18 – Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου
Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου.
18. Ο βασικός νόμος τροποποιείται με την προσθήκη, αμέσως μετά το άρθρο 8, του ακόλουθου νέου άρθρου 8Β:
«Πιστοποιητικό Εξειδίκευσης Επιστήμονα ή Τεχνολόγου Τροφίμων
8Β.-(1) Φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει εγγραφεί στο Μητρώο Επιστημόνων Τροφίμων και Τεχνολόγων Τροφίμων, δύναται να αποκτήσει επαγγελματική εξειδίκευση σε συγκεκριμένο τομέα της Επιστήμης ή της Τεχνολογίας Τροφίμων, ως καθορίζονται και αναγνωρίζονται από το Συμβούλιο, εφόσον:
(α) κατέχει αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο σπουδών συναφούς ειδικότητας με το αντικείμενο της εξειδίκευσης, αναγνωρισμένου από τον Κυπριακό Φορέα Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.)·
(β) είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Επιστημόνων Τροφίμων και Τεχνολόγων Τροφίμων για τουλάχιστον δύο (2) έτη· και
(γ) έχει παρακολουθήσει τουλάχιστον τρία εγκεκριμένα προγράμματα επαγγελματικής εξειδίκευσης ή προγράμματα κατάρτισης ή σεμινάρια από αρμόδιο φορέα (ISO, HACCP, GFSI, FDA-FSMA κ.α.), σχετικά με το αντικείμενο της εξειδίκευσης, για κάθε έτος που είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Επιστημόνων Τροφίμων και Τεχνολόγων Τροφίμων ή έχει τεκμηριωμένη επαγγελματική εμπειρία τουλάχιστον πέντε (5) ετών στον αντίστοιχο τομέα ή διαθέτει επαρκή ερευνητικό ή επιστημονικό έργο, δημοσιεύσεις ή αποδεδειγμένη συμβολή στην καινοτομία τροφίμων.
(2) Οι αιτήσεις για την εγγραφή προσώπου ως εξειδικευμένου Διαιτολόγου ή Διατροφολόγου υποβάλλονται σε τύπο που καθορίζει το Συμβούλιο συνοδευόμενη από την καταβολή του καθορισμένου από το Συμβούλιο τέλους και εξετάζονται από το Συμβούλιο, το οποίο σε περίπτωση που εγκρίνει την αίτηση εκδίδει Πιστοποιητικό Εξειδίκευσης.
(3) Η ισχύς του πιστοποιητικού εξειδίκευσης είναι πενταετής και ανανεώνεται με την τεκμηρίωση της διαρκούς επαγγελματικής ενασχόλησης και συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, οι ελάχιστες απαιτήσεις των οποίων καθορίζονται με Κανονισμούς.»
Τέλος
Παρατήρηση / Εισήγηση επί του Άρθρου 19 – Αναγνώριση Προσόντων, Κλινική Διαιτολογία και Επαγγελματικά Δικαιώματα
Το προτεινόμενο άρθρο 19 εισάγει σημαντικές μεταβολές αναφορικά με την εγγραφή διαιτολόγων, διατροφολόγων και κλινικών διαιτολόγων, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση και άσκηση του επαγγέλματος. Αναγνωρίζεται η ανάγκη εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας και διασφάλισης υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας. Ωστόσο, αρκετές από τις προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την ευρωπαϊκή εναρμόνιση, την ίση μεταχείριση, την αναλογικότητα των απαιτήσεων και την προστασία των ήδη κατοχυρωμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Καταρχάς, θεωρούμε αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η ευρωπαϊκή προσέγγιση ως προς τον ορισμό και τον ρόλο του διαιτολόγου. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συλλόγων Διαιτολόγων (EFAD), οι διαιτολόγοι αποτελούν αναγνωρισμένους επαγγελματίες υγείας, εκπαιδευμένους τουλάχιστον σε επίπεδο Bachelor, οι οποίοι εργάζονται αυτόνομα και παρέχουν τεκμηριωμένη διατροφική συμβουλευτική και θεραπευτική παρέμβαση σε άτομα και πληθυσμούς. Η κλινική διατροφική παρέμβαση και η διαχείριση παθολογικών καταστάσεων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της βασικής διαιτολογικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής ταυτότητας του διαιτολόγου στην Ευρώπη.
Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται σοβαρός προβληματισμός ως προς τη διάκριση που επιχειρεί το άρθρο μεταξύ «διαιτολόγου» και «κλινικού διαιτολόγου» και τον τρόπο με τον οποίο αποδίδονται ή περιορίζονται τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα. Εφόσον οι απόφοιτοι αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας εκπαιδεύονται ήδη στην κλινική διατροφή, στην παθοφυσιολογία και στη διαιτολογική θεραπεία νοσημάτων, τίθεται εύλογο ερώτημα κατά πόσο η δημιουργία ξεχωριστής κατηγορίας «κλινικού διαιτολόγου» οδηγεί σε έμμεσο περιορισμό υφιστάμενων επαγγελματικών δικαιωμάτων των διαιτολόγων χωρίς επαρκή επιστημονική ή νομοθετική τεκμηρίωση.
Η Κλινική Διαιτολογία αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση της Διαιτολογίας και όχι νέο ή ξεχωριστό επάγγελμα. Η αναγνώριση εξειδικεύσεων είναι θεμιτή και επιστημονικά χρήσιμη, δεν θα πρέπει όμως να λειτουργεί ως μηχανισμός περιορισμού ή αφαίρεσης επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ήδη απορρέουν από το βασικό πτυχίο και την ιδιότητα του εγγεγραμμένου διαιτολόγου.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η βαρύτητα που αποδίδεται σε registrations ή memberships ξένων επαγγελματικών σωμάτων, όπως RD/RDN, HCPC, CDR ή άλλων αντίστοιχων οργανισμών. Το RD σημαίνει Registered Dietitian, δηλαδή εγγεγραμμένος διαιτολόγος, και όχι κατ’ ανάγκην ξεχωριστή κατηγορία «κλινικού διαιτολόγου». Δημιουργείται επομένως εύλογο ερώτημα κατά πόσο η έννοια αυτή ερμηνεύεται ή εφαρμόζεται με τρόπο που αλλοιώνει το αρχικό της περιεχόμενο.
Παράλληλα, θεωρούμε προβληματική τη σύνδεση της άσκησης επαγγέλματος στην Κυπριακή Δημοκρατία με memberships ή registrations επαγγελματικών σωμάτων άλλων χωρών. Η αρμοδιότητα αξιολόγησης και αδειοδότησης επαγγελματιών υγείας πρέπει να ασκείται από την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω σαφών και αντικειμενικών κριτηρίων και όχι να εξαρτάται δυσανάλογα από εγγραφή ή συνδρομή σε επαγγελματικούς οργανισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλων χωρών. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί πρόσθετο οικονομικό και διοικητικό βάρος σε αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η πρακτική επίδραση των προτεινόμενων ρυθμίσεων σε αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μεγάλος αριθμός Κυπρίων φοιτητών εισάγεται σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων που διεξάγονται από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρόσβαση αυτή πραγματοποιείται κατόπιν επίσημης διαδικασίας αξιολόγησης και επιλογής που αναγνωρίζεται από το ίδιο το κυπριακό κράτος.
Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός όταν απόφοιτοι αναγνωρισμένων ελληνικών πανεπιστημίων, στους οποίους το ίδιο το κράτος παρείχε πρόσβαση μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων, ενδέχεται στη συνέχεια να αντιμετωπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις, registrations ή περιορισμούς για την πλήρη άσκηση του επαγγέλματος ή για εγγραφή σε ειδικότερους κλάδους άσκησης στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Τα ελληνικά πανεπιστήμια αποτελούν αναγνωρισμένα δημόσια πανεπιστήμια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι τίτλοι σπουδών τους παρέχουν επαγγελματικά δικαιώματα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι η νομοθεσία οφείλει να διασφαλίζει ίση μεταχείριση όλων των αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις ή δυσανάλογες απαιτήσεις που δεν εφαρμόζονται με ομοιόμορφο και αντικειμενικό τρόπο.
Εξίσου σημαντικός είναι ο προβληματισμός που αφορά τον ρόλο των μεταπτυχιακών τίτλων. Θεωρούμε ότι τα επαγγελματικά δικαιώματα του διαιτολόγου θεμελιώνονται πρωτίστως στο βασικό πανεπιστημιακό πτυχίο Διαιτολογίας ή Διατροφής (Bachelor), το οποίο περιλαμβάνει ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση. Το μεταπτυχιακό αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση και όχι υποκατάστατο του βασικού πτυχίου ούτε μηχανισμό πρωτογενούς επαγγελματικής κατοχύρωσης.
Με βάση τις προτεινόμενες ρυθμίσεις δημιουργείται ο κίνδυνος άτομα χωρίς βασική εκπαίδευση στη Διαιτολογία να αποκτούν πρόσβαση σε επαγγελματικά δικαιώματα μέσω μεταπτυχιακού τίτλου, ενώ παράλληλα να τίθενται περιορισμοί ή πρόσθετες απαιτήσεις σε κατόχους αναγνωρισμένων βασικών πτυχίων Διαιτολογίας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εγείρει σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας, επιστημονικής επάρκειας και προστασίας της δημόσιας υγείας.
Περαιτέρω, δημιουργείται ουσιαστικός προβληματισμός ως προς την απαίτηση συμπλήρωσης χιλίων (1000) ωρών πρακτικής άσκησης ως πρόσθετης προϋπόθεσης εγγραφής ή αναγνώρισης. Τα αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά προγράμματα Διαιτολογίας περιλαμβάνουν ήδη οργανωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, περιλαμβανομένης της κλινικής άσκησης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του βασικού πτυχίου και αξιολογείται ακαδημαϊκά από τα ίδια τα πανεπιστήμια.
Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογο ερώτημα κατά πόσο η απαίτηση πρόσθετων 1000 ωρών πρακτικής άσκησης συνεπάγεται ουσιαστική αμφισβήτηση της επάρκειας αναγνωρισμένων πανεπιστημιακών προγραμμάτων ή εισάγει δυσανάλογη πρόσθετη προϋπόθεση που δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλους τους αποφοίτους.
Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε πρόσθετη απαίτηση πρακτικής θα πρέπει να αιτιολογείται με σαφή, αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια και να λαμβάνει υπόψη την ήδη ολοκληρωμένη πρακτική κατάρτιση που παρέχεται μέσω αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας.
Παρόμοιος προβληματισμός υφίσταται και ως προς τις προβλεπόμενες εξετάσεις, καθώς το Συμβούλιο φαίνεται να αποκτά ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τη διοργάνωση, έγκριση ή ανάθεσή τους χωρίς επαρκή νομοθετική αποσαφήνιση της ύλης, των κριτηρίων αξιολόγησης, των μηχανισμών ελέγχου και των διαδικασιών ένστασης ή επανεξέτασης. Ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση σε επάγγελμα υγείας πρέπει να διέπονται από σαφήνεια, αντικειμενικότητα και θεσμικές εγγυήσεις διαφάνειας.
Τέλος, θεωρούμε αναγκαίο να διασφαλιστούν πλήρως οι αρχές διαφάνειας και αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Όταν εκπαιδευτικά προγράμματα ή πρόσθετες απαιτήσεις δύνανται να επηρεάζονται από πρόσωπα ή φορείς που συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη σαφών μηχανισμών δήλωσης και διαχείρισης πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, ώστε να προστατεύεται η αξιοπιστία του συστήματος και το δημόσιο συμφέρον.
Εισηγούμαστε όπως το άρθρο 19 επανεξεταστεί ώστε:
1. Να διασφαλίζεται ότι δεν περιορίζονται υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα εγγεγραμμένων διαιτολόγων.
2. Να αναγνωρίζεται ότι το βασικό πτυχίο Διαιτολογίας αποτελεί τη θεμελιώδη βάση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και ότι το μεταπτυχιακό παρέχει εξειδίκευση και όχι πρωτογενή επαγγελματική κατοχύρωση.
3. Να αποσαφηνιστεί ο ρόλος RD/RDN και λοιπών ξένων registrations χωρίς δυσανάλογη εξάρτηση από επαγγελματικά σώματα άλλων χωρών.
4. Να προβλέπεται σαφής και ισότιμη αναγνώριση τίτλων σπουδών από αναγνωρισμένα πανεπιστήμια της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις αρχές της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων και ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος.
5. Παράλληλα, να προβλέπεται η δυνατότητα αξιολόγησης και αναγνώρισης ισότιμων τίτλων σπουδών από πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλων τρίτων χωρών, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
6. Να θεσπιστούν σαφείς, εφαρμόσιμες και δίκαιες πρόνοιες για πρακτική άσκηση, εξετάσεις και διαδικασίες αναγνώρισης.
7. Να διασφαλιστεί πλήρης συμμόρφωση με τις αρχές ίσης μεταχείρισης, ευρωπαϊκής εναρμόνισης και προστασίας της δημόσιας υγείας.