01 – Τίτλος

Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026

Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026

Τέλος


10 Σχόλια

  1. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στον Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο 113(Ι)/1999 και στους Κανονισμούς του, οι οποίες κατατέθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού και Νεολαίας για διαβούλευση, δεν αποτελούν βήμα εκσυγχρονισμού, αλλά οπισθοδρόμηση. Η συγκεκριμένη νομοθεσία αποτελεί σχεδόν αντιγραφή του 1981 Education Act της Αγγλίας, η οποία είχε ήδη κατακριθεί στη βιβλιογραφία πριν την ψήφιση του 113(Ι)/1999. Στο μεταξύ, η Κυπριακή Δημοκρατία όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψαν και κύρωσαν τη Σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών – OHE (UN, 2006). Στη Σύμβαση, αλλά και στο Γενικό Σχόλιο Αρ. 4 (UN CRPD, 2016) που ακολούθησε, επεξηγείται η έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης και τα χαρακτηριστικά των συστημάτων ενιαίας εκπαίδευσης. Μια σειρά κειμένων του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν δημοσιευθεί από τότε μέχρι σήμερα εξηγούν με σαφήνεια την έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης και την ανάγκη για μετάβαση από τα διαχωριστικά συστήματα εκπαίδευσης σε συστήματα ενιαίας εκπαίδευσης.
    Σύμφωνα με τις καταληκτικές παρατηρήσεις της Ειδικής Επιτροπής του ΟΗΕ (2017) προς την Κυπριακή Δημοκρατία:
    «Η Επιτροπή εκφράζει βαθιά ανησυχία για την απουσία ενός σαφούς και εφαρμοζόμενου πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης στα γενικά σχολεία εκπαίδευσης, όπως αυτό προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία. Εκφράζει επίσης ανησυχία για το γεγονός ότι η διαχωριστική εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι εδραιωμένη στο εκπαιδευτικό σύστημα, κάτι που συχνά αντικατοπτρίζεται και στις στάσεις των εκπαιδευτικών και άλλων συναφών επαγγελματιών». (μετάφραση δική μου)
    Σε αυτή τη χρονική στιγμή, η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν μια νομοθεσία που να καθορίζει το πλαίσιο στήριξης όλων των παιδιών στο γενικό σχολείο, με σαφείς περιγραφές των υποστηρικτικών δομών και του ρόλου όλων των εμπλεκόμενων στην εκπαίδευση ώστε να επωφελούνται όλα τα παιδιά.
    Η διατήρηση της φιλοσοφίας της υφιστάμενης νομοθεσίας, η οποία διατηρεί δύο παράλληλα συστήματα (γενική και ειδική εκπαίδευση) και βασίζεται στην αξιολόγηση των παιδιών με αναπηρία κυρίως για να αποφασιστεί ο χρόνος ειδικής εκπαίδευσης που θα λάβουν και το πλαίσιο στο οποίο θα φοιτήσουν (ειδικό ή γενικό) αποτελεί από μόνο του πρόβλημα.
    Παρακάτω παρουσιάζονται συνοπτικά μερικές παρατηρήσεις για τις τροποποιήσεις που προτείνει το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ):
    • Η προτεινόμενη τροποποίηση του όρου «παιδί με ειδικές ανάγκες» σε «παιδί με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» δεν αποτελεί θετική εξέλιξη. Ο όρος αυτός έχει υιοθετηθεί στην Αγγλία και ήδη έχει κατακριθεί στη βιβλιογραφία (Rix. 2023). Επίσης, ο ορισμός που προτείνεται για τον όρο αυτό είναι σχεδόν ο ίδιος με τον ορισμό που ήδη υπάρχει στην υφιστάμενη νομοθεσία για το «παιδί με ειδικές ανάγκες». Ο ορισμός είναι προβληματικός αφού τοποθετεί το «πρόβλημα» στο παιδί, αντί στο εκπαιδευτικό σύστημα.
    • Η προτεινόμενη τροποποίηση τα παιδιά να επαναξιολογούνται μετά το τέλος της πρώτης τάξης θα οδηγήσει στον διαχωρισμό των παιδιών με την αιτιολόγηση ότι «δεν τα κατάφερε το παιδί να ανταπεξέλθει στη γενική τάξη». Αυτό τεκμηριώνεται και σε εκθέσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού (δες Symeonidou & Mavrou, 2020).
    • Οι προτεινόμενες μετονομασίες των διαχωριστικών δομών δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα τους. Στη βιβλιογραφία ήδη γίνεται αναφορά για τον τρόπο με τον οποίο διαχωριστικές δομές και συστήματα παρουσιάζονται ως συστήματα ενιαίας εκπαίδευσης, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι (Slee, 2011). Για παράδειγμα, η μετονομασία των «ειδικών μονάδων» σε «προγράμματα ενισχυμένης στήριξης» δεν διασφαλίζει ότι το παιδί θα φοιτά τουλάχιστον κατά το 80% του μαθησιακού χρόνου στη γενική τάξη και μόνο κατά το 20% εκτός τάξης, σύμφωνα με τον ορισμό του πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης του European Agency for Special Needs and Inclusive Education (2022). Δεν διασφαλίζει επίσης την ποιότητα της μάθησης για πρόσβαση στο αναλυτικό πρόγραμμα ή την ποιότητα της στήριξης που θα παρέχεται.
    • Η προτεινόμενη αλλαγή του ρόλου των «ειδικών σχολείων» σε «υποστηρικτικές δομές» είναι επιφανειακή και δεν διασφαλίζει ότι τα ειδικά σχολεία θα παρέχουν την απαιτούμενη στήριξη στα γενικά σχολεία για αποτελεσματικότερη στήριξη όλων των παιδιών. Αν το σύστημα αξιολόγησης και τοποθέτησης παιδιών σε ειδικά-διαχωριστικά πλαίσια παραμείνει ως έχει, τα ειδικά σχολεία δεν θα έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν υποστήριξη στα γενικά σχολεία. Η μετεξέλιξη των ειδικών σχολείων σε υποστηρικτικές δομές απαιτεί σχέδιο δράσης που θα έχει διάρκεια, όπως και αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των ειδικών σχολείων και στα καθήκοντα των ειδικών εκπαιδευτικών, παράμετροι που δεν λαμβάνονται υπόψη στις προτεινόμενες τροποποιήσεις.
    • Η προτεινόμενη τροποποίηση στη διαδικασία παραπομπής παιδιού για αξιολόγηση απαιτεί βεβαιώσεις από συγκεκριμένους επαγγελματίες, οι οποίες στην υφιστάμενη νομοθεσία δεν απαιτούνταν. Αυτό δυσκολεύει τη διαδικασία αξιολόγησης και την κάνει προνόμιο μόνο για τα παιδιά των οποίων οι γονείς γνωρίζουν πώς να προσπελάσουν τα απαραίτητα εμπόδια. Επίσης, οι επιλογή των επαγγελματιών από τους οποίους χρειάζεται βεβαίωση δείχνει και τον προσανατολισμό των τεχνοκρατών για το ποια παιδιά θεωρούν ότι δικαιούνται να λαμβάνουν στήριξη μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα.
    • Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν στη λειτουργία των Επαρχιακών Επιτροπών, δηλαδή το συρρικνωμένο χρονικό διάστημα που μπορούν να δέχονται αιτήματα αξιολόγησης και η δυνατότητά τους να καταλήγουν σε «τελεσίδικη» απόφαση για το πλαίσιο φοίτησης του παιδιού, ενδυναμώνουν τον ρόλο τους στην προώθηση του διαχωρισμού.
    • Οι προτεινόμενες αλλαγές για τον ρόλο των γονέων στη διαδικασία αξιολόγησης αποδυναμώνουν τους γονείς, αφού τους δίνεται το δικαίωμα ένστασης για μια φορά. Επίσης, η προτεινόμενη τροποποίηση για αυτεπάγγελτη αξιολόγηση παιδιού με αναπηρία όταν αυτό κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον του, αποτελεί διάκριση λόγω αναπηρίας. Αν οι γονείς κριθούν ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα γονικά τους καθήκοντα με βάση τη νομοθεσία που ισχύει για όλα τα παιδιά, τότε και μόνο τότε, θα μπορούν οι αρχές να αποφασίσουν για τη στήριξη του στην εκπαίδευση και σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής.
    • Η φωνή του παιδιού δεν λαμβάνεται υπόψη. Το παιδί συμμετέχει στη διαδικασία αξιολόγησης ως αξιολογούμενο με τους παραδοσιακούς ιατροκεντρικούς τρόπους. Οι εμπειρίες του, οι απόψεις του και οι επιθυμίες του για τον τρόπο μάθησής του δεν φαίνεται να αποτελούν σημαντική παράμετρο στη φιλοσοφία της νομοθεσίας.
    • Η πρόταση για συμμετοχή της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥ.Σ.Ο.Α.) στις Επαρχιακές Επιτροπές οι οποίες λαμβάνουν αποφάσεις για διαχωρισμό των παιδιών σε ειδικά πλαίσια είναι ασύμβατη με τον ρόλο της ΚΥ.Σ.Ο.Α. Ο ρόλος της ΚΥ.Σ.Ο.Α. είναι να προωθεί την ένταξη και όχι τον διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρία.
    Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν μετάβαση προς ένα σύστημα ενιαίας εκπαίδευσης, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Αντίθετα, διατηρούν τη λογική ενός διττού εκπαιδευτικού συστήματος, στο οποίο η παροχή στήριξης εξακολουθεί να συνδέεται με την κατηγοριοποίηση και τον διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρία.
    Αντί της διατήρησης ενός συστήματος που βασίζεται στην κατηγοριοποίηση και τον διαχωρισμό των παιδιών, απαιτείται η διαμόρφωση ενός νέου νομοθετικού πλαισίου που να στηρίζεται στις αρχές της ενιαίας εκπαίδευσης, όπως αυτές απορρέουν από το Άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα πρέπει να προβλέπει καθολικές δομές υποστήριξης για όλα τα σχολεία, σαφείς μηχανισμούς συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και αποτελεσματικούς μηχανισμούς διακυβέρνησης και λογοδοσίας, ώστε κάθε παιδί να έχει ουσιαστική πρόσβαση, συμμετοχή και μάθηση στο γενικό σχολείο.

    Αναφορές
    European Agency for Special Needs and Inclusive Education (2022). European Agency Statistics on Inclusive Education (EASIE): Guide to the EASIE data tables and country background information. (A. Lenárt, R. Mepsted and A. Lecheval, eds.). Odense, Denmark.
    Rix, J. (2023). Labels of Convenience/Labels of Opportunity. In E. J. Done & H. Knowler (eds.). International Perspectives on Exclusionary Pressures in Education. How Inclusion becomes Exclusion, 125-142. Plagrave Macmillan.
    Slee, R. (2011). The irregular school: Exclusion, schooling and inclusive education. Routledge.

    Symeonidou. S., & Mavrou, K. (2020). Problematising disabling discourses on the assessment and placement of learners with disabilities: can interdependence inform an alternative narrative for inclusion? European Journal of Special Needs Education, 35(1), 70-84. https://10.1080/08856257.2019.1607661
    Symeonidou, S. (2025). Exclusionary pressures undermining the move towards inclusive education in Cyprus: The power of ableism. In E. Done (Ed.), Challenging Exclusionary Pressures in Education. How Inclusion Becomes Exclusion, 71-89 Cham: Palgrave Macmillan. https://link.springer.com/chapter/10.1007/978-3-032-07769-1_4
    United Nations. (2006). Convention on the Rights of Persons with Disabilities. Author.
    United Nations Committee on the Rights of Persons with Disabilities. (2016). General Comment No. 4 (2016) on the right to inclusive education (Article 24). CRPD/C/GC/4. Author.
    United Nations Committee on the Rights of Persons with Disabilities. (2017). Concluding observations on the initial report of Cyprus. CRPD/C/CYP/CO/1. Author.

  2. Σχόλια για τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στον Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο 113(Ι)/1999

    Σιμώνη Συμεωνίδου
    Αναπληρώτρια Καθηγήτρια
    Τμήμα Επιστημών της Αγωγής, Πανεπιστήμιο Κύπρου

    Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στον Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο 113(Ι)/1999 και στους Κανονισμούς του, οι οποίες κατατέθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού και Νεολαίας για διαβούλευση, δεν αποτελούν βήμα εκσυγχρονισμού, αλλά οπισθοδρόμηση. Η συγκεκριμένη νομοθεσία αποτελεί σχεδόν αντιγραφή του 1981 Education Act της Αγγλίας, η οποία είχε ήδη κατακριθεί στη βιβλιογραφία πριν την ψήφιση του 113(Ι)/1999. Στο μεταξύ, η Κυπριακή Δημοκρατία όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψαν και κύρωσαν τη Σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών – OHE (UN, 2006). Στη Σύμβαση, αλλά και στο Γενικό Σχόλιο Αρ. 4 (UN CRPD, 2016) που ακολούθησε, επεξηγείται η έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης και τα χαρακτηριστικά των συστημάτων ενιαίας εκπαίδευσης. Μια σειρά κειμένων του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν δημοσιευθεί από τότε μέχρι σήμερα εξηγούν με σαφήνεια την έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης και την ανάγκη για μετάβαση από τα διαχωριστικά συστήματα εκπαίδευσης σε συστήματα ενιαίας εκπαίδευσης.
    Σύμφωνα με τις καταληκτικές παρατηρήσεις της Ειδικής Επιτροπής του ΟΗΕ (2017) προς την Κυπριακή Δημοκρατία:
    «Η Επιτροπή εκφράζει βαθιά ανησυχία για την απουσία ενός σαφούς και εφαρμοζόμενου πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης στα γενικά σχολεία εκπαίδευσης, όπως αυτό προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία. Εκφράζει επίσης ανησυχία για το γεγονός ότι η διαχωριστική εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι εδραιωμένη στο εκπαιδευτικό σύστημα, κάτι που συχνά αντικατοπτρίζεται και στις στάσεις των εκπαιδευτικών και άλλων συναφών επαγγελματιών». (μετάφραση δική μου)
    Σε αυτή τη χρονική στιγμή, η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν μια νομοθεσία που να καθορίζει το πλαίσιο στήριξης όλων των παιδιών στο γενικό σχολείο, με σαφείς περιγραφές των υποστηρικτικών δομών και του ρόλου όλων των εμπλεκόμενων στην εκπαίδευση ώστε να επωφελούνται όλα τα παιδιά.
    Η διατήρηση της φιλοσοφίας της υφιστάμενης νομοθεσίας, η οποία διατηρεί δύο παράλληλα συστήματα (γενική και ειδική εκπαίδευση) και βασίζεται στην αξιολόγηση των παιδιών με αναπηρία κυρίως για να αποφασιστεί ο χρόνος ειδικής εκπαίδευσης που θα λάβουν και το πλαίσιο στο οποίο θα φοιτήσουν (ειδικό ή γενικό) αποτελεί από μόνο του πρόβλημα.
    Παρακάτω παρουσιάζονται συνοπτικά μερικές παρατηρήσεις για τις τροποποιήσεις που προτείνει το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ):
    • Η προτεινόμενη τροποποίηση του όρου «παιδί με ειδικές ανάγκες» σε «παιδί με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» δεν αποτελεί θετική εξέλιξη. Ο όρος αυτός έχει υιοθετηθεί στην Αγγλία και ήδη έχει κατακριθεί στη βιβλιογραφία (Rix. 2023). Επίσης, ο ορισμός που προτείνεται για τον όρο αυτό είναι σχεδόν ο ίδιος με τον ορισμό που ήδη υπάρχει στην υφιστάμενη νομοθεσία για το «παιδί με ειδικές ανάγκες». Ο ορισμός είναι προβληματικός αφού τοποθετεί το «πρόβλημα» στο παιδί, αντί στο εκπαιδευτικό σύστημα.
    • Η προτεινόμενη τροποποίηση τα παιδιά να επαναξιολογούνται μετά το τέλος της πρώτης τάξης θα οδηγήσει στον διαχωρισμό των παιδιών με την αιτιολόγηση ότι «δεν τα κατάφερε το παιδί να ανταπεξέλθει στη γενική τάξη». Αυτό τεκμηριώνεται και σε εκθέσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού (δες Symeonidou & Mavrou, 2020).
    • Οι προτεινόμενες μετονομασίες των διαχωριστικών δομών δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα τους. Στη βιβλιογραφία ήδη γίνεται αναφορά για τον τρόπο με τον οποίο διαχωριστικές δομές και συστήματα παρουσιάζονται ως συστήματα ενιαίας εκπαίδευσης, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι (Slee, 2011). Για παράδειγμα, η μετονομασία των «ειδικών μονάδων» σε «προγράμματα ενισχυμένης στήριξης» δεν διασφαλίζει ότι το παιδί θα φοιτά τουλάχιστον κατά το 80% του μαθησιακού χρόνου στη γενική τάξη και μόνο κατά το 20% εκτός τάξης, σύμφωνα με τον ορισμό του πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης του European Agency for Special Needs and Inclusive Education (2022). Δεν διασφαλίζει επίσης την ποιότητα της μάθησης για πρόσβαση στο αναλυτικό πρόγραμμα ή την ποιότητα της στήριξης που θα παρέχεται.
    • Η προτεινόμενη αλλαγή του ρόλου των «ειδικών σχολείων» σε «υποστηρικτικές δομές» είναι επιφανειακή και δεν διασφαλίζει ότι τα ειδικά σχολεία θα παρέχουν την απαιτούμενη στήριξη στα γενικά σχολεία για αποτελεσματικότερη στήριξη όλων των παιδιών. Αν το σύστημα αξιολόγησης και τοποθέτησης παιδιών σε ειδικά-διαχωριστικά πλαίσια παραμείνει ως έχει, τα ειδικά σχολεία δεν θα έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν υποστήριξη στα γενικά σχολεία. Η μετεξέλιξη των ειδικών σχολείων σε υποστηρικτικές δομές απαιτεί σχέδιο δράσης που θα έχει διάρκεια, όπως και αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των ειδικών σχολείων και στα καθήκοντα των ειδικών εκπαιδευτικών, παράμετροι που δεν λαμβάνονται υπόψη στις προτεινόμενες τροποποιήσεις.
    • Η προτεινόμενη τροποποίηση στη διαδικασία παραπομπής παιδιού για αξιολόγηση απαιτεί βεβαιώσεις από συγκεκριμένους επαγγελματίες, οι οποίες στην υφιστάμενη νομοθεσία δεν απαιτούνταν. Αυτό δυσκολεύει τη διαδικασία αξιολόγησης και την κάνει προνόμιο μόνο για τα παιδιά των οποίων οι γονείς γνωρίζουν πώς να προσπελάσουν τα απαραίτητα εμπόδια. Επίσης, οι επιλογή των επαγγελματιών από τους οποίους χρειάζεται βεβαίωση δείχνει και τον προσανατολισμό των τεχνοκρατών για το ποια παιδιά θεωρούν ότι δικαιούνται να λαμβάνουν στήριξη μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα.
    • Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν στη λειτουργία των Επαρχιακών Επιτροπών, δηλαδή το συρρικνωμένο χρονικό διάστημα που μπορούν να δέχονται αιτήματα αξιολόγησης και η δυνατότητά τους να καταλήγουν σε «τελεσίδικη» απόφαση για το πλαίσιο φοίτησης του παιδιού, ενδυναμώνουν τον ρόλο τους στην προώθηση του διαχωρισμού.
    • Οι προτεινόμενες αλλαγές για τον ρόλο των γονέων στη διαδικασία αξιολόγησης αποδυναμώνουν τους γονείς, αφού τους δίνεται το δικαίωμα ένστασης για μια φορά. Επίσης, η προτεινόμενη τροποποίηση για αυτεπάγγελτη αξιολόγηση παιδιού με αναπηρία όταν αυτό κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον του, αποτελεί διάκριση λόγω αναπηρίας. Αν οι γονείς κριθούν ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα γονικά τους καθήκοντα με βάση τη νομοθεσία που ισχύει για όλα τα παιδιά, τότε και μόνο τότε, θα μπορούν οι αρχές να αποφασίσουν για τη στήριξη του στην εκπαίδευση και σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής.
    • Η φωνή του παιδιού δεν λαμβάνεται υπόψη. Το παιδί συμμετέχει στη διαδικασία αξιολόγησης ως αξιολογούμενο με τους παραδοσιακούς ιατροκεντρικούς τρόπους. Οι εμπειρίες του, οι απόψεις του και οι επιθυμίες του για τον τρόπο μάθησής του δεν φαίνεται να αποτελούν σημαντική παράμετρο στη φιλοσοφία της νομοθεσίας.
    • Η πρόταση για συμμετοχή της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥ.Σ.Ο.Α.) στις Επαρχιακές Επιτροπές οι οποίες λαμβάνουν αποφάσεις για διαχωρισμό των παιδιών σε ειδικά πλαίσια είναι ασύμβατη με τον ρόλο της ΚΥ.Σ.Ο.Α. Ο ρόλος της ΚΥ.Σ.Ο.Α. είναι να προωθεί την ένταξη και όχι τον διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρία.
    Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν μετάβαση προς ένα σύστημα ενιαίας εκπαίδευσης, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Αντίθετα, διατηρούν τη λογική ενός διττού εκπαιδευτικού συστήματος, στο οποίο η παροχή στήριξης εξακολουθεί να συνδέεται με την κατηγοριοποίηση και τον διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρία.
    Αντί της διατήρησης ενός συστήματος που βασίζεται στην κατηγοριοποίηση και τον διαχωρισμό των παιδιών, απαιτείται η διαμόρφωση ενός νέου νομοθετικού πλαισίου που να στηρίζεται στις αρχές της ενιαίας εκπαίδευσης, όπως αυτές απορρέουν από το Άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα πρέπει να προβλέπει καθολικές δομές υποστήριξης για όλα τα σχολεία, σαφείς μηχανισμούς συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και αποτελεσματικούς μηχανισμούς διακυβέρνησης και λογοδοσίας, ώστε κάθε παιδί να έχει ουσιαστική πρόσβαση, συμμετοχή και μάθηση στο γενικό σχολείο.

    Αναφορές
    European Agency for Special Needs and Inclusive Education (2022). European Agency Statistics on Inclusive Education (EASIE): Guide to the EASIE data tables and country background information. (A. Lenárt, R. Mepsted and A. Lecheval, eds.). Odense, Denmark.
    Rix, J. (2023). Labels of Convenience/Labels of Opportunity. In E. J. Done & H. Knowler (eds.). International Perspectives on Exclusionary Pressures in Education. How Inclusion becomes Exclusion, 125-142. Plagrave Macmillan.
    Slee, R. (2011). The irregular school: Exclusion, schooling and inclusive education. Routledge.

    Symeonidou. S., & Mavrou, K. (2020). Problematising disabling discourses on the assessment and placement of learners with disabilities: can interdependence inform an alternative narrative for inclusion? European Journal of Special Needs Education, 35(1), 70-84. https://10.1080/08856257.2019.1607661
    Symeonidou, S. (2025). Exclusionary pressures undermining the move towards inclusive education in Cyprus: The power of ableism. In E. Done (Ed.), Challenging Exclusionary Pressures in Education. How Inclusion Becomes Exclusion, 71-89 Cham: Palgrave Macmillan. https://link.springer.com/chapter/10.1007/978-3-032-07769-1_4
    United Nations. (2006). Convention on the Rights of Persons with Disabilities. Author.
    United Nations Committee on the Rights of Persons with Disabilities. (2016). General Comment No. 4 (2016) on the right to inclusive education (Article 24). CRPD/C/GC/4. Author.
    United Nations Committee on the Rights of Persons with Disabilities. (2017). Concluding observations on the initial report of Cyprus. CRPD/C/CYP/CO/1. Author.

  3. Ο Παγκύπριος Σύνδεσμο Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ) δηλώνει ευθαρσώς ότι πέραν των θέσεων που έχει καταθέσει στην διαβούλευση, συμφωνεί και με τις θέσεις που έχουν καταθέσει η Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ) και ο Σύνδεσμος Συγγενών και Φίλων για Άτομα με Αυτισμό “ΜΑΖΙ”. Η ευθυγράμμιση μας αυτή δεν σημαίνει ότι αυτόματα διαφωνούμε με τις θέσεις άλλων ατόμων, Συνδέσμων και οργανωμένων συνόλων που έχουν καταθέσει απόψεις στην διαβούλευση.

  4. Ο Σύνδεσμος Συγγενών και Φίλων Ατόμων με Αυτισμό «ΜΑΖΙ» συμφωνεί και συντάσσεται με τις βασικές παρατηρήσεις και εισηγήσεις που έχουν υποβληθεί από την Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ) και τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ).
    Προς αποφυγή επανάληψης, δεν επαναδιατυπώνουμε τα σημεία εκείνα με τα οποία συμφωνούμε. Καταθέτουμε συμπληρωματικά ειδικότερες εισηγήσεις που αφορούν κυρίως παιδιά με αυτισμό και αυξημένες ανάγκες υποστήριξης.
    Θεωρούμε ότι ο τίτλος και ο σκοπός της νομοθεσίας πρέπει να αποτυπώνουν όχι μόνο την παροχή αγωγής και εκπαίδευσης, αλλά και την υποχρέωση διασφάλισης:
    – της εξατομικευμένης και επιστημονικά τεκμηριωμένης υποστήριξης,
    – της ανεξάρτητης επιστημονικής συνεισφοράς,
    – της συνέχειας των θεραπειών και των παρεμβάσεων,
    – της υγείας, της ασφάλειας και της ορθής διαχείρισης κρίσεων,
    – της κοινωνικής ένταξης,
    – και της έγκαιρης προετοιμασίας για τη μετάβαση στην ενήλικη ζωή.
    Η αλλαγή της ορολογίας είναι θετική, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστικά, δεσμευτικά και εκτελεστά δικαιώματα.
    Ο σύνδεσμος «ΜΑΖΙ» μαζί με την ΚΥΣΟΑ και τον ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ, στην ουσία χαιρετίζουν τις θετικές βελτιώσεις που περιλαμβάνονται στις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Παράλληλα, όμως, εκφράζουν σοβαρή ανησυχία για ρυθμίσεις οι οποίες, αντί να ενισχύουν το δικαιωματικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο πλαίσιο της ειδικής εκπαίδευσης, περιορίζουν υφιστάμενες εγγυήσεις των παιδιών και των γονέων τους. Ιδιαίτερα προβληματικές είναι η κατάργηση συγκεκριμένων υποχρεωτικών χρονικών προθεσμιών ανταπόκρισης των, η αποδυνάμωση διαδικασιών που διασφάλιζαν πληρέστερη επιστημονική αξιολόγηση και αιτιολόγηση, η αντικατάσταση της πλήρους Έκθεσης Αξιολόγησης του Κανονισμού 13 από μία συνοπτικότερη διοικητική Απόφαση, η μείωση της συχνότητας επαναξιολόγησης, η διεύρυνση της δυνατότητας αυτεπάγγελτης παρέμβασης και η ενίσχυση της υποχρέωσης συμμόρφωσης του γονέα χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των σαφών, δεσμευτικών και ελέγξιμων υποχρεώσεων του Υπουργείου να παρέχει έγκαιρα, αντικειμενικά και αποτελεσματικά την εξατομικευμένη ειδική αγωγή και εκπαίδευση που έχει ανάγκη κάθε παιδί.
    Οι ρυθμίσεις αυτές δημιουργούν τον κίνδυνο η προτεινόμενη μεταρρύθμιση να οδηγήσει όχι σε ουσιαστική αναβάθμιση της προστασίας των παιδιών, αλλά σε διοικητική απλοποίηση εις βάρος της διαφάνειας, της επιστημονικής πληρότητας, της λογοδοσίας και της δυνατότητας των γονέων να ελέγχουν και να αμφισβητούν λανθασμένες, ανεπαρκώς τεκμηριωμένες ή αυθαίρετες αποφάσεις. Μια τέτοια κατεύθυνση δεν συνάδει με τον σκοπό της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και των θεμελιωδών αρχών της συμμετοχής, της εξατομίκευσης, της ίσης μεταχείρισης, της αποτελεσματικής προσφυγής και του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Η μεταρρύθμιση οφείλει να ενισχύει και όχι να περιορίζει τις διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις που επιτρέπουν στους γονείς να προστατεύουν αποτελεσματικά τα δικαιώματα των παιδιών τους.

  5. Ο ΠΑΣΕΙΠ χαιρετίζει το δημόσιο διάλογο αναφορικά με τις αλλαγές που αφορούν τους περί αγωγής και εκπαίδευσης παιδιών με ειδικές ανάγκες νόμους και καταγράφει πιο κάτω τις σκέψεις και εισηγήσεις του, αναφορικά με τις προτεινόμενες αλλαγές ως ακολούθως:

    ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΝΟΜΟΥΣ τους 1999 ΕΩΣ 2025

    Τίτλος και Άρθρο 2:
    – Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες αλλαγές.

    Άρθρο 7:
    – Εισηγούμαστε την αντικατάσταση του όρου «νοουμένου ότι» με τη φράση «μπορεί να συνοδεύεται», αφού αυτό διασφαλίζει ότι η προσκόμιση σχετικής βεβαίωσης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παραπομπή. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται πιθανοί αποκλεισμοί παιδιών των οποίων οι οικογένειες δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να απευθυνθούν σε ιδιώτες επαγγελματίες για την έκδοση βεβαίωσης, ενώ παράλληλα περιορίζονται οι καθυστερήσεις που ενδέχεται να προκύψουν εις βάρος της έγκαιρης αξιολόγησης και παρέμβασης.
    – Επιπλέον, κρίνεται σκόπιμο να προστεθεί ο ειδικός παιδαγωγός και ο εργοθεραπευτής στις ειδικότητες που δύνανται να εκδίδουν σχετική βεβαίωση, δεδομένου του ουσιαστικού τους ρόλου στην αναγνώριση και τεκμηρίωση εκπαιδευτικών και αναπτυξιακών αναγκών.

    Άρθρο 8:
    – Σχετικά με τη τροποποίηση αυτή διαφωνούμε με τον καθορισμό χρονοδιαγράμματος υποβολής παραπομπών στις Ε.Ε.Ε.Α.Ε. με στόχο την αξιολόγηση των αναγκών των παιδιών μέχρι το τέλος Ιανουαρίου. Επιπλέον, η περιοριστική πρακτική επιλογής μόνο συγκεκριμένων περιστατικών που θεωρούνται «σοβαρά», για αξιολόγηση καθόλη τη διάρκεια της χρονιάς οδηγεί σε διακρίσεις και στερεί από άλλα παιδιά τη δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης που είναι κρίσιμη για την εκπαιδευτική τους πορεία. Συνεπώς, οι παραπομπές για την αξιολόγηση των αναγκών των παιδιών οφείλουν να πραγματοποιούνται ολόχρονα, αφού κάθε παιδί έχει το δικαίωμα στην αξιολόγηση και την υποστήριξη ανεξάρτητα από το βαθμό ή το είδος των δυσκολιών που παρουσιάζει.
    – Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ο συνδυασμός της έναρξης της σχολικής χρονιάς τον Σεπτέμβριο, του απαιτούμενου χρόνου για παιδαγωγική παρατήρηση και τεκμηρίωση από τον εκπαιδευτικό της τάξης, της απαραίτητης επικοινωνίας και συνεργασίας με τους γονείς, καθώς και της υποχρεωτικής δίμηνης εφαρμογής του Μηχανισμού Εντοπισμού και Στήριξης (ΜΕΣ) στη συνέχεια, πριν από την παραπομπή στην Ε.Ε.Ε.Α.Ε., καθιστά στην πράξη εξαιρετικά περιοριστικό το χρονικό πλαίσιο έως τον Ιανουάριο. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται ασφυκτικές προθεσμίες, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες εντοπισμού και υποστήριξης των παιδιών.
    – Είναι γεγονός ότι η υφιστάμενη διαδικασία αντιμετωπίζει σημαντικές δυσλειτουργίες, καθώς ο μεγάλος αριθμός παραπομπών έχει ως αποτέλεσμα σοβαρές καθυστερήσεις στην αξιολόγηση των παιδιών και εκ του αποτελέσματος σοβαρές καθυστερήσεις στην έγκριση του. Ωστόσο, η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να επιτευχθεί με τον περιορισμό του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο επιτρέπονται οι παραπομπές. Μια τέτοια ρύθμιση μεταθέτει το πρόβλημα στα παιδιά και τις οικογένειές τους, αντί να αντιμετωπίζει τις πραγματικές αιτίες των καθυστερήσεων. Η λύση πρέπει να στοχεύει στην ενίσχυση και αποτελεσματικότερη λειτουργία των υπηρεσιών, ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη αξιολόγηση όλων των παιδιών και όχι στον περιορισμό της πρόσβασής τους σε αυτή.

    Άρθρο 9:
    – Χαιρετίζουμε και επικροτούμε την πρόνοια για τη θεσμοθέτηση της πολυθεματικής ομάδας αξιολόγησης/επαναξιολόγησης στο νομοθετικό πλαίσιο. Ο θεσμός αυτός εφαρμόζεται εδώ και αρκετά χρόνια στην πράξη και έχει αποδείξει την αξία και την αποτελεσματικότητά του στην αξιολόγηση των αναγκών των παιδιών, καθώς προάγει τη διεπιστημονική συνεργασία και τη σφαιρική προσέγγιση κάθε περίπτωσης. Παράλληλα, η επιτυχής εφαρμογή της συγκεκριμένης πρόνοιας συμφωνούμε πως προϋποθέτει την επαρκή στελέχωση των πολυθεματικών ομάδων με μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε επαρχίας, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στον αυξημένο αριθμό παραπομπών χωρίς να δημιουργούνται καθυστερήσεις στις αξιολογήσεις.
    – Ακόμη, κρίνουμε απαραίτητη τη θεσμοθέτηση της ουσιαστικής συνεργασίας μεταξύ της πολυθεματικής ομάδας αξιολόγησης και του εκπαιδευτικού προσωπικού της σχολικής μονάδας. Ειδικότερα, είναι αναγκαία τόσο η ενεργός συμβολή των εκπαιδευτικών στη διαδικασία αξιολόγησης, μέσω της παροχής των αναγκαίων πληροφοριών και παρατηρήσεων για τη λειτουργικότητα του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον, όσο και η ενημέρωση του εκπαιδευτικού προσωπικού από την πολυθεματική ομάδα σχετικά με τα ευρήματα της αξιολόγησης και τις εισηγήσεις της, ώστε να διασφαλίζεται ο κατάλληλος εκπαιδευτικός σχεδιασμός και η αποτελεσματική εφαρμογή των αναγκαίων υποστηρικτικών μέτρων προς όφελος του παιδιού.
    – Τέλος, θεωρούμε απαραίτητο η λειτουργία των πολυθεματικών ομάδων να διέπεται από σαφώς καθορισμένες αρχές και διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζονται η ομοιόμορφη εφαρμογή του θεσμού, η διαφάνεια και η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Παράλληλα, οι ειδικοί εκπαιδευτικοί εισηγούμαστε να λαμβάνουν συνεχή επιμόρφωση για τη χρήση των εργαλείων αξιολόγησης που εμπίπτουν στο πεδίο των επαγγελματικών τους αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και πρότυπα.

    Άρθρο 12:
    – Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Άρθρο 14:
    – Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Άρθρο 15:
    – Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Άρθρο 16:
    – Δεν συμφωνούμε με την προτεινόμενη διατύπωση σύμφωνα με την οποία «η Κεντρική Επιτροπή πληροφορεί τον γονέα ότι υποχρεούται να συμμορφωθεί με την απόφασή της, η οποία είναι τελεσίδικη».
    – Αναγνωρίζουμε ότι η προτεινόμενη ρύθμιση φαίνεται να στοχεύει στη διασφάλιση της έγκαιρης εφαρμογής των αποφάσεων που αφορούν τις ανάγκες του παιδιού. Ωστόσο, η διατύπωση που δίνει έμφαση στην υποχρεωτική συμμόρφωση και στον τελικό χαρακτήρα της απόφασης δεν μας βρίσκει σύμφωνους.
    – Είναι πεποίθηση του ΠΑΣΕΙΠ πως η εφαρμογή των αποφάσεων επιτυγχάνεται πιο αποτελεσματικά μέσα από τη συνεργασία, την έγκαιρη ενημέρωση και τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ οικογένειας και αρμόδιων υπηρεσιών. Οι γονείς αποτελούν βασικούς συνεργάτες στη λήψη αποφάσεων που αφορούν το παιδί τους.
    – Εισηγούμαστε την αφαίρεση της συγκεκριμένης πρόνοιας, ώστε το νομοθετικό πλαίσιο να προάγει τη συνεργασία, τον αμοιβαίο σεβασμό και τη συνδιαμόρφωση αποφάσεων προς όφελος του παιδιού.
    – Επιπρόσθετα, εισηγούμαστε όπως στο νομοθετικό πλαίσιο προστεθεί πρόνοια για περιπτώσεις όπου, κατόπιν αξιολόγησης από την αρμόδια Επαρχιακή Επιτροπή και όπου κρίνεται αναγκαίο με τη συνδρομή αρμόδιων υπηρεσιών, διαπιστώνονται σοβαρές κοινωνικοσυναισθηματικές δυσκολίες ή αντικειμενικές δυσκολίες στήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον. Στις περιπτώσεις αυτές, εισηγούμαστε η ευθύνη για τον καθορισμό και την παροχή του κατάλληλου εκπαιδευτικού πλαισίου για το παιδί να διασφαλίζεται από το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας, με βάση το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

    Άρθρο 18:
    – Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν το απολυτήριο που χορηγείται στα παιδιά που φοιτούν σε γενικό σχολείο. Όσον αφορά τα παιδιά που φοιτούν σε ειδικό σχολείο εισηγούμαστε όπως η διατύπωση τροποποιηθεί, ώστε να χορηγείται απολυτήριο, στο οποίο να αναγράφεται και το προεπαγγελματικό πρόγραμμα που έχει παρακολουθήσει ο μαθητής ή η μαθήτρια, όπου αυτό ισχύει.

    Άρθρο 19:
    – Δεν είναι ξεκάθαρο πώς τα ειδικά σχολεία θα λειτουργούν ως υποστηρικτικές δομές προς τα γενικά σχολεία και πώς θα παρέχουν τεχνογνωσία και στήριξη στους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων.
    – Είναι σημαντικό το θεραπευτικό προσωπικό των ειδικών σχολείων να μεταφέρει τις γνώσεις του στα γενικά σχολεία, όμως δεν είναι σαφές πώς θα λειτουργήσει στην πράξη.
    – Για να μπορεί να υλοποιηθεί ουσιαστικά αυτός ο ρόλος, κρίνεται αναγκαία η αύξηση του προσωπικού και συγκεκριμένοι κανονισμοί που θα διέπουν την λειτουργία των ειδικών σχολείων ως υποστηρικτικές δομές.

    Άρθρο 21(2):
    – Εισηγούμαστε όπως προστεθεί πρόνοια για καθορισμό μέγιστου αριθμού παιδιών στις τάξεις των ειδικών σχολείων, ώστε να διασφαλίζεται η παιδαγωγική επάρκεια, η ασφάλεια και η αποτελεσματική εξατομικευμένη υποστήριξη των μαθητών.
    – Η εισήγηση αυτή καθίσταται ιδιαίτερα επιτακτική, καθώς τα ειδικά σχολεία αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρό πρόβλημα υπερπληρότητας. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι υφιστάμενες σχολικές εγκαταστάσεις και οι διαθέσιμες αίθουσες δεν επαρκούν για να καλύψουν τον αυξανόμενο αριθμό μαθητών, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνθήκες που δυσχεραίνουν την παροχή ποιοτικής ειδικής εκπαίδευσης.

    Άρθρο 24:
    – Εισηγούμαστε τη συμμετοχή ειδικού παιδαγωγού στη σύνθεση του Συμβουλίου Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, καθώς η παρουσία του κρίνεται σημαντική για την ουσιαστική συμβολή στη λήψη αποφάσεων στον τομέα της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης.

    Κανονισμοί που εκδίδονται με βάση το άρθρο 27
    Κανονισμός 2: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Κανονισμός 3: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Κανονισμός 5: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση της φράσης «μονάδων ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης» (δεύτερη και τρίτη γραμμή), με τη φράση «προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης».
    – Σχετικά με την πιο πάνω τροποποίηση, θεωρούμε ότι από την επισκόπηση των τροποποιήσεων τόσο του Νόμου όσο και των Κανονισμών προκύπτει ότι η αλλαγή αφορά κυρίως την ονομασία του προγράμματος, χωρίς να διαφοροποιείται ουσιαστικά το υφιστάμενο λειτουργικό και παιδαγωγικό πλαίσιο. Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση, νοουμένου ότι αυτή περιορίζεται στην αλλαγή της ονομασίας και δεν επιφέρει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στο υφιστάμενο λειτουργικό και παιδαγωγικό πλαίσιο.
    – Είναι πεποίθηση μας πως στις Ειδικές Μονάδες επιτελείται σπουδαίο παιδαγωγικό έργο και είναι αναπόσπαστο και ενεργό κομμάτι της σχολικής κοινότητας. Θεωρούμε απαραίτητο να ξεκαθαριστεί ότι βασικός στόχος των Ειδικών Μονάδων (προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης) είναι η σταδιακή και συνεχής ένταξη των μαθητών τους στη γενική τάξη, όποτε και όπου αυτό είναι παιδαγωγικά εφικτό. Η ευελιξία που χαρακτηρίζει τη λειτουργία αυτών των μονάδων αποτελεί βασικό τους πλεονέκτημα και εκφράζουμε την ανησυχία ότι ενδέχεται να επηρεαστεί αρνητικά από την εφαρμογή ενός νέου προγράμματος. Εισηγούμαστε, λοιπόν, να διασφαλιστεί η διατήρηση αυτής της ευελιξίας και να δοθεί έμφαση στην ενίσχυση των προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης.
    – Με στόχο την αποτελεσματικότερη ενίσχυση των προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης είναι σημαντικό να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ ειδικού και γενικού εκπαιδευτικού, μέσα από τις πρακτικές της συνδιδασκαλίας και της παράλληλης στήριξης, καθώς και διαρκή εποπτεία και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Όλα αυτά θα πρέπει να αναφέρονται σε συγκεκριμένους κανονισμούς που θα διέπουν την λειτουργία του συγκεκριμένου πλαισίου.
    – Ακόμη, εισηγούμαστε όπως θεσπιστεί ρητά μέγιστος αριθμός μαθητών στα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης, ώστε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο υπερπληθυσμού και να διασφαλίζεται η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαιδευτικής υποστήριξης, η ασφάλεια και η εξατομικευμένη προσέγγιση των μαθητών.
    – Επιπλέον, εισηγούμαστε όπως στα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης προβλεφθεί η λειτουργία διεπιστημονικών ομάδων στήριξης, με τη συμμετοχή εργοθεραπευτών και ψυχολόγων, ώστε να διασφαλίζεται η ολοκληρωμένη και εξατομικευμένη υποστήριξη των μαθητών με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.

    Κανονισμός 7(2): Συμφωνούμε με την προτεινόμενη αντικατάσταση των λέξεων «δύο φορές τον μήνα» με τις λέξεις «μία φορά την εβδομάδα ή και συχνότερα», και θεωρούμε ότι η ρύθμιση αυτή ενισχύει την αποτελεσματική και έγκαιρη εξέταση των θεμάτων που άπτονται των αρμοδιοτήτων της Επαρχιακής Επιτροπής.

    Κανονισμός 7(3): Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.

    Κανονισμός 11: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.

    Κανονισμός 13: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Κανονισμός 14: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Κανονισμός 15: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.

    Κανονισμός 16: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Κανονισμός 17: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.

    Κανονισμός 18: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.

    Κανονισμός 20: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.

    Κανονισμός 22(1): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση της λέξης «συνηθισμένη» με τη λέξη «γενική».

    Κανονισμός 23(ε): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση της λέξης «συνηθισμένου» με τη λέξη «γενικού».

    Κανονισμός 29(1): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση της λέξης «συνηθισμένο» με τη λέξη «γενικό».

    Κανονισμός 32: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Κανονισμός 41(1): Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Κανονισμός 41(3): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση της λέξης «συνηθισμένου» με τη λέξη «γενικού».

    Κανονισμός 42: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Κανονισμός 44: Εισηγούμαστε την αντικατάσταση των λέξεων «τάξη συνηθισμένου σχολείου» με «γενική τάξη».

    Κανονισμοί 45(2), 45(3), 47: Εισηγούμαστε την αντικατάσταση της λέξης «συνηθισμένου» με τη λέξη «γενικού».

    Κανονισμός 50: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Κανονισμός 64(α): Εισηγούμαστε όπως προστεθεί διευκρίνιση, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι προσαρμογές καθορίζονται με βάση τις εξατομικευμένες εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού. Συγκεκριμένα, η πρόταση να διαμορφωθεί ως εξής:
    «Σε παιδιά με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, όπου χρειάζεται και μετά από απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής, με βάση τις εξατομικευμένες εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού, γίνονται διαφοροποιήσεις στα διαγνωστικά και εξεταστικά δοκίμια, οι οποίες περιλαμβάνουν-».
    Κανονισμός 65: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.
    Κανονισμός 66: Εισηγούμαστε να διευκρινιστεί η αναφορά στον «ειδικό που παρακολουθεί το παιδί», ώστε να προσδιορίζεται με σαφήνεια ποιος επαγγελματίας είναι αρμόδιος να τεκμηριώνει την ανάγκη διεξαγωγής των εξετάσεων σε διαφορετικό χώρο.

    Κανονισμός 67: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.

    Κανονισμός 68: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

    Κανονισμός 70(1): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση των όρων «ανάπηρα παιδιά» με «παιδιά με αναπηρία» και «ανάπηρα άτομα» με «άτομα με αναπηρία».

    Κανονισμός 70(2): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση του όρου «αναπηρικά αυτοκίνητα» με «οχήματα ατόμων με αναπηρία».

    Κανονισμός 71(2): Εισηγούμαστε όπως αντικατασταθεί ο όρος «αναπηρικό τροχοκάθισμα» με τον όρο «τροχοκάθισμα», ο οποίος αποτελεί τη σύγχρονη και διεθνώς αποδεκτή ορολογία.

    Κανονισμός 71(4): Εισηγούμαστε όπως αντικατασταθεί ο όρος «παιδιά με προβλήματα στην όραση» με τον όρο «παιδιά με οπτική αναπηρία».

    Κανονισμός 71(7): Εισηγούμαστε όπως αντικατασταθεί η διατύπωση «παιδιά με προβλήματα στην όραση» με τον όρο «παιδιά με οπτική αναπηρία».

    Κανονισμός 71(8): Εισηγούμαστε όπως αντικατασταθεί η διατύπωση «παιδιά με προβλήματα όρασης» με τον όρο «παιδιά με οπτική αναπηρία».

    Κανονισμός 72(2): Εισηγούμαστε όπως η φράση «παιδιά με τροχοκάθισμα» αντικατασταθεί με τη φράση «παιδιά που χρησιμοποιούν τροχοκάθισμα».

    Κανονισμός 74(6): Εισηγούμαστε όπως η φράση «άτομα με προβλήματα στην όραση» αντικατασταθεί με τη φράση «άτομα με οπτική αναπηρία».

    Κανονισμός 76(2): Εισηγούμαστε όπως η φράση «όδευσης τυφλών» αντικατασταθεί με τη φράση «όδευσης ατόμων με οπτική αναπηρία».

    Κανονισμός 76(3): Εισηγούμαστε όπως η φράση «παιδιά με προβλήματα όρασης και κίνησης» αντικατασταθεί με τη φράση «παιδιά με οπτική και κινητική αναπηρία».

    Κανονισμός 76(5): Εισηγούμαστε όπως η φράση «παιδιά με μειωμένη όραση» αντικατασταθεί με τη φράση «παιδιά με οπτική αναπηρία».

    Κανονισμός 76(7): Εισηγούμαστε όπως η φράση «οδηγός όδευσης τυφλών» αντικατασταθεί με τη φράση «οδηγός όδευσης ατόμων με οπτική αναπηρία».

    Κανονισμός 79(2)(α): Εισηγούμαστε όπως η φράση «παιδιά με κινητικά προβλήματα» αντικατασταθεί με τη φράση «παιδιά με κινητική αναπηρία».

    Κανονισμός 79(2)(β): Εισηγούμαστε όπως η φράση «παιδιά με προβλήματα ακοής ή όρασης» αντικατασταθεί με τη φράση «παιδιά με ακουστική ή οπτική αναπηρία».

    Κανονισμός 79(3)(α): Εισηγούμαστε όπως η φράση «ειδικά αποχωρητήρια» αντικατασταθεί με τη φράση «προσβάσιμα αποχωρητήρια».

    Κανονισμός 81: Εισηγούμαστε όπως η φράση «ειδικός χώρος υγιεινής» αντικατασταθεί με τη φράση «προσβάσιμος χώρος υγιεινής».

    Κανονισμός 81(γ): Εισηγούμαστε όπως η φράση «άτομο με τροχοκάθισμα» αντικατασταθεί με τη φράση «άτομο που χρησιμοποιεί τροχοκάθισμα».

    Κανονισμός 81(ζ)(i): Εισηγούμαστε όπως η φράση «χρήστη τροχοκαθίσματος» αντικατασταθεί με τη φράση «χρήστη που χρησιμοποιεί τροχοκάθισμα».

    Κανονισμός: 81(ζ) (ii): Εισηγούμαστε όπως η φράση «χρήστη τροχοκαθίσματος» αντικατασταθεί με τη φράση «χρήστη που χρησιμοποιεί τροχοκάθισμα».

    Επιπλέον εισηγήσεις:

    1. Έγκαιρη Παρέμβαση:
    – Εισηγούμαστε όπως στον περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο και Κανονισμούς προστεθεί ρητή πρόνοια για την παροχή έγκαιρης παρέμβασης σε παιδιά με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, από το στάδιο εντοπισμού πρώιμων ενδείξεων μαθησιακών ή αναπτυξιακών δυσκολιών, κατόπιν αξιολόγησης και εξατομικευμένου σχεδιασμού.
    – Η έγκαιρη παρέμβαση να περιλαμβάνει στοχευμένες και εξατομικευμένες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, οι οποίες να διαφοροποιούνται ως προς την ένταση, τη συχνότητα και τον βαθμό εξατομίκευσης από τη συνήθη ειδική εκπαιδευτική παρέμβαση.

    2. Διαφοροποίηση:
    – Εισηγούμαστε όπως προστεθεί ρητή πρόνοια στους περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο και Κανονισμούς, ώστε να διευκρινίζεται ότι για παιδιά με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες εφαρμόζονται διαφοροποιήσεις στη διδασκαλία και στη μαθησιακή διαδικασία, ανάλογα με τις εξατομικευμένες εκπαιδευτικές τους ανάγκες. Παράλληλα, προτείνουμε τη θεσμοθέτηση χρόνου συνεργασίας εντός του ωρολογίου προγράμματος, ώστε οι εκπαιδευτικοί να μπορούν να συντονίζονται για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση διαφοροποιημένων δραστηριοτήτων και αξιολογήσεων.

    3. Ειδικά Σχολεία:
    – Θεωρούμε ότι είναι απαραίτητο να καταγραφεί στην νομοθεσία και να διασφαλιστεί ότι τα ειδικά σχολεία παρέχουν ποιοτικά προγράμματα προεπαγγελματικής και επαγγελματικής κατάρτισης, τα οποία ανταποκρίνονται στις ανάγκες των μαθητών και εξασφαλίζουν την απόκτηση επαγγελματικών δεξιοτήτων και πιστοποιήσεων, ανάλογα με τις δυνατότητες του κάθε μαθητή και της κάθε μαθήτριας.

    4. Θέσεις Συμβούλων Ειδικής Εκπαίδευσης:
    – Εισηγούμαστε τη δημιουργία θέσεων Συμβούλων Ειδικής Εκπαίδευσης, καθώς ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σύγχρονης εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Πιο συγκεκριμένα, προτείνουμε όπως τα καθήκοντα των Συμβούλων Ειδικής Εκπαίδευσης επικεντρώνονται στην ουσιαστική παιδαγωγική και επαγγελματική υποστήριξη των εκπαιδευτικών εντός των σχολικών μονάδων.
    – Οι αρμοδιότητες των Συμβούλων Ειδικής Εκπαίδευσης κρίνεται ότι πρέπει να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα παιδαγωγικών, διοικητικών και υποστηρικτικών καθηκόντων, με στόχο την αποτελεσματική εφαρμογή των στρατηγικών ειδικής αγωγής και την ολοκληρωμένη υποστήριξη των μαθητών με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.

    5. Αίθουσες Ειδικής Εκπαίδευσης – Υποδομές και λειτουργικές προδιαγραφές:
    – Αναφορικά με τις αίθουσες Ειδικής Εκπαίδευσης, παρατηρείται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν τηρούνται πλήρως οι προβλεπόμενες προδιαγραφές, ενώ παράλληλα δεν επαρκεί ή δεν διατίθεται ο απαραίτητος κατάλληλος χώρος για την ορθή και ασφαλή λειτουργία τους.
    – Επιπρόσθετα, εισηγούμαστε όπως στις κτηριακές προδιαγραφές των σχολικών μονάδων προβλεφθεί η ύπαρξη κατάλληλου χώρου αποφόρτισης σε κάθε σχολείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ενδέχεται να φοιτούν παιδιά τα οποία χρειάζονται στιγμές αποφόρτισης λόγω αυξημένης έκθεσης σε ερεθίσματα κατά τη σχολική ημέρα.

    6. Στήριξη Ειδικών Εκπαιδευτικών σε Σύνθετα Εκπαιδευτικά Πλαίσια:
    – Εισηγούμαστε όπως θεσπιστεί πλαίσιο συστηματικής στήριξης για τους Ειδικούς Εκπαιδευτικούς που εργάζονται σε πιο σύνθετα εκπαιδευτικά πλαίσια, όπου παρατηρούνται αυξημένες απαιτήσεις ως προς τη διαχείριση μαθησιακών, κοινωνικοσυναισθηματικών και συμπεριφορικών αναγκών. Η στήριξη αυτή να περιλαμβάνει τακτική εποπτεία, ενίσχυση της συνεργασίας με διεπιστημονικές ομάδες και παροχή στοχευμένης επιμόρφωσης, με στόχο την αποτελεσματικότερη ανταπόκριση στις ανάγκες των μαθητών και τη διασφάλιση της ποιότητας της παρεχόμενης ειδικής εκπαίδευσης.

    7. Υποχρεωτική επιμόρφωση γενικών εκπαιδευτικών για τη συμπερίληψη μαθητών με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες:
    – Εισηγούμαστε όπως θεσπιστούν προγράμματα υποχρεωτικής επιμόρφωσης για τους γενικούς εκπαιδευτικούς στις τάξεις των οποίων φοιτούν παιδιά με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, με στόχο την ενίσχυση των παιδαγωγικών τους δεξιοτήτων για διαφοροποίηση της διδασκαλίας, εφαρμογή κατάλληλων προσαρμογών και αποτελεσματική υποστήριξη της συμμετοχής όλων των μαθητών στη μαθησιακή διαδικασία.

    8. Θεσμοθέτηση χρόνου συντονισμού μεταξύ ειδικών εκπαιδευτικών, λογοθεραπευτών και εκπαιδευτικών γενικής εκπαίδευσης:
    – Εισηγούμαστε όπως θεσπιστεί συγκεκριμένος και κατοχυρωμένος χρόνος εντός του ωρολογίου προγράμματος για τον συντονισμό μεταξύ ειδικών εκπαιδευτικών, λογοθεραπευτών και εκπαιδευτικών γενικής εκπαίδευσης για τα παιδιά με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, ώστε να διασφαλίζεται η συστηματική συνεργασία, η κοινή στοχοθεσία και η συστηματική εφαρμογή των παρεμβάσεων στο σχολικό περιβάλλον.

    9. Πρόγραμμα συμβουλευτικής και υποστήριξης γονέων μετά τη διάγνωση:
    – Εισηγούμαστε όπως στο νομοθετικό πλαίσιο προστεθεί πρόνοια για τη δημιουργία προγράμματος στήριξης γονέων, το οποίο να ενεργοποιείται άμεσα με τη διάγνωση αναπηρίας ή/και ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών του παιδιού. Το πρόγραμμα αυτό να περιλαμβάνει υποστηρικτική και συμβουλευτική καθοδήγηση προς τους γονείς για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ώστε να ενισχύεται η κατανόηση των αναγκών του παιδιού και η αποτελεσματική συνεργασία με το σχολείο και τους αρμόδιους φορείς.

    10. Μέση Εκπαίδευση
    – Θέση του ΠΑΣΕΙΠ είναι η άμεση στελέχωση τουλάχιστον των Ειδικών Μονάδων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης από ειδικούς παιδαγωγούς, μιας και στις θέσεις αυτές απαιτούνται επαγγελματίες με εξειδικευμένες γνώσεις. Στην υφιστάμενη νομοθεσία, «Ο Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμος του 1999», αναφέρει στο άρθρο 17 (2α) ότι το Υπουργικό Συμβούλιο μεριμνά για την πρόσληψη αναγκαίου και άλλου προσωπικού, με γνώμονα την εξασφάλιση των ατομικών αναγκών του παιδιού.

    Είμαστε στη διάθεση σας για περαιτέρω διευκρινίσεις

  6. Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία αναγνωρίζει ως θετική την αντικατάσταση παρωχημένης ορολογίας και τη ρητή αναφορά στα παιδιά με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
    Ωστόσο, η αλλαγή του τίτλου και της ορολογίας δεν αρκεί για να μετατρέψει το υφιστάμενο σύστημα σε σύστημα συμπεριληπτικής εκπαίδευσης βασισμένο στα δικαιώματα του παιδιού. Το προτεινόμενο πλαίσιο εξακολουθεί να επικεντρώνεται κυρίως στην αξιολόγηση της «δυσκολίας» του παιδιού, στην κατηγοριοποίηση και στη διοικητική τοποθέτησή του, αντί στην υποχρέωση του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος να απομακρύνει τα εμπόδια, να προσαρμόζεται και να παρέχει τις αναγκαίες εξατομικευμένες στηρίξεις.
    Εισηγούμαστε όπως ο τίτλος και ο σκοπός του Νόμου αποτυπώνουν ρητά ότι πρόκειται για νομοθεσία που κατοχυρώνει το δικαίωμα στη συμπεριληπτική αγωγή και εκπαίδευση, στις εύλογες προσαρμογές, στην εξατομικευμένη υποστήριξη και στην ουσιαστική συμμετοχή του παιδιού και της οικογένειάς του.
    Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση πρέπει να υπερβεί την απλή αλλαγή ονομασιών και να μετακινηθεί προς ένα πραγματικά δικαιωματικό μοντέλο, στο οποίο:
    – το γενικό σχολείο οφείλει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού,
    – οι αξιολογημένες ανάγκες μετατρέπονται σε συγκεκριμένες, δεσμευτικές και εκτελεστές παροχές,
    – το παιδί και ο γονέας συμμετέχουν ουσιαστικά στη λήψη αποφάσεων,
    – οι αποφάσεις υπόκεινται σε ανεξάρτητο και αποτελεσματικό έλεγχο,
    – το κράτος λογοδοτεί όταν δεν παρέχει εγκαίρως όσα το ίδιο έχει αναγνωρίσει ότι χρειάζεται το παιδί.

  7. Οι θέσεις της Παγκύπριας Οργάνωσης για την Εγκεφαλική παράλυση “Αγκαλιά Ελπίδας” παρατίθενται σε τρία μέρη.

    Το πρώτο αφορά στην πάγια, κεντρική και διαχρονική μας θέση ότι το Υπουργείο Παιδείας Αθλητισμού και Νεολαίας φέρει μία σοβαρή ευθύνη υλοποίησης του διεθνούς δικαίου. Δεσμεύεται να υλοποιήσει ακέραιο το σύστημα της ενιαίας εκπαίδευσης με όλα τα στοιχεία του έστω και αν αυτό γίνει σε στάδια.
    Η κατεύθυνση αυτή απουσιάζει.
    Η βούληση απουσιάζει.
    Η δέσμευση όμως είναι εκεί και η μη τήρησή της παραβιάζει δικαιώματα χιλιάδων παιδιών.

    Η θέση μας αυτή εναρμονίζεται πλήρως με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία («ΣΔΑΑ») και τη Σύμβαση Δικαιωμάτων του Παιδιού («ΣΔΠ»). Εμμένουμε στην αποτελεσματική πραγμάτωσή τους η οποία προϋποθέτει μία ριζική αλλαγή του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου και πρακτικών. Μόνο τότε θα αναγνωριστεί ότι όλα τα παιδιά μπορούν να μαθαίνουν, να εκπαιδεύονται και να προχωρούν χωρίς το δικαίωμά τους στην εκπαίδευση να θυσιάζεται στο όνομα άλλων δικαιωμάτων.
    Θεωρούμε ότι όλα τα παιδιά αξίζουν όλα τα δικαιώματά τους.
    Η ποιοτική εκπαίδευση ΔΕΝ θα πρέπει να εξαφανίζεται για καμία κατηγορία παιδιών. Μόνο τότε θα έχουμε ένα πραγματικά ωφέλιμο εκπαιδευτικό σύστημα για όλα τα παιδιά, με ή χωρίς αναπηρίες.

    Πολύ συνοπτικά – καθότι σχετικές παραμένουν όλες οι προηγούμενες, λεπτομερείς μας θέσεις που έχουμε υποβάλει προς το ΥΠΑΝ κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης και οι οποίες δεν έχουν ληφθεί υπόψιν ούτε κατά το ελάχιστον – στο μέρος αυτό παρατίθενται ενδεικτικές παραβιάσεις των Συμβάσεων.

    Στο δεύτερο μέρος, γίνονται, με πλήρη επιφύλαξη του πρώτου, σχόλια ή εισηγήσεις επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων στο βαθμό που μπορεί, με δυσκολία, να υπάρξουν βελτιώσεις εντός του υφιστάμενου συστήματος. Επαναλαμβάνουμε ότι, χωρίς την υλοποίηση του συστήματος ενιαίας εκπαίδευσης 15 χρόνια μετά την κύρωση της Σύμβασης, θα ήταν οξύμωρο να γίνεται λόγος για «επιτυχία» ή «πρόοδο» στο σύστημα της εκπαίδευσης της χώρας μας όταν γίνονται τροποποιήσεις με ελάχιστες βελτιώσεις σε σημεία (κυρίως στις ορολογίες) αλλά και με χειρότερη οπισθοδρόμηση σε άλλα.
    Στο τρίτο μέρος παρατίθενται εισηγήσεις σε ό,τι αφορά την διασφάλιση και προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών με αναπηρία περιλαμβανομένης της προστασίας από την διάκριση με βάση την αναπηρία.
    Α. Πάγια θέση επί προτεινόμενων τροποποιήσεων
    1. Από το 2011 (Νόμος 8(ΙΙΙ)/2011), η Κύπρος δεσμεύεται να εφαρμόσει νομοθετικά, διοικητικά και πρακτικά, τη Σύμβαση του ΟΗΕ που η χώρα κύρωσε, για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία («ΣΔΑΑ»). Από το 1990 (Νόμος 243/90) η Κύπρος υποχρεούται να εφαρμόζει επίσης τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού («ΣΔΠ»).
    2. Από κοινού οι δύο συνθήκες καθιερώνουν ισχυρά και αδιαπραγμάτευτα ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση είναι πλέον το δικαίωμα στην ενιαία εκπαίδευση.
    Επεξηγούν αναλυτικότατα τι είναι η ενιαία εκπαίδευση, πώς και από ποιους πρέπει να υλοποιείται, τι πρέπει να περιλαμβάνει, πώς να αντιμετωπίζονται τα εμπόδια που υπάρχουν αλλά και πώς αντιμετωπίζονται παραβιάσεις και διακρίσεις. Με την κατοχύρωση της ενιαίας εκπαίδευσης (inclusive education) (άρθρο 24) εγκαταλείπονται παλαιότερα μοντέλα όπως, του αποκλεισμού (exclusion) διαχωρισμού (segregation) και της ενσωμάτωσης (integration) τα οποία αποδεδειγμένα δεν διασφάλισαν το δικαίωμα στην εκπαίδευση αλλά το παραβίαζαν. Η ιατρική προσέγγιση στην αναπηρία είναι παρελθόν και αντικαθίσταται από τη δικαιωματική. Αυτή σηματοδοτεί ότι η αναπηρία δεν είναι «λάθος» και «πρόβλημα» αυτού που τη φέρει, αλλά η κοινωνία, τα κράτη και τα υπουργεία τους οφείλουν να διασφαλίσουν ακέραια τα ανθρώπινα δικαιώματα (εδώ εκπαίδευση) σε κάθε άνθρωπο με αναπηρία αφαιρώντας τα εμπόδια. Αντίστοιχη προστασία στην ενιαία εκπαίδευση κατοχυρώνεται στη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού και τα εκεί σχετικά Γενικά Σχόλια. Πρόκειται για σειρά αναγκαίων μεταβάσεων («οι μεταβάσεις»).
    3. Από το 2011 έως σήμερα δυστυχώς δεν τροχοδρομήθηκε καμία από τις ως άνω μεταβάσεις. Τα κείμενα των συμβάσεων και Γενικών Σχολίων επίμονα παραγνωρίζονται. Δεκαπέντε χρόνια μετά την δέσμευση στη ΣΔΑΑ και πολύ περισσότερα από αυτή της ΣΔΠ, έχουμε ενώπιον μας μια προτεινόμενη νομοθεσία η οποία δεν αποτελεί βήμα στην κατεύθυνση της υλοποίησης τους και δεν πλησιάζει την ενιαία εκπαίδευση.
    Παραμένει προσκολλημένη στο μοντέλο της ενσωμάτωσης (integration), του Νόμου του 1999, με έντονα στοιχεία διαχωρισμού ή ακόμα και αποκλεισμού καθότι διατηρεί τα ειδικά σχολεία και -ουσιαστικά και- τις ειδικές μονάδες. Αυτό καθότι εξακολουθεί να θεωρεί οτι για να εκπαιδεύσει τα παιδιά με αναπηρία πρέπει να τα διαχωρίσει και κατ’ επέκταση να τα απομονώσει από τα παιδιά χωρίς αναπηρία, άλλοτε εντός («προγράμματα ενισχυμένης στήριξης») ή εκτός των γενικών σχολείων («ειδικά σχολεία»). Αυτό ενόσω καμία εγγύηση ενιαίας, ποιοτικής και συμμετοχικής εκπαίδευσης δεν υφίσταται (ανώτατος χρόνος απομάκρυνσης από τη γενική τάξη, προετοιμασία/ προσαρμογές εντός των γενικών τάξεων, συστηματική υποχρεωτική επιμόρφωση εκπαιδευτικών, συστηματικοποίηση διαφοροποίησης σε όλα τα στάδια εκπαίδευσης και αξιολόγησης, προσαρμοσμένα αναλυτικά προγράμματα, εξατομίκευση, εύλογες προσαρμογές, προσβασιμότητα υλικού, διδακτικών μεθόδων, επικοινωνίας, δραστηριοτήτων κ.ο.κ.). Με τις τροποποιήσεις διατηρείται σχεδόν άθικτο το υφιστάμενο σύστημα το οποίο ανέδειξε σωρεία προβλημάτων αποκλεισμού και όχι μόνο.
    4. Ενδεικτικές παραβιάσεις Από μόνη της και χωρίς τα πιο κάτω να είναι οι μοναδικές παραβιάσεις:
    – η διατήρηση και η υιοθέτηση, το 2026, νομοθετικών και κανονιστικών τροποποιήσεων που δεν συνάδουν με τη ΣΔΑΑ παραβιάζουν το άρθρο 4 (1)(α) και 4 (1)(δ) της ΣΔΑΑ. Δυνάμει αυτής η Κύπρο υποχρεούται να υιοθετεί και να τροποποιεί νόμους και πρακτικές μόνο όταν συνάδουν με τη Σύμβαση. Υποχρεούται επίσης να απέχει «από την εμπλοκή σε ενέργειες και πρακτικές» που δεν συνάδουν με αυτήν.
    – η διατήρηση ξεχωριστής διαδικασίας και ενός συστήματος βασιζόμενου σε αξιολογήσεις με σκοπό το διαμοιρασμό των παιδιών σε διαφορετικά πλαίσια εκπαίδευσης, σε ξεχωριστή αντί ενιαία, για όλα τα παιδία, νομοθεσία και κανονισμούς, αφήνοντας να υπάρχει άλλη νομοθεσία για τα παιδία με αναπηρία/ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και άλλη για τα «υπόλοιπα» παιδιά, παραβιάζει την αρχή της μη διάκρισης και της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως αναπηρίας, όπως εξάλλου επισημάνθηκε κατ’ επανάληψη τόσο από εμάς όσο και από την Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού. Από μόνος του ο διαχωρισμός των παιδιών στη βάση αξιολογήσεων της αναπηρίας τους, σε διαφορετικές δομές και πλαίσια εκπαίδευσης, χωρίς μάλιστα αντίστοιχες αξιολογήσεις των παρεχόμενων υπηρεσιών εκπαίδευσης, και η εξύψωση των αξιολογήσεων σε επίπεδο προϋπόθεσης πρόσβασης στην εκπαίδευση, συνιστά απαγορευμένη και ακραία οπισθοδρομική διάκριση με βάση την αναπηρία.
    – η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στις αδήριτα αναγκαίες έννοιες των εύλογων προσαρμογών, της μη διάκρισης με βάση την αναπηρία, του καθολικού σχεδιασμού, της προσβασιμότητας υλικού και μεθόδων διδασκαλίας, της ατομικής στήριξης, της απαγορευμένης διάκρισης με βάση την αναπηρία και πολλών άλλων, παραβιάζει τις διατάξεις και το πνεύμα των δύο συνθηκών. Οι έννοιες αυτές ως ερμηνεύονται στις Συμβάσεις έπρεπε να πρωταγωνιστούν στην προτεινόμενη νομοθεσία και διαδικασία. Αναδεικνύεται δυστυχώς και πάλι ότι βρισκόμαστε μακριά από ακόμα και τα πρώτα βήματα στην ενιαία εκπαίδευση, ότι η πολιτική βούληση εξακολουθεί να απέχει ή να ενδίδει στο φόβο πλειοψηφιών για την αλλαγή
    – η απουσία της συνεκτίμησης της ίδιας της φωνής του παιδιού με αναπηρία κατά τη λήψη αποφάσεων που το αφορούν παραβιάζει τη ΣΔΠ και τη ΣΔΑΑ.
    5. Θέση μας είναι ότι θα πρέπει να μελετηθούν ολοκληρωμένα οι δεσμεύσεις της χώρας μας και να τεθεί επιτακτικά χωρίς άλλες καθυστερήσεις σε εφαρμογή ένα ολοκληρωμένο σύστημα ενιαίας εκπαίδευσης για όλα τα παιδιά, σε μία ενιαία νομοθεσία σε πλήρη συμμόρφωση προς τις διεθνείς συνθήκες.

  8. Η ΚΥΣΟΑ εισηγείται όπως στον συνοπτικό τίτλο που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, στον οποίο γίνεται αναφορά ως ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026, τροποποιηθεί ως εξής: Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρίες ή και με Μαθησιακές Δυσκολίες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026.

  9. Η δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» αποτελεί σημαντική ευκαιρία για ουσιαστικό εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού πλαισίου. Είναι θετικό ότι το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας αναγνωρίζει την ανάγκη προώθησης μιας πιο συμπεριληπτικής εκπαίδευσης, ενίσχυσης της συμμετοχής των παιδιών με αναπηρία στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα, βελτίωσης της διαφάνειας και αναβάθμισης της λειτουργίας των Επαρχιακών Επιτροπών.
    Ωστόσο, ήδη από τον τίτλο του νομοσχεδίου προκύπτει ένα βασικό ζήτημα φιλοσοφίας. Το προτεινόμενο πλαίσιο εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως νομοθεσία που αφορά την «αγωγή και εκπαίδευση παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» και όχι ως νομοθεσία που αφορά την ενιαία, προσβάσιμη και συμπεριληπτική εκπαίδευση όλων των παιδιών. Με άλλα λόγια, το βάρος φαίνεται να παραμένει στο παιδί και στην κατηγοριοποίησή του, αντί να μετατοπίζεται αποφασιστικά στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα και στην υποχρέωσή του να ανταποκρίνεται στη διαφορετικότητα των μαθητών/ριών.
    Η διαφορά αυτή είναι ουσιαστική. Ένα πραγματικά συμπεριληπτικό πλαίσιο δεν ξεκινά από το ερώτημα «ποιο παιδί έχει ειδικές ανάγκες και πού πρέπει να τοποθετηθεί», αλλά από το ερώτημα «πώς το σχολείο οργανώνεται, προσαρμόζεται και υποστηρίζεται ώστε κάθε παιδί να συμμετέχει ισότιμα». Επομένως, ο εκσυγχρονισμός δεν πρέπει να περιοριστεί στην αντικατάσταση παλαιότερων όρων με πιο σύγχρονες διατυπώσεις. Πρέπει να συνοδευτεί από σαφή αλλαγή φιλοσοφίας, δομών και πρακτικών.
    Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στο γεγονός ότι η ανακοίνωση αναφέρεται στην προώθηση «μιας πιο συμπεριληπτικής εκπαίδευσης», αλλά το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο, όπως διαμορφώνεται από τον τίτλο και τη γενική του προσέγγιση, δεν φαίνεται να κατοχυρώνει ρητά την ενιαία ή συμπεριληπτική εκπαίδευση ως θεμελιώδη αρχή. Η συμπερίληψη δεν πρέπει να εμφανίζεται μόνο ως επιδιωκόμενη πολιτική κατεύθυνση ή διοικητικός στόχος. Πρέπει να αποτελεί ρητή νομική αρχή, δεσμευτική για όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης και όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
    Επιπλέον, η διατήρηση των Ειδικών Σχολείων ως «εναλλακτικής εκπαιδευτικής επιλογής» χρειάζεται προσεκτική διατύπωση. Η ύπαρξη ειδικών δομών δεν πρέπει να λειτουργεί ως εύκολη λύση απομάκρυνσης παιδιών από το γενικό σχολείο. Αντίθετα, θα πρέπει να ξεκαθαρίζεται ότι οποιαδήποτε φοίτηση εκτός γενικού σχολείου αποτελεί εξαιρετική, τεκμηριωμένη και χρονικά περιορισμένη διευθέτηση, αφού προηγουμένως έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες στήριξης, εύλογων προσαρμογών και συμμετοχής στο γενικό εκπαιδευτικό περιβάλλον.
    Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και στην αντικατάσταση όρων, όπως η μετάβαση από την «ειδική μονάδα» στο «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης». Η αλλαγή αυτή μπορεί να είναι θετική μόνο εφόσον συνοδεύεται από ουσιαστική διαφοροποίηση του τρόπου λειτουργίας. Αν το νέο πρόγραμμα συνεχίσει να λειτουργεί ως χωριστός χώρος φοίτησης μέσα στο σχολείο, τότε δεν πρόκειται για συμπερίληψη, αλλά για μετονομασία μιας υφιστάμενης διαχωριστικής πρακτικής.
    Ως εκ τούτου, το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να αξιολογηθεί όχι μόνο ως προς τις επιμέρους διαδικασίες του, αλλά κυρίως ως προς τη βασική του κατεύθυνση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο μετασχηματίζει το σύστημα προς την κατεύθυνση της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης ή αν απλώς εκσυγχρονίζει τη γλώσσα και τις διαδικασίες της υφιστάμενης ειδικής εκπαίδευσης.
    Η βασική εισήγηση είναι όπως το νομοσχέδιο ενισχυθεί με ρητή αναφορά στην ενιαία και συμπεριληπτική εκπαίδευση ως θεμελιώδη αρχή του εκπαιδευτικού συστήματος. Το επίκεντρο πρέπει να μετακινηθεί από την ταξινόμηση του παιδιού στην υποχρέωση του σχολείου και της Πολιτείας να διασφαλίζουν πρόσβαση, συμμετοχή, υποστήριξη και ισότιμη σχολική ζωή για όλα τα παιδιά.

  10. Οι πιο κάτω στρατηγικοί στόχοι και δείκτες μέτρησης αποτελεσμάτων, οι οποίοι παρουσιάστηκαν στις 2 Οκτωβρίου 2023, στο Προεδρικό, όταν ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εξήγγειλε την έναρξη διαλόγου, για την αναβάθμιση και τον παιδαγωγικό εκσυγχρονισμό της ειδικής εκπαίδευσης, με απώτερο στόχο τη μετάβαση στην ενιαία/συμπεριληπτική εκπαίδευση, που είχε ως στόχο την επανεξέταση των υφιστάμενων πρακτικών, την βελτίωση των ισχυουσών διαδικασιών και την υιοθέτηση νέων επιτυχημένων προσεγγίσεων που εφαρμόζονται διεθνώς. απουσιάζουν από την προτεινόμενη νομοθεσία και κανονισμούς.

    “Ο γενικός στρατηγικός στόχος της Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ενιαία και Συμπεριληπτική Εκπαίδευση είναι ο σχεδιασμός και η υλοποίηση μιας νομοθεσίας, η οποία θα συμπεριλαμβάνει όλους τους μαθητές και όλες τις μαθήτριες, παρέχοντάς τους τις εύλογες προσαρμογές που χρειάζονται, ώστε το σχολείο να προσφέρει ποιοτική και συμπεριληπτική εκπαίδευση. Επιδίωξη του Υ.Π.Α.Ν. είναι η εμπέδωση μιας νέας νοοτροπίας, μιας νέας κουλτούρας, με έντονο το στοιχείο της συμπερίληψης, του απόλυτου φραγμού στον αποκλεισμό. Παράλληλα, επιδιώκεται η διευκόλυνση και αύξηση της πρόσβασης, συμμετοχής και ολοκλήρωσης της ανώτερης εκπαίδευσης από άτομα με αναπηρίες.

    Οι ειδικότεροι στρατηγικοί στόχοι είναι:

    5.3.1 Ανάπτυξη, επιμόρφωση και ποιοτική αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης (Δείκτες: αριθμός εκπαιδευτικού προσωπικού, ποσοστό συμμετοχής σε εκπαιδευτικά προγράμματα, επίπεδο ικανοποίησης εκπαιδευτικών μετά τη συμμετοχή σε επιμορφωτικά προγράμματα, συχνότητα επιμορφώσεων, ποσοστό τοποθέτησης εξειδικευμένου προσωπικού ανά σχολική μονάδα).

    5.3.2 Εκσυγχρονισμός διοικητικών δομών του εκπαιδευτικού συστήματος και των σχολικών μονάδων

    5.3.3 Παροχή εκπαίδευσης και αναβάθμιση του περιεχομένου της, αξιολόγηση και αποτελεσματικότητα.

    5.3.4 Στήριξη και ενίσχυση κάθε μαθητή/μαθήτριας, με αναγνώριση της διαφορετικότητας (Δείκτες: αριθμός μαθητών/ριών ειδικής εκπαίδευσης, ανάλυση της πολιτικής του σχολείου για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που αναγνωρίζει και υποστηρίζει τη διαφορετικότητα, παρακολούθηση της προόδου κάθε μαθητή/μαθήτριας και πώς προσαρμόζονται οι μαθησιακοί στόχοι ανάλογα).

    5.3.5 Έγκαιρη διάγνωση των εκπαιδευτικών αναγκών λόγω αναπηρίας, με τη λειτουργία κατάλληλων δομών και υπηρεσιών στις οποίες θα έχει πρόσβαση το παιδί (Δείκτες: αριθμός δομών και υπηρεσιών).

    5.3.6 Έγκαιρη παιδική παρέμβαση με υπηρεσίες των απαιτούμενων ειδικοτήτων, που θα προλάβουν ή θα θεραπεύσουν ή θα αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της αναπηρίας και των εμποδίων του περιβάλλοντος στο παιδί.

    5.3.7 Προώθηση της πρόσβασης στην εκπαίδευση για όλους (Δείκτες: αριθμός όλων των μαθητών/ριών).

    5.3.8 Προώθηση δράσεων που αφορούν στην κατάργηση στερεοτύπων στην εκπαίδευση ενάντια στις γυναίκες και κορίτσια με αναπηρία (Δείκτες: αριθμός όλων των μαθητών/ριών).

    5.3.9 Συγκέντρωση εθνικών στατιστικών στοιχείων σχετικά με τη φοίτηση και ολοκλήρωση της ανώτερης εκπαίδευσης από άτομα με αναπηρίες και συμμετοχή σε ευρωπαϊκές έρευνες για τη συλλογή συγκρίσιμων δεδομένων με άλλες ευρωπαϊκές χώρες σχετικά με τη φοίτηση και τις εμπειρίες φοίτησης στην ανώτερη εκπαίδευση ατόμων με αναπηρίες.

    5.3.10 Διευκόλυνση της πρόσβασης των ατόμων με αναπηρία στην ανώτερη εκπαίδευση της Κύπρου και της Ελλάδας, μέσω της παροχής διευκολύνσεων στις εξετάσεις πρόσβασης στα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης της Κύπρου και Ελλάδας.

    5.3.11 Αναγνώριση, αντιμετώπιση και καταγραφή περιστατικών μισαναπηρισμού στα σχολεία (Δείκτες: αριθμός ρατσιστικών περιστατικών που καταγράφονται και αποστέλλονται ετησίως στο πλαίσιο εφαρμογής της Αντιρατσιστικής Πολιτικής του ΥΠΑΝ).

    5.3.12 Επιμόρφωση γονέων/κηδεμόνων σε θέματα ενιαίας και συμπεριληπτικής εκπαίδευσης και αναπηρίας (Δείκτες: αριθμός σεμιναρίων για γονείς/κηδεμόνες σε αυτά τα θέματα που υλοποιούνται ετησίως).”

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο