60 – Πειθαρχική Έρευνα
Πειθαρχική Έρευνα
13.-(1) Όταν το Συμβούλιο ενεργήσει στη βάση της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 19 και του εδαφίου (1) του άρθρου 19 του Νόμου και διορίσει ερευνών λειτουργό για σκοπούς πειθαρχικής έρευνας και ετοιμασίας σχετικού πορίσματος, το εν λόγω πρόσωπο ενεργεί ως ακολούθως:
(α) αποφασίζει τη σειρά λήψης των καταθέσεων με βάση τη διεξαγωγή της έρευνας με τον πλέον πρόσφορο τρόπο.
(β) εκδίδει ειδοποίηση, με την οποία καλεί σε μαρτυρική κατάθεση τον καταγγελλόμενο, το πρόσωπο που έδωσε την καταγγελία ή την πληροφορία, και κάθε πρόσωπο που στην πορεία της έρευνας θα φανεί χρήσιμη ή αναγκαία η λήψη μαρτυρικής κατάθεσης εκ μέρους του. Έκαστη ειδοποίηση επιδίδεται μέσω του Συμβουλίου, μαζί με τις σχετικές πληροφορίες για το σκοπό της πειθαρχικής έρευνας, τουλάχιστον τρείς εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία που καθορίζεται στην ειδοποίηση.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο που καλείται να καταθέσει έχει την κατοικία ή την έδρα του στη Δημοκρατία αλλά εκτός της επαρχίας Λευκωσίας, η επίδοση πρέπει να γίνεται τουλάχιστον πέντε εργάσιμες μέρες νωρίτερα από την πιο πάνω ημερομηνία και, εάν η κατοικία ή η έδρα του βρίσκεται στο εξωτερικό, τουλάχιστον δώδεκα εργάσιμες ημέρες νωρίτερα από την εν λόγω ημερομηνία.
(γ) λαμβάνει από τα πρόσωπα που καλεί σε μαρτυρική κατάθεση έγγραφα και άλλες πληροφορίες που κατέχουν για το θέμα, με την προϋπόθεση ότι τα κατέχουν νόμιμα.
(δ) εφαρμόζει τη διαδικασία λήψης μαρτυρικών καταθέσεων, ως καθορίζεται στην παράγραφο (4) του παρόντος Κανονισμού.
(ε) παρέχει το δικαίωμα στον καταγγελλόμενο, ή στο νόμιμο εκπρόσωπο του τελευταίου να προβεί, εάν το επιθυμεί, σε κατάθεση μέσα σε προθεσμία που τάσσεται από τον ερευνώντα λειτουργό, αφότου θέσει ενώπιον του τις καταθέσεις, οι οποίες λήφθηκαν και τα στοιχεία τα οποία συλλέχθηκαν κατά τη διαδικασία της πειθαρχικής έρευνας.
(στ) συντάσσει, με την ολοκλήρωση της έρευνας, πόρισμα, το οποίο υποβάλλει στο Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 19Β του Νόμου.
(2) Η πειθαρχική έρευνα διεξάγεται από τον ερευνώντα λειτουργό και συμπληρώνεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημερομηνία της εντολής για έρευνα, με δικαίωμα παράτασης που παρέχεται από το Συμβούλιο μετά από αίτημα του ερευνώντα λειτουργού αν παραστεί ανάγκη.
(3) Η ειδοποίηση που εκδίδεται από τον ερευνώντα λειτουργό σύμφωνα με την παράγραφο 1(β) του παρόντος Κανονισμού θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
(α) τον σκοπό της πειθαρχικής έρευνας, ως τούτος καθορίστηκε από το Συμβούλιο κατά το διορισμό του ερευνώντα λειτουργού και θα περιλαμβάνονται οι σχετικές πληροφορίες για τον σκοπό της πειθαρχικής έρευνας.
(β) συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης για την οποία πρόκειται να εξεταστεί ο μάρτυρας.
(γ) την ημέρα και ώρα κατά την οποία το πρόσωπο που θα κλητευθεί θα πρέπει να παρουσιαστεί για μαρτυρική κατάθεση.
(4) Κατά τη διαδικασία λήψης των μαρτυρικών καταθέσεων από τον ερευνώντα λειτουργό εφαρμόζονται τα ακόλουθα:
(α) Ο ερευνών λειτουργός λαμβάνει την κατάθεση γραπτώς και ο μάρτυρας καλείται, πριν καταθέσει, να δηλώσει το ονοματεπώνυμο, τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου του, τον τόπο γέννησής του και της κατοικίας του, καθώς και την ηλικία του.
(β) Στο έγγραφο της κατάθεσης, ο ερευνών λειτουργός οφείλει να αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της κατάθεσης, την ώρα κατά την οποία άρχισε και τελείωσε η κατάθεση, το ονοματεπώνυμο του ιδίου και του μάρτυρα, καθώς επίσης ακριβή καταγραφή όσων κατατέθηκαν από το μάρτυρα.
(γ) Η γραπτή κατάθεση διαβάζεται από τον ερευνώντα λειτουργό και το μάρτυρα και υπογράφεται από αυτούς
(δ) Η έγγραφη κατάθεση αποτελεί απόδειξη για όσα έχει καταθέσει ο μάρτυρας.
(ε) Αντίγραφο της κατάθεσης δίνεται στο μάρτυρα και το πρωτότυπο κατατίθεται από τον ερευνώντα λειτουργό στον φάκελο της πειθαρχικής διαδικασίας.
(στ) Διαπράττει ποινικό αδίκημα πρόσωπο που προβαίνει σε ψευδή ή ανακριβή μαρτυρική κατάθεση και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δυο χιλιάδες ευρώ ή σε αμφότερες τις ποινές.
Τέλος