27 – Διάρκεια ισχύος παρέκκλισης
27. (1) Σε περίπτωση χορήγησης παρέκκλισης, αυτή παύει να ισχύει σε διάστημα τριών (3) χρόνων από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου στον αιτητή, εκτός και αν στο μεταξύ έχει χορηγηθεί πολεοδομική άδεια.
Νοείται ότι για υφιστάμενες αναπτύξεις για τις οποίες τέθηκαν προϋποθέσεις ή και αντισταθμιστικά μέτρα για τη ρύθμιση θεμάτων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος ή την ασφάλεια ή τις ανέσεις της περιοχής ή τη δημόσια υγεία, με βάση τις παραγράφους 2(α)-(ε) του Κανονισμού 20, η ισχύς της χορηγηθείσας παρέκκλισης δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου στον αιτητή.
(2) Σε εξαιρετικές και απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις, στις οποίες η καθυστέρηση υλοποίησης της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου οφείλεται σε παράγοντες που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, καθώς και στις περιπτώσεις όπου αποδεδειγμένα η καθυστέρηση στην υλοποίηση των όρων και προϋποθέσεων ή/και αντισταθμιστικών μέτρων δεν οφείλεται με κανένα τρόπο στη μη ανταπόκριση ή/και τυχόν αδράνεια του αιτητή, αλλά οφείλεται στη μη έγκαιρη και σε εύλογο χρόνο ανταπόκριση των αρμοδίων Τμημάτων, Αρχών ή Υπηρεσιών και νοουμένου ότι το αίτημα υποβλήθηκε στο αρμόδιο Τμήμα, Αρχή ή Υπηρεσία εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου στον αιτητή, ο Υπουργός, μετά από σύσταση της Πολεοδομικής Αρχής, και νοουμένου ότι υποβάλλεται αιτιολογημένη και πλήρως τεκμηριωμένη έκθεση από τον αιτητή προς τον Υπουργό με κοινοποίηση στην Πολεοδομική Αρχή, το αργότερο μέσα σε διάστημα τριών μηνών πριν την ημερομηνία λήξης της χορηγηθείσας παρέκκλισης, ως σημειώνεται στην παράγραφο (1) του παρόντος Κανονισμού, είναι δυνατό να παρατείνει την ισχύ της παρέκκλισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα (1) χρόνο.
Νοείται περαιτέρω ότι σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις η ισχύς της παρέκκλισης δύναται να παραταθεί και για επιπρόσθετο χρονικό διάστημα στην περίπτωση που αυτό δικαιολογείται απόλυτα κατά την κρίση της Πολεοδομικής Αρχής από τη φύση, την κλίμακα και την ένταση της ανάπτυξης, τις δυσκολίες εφαρμογής των όρων και προϋποθέσεων ή/και των αντισταθμιστικών μέτρων και νοουμένου ότι η καθυστέρηση αποδεδειγμένα εξακολουθεί να μην οφείλεται με κανένα τρόπο στη μη ανταπόκριση ή/και τυχόν αδράνεια του αιτητή.
Τέλος