44 – Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση Διαιτολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Διατροφολόγων
Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση Διαιτολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Διατροφολόγων
7.(1) Για τους σκοπούς ανανέωσης της ετήσιας άδειας ασκήσεως επαγγέλματος:
(α) κάθε εγγεγραμμένος διατροφολόγος / κλινικός διατροφολόγος οφείλει να συμπληρώσει, εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών, τουλάχιστον σαράντα (40) μόρια συνεχιζόμενης διατροφικής / διαιτολογικής εκπαίδευσης,
(β) κάθε εγγεγραμμένος διαιτολόγος οφείλει να συμπληρώσει, εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών, τουλάχιστον πενήντα (50) μόρια συνεχιζόμενης διατροφικής / διαιτολογικής εκπαίδευσης και
(γ) κάθε εγγεγραμμένος κλινικός διαιτολόγος οφείλει να συμπληρώσει, εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών, τουλάχιστον εβδομήντα πέντε (75) μόρια συνεχιζόμενης διατροφικής / διαιτολογικής εκπαίδευσης.
(2) Η συμπλήρωση των απαιτούμενων μορίων στα πλαίσια της συνεχιζόμενης διατροφικής / διαιτολογικής εκπαίδευσης θα ελέγχεται από το Συμβούλιο κατά την εξέταση της ανανέωσης ετήσιας άδειας ασκήσεως επαγγέλματος:
(3) Τα προγράμματα συνεχιζόμενης διατροφικής / διαιτολογικής εκπαίδευσης και οι φορείς που θα παρέχουν τα προγράμματα αυτά θα πρέπει να αναγνωρίζονται εκ των προτέρων από το Συμβούλιο ή από οποιαδήποτε επιτροπή δύναται να συσταθεί από το Συμβούλιο για τον σκοπό αυτό.
Τέλος
Η πρόβλεψη για συνεχιζόμενη εκπαίδευση αποτελεί θετική ρύθμιση. Ωστόσο, εντοπίζονται σημαντικά ζητήματα εφαρμογής και ερμηνείας που χρήζουν διευκρίνισης.
Καταρχάς, υπάρχει ασάφεια ως προς τον χρονικό ορίζοντα αξιολόγησης των απαιτούμενων μορίων. Συγκεκριμένα, ενώ η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ανανεώνεται ετησίως, η υποχρέωση συνεχιζόμενης εκπαίδευσης ορίζεται σε βάση πενταετίας, χωρίς να καθορίζεται με σαφήνεια η αφετηρία υπολογισμού της πενταετούς περιόδου ούτε η σύνδεσή της με την ετήσια διαδικασία ανανέωσης της άδειας.
Περαιτέρω, η ρύθμιση αφήνει σημαντικό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο Συμβούλιο, τόσο ως προς την αναγνώριση των προγραμμάτων συνεχιζόμενης εκπαίδευσης όσο και ως προς τους φορείς παροχής τους. Παρότι αυτό επιτρέπει ευελιξία, απουσιάζουν συγκεκριμένα και προκαθορισμένα κριτήρια αξιολόγησης, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε μη ομοιόμορφη εφαρμογή ή διαφορετικές ερμηνείες ανά περίπτωση.
ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΜΟΡΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ
Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και Έγκριση Εκπαιδευτικών Δραστηριοτήτων
Η συνεχιζόμενη επιστημονική επιμόρφωση αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την αναβάθμιση των επαγγελματικών γνώσεων και την προστασία της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, οι προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν προβληματισμό ως προς τον βαθμό ελέγχου που συγκεντρώνεται στο Συμβούλιο αναφορικά με την έγκριση και αναγνώριση εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων.
Δεν αποσαφηνίζονται επαρκώς:
• τα αντικειμενικά κριτήρια έγκρισης εκπαιδευτικών προγραμμάτων,
• οι διαδικασίες αξιολόγησης,
• οι λόγοι απόρριψης,
• ούτε οι διαδικασίες ένστασης ή επανεξέτασης.
Η αποκλειστική εξάρτηση της αναγνώρισης εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων από εγκρίσεις του Συμβουλίου ενδέχεται να δημιουργήσει υπερβολική γραφειοκρατία, περιορισμό της επιστημονικής δραστηριότητας και άνιση πρόσβαση σε εκπαιδευτικές ευκαιρίες.
Κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθούν:
• σαφή και διαφανή κριτήρια έγκρισης,
• δημόσια προσβάσιμος κατάλογος αναγνωρισμένων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων,
• αντικειμενικές διαδικασίες αξιολόγησης,
• και επαρκείς διαδικασίες ένστασης και επανεξέτασης.
Κανονισμός 7
Παράγραφος (1)
Υπάρχει αντίφαση στις διατάξεις αφού δεν αναφέρεται από πότε υπολογίζονται τα τελευταία πέντε έτη ενώ η άδεια ανανεώνεται ετησίως. Αντικειμενικά δεν θα μπορεί να εκπληρωθεί η απαίτηση για συνεχιζόμενη εκπαίδευση για σκοπούς ανανέωσης της άδειας.
Παράγραφος (3)
Θα πρέπει να αναγνωρίζονται και προγράμματα κατάρτισης άλλων κρατών μελών.
Η συνεχής επιστημονική επιμόρφωση αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και την προστασία της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, οι προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν σοβαρό προβληματισμό ως προς το οικονομικό και επαγγελματικό βάρος που ενδέχεται να επιβαρύνει κυρίως τους αυτοεργοδοτούμενους διαιτολόγους και διατροφολόγους.
Δεδομένου ότι η συμμετοχή σε προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης καθίσταται ουσιαστικά υποχρεωτική για τη διατήρηση και ανανέωση της άδειας άσκησης επαγγέλματος, οι αυτοεργοδοτούμενοι επαγγελματίες ενδέχεται να υποχρεώνονται:
• να αναστέλλουν προσωρινά τη λειτουργία των ιδιωτικών τους γραφείων,
• να χάνουν εισόδημα και προγραμματισμένα ραντεβού,
• και παράλληλα να συνεχίζουν να επωμίζονται τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεών τους, όπως ενοίκια, λογαριασμούς, ασφαλιστικές και άλλες επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Αντίθετα, επαγγελματίες που εργάζονται στον δημόσιο τομέα ή σε οργανωμένες δομές ενδέχεται να έχουν διαφορετικές διευκολύνσεις ή κάλυψη κατά τη διάρκεια τέτοιων εκπαιδεύσεων, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει άνιση μεταχείριση μεταξύ επαγγελματιών του ίδιου κλάδου.
Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα δωρεάν ή επιχορηγούμενων προγραμμάτων επιμόρφωσης, καθώς και ευέλικτων μορφών εκπαίδευσης, ώστε να μην δημιουργείται δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση ή επαγγελματική δυσχέρεια για τους αυτοεργοδοτούμενους επαγγελματίες.
Παρατήρηση επί του Άρθρου 44 – Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και Ανανέωση Άδειας
Η συνεχής επιστημονική επιμόρφωση αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και την προστασία της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, οι προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν εύλογο προβληματισμό ως προς το οικονομικό κόστος που ενδέχεται να επιβαρύνει αποκλειστικά τους επαγγελματίες.
Δεδομένου ότι η συμμετοχή σε προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης καθίσταται ουσιαστικά υποχρεωτική για τη διατήρηση και ανανέωση της άδειας άσκησης επαγγέλματος, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα δωρεάν ή επιχορηγούμενων προγραμμάτων επιμόρφωσης, τα οποία να διοργανώνονται ή να υποστηρίζονται από το Συμβούλιο ή/και την Πολιτεία.
Παράλληλα, θεωρείται απαραίτητο να καθοριστούν με σαφήνεια:
τα απαιτούμενα κριτήρια, οι ώρες εκπαίδευσης, οι διαδικασίες αναγνώρισης, καθώς και τυχόν οικονομικές επιβαρύνσεις.
Η μη πρόβλεψη τέτοιων μηχανισμών ενδέχεται να δημιουργήσει δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση για τους επαγγελματίες και άνιση πρόσβαση στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση και στην ανανέωση της επαγγελματικής άδειας.