20 – Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου
Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου.
20. Ο βασικός νόμος τροποποιείται με την προσθήκη, αμέσως μετά το άρθρο 9, του ακόλουθου νέου άρθρου 9Α:
«Καθήκοντα διαιτολόγου, κλινικού διαιτολόγου και διατροφολόγου
9Α.-(1) Ο διαιτολόγος προσφέρει υπηρεσίες και ασκεί το επάγγελμα του διαιτολόγου με το σχεδιασμό συγκεκριμένων ατομικών διαιτολογίων ή μενού για υγιή άτομα ή για άτομα με συγκεκριμένες καταστάσεις υγείας ή για ομάδα ατόμων και το επάγγελμά του κατατάσσεται στα επαγγέλματα υγείας.
(2) Ο κλινικός διαιτολόγος προσφέρει υπηρεσίες και ασκεί το επάγγελμα του κλινικού διαιτολόγου, έπειτα από ακαδημαϊκή και πρακτική εξάσκησή του με προσφορά υπηρεσιών σε άτομα ή σε ομάδα ατόμων με προβλήματα υγείας για τα οποία απαιτείται κλινική διατροφική και κλινική διαιτολογική θεραπευτική αγωγή και/ή παρέμβαση και το επάγγελμά του κατατάσσεται στα επαγγέλματα υγείας.
(3) Ο διατροφολόγος ασκεί το επάγγελμα στην επιστήμη της ανθρώπινης διατροφής και δύναται να παρέχει γενικές συμβουλές ή ατομικά προγράμματα διατροφής ή μενού σε μεμονωμένα άτομα ή ομάδες υγιών ατόμων, σε σχέση με την υγιεινή διατροφή και την πρόληψη ανεπιθύμητων επακόλουθων στην υγεία των ατόμων.»
Τέλος
Σχόλιο
Το άρθρο 9Α(3) περιορίζει τον ρόλο του Διατροφολόγου στην παροχή γενικών συμβουλών ή προγραμμάτων διατροφής προς υγιή άτομα, με σκοπό την υγιεινή διατροφή και την πρόληψη. Η διατύπωση αυτή είναι ιδιαίτερα στενή και ενδέχεται να αποκλείσει, έστω και έμμεσα, Διατροφολόγους με πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προσόντα από σημαντικά και αναγνωρισμένα πεδία επαγγελματικής δραστηριοποίησης, όπως η αθλητική διατροφή, η μεταβολική υγεία, η ευεξία, η πρόληψη, η δημόσια υγεία, τα εταιρικά προγράμματα διατροφής, η κοινοτική διατροφή, η διατροφική εκπαίδευση και η έρευνα.
Περαιτέρω, ο περιορισμός του Διατροφολόγου μόνο σε παροχή υπηρεσιών σε «υγιή άτομα» δημιουργεί νομική και επιστημονική ασάφεια. Τούτο διότι δεν καθορίζεται με σαφήνεια ποια πρόσωπα θεωρούνται «υγιή» και ποια όχι, ούτε πώς θα αντιμετωπίζονται περιπτώσεις που δεν αφορούν κατ’ ανάγκη κλινική θεραπεία, αλλά άπτονται της πρόληψης, της ευεξίας, της μεταβολικής υγείας ή της διαχείρισης παραγόντων κινδύνου. Ενδεικτικά, η παχυσαρκία αναγνωρίζεται διεθνώς ως χρόνια νόσος, γεγονός που καθιστά προβληματική τη χρήση του όρου «υγιή άτομα», χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση.
Πρόσθετα, εφόσον το νομοσχέδιο εισάγει ή αναγνωρίζει την έννοια του Κλινικού Διατροφολόγου, θα πρέπει να καθορίζεται ρητά και με σαφήνεια όχι μόνο η δυνατότητα εγγραφής του στο Μητρώο, αλλά και το εύρος των υπηρεσιών που δύναται να παρέχει. Η απλή αναφορά στην ιδιότητα του Κλινικού Διατροφολόγου, χωρίς σαφή προσδιορισμό των επαγγελματικών του δικαιωμάτων, των αρμοδιοτήτων του και των ορίων άσκησης του επαγγέλματός του, ενδέχεται να δημιουργήσει περαιτέρω ασάφεια, άνιση μεταχείριση και πρακτικές δυσχέρειες στην εφαρμογή της νομοθεσίας.
Η εν λόγω πρόνοια ενδέχεται, επίσης, να δημιουργεί ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της αναλογικότητας, την ίση μεταχείριση μεταξύ επαγγελματιών υγείας, την ακαδημαϊκή αυτονομία και το ενωσιακό πλαίσιο αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων. Η νομοθετική ρύθμιση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε πρακτική ακύρωση πανεπιστημιακών ή μεταπτυχιακών προσόντων που αποκτήθηκαν νόμιμα, ούτε να περιορίζει υπέρμετρα την επαγγελματική δραστηριοποίηση των Διατροφολόγων και Κλινικών Διατροφολόγων σε πεδία τα οποία δεν συνιστούν αποκλειστικά κλινική διαιτολογική πράξη ή εξειδικευμένη θεραπευτική παρέμβαση άλλου επαγγελματία.
Εισήγηση: Εισηγούμαστε όπως ο ορισμός των καθηκόντων του Διατροφολόγου διευρυνθεί, ώστε να καλύπτει ρητά την ανθρώπινη διατροφή, την πρόληψη, τη δημόσια υγεία, την αθλητική διατροφή, τη διατροφική εκπαίδευση, την έρευνα, την ευεξία, την κοινοτική διατροφή, καθώς και την παροχή διατροφικής υποστήριξης σε υγιή άτομα ή σε άτομα που δεν τελούν υπό κλινική θεραπευτική διαχείριση.
Περαιτέρω, εισηγούμαστε όπως προστεθεί ρητή πρόνοια για τον Κλινικό Διατροφολόγο, με σαφή καθορισμό των υπηρεσιών που δύναται να παρέχει, των επαγγελματικών του δικαιωμάτων, των αρμοδιοτήτων του και των ορίων άσκησης του επαγγέλματός του. Ειδικότερα, θα πρέπει να διευκρινιστεί κατά πόσο ο Κλινικός Διατροφολόγος δύναται να παρέχει εξειδικευμένη διατροφική αξιολόγηση, καθοδήγηση και υποστήριξη σε πρόσωπα με συγκεκριμένες διατροφικές ανάγκες, μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου ή καταστάσεις που απαιτούν εξατομικευμένη διατροφική παρέμβαση.
Η εισηγούμενη προσθήκη δημιουργεί πάρα πολλά ερωτήματα ως προς τα καθήκοντα των επαγγελματιών που καθορίζονται ειδικά σε σχέση με προσόντα που αποκτούνται από τη Γερμανία. Θα πρέπει να εξηγηθεί που θα μπορούσε να καταταχθούν π.χ. οι certified nutrition therapists της Γερμανίας, οι οποίοι στη Γερμανία ασκούν καθήκοντα κλινικού διαιτολόγου όπως περιγράφονται στο εν λόγω άρθρο. Στην κατηγορία “διατροφολόγου” όμως δεν μπορούν να ασχοληθούν με ασθενείς με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξασκήσουν το επάγγελμα τους στην Κύπρο αφού μόνο με υγιή άτομα μπορούν να ασχοληθούν οι διατροφολόγοι. Από την ούτε στην κατηγορία “διαιτολόγος” ή “κλινικός διαιτολογος” δεν μπορούν να εγγραφούν γιατί για εγγραφή ως διαιτολόγος πρέπει αν έχεις πτυχίο με τίτλο σπουδών στη διαιτολογία όπως διαμορφώθηκε το Άρθρο 9.
Περαιτέρω, ποια η διαφορά μεταξύ «σχεδιασμού συγκεκριμένων ατομικών διαιτολογίων ή μενού για υγιή άτομα» που μπορούν να προσφέρουν οι διαιτολόγοι με τα «ατομικά προγράμματα διατροφής…υγιών ατόμων» που μπορούν να προσφέρουν οι διατροφολόγοι;
Ποιες είναι οι συγκεκριμένες καταστάσεις υγείας που θα δικαιούνται να ασχολούνται οι διαιτολόγοι;
Ποια η διαφορά της «κλινικής διατροφικής» και «κλινικής διαιτολογικής» θεραπευτικής αγωγής;
Περαιτέρω, στο Άρθρο 9 προβλέπεται η δυνατότητα αναγνώρισης κλινικών διατροφολόγων χωρίς να καθορίζονται εντούτοις τα καθήκοντα τους και ποια η διαφοροποίηση τους από τους κλινικούς διαιτολόγους ή τους διαιτολόγους.
Πέραν τούτου, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός για τους διαιτολόγους και κλινικούς διαιτολόγους για να παρέχουν υπηρεσίες και σε υγιή άτομα με αποτέλεσμα να δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ διαιτολόγων και κλινικών διαιτολόγων από τη μια, οι οποίοι εξαιρούνται από την καταβολή ΦΠΑ ως επαγγέλματα στον τομέα της υγείας και των διατροφολόγων από την άλλη οι οποίοι μάλλον δεν θα εξαιρούνται ή σε κάθε περίπτωση δεν είναι σίγουρο ότι θα εξαιρούνται. Οποιοδήποτε πρόσωπο θα προτιμήσει να αποταθεί σε κάποιον ο οποίος δεν θα τον χρεώσει ΦΠΑ.
Το προτεινόμενο άρθρο φαίνεται να επεκτείνει τη ρύθμιση πέραν της προστασίας επαγγελματικών τίτλων και προς την αποκλειστική κατοχύρωση συγκεκριμένων επαγγελματικών πράξεων («protected acts»), όπως η παροχή εξατομικευμένων διατροφικών προγραμμάτων, διατροφικών παρεμβάσεων και υποστήριξης μη υγιών ατόμων. Οι πρόνοιες για τα απαιτούμενα προσόντα και την εγγραφή διατροφολόγων και κλινικών διαιτολόγων χρειάζεται να αποσαφηνίζουν ότι δεν αποκλείονται επαγγελματίες άλλων συναφών κλάδων, όπως για παράδειγμα η Φυσικοπαθητική (naturopathy) ή η λειτουργική διατροφή (functional nutrition), ή Nutrition medicine, ή Nutrition therapy ή Holistic nutrition από την παροχή υπηρεσιών πρόληψης, θεραπείας και διατροφικής καθοδήγησης, εφόσον δεν χρησιμοποιούνται οι προστατευόμενοι τίτλοι του παρόντος Νόμου. Η περιγραφή των καθηκόντων διαιτολόγων και διατροφολόγων θα πρέπει να αποσαφηνίζει ρητά ότι η παροχή υπηρεσιών διατροφολογίας από άλλους επαγγελματίες, στο πλαίσιο της άσκησης του επαγγέλματός τους, όπως οι Φυσικοπαθητικοί (Naturopaths), δεν απαγορεύεται, έτσι ώστε να αποφεύγεται η ακούσια ποινικοποίηση ή ο περιορισμός τους, νοουμένου ότι δεν χρησιμοποιούνται ή παρουσιάζονται οι προστατευόμενοι τίτλοι του «διαιτολόγου» ή «κλινικού διαιτολόγου» σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο. Οι πρόνοιες του νομοσχεδίου αναφορικά με την παροχή διατροφικών υπηρεσιών και ιδιαίτερα η διάκριση μεταξύ διατροφολόγου, διαιτολόγου και κλινικού διαιτολόγου δημιουργούν ασάφεια ως προς το κατά πόσο άλλοι επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της υγείας, όπως οι Φυσικοπαθητικοί (Naturopaths), δύνανται να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες διατροφολογίας στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Η παροχή διατροφικών προγραμμάτων και διατροφικής υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένων μη υγιών ατόμων, αποτελεί μέρος της εκπαίδευσης και του επαγγελματικού πεδίου της Φυσικοπαθητικής σε αρκετές χώρες, όπου οι σχετικές σπουδές περιλαμβάνουν κλινική εκπαίδευση στη διατροφή, την πρόληψη και τη διαχείριση/θεραπεία θεμάτων υγείας μέσω φυσικών και διατροφικών παρεμβάσεων. Ως εκ τούτου, η διατύπωση του νομοσχεδίου ενδέχεται να ερμηνευθεί με τρόπο που περιορίζει δυσανάλογα τη νόμιμη άσκηση άλλων συναφών επαγγελμάτων. Αυτό πιθανόν να εγείρει ζητήματα συμβατότητας με τις αρχές της αναλογικότητας, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων που κατοχυρώνονται από το δίκαιο και τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για αποφυγή νομικής αβεβαιότητας, εισηγούμαστε όπως διευκρινιστεί ρητά ότι η παροχή υπηρεσιών διατροφολογίας από άλλους επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της υγείας, όπως οι Φυσικοπαθητικοί (Naturopaths), σε υγιής και/ή μη υγιείς άτομα, στο πλαίσιο της άσκησης του επαγγέλματός τους, δεν απαγορεύεται, νοουμένου ότι δεν χρησιμοποιούνται οι προστατευόμενοι τίτλοι του «διαιτολόγου» ή «κλινικού διαιτολόγου» σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο.