36 – Τροποποίηση του άρθρου 48 του βασικού νόμου

Ο περί Σωματείων και Ιδρυμάτων και για άλλα συναφή θέματα (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026

34.  Το άρθρο 48 του βασικού νόμου τροποποιείται ως ακολούθως:

(α)  με αντικατάσταση του πλαγιότιτλου αυτού με τον ακόλουθο νέο πλαγιότιτλο «Εξουσία προς διενέργεια ελέγχων, συλλογή πληροφοριών και συνέπειες εκπρόθεσμης επίδοσης ή υποβολής και παράλειψης αυτών ή υποβολής αναληθών και/ή ψευδών αιτήσεων, γνωστοποιήσεων, κοινοποιήσεων, αναφορών ή άλλης ενημέρωσης»·

(β)  με την αντικατάσταση του άρθρου ως ακολούθως:

«48.-(1) O Έφορος δύναται να διενεργεί ελέγχους, κατόπιν καταγγελίας ή αυτεπαγγέλτως για διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι όροι ή/και υποχρεώσεις που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο και τα διοικητικά συμβούλια των σωματείων ή ιδρυμάτων ή ομοσπονδιών παρέχουν τη συνδρομή τους προς τούτο.

(2) Ο Έφορος έχει την εξουσία να συλλέγει πληροφορίες από σωματεία, ιδρύματα και ομοσπονδίες, τις οποίες κρίνει απαραίτητες για την άσκηση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθηκόντων του, απευθύνοντας σχετικό προς τούτο γραπτό αίτημα προς τα διοικητικά συμβούλια σωματείων, ιδρυμάτων και ομοσπονδιών.

(α) Στο αίτημα του Εφόρου καθορίζονται οι αιτούμενες πληροφορίες, οι θεμελιούσες το αίτημα διατάξεις του παρόντος Νόμου, η αιτιολογία του αιτήματος, η τασσόμενη προς παροχή των πληροφοριών εύλογη προθεσμία που δεν δύναται να είναι μικρότερη των τριάντα (30) ημερών και οι ενδεχόμενες κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την πιο πάνω υποχρέωση της παροχής πληροφοριών.

(β) Σωματεία, ιδρύματα και ομοσπονδίες προς τους οποίους απευθύνεται το αίτημα, έχουν υποχρέωση προς πλήρη και ακριβή παροχή των αιτούμενων πληροφοριών, τα οποία υποβάλλονται σε έντυπη ή/και ψηφιακή μορφή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

Νοείται ότι, η υποχρέωση παροχής όλων των απαραίτητων πληροφοριών καλύπτει τις πληροφορίες τις οποίες το σωματείο, ίδρυμα και ομοσπονδία έχει υποχρέωση τήρησης.

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που η απάντηση ή/και οι πληροφορίες που παρέχονται από το σωματείο, ίδρυμα και ομοσπονδία στους οποίους απευθύνεται το αίτημα για παροχή πληροφοριών, είναι ελλιπείς, ασαφείς ή χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων και/ή διερεύνησης, ο Έφορος δύναται να προβεί στην υποβολή νέου αιτήματος με σκοπό τη λήψη όλων των απαιτούμενων πληροφοριών και/ή απαραίτητων διευκρινίσεων ή/και επεξηγήσεων.

(γ) Οι πληροφορίες που παρέχονται στον Έφορο, κατά την άσκηση της προβλεπόμενης στις διατάξεις του παρόντος άρθρου εξουσίας, δύναται να χρησιμοποιούνται μόνο για το σκοπό για τον οποίο ζητήθηκαν.

(3) Οποτεδήποτε απαιτείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου η επίδοση ή η υποβολή οποιασδήποτε αίτησης, δήλωσης, γνωστοποίησης, αρχείου, βιβλίου, λογαριασμού ή κατάστασης, κοινοποίησης, αναφοράς ή άλλης ενημέρωσης ή εγγράφου προς τον Έφορο, εντός ορισμένης προθεσμίας, εκπρόθεσμη επίδοση ή υποβολή ή παράλειψη τέτοιας επίδοσης ή υποβολής, εκτός από τις συνέπειες που ρητά προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, συνιστά παράβαση νομικού καθήκοντος και ο Έφορος δύναται να επιβάλει στο πρόσωπο το οποίο δεν συμμορφώθηκε με τις σχετικές απαιτήσεις διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα εκατόν ευρώ (€100) και περαιτέρω διοικητικό πρόστιμο πενήντα ευρώ (€50) για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης, με ανώτατο όριο διοικητικού προστίμου χιλίων ευρώ (€1.000).

(4) Πρόσωπο το οποίο παρέχει στον Έφορο ψευδή, ελλιπή, ανακριβή ή παραπλανητική αίτηση, δήλωση, γνωστοποίηση, αρχείο, βιβλίο, λογαριασμό ή κατάστασης, κοινοποίηση, αναφορά ή άλλη ενημέρωση ή έγγραφο, που απαιτείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου,

είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρείς χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(5) Καμία πρόνοια του παρόντος Νόμου δεν εμποδίζει-

(α) την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου ή του Γενικού Εφόρου και αρμόδιων αρχών ή/και εποπτικών αρχών της Δημοκρατίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους·

(β) την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου ή του Γενικού Εφόρου και αρμόδιων αρχών ή/και εποπτικών αρχών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους.».

 

 

Τέλος

Περιεχόμενα

01 - Συνοπτικός Τίτλος
02 - Τροποποίηση του άρθρου 2 του βασικού νόμου
03 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου
04 - Τροποποίηση του άρθρου 4 του βασικού νόμου
05 - Τροποποίηση του άρθρου 5 του βασικού νόμου
06 - Τροποποίηση του άρθρου 6 του βασικού νόμου
07 - Τροποποίηση του άρθρου 6Α του βασικού νόμου
08 - Τροποποίηση του άρθρου 7 του βασικού νόμου
09 - Τροποποίηση του άρθρου 8 του βασικού νόμου
10 - Τροποποίηση του άρθρου 10 του βασικού νόμου
11 - Τροποποίηση του άρθρου 11 του βασικού νόμου
12 - Τροποποίηση του άρθρου 14 του βασικού νόμου
13 - Τροποποίηση του άρθρου 16 του βασικού νόμου
14 - Τροποποίηση του άρθρου 18 του βασικού νόμου
15 - Τροποποίηση του άρθρου 19 του βασικού νόμου
16 - Τροποποίηση του άρθρου 22 του βασικού νόμου
17 - Τροποποίηση του άρθρου 24 του βασικού νόμου
18 - Τροποποίηση του άρθρου 25 του βασικού νόμου
19 - Τροποποίηση του άρθρου 26 του βασικού νόμου
20 - Τροποποίηση του άρθρου 27 του βασικού νόμου
21 - Τροποποίηση του άρθρου 28 του βασικού νόμου
22 - Τροποποίηση του άρθρου 29 του βασικού νόμου
23 - Τροποποίηση του άρθρου 30 του βασικού νόμου
24 - Τροποποίηση του άρθρου 32 του βασικού νόμου
25 - Τροποποίηση του άρθρου 34 του βασικού νόμου
26 - Τροποποίηση του άρθρου 37 του βασικού νόμου
27 - Τροποποίηση του άρθρου 38 του βασικού νόμου
28 - Τροποποίηση του άρθρου 39 του βασικού νόμου
29 - Διαγραφή του άρθρου 40 του βασικού νόμου
30 - Τροποποίηση του άρθρου 41 του βασικού νόμου
31 - Τροποποίηση του άρθρου 42 του βασικού νόμου
32 - Διαγραφή του άρθρου 43 του βασικού νόμου
33 - Τροποποίηση του άρθρου 44 του βασικού νόμου
34 - Τροποποίηση του άρθρου 46 του βασικού νόμου
35 - Τροποποίηση του άρθρου 47 του βασικού νόμου
36 - Τροποποίηση του άρθρου 48 του βασικού νόμου
37 - Τροποποίηση του άρθρου 49 του βασικού νόμου
38 - Τροποποίηση του άρθρου 50 του βασικού νόμου
39 - Τροποποίηση του άρθρου 51 του βασικού νόμου
40 - Τροποποίηση του άρθρου 52 του βασικού νόμου
41 - Τροποποίηση του άρθρου 53 του βασικού νόμου
42 - Τροποποίηση του άρθρου 55 του βασικού νόμου
43 - Τροποποίηση του άρθρου 56 του βασικού νόμου

Ένα Σχόλιο

  1. ΆΡΘΡΟ 48(4)
    48 (4) «Πρόσωπο το οποίο παρέχει στον Έφορο ψευδή, ελλιπή, ανακριβή ή παραπλανητική αίτηση, δήλωση, γνωστοποίηση, αρχείο, βιβλίο, λογαριασμό ή κατάστασης, κοινοποίηση, αναφορά ή άλλη ενημέρωση ή έγγραφο, που απαιτείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου,είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρείς χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές…»

    Παρατηρήσεις: Η διάταξη χρησιμοποιεί όρους όπως «ελλιπής» και «ανακριβής» πληροφορία, οι οποίοι είναι ευρείς και μπορούν να καλύψουν ένα πολύ μεγάλο φάσμα συμπεριφορών — από ένα απλό διοικητικό λάθος μέχρι συνειδητή παραπλάνηση. Δεν γίνεται, όμως, καμία διάκριση μεταξύ αυτών των περιπτώσεων. Έτσι, η ίδια ποινική κύρωση μπορεί να εφαρμοστεί τόσο σε κάποιον που ενήργησε με δόλο όσο και σε κάποιον που υπέπεσε σε ένα τυπικό ή τεχνικό σφάλμα.

    Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στο ότι η διάταξη δεν καθορίζει τον απαιτούμενο βαθμό υπαιτιότητας (mens rea). Στο ποινικό δίκαιο, κατά κανόνα, για να στοιχειοθετηθεί αδίκημα απαιτείται είτε δόλος είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, βαριά αμέλεια. Εδώ όμως δεν διευκρινίζεται αν απαιτείται πρόθεση παραπλάνησης ή αν αρκεί και η απλή αμέλεια. Αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα τόσο για τα πρόσωπα που υπάγονται στον νόμο όσο και για την εφαρμογή του από τις αρχές.

    Η πρακτική συνέπεια είναι ότι υπάρχει κίνδυνος να ποινικοποιηθούν συμπεριφορές χαμηλής απαξίας, όπως:
    • λογιστικά λάθη,
    • παραλείψεις λόγω άγνοιας ή διοικητικής αδυναμίας,
    • καθυστερημένη ή μη πλήρης ενημέρωση στοιχείων.

    Αυτό οδηγεί σε δύο βασικά νομικά ζητήματα:

    Πρώτον, ζήτημα αναλογικότητας. Η επιβολή ποινικών κυρώσεων (ιδίως φυλάκισης) για τέτοιου είδους παραβάσεις μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική σε σχέση με τη βαρύτητα της συμπεριφοράς.

    Δεύτερον, ζήτημα ασφάλειας δικαίου. Οι πολίτες και τα σωματεία πρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων με σαφήνεια ποια συμπεριφορά είναι ποινικά κολάσιμη. Όταν οι όροι είναι αόριστοι και δεν συνδέονται με συγκεκριμένο επίπεδο υπαιτιότητας, δημιουργείται αβεβαιότητα και κίνδυνος αυθαίρετης εφαρμογής.

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο