υπέρ ξεχωριστής κατηγορίας «Κλινικού Διαιτολόγου», χωρίς επαρκή αποσαφήνιση των επαγγελματικών ορίων και αρμοδιοτήτων.
Το μεταπτυχιακό ή άλλη εξειδίκευση στην Κλινική Διαιτολογία αποτελεί πρόσθετη επιστημονική κατάρτιση και δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως στοιχείο που αναιρεί ή περιορίζει τα υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα των διαιτολόγων.
Κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι η δημιουργία εξειδικεύσεων δεν θα οδηγεί σε αδικαιολόγητο περιορισμό των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ήδη ασκούνται από εγγεγραμμένους διαιτολόγους, ούτε σε άνιση μεταχείριση εντός του ίδιου επαγγελματικού κλάδου.
Παράλληλα, θεωρείται απαραίτητο να αποσαφηνιστούν με σαφήνεια τα όρια και οι αρμοδιότητες μεταξύ Διαιτολόγου, Κλινικού Διαιτολόγου και Διατροφολόγου, ώστε να αποφεύγεται σύγχυση τόσο μεταξύ των επαγγελματιών όσο και στο κοινό.
Αναγνώριση Dietetic Internship και Κυπριακών Φορέων
Η πρόνοια περί αναγνώρισης Dietetic Internship μέσω διεθνών οργανισμών ή επαγγελματικών σωμάτων δημιουργεί προβληματισμό ως προς την αναγνώριση αντίστοιχων προγραμμάτων που ενδέχεται να προσφέρονται από κυπριακά πανεπιστήμια ή να αναγνωρίζονται από αρμόδιους θεσμικούς φορείς της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί δυνατότητα αναγνώρισης αντίστοιχων προγραμμάτων πρακτικής άσκησης ή internship και από αρμόδιους κυπριακούς ακαδημαϊκούς και θεσμικούς φορείς, ώστε να διασφαλίζεται ισότιμη μεταχείριση και ακαδημαϊκή συνέπεια.
Άρθρο 19 του προτεινόμενου Νομοσχέδιου
Σχόλιο
Στο εδάφιο (4) προβλέπεται ότι Διατροφολόγος, ο οποίος κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην «Clinical Nutrition», δύναται να εγγραφεί ως Κλινικός Διατροφολόγος, νοουμένου ότι ο εν λόγω τίτλος αναγνωρίζεται από συγκεκριμένα διεθνή επιστημονικά σώματα και πληροί τα αναγκαία κριτήρια που αυτά θέτουν. Η ρύθμιση αυτή, ωστόσο, παραμένει αόριστη και ελλιπής, καθότι δεν προσδιορίζει ποια είναι τα αναγνωρισμένα διεθνή επιστημονικά σώματα, ποια είναι τα εφαρμοστέα κριτήρια αναγνώρισης, ποια δικαιώματα αποκτά ο εγγραφόμενος Κλινικός Διατροφολόγος και ποια είναι τα όρια ή οι περιορισμοί στην άσκηση της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας.
Εισήγηση:
Εισηγούμαστε όπως η πρόνοια επαναδιατυπωθεί κατά τρόπο που να διασφαλίζει την απαιτούμενη σαφήνεια, προβλεψιμότητα και ασφάλεια δικαίου. Ειδικότερα, θα πρέπει να καθορίζονται ρητά τα διεθνή επιστημονικά σώματα των οποίων η αναγνώριση θα είναι αποδεκτή, τα συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην «Clinical Nutrition», καθώς και τα επαγγελματικά δικαιώματα, (Βλέπε άρθρο 20 του προτεινόμενου Νομοσχέδιου), οι αρμοδιότητες και οι τυχόν περιορισμοί που θα συνοδεύουν την εγγραφή ως Κλινικού Διατροφολόγου. Η απουσία τέτοιας σαφήνειας αφήνει υπέρμετρο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο Συμβούλιο και δημιουργεί κίνδυνο επιλεκτικής ή άνισης μεταχείρισης των αιτητών
Το βασικό πτυχίο Διαιτολογίας (Bachelor) αποτελεί τη θεμελιώδη βάση των επαγγελματικών δικαιωμάτων του διαιτολόγου. Τα αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά προγράμματα Διαιτολογίας παρέχουν ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική κατάρτιση, περιλαμβανομένης της κλινικής εκπαίδευσης, της παθοφυσιολογίας και της διαιτολογικής θεραπείας νοσημάτων. Το μεταπτυχιακό αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση — δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργεί ως υποκατάστατο του βασικού πτυχίου ούτε ως μέσο πρωτογενούς επαγγελματικής κατοχύρωσης. Ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο άτομα χωρίς βασική εκπαίδευση στη Διαιτολογία να αποκτούν επαγγελματικά δικαιώματα μέσω μεταπτυχιακού τίτλου, ενώ παράλληλα κάτοχοι αναγνωρισμένων βασικών πτυχίων να αντιμετωπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις και περιορισμούς. Αυτό δεν είναι μόνο άδικο — είναι και επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
Με το προτεινόμενο άρθρο 9 διαπιστώνεται σημαντική συγκέντρωση ρυθμιστικής και αποφασιστικής εξουσίας στο Συμβούλιο, το οποίο καλείται να καθορίζει, να αναγνωρίζει και να αξιολογεί σειρά ουσιωδών προϋποθέσεων πρόσβασης και άσκησης του επαγγέλματος, όπως η αναγνώριση τίτλων σπουδών, η ισοδυναμία προσόντων, η πιστοποιημένη πρακτική άσκηση και η διεξαγωγή εξετάσεων. Η εκτεταμένη αυτή διακριτική ευχέρεια, σε συνδυασμό με επαναλαμβανόμενες αόριστες έννοιες περί «αναγνώρισης από το Συμβούλιο», ενδέχεται να οδηγήσει σε άνιση μεταχείριση υποψηφίων και σε έλλειψη επαρκούς αντικειμενικότητας και προβλεψιμότητας ως προς τα κριτήρια εγγραφής. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η αυστηρή πρόνοια για αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων των μελών του Συμβουλίου, όπως έχει ήδη επισημανθεί και σε προηγούμενο σχόλιο, δεδομένου ότι ιδιότητες όπως ακαδημαϊκοί ή υπεύθυνοι πρακτικής άσκησης δύνανται να επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα την αμερόληπτη άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Ως εκ τούτου, κρίνεται αναγκαία η ενίσχυση των αντικειμενικών και προκαθορισμένων κριτηρίων αξιολόγησης, ώστε να διασφαλίζονται στην πράξη οι αρχές της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και της αμεροληψίας.
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στο άρθρο 9 εγείρουν σοβαρούς προβληματισμούς ως προς τη διασφάλιση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των αποφοίτων από αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ελλάδας και άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου ότι μεγάλος αριθμός Κυπρίων φοιτητών εξασφαλίζει θέση σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των επίσημων Παγκύπριων Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας, η επιβολή πρόσθετων περιορισμών, εξετάσεων ή απαιτήσεων εγγραφής σε ξένα επαγγελματικά σώματα εισάγει δυσανάλογα γραφειοκρατικά εμπόδια για επιστήμονες που κατέχουν ήδη αναγνωρισμένους τίτλους με κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Τονίζεται εμφαντικά ότι η αναγνώριση των τίτλων σπουδών οφείλει να γίνεται σε πλήρη εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό δίκαιο και με βάση τα επαγγελματικά δικαιώματα που παρέχει η χώρα-μέλος της Ε.Ε. όπου αποκτήθηκε το πτυχίο χωρίς να επαφίεται στην υποκειμενική κρίση του Συμβουλίου Εγγραφής. Παράλληλα, για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και των ακαδημαϊκών κριτηρίων, κρίνεται απαραίτητο να διευκρινιστεί νομοθετικά ότι η εγγραφή στον κλάδο της Κλινικής Διαιτολογίας προϋποθέτει υποχρεωτικά την κατοχή βασικού πτυχίου (BSc) στη Διαιτολογία, και δεν δύναται να επιτρέπεται αποκλειστικά με την απόκτηση ενός μεταπτυχιακού τίτλου (MSc). Ως εκ τούτου, το νομοθετικό πλαίσιο οφείλει να εγγυάται τη σαφή, αντικειμενική και ισότιμη αναγνώριση των πτυχίων από ιδρύματα της Κύπρου, της Ελλάδας και της Ε.Ε., αποτρέποντας κάθε είδους διακριτική μεταχείριση εις βάρος των αποφοίτων τους.
Κατ΄αρχάς οι διατάξεις του αναριθμημένου εδαφίου (5) (πρώην εδάφιο (3)) σύμφωνα με τις οποίες όπως προτείνεται να διαμορφωθεί θα καθορίζουν – «(3) Για την εγγραφή πολιτών κρατών μελών στο Μητρώο Διαιτολόγων, η εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 8, γίνεται τηρουμένων των διατάξεων του περί Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου του 2008» παραβιάζουν την Οδηγία 2005/36/ΕΚ και τη νομολογία του ΔΕΕ.
Ο Νόμος του 2008 ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία 2005/36/ΕΚ δεν εφαρμόζεται μόνο σε πολίτες άλλων κρατών μελών αλλά και σε Κύπριους πολίτες που απέκτησαν το προσόντα τους σε άλλο κράτος μέλος (Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Brouillard, C‑298/14, EU:C:2015:652, σκέψη 27)
Από τη στιγμή που το επάγγελμα του διαιτιολόγου, κλινικού διαιτολόγου και διατροφολόγου είναι νομοθετικά ρυθμισμένο επάγγελμα με βάση το εθνικό δίκαιο ολόκληρο το άρθρο θα έπρεπε να διασφαλίζει την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων αναφορικά με Κύπριους ή ευρωπαίους πολίτες που αποκτούν τα προσόντα τους σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. Περαιτέρω, η Οδηγία 2005/36/ΕΚ αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να ρυθμίζουν το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού τους συστήματος. Αυτό όμως θα πρέπει να γίνεται χωρίς διακρίσεις και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως προβλέπεται στην Οδηγία 2018/958, η οποία ενσωμάτωθηκε στο Ν. 174(Ι)/2021.
Το άρθρο 9 δεν επιτυγχάνει τα πιο πάνω για τους ακόλουθους λόγους:
1. Απαιτείται όπως στον πτυχίο ή δίπλωμα πανεπιστημίου αναφέρεται η διαιτολογία ή επιστήμη διατροφής και διαιτολογία. Εάν επομένως ένα τίτλος σπουδών δεν αναφέρει τη διαιτολογία τότε δεν μπορεί να υπάρξει αναγνώριση. Το ζήτημα όμως δεν είναι ο τίτλος, λαμβανομένων των διαφορετικών συστημάτων εκπαίδευσης των κρατών μελών και των διαφορετικών ακαδημαϊκών ή επαγγελματικών τίτλων αλλά το τι διδάχθηκαν και κατά πόσο αυτό που διδάχθηκαν τους επιτρέπει να ασκούν τα καθήκοντα που καθορίζονται στο άρθρο 9Α, με επιφύλαξη των θέσεων μας σε σχέση με το άρθρο 9Α.
2. Πέραν των πιο πάνω, από τη στιγμή που ένα προσόν είναι αναγνωρισμένο σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και επιτρέπεται η άσκηση του επαγγέλματος σε εκείνο το κράτος μέλος, το Συμβούλιο δεν θα πρέπει να έχει διακριτική ευχέρεια να το αναγνωρίζει για τους σκοπούς της άσκηση του επαγγέλματος στην Κύπρο αλλά θα πρέπει να εφαρμόζει τις διαδικασίες του Γενικού Συστήματος αναγνώρισης προσόντων όταν πρόκειται για ευρωπαίο πολίτη ή Κυπρίους που απέκτησαν τα προσόντα τους σε άλλο κράτος μέλος δηλ. να προβαίνει σε σύγκριση των προσόντων και αν θεωρεί ότι υπολείπονται μαθήματα ή πρακτική άσκηση να απαιτεί αντισταθμιστικά μέτρα τα οποία να περιορίζονται στην ολοκλήρωση των συγκεκριμένων μαθημάτων, της πρακτικής άσκησης ή άλλων απαιτήσεων που κρίνονται αναγκαίες για την κάλυψη των εν λόγω διαφορών, ακόμη και όταν αυτές αφορούν περιορισμένο αριθμό μαθημάτων. Σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αξιολόγηση των προσόντων πρέπει να βασίζεται στο σύνολο των επαγγελματικών και ακαδημαϊκών προσόντων του ενδιαφερομένου, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής εμπειρίας και της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης. Η προσέγγιση αυτή στηρίζεται στην αρχή ότι τα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών-μελών δεν είναι ούτε υποχρεωτικά ούτε αναμενόμενο να είναι πανομοιότυπα. Καθοριστικό στοιχείο δεν αποτελεί η απόλυτη αντιστοιχία τίτλων σπουδών ή τυπικών κατηγοριοποιήσεων, αλλά η ουσιαστική ισοδυναμία των γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων που έχουν αποκτηθεί. Κατά συνέπεια, μικρές ή καθαρά τυπικές αποκλίσεις δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την επιβολή αντισταθμιστικών μέτρων, πολλώ δε μάλλον τον πλήρη αποκλεισμό ή την έμμεση απαίτηση επανεκπαίδευσης. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνονται ουσιώδεις διαφορές, το κράτος υποδοχής μπορεί να επιβάλει μόνο εκείνα τα μέτρα που είναι απολύτως αναγκαία και αναλογικά. Προϋπόθεση για αυτό είναι να έχει προηγηθεί αξιολόγηση του κατά πόσο οι γνώσεις, οι δεξιότητες και οι ικανότητες που αποκτήθηκαν μέσω επαγγελματικής εμπειρίας ή δια βίου μάθησης — ιδίως όταν αυτές έχουν αναγνωριστεί ή επικυρωθεί από αρμόδια αρχή κράτους-μέλους — καλύπτουν εν όλω ή εν μέρει τα διαπιστωθέντα κενά. Οποιαδήποτε προσέγγιση υπερβαίνει τα ανωτέρω όρια αντίκειται ευθέως στην αρχή της αναλογικότητας και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3. Το κάθε κράτος μέλος ή κράτος γενικότερα αποδίδει τα δικά του ονόματα στα επαγγέλματα που αναγνωρίζει. Μπορεί να μην ονομάζεται διαιτολόγος ή διατροφολόγος κάποιος που ασκεί αυτά τα καθήκοντα σε άλλα κράτη μέλη. Για παράδειγμα στη Γερμανία υπάρχουν οι διαιτολόγοι για τους οποίους όμως δεν απαιτείται πτυχίο αλλά τριετής ειδική εκπαίδευση (επομένως στην Κύπρο δεν θα μπορούσαν να αναγνωριστούν) και οι certified nutrition therapist με πανεπιστημιακή εκπαίδευση και στη συνέχεια επαγγελματική κατάρτιση που τους επιτρέπει να ασκούν τα καθήκοντα όχι μόνο του αντίστοιχου διαιτολόγου αλλά και του κλινικού διαιτολόγου στη Γερμανία, δηλ. μπορούν α) να παρέχουν υπηρεσίες διατροφικής θεραπείας σε κλινικά ή ιατρικώς συναφή πλαίσια, περιλαμβανομένων σε νοσοκομεία/κλινικές, β) πληρούν τις απαιτήσεις διασφάλισης ποιότητας που σχετίζονται με την αποζημίωση από φορείς υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας για κλινικά περιστατικά, και γ) εμπίπτουν στους κανόνες απαλλαγής από τον ΦΠΑ για ιατρικές/θεραπευτικές υπηρεσίες. Στην Κύπρο δεν θα μπορούν να εγγραφούν ούτε ως διαιτολόγοι ή κλινικοί διαιτολόγοι ούτε πιθανότατα και ως διατροφολόγοι εάν οι διατάξεις παραμείνουν ως γίνεται η εισήγηση.
4. Αναγνωρίζονται επαγγελματικά προσόντα μη κρατών μελών της Ε.Ε. (Βρετανία και ΗΠΑ) αλλά όχι των κρατών μελών ενώ ακόμα και σε περίπτωση αναγνώρισης του επαγγελματικού προσόντος θα πρέπει και στον τίτλο του πτυχίου να αναφέρεται και πάλι η διαιτολογία ή/και η επιστήμη διατροφής και να αναγνωρίζεται από το Συμβούλιο. Πολλές χώρες αναγνωρίζουν τη δυνατότητα άσκησης του επαγγέλματος του αντίστοιχου κλινικού διαιτολόγου μετά από την απόκτηση ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων αλλά ο τίτλος δεν περιλαμβάνει το λέξη διαιτολογία π.χ. Βλ. Γερμανικό σύστημα
Εισηγούμαστε την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου έτσι ώστε –
Α) Να καθοριστούν σε παράρτημα τα έτη σπουδών και το περιεχόμενο της διδασκαλίας που θα πρέπει να έχει διδαχθεί ένας διαιτολόγος, κλινικός διαιτολόγος και διατροφολόγος αντίστοιχα καθώς και οποιαδήποτε αναγκαία πρακτική εξάσκηση είτε κατά τη διάρκεια της φοίτησης είτε και μετά από αυτήν. Σε περίπτωση που αυτά πληρούνται να μπορούν να εγγραφούν ανεξαρτήτως συγκεκριμένου «τίτλου» σπουδών (αν γίνεται δηλαδή αναφορά σε διαιτολογία ή επιστήμη διατροφής). Σε περίπτωση που δεν πληρούνται πλήρως να επιβάλλονται αντισταθμιστικά μέτρα από το Συμβούλιο για την εγγραφή τους στην αντίστοιχη κατηγορία.
Β) Να καθοριστούν σε άλλο Παράρτημα επαγγελματικοί τίτλοι άλλων κρατών και δη κρατών μελών της Ε.Ε. που θα οδηγούν σε αυτόματη αναγνώριση και εγγραφή ως διαιτολόγος, κλινικός διαιτολόγος ή διατροφολόγος ανάλογα με την περίπτωση τα οποία έχουν κριθεί ότι πληρούν τα πρότυπα διδασκαλίας ή/και πρακτικής άσκησης του Παραρτήματος Α
Γ) Να περιοριστεί η διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου στην αναγνώριση προσόντων, ακαδημαϊκών ή/και επαγγελματικών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των Παραρτημάτων Α και Β αλλά για λόγους που το ίδιο κρίνει θα μπορούσε να τα αναγνωρίσει με την επιβολή όρων και προϋποθέσεων.
Με αυτό τον τρόπο υπάρχει διαφάνεια και ασφάλεια δικαίου ως προς τα προσόντα που κάποιος πρέπει να διαθέτει για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών ενώ περιορίζεται η διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου ώστε να αποφεύγονται αδιαφανείς διεργασίες αναγνώρισης ή και αυθαίρετες αποφάσεις.
Αναφορικά με το εδάφιο (3) που αφορά στους κλινικούς διαιτολόγους, επαναλαμβάνουμε τις πιο πάνω εισηγήσεις αλλά σε κάθε περίπτωση αναφέρεται ότι τα όσα προτείνονται ως απαιτήσεις για την εγγραφή ειδικά των κλινικών διαιτολόγων ενδέχεται να παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με τις προτεινόμενες διατάξεις, κάτι που θα έπρεπε να αξιολογηθεί στο πλαίσιο ελέγχου αναλογικότητας σύμφωνα με το Νόμο 174(Ι)/2021.
Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι-
1. Δεν καθορίζονται στο νόμο οι μονάδες ECTS (European Credit Transfer System / Ευρωπαϊκό Σύστημα που απαιτούνται αλλά αφήνονται στη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου ενώ περαιτέρω αυτές απαιτούνται στο κλάδο διαιτολογίας ενώ στα διάφορα κράτη μέλη μπορεί να υπάρχει σχετική αντιστοίχιση με κλάδο διαιτολογίας Πιστωτικών Μονάδων) ή μονάδες (credits),
2. Γίνεται και πάλι αναφορά στον τίτλο του μεταπτυχιακού και όχι στο περιεχόμενο
3. Γίνεται αναφορά σε εγγεγραμμένο διαιτολόγο από άλλα επαγγελματικά σώματα τα οποία εντούτοις μπορεί να αναγνωρίζουν την άσκηση των καθηκόντων του κλινικού διαιτολόγου σε άτομα με άλλο επαγγελματικό τίτλο π.χ. Γερμανία η οποία αναγνωρίζει τους certified nutrition therapist ως επαγγελματίες που επιβλέπουν κλινικά περιστατικά
4. Θα πρέπει να διευκρινιστεί αν η απαιτούμενη πρακτική εμπειρία των 1000 ωρών είναι κατά τη διάρκεια των σπουδών ή μπορεί να είναι επαγγελματική εμπειρία και μετά τις σπουδές – βάση της αρχής της αναλογικότητας μετρά και η επαγγελματική εμπειρία.
5. Θα πρέπει να είναι σαφές πως υπολογίζονται οι ώρες πρακτικές εξάσκησης και να διασφαλίζεται ότι άτομα που έχουν ώρες πρακτικής εξάσκησης αλλά δεν πληρούν πλήρως τα προβλεπόμενα θα μπορεί να τους ζητηθεί να συμπληρώσουν με αντισταθμιστικά μέτρα υπό την έννοια που αναλύθηκε πιο πάνω.
6. Η απαίτηση για επίβλεψη από εγγεγραμμένους κλινικούς διαιτολόγους είναι υπερβολική και δυσανάλογη αφού σε πολλές χώρες επίβλεψη γίνεται από γιατρούς όπως για παράδειγμα τους Nutrition Medicine Physicians που μπορεί να έχουν ειδικότητα στη διατροφολογική ιατρική ή/και η επίβλεψη θα πρέπει να μπορεί να γίνεται και από προσοντούχους ανάλογα με το σύστημα του κάθε κράτους μέλους, σε άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε.
7. H απαίτηση για θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση σε διάφορους τομείς της διαιτολογίας, περιλαμβανομένων ενδεικτικά, της Κλινικής Διαιτολογίας, της Κοινοτικής Διατροφής και της Διαχείρισης Τροφίμων είναι εξαιρετικά περιοριστική
8. Η απαίτηση για εξετάσεις ενώ κάποιος θα έχει τόσο την ακαδημαϊκή όσο και την πρακτική εκπαίδευση ενδεχομένως να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Εξετάσεις θα μπορούσαν να προβλεφθούν σε σχέση με άτομα που μπορεί να μην έχουν πλήρως τα απαιτούμενα στο πλαίσιο αντισταθμιστικών μέτρων για κάλυψη συγκεκριμένων κενών (απολύτως αναγκαίων και αναλογικών μέτρων σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και όχι για το σύνολο του περιεχομένου της διαιτολογίας/κλινικής διαιτολογίας)
9. Η πιθανότητα και προφορικής εξέτασης από το Συμβούλιο αποτελεί υπερβολικό μέτρο αλλά σε κάθε περίπτωση αν γίνει αποδεκτό η προφορική εξέταση θα πρέπει να γίνεται από αρμόδια επιτροπή που δεν έχει σχέση με το Συμβούλιο ούτως ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα.
10. Το 70% ως βαθμός επιτυχίας των εξετάσεων είναι υπερβολικό και στόχο έχει τον περιορισμό της πρόσβασης στο επάγγελμα και παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας
11. Τυχόν εξετάσεις θα πρέπει να γίνονται από ανεξάρτητα σώματα που δεν τελούν υπό την ευθύνη και οδηγίες του Συμβουλίου.
Περαιτέρω, δεν είναι κατανοητή η επιφύλαξη σύμφωνα με την οποία ο τίτλος στην Κλινική Διαιτολογία δεν είναι ισότιμος ή ισότιμος και αντίστοιχος με αυτόν στην Κλινική Διατροφολογία ή με μεταπτυχιακό τίτλο στην ανθρώπινη διατροφή. Πιο ακριβώς είναι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα με αυτή τη διάταξη; Και ποια ακριβώς θα είναι η διαφορά των κλινικών διαιτολόγων με τους κλινικούς διατροφολόγους ή των διαιτολόγων με τους κλινικούς διατροφολόγους;
Αναφορικά με το προτεινόμενο εδάφιο (4) του Άρθρου 9 και πάλι υπάρχει προσκόλληση στον τίτλο του Μεταπτυχιακού αντί στο περιεχόμενο του και καθορισμό της απαιτούμενης διδασκαλίας αλλά σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται, υπό το φως ιδίως των διατάξεων του προτεινόμενου άρθρου 9Α το οποίο καθορίζει τα καθήκοντα των διαιτολόγων, κλινικών διαιτολόγων και διατροφολόγων ποια ακριβώς θα είναι η διαφορά του κλινικού διαιτολόγου από τον κλινικό διατροφολόγο ή του διαιτολόγου από τον κλινικό διατροφολόγο και ποια ακριβώς καθήκοντα θα ασκεί ο κλινικός διατροφολόγος; Θα είναι επαγγελματίας στον τομέα της υγείας ή όχι? Θα εξαιρούνται η υπηρεσίες του από το ΦΠΑ ως υπηρεσίες στον τομέα της υγείας ή όχι;
Επίσης, αν ο διατροφολόγος είναι επαγγελαμτίας που βλέπει μόνο υγιή άτομα, πως μπορεί να περιληφθεί ο κλινικός διατροφολόγος στην κατηγορία των διατροφολόγων, ο οποίος προφανώς έχει κάποια σχέση με κλινικά περιστατικά, δηλαδή όχι μόνο υγιή άτομα;
Θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί στο εδάφιο (7) αν αυτό που απαιτείται είναι ισοτιμία και αντιστοιχία με πανεπιστημιακό επίπεδο ή για αντιστοιχία με άλλο τίτλο σπουδών π.χ. ο τίτλος σπουδών αν αντιστοιχεί με διαιτολογία;
Για την εγγραφή στο μητρώο Διαιτολόγων, προτείνεται η επανεξέταση της αναφοράς στον Σύνδεσμο Διαιτολογίας/Διατροφής Κύπρου ως κριτηρίου εγγραφής στο Μητρώο, καθώς η ιδιότητα μέλους σε επαγγελματικό σύνδεσμο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αξιολόγηση ή πιστοποίηση των ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων του αιτητή. Η αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και η διαπίστωση της επάρκειας για άσκηση επαγγέλματος θα πρέπει να βασίζονται πρωτίστως σε αναγνωρισμένους τίτλους σπουδών και σε φορείς που διαθέτουν θεσμοθετημένες διαδικασίες ελέγχου και πιστοποίησης προσόντων.
Επιπρόσθετα, εφόσον διατηρηθεί η αναφορά σε συγκεκριμένους επαγγελματικούς φορείς του εξωτερικού, θα ήταν σκόπιμο να συμπεριληφθούν και αντίστοιχοι αναγνωρισμένοι φορείς άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενδεικτικά, στην Ελλάδα έχει πλέον συσταθεί ο Σύλλογος Διαιτολόγων – Διατροφολόγων Ελλάδος ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, με θεσμικό ρόλο στην εκπροσώπηση και οργάνωση του επαγγέλματος των διαιτολόγων-διατροφολόγων. Ως εκ τούτου, η μη αναφορά αντίστοιχων ευρωπαϊκών φορέων δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ επαγγελματιών διαφορετικών χωρών.
Εναλλακτικά, αντί της αναφοράς σε συγκεκριμένους συνδέσμους ή συλλόγους, θα μπορούσε να υιοθετηθεί γενικότερη διατύπωση που να παραπέμπει σε αναγνωρισμένους επαγγελματικούς ή ρυθμιστικούς φορείς οι οποίοι πιστοποιούν τα προσόντα και το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος στη χώρα προέλευσης.
Ως φοιτητής Διατροφής και Διαιτολογίας, το προτεινόμενο άρθρο εγείρει σοβαρές ανησυχίες τόσο νομικής όσο και πρακτικής φύσεως, τις οποίες οφείλει η Βουλή να εξετάσει πριν από την ψήφιση της νομοθεσίας.
1. Παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου
Η πρόβλεψη του εδαφίου (1)(γ), κατά την οποία δικαίωμα εγγραφής παρέχεται σε πρόσωπα που είναι μέλη συγκεκριμένων επαγγελματικών συνδέσμων ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου (CDR, HCPC), συνιστά σαφή παραβίαση των άρθρων 45 και 49 της ΣΛΕΕ (ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων και ελευθερία εγκατάστασης), καθώς και της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων. Η εξάρτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος στην Κυπριακή Δημοκρατία από την εγγραφή σε ιδιωτικούς οργανισμούς τρίτων χωρών δημιουργεί δυσανάλογα εμπόδια για αποφοίτους αναγνωρισμένων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.
2. Εκχώρηση κρατικής αρμοδιότητας σε ξένους οργανισμούς
Η αξιολόγηση επαγγελματικών προσόντων είναι κρατική αρμοδιότητα που δεν μπορεί να εκχωρείται σε ιδιωτικά σώματα άλλων χωρών. Η αναγνώριση αποφοίτων ελληνικών και άλλων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων δεν πρέπει να εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια ξένων φορέων, όπως άλλωστε επιβεβαιώνει και η νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων.
3. Υπερβολικές και αόριστες απαιτήσεις για Κλινική Διαιτολογία
Η εισαγωγή υποχρεωτικών γραπτών εξετάσεων με ελάχιστο όριο επιτυχίας 70% ανά ενότητα (εδάφιο 3(γ)), χωρίς σαφή νομοθετικό καθορισμό του περιεχομένου τους, ενώ παράλληλα αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου ο καθορισμός των μονάδων ECTS, παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Το νομοθετικό πλαίσιο οφείλει να είναι σαφές, προβλέψιμο και εφαρμόσιμο χωρίς να αφήνει τέτοιου εύρους διακριτική ευχέρεια σε διοικητικό όργανο.
4. Η Κλινική Διαιτολογία δεν είναι νέο επάγγελμα
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συλλόγων Διαιτολόγων (EFAD), η κλινική διατροφική παρέμβαση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της βασικής εκπαίδευσης κάθε διαιτολόγου. Η δημιουργία ξεχωριστής κατηγορίας «κλινικού διαιτολόγου» με πρόσθετες εξαντλητικές προϋποθέσεις (1000+ ώρες πρακτικής + εξετάσεις + μεταπτυχιακό) κινδυνεύει να αφαιρέσει de facto επαγγελματικά δικαιώματα από κατόχους αναγνωρισμένων πτυχίων Διαιτολογίας, χωρίς επαρκή επιστημονική ή νομοθετική αιτιολόγηση.
Το άρθρο 19 χρήζει ριζικής αναθεώρησης ώστε να εναρμονιστεί με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, να εξαλείψει τις αναφορές σε ξένους επαγγελματικούς συνδέσμους ως προϋπόθεση εγγραφής, και να θέσει σαφή και αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης εντός του ίδιου του νομοθετικού κειμένου.
Ως φοιτητής Διαιτολογίας που προετοιμάζεται να ασκήσει το επάγγελμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, καταθέτω την έντονη και ριζική μου αντίθεση στο προτεινόμενο άρθρο 19 στο σύνολό του. Το εν λόγω νομοσχέδιο δεν αποτελεί εκσυγχρονισμό — αποτελεί σοβαρό πλήγμα κατά νέων επαγγελματιών υγείας, κατά της ευρωπαϊκής νομιμότητας και κατά της κοινής λογικής.
1. Παράνομη εξάρτηση από ξένα επαγγελματικά σώματα
Είναι απαράδεκτο το 2026 να απαιτείται από έναν Κύπριο ή Ευρωπαίο απόφοιτο Διαιτολογίας να καταβάλει συνδρομές και να εγγράφεται σε επαγγελματικά σώματα των Η.Π.Α. (CDR) ή του Ηνωμένου Βασιλείου (HCPC) για να μπορεί να εργαστεί στην Κύπρο. Πρόκειται για πρόνοια που παραβιάζει κατάφωρα τα άρθρα 45 και 49 της ΣΛΕΕ, την Οδηγία 2005/36/ΕΚ και την αρχή της αναλογικότητας. Η αντίστοιχη διάταξη στον περί Εγγραφής Χημικών Νόμο καταργήθηκε το 2004 ως αντισυνταγματική — και ορθώς. Το Συμβούλιο δεν έχει το δικαίωμα να εκχωρεί την αδειοδότηση Κυπρίων επαγγελματιών σε ιδιωτικούς οργανισμούς τρίτων χωρών. Αυτό δεν είναι διοίκηση — είναι παραίτηση από κυριαρχία.
2. Σκόπιμος αποκλεισμός αποφοίτων ελληνικών και ευρωπαϊκών πανεπιστημίων
Ο μεγαλύτερος αριθμός Κυπρίων φοιτητών Διαιτολογίας σπουδάζει σε αναγνωρισμένα δημόσια πανεπιστήμια της Ελλάδας, εισαχθέντες μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων που διοργανώνει το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρ’ όλα αυτά, το παρόν νομοσχέδιο τους αντιμετωπίζει ως επαγγελματίες δεύτερης κατηγορίας, επιβάλλοντάς τους πρόσθετα εμπόδια που δεν αντιμετωπίζουν συνάδελφοί τους από το Ηνωμένο Βασίλειο ή τις Η.Π.Α. Αυτό δεν είναι ανισότητα — είναι διάκριση.
3. Η δημιουργία «Κλινικού Διαιτολόγου» αποτελεί υποβάθμιση, όχι αναβάθμιση
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η κλινική διατροφική παρέμβαση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της βασικής εκπαίδευσης κάθε διαιτολόγου. Η δημιουργία ξεχωριστής κατηγορίας «Κλινικού Διαιτολόγου» με εξτραβαγκάν απαιτήσεις — 1.000 ώρες πρακτικής, εξετάσεις με κατώφλι επιτυχίας 70%, εποπτεία από επαγγελματία με τουλάχιστον 5 χρόνια εμπειρίας, και γραπτή τεκμηρίωση προς έγκριση — δεν αποσκοπεί στην προστασία του ασθενή. Αποσκοπεί στον αποκλεισμό νέων επαγγελματιών από τη σύμβαση με το ΓεΣΥ. Πρόκειται για τεχνητή δημιουργία δύο ταχυτήτων επαγγελματιών, που εξυπηρετεί συντεχνιακά συμφέροντα και όχι τη δημόσια υγεία.
4. Νομική ανασφάλεια και αδιαφανής διοίκηση
Το νομοσχέδιο αφήνει στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου τον καθορισμό των ελάχιστων ECTS που απαιτούνται για εγγραφή. Καμία δημοκρατική έννομη τάξη δεν επιτρέπει σε διοικητικό όργανο να ορίζει αυθαίρετα τα κριτήρια πρόσβασης σε επάγγελμα. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να αναφέρονται ρητά στο νόμο — όχι να εξαρτώνται από αποφάσεις που λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες.
5. Η Κύπρος κινδυνεύει να μείνει χωρίς επαρκείς διαιτολόγους
Εάν ψηφιστεί το νομοσχέδιο ως έχει, δεκάδες νέοι απόφοιτοι θα βρεθούν εγκλωβισμένοι σε γραφειοκρατικούς λαβύρινθους, ανίκανοι να ασκήσουν το επάγγελμα για το οποίο σπούδασαν χρόνια. Το αποτέλεσμα δεν θα είναι καλύτερες υπηρεσίες υγείας — θα είναι έλλειψη επαγγελματιών, αύξηση του κόστους για τον ασθενή και εξαγωγή ταλέντων στο εξωτερικό.
Απαιτώ την πλήρη επανεξέταση και ουσιαστική αναθεώρηση του άρθρου 19. Ένα νομοσχέδιο που τιμωρεί τους νέους επαγγελματίες αντί να τους στηρίζει δεν έχει θέση σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Προτείνεται η αφαίρεση του εξής κειμένου «Νοείται ότι, θεωρείται επαρκές προσόν για εγγραφή και ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών (MSc, ΜPhil, PhD) σε Επιστήμη Διατροφής ή Διαιτολογίας ή ειδικότητα Επιστήμης Διατροφής ή Διαιτολογίας, νοουμένου ότι επιτρέπει στον κάτοχό του να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε και να είναι αναγνωρισμένος από το Συμβούλιο» Καθίσταται σαφές ότι για την άσκηση του επαγγέλματος απαιτείται, ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση, η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος πανεπιστημιακού επιπέδου, ή άλλου ισότιμου και αντίστοιχου τίτλου σπουδών, στο γνωστικό αντικείμενο της Επιστήμης της Διατροφής ή/και της Διαιτολογίας. Διευκρινίζεται ρητά ότι η κατοχή μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου σπουδών στους προαναφερθέντες τομείς δεν αναπληρώνει τον βασικό τίτλο σπουδών και, ως εκ τούτου, δεν κρίνεται επαρκής για την απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος.
Επιπλέον, τονίζεται ότι ο καθορισμός του ελάχιστου αριθμού πιστωτικών μονάδων (ECTS) που απαιτούνται για την απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος δεν εμπίπτει, ούτε επιτρέπεται να αφήνεται, στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε Συμβουλίου. Αντίθετα, οι ακριβείς και συγκεκριμένες προϋποθέσεις, καθώς και οι ελάχιστες απαιτούμενες μονάδες ECTS, οφείλουν να ρυθμίζονται και να αναφέρονται ρητά στο σώμα της κείμενης νομοθεσίας, διασφαλίζοντας την αρχή της ασφάλειας του δικαίου.
Προτείνεται επίσης όπως διορθωθεί το σημείο (3) (β) (v) ως εξής: Το Συμβούλιο δύναται να αποδέχεται, ως ισοδύναμη, την επιτυχή ολοκλήρωση αναγνωρισμένης πρακτικής άσκησης στη Διαιτολογία (Dietetic Internship), η ελάχιστη διάρκεια της οποίας ορίζεται στις χίλιες (1000) ώρες οι οποίες να επιτρέπεται να συμψηφιστούν με:
α) την πρακτική άσκηση που πραγματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών ή/και μεταπτυχιακών του σπουδών, ή
β) την αποδεδειγμένη επαγγελματική του προϋπηρεσία / εργασία.
Επιπλέον Προτάσεις:
1.Πρόταση Τροποποίησης
Σημείο 3(β)
Απαλείφεται πλήρως η αναφορά στην υποχρέωση κατοχής τίτλου από ξένους οργανισμούς εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως το Commission on Dietetic Registration (CDR) ή το Health Care Professional Council (HCPC).
Η αξιολόγηση και η εξέταση των επαγγελματικών και ακαδημαϊκών προσόντων των υποψηφίων αποτελεί αποκλειστική και κυρίαρχη αρμοδιότητα του εγχώριου Συμβουλίου, η οποία δεν δύναται να εκχωρείται ή να εξαρτάται από ιδιωτικούς ή ξένους φορείς τρίτων χωρών.
2. Νομική Τεκμηρίωση & Ρήτρα Εναρμόνισης (Άρθρο 9)
Οριζόντια Ρήτρα Εναρμόνισης του Άρθρου 9 με το Ενωσιακό Δίκαιο:
Το σύνολο των διατάξεων του Άρθρου 9 υποχρεούται να τελεί σε πλήρη εναρμόνιση με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και ειδικότερα με τις αρχές που διέπουν την ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων και την ελευθερία εγκατάστασης εντός της εσωτερικής αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Άρθρα 45 και 49 της ΣΛΕΕ), καθώς και με την Οδηγία 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.
Η επιβολή προϋποθέσεων που αφορούν την υποχρεωτική εγγραφή σε σώματα χωρών εκτός Ε.Ε. (όπως το Ηνωμένο Βασίλειο ή οι Η.Π.Α.) συνιστά δυσανάλογο διοικητικό εμπόδιο. Οι ρυθμίσεις αυτές παραβιάζουν το ενωσιακό κεκτημένο, παρεμποδίζουν την ομαλή ενσωμάτωση των Ευρωπαίων πολιτών στην εγχώρια αγορά εργασίας και, ως εκ τούτου, κρίνονται νομικά μη εφαρμοστέες.»
3. Θεσμοθέτηση Καθολικών Επαγγελματικών Εξετάσεων για την Κλινική Διαιτολογία:
Προτείνεται η εισαγωγή υποχρεωτικών επαγγελματικών εξετάσεων. Στόχος της ρύθμισης αυτής είναι η διασφάλιση της επιστημονικής επάρκειας και της ποιότητας των γνώσεων των υποψηφίων, με ιδιαίτερη έμφαση σε όσους δεν διαθέτουν βασικό τίτλο σπουδών (πρώτο πτυχίο) στο εξειδικευμένο αντικείμενο της Διαιτολογίας.
Α. Καθολικότητα των Εξετάσεων: Οι εν λόγω επαγγελματικές εξετάσεις φέρουν καθολικό χαρακτήρα και διενεργούνται υποχρεωτικά για όλους ανεξαιρέτως τους υποψηφίους που αιτούνται εγγραφή στο Μητρώο Κλινικών Διαιτολόγων, χωρίς να επιτρέπεται καμία απολύτως εξαίρεση ή απαλλαγή.
Β. Ελάχιστα Ακαδημαϊκά Προσόντα: Για την απόκτηση του δικαιώματος συμμετοχής στις εξετάσεις και την ενδεχόμενη εγγραφή στον κλάδο της Κλινικής Διαιτολογίας, ο υποψήφιος οφείλει να πληροί σωρευτικά τις κάτωθι προϋποθέσεις:
α) Κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (Master/ PhD) ο οποίος ορίζεται ως υποχρεωτικό και απαραίτητο προσόν.
β) Οι προπτυχιακές ή οι μεταπτυχιακές σπουδές του υποψηφίου να έχουν πραγματοποιηθεί αποδεδειγμένα στην επιστήμη της Διαιτολογίας.
γ) Επιτυχής ολοκλήρωση των ανωτέρω καθολικών επαγγελματικών εξετάσεων.
Εν κατακλείδι να σημειωθεί ότι στην στην πλειονότητα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε διεθνές επίπεδο, η απόκτηση του βασικού πτυχίου στη Διαιτολογία παρέχει πλήρη και αυτόνομα επαγγελματικά δικαιώματα για την άσκηση του επαγγέλματος σε όλο το φάσμα του. Η Κλινική Διαιτολογία αναγνωρίζεται ως εξειδίκευση, η οποία αφορά κατά κύριο λόγο την άσκηση καθηκόντων εντός νοσοκομειακών ή εξειδικευμένων θεραπευτικών μονάδων. Ωστόσο, η εισαγωγή της νομοθεσίας του Γενικού Συστήματος Υγείας (ΓεΣΥ) στην Κύπρο δημιούργησε μια ιδιαιτερότητα. Καθιέρωσε τον όρο «Κλινικός Διαιτολόγος» ως τον μοναδικό συμβεβλημένο τίτλο για την παροχή εξωνοσοκομειακών υπηρεσιών διαιτολογικής φροντίδας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκαλεί σοβαρά προσκόμματα στους πτυχιούχους διαιτολογίας οι οποίοι, παρά την πλήρη ευρωπαϊκή τους κατοχύρωση, αντιμετωπίζουν περιορισμούς ή αποκλεισμούς από το εθνικό σύστημα υγείας. Οι πιο πάνω εισηγήσεις θα ρυθμίσουν δίκαια το όλο θέμα.
Να απαλειφθούν πρόνοιες οι οποίες θέτουν ως προϋπόθεση για την εγγραφή στο Μητρώο Επιστημόνων Τροφίμων και Τεχνολόγων Τροφίμων και στο Μητρώο Διαιτολόγων αντίστοιχα (εντελώς αυθαίρετα), την προηγούμενη εγγραφή σε επαγγελματικό σύνδεσμο συγκεκριμένων δύο άλλων χωρών μόνο (Η.Π.Α. και Ηνωμένου Βασιλείου), γεγονός που στερείται λογικής, παραβιάζει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και αναγνωρίζει προνόμια και δικαιώματα στη βάση άσκησης εκτελεστικής εξουσίας από διοικητικά όργανα άλλων χωρών, κατά παράβαση των άρθρων 54 & 61 (ως έχει κριθεί νομολογιακά σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις). Ενδεικτικά γίνεται παραπομπή στις εξής αποφάσεις στις οποίες αντίστοιχες πρόνοιες κρίθηκαν αντισυνταγματικές:
(α) Εύρηκα Λτδ ν. Unilever Plc (1994) 1 A.A.Δ. 124
(β) Medochemie Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 4Α Α.Α.Δ. 562 (πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου – η σχετική Έφεση που καταχωρίσθηκε εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας εναντίον αυτής της απόφασης απορρίφθηκε επί άλλων σημείων και συνεπώς δεν παρέστη ανάγκη εξέτασης του ζητήματος της Συνταγματικότητας βλ. Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Medochemie Ltd (2003) 3A.A.Δ. 71).
Όπως υφίστανται σήμερα οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, αναγκάζουν τους αποφοίτους αναγνωρισμένων Πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και άλλων χωρών) να πληρώνουν συνδρομή και να εγγράφονται σε επαγγελματικούς συνδέσμους στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ, και να ανανεώνουν κάθε χρόνο την εγγραφή τους, χωρίς να ασκούν εκεί το επάγγελμα, μόνο και μόνο για να τους αναγνωρίζει το Συμβούλιο στην Κύπρο, το οποίο αντί να ασκεί το ίδιο αξιολογική κρίση για να αποφασίζει εναποθέτει αυτή τη διοικητική λειτουργία σε επαγγελματικά σώματα ξένων χωρών. Πρόκειται για εμφανώς παράλογες πρόνοιες.
Παρόμοια πρόνοια είχε και ο περί Εγγραφής Χηµικών Νόµος του 1988 (Ν.157/88). Την παραθέτουμε αυτούσια:
Προσόντα διά την εγγραφήν εις το Μητρώον. 7.
Παν πρόσωπον δικαιούται να εγγραφή εις το Μητρώον, εάν ικανοποίηση το Συµβούλιον ότι—
(α) Είναι πολίτης της ∆ηµοκρατίας ή κατά την υποβολήν της αιτήσεως του είναι σύζυγος πολίτου της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας και έχει την συνήθη διαµονήν αυτού εν Κύπρω.
(β) Είναι πρόσωπον καλού χαρακτήρος· και
(γ)(ι) κατέχει δίπλωµα, πτυχίον ή τίτλον Πανεπιστηµίου, Πολυτεχνείου ή Κολλεγίου εις την Χηµείαν ή Κλάδον της, οιασδήποτε χώρας ως το Υπουργικόν Συµβούλιον. µετά προηγουµένην συµβουλευτικήν γνωµοδότησιν του Συµβουλίου, ήθελε καθορίσει διά γνωστοποιήσεως δηµοσιευοµένης εις την επίσηµον εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας ως ανεγνωριςµένον προσόν διά της σκοπούς του παρόντος άρθρου· ή
(ιι) είναι µέλος (member) αντεπιστέλλον µέλος (associate member) ή εταίρος (fellow) του Βασιλικού Ινστιτούτου Χηµείας της Μεγάλης Βρεπανίας ή της Βασιλικής Εταιρείας Χηµείας (Royal Society of Chemistry).
Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε με τον περί Εγγραφής Χηµικών (Τροποποιητικό) Νόµο του 2004 (Ν.20(Ι)/2004). Με την τροποποίηση διεγράφη η αναφορά σε εγγραφή σε συνδέσμους άλλων χωρών και αντικαταστάθηκε με άλλες πρόνοιες. Δόθηκε το ακόλουθο αιτιολογικό για την εν λόγω Τροποποίηση:
Αιτιολογικό:
Για σκοπούς διασφάλισης πλήρους συµβατότητας µε τα άρθρα 39, 43 και 49 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας µε τίτλο: «Οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συµβουλίου της 21ης ∆εκεµβρίου 1998 σχετικά µε ένα γενικό σύστηµα αναγνώρισης των διπλωµάτων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης ελάχιστης διάρκειας τριών ετών» (ΕΕ L 19 της 24.1.1989, σ. 16),
Παραθέτουμε επίσης αυτούσια την τροποποίηση:
«Τροποποίηση του βασικού νόµου µε την αντικατάσταση του άρθρου 7:
3. Το άρθρο 7 του βασικού νόµου αντικαθίσταται µε το ακόλουθο νέο άρθρο:
«Εγγραφή στο Μητρώο.
7. —(1) Κάθε πρόσωπο δικαιούται να εγγραφεί στο Μητρώο εάν ικανοποιήσει το Συµβούλιο ότι—
(α) Είναι πολίτης της ∆ηµοκρατίας ή κατά την υποβολή της αίτησης του είναι σύζυγος ή τέκνο πολίτη της ∆ηµοκρατίας και έχει τη συνήθη διαµονή του στην Κύπρο ή είναι πολίτης κράτους µέλους·
(β) είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα· και
(γ) κατέχει δίπλωµα, πτυχίο ή τίτλο Πανεπιστηµίου, Πολυτεχνείου ή Κολεγίου στη Χηµεία ή σε κλάδο αυτής, το οποίο αναγνωρίζεται από το Συµβούλιο µε γνωστοποίηση που δηµοσιεύεται στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας.
(2) Για την εγγραφή των πολιτών κρατών µελών στο Μητρώο, η εφαρµογή των διατάξεων του εδαφίου (1) σ’ αυτούς γίνεται τηρουµένων των διατάξεων του περί Γενικού Συστήµατος Αναγνώρισης των Επαγγελµατικών Προσόντων Νόµου.».
Παρατήρηση / Εισήγηση επί του Άρθρου 19 – Αναγνώριση Προσόντων, Κλινική Διαιτολογία και Επαγγελματικά Δικαιώματα
Το προτεινόμενο άρθρο 19 εισάγει σημαντικές μεταβολές αναφορικά με την εγγραφή διαιτολόγων, διατροφολόγων και κλινικών διαιτολόγων, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση και άσκηση του επαγγέλματος. Αναγνωρίζεται η ανάγκη εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας και διασφάλισης υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας. Ωστόσο, αρκετές από τις προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την ευρωπαϊκή εναρμόνιση, την ίση μεταχείριση, την αναλογικότητα των απαιτήσεων και την προστασία των ήδη κατοχυρωμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Καταρχάς, θεωρούμε αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η ευρωπαϊκή προσέγγιση ως προς τον ορισμό και τον ρόλο του διαιτολόγου. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συλλόγων Διαιτολόγων (EFAD), οι διαιτολόγοι αποτελούν αναγνωρισμένους επαγγελματίες υγείας, εκπαιδευμένους τουλάχιστον σε επίπεδο Bachelor, οι οποίοι εργάζονται αυτόνομα και παρέχουν τεκμηριωμένη διατροφική συμβουλευτική και θεραπευτική παρέμβαση σε άτομα και πληθυσμούς. Η κλινική διατροφική παρέμβαση και η διαχείριση παθολογικών καταστάσεων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της βασικής διαιτολογικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής ταυτότητας του διαιτολόγου στην Ευρώπη.
Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται σοβαρός προβληματισμός ως προς τη διάκριση που επιχειρεί το άρθρο μεταξύ «διαιτολόγου» και «κλινικού διαιτολόγου» και τον τρόπο με τον οποίο αποδίδονται ή περιορίζονται τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα. Εφόσον οι απόφοιτοι αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας εκπαιδεύονται ήδη στην κλινική διατροφή, στην παθοφυσιολογία και στη διαιτολογική θεραπεία νοσημάτων, τίθεται εύλογο ερώτημα κατά πόσο η δημιουργία ξεχωριστής κατηγορίας «κλινικού διαιτολόγου» οδηγεί σε έμμεσο περιορισμό υφιστάμενων επαγγελματικών δικαιωμάτων των διαιτολόγων χωρίς επαρκή επιστημονική ή νομοθετική τεκμηρίωση.
Η Κλινική Διαιτολογία αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση της Διαιτολογίας και όχι νέο ή ξεχωριστό επάγγελμα. Η αναγνώριση εξειδικεύσεων είναι θεμιτή και επιστημονικά χρήσιμη, δεν θα πρέπει όμως να λειτουργεί ως μηχανισμός περιορισμού ή αφαίρεσης επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ήδη απορρέουν από το βασικό πτυχίο και την ιδιότητα του εγγεγραμμένου διαιτολόγου.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η βαρύτητα που αποδίδεται σε registrations ή memberships ξένων επαγγελματικών σωμάτων, όπως RD/RDN, HCPC, CDR ή άλλων αντίστοιχων οργανισμών. Το RD σημαίνει Registered Dietitian, δηλαδή εγγεγραμμένος διαιτολόγος, και όχι κατ’ ανάγκην ξεχωριστή κατηγορία «κλινικού διαιτολόγου». Δημιουργείται επομένως εύλογο ερώτημα κατά πόσο η έννοια αυτή ερμηνεύεται ή εφαρμόζεται με τρόπο που αλλοιώνει το αρχικό της περιεχόμενο.
Παράλληλα, θεωρούμε προβληματική τη σύνδεση της άσκησης επαγγέλματος στην Κυπριακή Δημοκρατία με memberships ή registrations επαγγελματικών σωμάτων άλλων χωρών. Η αρμοδιότητα αξιολόγησης και αδειοδότησης επαγγελματιών υγείας πρέπει να ασκείται από την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω σαφών και αντικειμενικών κριτηρίων και όχι να εξαρτάται δυσανάλογα από εγγραφή ή συνδρομή σε επαγγελματικούς οργανισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλων χωρών. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί πρόσθετο οικονομικό και διοικητικό βάρος σε αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η πρακτική επίδραση των προτεινόμενων ρυθμίσεων σε αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μεγάλος αριθμός Κυπρίων φοιτητών εισάγεται σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων που διεξάγονται από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρόσβαση αυτή πραγματοποιείται κατόπιν επίσημης διαδικασίας αξιολόγησης και επιλογής που αναγνωρίζεται από το ίδιο το κυπριακό κράτος.
Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός όταν απόφοιτοι αναγνωρισμένων ελληνικών πανεπιστημίων, στους οποίους το ίδιο το κράτος παρείχε πρόσβαση μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων, ενδέχεται στη συνέχεια να αντιμετωπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις, registrations ή περιορισμούς για την πλήρη άσκηση του επαγγέλματος ή για εγγραφή σε ειδικότερους κλάδους άσκησης στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Τα ελληνικά πανεπιστήμια αποτελούν αναγνωρισμένα δημόσια πανεπιστήμια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι τίτλοι σπουδών τους παρέχουν επαγγελματικά δικαιώματα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι η νομοθεσία οφείλει να διασφαλίζει ίση μεταχείριση όλων των αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις ή δυσανάλογες απαιτήσεις που δεν εφαρμόζονται με ομοιόμορφο και αντικειμενικό τρόπο.
Εξίσου σημαντικός είναι ο προβληματισμός που αφορά τον ρόλο των μεταπτυχιακών τίτλων. Θεωρούμε ότι τα επαγγελματικά δικαιώματα του διαιτολόγου θεμελιώνονται πρωτίστως στο βασικό πανεπιστημιακό πτυχίο Διαιτολογίας ή Διατροφής (Bachelor), το οποίο περιλαμβάνει ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση. Το μεταπτυχιακό αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση και όχι υποκατάστατο του βασικού πτυχίου ούτε μηχανισμό πρωτογενούς επαγγελματικής κατοχύρωσης.
Με βάση τις προτεινόμενες ρυθμίσεις δημιουργείται ο κίνδυνος άτομα χωρίς βασική εκπαίδευση στη Διαιτολογία να αποκτούν πρόσβαση σε επαγγελματικά δικαιώματα μέσω μεταπτυχιακού τίτλου, ενώ παράλληλα να τίθενται περιορισμοί ή πρόσθετες απαιτήσεις σε κατόχους αναγνωρισμένων βασικών πτυχίων Διαιτολογίας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εγείρει σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας, επιστημονικής επάρκειας και προστασίας της δημόσιας υγείας.
Περαιτέρω, δημιουργείται ουσιαστικός προβληματισμός ως προς την απαίτηση συμπλήρωσης χιλίων (1000) ωρών πρακτικής άσκησης ως πρόσθετης προϋπόθεσης εγγραφής ή αναγνώρισης. Τα αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά προγράμματα Διαιτολογίας περιλαμβάνουν ήδη οργανωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, περιλαμβανομένης της κλινικής άσκησης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του βασικού πτυχίου και αξιολογείται ακαδημαϊκά από τα ίδια τα πανεπιστήμια.
Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογο ερώτημα κατά πόσο η απαίτηση πρόσθετων 1000 ωρών πρακτικής άσκησης συνεπάγεται ουσιαστική αμφισβήτηση της επάρκειας αναγνωρισμένων πανεπιστημιακών προγραμμάτων ή εισάγει δυσανάλογη πρόσθετη προϋπόθεση που δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλους τους αποφοίτους.
Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε πρόσθετη απαίτηση πρακτικής θα πρέπει να αιτιολογείται με σαφή, αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια και να λαμβάνει υπόψη την ήδη ολοκληρωμένη πρακτική κατάρτιση που παρέχεται μέσω αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας.
Παρόμοιος προβληματισμός υφίσταται και ως προς τις προβλεπόμενες εξετάσεις, καθώς το Συμβούλιο φαίνεται να αποκτά ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τη διοργάνωση, έγκριση ή ανάθεσή τους χωρίς επαρκή νομοθετική αποσαφήνιση της ύλης, των κριτηρίων αξιολόγησης, των μηχανισμών ελέγχου και των διαδικασιών ένστασης ή επανεξέτασης. Ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση σε επάγγελμα υγείας πρέπει να διέπονται από σαφήνεια, αντικειμενικότητα και θεσμικές εγγυήσεις διαφάνειας.
Τέλος, θεωρούμε αναγκαίο να διασφαλιστούν πλήρως οι αρχές διαφάνειας και αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Όταν εκπαιδευτικά προγράμματα ή πρόσθετες απαιτήσεις δύνανται να επηρεάζονται από πρόσωπα ή φορείς που συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη σαφών μηχανισμών δήλωσης και διαχείρισης πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, ώστε να προστατεύεται η αξιοπιστία του συστήματος και το δημόσιο συμφέρον.
Εισηγούμαστε όπως το άρθρο 19 επανεξεταστεί ώστε:
1. Να διασφαλίζεται ότι δεν περιορίζονται υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα εγγεγραμμένων διαιτολόγων.
2. Να αναγνωρίζεται ότι το βασικό πτυχίο Διαιτολογίας αποτελεί τη θεμελιώδη βάση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και ότι το μεταπτυχιακό παρέχει εξειδίκευση και όχι πρωτογενή επαγγελματική κατοχύρωση.
3. Να αποσαφηνιστεί ο ρόλος RD/RDN και λοιπών ξένων registrations χωρίς δυσανάλογη εξάρτηση από επαγγελματικά σώματα άλλων χωρών.
4. Να προβλέπεται σαφής και ισότιμη αναγνώριση τίτλων σπουδών από αναγνωρισμένα πανεπιστήμια της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις αρχές της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων και ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος.
5. Παράλληλα, να προβλέπεται η δυνατότητα αξιολόγησης και αναγνώρισης ισότιμων τίτλων σπουδών από πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλων τρίτων χωρών, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
6. Να θεσπιστούν σαφείς, εφαρμόσιμες και δίκαιες πρόνοιες για πρακτική άσκηση, εξετάσεις και διαδικασίες αναγνώρισης.
7. Να διασφαλιστεί πλήρης συμμόρφωση με τις αρχές ίσης μεταχείρισης, ευρωπαϊκής εναρμόνισης και προστασίας της δημόσιας υγείας.
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δημιουργούν προβληματισμό ως προς την ίση μεταχείριση αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντικός αριθμός Κυπρίων φοιτητών εξασφαλίζει θέση φοίτησης σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για επίσημη και αναγνωρισμένη διαδικασία εισδοχής, μέσω της οποίας το ίδιο το κράτος κατευθύνει φοιτητές προς τα συγκεκριμένα πανεπιστήμια.
Για τον λόγο αυτό, προκαλεί εύλογο προβληματισμό το ενδεχόμενο επιβολής πρόσθετων περιορισμών ή απαιτήσεων για την επαγγελματική εγγραφή αποφοίτων ελληνικών πανεπιστημίων στην Κύπρο, ιδιαίτερα όταν οι τίτλοι σπουδών προέρχονται από αναγνωρισμένα ιδρύματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρέχουν επαγγελματικά δικαιώματα εντός Ε.Ε.
Η απαίτηση επιπρόσθετων τίτλων, εξετάσεων ή εγγραφών σε ξένα επαγγελματικά σώματα ενδέχεται να δημιουργήσει δυσανάλογα εμπόδια στην πρόσβαση στο επάγγελμα, ειδικά για αποφοίτους που ήδη διαθέτουν αναγνωρισμένα ακαδημαϊκά προσόντα.
Κρίνεται, επομένως, σημαντικό όπως η νομοθεσία διασφαλίζει σαφή, αντικειμενική και ισότιμη αναγνώριση τίτλων σπουδών από αναγνωρισμένα πανεπιστήμια της Κύπρου, της Ελλάδας και των λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις ή πρόσθετους περιορισμούς.