68 – Διαδικασία Ακρόασης
21.-(1) Η ακρόαση της υπόθεσης ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου διενεργείται και ολοκληρώνεται, με βάση τις διατάξεις που προβλέπονται στο Νόμο και στους παρόντες Κανονισμούς και με βάση διατάξεις που είναι δυνατό να ορίζονται με γενικές οδηγίες του Πειθαρχικού Συμβουλίου.
(2) Η ακρόαση της υπόθεσης διεξάγεται, όσο είναι δυνατόν, κατά τα πρότυπα της συνοπτικής ποινικής διαδικασίας, ενώ το Πειθαρχικό Συμβούλιο δε δεσμεύεται από το εκάστοτε ισχύον δίκαιο της απόδειξης, αλλά, τηρουμένων των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, εκτιμά τις αποδείξεις που προσάγονται ενώπιον του με ελεύθερη κρίση.
(3) Το Συμβούλιο δύναται, κατά την απόλυτη κρίση του, να αναθέτει καθήκοντα Κατηγορούσας Αρχής είτε στον Πρόεδρο του, είτε σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο μέλος του, είτε σε εγγεγραμμένο δικηγόρο.
(4) Αν το μέλος εμφανιστεί ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου την ημερομηνία που ορίστηκε για την ακρόαση της υπόθεσης, η διαδικασία της ακρόασης γίνεται ως ακολούθως:
(α) Ο ερευνών λειτουργός της υπόθεσης καταθέτει ενώπιον του Συμβουλίου τη μαρτυρία επί της οποίας βασίζεται το κατηγορητήριο εναντίον του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία κατατίθεται σε γραπτή μορφή και περιλαμβάνει καταθέσεις και οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο υλικό το οποίο σχετίζεται με το περιεχόμενο της κατάθεσης ή άλλο υλικό το οποίο παραλήφθηκε κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας, και ο κατηγορούμενος δικαιούται να ζητήσει από το Πειθαρχικό Συμβούλιο την κλήτευση οποιουδήποτε προσώπου του οποίου η μαρτυρία έχει, ως ανωτέρω, κατατεθεί σε γραπτή μορφή, ώστε να το αντεξετάσει σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας αυτής.
(β) Το Συμβούλιο, μέσω του εκπροσώπου του, ή μέσω του δικηγόρου που το εκπροσωπεί, δικαιούται να κλητεύσει ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου οποιοδήποτε πρόσωπο για να διευκρινίσει ή να επεξηγήσει οποιοδήποτε ζήτημα προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει ήδη καταθέσει, και το πρόσωπο αυτό δύναται να αντεξεταστεί από την πλευρά του κατηγορούμενου.
(γ) Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος καταθέτει ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου τη μαρτυρία επί της οποίας βασίζει την υπεράσπιση του και την καταθέτει σε γραπτή μορφή και περιλαμβάνει μαρτυρία προσώπων, περιλαμβανομένης και της μαρτυρίας του ιδίου του καταγγελλομένου εάν το επιθυμεί και οποιοδήποτε σχετικό με την μαρτυρία αυτή έγγραφο ή άλλο υλικό, και ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου ή ο δικηγόρος του δύναται να ζητήσει την κλήτευση οποιουδήποτε προσώπου του οποίου η μαρτυρία έχει, ως ανωτέρω, κατατεθεί σε γραπτή μορφή, ώστε να το αντεξετάσει σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας αυτής.
(δ) Ο κατηγορούμενος δικαιούται να καλέσει περαιτέρω μάρτυρες προς υπεράσπιση του.
(ε) Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης και αντεξέτασης των μαρτυρίων των δύο μερών, το Πειθαρχικό Συμβούλιο καλεί τα μέρη σε αγορεύσεις. Αγορεύει πρώτα η πλευρά του μέρους που κάλεσε τελευταίο μάρτυρα και στη συνέχεια το άλλο μέρος και το Πειθαρχικό Συμβούλιο εκδίδει γραπτή αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποφασίζει κατά πόσον έχει αποδειχθεί ή όχι ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος για το πειθαρχικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και, κατά περίπτωση, καταδικάζει τον κατηγορούμενο ή τον απαλλάσσει.
(στ) Σε περίπτωση που το κατηγορούμενος μέλος κρίνεται ένοχο και καταδικάζεται, το Πειθαρχικό Συμβούλιο, αφού καλέσει τον κατηγορούμενο να αγορεύσει για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εκδίδει γραπτή αιτιολογημένη απόφαση με την οποία του επιβάλλει οποιανδήποτε από τις πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 21 του Νόμου.
(5) Κατά την επιμέτρηση της ποινής το Πειθαρχικό Συμβούλιο, αφού προηγουμένως ακούσει τον κατηγορούμενο, λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων –
(α) Τη σοβαρότητα του παραπτώματος
(β) την προηγούμενη επαγγελματική διαγωγή του κατηγορούμενου· και
(γ) τις ειδικές συνθήκες που περιβάλλουν την τέλεση του παραπτώματος, και επιβάλλει την ποινή την οποία οι περιστάσεις του παραπτώματος δικαιολογούν.
(6) Ειδοποίηση κλήσης σε οποιοδήποτε πρόσωπο, για να εμφανιστεί ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου για να δώσει μαρτυρία ή για να καταθέσει έγγραφα ή άλλο υλικό, ετοιμάζεται κατά τον Τύπο Β που παρατίθεται στο Παράρτημα των παρόντων Κανονισμών, υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου και παραδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Κανονισμού 17 των παρόντων Κανονισμών.
Τέλος