02 – Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»

Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026

Τέλος


10 Σχόλια

  1. Ο Παγκύπριος Σύνδεσμο Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ) δηλώνει ευθαρσώς ότι πέραν των θέσεων που έχει καταθέσει στην διαβούλευση, συμφωνεί και με τις θέσεις που έχουν καταθέσει η Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ) και ο Σύνδεσμος Συγγενών και Φίλων για Άτομα με Αυτισμό “ΜΑΖΙ”. Η ευθυγράμμιση μας αυτή δεν σημαίνει ότι αυτόματα διαφωνούμε με τις θέσεις άλλων ατόμων, Συνδέσμων και οργανωμένων συνόλων που έχουν καταθέσει απόψεις στην διαβούλευση.

  2. Ο Σύνδεσμος Συγγενών και Φίλων Ατόμων με Αυτισμό «ΜΑΖΙ» συμφωνεί και συντάσσεται με τις βασικές παρατηρήσεις και εισηγήσεις που έχουν υποβληθεί από την Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ) και τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ).

    Προς αποφυγή επανάληψης, καταθέτουμε συμπληρωματικά τις ακόλουθες ειδικότερες εισηγήσεις:

    1. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ
    Η πολυθεματική αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά σε λειτουργούς που υπηρετούν ή ορίζονται από το ίδιο διοικητικό σύστημα το οποίο λαμβάνει και εφαρμόζει την απόφαση.
    Πρέπει να κατοχυρωθεί το δικαίωμα του παιδιού και του γονέα:
    – να προσκομίζουν εκθέσεις ανεξάρτητου ψυχολόγου, ιατρού, παιδοψυχιάτρου, κοινωνικού λειτουργού, λογοθεραπευτή, εργοθεραπευτή ή άλλου κατάλληλου ειδικού της επιλογής τους,
    – να ζητούν τη συμμετοχή ανεξάρτητου ειδικού όταν υπάρχει ουσιώδης διαφωνία ως προς τις ανάγκες, τη λειτουργικότητα, την υποστήριξη ή το πλαίσιο φοίτησης του παιδιού,
    – να συνοδεύονται από ανεξάρτητο πρόσωπο ψυχολογικής ή κοινωνικής υποστήριξης ή συνήγορο του παιδιού,
    – και να απαιτούν όπως οι εισηγήσεις του ανεξάρτητου ειδικού καταγράφονται, αξιολογούνται και απαντώνται ειδικά και αιτιολογημένα.
    Η ανεξάρτητη επιστημονική γνώμη δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο μόνο των οικογενειών που μπορούν να την πληρώσουν. Όταν είναι αναγκαία για την επίλυση ουσιώδους επιστημονικής διαφωνίας ή για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα κάλυψης του εύλογου κόστους.

    2. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΕΩΝ
    Ο Νόμος πρέπει να κατοχυρώνει ότι κάθε θεραπευτική, εκπαιδευτική, επικοινωνιακή ή άλλη εξειδικευμένη υποστήριξη παρέχεται σύμφωνα με τις εξατομικευμένα αξιολογημένες ανάγκες του παιδιού και συνεχίζεται για όσο χρόνο παραμένει αναγκαία.
    Καμία θεραπεία ή υποστήριξη δεν πρέπει να μειώνεται, να αντικαθίσταται ή να διακόπτεται:
    – χωρίς προηγούμενη επαναξιολόγηση της συγκεκριμένης ανάγκης,
    – χωρίς ουσιαστική ενημέρωση και συμμετοχή του γονέα και του παιδιού,
    – χωρίς ειδική γραπτή και επιστημονικά τεκμηριωμένη αιτιολογία,
    – αποκλειστικά λόγω έλλειψης προσωπικού, πιστώσεων, χρόνου ή διαθέσιμου προγράμματος,
    – χωρίς μεταβατικό σχέδιο,
    – και χωρίς σαφή προσδιορισμό της νέας ή εναλλακτικής υποστήριξης που θα καλύψει την ανάγκη για την οποία είχε εγκριθεί η υπηρεσία.
    Η σχετική απόφαση πρέπει να εξηγεί ποια συγκεκριμένη μεταβολή στις ανάγκες ή στην πρόοδο του παιδιού δικαιολογεί τη μείωση ή τη διακοπή και με ποιον τρόπο θα συνεχίσουν να καλύπτονται οι ανάγκες του.

    3. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ
    Η αγωγή και εκπαίδευση δεν πρέπει να περιορίζεται στην ακαδημαϊκή διδασκαλία.
    Ο Νόμος πρέπει να κατοχυρώνει ότι ιδίως κατά την εφηβεία κάθε παιδί δικαιούται εξατομικευμένο πρόγραμμα κοινωνικής ένταξης και μετάβασης στην ενήλικη ζωή, το οποίο να περιλαμβάνει, ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητές του:
    – δεξιότητες αυτοφροντίδας και καθημερινής ζωής,
    – επικοινωνία και αυτοπροσδιορισμό,
    – υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων,
    – ασφαλή χρήση της κοινότητας και των υπηρεσιών της,
    – κοινωνικές, πολιτιστικές, αθλητικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες,
    – επαγγελματικό προσανατολισμό και προεπαγγελματική κατάρτιση,
    – προετοιμασία για εργασία ή υποστηριζόμενη απασχόληση,
    – προετοιμασία για ανεξάρτητη ή υποστηριζόμενη διαβίωση,
    – διασύνδεση με υπηρεσίες υγείας, κοινωνικής στήριξης, αποκατάστασης και απασχόλησης,
    – και συγκεκριμένο σχέδιο συνέχειας των υπηρεσιών μετά την αποφοίτηση.
    Ο σχεδιασμός της μετάβασης πρέπει να αρχίζει έγκαιρα, να αναθεωρείται τακτικά και να γίνεται με ουσιαστική συμμετοχή του παιδιού, της οικογένειας και των αρμόδιων υπηρεσιών.

    4. ΕΙΔΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΑΥΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΑΥΞΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ
    Ο Νόμος πρέπει να αναγνωρίζει ρητά ότι ορισμένα παιδιά με αυτισμό χρειάζονται αυξημένο, συνεχές ή εξειδικευμένο επίπεδο υποστήριξης.
    Ανάλογα με την εξατομικευμένη ανάγκη, πρέπει να κατοχυρώνεται δικαίωμα σε:
    – ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη,
    – λειτουργική αξιολόγηση της συμπεριφοράς,
    – υποστήριξη θετικής συμπεριφοράς,
    – αισθητηριακές προσαρμογές,
    – εναλλακτική και επαυξητική επικοινωνία,
    – προσωπικό βοηθό ή συνοδό,
    – σχολικό νοσηλευτή,
    – σχέδιο ασφάλειας και διαχείρισης κρίσεων,
    – και πλήρη συμμετοχή στις σχολικές και κοινωνικές δραστηριότητες με τις αναγκαίες προσαρμογές.

  3. Η ΚΥΣΟΑ υποστηρίζει ότι η διατήρηση μιας προσέγγισης που περιορίζεται σε αποσπασματικές ή μερικές τροποποιήσεις του υφιστάμενου περί Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης Νόμου δεν ανταποκρίνεται πλέον ούτε στις σύγχρονες εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανάγκες ούτε στις διεθνείς και ευρωπαϊκές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Κυπριακή Δημοκρατία, ιδίως δυνάμει της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες.

    Η πραγματική επιτυχία μιας ουσιαστικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί να μετρηθεί από τον αριθμό των επιμέρους νομοθετικών τροποποιήσεων, αλλά από τη δημιουργία ενός σύγχρονου, ενιαίου και συμπεριληπτικού εκπαιδευτικού πλαισίου, το οποίο θα διασφαλίζει ότι κανένα παιδί δεν αποκλείεται από το γενικό εκπαιδευτικό σύστημα λόγω αναπηρίας ή άλλων χαρακτηριστικών. Ένα τέτοιο πλαίσιο οφείλει να κατοχυρώνει την ισότιμη πρόσβαση, την ουσιαστική συμμετοχή, την παροχή εύλογων προσαρμογών και εξατομικευμένης υποστήριξης, καθώς και την πλήρη απόλαυση του δικαιώματος όλων των παιδιών σε ποιοτική και συμπεριληπτική εκπαίδευση, χωρίς οποιεσδήποτε διακρίσεις, σε ισότιμη βάση με τους υπόλοιπους μαθητές.

  4. Σχετικά με την τροποποίηση του Κανονισμού 11 και την εισαγωγή πρόνοιας που επιτρέπει στην Επαρχιακή Επιτροπή να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε αξιολόγηση όταν οι γονείς αρνούνται να συμμορφωθούν ή παρεμποδίζουν τη διαδικασία αξιολόγησης:
    Η προτεινόμενη διάταξη παρουσιάζει σημαντική ασάφεια, καθώς δεν καθορίζεται επαρκώς τι συνιστά «άρνηση συμμόρφωσης» ή «παρεμπόδιση» της διαδικασίας αξιολόγησης. Η έλλειψη σαφών και αντικειμενικών κριτηρίων δημιουργεί τον κίνδυνο αυθαίρετης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης.
    Για τον λόγο αυτό, εισηγούμαστε να προβλεφθεί ρητά ότι δεν συνιστούν άρνηση συμμόρφωσης ή παρεμπόδιση της διαδικασίας αξιολόγησης, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες περιπτώσεις:
    * η διαφωνία των γονέων με συγκεκριμένο αξιολογητή ή ειδικό,
    * το αίτημα για λήψη δεύτερης γνώμης,
    * το αίτημα για πληρέστερη, πολυθεματική ή συμπληρωματική αξιολόγηση,
    * η μη αποδοχή διαδικασίας ή αξιολόγησης που δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη ή τεκμηριωμένη.
    Οι πιο πάνω ενέργειες αποτελούν θεμιτή άσκηση των δικαιωμάτων των γονέων και αποσκοπούν στη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να ενεργοποιούν την εξουσία της Επαρχιακής Επιτροπής για αυτεπάγγελτη αξιολόγηση.
    Περαιτέρω, η απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής για αυτεπάγγελτη αξιολόγηση θα πρέπει να είναι ειδικά και επαρκώς αιτιολογημένη, να λαμβάνεται μόνο κατόπιν προηγούμενης ακρόασης των γονέων και να υπόκειται σε αποτελεσματικό δικαίωμα προσβολής.

  5. Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία καταθέτει τις ακόλουθες παρατηρήσεις και εισηγήσεις επί του νομοσχεδίου με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»:
    1. ΡΗΤΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
    Η αντικατάσταση του όρου «ειδική μονάδα» με τον όρο «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» δεν διασφαλίζει από μόνη της τη συμπεριληπτική εκπαίδευση.
    Πρέπει να κατοχυρωθεί ρητά ότι κάθε παιδί έχει δικαίωμα να φοιτά στο γενικό σχολείο της κοινότητάς του, με τις αναγκαίες εξατομικευμένες στηρίξεις, εύλογες προσαρμογές και εξειδικευμένο προσωπικό.
    Η φοίτηση σε ειδικό σχολείο ή σε χωριστό πλαίσιο πρέπει να αποτελεί εξαιρετική, ειδικά αιτιολογημένη και περιοδικά επανεξεταζόμενη ρύθμιση, αφού προηγουμένως έχουν εξεταστεί και παρασχεθεί όλες οι αναγκαίες υποστηρίξεις στο γενικό σχολείο.
    2. ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ Ή/ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ
    Ο προτεινόμενος ορισμός εξακολουθεί να επικεντρώνεται κυρίως στις ατομικές δυσκολίες του παιδιού και στην αδυναμία του να χρησιμοποιεί τις υφιστάμενες εκπαιδευτικές διευκολύνσεις.
    Πρέπει να ενσωματωθεί η αρχή ότι η αναπηρία και ο εκπαιδευτικός αποκλεισμός προκύπτουν και από την αλληλεπίδραση του παιδιού με περιβαλλοντικά, επικοινωνιακά, οργανωτικά και συμπεριφορικά εμπόδια του σχολικού συστήματος.
    3. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΑΙΡΗΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8
    Η πρόβλεψη ότι οι παραπομπές παραλαμβάνονται μέχρι το τέλος Ιανουαρίου, για έκδοση απόφασης με ισχύ από τον επόμενο Σεπτέμβριο, μπορεί να αφήσει παιδιά χωρίς υποστήριξη για πολλούς μήνες.
    Η εξαίρεση μόνο για περιπτώσεις που η Επαρχιακή Επιτροπή χαρακτηρίζει «σοβαρές και έκτακτες» δεν παρέχει επαρκή προστασία.
    Εισηγούμαστε:
    – οι παραπομπές να παραλαμβάνονται και να εξετάζονται καθ’ όλη τη σχολική χρονιά,
    – να καθορίζεται δεσμευτική προθεσμία ολοκλήρωσης της αξιολόγησης,
    – να παρέχονται προσωρινές εύλογες προσαρμογές και υποστηρίξεις μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης,
    – να μην εξαρτάται η άμεση στήριξη αποκλειστικά από τη διακριτική κρίση της Επαρχιακής Επιτροπής.
    4. ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9
    Η πολυθεματική ομάδα πρέπει να συγκροτείται ανάλογα με τις εξατομικευμένες ανάγκες του παιδιού και όχι μόνο από μόνιμο προσωπικό της δημόσιας εκπαιδευτικής υπηρεσίας.
    Πρέπει να προβλέπεται συμμετοχή όλων των αναγκαίων ειδικοτήτων, καθώς και δυνατότητα συμμετοχής ή ουσιαστικής συνεισφοράς ειδικού της επιλογής της οικογένειας.
    Οι απόψεις όλων των ειδικών, καθώς και τυχόν επιστημονικές διαφωνίες, πρέπει να καταγράφονται στην Έκθεση Αξιολόγησης και στα πρακτικά.
    5. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΘΜΟΥ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 12
    Το άρθρο 12(2)(α) του υφιστάμενου Νόμου προβλέπει ότι ο αριθμός των παιδιών στην τάξη μπορεί να μειώνεται ανάλογα με τη σοβαρότητα και τις πολυθεματικά αξιολογημένες ανάγκες του παιδιού.
    Το τροποποιητικό νομοσχέδιο διαγράφει ολόκληρη την παράγραφο 12(2)(α), χωρίς να μεταφέρει τη συγκεκριμένη δυνατότητα σε άλλη ισοδύναμη διάταξη.
    Η διαγραφή καταργεί μία σημαντική εξατομικευμένη προσαρμογή, ιδίως για παιδιά που χρειάζονται:
    – μικρότερη ομάδα,
    – λιγότερα αισθητηριακά ερεθίσματα,
    – αυξημένη επίβλεψη,
    – ασφαλέστερο μαθησιακό περιβάλλον,
    – περισσότερη εξατομικευμένη εκπαιδευτική υποστήριξη.
    Η απλή πρόβλεψη «επιπρόσθετης στήριξης στην τάξη» δεν υποκαθιστά τη δυνατότητα μείωσης του μεγέθους της τάξης.
    Εισηγούμαστε τη διατήρηση και ενίσχυση της πρόνοιας, ώστε, όταν αυτό τεκμηριώνεται από την πολυθεματική αξιολόγηση, η μείωση του αριθμού των μαθητών να αποτελεί δεσμευτική εύλογη προσαρμογή και να καταγράφεται ρητά στην Απόφαση και στο εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
    6. ΠΛΗΡΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 12
    Η Απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά από πλήρη και αυτοτελή Έκθεση Αξιολόγησης.
    Στην Έκθεση πρέπει να καταγράφονται:
    – η μεθοδολογία της αξιολόγησης,
    – τα πορίσματα κάθε ειδικού,
    – η λειτουργική εικόνα και οι εξατομικευμένες ανάγκες του παιδιού,
    – οι απόψεις του γονέα και του παιδιού,
    – τυχόν διαφωνίες μεταξύ των ειδικών,
    – οι λόγοι αποδοχής ή απόρριψης των προτάσεων της οικογένειας ή των ειδικών της,
    – οι συγκεκριμένες υπηρεσίες, ώρες, μέσα και υποστηρίξεις που απαιτούνται.
    Η διοικητική Απόφαση δεν πρέπει να αντικαθιστά την επιστημονικά τεκμηριωμένη Έκθεση.
    7. ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΚΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 15
    Η μεταφορά της τακτικής επαναξιολόγησης στα τρία χρόνια αποτελεί υποχώρηση, ιδιαίτερα για παιδιά με νοητική αναπηρία, αυτισμό, πολλαπλές αναπηρίες, σοβαρές επικοινωνιακές, συμπεριφορικές ή ιατρικές ανάγκες.
    Εισηγούμαστε:
    – τακτική επαναξιολόγηση τουλάχιστον ανά διετία,
    – ετήσια αναθεώρηση του εξατομικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος,
    – άμεση επαναξιολόγηση όταν μεταβάλλονται ουσιωδώς οι ανάγκες του παιδιού,
    – υποχρεωτική επαναξιολόγηση μετά από αιτιολογημένο αίτημα του γονέα, εκτός αν αυτό απορριφθεί με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση.
    8. ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 15
    Η διατύπωση ότι η επαναξιολόγηση μπορεί να διενεργείται στο πλαίσιο πολυθεματικής συνάντησης μόνο «όπου απαιτείται» δημιουργεί κίνδυνο λήψης αποφάσεων με βάση παλαιά ή ελλιπή δεδομένα.
    Η πλήρης πολυθεματική επαναξιολόγηση πρέπει να είναι υποχρεωτική όταν:
    – αλλάζει η βαθμίδα ή το πλαίσιο φοίτησης,
    – εξετάζεται μετακίνηση σε ειδικό σχολείο ή πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης,
    – έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς οι ανάγκες του παιδιού,
    – το ζητεί αιτιολογημένα ο γονέας,
    – υπάρχουν διαφορετικές επιστημονικές απόψεις.
    9. ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΓΟΝΕΑ ΜΕ «ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ» ΑΠΟΦΑΣΗ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 16
    Η πρόνοια ότι ο γονέας υποχρεούται να συμμορφωθεί με την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, η οποία χαρακτηρίζεται «τελεσίδικη», είναι ιδιαίτερα προβληματική.
    Η Κεντρική Επιτροπή αποτελεί μέρος της ίδιας διοικητικής δομής του Υπουργείου και δεν είναι ανεξάρτητο δικαιοδοτικό όργανο.
    Η διάταξη πρέπει να διαγραφεί ή να διευκρινίζεται ρητά ότι η απόφαση είναι τελική μόνο εντός της διοικητικής διαδικασίας και δεν επηρεάζει:
    – το δικαίωμα δικαστικής προσφυγής,
    – το δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας,
    – το δικαίωμα προσφυγής σε ανεξάρτητη αρχή,
    – το δικαίωμα αμφισβήτησης της νομιμότητας, επάρκειας και αναλογικότητας της απόφασης.
    Δεν μπορεί να επιβάλλεται αυστηρή υποχρέωση συμμόρφωσης στον γονέα χωρίς αντίστοιχη ρητή και δεσμευτική υποχρέωση του Υπουργείου να εφαρμόζει πλήρως και εμπρόθεσμα τις αποφάσεις που αναγνωρίζουν ανάγκες και παροχές στο παιδί.
    10. ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
    Ο Νόμος πρέπει να κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε παιδιού σε πλήρες, εξατομικευμένο και νομικά δεσμευτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
    Το πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει:
    – συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους,
    – αριθμό ωρών και είδος υποστήριξης,
    – ειδικότητες και προσόντα προσωπικού,
    – θεραπευτικές, επικοινωνιακές και εκπαιδευτικές παρεμβάσεις,
    – εύλογες προσαρμογές,
    – μέσα εναλλακτικής και επαυξητικής επικοινωνίας,
    – μέγιστο αριθμό μαθητών στην τάξη ή ομάδα, όπου απαιτείται,
    – υπεύθυνο εφαρμογής,
    – ημερομηνία έναρξης,
    – μηχανισμό παρακολούθησης και αξιολόγησης,
    – τακτική αναθεώρηση με ουσιαστική συμμετοχή του γονέα και του παιδιού.
    11. ΡΗΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΕΥΛΟΓΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ
    Οι γενικές αναφορές σε «μέσα», «διευκολύνσεις» και «απαλλαγές» δεν αρκούν.
    Πρέπει να κατοχυρωθεί ρητά:
    – η άμεση και εξατομικευμένη υποχρέωση παροχής εύλογων προσαρμογών,
    – η υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης κάθε άρνησης,
    – η αναγνώριση ότι η αδικαιολόγητη άρνηση εύλογης προσαρμογής συνιστά διάκριση λόγω αναπηρίας,
    – η δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής προσφυγής.
    12. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
    Πρέπει να κατοχυρωθεί το δικαίωμα του παιδιού:
    – να ενημερώνεται με προσβάσιμο τρόπο,
    – να εκφράζει τη γνώμη, τις προτιμήσεις και τη βούλησή του,
    – να χρησιμοποιεί εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας,
    – να λαμβάνει την αναγκαία υποστήριξη για να συμμετέχει,
    – να καταγράφεται στην Απόφαση ο τρόπος με τον οποίο η άποψή του λήφθηκε υπόψη.
    Το δικαίωμα αυτό αφορά εξίσου τα μη λεκτικά παιδιά και τα παιδιά με σοβαρή ή πολλαπλή νοητική αναπηρία.
    13. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ
    Η ένσταση δεν πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά από όργανο του ίδιου διοικητικού συστήματος.
    Εισηγούμαστε τη δημιουργία ανεξάρτητου και εξειδικευμένου μηχανισμού προσφυγής, με:
    – ταχεία εξέταση,
    – συμμετοχή ανεξάρτητων ειδικών,
    – δυνατότητα προσωρινών μέτρων,
    – ανασταλτικό αποτέλεσμα σε αποφάσεις αλλαγής του πλαισίου φοίτησης,
    – δωρεάν υποστήριξη του παιδιού και της οικογένειας,
    – δεσμευτικές και άμεσα εκτελεστές αποφάσεις.
    14. ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
    Ο Νόμος πρέπει να προβλέπει ότι οι εγκεκριμένες υπηρεσίες και υποστηρίξεις παρέχονται πλήρως, έγκαιρα και από κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό.
    Πρέπει να καθοριστούν:
    – συγκεκριμένη προθεσμία έναρξης εφαρμογής,
    – προσωρινές παροχές μέχρι την πλήρη στελέχωση,
    – υποχρέωση αναπλήρωσης υπηρεσιών που δεν παρασχέθηκαν,
    – μηχανισμός καταγγελίας για μη εφαρμογή,
    – συνέπειες για αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή παράλειψη,
    – δυνατότητα εξασφάλισης της αναγκαίας υπηρεσίας με δαπάνη του κράτους όταν αυτό αδυνατεί να την παράσχει εγκαίρως.
    15. ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΣΟΒΑΡΗ ΝΟΗΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΥΞΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ
    Ο Νόμος πρέπει να αναγνωρίζει ρητά, ανάλογα με την εξατομικευμένη ανάγκη, δικαίωμα σε:
    – προσωπικό βοηθό ή συνοδό,
    – σχολικό νοσηλευτή,
    – επαρκή αριθμό εξειδικευμένου προσωπικού,
    – υποστήριξη θετικής συμπεριφοράς,
    – αισθητηριακές προσαρμογές,
    – εναλλακτική και επαυξητική επικοινωνία,
    – ασφαλή μεταφορά,
    – σχέδιο διαχείρισης κρίσεων,
    – υποστήριξη στα διαλείμματα, στις εκδρομές και στις εξωσχολικές δραστηριότητες,
    – προστασία από μειωμένο ωράριο, άτυπο αποκλεισμό ή απομάκρυνση λόγω έλλειψης προσωπικού.
    ΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΟΝΟΙΕΣ
    Αναγνωρίζουμε ως θετικές:
    – την απαίτηση γονικής συγκατάθεσης όταν η παραπομπή γίνεται από τρίτο πρόσωπο,
    – την επαναξιολόγηση πριν από τη μετάβαση σε άλλη βαθμίδα,
    – την πρόβλεψη τα ειδικά σχολεία να λειτουργούν και ως υποστηρικτικές δομές των γενικών σχολείων,
    – τη συμμετοχή εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ στην Κεντρική Επιτροπή.
    Οι πρόνοιες αυτές πρέπει να διατηρηθούν και να ενισχυθούν, χωρίς να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατο των ουσιαστικών και εκτελεστών δικαιωμάτων που αναφέρονται πιο πάνω.

  6. Β. Άνευ βλάβης σχόλια και εισηγήσεις επί προτάσεων
    1. Τροποποιήσεις ορολογίας (οριζόντια, στο Νόμο και τους Κανονισμούς) και συνέπειες προτεινόμενων ρυθμίσεων:
    Προβλέπονται τροποποιήσεις της υφιστάμενης ορολογίας και συναφείς αντικαταστάσεις (Κανονισμοί 2, 3, 4, 17, 42, Νόμος, άρθρα 2, 4, 14), με μοναδικά κατ’ εμάς θετικά το ότι αναφέρεται για πρώτη φορά η λέξη «διαφοροποίηση», η λέξη «γενικό» (σε ό,τι αφορά το σχολείο), και η λέξη «αναπηρία». Ενώ ωστόσο εγκαταλείπεται η έννοια «ειδικές ανάγκες», δυστυχώς στη συνέχεια διατηρείται παράλληλα αφού οι προτάσεις αναφέρονται σε παιδιά με «ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» έννοια ξένη προς τη Σύμβαση και την ενιαία εκπαίδευση. Εάν η νομοθεσία αποβλέπει να καλύψει και παιδιά με άλλα στοιχεία διαφορετικότητας (εκτός βλαβών, αναπηρίας), αυτό θα πρέπει να γίνει με την δόκιμη ορολογία που εντοπίζεται στο ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο.
    α. «παιδί με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες»
    Επί της ουσίας όμως,
    • Παρά τη θετική εξέλιξη της αφαίρεσης της αναχρονιστικής έννοιας της «ανικανότητας», ο όρος «παιδί με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» (Κανονισμός 2) έχει ως σημείο αναφοράς τη «δυσκολία» και το είδος αυτής. Δηλαδή, ρίχνει το βάρος στη βλάβη του ατόμου («μαθησιακή, ειδική μαθησιακή, λειτουργική ή προσαρμοστική δυσκολία») χωρίς την παραμικρή αναφορά στο ακατάλληλο σχολικό περιβάλλον το οποίο βρίθει εμποδίων πρόσβασης και άσκησης του δικαιώματος της εκπαίδευσης.
    • Ο ορισμός που προτείνεται καμία σχέση έχει με τον δόκιμο ορισμό της αναπηρίας στη ΣΔΑΑ (άρθρο 1) και διατηρεί πλήρως το ιατρικό μοντέλο το οποίο επιφέρει εδώ και πολλά χρόνια σωρεία προβλημάτων στην διαφύλαξη των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία.
    • Ο προτεινόμενος ορισμός είναι εξαιρετικά προβληματικός καθότι έχει επίσης ως σημείο αναφοράς όχι τα νόμιμα στοιχεία του ορισμού της ΣΔΑΑ αλλά την «πλειονότητα των παιδιών της ηλικίας του» και τα όσα «διαθέτουν τα σχολεία για παιδιά της ηλικίας του», μεταφέροντας το βάρος και την ευθύνη στο παιδί καλώντας το να προσαρμοστεί στα κακώς έχοντα του σχολείου και όχι στο σχολείο και το εκπαιδευτικό σύστημα ώστε να προσαρμοστούν και να ανταποκρίνονται στη διαφορετικότητα και τις διαφορετικές απαιτήσεις των παιδιών.
    Συνεπώς, από αυτή την ορολογία παραβιάζεται πλήρως η δικαιωματική προσέγγιση και η ΣΔΑΑ. Υπενθυμίζεται ότι από τις πρώτες προϋποθέσεις της ενιαίας εκπαίδευσης είναι όπως το εκπαιδευτικό σύστημα παρέχει εξατομικευμένες παιδαγωγικές απαντήσεις αντί να αναμένεται από το μαθητή να ταιριάξει στο σύστημα.
    β. αντικατάσταση «ειδικής μονάδας» από το «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης»
    Δυστυχώς το γεγονός ότι τα παιδιά με «αναπηρία/ (Κανονισμός 42) «[εγγράφονται κανονικά στο μητρώο του σχολείου σε ειδική ένδειξη ότι «φοιτούν σε πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» και στο μαθητολόγιο της ανάλογης «κατά το δυνατό» με την ηλικία τους τάξης» και η αντικατάσταση της έννοιας «ειδική μονάδα» από την έννοια «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» δεν αποτρέπουν το διαχωρισμό εντός των γενικών σχολείων.
    Από τον προτεινόμενο Κανονισμό 41, όπως και από τον προτεινόμενο Κανονισμό 13 (β) προκύπτει ότι τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης αφορούν σε συγκεκριμένους χώρους, συνεπώς εξυπακούεται ότι ένα μέρος της εκπαίδευσης, απροσδιόριστης χρονικής διάρκειας συγκριτικά με το σύνολο του εκπαιδευτικού χρόνου θα παρέχεται εκτός της γενικής τάξης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εγγύηση ποιότητας εκπαίδευσης.
    Καμία ουσιαστική διαφοροποίηση στο καθεστώς των ειδικών μονάδων δεν διασφαλίζεται πέρα από την αλλαγή της ορολογίας. Χωρίς δικαιωματικές εγγυήσεις της διάρκειας, του χώρου και του τρόπου παροχής της “ενισχυμένης στήριξης”, οι κίνδυνοι αποκλεισμού και διαχωρισμού, έννοιες που συνιστούν απαγορευμένη διάκριση με βάση την αναπηρία και παραβίαση του δικαιώματος στην εκπαίδευση, είναι ακόμα και μεγαλύτεροι από τους υφιστάμενους.
    Η ενισχυμένη στήριξη θα πρέπει να είναι πλήρως εξατομικευμένη αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται κατά τρόπο που να δημιουργεί συνθήκες διαχωρισμού και αποκλεισμού.
    Παράδειγμα τέτοιας εγγύησης θα μπορούσε να ήταν η εξής, στον προτεινόμενο ορισμό του άρθρου 2 του Νόμου:
    “πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» σημαίνει εντατική εκπαίδευση ή άλλη εξατομικευμένη στήριξη που παρέχεται σε παιδιά που φοιτούν σε γενικό σχολείο και παρέχεται εντός και εκτός της γενικής τάξης, ωστόσο ο διδακτικός χρόνος εκτός της γενικής τάξης δεν υπερβαίνει το 20% του συνολικού διδακτικού χρόνου»
    Η δε “προσπάθεια” ώστε οι χώροι λειτουργίας προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης να γειτνιάζουν με τον τόπο διαμονής των παιδιών (Κανονισμός 41 (1), 2η παράγραφος) επιβεβαιώνει τα πιο πάνω, προμηνύει την εμβάθυνση του αποκλεισμού και αντιβαίνει σε άλλο ένα σημείο τη ΣΔΑΑ. Κατά το Γενικό Σχόλιο Αρ. 4, κανένα παιδί δεν πρέπει να στέλνεται να φοιτήσει μακριά από το σπίτι του (παρ. 26). Η τήρηση αυτής της αναγκαίας συνθήκης της ίσης μεταχείρισης χωρίς διάκριση με βάση την αναπηρία σχετικά με το δικαίωμα στην εκπαίδευση, δεν μπορεί να υποβιβάζεται σε “προσπάθεια” προσέγγισής της, αφού κάτι τέτοιο δεν ισχύει σχετικά με τα παιδιά που δεν είναι “παιδιά με αναπηρία/ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες”. Η δε αναφορά σε “προσπάθεια” επίσης υποδηλώνει ότι δεν θα είναι όλα τα σχολεία έτοιμα να προσφέρουν αυτή την “υποστήριξη” που σηματοδοτούν τα προγράμματα ενισχυμένης υποστήριξης αφήνοντας πάλι εκτεθειμένη κατηγορία παιδιών στον διαχωρισμό, τη διάκριση και τον αποκλεισμό, χωρίς καν την ύπαρξη εγγυήσεων ποιοτικής εκπαίδευσης.
    γ. «ειδικό σχολείο» και αλλαγή ρόλου σε «υποστηρικτική δομή» – βλ. επίσης άρθρο 19
    Καταρχήν επαναλαμβάνεται ότι η ύπαρξη τέτοιων πλήρως διαχωριστικών δομών οι οποίες είναι μάλιστα απομακρυσμένες από την κοινότητα και καμία ποιοτική και ουσιαστική διά-δραση δεν παρέχεται με τα παιδιά του γενικού σχολείου, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αντιστοιχία με το αναλυτικό πρόγραμμα της γενικής εκπαίδευσης ή ποιοτική εκπαίδευση, αντίκειται σαφώς στις πιο θεμελιώδεις πτυχές του δικαιώματος στην εκπαίδευση.
    Η έννοια του «ειδικού σχολείου» στη θέση της έννοιας «σχολείο ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης» δεν προσφέρει κάτι στα προβλήματα που μέχρι σήμερα εντοπίζονται σε αυτού του είδους τις δομές. Η νέα τους αποστολή (προτεινόμενο άρθρο 19 (αα)), όπως λειτουργούν ως «υποστηρικτικές δομές των γενικών σχολείων, παρέχοντας τεχνογνωσία και στήριξη προς τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης» εγείρει επίσης σοβαρούς προβληματισμούς. Πώς οι δομές αυτές, οι οποίες λειτουργούν κατά τρόπο που δεν συνάδει με το δικαίωμα στην εκπαίδευση, αποτελούν την επιτομή του διαχωρισμού και άρα της διάκρισης, είναι εξαιρετικά υποστελεχωμένες, δεν είναι ορθά προσβάσιμες και λειτουργούν κατά τρόπο οριακά «ιδρυματικό», θα αποτελέσουν το πρότυπο υποστήριξης των εκπαιδευτικών σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης;
    Ποιες προϋποθέσεις ποιοτικής εκπαίδευσης και συνάφειας με τα πρότυπα της ενιαίας εκπαίδευσης θα εφαρμοσθούν εντός της δομής που ονομάζεται «ειδικό σχολείο»; Πώς θα είναι πρακτικά εφαρμόσιμη η επιδιωκόμενη αυτή «υποστήριξη» τεχνογνωσίας των εκπαιδευτικών η οποία πρέπει να γίνεται από εκπαιδευτικούς προσηλωμένους και πεπεισμένους για το ωφέλιμο της ενιαίας και όχι της διαχωριστικής εκπαίδευσης;
    Το Γενικό Σχόλιο Αρ. 4 κατευθύνει ως προς το πώς θα πρέπει να διασφαλίζονται οι αναγκαίοι πόροι και η αναγκαία υποστήριξη για να εφαρμοσθεί η ενιαία εκπαίδευση, ξεκινώντας από τις πιο πάνω μεταβάσεις καμία εκ των οποίων δεν τροχοδρομείται. Στην παρ. 12 (α) αυτού ρητά προβλέπεται ότι τα υπουργεία για την παιδεία πρέπει να διασφαλίσουν ότι όλοι οι πόροι επενδύονται για την ανάπτυξη της ενιαίας εκπαίδευσης, μέσω της υλοποίησης όλων των αναγκαίων αλλαγών στην ιδρυματική κουλτούρα, πολιτικές και πρακτικές. Στην παρ. 12 (γ) τονίζεται ότι τέτοια κουλτούρα και δέσμευση θα πρέπει να διέπεται από τη δέσμευση του τερματισμού του διαχωρισμού εντός των εκπαιδευτικών εγκαταστάσεων. Υπό αυτή την έννοια και μόνο αποτελεί αντίφαση όπως, από όλες τις υφιστάμενες δομές, τα ειδικά σχολεία ως η πλέον διαχωριστική δομή, επιλέγονται για να λειτουργήσουν ως «υποστηρικτικές δομές των γενικών σχολείων».
    Η μεταφορά πόρων θα πρέπει να γίνεται οριζόντια, όπου υπάρχουν αυτοί οι πόροι, ώστε να επενδύεται ορθά στις εξατομικευμένες απαιτήσεις των μαθητών, για εύλογες προσαρμογές (έννοια η οποία απουσιάζει), καθολικό σχεδιασμό (έννοια η οποία απουσιάζει), τεχνολογικά μέσα, προσβασιμότητα μέσων, υλικού και επικοινωνίας (έννοια η οποία απουσιάζει).
    2. Προτεινόμενος Κανονισμός 11 – Αξιολόγηση άνευ συγκατάθεσης ασκούντων γονική μέριμνα:
    Στον Κανονισμό 11(ζ) (Δικαιώματα και Υποχρεώσεις γονέα) προστίθεται η δυνατότητα της Επαρχιακής Επιτροπής να «προβαίνει αυτεπάγγελτα στην αξιολόγηση των αναγκών του, εάν κριθεί ότι είναι προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του». Η προτεινόμενη αυτή προσθήκη μπορεί να λειτουργήσει θετικά μόνο εάν το «καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού» εξετάζεται ορθά και ολοκληρωμένα στη βάση του άρθρου 3(1) της ΣΔΠ από κατάλληλα καταρτισμένα πρόσωπα και στο πλαίσιο μίας πολυθεματικής προσέγγισης και μάλιστα να δύναται να ελέγχεται/αναθεωρείται η εν λόγω αξιολόγηση από αρμόδια αρχή, ή ανεξάρτητη αρχή (π.χ. Γραφείο Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού) ή δικαστική αρχή. Υπενθυμίζεται ότι η κατεύθυνση της ενιαίας εκπαίδευσης, με όλα όσα περιλαμβάνει, είναι εξ’ ορισμού το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού και όχι απόψεις και αντιλήψεις αντίθετες προς αυτήν.Η αρμόδια Επιτροπή του ΟΗΕ αξιολόγησε την Κύπρο καταλήγοντας:
    22. The Committee recommends that the State party, in collaboration with representative organizations of children with disabilities, adopt regulations and programmes to ensure that children with disabilities can express their views on all matters affecting them and that their views are fully respected. In that regard, the Committee also recommends that the State party ensure the right of children with disabilities to inclusive education in mainstream schools, in accordance with general comment No. 4 (2016).
    Αφετέρου, έστω ότι κριθεί αξιολόγηση εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού, για να παρακάμπτεται η συγκατάθεση των γονέων ή κηδεμόνων οι οποίοι ασκούν τη γονική μέριμνα του παιδιού, θα πρέπει να συντρέχουν οι ίδιες νόμιμες προϋποθέσεις που προβλέπονται στον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο, όπως σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο παιδί, χωρίς αναπηρία ή «ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες». Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων «κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του». Παράκαμψη της γονικής μέριμνας μπορεί να γίνεται μόνο όταν γονέας παραβαίνει τα καθήκοντά που επιβάλλει το λειτούργημα τους για την επιμέλεια του τέκνου τους ή/και εφόσον ασκούν αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, και σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει είτε ο ένας εκ των γονέων, είτε ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να ζητήσει να κριθεί το θέμα δικαστικώς. Για τα παιδιά με αναπηρία και/ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες δεν μπορεί να ισχύουν διαφορετικοί κανόνες ευχερέστερης παράκαμψης της γονικής μέριμνας από αυτούς που ισχύουν για τα υπόλοιπα παιδιά καθότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε απαγορευμένη άμεση διάκριση στη βάση της αναπηρίας.
    Εύστοχες είναι οι παλαιότερες θέσεις της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού επί του θέματος, σχετικά με παλαιότερη, αντίστοιχη πρόταση. Η Επίτροπος εκεί τόνισε ότι το όλο θέμα «αφήνεται αδιευκρίνιστο [όπως και τώρα] ως προς το σκοπό της παραπομπής και της κατ’ εξουσιοδότηση ανάθεση αρμοδιοτήτων […] χωρίς προκαθορισμένη διαδικασία». Κρίσιμα επίσης σχολιάζει ότι με την «υποχρέωση του γονέα να ανταποκρίνεται θετικά σε απόφαση, πλέον αξιολόγησης του παιδιού]» δεν διασφαλίζεται ότι τηρούνται τα δικαιώματα του παιδιού και των γονέων υπό το φως, πάντοτε, της αρχής της διαφύλαξης του συμφέροντος του παιδιού κατά προτεραιότητα, στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ούτε το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, ούτε προστατεύονται παιδιά και γονείς από τυχόν αυθαίρετες και δυσανάλογες επεμβάσεις στα δικαιώματά τους όταν «απαιτείται» η θετική ανταπόκρισή τους.
    Ακόμα κρισιμότερη κατ’ αναλογία είναι η επισήμανση ότι δεν διευκρινίζεται με την προτεινόμενη τροποποίηση τέτοιου είδους, το πώς θα αξιολογείται η «άρνηση» ενός γονέα να ανταποκριθεί και το συμφέρον του παιδιού, ούτε και το πώς θα αποφευχθούν καταστάσεις παραβιάσεων της σωματικής ή της πνευματικής ακεραιότητας ενός παιδιού και/ή της ιδιωτικής του ζωής και αξιοπρέπειας, ενώ, προστίθεται ότι τυχόν εξαναγκασμός με τέτοιες παρεμβάσεις σε «αξιολογήσεις» (όρος ο οποίος θα πρέπει να διευκρινιστεί πλήρως), μπορεί να ισούται ακόμα και με απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
    Υπό το φως όλων των πιο πάνω, είναι εξαιρετικά και εκ των πραγμάτων δύσκολο να υπάρξουν περιπτώσεις όπου η αναγκαστική και χωρίς συγκατάθεση των ασκούντων τη γονική μέριμνα αξιολόγηση ενός παιδιού, είναι προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του. Εκτός και εάν τέτοια αξιολόγηση αποβλέπει όχι στην τοποθέτησή του σε συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο («πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης», «ειδικό σχολείο») αλλά στην παροχή εύλογων προσαρμογών, η οποία, όμως, ως επισημαίνεται πιο πάνω στις πλείστες των περιπτώσεων δεν προϋποθέτει συγκεκριμένη διάγνωση βλάβης.
    Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται ότι ούτε η παροχή εύλογων προσαρμογών ούτε η παροχή εξατομικευμένης εκπαίδευσης θα πρέπει κατ’ ανάγκη να εξαρτώνται από προηγούμενη αξιολόγηση. Κατ’ ακρίβεια, σύμφωνα με το Γενικό Σχόλιο Αρ. 4, παρ. 29 «η συζήτηση ανάμεσα στις εκπαιδευτικές αρχές και παρόχους, ακαδημαϊκά ιδρύματα, το ίδιο το παιδί με αναπηρία και, αναλόγως της ηλικίας/ ωριμότητας/ δυνατότητάς του, των γονέων/φροντιστών και των μελών της οικογένειάς του, θα πρέπει να λαμβάνει χώρα για να διασφαλίζεται ότι κάθε προσαρμογή πληροί τις προϋποθέσεις, τη βούληση, προτιμήσεις και επιλογές του παιδιού και μπορεί να εφαρμόζεται από τον πάροχο ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος. Η παροχή εύλογων προσαρμογών δεν πρέπει να εξαρτάται από μία ιατρική διάγνωση κάποιας βλάβης αλλά θα πρέπει να εξαρτάται, αντί τούτου, από την αξιολόγηση των κοινωνικών εμποδίων στην εκπαίδευση.» Επίσης υπενθυμίζεται ότι η άρνηση παροχής εύλογων προσαρμογών συνιστά διάκριση με βάση την αναπηρία και η υποχρέωση παροχής τους υφίσταται αμέσως και να παρακολουθούνται συστηματικά (Γενικό Σχόλιο Αρ. 4, παρ. 30).
    Τέλος, θεωρούμε ότι θα πρέπει να προβληματίζει το Υπουργείο η αντίφαση ανάμεσα στο προτεινόμενο άρθρο 7(1) του Νόμου όπου για σκοπούς αξιολόγησης αναφέρεται ότι απαιτείται η συγκατάθεση των γονέων και στον Κανονισμό 11 πιο πάνω όπου προβλέπεται δυνατότητα καταναγκαστικής αξιολόγησης «σε περίπτωση που οι γονείς αρνούνται να συμμορφωθούν με την πιο πάνω υποχρέωση και παρεμποδίζουν τη διαδικασία αξιολόγησης του παιδιού».
    3. Προτεινόμενοι Κανονισμοί 13 και 14 – Απόφαση Επαρχιακής Επιτροπής και Δικαιώματα Γονέα
    Καταρχήν παρατηρείται ότι η αντικατάσταση του χρονικού ορίου των 15 ημερών (Κανονισμός 13) από τον ανοιχτό όρο «εύλογο χρονικό διάστημα» εγείρει σοβαρό κίνδυνο καθυστέρησης ο οποίος θα έχει πιθανότατα αλυσιδωτές συνέπειες και καθυστερήσεις στις διαδικασίες που μπορεί να ακολουθηθούν. Οι καθυστερήσεις αυτές μεταφράζονται και στην
    Βασική μας θέση είναι ότι δεν δύναται να υπάρξει εξαντλητική λίστα του τι μπορεί να περιέχει μία Απόφαση Επαρχιακής Επιτροπής αφού και ήδη από αυτό το στάδιο θα πρέπει να αποφασίζονται και να καταγράφονται, όχι ως «εισηγήσεις» αλλά ως μέρος μίας πρώτης απόφασης:
    – Οι εξατομικευμένες βοήθειες που θα δοθούν στο παιδί (ατομικός/αποκλειστικός συνοδός ή συνοδός συγκεκριμένο αριθμό περιόδων, τυχόν οδηγός για αισθητηριακές αναπηρίες, τυχόν διερμηνέας, τυχόν προσωπικός βοηθός)
    – Οι εύλογες προσαρμογές περιλαμβανομένων των διευκολύνσεων εντός της τάξης (π.χ. το πού θα κάθεται το παιδί, πώς θα αξιοποιείται το peer support)
    – Η χρήση τεχνολογικών και άλλων μέσων κατά τη διδασκαλία, επικοινωνία, διαγωνίσματα, εξετάσεις και δραστηριότητες
    – Τα μέτρα προσβασιμότητας που χρειάζεται ένα παιδί (δομικής, εντός και εκτός τάξης, στην επικοινωνία, στις δραστηριότητες κ.ο.κ.)
    – Οι διαφοροποιήσεις υλικού, διδακτικών μεθόδων και αξιολογητικών μεθόδων που θα εφαρμοσθούν σε όλα τα μαθήματα που θα παρακολουθεί το παιδί αλλά και στις δραστηριότητες του σχολείου
    – Οι διαφοροποιήσεις του εξεταστικού δοκιμίου που θα αποτελέσουν την φυσική συνέχεια των διαφοροποιήσεων του υλικού/μεθόδων
    – Τυχόν συνδιδασκαλία
    – Τυχόν απαλλαγές εκπαιδευτικών για το σκοπό της προετοιμασίας τους για την παροχή των εύλογων προσαρμογών, διευκολύνσεων και της ως άνω προσβασιμότητας και τυχόν στήριξη αυτών από κατάλληλο προσωπικό
    – Τυχόν λογοθεραπεία ή εργοθεραπεία ή άλλου είδους επιστημονική στήριξη και η έκταση αυτής.
    – Τυχόν επαναξιολογήσεις, μέτρα παρακολούθησης της επιτυχίας των πιο πάνω.
    Όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να λειτουργούν και ως εγγυήσεις, με προσδιορισμό του ανώτατου χρόνου που ένα παιδί θα βρίσκεται εκτός της τάξης του, το οποίο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 20% του συνολικού διδακτικού χρόνου. Η κατεύθυνση θα πρέπει σε κάθε απόφαση να είναι η ενιαία και ποιοτική εκπαίδευση.
    Δεν γίνεται αντιληπτή η αναφορά σε «χώρο παροχής και έκταση της εκπαίδευσης σε χώρο άλλο από τον χώρο του γενικού σχολείου» (Κανονισμός 13 (β)), εκτός και εάν αναφέρεται σε χώρο «άλλο από τη γενική τάξη», όπου και πάλι θεωρούμε ότι θα πρέπει να εφαρμοσθεί μέγιστος δυνατός χρόνος που θα γίνεται τέτοια απομάκρυνση, το 20% του συνολικού διδακτικού χρόνου. Σε αντίθετη περίπτωση εάν αναφέρεται σε περιπτώσεις «κατ’ οίκον εκπαίδευσης», για παράδειγμα, κάτι τέτοιο θα πρέπει να γίνεται μόνο κατ’ εξαίρεση και όπου συντρέχουν ισχυροί λόγοι, και πάλι, θα πρέπει να γίνεται πρόνοια και εγγύηση ώστε το παιδί να μην αποκόπτεται από το σχολικό σύνολο και να εξακολουθεί να διδάσκεται και από τους εκπαιδευτικούς της γενικής τάξης, χωρίς να αφήνεται στα χέρια μόνο των προσώπων που παρέχουν στήριξη, διαφοροποίηση και/ή τους συνοδούς του.
    Επίσης θα πρέπει η εν λόγω απόφαση να προβλέπει ρητά το δικαίωμα και την προθεσμία έντασης (σε περίπτωση απόφασης της Επαρχιακής Επιτροπής) και προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο ( σε περίπτωση απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής).
    4. Προτεινόμενος Κανονισμός 14 – Συμμετοχή ΚΥ.Σ.Ο.Α.
    Η συμμετοχή εκπροσώπου της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥ.Σ.Ο.Α.) στις συνεδρίες της Επαρχιακής Επιτροπής σε ό,τι αφορά τη λήψη αποφάσεων για την παροχή ή μη «ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης», θα πρέπει να παραμείνει προαιρετική σε περίπτωση που υπάρχει η σύμφωνη άποψη των γονέων και κριθεί οτι κάτι τέτοιο είναι προς το συμφέρον του παιδιού βάσει υπεύθυνης και σύννομης άσκησης των καθηκόντων των μόνιμων μελών της Επιτροπής, ενώ, αντιστρόφως, η συμμετοχή εκπροσώπου της Συνομοσπονδίας θα πρέπει να αιτιολογείται στη βάση και πάλι του συμφέροντος του παιδιού και σε συνάρτηση με το ιστορικό, το έργο και τις θέσεις τέτοιου εκπροσώπου.
    Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τις καταληκτικές παρατηρήσεις για την Κύπρο της Επιτροπής του ΟΗΕ, παρ 19-21, επισημάνθηκε ότι το δικαίωμα στην ενιαία εκπαίδευση στα γενικά σχολεία δεν θα πρέπει να περιορίζεται ακόμα και από γονεϊκή συγκατάθεση καθότι κάτι τέτοιο παραβιάζει τη ΣΔΑΑ και το δικαίωμα στην ενιαία εκπαίδευση. Συνεπώς εκπρόσωπος της ΚΥ.Σ.Ο.Α. όπως και κάθε μέλος της Επαρχιακής Επιτροπής -και αντίστοιχα της Κεντρικής Επιτροπής- θα πρέπει να έχει επιμόρφωση, να φέρει απόψεις και να ενεργεί κατά τρόπο που συνάδει πλήρως με το δικαίωμα στην ενιαία εκπαίδευση προκειμένου να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων για το παιδί κατά τρόπο που υπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον του. Σε αντίθετη περίπτωση η αρχή αυτή παραβιάζεται.
    Συμφωνούμε συνεπώς με την προαιρετική συνοδεία από εκπρόσωπο της ΚΥ.Σ.Ο.Α.. Θα πρέπει να προστεθεί, αφενός η δυνατότητα συνοδείας από εκπρόσωπο αντιπροσωπευτικής οργάνωσης ατόμων με αναπηρία, καθότι θα υπάρχουν περιπτώσεις οι οποίες θα λαμβάνουν συμβουλές από τέτοιες οργανώσεις καθώς και να διευκρινιστεί ότι στους «ειδικούς επιστήμονες» που δύνανται να συνοδεύουν την οικογένεια στην Κεντρική Επιτροπή μπορεί να περιλαμβάνεται και δικηγόρος/ νομικός σύμβουλος. Συνεπώς προτείνεται όπως η φράση διατυπώνεται ως εξής: «ειδικό επιστήμονα περιλαμβανομένου νομικού σύμβουλου ή δικηγόρου». Θέση μας επίσης είναι ότι, όπου αυτό είναι σχετικό και προς το συμφέρον του παιδιού, θα πρέπει να παρέχεται ευελιξία όπως ενώπιον της Επιτροπής παρίστανται πέραν του ενός «ειδικού επιστήμονα», καθότι οι απόψεις των επαγγελματιών που γνωρίζουν το παιδί σε διάρκεια χρόνου θα πρέπει να φέρουν βαρύνουσα σημασία και δεν δύνανται να συγκριθούν με την ολιγόλεπτη διά-δραση των παιδιών με τους όποιους αξιολογητές του εκ μέρους του Υπουργείου.
    5. Προτεινόμενος Κανονισμός 15– Κοινοποίηση απόφασης στη διεύθυνση
    Οι κοινοποιήσεις που προτείνονται γίνονται ήδη και σε σημαντικό βαθμό στην πράξη, σύμφωνα με την εμπειρία μας. Τόσο όμως η διεύθυνση όσο και οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι έχουν επαφή με τα παιδιά, θα πρέπει να γνωρίζουν τη ληφθείσα απόφαση για σκοπούς υλοποίησης του περιεχομένου της «ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης» στο βαθμό όμως που αφορά στην παροχή διευκολύνσεων, προσαρμογών, προσβασιμότητας και άλλων προϋποθέσεων τήρησης του δικαιώματος εκπαίδευσης του μαθητή. Η κοινοποίηση άλλων προσωπικών δεδομένων ιδίως ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (π.χ. ιατρική διάγνωση) δεν είναι αναγκαία ούτε αναλογική, αλλά εγείρει κίνδυνο παραβίασης του δικαίου προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς και να τηρείται εμπιστευτικότητα.
    6. Προτεινόμενοι Κανονισμοί 16 και 17 – Χρονικά περιθώρια
    Προτείνεται όπως η διαδικασία της επαναξιολόγησης ολοκληρώνεται μέχρι το Μάρτιο της προηγούμενης σχολικής χρονιάς. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και τη διαδικασία ενστάσεων επί της απόφασης της Επαρχιακής ή, ανάλογα, της Κεντρικής Επιτροπής Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης και σε περίπτωση ενστάσεων να ολοκληρώνεται και η διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων εντός του ίδιου πλαισίου. Η προσθήκη ότι «όπου απαιτείται», η διαδικασία θα μπορεί να διενεργείται στο πλαίσιο πολυθεματικής συνάντησης μετά από απόφαση Επαρχιακής Επιτροπής, θα πρέπει να διευκρινιστεί. Υπό ποιες προϋποθέσεις και λαμβανομένων υπόψη ποιων δεδομένων θα γίνεται κάτι τέτοιο και πώς θα διασφαλίζεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του μείζονος συμφέροντος του παιδιού; Επίσης, με ποιο τρόπο θα διασφαλίζονται τα δικαιώματα των γονέων να καταθέσουν τις θέσεις τους και τις θέσεις των επαγγελματιών που παρακολουθούν το παιδί; Εάν διατηρηθεί μία τέτοια πρόνοια θα πρέπει οι γονείς να ενημερώνονται εκ των προτέρων για το ενδεχόμενο λήψης απόφασης κατά τη διάρκεια πολυθεματικής συνάντησης, να τους κοινοποιείται η απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής και να τους παρέχεται επαρκής χρόνος προκειμένου να μπορούν να παρευρίσκονται στην εν λόγω πολυθεματική επιτροπή προετοιμασμένοι, με δικηγόρο και/ή με τους επαγγελματίες της επιλογής τους που θα παρουσιάσουν τις θέσεις τους ως προς τις απαιτήσεις εκπαίδευσης του παιδιού.
    Το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να αξιολογείται ένσταση στην Απόφαση, θα πρέπει επίσης να καθοριστεί και να μην υπερβαίνει το μήνα Απρίλιο έκαστου έτους.
    Η επαναξιολόγηση θα πρέπει πάντοτε ως στόχο την παροχή εύλογων προσαρμογών και ατομικής στήριξης και όχι τη μετάβαση σε διαχωριστικά πλαίσια. Για τις εύλογες προσαρμογές και την ατομική στήριξη, όπως και για την προσβασιμότητα χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση, πλήρης και μόνιμη ευελιξία, ώστε να είναι διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή. Δηλαδή, θα πρέπει να μπορεί να ζητείται από γονέα ή να προτείνεται από εκπαιδευτικό να παρασχεθεί οποιαδήποτε εύλογη προσαρμογή ή οποιοδήποτε μέτρο διευκόλυνσης της φοίτησης που καθιστά προσβάσιμο το μαθησιακό περιβάλλον ανά πάσα στιγμή εντός του σχολικού έτους.
    Το άρθρο 24 (2)(γ) της ΣΔΑΑ ερμηνεύεται στο Γενικό Σχόλιο Αρ. 4 (παρ. 27) με τις επισημάνσεις ότι «η υποχρέωση παροχής εύλογων προσαρμογών είναι εφαρμοστέα από τη στιγμή που ζητείται». Στην παρ. 30 υπενθυμίζει ότι η άρνηση παροχής εύλογων προσαρμογών συνιστά απαγορευμένη διάκριση στη βάση της αναπηρίας και η υποχρέωση παροχής εύλογων προσαρμογών είναι άμεσα εφαρμοστέα υποχρέωση και όχι δεν υπόκειται σε σταδιακή υλοποίηση.
    7. Προτεινόμενοι Κανονισμοί 41 και 42
    Σχολιάζονται πιο πάνω στο μέρος «Τροποποιήσεις Ορολογίας» – Β.1.β.
    8. Προτεινόμενοι Κανονισμός 64 και 65 – Εξεταστικά Δοκίμια και Παρουσίαση Απαντήσεων /Διαφοροποίηση:
    Ο Κανονισμός 64 αφορά στους τρόπους πρόσβασης στα εξεταστικά δοκίμια. Στη λέξη «πρόσβαση» θα πρέπει να προστεθεί και ο όρος «προσβασιμότητα» («πρόσβαση και προσβασιμότητα») καθότι δυνάμει του άρθρου 9 της ΣΔΑΑ προσβασιμότητα περιλαμβάνει την προσβασιμότητα σε έγγραφα, μεθόδους διδασκαλίας, εξέτασης, αξιολόγησης, επικοινωνίας κ.ο.κ. ενώ το άρθρο 24 της ΣΔΑΑ ενώ και τα άρθρα 24(3) και 24(4) αφορούν ειδικά σε θέματα προσβασιμότητας στην εκπαίδευση. Ο εν λόγω Κανονισμός θα πρέπει επίσης να εναρμονιστεί με την έννοια των εύλογων προσαρμογών και του καθολικού σχεδιασμού.
    Τα εξεταστικά δοκίμια θα πρέπει να ακολουθούν τις διαφοροποιήσεις και τις προσαρμογές που ήδη παρέχονται και είναι αποτελεσματικές καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους.
    Στην έννοια της «προσαρμογής» των διαγνωστικών και εξεταστικών δοκιμίων θα πρέπει να ενταχθεί κάθε εξατομικευμένη προσαρμογή που μπορεί να απαιτείται για ένα μαθητή περιλαμβανομένων των εύλογων προσαρμογών και της προσβασιμότητας που μπορεί να τον αφορά (π.χ. ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, easy-to-read, χρήση προσβάσιμης επικοινωνίας, κατάλληλων τεχνολογικών και άλλων μέσων, συμβολογράφων, μεταγραφέων, προγραμμάτων κ.ο.κ. χωρίς η λίστα αυτή να μπορεί ποτέ να είναι εξαντλητική). Επίσης στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα ώστε η προσαρμογή αυτή να αφορά και σε παιδιά με πολλαπλές αναπηρίες. Υπό αυτή την έννοια δεν είμαστε σύμφωνοι ούτε με την αφαίρεση της δυνατότητας διαφοροποίησης ή απλοποίησης της γλωσσικής διατύπωσης του εξεταστικού δοκιμίου νοουμένου ότι αυτό δεν προδιαγράφει την απάντηση.
    Μέχρι σήμερα η υλοποίηση διαφοροποιήσεων βασιζόταν σε μία εγκύκλιο την οποία πλείστοι εκπαιδευτικοί αγνοούσαν, συνεπώς η προσθήκη ρητής αναφοράς σε «διαφοροποιήσεις στα διαγνωστικά και εξεταστικά δοκίμια» αποτελεί θετική εξέλιξη. Ωστόσο η έννοια της διαφοροποίησης, όπως και οι διευκολύνσεις που πρέπει να εναρμονίζονται με τις έννοιες της προσβασιμότητας, των εύλογων προσαρμογών και του καθολικού σχεδιασμού μέσα πάντοτε από πλήρη εξατομίκευση των απαιτήσεων και τρόπου εκμάθησης εκάστου μαθητή. Η τροποποίηση επίσης δεν διευκρινίζει το κατά πόσο η διαφοροποίηση θα γίνεται κατά τρόπο εξατομικευμένο από άρτια κατάλληλο και προσοντούχα πρόσωπα (εμπειρογνώμονες) στην διαφοροποίηση υπό την έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης. Η παροχή περιορισμένου αριθμού «έτοιμων» λύσεων ανά «κατηγορία» αναπηρίας για παράδειγμα δεν αποτελεί διαφοροποίηση και παραβιάζει βασικούς πυλώνες του δικαιώματος στην εκπαίδευση αφού δεν αποτελεί εξατομίκευση.
    Προκύπτει επίσης το ερώτημα ποιος θα διασφαλίζει ότι θα γίνεται διαφοροποίηση όπου υπάρχουν αντιστάσεις από τους εκπαιδευτικούς και ποιος ότι αυτή η διαφοροποίηση θα γίνεται με τον ορθό τρόπο που συνάδει με την ενιαία εκπαίδευση. Σε αυτό το μέρος θεωρούμε ότι θα πρέπει να παρέχεται στήριξη στο σχολείο και τους εκπαιδευτικούς από εμπειρογνώμονες ανεξάρτητους και γνώστες των μεθόδων διαφοροποίησης οι οποίοι και να επιβλέπουν την υλοποίησή της, όχι μόνο στα εξεταστικά και διαγνωστικά δοκίμια αλλά ολόχρονα, της ύλης και των μεθόδων διδασκαλίας .
    Η παρ. 72 του Γενικού Σχολίου Αρ. 4 κάνει λόγο για ποιοτική ενιαία εκπαίδευση η οποία απαιτεί όπως οι μέθοδοι αξιολόγησης και παρακολούθησης της προόδου των μαθητών λαμβάνουν υπόψη τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι μαθητές με αναπηρίες. Τα παραδοσιακά συστήματα αξιολόγησης και η χρήση τυποποιημένων βαθμολογιών ως το μοναδικό δείκτη της επιτυχίας των μαθητών και των σχολείων μπορεί να θέσει σε μειονεκτική θέση τους μαθητές με αναπηρίες. Η έμφαση θα πρέπει αν είναι στην ατομική πρόοδο προς επίτευξη εξατομικευμένης στόχευσης. Με κατάλληλες μεθοδολογίες διδασκαλίας, υποστήριξη και προσαρμογές, όλα τα αναλυτικά προγράμματα μπορούν να προσαρμόζονται ώστε να ικανοποιούν τις ανάγκες όλων των μαθητών περιλαμβανομένων αυτών με αναπηρία. Τα συμπεριληπτικά συστήματα αξιολόγησης μαθητών ενισχύονται μέσω της εξατομικευμένης στήριξης.
    Η διαφοροποίηση πρέπει να αποτελεί συνέχεια και να συνάδει με:
    – Την επαρκή, διαρκή εξατομικευμένη στήριξη καθ’ όλη τη χρονιά, μέσω εξατομικευμένων πλάνων εκπαίδευσης τα οποία να περιλαμβάνουν διαφοροποιημένη την ύλη και τις διδακτικές μεθόδους και οδηγίες, εύλογες προσαρμογές και να καθορίζεται σε συνεργασία με τον μαθητή, όπου κατάλληλο, τους γονείς/ φροντιστές και κατάλληλους εμπειρογνώμονες στο αντικείμενο (παρ. 32 Γενικό Σχόλιο Αρ. 4).

    – Τη στήριξη των γενικών εκπαιδευτικών καθ’ όλη τη χρονιά με υποστηρικτικό σύστημα και πόρους, ώστε να δύνανται να παρέχουν διαφοροποιημένο υλικό και εξεταστικά και διαγνωστικά δοκίμια με τη χρήση και κατάλληλων επαυξητικών και εναλλακτικών μέσων και μεθόδων επικοινωνίας (παρ. 69, 70 Γενικό Σχόλιο Αρ. 4).
    Αντίστοιχα με όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να είναι και οι τρόποι με τους οποίους δύναται ο μαθητής να παρουσιάζει τις απαντήσεις του στον Κανονισμό 65.
    9. Προτεινόμενοι Κανονισμοί 67 και 68
    Εάν η διαφοροποίηση γίνεται κατά τρόπο ορθό και επαγγελματικό θα καθίσταται μη αναγκαία η υπεξαίρεση / «ειδική παραχώρηση για το ελλείπον μέρος» που αναφέρεται στον Κανονισμό 67 (1). Για την αποφυγή υποδείξεων στο πιστοποιητικό περί ειδικών διευθετήσεων η οποία μπορεί να αποβεί στιγματιστική και να αποτρέψει την ισότιμη και αντίστοιχη των ικανοτήτων και γνώσεων του μαθητή ανάπτυξη, θα πρέπει να επενδυθεί χρόνος και να γίνονται εκείνες οι διαφοροποιήσεις με εκείνη την ευελιξία που καθιστά τις εξετάσεις προσβάσιμες στο μαθητή με αναπηρία και/ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, με την υιοθέτηση και εναλλακτικών μεθόδων εξέτασης στην περίπτωση που προκύπτουν τυχόν τέτοια «ελλείποντα μέρη».
    Και σε αυτούς τους Κανονισμούς θεωρούμε ότι δεν θα πρέπει να παρουσιάζεται οποιαδήποτε εξαντλητική λίστα αλλά να τηρείται πλήρως εξατομικευμένη προσέγγιση.
    10. Προτεινόμενο Άρθρο 2
    Σχόλια παρατίθενται πιο πάνω, στο μέρος «Τροποποιήσεις ορολογίας» (Β.1.).

  7. Για το Άρθρο 12 εισηγούμαστε όπως προστεθούν τα ακόλουθα:
    «Καμία απόφαση που αφορά το πλαίσιο φοίτησης ή τις υποστηρικτικές παροχές δεν λαμβάνεται χωρίς προηγουμένως να έχει διασφαλιστεί η πλήρης ενημέρωση, η ουσιαστική συμμετοχή και η συναπόφαση των γονέων/κηδεμόνων και του ίδιου του παιδιού, σύμφωνα με την ηλικία και την ωριμότητά του. Κάθε απόκλιση από τις θέσεις τους αιτιολογείται ειδικά και εγγράφως.» «Όπως αναδείχθηκε και κατά τη δημόσια καταγραφή των απόψεων παιδιών ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας στις 25.6.2026, η ελλιπής συνεργασία με τους γονείς και τα ίδια τα παιδιά μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών αποφάσεων.»

    Επομένως, ζητούμε να διασφαλιστεί ρητώς η ουσιαστική συμμετοχή των γονέων/κηδεμόνων στη διαδικασία ενώπιον των Ε.Ε.Ε.Α.Ε. και στη λήψη αποφάσεων που αφορούν το πλαίσιο φοίτησης του παιδιού. Επίσης, είναι σημαντικό τα πρακτικά να κοινοποιούνται στους κηδεμόνες, χωρίς να χρειάζεται να ζητηθούν. Πριν από οποιαδήποτε κατάληξη ή εισήγηση, να παρέχεται πλήρης ενημέρωση και πραγματική δυνατότητα τοποθέτησης, ώστε οι θέσεις των γονέων/κηδεμόνων να καταγράφονται και να λαμβάνονται δεόντως υπόψη.

    Κρίνεται απαραίτητη η υποχρεωτική ενημέρωση των γονέων/κηδεμόνων, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ουσιαστική συμμετοχή τους στις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά. Συγκεκριμένα, πρέπει να παρέχεται σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και ιδιαίτερα τους κηδεμόνες, συστηματική και κατανοητή ενημέρωση για το εκπαιδευτικό πλαίσιο, τις υποστηρικτικές παροχές και τα σαφή κριτήρια με βάση τα οποία επιλέγεται το πλάνο φοίτησης για τον/την μαθητή/τρια. Το ΥΠΑΝ να θεσμοθετήσει ετήσια ενημέρωση όλων των κηδεμόνων, τουλάχιστον μια φορά κάθε χρόνο, καθώς και, σε περίπτωση παραπομπής του παιδιού σε αρμόδια επιτροπή να αποστέλλεται εγκαίρως σχετική γραπτή ειδοποίηση με πλήρη ανάλυση της διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εμπλεκομένων μερών, καθώς και τηλεφωνική επικοινωνία από αρμόδιο πρόσωπο για ενημέρωση του γονέα.

    Η πλήρης πολυθεματική αξιολόγηση να είναι υποχρεωτική όταν αλλάζει η βαθμίδα ή το πλαίσιο φοίτησης, όταν μεταβάλλονται ουσιωδώς οι εκπαιδευτικές ανάγκες, όταν εξετάζεται η τοποθέτηση σε ειδικό σχολείο ή σε πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης, καθώς και όταν υποβάλλεται αιτιολογημένο αίτημα από τον κηδεμόνα.

    Οι πιο πάνω εισηγήσεις με τις οποίες στηρίζεται ο ρόλος και η συμμετοχή των γονέων στην λήψη αποφάσεων για την εκπαίδευση των παιδιών τους, εδράζεται στις κατευθυντήριες γραμμές που προκύπτουν από το Γενικό Σχόλιο 4(2016) της Επιτροπής της CRPD. Η Επιτροπή προσδιορίζει με σαφήνεια την αναγκαιότητα ενημέρωσης των γονιών και τη διάφανη συνεργασία με το οικογενειακό περιβάλλον του κάθε παιδιού, με απώτερο σκοπό τη διασφάλιση της παροχής κατάλληλων παιδαγωγικών προσαρμογών, διαφοροποιημένης διδασκαλίας και παροχής προσβάσιμης ενημέρωσης. Στοιχεία που θα διασφαλίσουν το αναμφισβήτητο δικαίωμα του κάθε παιδιού στην εκπαίδευση.

    Για το Άρθρο 12, ζητείται τροποποίηση της παραγράφου δ(ii) που συμπεριλαμβάνεται στον βασικό νόμο, Για να αποτυπώνεται ευθαρσώς ότι η Διοίκηση του σχολείου οφείλει να προσαρμόζει τον αριθμό μαθητών ανά τμήμα όταν αυτό απαιτείται για την αποτελεσματική παροχή εύλογων προσαρμογών και υποστηρικτικών μέτρων.

    Για το Άρθρο 15, να προστεθούν τα πιο κάτω με βάση τις εισηγήσεις της ΚΥΣΟΑ και τις απόψεις των παιδιών που τέθηκαν ενώπιον του ΠτΔ ,στις 25/6/2026:

    • όταν οι ΕΕΕΑΕ δεν συνεργάζονται αρμονικά με τους κηδεμόνες, τα δικαιώματα των παιδιών παραβιάζονται, καθώς το σχολικό πλαίσιο δεν τους προσφέρει το βέλτιστο.
    • οι ΕΕΕΑΕ δεν βλέπουν εξατομικευμένα τα παιδιά, με αποτέλεσμα οι εύλογες προσαρμογές που τους παρέχονται να μην στηρίζονται στις εξατομικευμένες ανάγκες τους. Αυτό το κενό αυτόματα καθιστά το σχολικό περιβάλλον, μη προσβάσιμο.
    • για οποιαδήποτε τεχνικά/υποστηρικτικά μέσα/εξοπλισμό οι ΕΕΕΑΕ στηρίζονται σε γνωματεύσεις και αξιολόγηση ειδικών που δεν έχουν επαφή και σφαιρική εικόνα των αναγκών και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε παιδιού. Οι αξιολογήσεις θα έπρεπε να στηρίζονται στους ειδικούς που παρακολουθούν τα παιδιά.

    Αποκλειστική αποστολή των Ε.Ε.Ε.Α.Ε. να είναι η αξιολόγηση των εξατομικευμένων αναγκών του παιδιού, η παροχή των εύλογων προσαρμογών κι η απόδοσή τους στο πλαίσιο περαιτέρω ενίσχυσής τους. Η διαδικασία αξιολόγησης και λήψης θέσης από τις Ε.Ε.Ε.Α.Ε. πρέπει να διέπεται από σαφές και νομοθετικά δεσμευτικό πλαίσιο ως προς τα χρονοδιαγράμματα και τις διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη παροχή των αναγκαίων υποστηρικτικών μέτρων και εύλογων προσαρμογών προς όφελος του παιδιού. Να προστεθεί ρητή ασφαλιστική δικλείδα στη νομοθεσία, ώστε η αξιολόγηση από τις Ε.Ε.Ε.Α.Ε. να ολοκληρώνονται εντός δύο μηνών από την ημερομηνία υποβολής της παραπομπής. Σε περιπτώσεις σοβαρών περιστατικών, η αξιολόγηση θα πραγματοποιείται εντός δεκαπέντε ημερών, ενώ τυχόν παράταση θα επιτρέπεται αποκλειστικά κατόπιν πλήρους γραπτής αιτιολόγησης και άμεσης ενημέρωσης των γονέων/κηδεμόνων.

    Οι Ε.Ε.Ε.Α.Ε. να απαρτίζονται από ομάδα εμπειρογνωμόνων, κατάλληλα καταρτισμένων και με αποδεδειγμένη εξειδίκευση, με σύνθεση που να ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες του εκάστοτε παιδιού, ώστε σε κάθε περίπτωση να συμμετέχουν άτομα με σχετική εξειδίκευση (π.χ. σε θέματα αυτισμού). Να προβλεφθεί, επίσης, η αύξηση της συχνότητας και η τακτική πραγματοποίηση των συνεδριάσεων των Ε.Ε.Ε.Α.Ε., ώστε να αποφεύγονται συσσωρεύσεις και καθυστερήσεις που επιβαρύνουν δυσανάλογα τα παιδιά και τις οικογένειές τους.
    Απαραίτητη ως ενισχυτική της διαδικασίας, προς όφελος -πρωτίστως του παιδιού, είναι και η συμμετοχή δια νομοθετικής ρύθμισης εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ στις Ε.Ε.Ε.Α.Ε. Επιπλέον, θεωρείται επιτακτική η ρητή θεσμική διασφάλιση ότι η παρουσία του εκπροσώπου δεν θα είναι τυπική και δεν θα περιορίζεται στο ρόλο του παρατηρητή, αλλά να έχει ενεργό συμβολή στην διαδικασία. Ο εκπρόσωπος της Συνομοσπονδίας, πρέπει να συμμετέχει ισότιμα στη διαδικασία συλλογικής επεξεργασίας και λήψης αποφάσεων για το παιδί κατόπιν συγκατάθεσης του γονέα ή του ενήλικου μαθητή, σε ατομικές διαδικασίες προς υποστήριξη της οικογένειας

    Μείζονος σημασίας αποτελεί η άμεση γνωστοποίηση, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, εμπεριστατωμένης και πλήρως αιτιολογημένης έκθεσης της Ε.Ε.Ε.Α.Ε. στους κηδεμόνες και όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Η έκθεση οφείλει να περιλαμβάνει αναλυτικά επιστημονικά δεδομένα με βάση τα χαρακτηριστικά και τις εξατομικευμένες ανάγκες του παιδιού, πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη στη διαδικασία αξιολόγησης και την λήψη της τελικής απόφασης, καθώς και στη διασφάλιση και παροχή των απαραίτητων εύλογων προσαρμογών, κατάλληλου τεχνολογικού εξοπλισμού, διαμόρφωση των υλικοτεχνικών υποδομών σύμφωνα με τις ανάγκες του κάθε παιδιού, καθώς και ό,τι άλλο θεωρείται απαραίτητο για την ομαλή φοίτηση του παιδιού στο σχολικό πλαίσιο.
    Οποιαδήποτε ρύθμιση ή διαδικασία καταγράφεται στην έκθεση, οφείλει να ακολουθεί βάσει της δομής όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 13 της υφιστάμενης νομοθεσίας.

    Περαιτέρω, κρίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ρητώς στη νομοθεσία ότι οι αποφάσεις και εισηγήσεις των Ε.Ε.Ε.Α.Ε. ως προς την παροχή υποστηρικτικών μέτρων και εύλογων προσαρμογών, είναι δεσμευτικές για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και οφείλουν να εφαρμόζονται άμεσα και χωρίς καθυστέρηση. Οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να εφαρμόζουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αποφάσεις σχετικά με τις εύλογες προσαρμογές, εκτός εάν συντρέχει νόμιμος και ειδικά αιτιολογημένος λόγος. Υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 5 της CRPD, η άρνηση παροχής εύλογης προσαρμογής συνιστά μορφή διάκρισης. Ως εκ τούτου, πρέπει να καταστεί σαφές ότι η μη εφαρμογή αποφάσεων ή εισηγήσεων της Ε.Ε.Ε.Α.Ε., όπως η μη παροχή διαφοροποιημένου γραπτού ή η μη έγκαιρη διάθεση του αναγκαίου τεχνολογικού εξοπλισμού, συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει της CRPD και πλήττει ουσιωδώς το δικαίωμα του παιδιού στην ισότιμη πρόσβαση και συμμετοχή στην εκπαίδευση.

    Στο πλαίσιο αυτό για τη διασφάλιση της ορθότητας, της πληρότητας και της επιστημονικής εγκυρότητας της αξιολόγησης είναι αναγκαίο η διεπιστημονική ομάδα που θα απαρτίζει την επιτροπή να έχει ουσιαστική και άμεση επαφή με το μαθητή και να μην βασίζεται αποκλειστικά στα ιατρικά και άλλα πιστοποιητικά, αλλά να γίνεται συγκερασμός των πληροφοριών που προκύπτουν από την επαφή με το παιδί, από τις υπάρχουσες ιατρικές κι άλλες αξιολογήσεις, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των ιδιωτών που παρακολουθούν το παιδί και των θέσεων των μελών της διεπιστημονικής ομάδας. Η αξιολόγηση οφείλει να εδράζεται σε προσωπική παρατήρηση και επιστημονική εκτίμηση που θα προκύπτει μετά από φυσική παρουσία και αλληλεπίδραση με τον μαθητή/τρια τουλάχιστον τρεις φορές κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους στο σχολικό περιβάλλον, με απώτερο σκοπό να επιτευχθεί η διαμόρφωση μιας σφαιρικής εικόνας για το παιδί και την αξιολόγηση με ρεαλιστικό τρόπο των εκπαιδευτικών αναγκών του.

    Η κοινοποίηση των εν λόγω εκθέσεων των Ε.Ε.Ε.Α.Ε. πρέπει να πραγματοποιείται το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας, προς τους κηδεμόνες και άλλους εμπλεκόμενους φορείς για τη διασφάλιση της διαφάνειας, την αρχή της πλήρους ενημέρωσης και της δυνατότητας άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων τους. Παράλληλα, να καθοριστούν εκ των προτέρων τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογούνται τα παιδιά, καθώς και το πλαίσιο εντός του οποίου η ομάδα εμπειρογνωμόνων των Ε.Ε.Ε.Α.Ε. θα διαμορφώνει τις εισηγήσεις της, ώστε η διαδικασία να είναι ενιαία, τεκμηριωμένη και εφαρμόσιμη με συνέπεια.

    Κρίνεται απολύτως απαραίτητο να διασφαλιστεί η άμεση ενημέρωση και εμπλοκή του ίδιου του παιδιού σε κάθε στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης και λήψης απόφασης που το αφορά. Η ενημέρωση προς το παιδί πρέπει να είναι προσβάσιμη, κατανοητή και προσαρμοσμένη στις δυνατότητες του/της, ώστε να καθίσταται εφικτή και ουσιαστική συμμετοχή του/της.

    Η συμμετοχή του/της μαθητή/τριας στη διαδικασία οφείλει να πραγματοποιείται με την υποστήριξη καταρτισμένου σχολικού ψυχολόγου ή και του σχολικού συμβούλου ο οποίος πρέπει να έχει συνεχή και άμεση επαφή με το παιδί και μπορεί να αποτελέσει υποστηρικτικό μηχανισμό ενδυνάμωσης της θέλησης και της φωνής του παιδιού. Η άποψη και οι ανάγκες του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται ουσιαστικά και δεόντως υπόψη σε κάθε διαδικασία που το αφορά, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και το επίπεδο ωριμότητάς του, χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες πρακτικές που να διασφαλίζουν την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματός του να εκφράζεται και να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία.

    Η προσέγγιση αυτή εδράζεται στο άρθρο 12 της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του στις διαδικασίες που το αφορούν. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 7 της CRPD, πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι απόψεις των παιδιών με αναπηρίες λαμβάνονται υπόψη σε όλα τα θέματα που τα αφορούν, ενώ το άρθρο 24 κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εκπαίδευση μέσω συμπεριληπτικών και εξατομικευμένων διαδικασιών. Συνεπώς, η θεσμική ενίσχυση του σχολικού συμβούλου σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση ουσιαστικής εφαρμογής των άρχων που διέπουν τις Συμβάσεις τις οποίες έχει κυρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία.

    Εννοείται,ότι αναγνωρίζεται πως σεεξαιρετικέςπεριπτώσεις, ο/η μαθητής/τρια λόγω τεκμηριωμένου βεβαρημένου ιατρικού ιστορικού, δύναται να μην είναι ενεργός/ή στη διαδικασία. Οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να τεκμηριώνονται πλήρως με βάση τις ιατρικές γνωματεύσεις και να επιβεβαιώνονται με τη σύμφωνη γνώμη όλων των μελών της Ε.Ε.Ε.Α.Ε. και των κηδεμόνων του παιδιού, ώστε να αποφεύγονται οι αυθαίρετες ή ελλιπώς αιτιολογημένες εξαιρέσεις.

    Όπως επισημαίνεται και στο Γενικό Σχόλιο 4(2016) της Επιτροπής της CRPD, το δικαίωμα στην εκπαίδευση δεν είναι επιλογή πολιτικής, αλλά δεσμευτικό δικαίωμα. Όλα τα κράτη που έχουν κυρώσει τη CRPD έχουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι κάθε παιδί με αναπηρία θα συμμετέχει πλήρως χωρίς διακρίσεις στο ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα, με τις απαραίτητες προσαρμογές και υποστηρικτικά μέτρα, ούτως ώστε να απολαμβάνει το αναμφισβήτητο δικαίωμά του στην παροχή ίσων ευκαιριών.

    Η ΚΥΣΟΑ στην Τροποποίηση του άρθρου 15 του βασικού Νόμου, Παράγραφος 1, εισηγείται όπως τροποποιηθεί το σημείο για την επαναξιολόγηση με τον ακόλουθο τρόπο:
    Οι Επαρχιακές Επιτροπές επαναξιολογούν τις ανάγκες κάθε Παιδιού με Αναπηρίες ή/και Μαθησιακές Δυσκολίες, ανά τριετία, κατόπιν γραπτής τεκμηρίωσης και εντός το αργότερο 20 ημερών. Επίσης, πρέπει να υφίσταται η ίδια πρακτική και στην αξιολόγηση των παιδιών που εντάσσονται στον Ενιαίο Κορμό εκπαίδευσης.
    Ζητούμε όπως προστεθεί Άρθρο, στις Τροποποιήσεις της Νομοθεσίας το οποίο θα συμπεριλαμβάνει τις πιο κάτω εισηγήσεις:
    Να διασφαλιστεί ότι για κάθε μαθητή σχεδιάζεται και εφαρμόζεται ατομικό πρόγραμμα στο πλαίσιο του Προγράμματος Ενισχυμένης Στήριξης, προσαρμοσμένο στις εξατομικευμένες εκπαιδευτικές και λειτουργικές του ανάγκες. Να είναι απολύτως σαφής και προκαθορισμένος ο τρόπος που θα δομείται το ατομικό πρόγραμμα και ο τρόπος υλοποίησης του, ώστε να υπάρχει ενιαία και τεκμηριωμένη εφαρμογή.

    Να θεσπιστεί διαδικασία συστηματικής αξιολόγησης του Προγράμματος Ενισχυμένης Στήριξης, τόσο ως προς το πρόγραμμα μαθημάτων, όσο και ως προς τις παρεχόμενες δραστηριότητες, με στόχο τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της ανταπόκρισης στις ανάγκες του κάθε παιδιού. Η αξιολόγηση πρέπει να πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και να οδηγεί σε αναπροσαρμογή του προγράμματος, ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική πρόοδος, η συμμετοχή και η ισότιμη ένταξη του μαθητή στο σχολικό περιβάλλον.

    Να γίνει προσθήκη στην Τροποποίηση του άρθρου 18 του βασικού Νόμου η οποία θα συμπεριλαμβάνει τα πιο κάτω, τα οποία αφορούν τις εισηγήσεις της ΚΥΣΟΑ και τις απόψεις των παιδιών που παρευρέθηκαν στην Ημερίδα με τον ΠτΔ:
    Η καταγραφή στις 25/1/2026 των θέσεων των παιδιών που φοιτούν σε Ειδικά Σχολεία, ενώπιον του ΠτΔ κατέδειξε τεκμηριωμένα ότι η φωνή κι οι ανάγκες των ίδιων των παιδιών δεν λαμβάνονται υπόψη τεκμηριωμένα στο σχεδιασμό των Ειδικών Σχολείων από τα οποία εξακολουθεί να απουσιάζει το αναλυτικό πρόγραμμα.
    Να δημιουργηθεί και να εφαρμοστεί αναλυτικό και ολοκληρωμένο πρόγραμμα για τα Ειδικά Σχολεία και να διασφαλιστεί η κατάρτιση των εκπαιδευτικών για την εφαρμογή του. Επιπλέον, να προχωρήσει η αναβάθμιση του εξοπλισμού των σχολείων, ώστε να υποστηρίζεται ουσιαστικά και επαρκώς η διδασκαλία, οι δραστηριότητες και οι ανάγκες των μαθητών στο σχολικό πλαίσιο.

    Η ΚΥΣΟΑ ζητά να ενσωματωθούν στην Τροποποίηση του Άρθρου 19 τα πιο κάτω:
    Nα τεθούν συγκεκριμένα ποιοτικά κριτήρια για την επιλογή των εκπαιδευτικών της στήριξης. Η αξιολόγησή τους βάσει της εξέλιξης των παιδιών είναι ουσιαστική παράμετρος. Την ίδια ώρα η συνεχής επιμόρφωση και στήριξη των εκπαιδευτικών αυτών από το εκπαιδευτικό σύστημα είναι θεμελιώδης, με στόχο πάντοτε το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών. Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η επιστημονική κατάρτιση των εκπαιδευτικών που θα αναλάβουν τη διδασκαλία των παιδιών στο πλαίσιο του Προγράμματος Ενισχυμένης Στήριξης, καθώς και η σαφής υποχρέωση παρακολούθησης και τεκμηρίωσης της προόδου του μαθητή βάσει του ατομικού προγράμματος που ακολουθεί. Στο τέλος κάθε τετραμήνου, να παρέχεται συστηματική και δομημένη ανατροφοδότηση προς το ΥΠΑΝ για την εφαρμογή του ατομικού προγράμματος, τα μέτρα και προσαρμογές που υλοποιήθηκαν και τα αποτελέσματα σε σχέση με τις εξατομικευμένες ανάγκες του παιδιού.
    Επιπρόσθετα, προτείνεται η δημιουργία καταλόγου εκπαιδευτικών με εξειδίκευση στην Ειδική Εκπαίδευση, οι οποίοι θα παρέχουν πρωτίστως τις ατομικές στηρίξεις. Η απουσία γνώσεων περί Ειδικής Εκπαίδευσης στη Μέση Εκπαίδευση, όπως προέκυψε τεκμηριωμένα και από τη συνάντηση της 25ης Ιουνίου 2026 με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατέδειξε την άγνοια και την έλλειψη δεξιοτήτων των εκπαιδευτικών ως προς την ουσία της ατομικής στήριξης, η οποία αποτελεί παρεχόμενη εύλογη προσαρμογή βάσει των εξατομικευμένων αναγκών του μαθητή.

  8. Ως ΠΑ.ΣΥ.ΓΟ. Παγκύπριος Σύνδεσμος Γονέων Παιδιών με Απώλεια Ακοής (ΠΑΣΥΓΟ), χαιρετίζουμε την προσπάθεια εκσυγχρονισμού της υφιστάμενης νομοθεσίας και όλων των κανονιστικών διατάξεων και κανονισμών που αφορά την Εκπαίδευση Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες. Κύριος γνώμονας όλων των εμπλεκομένων είναι το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών μας.
    Ακολουθούν τα σημεία με τα άρθρα του νόμου που σύμφωνα με τον Σύνδεσμο μας χρήζουν αναπροσαρμογής για την αποτελεσματικότερη στήριξη των παιδιών μας:
    – Στο σημείο 5 του άρθρου 7 αναφέρεται πως η παραπομπή θα «συνοδεύεται από βεβαίωση ιατρού, ψυχολόγου ή λογοθεραπευτή» πρέπει να προστεθεί και ο ακουολόγος. Γενικότερο σχόλιο θα πρέπει οι ειδικοί που θα κάνουν τις παραπομπές να είναι εξιδεικευμένοι με την συγκεκριμένη αναπηρία ή και τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού.
    Στο σημείο 7 του άρθρου 9.β να προστεθεί:
    – Νοείται ότι στις περιπτώσεις παιδιών με αισθητηριακές αναπηρίες (κωφών και τυφλών), οι αξιολογήσεις/επαναξιολογήσεις θα γίνονται από εξουσιοδοτημένους εκπαιδευτικούς κωφών ή τυφλών που θα εξουσιοδοτούνται από τις Σχολές Κωφών και Τυφλών αντίστοιχα). Βεβαίως, εμείς είμαστε εδώ για να εκφέρουμε την άποψη μας για τα παιδιά με Απώλεια Ακοής. Επίσης, η πολυθεματική ομάδα θα πρέπει να είναι διαφοροποιημένη ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού για το οποίο συνεδριάζει με χρήση κατάλληλων διαγνωστικών εργαλείων.
    – Το σημείο 8 του άρθρου 12.γ αντικρούεται με τους Κανονισμούς όπως πχ. σελ. 5, σημείο 16 που λέει κάθε 3 χρόνια. Χρειάζεται χρόνος για την εξέλιξη του παιδιού, ένας χρόνος δεν είναι αρκετός για επαναξιολόγηση.
    – Το σημείο 8 στο άρθρο 12.2.δ(ii) να τροποποιηθεί ως ακολούθως: Σε γενικές τάξεις που φοιτούν παιδιά με αναπηρίες/μαθησιακές δυσκολίες κτλ., δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 15 παιδιά.
    – Στο σημείο 10 του άρθρου 15 να προστεθεί -(2) Με αίτημα του γονέα, ή με δικαιολογημένη εισήγηση του συνδετικού λειτουργού, η Επαρχιακή Επιτροπή προβαίνει σε συχνότερες επαναξιολογήσεις.
    – Σχετικά με το σημείο 11 του άρθρου 16 γενικότερο σχόλιο σχετικά με την υποχρεωτική συμμόρφωση των γονέων απέναντι στις αποφάσεις της Επαρχιακής Επιτροπής Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης: Οι γονείς των παιδιών με αναπηρία και άλλες εκπαιδευτικές ανάγκες χρήζουν τόσο της κατανόησης, όσο και του σεβασμού των αρμόδιων εμπλεκόμενων υπηρεσιών. Με την συγκεκριμένη διατύπωση κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Θα πρέπει σε περίπτωση διαφωνίας η οποία οφείλεται είτε σε μη αντίληψη των πραγματικών αναγκών του παιδιού από τους γονείς, ή σε περιπτώσεις παραμέλησης των πραγματικών αναγκών του παιδιού από τους γονείς του, αφού προηγηθεί ενδελεχής ενημέρωση (την οποία νομοθετικά θα πρέπει να οριστεί κάποιος/α ως υπεύθυνος), τότε να γίνουν ενέργειες. Οι γονείς αποτελούν βασικά και ουσιαστικά στελέχη στην εξίσωση της εκπαίδευσης των παιδιών τους και ως έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται. Επιπλέον ο γονέας διατηρεί το δικαίωμα ένστασης (ακόμα και σε διοικητικό δικαστήριο).
    – Το σημείο 12 για το άρθρο 18.β.6 θεωρούμε ότι απαιτείται να δοθούν διευκρινήσεις. Νοείται ότι η Σχολή Κωφών συνεχίζει να χορηγεί ισότιμο Απολυτήριο όπως το γενικό σχολείο όπως ισχύει από το 2005.

  9. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο επιχειρεί έναν αναγκαίο εκσυγχρονισμό της υφιστάμενης νομοθεσίας, κυρίως μέσω της αντικατάστασης παλαιότερων όρων, όπως «παιδί με ειδικές ανάγκες», «συνηθισμένο σχολείο» και «ειδική μονάδα», με νεότερες διατυπώσεις, όπως «παιδί με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», «γενικό σχολείο» και «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης». Η αλλαγή αυτή είναι θετική, καθώς απομακρύνει μέρος της παλαιότερης ορολογίας και επιχειρεί να ευθυγραμμίσει το πλαίσιο με σύγχρονες αντιλήψεις.
    Το νομοσχέδιο εξακολουθεί να κινείται κυρίως μέσα στη λογική της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης και όχι σε μια ολοκληρωμένη λογική ενιαίας και συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Δεν κατοχυρώνεται ρητά ότι το γενικό σχολείο αποτελεί τον φυσικό και πρωταρχικό χώρο φοίτησης όλων των παιδιών, με την υποχρέωση του κράτους να παρέχει τις αναγκαίες προσαρμογές, υποστηρίξεις, μέσα και διευκολύνσεις.
    Επομένως, η βασική εισήγηση είναι το νομοσχέδιο να ενισχυθεί με σαφή αρχή ότι η εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες πρέπει να οργανώνεται πρωτίστως μέσα στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα, με στόχο την ισότιμη συμμετοχή τους στη σχολική ζωή. Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος η μεταρρύθμιση να παραμείνει κυρίως ορολογική και διοικητική, χωρίς ουσιαστικό μετασχηματισμό της εκπαιδευτικής φιλοσοφίας.
    Άρθρο 1 — Συνοπτικός τίτλος
    Προβληματισμός
    Ο νέος τίτλος είναι βελτιωμένος σε σχέση με την παλαιότερη αναφορά σε «παιδιά με ειδικές ανάγκες». Ωστόσο, εξακολουθεί να παρουσιάζει το νομοθέτημα ως νόμο που αφορά μια ειδική κατηγορία παιδιών και όχι ως μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου ενιαίας ή συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Από τον τίτλο απουσιάζει η έννοια της συμπερίληψης, παρόλο που η δημόσια διαβούλευση αναφέρει ότι σκοπός είναι η προώθηση μιας πιο συμπεριληπτικής εκπαίδευσης.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να εξεταστεί η προσθήκη αναφοράς στην ενιαία ή συμπεριληπτική εκπαίδευση στον τίτλο ή, τουλάχιστον, σε εισαγωγική διάταξη του Νόμου.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Ο παρών Νόμος αποσκοπεί στην κατοχύρωση του δικαιώματος των παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες σε ποιοτική, προσβάσιμη και συμπεριληπτική εκπαίδευση στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα, με την παροχή των αναγκαίων υποστηρίξεων, εύλογων προσαρμογών και διευκολύνσεων».

    Άρθρο 2 — Ορισμοί
    Προβληματισμός
    Το άρθρο 2 είναι από τα σημαντικότερα άρθρα του νομοσχεδίου, γιατί καθορίζει τη φιλοσοφία του. Η αντικατάσταση των όρων είναι θετική, όμως ορισμένοι νέοι ορισμοί χρειάζονται ενίσχυση.
    Ο ορισμός του «γενικού σχολείου» είναι καθαρά περιγραφικός. Δεν αναφέρει ότι το γενικό σχολείο αποτελεί τον βασικό χώρο εκπαίδευσης και συμμετοχής των παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
    Ο ορισμός του «παιδιού με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» παραμένει σε μεγάλο βαθμό εστιασμένος στη δυσκολία του παιδιού. Δεν αναδεικνύει επαρκώς ότι οι εκπαιδευτικές ανάγκες προκύπτουν και από τα εμπόδια του σχολικού περιβάλλοντος, όπως η έλλειψη προσβασιμότητας, υποστηρικτικού προσωπικού, διαφοροποιημένης διδασκαλίας ή κατάλληλων μέσων.
    Ο ορισμός του «προγράμματος ενισχυμένης στήριξης» είναι επίσης πολύ γενικός. Δεν διασφαλίζει ότι το πρόγραμμα αυτό θα λειτουργεί ως μέσο συμπερίληψης και όχι ως νέα ονομασία της ειδικής μονάδας.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να ενισχυθούν οι ορισμοί ως εξής:
    Για το «γενικό σχολείο»:
    «Γενικό σχολείο σημαίνει σχολείο του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος, δημόσιο, κοινοτικό ή ιδιωτικό, το οποίο αποτελεί τον βασικό χώρο φοίτησης, συμμετοχής και εκπαίδευσης όλων των παιδιών, περιλαμβανομένων των παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, με την παροχή των αναγκαίων υποστηρίξεων και εύλογων προσαρμογών».
    Για το «παιδί με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες»:
    Να προστεθεί ότι οι ανάγκες του παιδιού αξιολογούνται όχι μόνο με βάση ατομικές δυσκολίες, αλλά και με βάση τα εμπόδια που υπάρχουν στο φυσικό, μαθησιακό, κοινωνικό, επικοινωνιακό και οργανωτικό περιβάλλον του σχολείου.
    Για το «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης»:
    «Πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης σημαίνει οργανωμένη εκπαιδευτική ή άλλη υποστήριξη που παρέχεται σε παιδί που φοιτά σε γενικό σχολείο, με σκοπό τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή του στη γενική τάξη και στη συνολική σχολική ζωή, και όχι τη δημιουργία χωριστού ή παράλληλου πλαισίου φοίτησης».
    Άρθρο 3 — Οριζόντια αντικατάσταση όρων
    Προβληματισμός
    Η οριζόντια αντικατάσταση όρων είναι αναγκαία για λόγους συνοχής. Ωστόσο, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η αλλαγή να παραμείνει απλή μετονομασία. Ειδικά η αντικατάσταση της «ειδικής μονάδας» με το «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» δεν αρκεί, εάν δεν αλλάξει και ο τρόπος λειτουργίας της δομής.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να προστεθεί ερμηνευτική ή μεταβατική διάταξη που να διευκρινίζει ότι η αντικατάσταση των όρων συνεπάγεται αλλαγή στη φιλοσοφία και στη λειτουργία των σχετικών δομών.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Η αντικατάσταση του όρου “ειδική μονάδα” με τον όρο “πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης” δεν νοείται ως απλή μετονομασία υφιστάμενης δομής, αλλά ως αναδιοργάνωση της παρεχόμενης στήριξης με σκοπό την ενίσχυση της συμμετοχής του παιδιού στη γενική τάξη και στο γενικό σχολικό περιβάλλον».
    Άρθρο 4 — Φοίτηση σε ειδικό σχολείο ή αλλού
    Προβληματισμός
    Το άρθρο 4 προβλέπει ότι η φοίτηση παιδιού σε ειδικό σχολείο ή οπουδήποτε αλλού απαγορεύεται, εκτός στην έκταση και για όσο χρόνο αποφασίζεται σύμφωνα με τον Νόμο. Η πρόνοια αυτή είναι θετική στον βαθμό που περιορίζει την αυθαίρετη απομάκρυνση παιδιού από το γενικό σχολείο.
    Ωστόσο, δεν κατοχυρώνει ρητά ότι η φοίτηση στο γενικό σχολείο είναι η πρώτη και βασική επιλογή. Επίσης, η φράση «ή οπουδήποτε αλλού» είναι πολύ ευρεία και χρειάζεται σαφή περιορισμό.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να προστεθεί ότι η φοίτηση εκτός γενικού σχολείου επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, με πλήρη αιτιολόγηση και αφού προηγουμένως εξεταστούν όλες οι δυνατότητες στήριξης στο γενικό σχολείο.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Η εκπαίδευση παιδιού με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες παρέχεται κατά προτεραιότητα στο γενικό σχολείο, με τις αναγκαίες υποστηρίξεις, εύλογες προσαρμογές, μέσα και διευκολύνσεις. Φοίτηση σε ειδικό σχολείο ή σε άλλο χώρο εκτός γενικού σχολείου επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και αφού τεκμηριωθεί ότι έχουν εξεταστεί όλες οι δυνατότητες υποστήριξης του παιδιού στο γενικό σχολείο».
    Άρθρο 5 — Παραπομπή στην Επαρχιακή Επιτροπή
    Προβληματισμός
    Η πρόνοια για συγκατάθεση των γονέων όταν η παραπομπή γίνεται από τρίτο πρόσωπο είναι θετική. Ωστόσο, η απαίτηση η παραπομπή να συνοδεύεται από βεβαίωση ιατρού, ψυχολόγου ή λογοθεραπευτή μπορεί να δημιουργήσει καθυστερήσεις ή ανισότητες, ειδικά για οικογένειες που δεν έχουν άμεση πρόσβαση σε ειδικούς.
    Υπάρχει επίσης κίνδυνος να ενισχυθεί μια ιατροκεντρική αντίληψη, όπου η εκπαιδευτική ανάγκη αναγνωρίζεται κυρίως μέσω εξωτερικής διάγνωσης και όχι μέσω της παιδαγωγικής παρατήρησης και αξιολόγησης του σχολείου.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να διατηρηθεί η δυνατότητα προσκόμισης βεβαίωσης ειδικού, αλλά να μην αποτελεί απόλυτο εμπόδιο για την έναρξη της διαδικασίας.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Η παραπομπή δύναται να συνοδεύεται από βεβαίωση ιατρού, ψυχολόγου, λογοθεραπευτή ή άλλου αρμόδιου ειδικού, χωρίς η απουσία τέτοιας βεβαίωσης να εμποδίζει την αρχική εξέταση της περίπτωσης, εφόσον τεκμηριώνεται από το σχολείο ή τον γονέα ανάγκη διερεύνησης και παροχής υποστήριξης».
    Άρθρο 6 — Προθεσμία παραπομπών μέχρι τέλος Ιανουαρίου
    Προβληματισμός
    Η πρόνοια για παραλαβή παραπομπών μέχρι τέλος Ιανουαρίου μπορεί να βοηθήσει στον προγραμματισμό της επόμενης σχολικής χρονιάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλεισμού ή καθυστέρησης για παιδιά των οποίων οι ανάγκες εντοπίζονται μετά τον Ιανουάριο.
    Η εξαίρεση για «σοβαρά και έκτακτα περιστατικά» είναι χρήσιμη, αλλά παραμένει αόριστη. Δεν πρέπει να απαιτείται να χαρακτηριστεί μια περίπτωση ως «σοβαρή και έκτακτη» για να λάβει ένα παιδί βασική ή προσωρινή στήριξη.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να προστεθεί πρόνοια για προσωρινά ή άμεσα μέτρα στήριξης κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Η προθεσμία υποβολής παραπομπών δεν αποκλείει την εξέταση περιπτώσεων και τη λήψη προσωρινών ή άμεσων μέτρων στήριξης κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, όταν εντοπίζονται εκπαιδευτικές ανάγκες που επηρεάζουν τη φοίτηση, συμμετοχή ή πρόοδο του παιδιού».
    Άρθρο 7 — Πολυθεματική ομάδα αξιολόγησης/επαναξιολόγησης
    Προβληματισμός
    Η πρόβλεψη πολυθεματικής ομάδας είναι θετική, διότι η αξιολόγηση των αναγκών ενός παιδιού δεν πρέπει να γίνεται μονοδιάστατα. Ωστόσο, η διατύπωση φαίνεται να αφορά παιδιά προδημοτικής και δημοτικής εκπαίδευσης. Αυτό δημιουργεί προβληματισμό για τη Μέση Γενική και Μέση Τεχνική Εκπαίδευση.
    Η συμπερίληψη αφορά όλες τις βαθμίδες. Οι μαθητές/μαθήτριες Γυμνασίου, Λυκείου και ΤΕΣΕΚ έχουν επίσης ανάγκη πολυθεματικής, παιδαγωγικής και λειτουργικής αξιολόγησης.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να επεκταθεί ρητά η πρόνοια σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Ο Υπουργός ορίζει, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε βαθμίδας εκπαίδευσης, πολυθεματικές ομάδες αξιολόγησης και επαναξιολόγησης για παιδιά προδημοτικής, δημοτικής, μέσης γενικής και μέσης τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης».
    Άρθρο 8 — Απόφαση Επαρχιακής Επιτροπής και συγκατάθεση για ειδικό σχολείο
    Προβληματισμός
    Η πρόνοια για ενημέρωση του γονέα σχετικά με το δικαίωμά του για γραπτή συγκατάθεση φοίτησης του παιδιού σε ειδικό σχολείο είναι σημαντική. Ωστόσο, η συγκατάθεση πρέπει να είναι πραγματικά ενημερωμένη και όχι τυπική.
    Επιπλέον, η επαναξιολόγηση μετά από ένα έτος φοίτησης στη γενική τάξη μπορεί να είναι θετική, εφόσον έχει στόχο τη βελτίωση της στήριξης. Υπάρχει όμως κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός μετακίνησης του παιδιού εκτός γενικής τάξης, ιδιαίτερα αν το παιδί δεν έλαβε προηγουμένως επαρκή στήριξη.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να προστεθεί ότι η συγκατάθεση του γονέα δίνεται μόνο μετά από πλήρη ενημέρωση για όλες τις εναλλακτικές επιλογές και τις δυνατότητες στήριξης στο γενικό σχολείο.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Η γραπτή συγκατάθεση του γονέα για φοίτηση σε ειδικό σχολείο παρέχεται μόνο μετά από πλήρη και κατανοητή ενημέρωση για τις δυνατότητες φοίτησης και στήριξης στο γενικό σχολείο, τις διαθέσιμες εύλογες προσαρμογές, τις εναλλακτικές διευθετήσεις και τις συνέπειες κάθε επιλογής».
    Να προστεθεί επίσης:
    «Η επαναξιολόγηση μετά από ένα έτος φοίτησης στη γενική τάξη αποσκοπεί πρωτίστως στην ενίσχυση της συμμετοχής και υποστήριξης του παιδιού στο γενικό σχολείο. Οποιαδήποτε εισήγηση για περιορισμό της συμμετοχής στη γενική τάξη ή φοίτηση εκτός γενικού σχολείου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και να τεκμηριώνει ότι προηγουμένως εφαρμόστηκαν επαρκείς υποστηρίξεις και εύλογες προσαρμογές».
    Άρθρο 9 — Αντικατάσταση «έκθεσης» με «απόφαση»
    Προβληματισμός
    Η αντικατάσταση της «έκθεσης» με «απόφαση» ενισχύει τον διοικητικό χαρακτήρα της πράξης. Αυτό μπορεί να είναι θετικό, εφόσον η απόφαση είναι σαφής, δεσμευτική και εφαρμόσιμη.
    Ωστόσο, όταν μια πράξη χαρακτηρίζεται ως απόφαση, πρέπει να συνοδεύεται από πλήρεις εγγυήσεις: αιτιολόγηση, πρόσβαση στα στοιχεία, ακρόαση γονέα και παιδιού, δικαίωμα υποβολής παραστάσεων και δυνατότητα ένστασης ή προσφυγής.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να προστεθεί ρητή πρόνοια ότι κάθε απόφαση πρέπει να είναι εξατομικευμένη και πλήρως αιτιολογημένη.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Κάθε απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής είναι γραπτή, εξατομικευμένη, πλήρως αιτιολογημένη και ελέγξιμη, αναφέρει τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη, τις εναλλακτικές επιλογές που εξετάστηκαν, τις απόψεις του γονέα και, όπου είναι δυνατό, του παιδιού, καθώς και τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε η συγκεκριμένη διευθέτηση».
    Άρθρο 10 — Επαναξιολόγηση
    Προβληματισμός
    Η επαναξιολόγηση πριν από τη μετάβαση σε επόμενη βαθμίδα και ανά τριετία είναι θετική. Η ολοκλήρωση μέχρι τον Μάρτιο μπορεί να βοηθήσει στον προγραμματισμό.
    Ωστόσο, οι ανάγκες ενός παιδιού μπορεί να αλλάξουν οποτεδήποτε. Η τριετία δεν πρέπει να λειτουργεί ως άκαμπτο χρονικό όριο, ούτε ο Μάρτιος ως αποκλειστική προθεσμία για ουσιαστική επανεξέταση.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να προστεθεί ρητά ότι έκτακτη επαναξιολόγηση μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε υπάρχει ουσιώδης μεταβολή αναγκών ή δυσκολιών.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη τριετή επαναξιολόγηση ή την επαναξιολόγηση πριν από αλλαγή βαθμίδας, ο γονέας, το σχολείο, ο συνδετικός λειτουργός ή η ίδια η Επαρχιακή Επιτροπή δύνανται να ζητήσουν έκτακτη επαναξιολόγηση οποτεδήποτε προκύπτει ουσιώδης μεταβολή στις ανάγκες, στη λειτουργικότητα, στη συμμετοχή ή στην πρόοδο του παιδιού».
    Άρθρο 11 — Απόφαση Κεντρικής Επιτροπής
    Προβληματισμός
    Η πρόνοια ότι ο γονέας «υποχρεούται να συμμορφωθεί» με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, η οποία χαρακτηρίζεται «τελεσίδικη», είναι από τα πιο προβληματικά σημεία του νομοσχεδίου.
    Η διατύπωση αυτή μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι περιορίζονται υπέρμετρα τα δικαιώματα του γονέα και του παιδιού για ένσταση, προσφυγή, δικαστικό έλεγχο ή άλλη έννομη προστασία. Ακόμη και αν η πρόθεση είναι να αποφεύγονται καθυστερήσεις εις βάρος του παιδιού, η διατύπωση πρέπει να είναι πιο προσεκτική.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να αντικατασταθεί η προτεινόμενη διάταξη.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής είναι τελική στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και κοινοποιείται γραπτώς στον γονέα με πλήρη αιτιολόγηση. Η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει οποιοδήποτε δικαίωμα του γονέα ή/και του παιδιού για δικαστικό έλεγχο, προσφυγή ή άλλη έννομη προστασία που προβλέπεται από το Σύνταγμα, τη νομοθεσία ή διεθνείς συμβάσεις».
    Να αφαιρεθεί η φράση:
    «υποχρεούται να συμμορφωθεί».
    Άρθρο 12 — Γενική τάξη, Απολυτήριο και πιστοποιητικό παρακολούθησης
    Προβληματισμός
    Η αντικατάσταση του όρου «συνηθισμένη τάξη» με «γενική τάξη» είναι γλωσσικά ορθή. Ωστόσο, το σημαντικότερο ζήτημα είναι η πρόνοια για το Απολυτήριο.
    Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι στο παιδί που φοιτά στο γενικό σχολείο χορηγείται Απολυτήριο στο οποίο αναγράφονται μόνο τα μαθήματα που παρακολούθησε και οι εξετάσεις στις οποίες παρακάθισε. Η διατύπωση αυτή ενδέχεται να δημιουργήσει κίνδυνο στιγματισμού, διαφοροποιημένης μεταχείρισης ή απολυτηρίου μειωμένης πρακτικής αξίας.
    Πρέπει να διασφαλιστεί ότι το Απολυτήριο δεν θα αποκαλύπτει αχρείαστα την αναπηρία ή τις εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού και δεν θα περιορίζει μελλοντικές εκπαιδευτικές, επαγγελματικές ή κοινωνικές του δυνατότητες.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να προστεθεί ρητή εγγύηση ισοτιμίας και προστασίας από διάκριση.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Στο παιδί με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που φοιτά στο γενικό σχολείο χορηγείται Απολυτήριο ισότιμης ισχύος με εκείνο των λοιπών μαθητών/ριών, με τρόπο που δεν οδηγεί σε άμεση ή έμμεση διάκριση, στιγματισμό ή αδικαιολόγητη αποκάλυψη ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων».
    Για τα παιδιά που φοιτούν σε ειδικά σχολεία:
    «Το πιστοποιητικό παρακολούθησης συνοδεύεται, όπου είναι δυνατό, από αναλυτική περιγραφή δεξιοτήτων, μαθησιακής προόδου και επιτευγμάτων, με τρόπο που να υποστηρίζει τη μετάβαση του παιδιού σε περαιτέρω εκπαίδευση, κατάρτιση, εργασία ή κοινωνική συμμετοχή».
    Άρθρο 13 — Ειδικά σχολεία ως υποστηρικτικές δομές
    Προβληματισμός
    Η πρόνοια ότι τα ειδικά σχολεία λειτουργούν ως υποστηρικτικές δομές των γενικών σχολείων είναι θετική. Μπορεί να αξιοποιήσει την τεχνογνωσία του προσωπικού των ειδικών σχολείων προς όφελος των γενικών σχολείων.
    Ωστόσο, η διάταξη είναι γενική. Δεν καθορίζει πώς θα παρέχεται αυτή η στήριξη, με ποιο προσωπικό, με ποια συχνότητα, με ποια ευθύνη και με ποιον μηχανισμό παρακολούθησης.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να προστεθεί σαφές πλαίσιο λειτουργίας του υποστηρικτικού ρόλου των ειδικών σχολείων.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Ο υποστηρικτικός ρόλος των ειδικών σχολείων προς τα γενικά σχολεία οργανώνεται με σαφή καθήκοντα, χρονοδιαγράμματα, διαδικασίες συνεργασίας, επιμόρφωση εκπαιδευτικών, συμβουλευτική στήριξη, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και μηχανισμό αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας της παρεχόμενης υποστήριξης».
    Να προστεθεί επίσης:
    «Η λειτουργία των ειδικών σχολείων ως υποστηρικτικών δομών δεν αναιρεί την υποχρέωση του γενικού σχολείου και της Πολιτείας να παρέχουν τις αναγκαίες υποστηρίξεις και εύλογες προσαρμογές εντός του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος».
    Άρθρο 14 — Συμμετοχή εκπροσώπου ΚΥΣΟΑ
    Προβληματισμός
    Η συμμετοχή εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ είναι θετική, καθώς ενισχύει τη συμμετοχή των οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες στη διαδικασία. Ωστόσο, η συμμετοχή αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι υποκαθιστά τη φωνή του γονέα ή, κυρίως, του ίδιου του παιδιού.
    Το νομοσχέδιο χρειάζεται πιο ξεκάθαρη πρόνοια για την ακρόαση και συμμετοχή του παιδιού στις αποφάσεις που το αφορούν.
    Προτεινόμενη αλλαγή
    Να διατηρηθεί η συμμετοχή της ΚΥΣΟΑ, αλλά να προστεθεί ρητή πρόνοια για συμμετοχή του παιδιού.
    Ενδεικτική διατύπωση:
    «Κατά τη διαδικασία λήψης απόφασης λαμβάνεται υπόψη, με κατάλληλο και προσβάσιμο τρόπο, η άποψη του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία, την ωριμότητα, τις δυνατότητες και τον τρόπο επικοινωνίας του. Για τον σκοπό αυτό παρέχεται στο παιδί η αναγκαία υποστήριξη ώστε να εκφράσει ελεύθερα την άποψή του».
    Να προστεθεί επίσης ότι ο ρόλος του εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ είναι συμβουλευτικός και υποστηρικτικός, χωρίς να αντικαθιστά τα δικαιώματα του παιδιού και του γονέα.
    Συνολικό συμπέρασμα επί του Νόμου
    Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει θετικές προθέσεις και ορισμένες σημαντικές βελτιώσεις, κυρίως σε επίπεδο ορολογίας, διαδικασιών, επαναξιολόγησης και συμμετοχής φορέων. Ωστόσο, χρειάζεται ουσιαστική ενίσχυση, ώστε να μη μείνει σε μια περιορισμένη μεταρρύθμιση της ειδικής αγωγής, αλλά να αποτελέσει βήμα προς ένα πραγματικά συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό σύστημα.

    Οι κυριότερες εισηγήσεις είναι:
    • να προστεθεί ρητή αρχή ενιαίας και συμπεριληπτικής εκπαίδευσης,
    • να κατοχυρωθεί το γενικό σχολείο ως βασικός χώρος φοίτησης και συμμετοχής,
    • να διασφαλιστεί ότι τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης δεν θα λειτουργούν ως νέες ειδικές μονάδες,
    • να περιοριστεί αυστηρά η φοίτηση εκτός γενικού σχολείου,
    • να ενισχυθούν τα δικαιώματα γονέα και παιδιού στη διαδικασία,
    • να αφαιρεθούν ή να διορθωθούν προβληματικές διατυπώσεις όπως «υποχρεούται να συμμορφωθεί» και «τελεσίδικη»,
    • να προστατευθεί η ισοτιμία του Απολυτηρίου,
    • και να προβλεφθούν σαφείς υποχρεώσεις του κράτους για πραγματική στήριξη στο γενικό σχολείο.

  10. 1. Μετατροπή των Ειδικών Σχολείων σε resource centres. Πρακτικά αδύνατο να συμβεί επειδή το κάθε ειδικό σχολείο δεν έχει επιπλέον ανθρώπινο δυναμικό να δώσουν και στα υπόλοιπα 150 δημόσια σχολεία που τους αναλογούν και δεύτερο επειδή τα περιστατικά στα Ειδικά Σχολεία, είναι διαφορετικά από τα περιστατικά στα γενικά σχολεία. Το ΥΠΑΝ δεν έχει παρουσιάσει τα οποιαδήποτε στοιχεία ότι αυτό είναι καν εφικτό.
    Στο τέλος της ημέρας απλά θα τσακκώνονται οι γονείς μεταξύ τους, από την μια πλευρά ο γονιός στο Ειδικό σχολείο του οποίου θα αφαιρείται διδακτικές περιόδους από το παιδί του και από την άλλη ο γονιός στο γενικό σχολείο, ο οποίο θα περιμένει για μήνες να πάει ένας ειδικός στο σχολείο του παιδιού του για να δείξει στους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς πως να προσαρμοστούν στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση που θα έχουν μπροστά τους.
    Επιπρόσθετα, δείχνει ότι το ΥΠΑΝ δεν έχει την πρόθεση να κάνετε εύρωστη την ειδική εκπαίδευση με το να την έχει βασικά ως μερικής απασχόλησης δραστηριότητα και να αφαιρεί αντι να προσθέτει πόρους. Υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ των εξαγγελιών και των πράξεων της κυβερνησης Χριστοδουλίδη.

    2. Αθετείτε μια σειρά από τους 10 πυλώνες του ΥΠΑΝ για την ειδική εκπαίδευση.
    Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει τίποτα για την ανάγκη συλλογής στατιστικών στοιχείων, δεν υποχρεώνει κανένα να τα καταγράφει, (έχει μειώθει η σημασία της συλλογής στοιχείων στην επαρχιακή αξιολόγηση κάθε τρια χρόνια μόνο), δεν υπάρχει συμμετοχή της κοινότητας του μαθητή (ιδιώτες εκπαιδευτικοί και φροντιστές) που τους έχει εκτός σχολικού χρόνου, δεν υπάρχει η δια βίου μάθηση και απλά περιορίζετε το νομοσχέδιο στο τι γίνετε με τον σχολικό χρόνο. Τέλος δεν υπάρχει η πιστοποίηση των εκπαιδευτικών που θα έρθει μέσα από την υποχρεωτική επιμόρφωση τους.

    3. Εντέχνως, αφαιρείτε το δικαίωμα από τον γονιό να αρνηθεί να πάει το παιδί του σε ειδικό σχολείο. Του δίνετε το δικαίωμα στην πρώτη χρονιά φοίτησης (άρθρο 12β) και του αφαιρείτε στο άρθρο 16.2α.

    Εισηγήσεις:
    1. Δημιουργία ξεχωριστής Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής και Συμπερίληψης στο ΥΠΑΝ ως η ενιαία και οριζόντια αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή της υφιστάμενης και νέας νομοθεσίας, σε όλες τις βαθμίδες, Προδημοτική, Δημοτική, Μέση, Τεχνική, Ανώτατη. Εξυπακούει την μεταφορά όλων των εκπαιδευτικών που υπάγονται στην Ειδική Εκπαίδευση καθώς και των προυπολογισμών τους στην νέα Διεύθυνση. Αναλάμβανει όλα τα κάθηκοντα των επαρχιακών επιτροπών.
    2. Με την δημιουργία της Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής και Συμπερίληψης, την κατάργηση του άρθρου 5, δηλαδή της Κεντρικής Επιτροπής καθώς και των επαρχιακών επιτροπών. Οι οποιεσδήποτε ενστάσεις σε ότι αφορά δράσεις και αποφάσεις της Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής και Συμπερίληψης να επιλαμβάνονται ιεραρχικά, όπως με όλες τις αποφάσεις του δημοσίου σε όλα τα υπουργεία.
    3. Αποφασίζει ΜΟΝΟ ο γονέας για τον χώρο εκπαίδευσης του παιδιού του.

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο