19 – Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου
Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου.
19. Το άρθρο 9 του βασικού νόμου τροποποιείται ως ακολούθως:
(α) Με την προσθήκη στον πλαγιότιτλο αυτού της φράσης «και Διατροφολόγων», αμέσως μετά τις λέξεις «Μητρώο Διαιτολόγων»˙
(β) με την προσθήκη στο εδάφιο (1) αυτού της λέξης «φυσικό», αμέσως μετά τη λέξη «Κάθε» και την προσθήκη των λέξεων «και Διαιτολόγων», αμέσως μετά τις λέξεις «Μητρώο Διαιτολόγων»˙
(γ) με την αντικατάσταση των υφιστάμενων παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1) αυτού, με τις ακόλουθες παραγράφους (β) και (γ):
«(β) (i) κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα πανεπιστήμιου ή άλλο ισότιμο και αντίστοιχο προσόν στη Διαιτολογία ή Επιστήμη Διατροφής και Διαιτολογίας οποιασδήποτε χώρας, το οποίο να του επιτρέπει να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε και να είναι αναγνωρισμένο από το Συμβούλιο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, και γίνεται η εγγραφή με τον τίτλο του διαιτολόγου και διατροφολόγου·
ή
(ii) κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα πανεπιστήμιου ή άλλο ισότιμο και αντίστοιχο προσόν στην Επιστήμη Διατροφής οποιασδήποτε χώρας, το οποίο να του επιτρέπει να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε και να είναι αναγνωρισμένο από το Συμβούλιο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, και να εγγράφεται με τον τίτλο του διατροφολόγου·
ή
(γ) είvαι μέλoς (member), αvτεπιστέλλov μέλoς (associate member) ή εταίρoς (fellow) ή συvδεδεμέvo (affiliate) ή εvεργό (active) μέλoς τoυ Συvδέσμoυ Διαιτoλoγίας/Διατροφής της Κύπρου, Μεγάλης Βρεταvίας ή τωv Η.Π.Α. ή τoυ Commission on Dietetic Registration (CDR) τωv Η.Π.Α. ή αναγνωρισμένου από το Συμβούλιο συνδέσμου ή συμβουλίου άλλης χώρας, το οποίο να του επιτρέπει να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε, νοουμένου ότι κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα πανεπιστημίου ή άλλο ισότιμο προσόν στη Διαιτολογία και/ή στην Επιστήμη Διατροφής το οποίο να είναι αναγνωρισμένο από το Συμβούλιο.
Νοείται ότι το προσόν πρέπει να αναγράφει στον τίτλο του την Επιστήμη Διατροφής ή Διαιτολογίας ή ειδικότητα Επιστήμης Διατροφής ή Διαιτολογίας. Νοείται ότι, θεωρείται επαρκές προσόν για εγγραφή και ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών (MSc, ΜPhil, PhD) σε Επιστήμη Διατροφής ή Διαιτολογίας ή ειδικότητα Επιστήμης Διατροφής ή Διαιτολογίας, νοουμένου ότι επιτρέπει στον κάτοχό του να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε και να είναι αναγνωρισμένος από το Συμβούλιο.».
(δ) με την αντικατάσταση του εδαφίου (2) με το ακόλουθο εδάφιο:
«Νομικό πρόσωπο εγγράφεται στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων εάν πληροί τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 6Α(1) του παρόντος Νόμου.».
(ε) με την προσθήκη αμέσως μετά το εδάφιο (2) αυτού, των ακόλουθων νέων εδαφίων (3), (4) και (5):
(3) Πρόσωπο, το οποίο πληροί τα κριτήρια για εγγραφή του στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων ως διαιτολόγου ή ως διατροφολόγου με προαπαιτούμενες στον Κλάδο Διαιτολογίας μονάδες ECTS (European Credit Transfer System / Ευρωπαϊκό Σύστημα Πιστωτικών Μονάδων) ή μονάδες (credits), όπως εκάστοτε καθορίζεται από το Συμβούλιο, εγγράφεται στον κλάδο της Κλινικής Διαιτολογίας και εγγράφεται ως κλινικός διαιτολόγος, εάν:
(α) κατέχει μεταπτυχιακό με τίτλο στην Κλινική Διαιτολογία ή ο ακαδημαϊκός ή επαγγελματικός τίτλος του προσώπου που ζητεί εγγραφή στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων είναι στην Κλινική Διαιτολογία ή κατέχει τον τίτλο του εγγεγραμμένου διαιτολόγου (Registered Dietitian-RD ή Registered Dietitian Nutritionist-RDN) ή ισότιμου προσόντος που παρέχεται από το Commission on Dietetic Registration (CDR) ή από το Health Care Professional Council (HCPC) ή ανάλογο πιστοποιημένο σώμα από άλλες χώρες και σε όλες τις περιπτώσεις διατηρεί τον ακαδημαϊκό και επαγγελματικό του τίτλο με συνεχή μετεκπαίδευση˙
(β) έχει συμπληρώσει επιτυχώς την απαιτούμενη αναγνωρισμένη, από τον αρμόδιο φορέα ή σώμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, πρακτική εκμάθηση εξάσκησης και εμπειρίας, διάρκειας τουλάχιστον χιλίων (1000) ωρών σε αναγνωρισμένα και πιστοποιημένα νοσοκομεία ή άλλα παρόμοια κέντρα ή γραφεία υγείας, ακαδημαϊκά και επαγγελματικά ιδρύματα ή άλλο σχετικό φορέα υγείας που αναγνωρίζεται από το Συμβούλιο. H πρακτική εκμάθηση εξάσκησης και εμπειρίας πρέπει να –
(i) επιτηρείται από το ακαδημαϊκό ίδρυμα ή φορέα που την προσφέρει, το οποίο έχει και τη γενική ευθύνη για την οργάνωση και εφαρμογή της πρακτικής εκμάθησης και θα πρέπει να διεξάγεται εκτός αυτού·
(ii) τελεί υπό την επίβλεψη εγγεγραμμένου κλινικού διαιτολόγου στον κλάδο της Κλινικής Διαιτολογίας, ο οποίος διαθέτει τουλάχιστον πέντε (5) έτη επαγγελματικής εμπειρίας και κατά την περίοδο πρακτικής εκμάθησης φέρει τον τίτλο του «εκπαιδευτή» ·
(iii) καλύπτει τόσο θεωρητική όσο και πρακτική εκπαίδευση σε διάφορους τομείς της διαιτολογίας, περιλαμβανομένων ενδεικτικά, της Κλινικής Διαιτολογίας, της Κοινοτικής Διατροφής και της Διαχείρισης Τροφίμων·
(iv) να συμμορφώνεται με τις εκάστοτε εν ισχύ κατευθυντήριες γραμμές ή οδηγίες πρακτικής εκμάθησης, όπως αυτές καθορίζονται στον σχετικό οδηγό πρακτικής άσκησης που εκδίδεται από αναγνωρισμένο πανεπιστημιακό ίδρυμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ή του εξωτερικού.
(v) τεκμηριώνεται με αναλυτική γραπτή αναφορά από τον υπεύθυνο ακαδημαϊκό ινστιτούτο που την προσφέρει, η οποία περιλαμβάνει λεπτομερή καταγραφή των ωρών και των δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο αυτής. Η εν λόγω αναφορά υποβάλλεται στο Συμβούλιο για έγκριση, συνοδευόμενη από αντίγραφο του μεταπτυχιακού τίτλου του προσώπου που επιθυμεί την εγγραφή του στον κλάδο της Κλινικής Διαιτολογίας, την αναλυτική βαθμολογία του, πιστοποιητικό πρακτικής άσκησης και οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων καθορίζει με απόφαση του το Συμβούλιο.
Νοείται ότι, για σκοπούς πλήρωσης της ως άνω απαίτησης για επιτυχή ολοκλήρωση πρακτικής εκμάθησης, το Συμβούλιο θα αποδέχεται, ως ισοδύναμη, τυχόν επιτυχή ολοκλήρωση αναγνωρισμένου Dietetic Internship, διάρκειας τουλάχιστον χιλίων (1000) ωρών, το οποίο έχει εγκριθεί από διεθνώς αναγνωρισμένο επαγγελματικό ή ακαδημαϊκό φορέα (όπως το Commission on Dietetic Registration – CDR, το Health Care Professions Council – HCPC ή ισότιμο σώμα άλλης χώρας), νοουμένου ότι περιλαμβάνει θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση στους τομείς της Κλινικής Διαιτολογίας, της Κοινοτικής Διατροφής και της Διαχείρισης Υπηρεσιών Τροφίμων, υπό την επίβλεψη εγγεγραμμένου κλινικού διαιτολόγου με τουλάχιστον πέντε (5) έτη επαγγελματικής εμπειρίας. Για σκοπούς αξιολόγησης της ολοκλήρωσης του Dietetic Internship και αναγνώρισης του ως ισοδύναμου με την απαιτούμενη πρακτική εκμάθηση της παραγράφου (β) ανωτέρω, υποβάλλεται προς το Συμβούλιο επίσημο πιστοποιητικό, με λεπτομερή καταγραφή των ωρών και των δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο αυτού, συνοδευόμενο με οποιαδήποτε τυχόν άλλα έγγραφα ή στοιχεία καθορίζονται με απόφαση του Συμβουλίου.
(γ) έχει επιτύχει σε εξετάσεις, οι οποίες είναι αναγνωρισμένες από επαγγελματικά και επιστημονικά διεθνή σώματα και που διοργανώνονται, τουλάχιστον μια (1) φορά το χρόνο, από αρμόδιο σώμα ή φορέα ή όργανο της Κυπριακής Δημοκρατίας ή από Διεθνή εγγεγραμμένα εξεταστικά σώματα (CDR, HCPC ή άλλων) και εγκρίνονται από το Συμβούλιο.
(i) Οι εξετάσεις, της παραγράφου (γ) ανωτέρω, διεξάγονται γραπτώς, ενώ σε ειδικές περιπτώσεις που θα θεωρήσει αναγκαίο το Συμβούλιο δύναται να περιλαμβάνουν και προφορικές δοκιμασίες και έχουν σκοπό την αξιολόγηση των γνώσεων και των δεξιοτήτων των υποψηφίων στην διαιτολόγια και στην κλινική διαιτολογία ειδικότερα.
(ii) Καθορίζεται ότι η ελάχιστη βαθμολογία για να θεωρηθεί ότι ένα πρόσωπο έχει επιτύχει στις εξετάσεις είναι 70% για έκαστο μέρος των εξετάσεων.
(iii) Το Συμβούλιο δύναται να διενεργεί ή να συμμετέχει στη διενέργεια των εξετάσεων ή να αναθέτει τη διενέργεια αυτών σε αναγνωρισμένο φορέα. Σε κάθε περίπτωση, η διεξαγωγή των εξετάσεων είναι υπό την ευθύνη και την εποπτεία του Συμβουλίου.
ή
κατέχει πιστοποιημένο και διεθνώς αναγνωρισμένο τίτλο RD ή RDN και έχει παρακαθήσει εξετάσεις στη χώρα απόκτησης του πτυχίου του ή του μεταπτυχιακού τίτλου του Κλινικού Διαιτολόγου ή άλλου ισότιμου προσόντος.
Νοείται ότι, ο τίτλος στην Κλινική Διαιτολογία δεν είναι ισότιμος ή ισότιμος και αντίστοιχος με αυτόν στην Κλινική Διατροφολογία ή με μεταπτυχιακό τίτλο στην ανθρώπινη διατροφή.
(4) Αν το πρόσωπο που ζητεί εγγραφή στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων κατέχει αναγνωρισμένο από το Συμβούλιο πτυχίο ή μεταπτυχιακό ή δίπλωμα πανεπιστημίου ή άλλο ισότιμο και αντίστοιχο προσόν στην επιστήμη της διατροφής δύναται να εγγραφεί ως διατροφολόγος στην Κατηγορία Διατροφολόγων. Διατροφολόγος ο οποίος κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο «Clinical Nutrition» και ο οποίος αναγνωρίζεται από συγκεκριμένα διεθνή επιστημονικά σώματα, εφόσον πληροί τα αναγκαία κριτήρια που τίθενται από τα εν λόγω σώματα, δύναται να εγγραφεί στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων στον Κλάδο Κλινικής Διατροφολογίας
(στ) με την αναρίθμηση του υφιστάμενου εδαφίου (3) αυτού, σε εδάφιο (5) και την αντικατάσταση σε αυτό των λέξεων «περί Γενικού Συστήματος Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου του 2002 και 2003», με τις λέξεις «του περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου του 2008, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται».
(ζ) με την προσθήκη αμέσως μετά το εδάφιο (5) αυτού, του ακόλουθου νέου εδαφίου (6):
«(7) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση αμφιβολίας για την ακαδημαϊκή αναγνώριση τίτλου σπουδών οποιουδήποτε αιτητή, το Συμβούλιο οφείλει να ενημερώνει τον εκάστοτε αιτητή για την ανάγκη προσκόμισης πιστοποιητικού αναγνώρισης τίτλου σπουδών από το Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.) το οποίο ενεργεί σύμφωνα με τον περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμο του 1996, ως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.».
Τέλος
Να απαλειφθούν πρόνοιες οι οποίες θέτουν ως προϋπόθεση για την εγγραφή στο Μητρώο Επιστημόνων Τροφίμων και Τεχνολόγων Τροφίμων και στο Μητρώο Διαιτολόγων αντίστοιχα (εντελώς αυθαίρετα), την προηγούμενη εγγραφή σε επαγγελματικό σύνδεσμο συγκεκριμένων δύο άλλων χωρών μόνο (Η.Π.Α. και Ηνωμένου Βασιλείου), γεγονός που στερείται λογικής, παραβιάζει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και αναγνωρίζει προνόμια και δικαιώματα στη βάση άσκησης εκτελεστικής εξουσίας από διοικητικά όργανα άλλων χωρών, κατά παράβαση των άρθρων 54 & 61 (ως έχει κριθεί νομολογιακά σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις). Ενδεικτικά γίνεται παραπομπή στις εξής αποφάσεις στις οποίες αντίστοιχες πρόνοιες κρίθηκαν αντισυνταγματικές:
(α) Εύρηκα Λτδ ν. Unilever Plc (1994) 1 A.A.Δ. 124
(β) Medochemie Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 4Α Α.Α.Δ. 562 (πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου – η σχετική Έφεση που καταχωρίσθηκε εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας εναντίον αυτής της απόφασης απορρίφθηκε επί άλλων σημείων και συνεπώς δεν παρέστη ανάγκη εξέτασης του ζητήματος της Συνταγματικότητας βλ. Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Medochemie Ltd (2003) 3A.A.Δ. 71).
Όπως υφίστανται σήμερα οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, αναγκάζουν τους αποφοίτους αναγνωρισμένων Πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και άλλων χωρών) να πληρώνουν συνδρομή και να εγγράφονται σε επαγγελματικούς συνδέσμους στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ, και να ανανεώνουν κάθε χρόνο την εγγραφή τους, χωρίς να ασκούν εκεί το επάγγελμα, μόνο και μόνο για να τους αναγνωρίζει το Συμβούλιο στην Κύπρο, το οποίο αντί να ασκεί το ίδιο αξιολογική κρίση για να αποφασίζει εναποθέτει αυτή τη διοικητική λειτουργία σε επαγγελματικά σώματα ξένων χωρών. Πρόκειται για εμφανώς παράλογες πρόνοιες.
Παρόμοια πρόνοια είχε και ο περί Εγγραφής Χηµικών Νόµος του 1988 (Ν.157/88). Την παραθέτουμε αυτούσια:
Προσόντα διά την εγγραφήν εις το Μητρώον. 7.
Παν πρόσωπον δικαιούται να εγγραφή εις το Μητρώον, εάν ικανοποίηση το Συµβούλιον ότι—
(α) Είναι πολίτης της ∆ηµοκρατίας ή κατά την υποβολήν της αιτήσεως του είναι σύζυγος πολίτου της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας και έχει την συνήθη διαµονήν αυτού εν Κύπρω.
(β) Είναι πρόσωπον καλού χαρακτήρος· και
(γ)(ι) κατέχει δίπλωµα, πτυχίον ή τίτλον Πανεπιστηµίου, Πολυτεχνείου ή Κολλεγίου εις την Χηµείαν ή Κλάδον της, οιασδήποτε χώρας ως το Υπουργικόν Συµβούλιον. µετά προηγουµένην συµβουλευτικήν γνωµοδότησιν του Συµβουλίου, ήθελε καθορίσει διά γνωστοποιήσεως δηµοσιευοµένης εις την επίσηµον εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας ως ανεγνωριςµένον προσόν διά της σκοπούς του παρόντος άρθρου· ή
(ιι) είναι µέλος (member) αντεπιστέλλον µέλος (associate member) ή εταίρος (fellow) του Βασιλικού Ινστιτούτου Χηµείας της Μεγάλης Βρεπανίας ή της Βασιλικής Εταιρείας Χηµείας (Royal Society of Chemistry).
Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε με τον περί Εγγραφής Χηµικών (Τροποποιητικό) Νόµο του 2004 (Ν.20(Ι)/2004). Με την τροποποίηση διεγράφη η αναφορά σε εγγραφή σε συνδέσμους άλλων χωρών και αντικαταστάθηκε με άλλες πρόνοιες. Δόθηκε το ακόλουθο αιτιολογικό για την εν λόγω Τροποποίηση:
Αιτιολογικό:
Για σκοπούς διασφάλισης πλήρους συµβατότητας µε τα άρθρα 39, 43 και 49 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας µε τίτλο: «Οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συµβουλίου της 21ης ∆εκεµβρίου 1998 σχετικά µε ένα γενικό σύστηµα αναγνώρισης των διπλωµάτων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης ελάχιστης διάρκειας τριών ετών» (ΕΕ L 19 της 24.1.1989, σ. 16),
Παραθέτουμε επίσης αυτούσια την τροποποίηση:
«Τροποποίηση του βασικού νόµου µε την αντικατάσταση του άρθρου 7:
3. Το άρθρο 7 του βασικού νόµου αντικαθίσταται µε το ακόλουθο νέο άρθρο:
«Εγγραφή στο Μητρώο.
7. —(1) Κάθε πρόσωπο δικαιούται να εγγραφεί στο Μητρώο εάν ικανοποιήσει το Συµβούλιο ότι—
(α) Είναι πολίτης της ∆ηµοκρατίας ή κατά την υποβολή της αίτησης του είναι σύζυγος ή τέκνο πολίτη της ∆ηµοκρατίας και έχει τη συνήθη διαµονή του στην Κύπρο ή είναι πολίτης κράτους µέλους·
(β) είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα· και
(γ) κατέχει δίπλωµα, πτυχίο ή τίτλο Πανεπιστηµίου, Πολυτεχνείου ή Κολεγίου στη Χηµεία ή σε κλάδο αυτής, το οποίο αναγνωρίζεται από το Συµβούλιο µε γνωστοποίηση που δηµοσιεύεται στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας.
(2) Για την εγγραφή των πολιτών κρατών µελών στο Μητρώο, η εφαρµογή των διατάξεων του εδαφίου (1) σ’ αυτούς γίνεται τηρουµένων των διατάξεων του περί Γενικού Συστήµατος Αναγνώρισης των Επαγγελµατικών Προσόντων Νόµου.».
Παρατήρηση / Εισήγηση επί του Άρθρου 19 – Αναγνώριση Προσόντων, Κλινική Διαιτολογία και Επαγγελματικά Δικαιώματα
Το προτεινόμενο άρθρο 19 εισάγει σημαντικές μεταβολές αναφορικά με την εγγραφή διαιτολόγων, διατροφολόγων και κλινικών διαιτολόγων, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση και άσκηση του επαγγέλματος. Αναγνωρίζεται η ανάγκη εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας και διασφάλισης υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας. Ωστόσο, αρκετές από τις προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την ευρωπαϊκή εναρμόνιση, την ίση μεταχείριση, την αναλογικότητα των απαιτήσεων και την προστασία των ήδη κατοχυρωμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Καταρχάς, θεωρούμε αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η ευρωπαϊκή προσέγγιση ως προς τον ορισμό και τον ρόλο του διαιτολόγου. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συλλόγων Διαιτολόγων (EFAD), οι διαιτολόγοι αποτελούν αναγνωρισμένους επαγγελματίες υγείας, εκπαιδευμένους τουλάχιστον σε επίπεδο Bachelor, οι οποίοι εργάζονται αυτόνομα και παρέχουν τεκμηριωμένη διατροφική συμβουλευτική και θεραπευτική παρέμβαση σε άτομα και πληθυσμούς. Η κλινική διατροφική παρέμβαση και η διαχείριση παθολογικών καταστάσεων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της βασικής διαιτολογικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής ταυτότητας του διαιτολόγου στην Ευρώπη.
Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται σοβαρός προβληματισμός ως προς τη διάκριση που επιχειρεί το άρθρο μεταξύ «διαιτολόγου» και «κλινικού διαιτολόγου» και τον τρόπο με τον οποίο αποδίδονται ή περιορίζονται τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα. Εφόσον οι απόφοιτοι αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας εκπαιδεύονται ήδη στην κλινική διατροφή, στην παθοφυσιολογία και στη διαιτολογική θεραπεία νοσημάτων, τίθεται εύλογο ερώτημα κατά πόσο η δημιουργία ξεχωριστής κατηγορίας «κλινικού διαιτολόγου» οδηγεί σε έμμεσο περιορισμό υφιστάμενων επαγγελματικών δικαιωμάτων των διαιτολόγων χωρίς επαρκή επιστημονική ή νομοθετική τεκμηρίωση.
Η Κλινική Διαιτολογία αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση της Διαιτολογίας και όχι νέο ή ξεχωριστό επάγγελμα. Η αναγνώριση εξειδικεύσεων είναι θεμιτή και επιστημονικά χρήσιμη, δεν θα πρέπει όμως να λειτουργεί ως μηχανισμός περιορισμού ή αφαίρεσης επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ήδη απορρέουν από το βασικό πτυχίο και την ιδιότητα του εγγεγραμμένου διαιτολόγου.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η βαρύτητα που αποδίδεται σε registrations ή memberships ξένων επαγγελματικών σωμάτων, όπως RD/RDN, HCPC, CDR ή άλλων αντίστοιχων οργανισμών. Το RD σημαίνει Registered Dietitian, δηλαδή εγγεγραμμένος διαιτολόγος, και όχι κατ’ ανάγκην ξεχωριστή κατηγορία «κλινικού διαιτολόγου». Δημιουργείται επομένως εύλογο ερώτημα κατά πόσο η έννοια αυτή ερμηνεύεται ή εφαρμόζεται με τρόπο που αλλοιώνει το αρχικό της περιεχόμενο.
Παράλληλα, θεωρούμε προβληματική τη σύνδεση της άσκησης επαγγέλματος στην Κυπριακή Δημοκρατία με memberships ή registrations επαγγελματικών σωμάτων άλλων χωρών. Η αρμοδιότητα αξιολόγησης και αδειοδότησης επαγγελματιών υγείας πρέπει να ασκείται από την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω σαφών και αντικειμενικών κριτηρίων και όχι να εξαρτάται δυσανάλογα από εγγραφή ή συνδρομή σε επαγγελματικούς οργανισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλων χωρών. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί πρόσθετο οικονομικό και διοικητικό βάρος σε αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η πρακτική επίδραση των προτεινόμενων ρυθμίσεων σε αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μεγάλος αριθμός Κυπρίων φοιτητών εισάγεται σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων που διεξάγονται από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρόσβαση αυτή πραγματοποιείται κατόπιν επίσημης διαδικασίας αξιολόγησης και επιλογής που αναγνωρίζεται από το ίδιο το κυπριακό κράτος.
Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός όταν απόφοιτοι αναγνωρισμένων ελληνικών πανεπιστημίων, στους οποίους το ίδιο το κράτος παρείχε πρόσβαση μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων, ενδέχεται στη συνέχεια να αντιμετωπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις, registrations ή περιορισμούς για την πλήρη άσκηση του επαγγέλματος ή για εγγραφή σε ειδικότερους κλάδους άσκησης στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Τα ελληνικά πανεπιστήμια αποτελούν αναγνωρισμένα δημόσια πανεπιστήμια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι τίτλοι σπουδών τους παρέχουν επαγγελματικά δικαιώματα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι η νομοθεσία οφείλει να διασφαλίζει ίση μεταχείριση όλων των αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις ή δυσανάλογες απαιτήσεις που δεν εφαρμόζονται με ομοιόμορφο και αντικειμενικό τρόπο.
Εξίσου σημαντικός είναι ο προβληματισμός που αφορά τον ρόλο των μεταπτυχιακών τίτλων. Θεωρούμε ότι τα επαγγελματικά δικαιώματα του διαιτολόγου θεμελιώνονται πρωτίστως στο βασικό πανεπιστημιακό πτυχίο Διαιτολογίας ή Διατροφής (Bachelor), το οποίο περιλαμβάνει ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση. Το μεταπτυχιακό αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση και όχι υποκατάστατο του βασικού πτυχίου ούτε μηχανισμό πρωτογενούς επαγγελματικής κατοχύρωσης.
Με βάση τις προτεινόμενες ρυθμίσεις δημιουργείται ο κίνδυνος άτομα χωρίς βασική εκπαίδευση στη Διαιτολογία να αποκτούν πρόσβαση σε επαγγελματικά δικαιώματα μέσω μεταπτυχιακού τίτλου, ενώ παράλληλα να τίθενται περιορισμοί ή πρόσθετες απαιτήσεις σε κατόχους αναγνωρισμένων βασικών πτυχίων Διαιτολογίας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εγείρει σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας, επιστημονικής επάρκειας και προστασίας της δημόσιας υγείας.
Περαιτέρω, δημιουργείται ουσιαστικός προβληματισμός ως προς την απαίτηση συμπλήρωσης χιλίων (1000) ωρών πρακτικής άσκησης ως πρόσθετης προϋπόθεσης εγγραφής ή αναγνώρισης. Τα αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά προγράμματα Διαιτολογίας περιλαμβάνουν ήδη οργανωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, περιλαμβανομένης της κλινικής άσκησης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του βασικού πτυχίου και αξιολογείται ακαδημαϊκά από τα ίδια τα πανεπιστήμια.
Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογο ερώτημα κατά πόσο η απαίτηση πρόσθετων 1000 ωρών πρακτικής άσκησης συνεπάγεται ουσιαστική αμφισβήτηση της επάρκειας αναγνωρισμένων πανεπιστημιακών προγραμμάτων ή εισάγει δυσανάλογη πρόσθετη προϋπόθεση που δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλους τους αποφοίτους.
Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε πρόσθετη απαίτηση πρακτικής θα πρέπει να αιτιολογείται με σαφή, αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια και να λαμβάνει υπόψη την ήδη ολοκληρωμένη πρακτική κατάρτιση που παρέχεται μέσω αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας.
Παρόμοιος προβληματισμός υφίσταται και ως προς τις προβλεπόμενες εξετάσεις, καθώς το Συμβούλιο φαίνεται να αποκτά ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τη διοργάνωση, έγκριση ή ανάθεσή τους χωρίς επαρκή νομοθετική αποσαφήνιση της ύλης, των κριτηρίων αξιολόγησης, των μηχανισμών ελέγχου και των διαδικασιών ένστασης ή επανεξέτασης. Ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση σε επάγγελμα υγείας πρέπει να διέπονται από σαφήνεια, αντικειμενικότητα και θεσμικές εγγυήσεις διαφάνειας.
Τέλος, θεωρούμε αναγκαίο να διασφαλιστούν πλήρως οι αρχές διαφάνειας και αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Όταν εκπαιδευτικά προγράμματα ή πρόσθετες απαιτήσεις δύνανται να επηρεάζονται από πρόσωπα ή φορείς που συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη σαφών μηχανισμών δήλωσης και διαχείρισης πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, ώστε να προστατεύεται η αξιοπιστία του συστήματος και το δημόσιο συμφέρον.
Εισηγούμαστε όπως το άρθρο 19 επανεξεταστεί ώστε:
1. Να διασφαλίζεται ότι δεν περιορίζονται υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα εγγεγραμμένων διαιτολόγων.
2. Να αναγνωρίζεται ότι το βασικό πτυχίο Διαιτολογίας αποτελεί τη θεμελιώδη βάση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και ότι το μεταπτυχιακό παρέχει εξειδίκευση και όχι πρωτογενή επαγγελματική κατοχύρωση.
3. Να αποσαφηνιστεί ο ρόλος RD/RDN και λοιπών ξένων registrations χωρίς δυσανάλογη εξάρτηση από επαγγελματικά σώματα άλλων χωρών.
4. Να προβλέπεται σαφής και ισότιμη αναγνώριση τίτλων σπουδών από αναγνωρισμένα πανεπιστήμια της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις αρχές της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων και ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος.
5. Παράλληλα, να προβλέπεται η δυνατότητα αξιολόγησης και αναγνώρισης ισότιμων τίτλων σπουδών από πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλων τρίτων χωρών, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
6. Να θεσπιστούν σαφείς, εφαρμόσιμες και δίκαιες πρόνοιες για πρακτική άσκηση, εξετάσεις και διαδικασίες αναγνώρισης.
7. Να διασφαλιστεί πλήρης συμμόρφωση με τις αρχές ίσης μεταχείρισης, ευρωπαϊκής εναρμόνισης και προστασίας της δημόσιας υγείας.
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δημιουργούν προβληματισμό ως προς την ίση μεταχείριση αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντικός αριθμός Κυπρίων φοιτητών εξασφαλίζει θέση φοίτησης σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για επίσημη και αναγνωρισμένη διαδικασία εισδοχής, μέσω της οποίας το ίδιο το κράτος κατευθύνει φοιτητές προς τα συγκεκριμένα πανεπιστήμια.
Για τον λόγο αυτό, προκαλεί εύλογο προβληματισμό το ενδεχόμενο επιβολής πρόσθετων περιορισμών ή απαιτήσεων για την επαγγελματική εγγραφή αποφοίτων ελληνικών πανεπιστημίων στην Κύπρο, ιδιαίτερα όταν οι τίτλοι σπουδών προέρχονται από αναγνωρισμένα ιδρύματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρέχουν επαγγελματικά δικαιώματα εντός Ε.Ε.
Η απαίτηση επιπρόσθετων τίτλων, εξετάσεων ή εγγραφών σε ξένα επαγγελματικά σώματα ενδέχεται να δημιουργήσει δυσανάλογα εμπόδια στην πρόσβαση στο επάγγελμα, ειδικά για αποφοίτους που ήδη διαθέτουν αναγνωρισμένα ακαδημαϊκά προσόντα.
Κρίνεται, επομένως, σημαντικό όπως η νομοθεσία διασφαλίζει σαφή, αντικειμενική και ισότιμη αναγνώριση τίτλων σπουδών από αναγνωρισμένα πανεπιστήμια της Κύπρου, της Ελλάδας και των λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις ή πρόσθετους περιορισμούς.