20 – Αδικήματα και Ποινές
ΜΕΡΟΣ V: ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΕΣ
19.(1) Σε περίπτωση κατά την οποία Υπόχρεο Πρόσωπο –
(α) αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να παρέχει Δεδομένα σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ στο Σύστημα Παρακολούθησης Υγείας · και/ή
(β) παρέχει ψευδή, ελλιπή ή ανακριβή Δεδομένα στο Σύστημα Παρακολούθησης Υγείας· και/ή
(γ) αρνείται την πρόσβαση της Μονάδας Παρακολούθησης Υγείας σε Δεδομένα με σκοπό τη χρήση τους για στατιστικούς σκοπούς· και/ή
(δ) παραβεί οποιαδήποτε υποχρέωση υπέχει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13·
είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2) Σε περίπτωση κατά την οποία ο επικεφαλής ή οποιοδήποτε Μέλος της Μονάδας Παρακολούθησης Υγείας παραβιάσει τις πρόνοιες των διατάξεων των άρθρων 11, 12 και 14 είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(3) Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο –
(α) χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση δημοσιοποιεί ή κοινοποιεί σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός κατά τη συνήθη άσκηση των καθηκόντων του, οποιαδήποτε πληροφορία που περιήλθε σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του· ή
(β) ενώ έχει στην κατοχή του πληροφορία η οποία εν γνώσει του τού αποκαλύφθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δημοσιοποιεί ή κοινοποιεί την εν λόγω πληροφορία· ή
(γ) ψευδώς παριστάνει τον εαυτό του ότι ασκεί καθήκοντα δυνάμει του παρόντος Νόμου ή ζητά πληροφορίες, ενώ δεν είναι εξουσιοδοτημένο να το πράξει·
είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(4) Οποιοδήποτε πρόσωπο προβεί σε ενέργειες που καταστρατηγούν και επηρεάζουν την επαγγελματική ανεξαρτησία της Μονάδας Παρακολούθησης Υγείας, κατά την παραγωγή των επίσημων στατιστικών και διεξαγωγής τακτικών ή εκτάκτων ερευνών υγείας, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (€5.000) ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές.
Τέλος
Το άρθρο 19 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για ευρύ φάσμα παραβάσεων του νομοσχεδίου. Ωστόσο, ορισμένες διατάξεις εγείρουν ζητήματα σαφήνειας, αναλογικότητας και νομοτεχνικής ποιότητας.
Ιδίως, η παράγραφος (1)(δ) ποινικοποιεί την παράβαση οποιασδήποτε υποχρέωσης του άρθρου 13, το οποίο περιλαμβάνει πολυάριθμες οργανωτικές, τεχνικές και επιχειρησιακές απαιτήσεις διαφορετικής φύσης και βαρύτητας. Ως αποτέλεσμα, η ίδια ποινική κύρωση δύναται να εφαρμόζεται τόσο σε σοβαρές παραβάσεις που επηρεάζουν την ασφάλεια των δεδομένων όσο και σε παραλείψεις οργανωτικού ή διαδικαστικού χαρακτήρα. Θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί η διαβάθμιση των παραβάσεων και η επιφύλαξη της ποινικής κύρωσης για τις πλέον σοβαρές ή εκ προθέσεως παραβάσεις, με πρόβλεψη διοικητικών ή άλλων μέτρων συμμόρφωσης για τις λοιπές περιπτώσεις.
Δείτε Άρθρο 63 και 61 του περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου. Επιπλέον, ορισμένες διατυπώσεις, όπως «αρνείται, παραλείπει ή αμελεί» και «ενέργειες που καταστρατηγούν και επηρεάζουν την επαγγελματική ανεξαρτησία της Μονάδας», είναι ιδιαίτερα γενικές για διατάξεις ποινικού χαρακτήρα και θα μπορούσαν να αποσαφηνιστούν περαιτέρω, ώστε να προσδιορίζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια οι συμπεριφορές που συνιστούν ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας των ποινικών διατάξεων.
Τέλος, δεν προβλέπεται πρόνοια για τη διεξαγωγή ελέγχου ως προς την εκ πρώτης όψεως διαπίστωση των αδικημάτων. Δείτε για παράδειγμα νόμο 198(Ι)/2025, νόμο 35(Ι)/2026.
Σχόλιο επί του Άρθρου 19 – Αδικήματα και Ποινές
Οι προβλεπόμενες κυρώσεις για άρνηση παροχής δεδομένων, παροχή ελλιπών ή ανακριβών δεδομένων ή μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του Νόμου είναι εύλογες όταν αφορούν φορείς που έχουν θεσμική υποχρέωση τήρησης και διαβίβασης δεδομένων προς τη Μονάδα Παρακολούθησης Υγείας.
Ωστόσο, σε συνδυασμό με τον ιδιαίτερα ευρύ ορισμό των «Υπόχρεων Προσώπων», δεν είναι σαφές σε ποιους ακριβώς εφαρμόζονται οι ποινικές αυτές διατάξεις. Ειδικότερα, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι κυρώσεις αφορούν φορείς και οργανισμούς που υποχρεούνται να παρέχουν διοικητικά ή κλινικά δεδομένα. Δεν είναι απολύτως σαφές ότι οι πρόνοιες αυτές δεν επεκτείνονται σε φυσικά πρόσωπα που καλούνται να συμμετάσχουν σε δειγματοληπτικές έρευνες ή άλλες διαδικασίες πρωτογενούς συλλογής δεδομένων. Η υποχρέωση ενός οργανισμού να διαβιβάζει δεδομένα που τηρεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του είναι διαφορετικής φύσης από τη συμμετοχή πολιτών σε ερευνητικές ή επιδημιολογικές μελέτες και δεν θα πρέπει να υπόκειται στο ίδιο ποινικό πλαίσιο. Η συμμετοχή φυσικών προσώπων σε έρευνες υγείας βασίζεται, κατά κανόνα, στην αρχή της εθελοντικής συμμετοχής και δεν θα πρέπει να δημιουργείται η εντύπωση ότι η άρνηση συμμετοχής μπορεί να επισύρει ποινικές κυρώσεις.»
Διαφορετικά, δημιουργείται η εντύπωση ότι ένας οργανισμός ο οποίος αρνείται να διαβιβάσει διοικητικά δεδομένα ή παρέχει εσφαλμένα στοιχεία και ένα φυσικό πρόσωπο που δεν επιθυμεί να συμμετάσχει σε μια έρευνα υγείας ενδέχεται να αντιμετωπίζονται υπό το ίδιο ποινικό πλαίσιο. Εφόσον αυτό δεν αποτελεί την πρόθεση του νομοθέτη, χρειάζεται σαφής διάκριση μεταξύ της υποχρέωσης φορέων, οργανισμών ή αρχών να παρέχουν δεδομένα τα οποία τηρούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και της συμμετοχής φυσικών προσώπων σε δειγματοληπτικές έρευνες ή άλλες δραστηριότητες συλλογής πρωτογενών δεδομένων.
Ενδεικτική προσθήκη στο τέλος του εδαφίου 19(1): «Οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται αποκλειστικά στα Υπόχρεα Πρόσωπα που υπέχουν υποχρέωση τήρησης και διαβίβασης δεδομένων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και δεν αφορούν φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε έρευνες υγείας ή άλλες διαδικασίες πρωτογενούς συλλογής δεδομένων που αναλαμβάνει η Μονάδα»