33 – Τροποποίηση του άρθρου 23 του βασικού νόμου
Τροποποίηση του άρθρου 23 του βασικού νόμου.
33. Το άρθρο 23 του βασικού νόμου τροποποιείται ως ακολούθως:
(α) με την προσθήκη στο εδάφιο (1) αυτού της λέξης «Πειθαρχικό» αμέσως μετά το άρθρο «Το»·
(β) με την προσθήκη στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) αυτού της λέξης «Πειθαρχικό» αμέσως μετά τη φράση «για χρονική περίοδο την οποία το»·
(γ) με την αντικατάσταση της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) με την ακόλουθη παράγραφο:
«να επιβάλει την καταβολή οποιουδήποτε ποσού υπό τη μορφή προστίμου, το οποίο δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000)·» ·
(δ) με την αντικατάσταση του εδαφίου (2) αυτού ως ακολούθως:
«Τo Πειθαρχικό Συμβoύλιo δύναται vα επιβάλει στο πρόσωπο που βρέθηκε ένοχο τηv καταβoλή όλων ή μέρους τωv εξόδωv της εvώπιov τoυ πειθαρχικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων, τυχόν δικηγορικών εξόδων, της αποζημίωση των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου και του ερευνώντος λειτουργού, των επιδόσεων και των ενώπιον του ακροάσεων ή συνεδριών. Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των επιδικασθέντων εξόδων από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, αυτό εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς το Συμβούλιο.»·
(ε) με την προσθήκη μετά την τελεία στο εδάφιο (3) αυτού, της ακόλουθης πρότασης:
«Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του αναφερόμενου χρηματικού προστίμου, αυτό εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς το Συμβούλιο.»
Τέλος
Σχόλιο:
Η αύξηση του χρηματικού προστίμου από ΛΚ 1.000, ήτοι περίπου €1.708, σε €10.000 κρίνεται ιδιαίτερα υψηλή και ενδέχεται να εγείρει ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας των ποινών. Η επιβολή τόσο αυξημένου προστίμου θα πρέπει να δικαιολογείται επαρκώς από τη φύση, τη σοβαρότητα και τις συνέπειες της παράβασης, καθώς και να τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό της νομοθεσίας. Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος η κύρωση να λειτουργεί όχι ως εύλογο αποτρεπτικό μέτρο, αλλά ως υπέρμετρος και δυσανάλογος περιορισμός της επαγγελματικής δραστηριότητας.
Εισήγηση:
Εισηγούμαστε όπως επανεξεταστεί το ύψος του προτεινόμενου χρηματικού προστίμου, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας και να κλιμακώνεται ανάλογα με τη φύση, τη βαρύτητα, τη διάρκεια και τις συνέπειες της παράβασης. Θα μπορούσε, επίσης, να προβλεφθεί διαφοροποίηση μεταξύ πρώτης παράβασης, επαναλαμβανόμενης παράβασης και σοβαρής ή συστηματικής παραβίασης της νομοθεσίας.