07 – Διαδικασία εξέτασης Αίτησης για Έκδοση Πιστοποιητικού Υγείας
7. (1) Κατά την διαδικασία εξέτασης της αίτησης για έκδοση πιστοποιητικού υγείας ο Αιτητής είναι υποχρεωμένος να συμπληρώσει έντυπο αυτοαξιολόγησης, εγκεκριμένο από την Αρμόδια Αρχή ως αυτό εκάστοτε τροποποιείται από την Αρμόδια Αρχή, και να το παραδώσει στον εξετάζοντα ιατρό.
(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο 1 ανωτέρω ο Αιτητής εφόσον του ζητηθεί από τον εξετάζοντα ιατρό έχει την υποχρέωση να παρέχει οποιαδήποτε επιπρόσθετη πληροφορία που σχετίζεται με το ιατρικό ιστορικό του.
(3) Η Αρμόδια Αρχή είναι υπεύθυνη να αναρτά το έντυπο αυτοαξιολόγησης και ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα της Αρμόδιας Αρχής.
(4) Ο εξετάζων Ιατρός προχωρεί σε κλινική εξέταση του Αιτητή και ακολούθως συμπληρώνει κλινικό έντυπο στον ιατρικό φάκελο του Αιτητή.
(5) Ο εξετάζων ιατρός αξιολογεί τα αποτελέσματα όλων των ιατρικών ή/και απεικονιστικών ή/και εργαστηριακών εξετάσεων που απαιτούνται για την έκδοση του πιστοποιητικού υγείας.
(6) Σε περίπτωση που η κλινική αξιολόγηση του Αιτητή απαιτεί παραπομπή σε Iατρούς άλλων ειδικοτήτων, ο εξετάζων Ιατρός δίνει στον Αιτητή οδηγίες και παραπέμπει τον Αιτητή για εξέταση σε Ιατρό της απαιτούμενης ειδικότητας.
(7) Ο εξετάζων ιατρός συναξιολογώντας τα ενώπιον του στοιχεία προβαίνει σε έκδοση του πιστοποιητικού υγείας εντός 15 ημερών.
(8) Τα πιστοποιητικά υγείας εκδίδονται σε ειδικό έντυπο και θα φέρουν την υπογραφή και τη σφραγίδα του εξετάζοντα ιατρού.
(9) Δια του πιστοποιητικού υγείας θα βεβαιώνεται ότι ο Αιτητής είναι κατάλληλος για την άσκηση του επαγγέλματος και/ή για την απόκτηση επαγγελματικής άδειας και/ή για την άσκηση επαγγέλματος για θέση εργασίας που του προσφέρεται και/ή για διορισμό και/ή για την απόκτηση ιδιότητας για τα οποία υπέβαλε αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού υγείας, και ότι η κατάσταση υγείας του Αιτητή είναι τέτοια ώστε να μην ενέχει οποιονδήποτε κίνδυνο για την δημόσια υγεία.
(10) Το πιστοποιητικό υγείας θα εκδίδεται με την ρητή επιφύλαξη του ενδεχόμενου αναπροσαρμογής της ισχύος του, ως ορίζεται στο άρθρο 11 του παρόντος Νόμου.
(11) Κατά την λήξη της ισχύς του πιστοποιητικού υγείας το πρόσωπο το οποίο επιθυμεί την άσκηση και/ή την συνέχιση του επαγγέλματος του και/ή την απόκτηση και/ή την διατήρηση της επαγγελματικής άδειας και/ή την άσκηση επαγγέλματος για θέση εργασίας που του προσφέρεται και/ή τον διορισμό του και/ή την απόκτηση και/ή την διατήρηση ιδιότητας που συμπεριλαμβάνεται στο Μέρος III του παρόντος Νόμου, οφείλει να προβεί σε υποβολή αίτησης για επανέκδοση του πιστοποιητικού υγείας ως ο παρών νόμος ορίζει.
(12) Η Αρμόδια Αρχή έχει υποχρέωση όπως αναρτά το πρότυπο δείγμα του πιστοποιητικού υγείας ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα της Αρμόδιας Αρχής.
(13) Ο εξετάζων ιατρός οφείλει να διατηρεί ιατρικό φάκελο για κάθε Αιτητή στον οποίο οφείλει να συγκεντρώνει και καταχωρεί, τα πιο κάτω στοιχεία συμπληρωμένα με τις απαραίτητες πληροφορίες και δεδομένα του Αιτητή:
i. Την ολοκληρωμένη αίτηση.
ii. Το έντυπο αυτοαξιολόγησης της υγείας,
iii. Τη κλινική εξέταση.
iv. Τυχόν απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις.
v. Τυχόν αντίγραφα παραπεμπτικών σε άλλους Ιατρούς.
vi. Αντίγραφο του Πιστοποιητικού Υγείας που εκδόθηκε.
vii. Απόδειξη πληρωμής πιστοποιητικού υγείας.
Τέλος
Κρίνεται επιστημονικά και θεσμικά αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ρητά στο άρθρο 7 η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ του Πιστοποιητικού Υγείας, το οποίο αποσκοπεί στη διαπίστωση της πλήρωσης των προβλεπόμενων υγειονομικών προϋποθέσεων για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή δραστηριότητας, με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την προστασία της δημόσιας υγείας, και της αξιολόγησης της καταλληλότητας προς εργασία, η οποία αποτελεί διακριτή και εξειδικευμένη διαδικασία της Ιατρικής της Εργασίας και αφορά την ικανότητα του συγκεκριμένου εργαζομένου να εκτελεί συγκεκριμένη εργασία υπό συγκεκριμένες συνθήκες και απαιτήσεις.
Η διάκριση αυτή κρίνεται ουσιώδης, καθώς οι δύο διαδικασίες έχουν διαφορετικό σκοπό, διαφορετικό αντικείμενο αξιολόγησης και διαφορετικό επιστημονικό και θεσμικό πλαίσιο. Το Πιστοποιητικό Υγείας συνδέεται με την πλήρωση συγκεκριμένων υγειονομικών προϋποθέσεων που τίθενται από τη νομοθεσία για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή δραστηριότητας, ιδίως όταν συντρέχουν λόγοι προστασίας της δημόσιας υγείας. Αντίθετα, η αξιολόγηση της καταλληλότητας προς εργασία αφορά τη σχέση μεταξύ της κατάστασης υγείας του εργαζομένου και των πραγματικών απαιτήσεων, συνθηκών και κινδύνων της συγκεκριμένης θέσης εργασίας.
Στο πλαίσιο της Ιατρικής της Εργασίας, η έννοια της «καταλληλότητας» δεν δύναται να αντιμετωπίζεται ως γενικό και αδιαφοροποίητο χαρακτηριστικό της υγείας ενός προσώπου. Η καταλληλότητα αποτελεί εξατομικευμένη ιατρική κρίση σε σχέση με συγκεκριμένη εργασία, η οποία προϋποθέτει συνεκτίμηση των ουσιωδών απαιτήσεων της θέσης, των συνθηκών και του περιβάλλοντος εργασίας, των επαγγελματικών κινδύνων, καθώς και της κατάστασης υγείας του εργαζομένου.
Η αξιολόγηση αυτή αποτελεί κατεξοχήν αντικείμενο της Ιατρικής της Εργασίας και αποσκοπεί στην πρόληψη της επαγγελματικής βλάβης και στη διασφάλιση της υγείας και ασφάλειας του εργαζομένου. Η ιατρική κρίση του Ιατρού Εργασίας δεν αφορά μια γενική πιστοποίηση της υγείας του ατόμου, αλλά την αξιολόγηση της συμβατότητας μεταξύ της κατάστασης υγείας, των απαιτήσεων της συγκεκριμένης εργασίας και των κινδύνων στους οποίους πρόκειται να εκτεθεί ο εργαζόμενος.
Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό η χρήση του όρου «καταλληλότητα» στο προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο να μην δημιουργεί την εντύπωση ότι το Πιστοποιητικό Υγείας αποτελεί γενική βεβαίωση επαγγελματικής ή εργασιακής καταλληλότητας. Η έκδοση Πιστοποιητικού Υγείας για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως αυτοτελής διαπίστωση ότι το πρόσωπο είναι κατάλληλο για την εκτέλεση οποιασδήποτε συγκεκριμένης εργασίας, ανεξαρτήτως των πραγματικών συνθηκών και των επαγγελματικών κινδύνων.
Αντίστοιχα, η βεβαίωση ή η κρίση περί καταλληλότητας προς εργασία που εκδίδεται από τον Ιατρό Εργασίας στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι υποκαθιστά το Πιστοποιητικό Υγείας που απαιτείται δυνάμει της παρούσας νομοθεσίας για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή δραστηριότητας, όταν αυτό απαιτείται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
Κρίνεται, συνεπώς, σκόπιμο να προβλεφθεί ρητά ότι το Πιστοποιητικό Υγείας και η αξιολόγηση καταλληλότητας προς εργασία αποτελούν διακριτές ιατρικές διαδικασίες, με διαφορετικό σκοπό και πεδίο εφαρμογής, και ότι το ένα δεν υποκαθιστά το άλλο.
Η σαφής αυτή οριοθέτηση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική τόσο για την αποφυγή ερμηνευτικής σύγχυσης και επικαλύψεων αρμοδιοτήτων όσο και για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου. Παράλληλα, διασφαλίζεται ότι η αξιολόγηση της καταλληλότητας προς εργασία παραμένει συνδεδεμένη με το πραγματικό αντικείμενο και τη μεθοδολογία της Ιατρικής της Εργασίας, όπου η ιατρική κρίση δεν περιορίζεται στη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη μιας κατάστασης υγείας, αλλά προϋποθέτει αξιολόγηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ εργαζομένου, εργασίας και επαγγελματικού κινδύνου.
Κρίνεται, τέλος, σκόπιμο η ανωτέρω διάκριση να αποτυπωθεί με σαφήνεια τόσο στο κείμενο του Νόμου όσο και στα κατ’ εξουσιοδότηση αυτού Διατάγματα, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγχυση μεταξύ των υγειονομικών προϋποθέσεων που τίθενται για την προστασία της δημόσιας υγείας και της εξειδικευμένης αξιολόγησης της καταλληλότητας του εργαζομένου για συγκεκριμένη εργασία, η οποία αποτελεί αντικείμενο της Ιατρικής της Εργασίας.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ
<>
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΧΑΔΟΛΙΑΣ
ΙΑΤΡΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ MSc PhD
Κρίνεται επιστημονικά και θεσμικά αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ρητά στο άρθρο 7 η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ του Πιστοποιητικού Υγείας, το οποίο αποσκοπεί στη διαπίστωση της πλήρωσης των προβλεπόμενων υγειονομικών προϋποθέσεων για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή δραστηριότητας, με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την προστασία της δημόσιας υγείας, και της αξιολόγησης της καταλληλότητας προς εργασία, η οποία αποτελεί διακριτή και εξειδικευμένη διαδικασία της Ιατρικής της Εργασίας και αφορά την ικανότητα του συγκεκριμένου εργαζομένου να εκτελεί συγκεκριμένη εργασία υπό συγκεκριμένες συνθήκες και απαιτήσεις.
Η διάκριση αυτή κρίνεται ουσιώδης, καθώς οι δύο διαδικασίες έχουν διαφορετικό σκοπό, διαφορετικό αντικείμενο αξιολόγησης και διαφορετικό επιστημονικό και θεσμικό πλαίσιο. Το Πιστοποιητικό Υγείας συνδέεται με την πλήρωση συγκεκριμένων υγειονομικών προϋποθέσεων που τίθενται από τη νομοθεσία για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή δραστηριότητας, ιδίως όταν συντρέχουν λόγοι προστασίας της δημόσιας υγείας. Αντίθετα, η αξιολόγηση της καταλληλότητας προς εργασία αφορά τη σχέση μεταξύ της κατάστασης υγείας του εργαζομένου και των πραγματικών απαιτήσεων, συνθηκών και κινδύνων της συγκεκριμένης θέσης εργασίας.
Στο πλαίσιο της Ιατρικής της Εργασίας, η έννοια της «καταλληλότητας» δεν δύναται να αντιμετωπίζεται ως γενικό και αδιαφοροποίητο χαρακτηριστικό της υγείας ενός προσώπου. Η καταλληλότητα αποτελεί εξατομικευμένη ιατρική κρίση σε σχέση με συγκεκριμένη εργασία, η οποία προϋποθέτει συνεκτίμηση των ουσιωδών απαιτήσεων της θέσης, των συνθηκών και του περιβάλλοντος εργασίας, των επαγγελματικών κινδύνων, καθώς και της κατάστασης υγείας του εργαζομένου.
Η αξιολόγηση αυτή αποτελεί κατεξοχήν αντικείμενο της Ιατρικής της Εργασίας και αποσκοπεί στην πρόληψη της επαγγελματικής βλάβης και στη διασφάλιση της υγείας και ασφάλειας του εργαζομένου. Η ιατρική κρίση του Ιατρού Εργασίας δεν αφορά μια γενική πιστοποίηση της υγείας του ατόμου, αλλά την αξιολόγηση της συμβατότητας μεταξύ της κατάστασης υγείας, των απαιτήσεων της συγκεκριμένης εργασίας και των κινδύνων στους οποίους πρόκειται να εκτεθεί ο εργαζόμενος.
Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό η χρήση του όρου «καταλληλότητα» στο προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο να μην δημιουργεί την εντύπωση ότι το Πιστοποιητικό Υγείας αποτελεί γενική βεβαίωση επαγγελματικής ή εργασιακής καταλληλότητας. Η έκδοση Πιστοποιητικού Υγείας για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως αυτοτελής διαπίστωση ότι το πρόσωπο είναι κατάλληλο για την εκτέλεση οποιασδήποτε συγκεκριμένης εργασίας, ανεξαρτήτως των πραγματικών συνθηκών και των επαγγελματικών κινδύνων.
Αντίστοιχα, η βεβαίωση ή η κρίση περί καταλληλότητας προς εργασία που εκδίδεται από τον Ιατρό Εργασίας στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι υποκαθιστά το Πιστοποιητικό Υγείας που απαιτείται δυνάμει της παρούσας νομοθεσίας για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή δραστηριότητας, όταν αυτό απαιτείται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
Κρίνεται, συνεπώς, σκόπιμο να προβλεφθεί ρητά ότι το Πιστοποιητικό Υγείας και η αξιολόγηση καταλληλότητας προς εργασία αποτελούν διακριτές ιατρικές διαδικασίες, με διαφορετικό σκοπό και πεδίο εφαρμογής, και ότι το ένα δεν υποκαθιστά το άλλο.
Η σαφής αυτή οριοθέτηση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική τόσο για την αποφυγή ερμηνευτικής σύγχυσης και επικαλύψεων αρμοδιοτήτων όσο και για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου. Παράλληλα, διασφαλίζεται ότι η αξιολόγηση της καταλληλότητας προς εργασία παραμένει συνδεδεμένη με το πραγματικό αντικείμενο και τη μεθοδολογία της Ιατρικής της Εργασίας, όπου η ιατρική κρίση δεν περιορίζεται στη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη μιας κατάστασης υγείας, αλλά προϋποθέτει αξιολόγηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ εργαζομένου, εργασίας και επαγγελματικού κινδύνου.
Κρίνεται, τέλος, σκόπιμο η ανωτέρω διάκριση να αποτυπωθεί με σαφήνεια τόσο στο κείμενο του Νόμου όσο και στα κατ’ εξουσιοδότηση αυτού Διατάγματα, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγχυση μεταξύ των υγειονομικών προϋποθέσεων που τίθενται για την προστασία της δημόσιας υγείας και της εξειδικευμένης αξιολόγησης της καταλληλότητας του εργαζομένου για συγκεκριμένη εργασία, η οποία αποτελεί αντικείμενο της Ιατρικής της Εργασίας.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ
<>
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΧΑΔΟΛΙΑΣ
ΙΑΤΡΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ MSc PhD
(1) Σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που αναφέρονται στα Άρθρα 6 & 7, η όλη διαδικασία θα ολοκληρώνεται εντός περιθωρίου 30 ημερών. Κρίνουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις το χρονοδιάγραμμα αυτό μπορεί να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για εργοδότηση ή να ωθεί κάποια άτομα να ασκήσουν «παράνομα» κάποιο επάγγελμα αναμένοντας την έκδοση του πιστοποιητικού. Επιπλέον, όλες οι προσλήψεις στο δημόσιο θα πρέπει να καθυστερούν 1 μήνα από την αποδοχή του διορισμού για να υπάρχει ο χρόνος έκδοσης του πιστοποιητικού. Το ίδιο ισχύει και στην εκπαίδευση, κάτι που πιθανόν να προκαλέσει πρόβλημα στη λειτουργία των σχολείων.
(2) Ποιος επιλέγει τον εξετάζων ιατρό; Ο αιτητής ή η αρμόδια αρχή; Δεν καθορίζεται.
Εισήγηση ΣΤΕΚ: Δεν είναι σαφές αν η συνολική διαδικασία πρέπει να ολοκληρώνεται εντός 15 ημερών ή αν μπορεί να απαιτούνται μέχρι 15 ημέρες για το ραντεβού και άλλες 15 ημέρες για την έκδοση. Σε περίπτωση πρόσθετων εξετάσεων, η καθυστέρηση μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Αυτό δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα στις εποχικές και μαζικές προσλήψεις, αφού ο εργαζόμενος ενδέχεται να μην μπορεί να αρχίσει εργασία μέχρι την έκδοση του πιστοποιητικού.
Εισηγούμαστε να καθοριστεί μία σύντομη και δεσμευτική συνολική προθεσμία ολοκλήρωσης της διαδικασίας. Πρέπει επίσης να προβλεφθεί ταχεία διαδικασία για εποχικές και μαζικές προσλήψεις.
Εισήγηση ΣΤΕΚ: Δεν είναι δυνατό να αξιολογηθεί η πραγματική οικονομική επίπτωση του νομοσχεδίου χωρίς να γνωρίζουμε ποιες εξετάσεις θα απαιτούνται, πόσο συχνά θα επαναλαμβάνονται και ποιο θα είναι το συνολικό κόστος.
Εισηγούμαστε να εξεταστεί, σε συνεννόηση με τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας, κατά πόσο οι απαιτούμενες ιατρικές και εργαστηριακές εξετάσεις μπορούν να διενεργούνται μέσω του ΓεΣΥ. Σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να καθοριστούν εκ των προτέρων σαφείς και εύλογες χρεώσεις, ώστε να αποφεύγεται δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση.
Άρθρο 7(9)
Το υφιστάμενο λεκτικό προβλέπει ότι μέσω του Πιστοποιητικού Υγείας βεβαιώνεται ότι ο αιτητής είναι «κατάλληλος» για την άσκηση επαγγέλματος, για την απόκτηση επαγγελματικής άδειας, για θέση εργασίας που του προσφέρεται, για διορισμό (που?) ή για απόκτηση ιδιότητας για τα οποία (ποια οποία?) υπέβαλε αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού υγείας και ότι η κατάσταση της υγείας του δεν ενέχει οποιονδήποτε κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
Κρίνεται ότι η διατύπωση αυτή είναι ιδιαίτερα γενική και δυνατό να δημιουργήσει ερμηνευτικές δυσκολίες ως προς:
(α) τα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογείται η καταλληλότητα,
(β) την έννοια του «διορισμού»,
(γ) την έννοια της «ιδιότητας»,
(δ) καθώς και την εφαρμογή του απόλυτου κριτηρίου περί μη ύπαρξης οποιουδήποτε κινδύνου για τη δημόσια υγεία.
Επιπρόσθετα, θα ήταν χρήσιμο να συνδέεται σαφέστερα η ιατρική αξιολόγηση με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα ή σκοπό για τον οποίο ζητείται το πιστοποιητικό υγείας.
Εισήγηση
Γίνεται εισήγηση να εξεταστεί η αναδιατύπωση του άρθρου ώστε:
(α) να προβλέπονται αντικειμενικά και επιστημονικά τεκμηριωμένα κριτήρια αξιολόγησης,
(β) να συνδέεται η αξιολόγηση με τις ουσιώδεις απαιτήσεις της συγκεκριμένης δραστηριότητας,
(γ) να αποσαφηνίζονται οι έννοιες «διορισμός» και «ιδιότητα»,
(δ) να αποφεύγεται η απόλυτη διατύπωση περί μη ύπαρξης οποιουδήποτε κινδύνου για τη δημόσια υγεία και να αντικαθίσταται από αξιολόγηση τεκμηριωμένου και ουσιώδους κινδύνου.
Προτεινόμενη διατύπωση – Άρθρο 7(9)
Δια του πιστοποιητικού υγείας βεβαιώνεται ότι, βάσει της ιατρικής αξιολόγησης και των αντικειμενικών, επιστημονικά τεκμηριωμένων και εφαρμοστέων κριτηρίων που προβλέπονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, ο Αιτητής είναι ιατρικώς κατάλληλος για την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος ή/και την κατοχή της συγκεκριμένης θέσης εργασίας ή/και τον συγκεκριμένο διορισμό ή/και την απόκτηση της συγκεκριμένης ιδιότητας ή επαγγελματικής άδειας για την οποία υποβάλλεται η αίτηση.
Η αξιολόγηση πραγματοποιείται σε σχέση με τις ουσιώδεις απαιτήσεις και τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης δραστηριότητας και λαμβάνει υπόψη μόνο τις πληροφορίες και τα ιατρικά δεδομένα που είναι αναγκαία και πρόσφορα για τον σκοπό αυτό.
Η ύπαρξη ασθένειας, αναπηρίας ή άλλης κατάστασης υγείας δεν συνιστά, από μόνη της, λόγο μη έκδοσης του πιστοποιητικού, εφόσον δεν επηρεάζει ουσιωδώς την πλήρωση των απαιτούμενων προϋποθέσεων για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Πιστοποιητικό δεν εκδίδεται ή δύναται να ανασταλεί μόνο όταν, βάσει αντικειμενικών και τεκμηριωμένων ιατρικών κριτηρίων, διαπιστώνεται ουσιώδης και μη αποδεκτός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία ή/και για την ασφάλεια του ίδιου του Αιτητή ή τρίτων σε σχέση με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Το έντυπο αυτοαξιολόγησης πρέπει να περιλαμβάνει αποκλειστικά ερωτήσεις που συνδέονται άμεσα και αποδεδειγμένα με τον σκοπό του συγκεκριμένου πιστοποιητικού. Δεν πρέπει να ζητούνται γενικές ή υπέρμετρες πληροφορίες που παραβιάζουν την ιδιωτικότητα ή δεν είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση της συγκεκριμένης εργασίας ή δραστηριότητας.
Άρθρο 7 (4) “Ο εξετάζων Ιατρός προχωρεί σε κλινική εξέταση του Αιτητή και ακολούθως συμπληρώνει κλινικό έντυπο στον ιατρικό φάκελο του Αιτητή.”
Η διαδικασία πρέπει να είναι πλήρως προσβάσιμη σε άτομα με κινητικές, αισθητηριακές, νοητικές ή άλλες αναπηρίες. Για πρόσωπα που είναι κλινήρη, έχουν σοβαρή κινητική αναπηρία ή αδυνατούν αποδεδειγμένα να μετακινηθούν, πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα κατ’ οίκον εξέτασης, χωρίς δυσανάλογη πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση. (π.χ. έκδοση πιστοποιητικού για άτομο κλινήρη που το επάγγελμα του ασκείται με τηλεργασία στην εκπαιδευτική υπηρεσία ή στο Δημόσιο, έστω και αν αυτά τα περιστατικά είναι μεμονομένα)
Η ΟΣΑΚ εισηγείται να προβλεφθεί ρητά ότι η ύπαρξη χρόνιας ασθένειας, αναπηρίας, ψυχικής διαταραχής, ιστορικού ασθένειας ή η λήψη συγκεκριμένης θεραπείας δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να οδηγεί σε μη έκδοση πιστοποιητικού, σε περιορισμό της διάρκειας ισχύος του ή σε αποκλεισμό από εργασία, διορισμό, εκπαίδευση ή απόκτηση άδειας. Η αξιολόγηση πρέπει να είναι εξατομικευμένη, να αφορά την πραγματική δυνατότητα του προσώπου να εκτελεί τα ουσιώδη καθήκοντα της συγκεκριμένης εργασίας ή δραστηριότητας και να λαμβάνει υπόψη τη δυνατότητα παροχής εύλογων προσαρμογών στον χώρο εργασίας ή εκπαίδευσης. Θα πρέπει, επίσης, να προστεθεί ρητή διάταξη που να απαγορεύει οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω αναπηρίας, χρόνιας πάθησης, ψυχικής διαταραχής ή ιστορικού ασθένειας.
Η έννοια της «καταλληλότητας» για την άσκηση επαγγέλματος, την εργοδότηση, τον διορισμό ή την απόκτηση επαγγελματικής άδειας διατυπώνεται με ιδιαίτερα ευρύ τρόπο, χωρίς να καθορίζονται σαφή, αντικειμενικά και επιστημονικά τεκμηριωμένα κριτήρια για κάθε επάγγελμα ή κατηγορία προσώπων.
7.(2) – Εισήγηση ΠΑΣΥΞΕ: Να προστεθεί στο η ακόλουθη φράση στο τελός «νοουμένου ότι αυτή σχετίζεται άμεσα με τις απαιτούμενες εξετάσεις και είναι συναφής με τη φύση και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του επαγγέλματός του».
7.(6) – Εισήγηση ΠΑΣΥΞΕ: Σε περίπτωση που απαιτείται παραπομπή σε Ιατρό άλλης ειδικότητας, η σχετική εξέταση να διευθετείται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία της παραπομπής, ώστε να αποφεύγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και να διασφαλίζεται η έγκαιρη ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης του Πιστοποιητικού Υγείας.
7.(7) – Εισήγηση ΠΑΣΥΞΕ: Να προστεθεί στο τέλος της πρόνοιας η φράση «από την ημερομηνία ηλεκτρονικής αποδοχής της αίτησης».
7.(11) – Εισήγηση ΠΑΣΥΞΕ: Να προστεθούν στο τέλος οι ακόλουθες πρόνοιες:
««Νοείται ότι, σε περίπτωση ανανέωσης Πιστοποιητικού Υγείας, εφόσον ο Αιτητής υποβάλει την αίτηση ανανέωσης τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν από τη λήξη του, το υφιστάμενο Πιστοποιητικό Υγείας παραμένει σε ισχύ μέχρι τη λήψη οριστικής απόφασης επί της αίτησης ανανέωσης.»
Διαδικασία Εξέτασης Αίτησης
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Το άρθρο περιγράφει επαρκώς την κλινική ροή, αφήνει όμως τέσσερα ουσιώδη κενά: τη μορφή του πιστοποιητικού, το περιεχόμενο της βεβαίωσης, τη χρηματοδότηση των παραπομπών και την τήρηση του ιατρικού φακέλου.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΠΑΣΙΝ
– Εδάφιο (8): Ο ΠΑΣΙΝ εισηγείται την υποχρεωτική ηλεκτρονική έκδοση του πιστοποιητικού, με μοναδικό αναγνωριστικό και δυνατότητα επαλήθευσης της ισχύος του μέσω μητρώου της Αρμόδιας Αρχής. Η έντυπη μορφή με σφραγίδα να διατηρηθεί μόνο ως εναλλακτική. Χωρίς ηλεκτρονική επαλήθευση, οι εργοδότες θα υποχρεωθούν να συλλέγουν και να αρχειοθετούν χάρτινα ιατρικά έγγραφα εκατοντάδων εργαζομένων.
– Εδάφιο (9): Η διάταξη συγχέει δύο διαφορετικές κρίσεις — την καταλληλότητα για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος και την απουσία κινδύνου για τη δημόσια υγεία. Εισηγούμαστε τον σαφή διαχωρισμό τους και τη πρόνοια ότι προς τον εργοδότη κοινοποιείται αποκλειστικά το πόρισμα («κατάλληλος» / «κατάλληλος με περιορισμούς» / «μη κατάλληλος»), και ουδέποτε κλινικά ευρήματα ή διάγνωση.
– Εδάφιο (6): Να διευκρινιστεί εάν ο ιατρός στον οποίο γίνεται η παραπομπή οφείλει να είναι εγγεγραμμένος στον Κατάλογο, καθώς και εάν το κόστος της παραπομπής και των συνακόλουθων εξετάσεων καλύπτεται από το τέλος του άρθρου 8 ή βαρύνει επιπρόσθετα τον Αιτητή.
– Εδάφιο (13): Δεν καθορίζεται περίοδος τήρησης του ιατρικού φακέλου ούτε ο Υπεύθυνος Επεξεργασίας όταν ο εξετάζων ιατρός είναι μισθωτός. Να καθοριστεί ρητή περίοδος τήρησης και να οριστεί ότι, όπου η εξέταση διενεργείται εντός αδειοδοτημένου νοσηλευτηρίου, ο φάκελος αποτελεί αρχείο του νοσηλευτηρίου και δεν μεταφέρεται με τον ιατρό σε περίπτωση αποχώρησής του.
– Ο ΠΑΣΙΝ υποστηρίζει την ήδη κατατεθείσα εισήγηση για δυνατότητα διενέργειας των εξετάσεων στις εγκαταστάσεις του εργοδότη, όπου το επιτρέπει η φύση τους, και εισηγείται η δυνατότητα αυτή να επεκταθεί ώστε Εγκεκριμένα Κέντρα να διοργανώνουν επιτόπιες συνεδρίες σε χώρους εργοδοτών υπό καθορισμένες προϋποθέσεις ιδιωτικότητας και κλινικής επάρκειας.
Πως θα γίνεται η αξιολόγηση της σωματικής και ψυχικής τους υγείας, ποιες είναι οι απεικονιστικές ή εργαστηριακές εξετάσεις που θα υποβάλλονται οι ενδιαφερόμενοι θα είναι ίδιες για όλους?
Τι γίνεται αν κάποιος ανήκει ταυτόχρονα σε 2-3 ομάδες πληθυσμού ή επαγγέλματος?
Ως επιχείρηση τροφίμων με άνω των 2500 εργαζομένων: “όπου απαιτείται και κλινική εξέταση από εξετάζοντα ιατρό, η ατομική μετάβαση μεγάλου αριθμού εργαζομένων σε ιατρό για έκδοση ή ανανέωση του πιστοποιητικού θα δημιουργήσει σημαντικές απουσίες, μετακινήσεις και απώλεια εργατοωρών”.
Στις περιπτώσεις των χειριστών τροφίμων και νοουμένου οτι οι κλινικές εξετάσεις είναι καθαρές, θα πρέπει το πιστοποιητικό να εκδίδεται μαζικά και άμεσα.
Πρέπει να αναφέρονται μέσα στο νομοσχέδιο ή σε κάποιο παράρτημα ποιές αναλύσεις και κλινικές εξετάσεις απαιτούνται για κάθε ειδικότητα ή ανα περίπτωση ξεχωριστά.
Το Υπουργείο Άμυνας εισηγείται όπως, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης αίτησης για έκδοση πιστοποιητικού υγείας, προβλεφθεί η υποχρέωση των αρρένων Κυπρίων πολιτών να προσκομίζουν Πιστοποιητικό Στρατολογικής Κατάστασης Τύπου «Α», στο οποίο να αναγράφονται τυχόν λόγοι υγείας για τους οποίους κρίθηκαν ακατάλληλοι για στράτευση (Ι/5) ή απαλλάχθηκαν οριστικά ή προσωρινά από την υποχρέωση εκπλήρωσης στρατιωτικής θητείας.
Η πιο πάνω ρύθμιση θα παρέχει τη δυνατότητα στον εξετάζοντα ιατρό να λαμβάνει γνώση και να συνεκτιμά, κατά την τρέχουσα ιατρική αξιολόγηση, προγενέστερους σοβαρούς λόγους σωματικής ή/και ψυχικής υγείας, οι οποίοι ενδέχεται να είναι συναφείς με την έκδοση του αιτούμενου πιστοποιητικού. Νοείται ότι η προηγούμενη στρατολογική κρίση δεν θα προδικάζει αφ’ εαυτής την έκβαση της εξέτασης, αλλά οι σχετικές πληροφορίες θα τίθενται ενώπιον του εξετάζοντος ιατρού για αξιολόγηση.
Παράλληλα, η προτεινόμενη ρύθμιση εκτιμάται ότι δύναται να λειτουργήσει αποτρεπτικά έναντι ενδεχόμενης καταχρηστικής επίκλησης λόγων υγείας προς αποφυγή εκπλήρωσης της υποχρέωσης στρατιωτικής θητείας, αφού οι λόγοι αυτοί θα δύνανται, εφόσον είναι συναφείς, να αξιολογούνται και στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας έκδοσης πιστοποιητικού υγείας.
Ως επιχείρηση παραγωγής και πώλησης προϊόντων, με πέραν των 400 εργαζομένων, θεωρούμε ότι η νέα διαδικασία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις πρακτικές δυσκολίες που δημιουργούνται σε επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό χειριστών τροφίμων.
Μέχρι σήμερα, για την έκδοση πιστοποιητικού υγείας οι εργαζόμενοί μας πραγματοποιούν τις απαιτούμενες εργαστηριακές εξετάσεις και στη συνέχεια προχωρούν στην έκδοση του πιστοποιητικού.
Με την προτεινόμενη διαδικασία, όπου απαιτείται και κλινική εξέταση από εξετάζοντα ιατρό, η ατομική μετάβαση μεγάλου αριθμού εργαζομένων σε ιατρό για έκδοση ή ανανέωση του πιστοποιητικού θα δημιουργήσει σημαντικές απουσίες, μετακινήσεις και απώλεια εργατοωρών.
Επίσης, θα ήταν χρήσιμο να εξεταστεί κατά πόσο, σε περιπτώσεις όπως οι χειριστές τροφίμων, όπου υπάρχουν οι απαιτούμενες πρόσφατες εργαστηριακές εξετάσεις, μπορεί να εφαρμόζεται απλοποιημένη διαδικασία όπου αυτό είναι ιατρικά αποδεκτό.
Τέλος, θα πρέπει να διευκρινιστεί τι γίνεται όταν η αίτηση για ανανέωση έχει υποβληθεί έγκαιρα αλλά η έκδοση του νέου πιστοποιητικού καθυστερεί για λόγους που δεν εξαρτώνται από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη, ώστε να μην δημιουργείται πρόβλημα στη συνέχιση της εργασίας.
Άρθρα 7(7), 9(3), 10(2) – Ο χρόνος εξέτασης για σκοπούς έκδοσης του πιστοποιητικού, εάν σε αυτόν προστεθεί και ο χρόνος εξέτασης ένστασης, μπορεί να ξεπεράσει τον 1 μήνα. Αυτό θα πρέπει να απασχολήσει σε σχέση με την ημερομηνία διορισμού/πρόσληψης εφόσον ενδέχεται να την ξεπερνά και συχνά οι διαδικασίες πρόσληψης γίνονται για σκοπούς κάλυψης άμεσων, επιτακτικών αναγκών. Πιθανόν η μείωση του προβλεπόμενου χρόνου στις 7 μέρες αντί στις 15 να ήταν μία λύση. Σε περίπτωση που ο ιατρός εργασίας ενός Δήμου θα συγκαταλέγεται στον κατάλογο εξουσιοδοτημένων από τον Υπουργό ιατρών κατά τρόπο υποχρεωτικό, τότε ο χρόνος εξέτασης θα μπορούσε να μειωθεί ακόμη περισσότερο.
Εισήγηση σχετικά με τη δυνατότητα διενέργειας ιατρικών εξετάσεων στις εγκαταστάσεις του εργοδότη
Σε σχέση με το προτεινόμενο νομοσχέδιο «Ο περί Έκδοσης Πιστοποιητικών Υγείας Νόμος του 2026», εισηγούμαστε όπως εξεταστεί η πρόβλεψη δυνατότητας διενέργειας των απαιτούμενων ιατρικών εξετάσεων στις εγκαταστάσεις του εργοδότη, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις επιχειρήσεων που απασχολούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων.
Για επιχειρήσεις με σημαντικό αριθμό προσωπικού, η ανάγκη μετακίνησης δεκάδων εργαζομένων σε ιατρικά κέντρα για την έκδοση ή ανανέωση των πιστοποιητικών υγείας δημιουργεί σημαντική οργανωτική και λειτουργική επιβάρυνση. Ενδεικτικά, για μία επιχείρηση με 50 ή περισσότερους εργαζομένους, απαιτείται ο προγραμματισμός πολλαπλών απουσιών από την εργασία, μετακινήσεων και αντικαταστάσεων προσωπικού, με αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικού αριθμού παραγωγικών ωρών και τη διατάραξη της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης.
Ως εκ τούτου, προτείνεται όπως παρέχεται η δυνατότητα, όπου το επιτρέπει η φύση των απαιτούμενων εξετάσεων, ο εξουσιοδοτημένος ιατρός να επισκέπτεται τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης και να πραγματοποιεί επί τόπου τις προβλεπόμενες εξετάσεις.
Η δυνατότητα αυτή θα μπορούσε να παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θα καθοριστούν από την αρμόδια αρχή, όπως η ύπαρξη κατάλληλου χώρου για τη διενέργεια της εξέτασης, η διασφάλιση της ιδιωτικότητας και του ιατρικού απορρήτου, καθώς και η πλήρης τήρηση των ίδιων ιατρικών κριτηρίων και διαδικασιών που θα εφαρμόζονταν σε ιατρικό κέντρο.
Σε περίπτωση που συγκεκριμένες εξετάσεις απαιτούν εξειδικευμένο εξοπλισμό ή δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν με ασφάλεια και αξιοπιστία στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, αυτές θα μπορούν να διενεργούνται σε κατάλληλο ιατρικό κέντρο.
Θεωρούμε ότι η πιο πάνω πρόνοια δεν διαφοροποιεί ούτε μειώνει το επίπεδο του απαιτούμενου υγειονομικού ελέγχου, αλλά προσφέρει έναν πρακτικότερο και αποτελεσματικότερο τρόπο εφαρμογής της νομοθεσίας για επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Παράλληλα, περιορίζει σημαντικά την απώλεια παραγωγικού χρόνου, τις μετακινήσεις και τη διοικητική επιβάρυνση τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους εργαζομένους.
Επιπρόσθετα, η δυνατότητα διενέργειας των εξετάσεων στις εγκαταστάσεις μεγάλων εργοδοτών αναμένεται να συμβάλει και στη μείωση της προσέλευσης και του συνωστισμού στα ιατρικά κέντρα, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένης ζήτησης για έκδοση ή ανανέωση πιστοποιητικών υγείας. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να διευκολυνθεί η καλύτερη διαχείριση του φόρτου εργασίας των ιατρικών κέντρων και να εξυπηρετούνται αποτελεσματικότερα τα άτομα που είναι απαραίτητο να εξεταστούν στις εγκαταστάσεις τους.
Εισηγούμαστε, συνεπώς, όπως η συγκεκριμένη δυνατότητα συμπεριληφθεί στο νομοσχέδιο ή/και στους σχετικούς Κανονισμούς που θα διέπουν τη διαδικασία έκδοσης των πιστοποιητικών υγείας.