30 – Τροποποίηση του άρθρου 41 του βασικού νόμου
30. Το άρθρο 41 του βασικού νόμου τροποποιείται –
(α) με αντικατάσταση του πλαγιότιτλου αυτού με τον ακόλουθο νέο πλαγιότιτλο «Διαδικασία διάλυσης – εκκαθάρισης ιδρύματος»·
(β) με την αντικατάσταση του άρθρου ως ακολούθως:
«41.-(1) Το ίδρυμα εισέρχεται σε διαδικασία διάλυσης και τίθεται σε εκκαθάριση:
(α) με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ιδρύματος στις περιπτώσεις που ορίζει η ιδρυτική αυτού πράξη.
(β) με διάταγμα του Δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος ή του Εφόρου, εάν-
(i) Ο σκοπός του εκπληρώθηκε ή απέβη ανέφικτος ή είναι κερδοσκοπικός ή είναι πλέον διαφορετικός από αυτόν που καθορίζεται στην ιδρυτική πράξη ή/και∙
(ii) λόγω διαφόρων αιτιών, η ανάδειξη διοικητικού συμβουλίου αποβαίνει αδύνατη ή εν γένει καθίσταται αδύνατη η συνέχιση της λειτουργίας του ιδρύματος σύμφωνα με τις πρόνοιες της ιδρυτικής πράξης ή/και του καταστατικού ή/και∙
(iii) ο σκοπός ή η λειτουργία του ιδρύματος έχουν αποβεί παράνομα, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 4∙
(γ) με διάταγμα του Δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του Εφόρου, εάν για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) ετών, δεν έχει συμμορφωθεί με οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του όπως αυτές προβλέπονται στα άρθρα 34(3) και 49 του παρόντος Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι δίδεται προηγουμένως από τον Έφορο γραπτή προειδοποίηση προς το ασκούν τη διοίκηση του ιδρύματος όργανο, στην οποία καταγράφονται οι λόγοι που ενεργοποιούν τις παρούσες διατάξεις, καθώς και προθεσμία τριών (3) μηνών για την αποκατάσταση της λειτουργίας του ιδρύματος.
(δ) με διάταγμα του Δικαστηρίου, μετά από αίτηση του Εφόρου, εάν το ίδρυμα καθ’ οποιονδήποτε χρόνο, παραβαίνει τις πρόνοιες των παραγράφων 6(1)(β) ή/και 6(1)(δ) έως και (η) ή/και 6(5)(α) του παρόντος Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι δίδεται προηγουμένως από τον Έφορο γραπτή προειδοποίηση προς το ασκούν τη διοίκηση του ιδρύματος όργανο, στην οποία καταγράφονται οι λόγοι που ενεργοποιούν τις παρούσες διατάξεις, καθώς και προθεσμία τριών (3) μηνών για τη συμμόρφωση του ιδρύματος.
(ε) με διάταγμα του Δικαστηρίου, μετά από αίτηση του Εφόρου, εάν ο Έφορος λάβει γνώση ότι εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου για αδίκημα δυνάμει των προνοιών του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188(I)/2007), εναντίον ιδρύματος ή/και μέλους του διοικητικού του συμβουλίου ή/και αξιωματούχου αυτού ή/και πραγματικού δικαιούχου:
Νοείται ότι, για την εφαρμογή της ως άνω πρόνοιας, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή/και ο αξιωματούχος αυτού, έχει καταδικαστεί λόγω ενέργειας ή/και αμέλειας ή/και παράλειψης υπό την ιδιότητα που κατέχει σε σχέση με το ίδρυμα ή/και εκμεταλλευόμενος το ίδρυμα ή/και τις δραστηριότητες αυτού.
Νοείται ότι η ως άνω πρόνοια εφαρμόζεται από την έκδοση πρωτόδικης απόφασης Δικαστηρίου, εκτός εάν εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης αυτής.
(στ) με διάταγμα του Δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος ή του Εφόρου ή πιστωτή του ιδρύματος εάν το ίδρυμα είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του:
Νοείται πως ίδρυμα λογίζεται ότι είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του-
(i) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που το ίδρυμα του οφείλει ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στο ίδρυμα παραδίνοντας στο το φορέα της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης του ιδρύματος απαίτηση η οποία απαιτεί από το ίδρυμα να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και το ίδρυμα για τις επόμενες έξι εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή
(ii) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή του ιδρύματος, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή
(iii) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι το ίδρυμα είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο το ίδρυμα είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις του ιδρύματος· ή
(iv) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού του ιδρύματος είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις του.
(2) Οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει της παραγράφου (α) ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (β) ή (γ) ή (δ) ή (ε) ή (στ) του εδαφίου (1), περιλαμβάνει το διορισμό εκκαθαριστή/εκκαθαριστών με σαφή διατύπωση των στοιχείων ταυτοποίησης και επικοινωνίας τους.
(3) Οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει της παραγράφου (α) ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (β) ή (γ) ή (δ) ή (ε) ή (στ) του εδαφίου (1) υποβάλλεται στον οικείο Έφορο από το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος ή τον αιτητή, ανάλογα με την περίπτωση, το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της απόφασης ή την έκδοση του διατάγματος.
(4) Η έναρξη της εκκαθάρισης ιδρύματος δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου λαμβάνει χώρα:
(i) από την υποβολή της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου κατά την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου στον Έφορο ή
(ii) από την έκδοση του διατάγματος δυνάμει των παραγράφων (β) ή (γ) ή (δ) ή (ε) ή (στ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου.
(5) Ως εκκαθαριστές, εκτός αν το διοικητικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αναλόγως της περίπτωσης, αποφασίσουν διαφορετικά, διορίζονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ως αυτά είναι καταχωρημένα στο μητρώο του οικείου Εφόρου κατά τον ουσιώδη χρόνο της έναρξης της διαδικασίας διάλυσης και θέσης του ιδρύματος σε εκκαθάριση:
Νοείται περαιτέρω ότι, τυχόν λήξη της θητείας του καταχωρημένου στον Έφορο διοικητικού συμβουλίου, δεν επηρεάζει την εφαρμογή της ως άνω πρόνοιας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο εκκαθαριστής ή οι εκκαθαριστές δεν είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος, τότε το πρόσωπο ή πρόσωπα που διορίζονται ως εκκαθαριστές δικαιούνται αποζημίωση από το ενεργητικό του ιδρύματος.
(6) Η έναρξη της εκκαθάρισης ιδρύματος, καθώς και τα ονόματα των εκκαθαριστών αυτού, σημειώνονται στο Μητρώο.
(7) (α) O εκκαθαριστής ιδρύματος, με το διορισμό του λαμβάνει τον έλεγχο και την φύλαξη του ενεργητικού του ιδρύματος.
(β) Ο εκκαθαριστής υπέχει θέση διοικούντος του ιδρύματος και η εξουσία του περιορίζεται στις ανάγκες της εκκαθάρισης.
(γ) Ο εκκαθαριστής ευθύνεται και καταβάλει αποζημίωση για κάθε παράβαση των υποχρεώσεών του λόγω δικής του υπαιτιότητας και, σε περίπτωση περισσότερων του ενός εκκαθαριστών, ο κάθε ένας από αυτούς ευθύνεται εις ολόκληρον.
(δ) Ο εκκαθαριστής δύναται να διατάξει, να εγείρει ή υπερασπίσει µε την επίσημή του ιδιότητα οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία που σχετίζεται µε το ενεργητικό του ιδρύματος.
(ε) Ο εκκαθαριστής με στόχο την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης δύναται κατά τη διακριτική του ευχέρεια να: –
(i) διορίζει δικηγόρο, εκτιμητή ή άλλο εμπειρογνώμονα για να τον συνδράμει στην εκτέλεση των καθηκόντων του,
(ii) αποκτά πρόσβαση και να μελετάει όλα τα λογιστικά βιβλία και αρχεία του ιδρύματος, να εξασφαλίζει όλο το ιστορικό συναλλαγών από πρώην και νυν μέλη του διοικητικού συμβουλίου και να μελετάει όλα τα παραστατικά και συμφωνίες και άλλα στοιχεία που θα τον βοηθήσουν να εντοπίσει όλες τις οφειλές από και προς το ίδρυμα που δεν έχουν δηλωθεί,
(iii) καταβάλει πληρωμές πιστωτών,
(iv) διενεργεί οποιοδήποτε συμβιβασμό ή διευθέτηση µε τους πιστωτές ή/και πρόσωπα που ισχυρίζονται ότι είναι πιστωτές ή/και που έχουν ή που ισχυρίζονται ότι έχουν οποιαδήποτε απαίτηση, παρούσα ή μελλοντική, βέβαιη ή ενδεχόμενη, εξακριβωμένη ή εκφρασμένη µόνο µε αξίωση αποζημίωσης, εναντίον του ιδρύματος ή σύμφωνα µε τις οποίες το ίδρυμα δυνατό να καταστεί υπεύθυνο,
(v) διενεργεί όλες τις πράξεις και υπογράφει στο όνομα και για λογαριασμό του ιδρύματος όλα τα συμβόλαια, αποδείξεις και άλλα έγγραφα και για το σκοπό αυτό δύναται να χρησιμοποιεί, όταν αυτό είναι αναγκαίο, τη σφραγίδα του ιδρύματος,
(vi) προχωρεί σε κάθε πρόσφορη ενέργεια που δυνατό να είναι αναγκαία για την εκκαθάριση των υποθέσεων του ιδρύματος.
(στ) Ο εκκαθαριστής καταθέτει άμεσα όσα χρηματικά ποσά εισπράττει κατά την εκκαθάριση, σε αδειοδοτημένη να λειτουργεί στη Δημοκρατία τράπεζα, ως αυτή ερμηνεύεται στον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο (66(I)/1997).
(ζ) Ο εκκαθαριστής οφείλει να ενημερώνει κάθε συμβαλλόμενο για την υπό εξέλιξη διαδικασία εκκαθάρισης.
(8) Το αργότερο εντός δύο εβδομάδων από τον διορισμό του, ο εκκαθαριστής ανακοινώνει σε μια τουλάχιστον ημερήσια εφημερίδα Παγκύπριας κυκλοφορίας την έναρξη της εκκαθάρισης, δίνοντας τα στοιχεία του ιδρύματος και καλεί πρόσωπα τα οποία έχουν απαιτήσεις από το ίδρυμα να υποβάλουν τεκμήρια των απαιτήσεών τους προς τον εκκαθαριστή.
(9) Σε περίπτωση που ο εκκαθαριστής δεν ενεργεί καλή τη πίστη ή δεν ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του, κάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον ή ο Έφορος, δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για να ζητήσει παύση του διορισμού αυτού και διορισμό νέου προσώπου ως εκκαθαριστή.
(10) Kατά την εκκαθάριση καταβάλλονται με προτεραιότητα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλα χρέη:
(α) η αμοιβή εκκαθαριστή,
(β) η αμοιβή του εκτιμητή ή άλλων προσώπων που προσέφεραν υπηρεσίες προς τον εκκαθαριστή για ολοκλήρωση της εκκαθάρισης,
(γ) οφειλόμενες αποδοχές του μισθωτού προσωπικού και οποιοδήποτε ποσό που κατακρατήθηκε από τον εργοδότη από τις αποδοχές του μισθωτού ή οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα του μισθωτού που απορρέει από σύμβαση,
(δ) όλοι οι φόροι και τέλη που οφείλονται από το ίδρυμα προς το κράτος ή σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου,
(ε) χρέη σε αδειοδοτημένη να λειτουργεί στη Δημοκρατία τράπεζα, ως αυτή ερμηνεύεται στον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο (66(I)/1997),
(στ) άλλα χρέη.
(11) Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο µετά τον διορισμό εκκαθαριστή, µετά από αίτηση του εκκαθαριστή ή του Εφόρου ή οποιουδήποτε πιστωτή, να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο ή και να δώσει τέτοιες οδηγίες για την υποβοήθηση της εκκαθάρισης και την ολοκλήρωση της με τέτοιους όρους και προϋποθέσεις που το Δικαστήριο κρίνει πρέπον.
(12) Ιδρύματα τα οποία τελούν υπό καθεστώς εκκαθάρισης, χάνουν το δικαίωμα άσκησης κάθε δραστηριότητας που αναφέρεται στην ιδρυτική πράξη ή/και στο καταστατικό τους, περιλαμβανομένου του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι και της αποξένωσης οιασδήποτε περιουσίας, με εξαίρεση τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την εκκαθάρισή τους.
Νοείται ότι, οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργεια ιδρύματος που έρχεται σε αντίθεση με την ως άνω πρόνοια είναι εξ’ υπαρχής άκυρη.
(13) Κατά την εκκαθάριση και μετά την αποπληρωμή οιωνδήποτε οφειλών του ιδρύματος, τυχόν εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος, εκτός εάν η ιδρυτική πράξη ορίζει διαφορετικά ή εκτός εάν ο Έφορος αποφασίσει διαφορετικά, περιέρχονται στη Δημοκρατία, η οποία, με την περιουσία αυτή, οφείλει να εξυπηρετήσει το σκοπό του ιδρύματος ή άλλο συναφή σκοπό.
(14) (1) H εκκαθάριση ιδρύματος ολοκληρώνεται το αργότερο εντός χρονικής περιόδου εικοσιτεσσάρων (24) μηνών από την έναρξή της με την υποβολή στο Έφορο Έκθεσης Εκκαθάρισης:
Νοείται ότι, η ως άνω προβλεπόμενη προθεσμία για την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης του ιδρύματος δύναται να παραταθεί με άδεια του οικείου Εφόρου, κατά την κρίση του, για επιπρόσθετη περίοδο που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες.
Νοείται περαιτέρω ότι, παράταση της ως άνω προθεσμίας δύναται να δοθεί με σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου, εφόσον αυτό ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν ουσιαστικοί λόγοι που δικαιολογούν τέτοια παράταση.
(2) Η Έκθεση Εκκαθάρισης, περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα:
(α) τις πράξεις και ενέργειες στις οποίες προέβη ο εκκαθαριστής στα πλαίσια της εκκαθάρισης, τα σχετικά αποδεικτικά,
(β) τελικούς λογαριασμούς του ιδρύματος στη μορφή που προνοεί το άρθρο 49, ελεγμένους από νόμιμο ελεγκτή,
(γ) ένορκη δήλωση του εκκαθαριστή με την οποία δηλώνεται ότι η εκκαθάριση έχει ολοκληρωθεί και έχουν ακολουθηθεί οι διατάξεις του παρόντος Νόμου.».
Τέλος