02 – Κριτήρια Προτεραιότητας

Καθορισμός κριτηρίων για την κατά προτεραιότητα εκτέλεση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού.

Α. Δημόσιο συμφέρον

Βασικό κριτήριο δράσης της Επιτροπής αποτελεί η εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, μέσω της δημόσιας επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμού. Συνεπώς, η  Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει προτεραιότητες στην εξέταση υποθέσεων με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.

Το δημόσιο συμφέρον θα εξετάζεται υπό το πρίσμα των ενδεχόμενων εκτιμημένων επιπτώσεων που έχει μια καταφανής παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού τόσο στον αποτελεσματικό ανταγωνισμό όσο και σε εκφάνσεις του κοινωνικού συνόλου, όπως την ευημερία των καταναλωτών.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα προσδίδει προτεραιότητα, μεταξύ άλλων, σε αυτεπάγγελτες έρευνες και καταγγελίες οι οποίες:

  • εγείρουν ζητήματα ιδιαίτερα σοβαρών περιορισμών του ανταγωνισμού (όπως π.χ. οριζόντιες συμπράξεις ή/και αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, ιδίως όταν αυτές περιλαμβάνουν ή/και προνοούν για τον καθορισμό τιμών, την κατανομή αγορών, τον περιορισμό παραγωγής ή πωλήσεων, καθώς και υποθέσεις κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης) οι οποίοι εκτείνονται σε ολόκληρη την κυπριακή επικράτεια, και/ή
  • επηρεάζουν αγορές προϊόντων ή υπηρεσιών καίριας σημασίας για τους Κύπριους καταναλωτές, και/ή
  • αφορούν αντιανταγωνιστικές πρακτικές, με σωρευτικό (πολλαπλασιαστικό) αποτέλεσμα, ήτοι πρακτικών που ακολουθούνται από πολλές επιχειρήσεις οι οποίες μπορούν να μετακυλούν αυξημένες τιμές σε ενδιάμεσες επιχειρήσεις ή στους καταναλωτές, και/ή
  • αφορούν Αίτηση Επιείκειας βάσει των Περί Απαλλαγής και Μείωσης του Διοικητικού Προστίμου σε Περίπτωση Συμπράξεων κατά Παράβαση του Άρθρου 3 του Νόμου ή/και του Άρθρου 101 της Σ.Λ.Ε.Ε. (Σχέδιο Επιείκειας) Κανονισμών του 2011 (ΚΔΠ 463/2011), εφόσον πληρούνται όλα τα σχετικά κριτήρια.

Β. Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό

Η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει προτεραιότητες στην εξέταση υποθέσεων με γνώμονα τις επιπτώσεις στον ανταγωνισμό που θα έχει το αποτέλεσμα της εξέτασης μίας καταγγελίας ή της διεξαγωγής αυτεπάγγελτης έρευνας.

Οι επιπτώσεις στον ανταγωνισμό θα εξετάζονται υπό το πρίσμα των ενδεχόμενων εκτιμημένων επιπτώσεων που έχει μια ενδεχόμενη παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού στην άσκηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά, ή/και οι οποίες ενδεχομένως να επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε.

Το συγκεκριμένο κριτήριο αναφέρεται ιδίως στη δομή/διάρθρωση μίας αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της αγοράς, το βαθμό συγκέντρωσης, τα μερίδια αγοράς των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, το βαθμό ανταγωνισμού, τον αριθμό των επηρεαζόμενων καταναλωτών από την παράβαση, τις κάθετες διασυνδέσεις με άλλες αγορές ή/και κλάδους της οικονομίας, και αν βρίσκεται σε κομβικό σημείο στην αλυσίδα δημιουργίας αξίας (value chain) και κατά πόσο μια αγορά πάσχει, μεταξύ άλλων, από έλλειψη ανταγωνιστικότητας, ή δεν μπορεί να ανταποκριθεί στη ζήτηση των καταναλωτών.

Η Επιτροπή δύναται, λαμβάνοντας υπόψη τους εν λόγω παράγοντες και/ή τις στρεβλώσεις της υπό εξέταση αγοράς, να αποφανθεί ως προς το βαθμό προτεραιότητας που πρέπει να δοθεί, με σκοπό να διασφαλίσει και/ή να επαναφέρει επίπεδα αποτελεσματικού και υγιούς ανταγωνισμού.

Γ. Επιπτώσεις στους καταναλωτές

Η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει προτεραιότητες στην εξέταση υποθέσεων με γνώμονα το πραγματικό ή δυνητικό αποτέλεσμα της εξέτασης μίας καταγγελίας ή της διεξαγωγής αυτεπάγγελτης έρευνας προς τους καταναλωτές.

Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θα εκτιμά κατά πόσο μία ενδεχόμενη παρέμβασή της θα επιφέρει άμεσα αλλαγές στη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων προς όφελος των καταναλωτών, το οποίο συνίσταται ιδίως σε χαμηλότερες τιμές, υψηλότερη ποιότητα και εύρος επιλογών προϊόντων και/ή υπηρεσιών. Με τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας των αγορών οι καταναλωτές επωφελούνται από τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας που θα προκύπτει από τον ανόθευτο ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων. Σε αυτή τη βάση η Επιτροπή δύναται να λαμβάνει δράση, μεταξύ άλλων, με σκοπό την προστασία καταναλωτών οι οποίοι είναι εκτεθειμένοι σε αντιανταγωνιστικές καταστάσεις.

H Eπιτροπή δύναται, επίσης, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της και κατά τη διακριτική της ευχέρεια, να δίνει προτεραιότητα στην εξέταση υποθέσεων (είτε κατόπιν καταγγελίας είτε αυτεπάγγελτα) που αφορούν σε προϊόντα και/ή υπηρεσίες που είναι ιδιαίτερης σημασίας για τους Κύπριους καταναλωτές, καθώς και να λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των εκάστοτε υπό εξέταση πρακτικών στην ανάπτυξη της καινοτομίας αλλά και στη βελτίωση
της ποιότητας των εν λόγω προϊόντων και/ή υπηρεσιών.

Επιπλέον, η Επιτροπή δύναται να προβαίνει σε εκτίμηση του δυνητικού αποτελέσματος της ευημερίας των καταναλωτών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα εξετάζει κατά προτεραιότητα υποθέσεις όπου οι παρεμβάσεις της θα έχουν ως αποτέλεσμα, ιδίως, την διασαφήνιση νομικών κανόνων ώστε να ωθούνται οι επιχειρήσεις σε ευνοϊκές πρακτικές για τους καταναλωτές, την εξάλειψη περιορισμών του ανταγωνισμού προς όφελος των καταναλωτών και την πληρέστερη ενημέρωση και πληροφόρηση των καταναλωτών.

Δ. Υποθέσεις στρατηγικής σημασίας για την Επιτροπή

Η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει προτεραιότητες στην εξέταση υποθέσεων με γνώμονα την ανάγκη διαμόρφωσης και/ή εφαρμογής πολιτικής και/ή στρατηγικής στα θέματα που εμπίπτουν των αρμοδιοτήτων της, ήτοι θέματα που άπτονται των κανόνων του ανταγωνισμού.  Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή κατά τη διακριτική της ευχέρεια εστιάζει σε υποθέσεις που, μεταξύ άλλων παραγόντων, ευνοούν/παρέχουν τη δυνατότητα αποσαφήνισης καίριων νομικών ζητημάτων και τη δημιουργίας νομολογιακού προηγούμενου.  Κάτι τέτοιο συμβάλει στην ασφάλεια δικαίου, τη διασφάλιση της συνεπούς και συνεκτικής ερμηνείας της εθνικής νομοθεσίας για την προστασία του ανταγωνισμού σε σχέση και με το ενωσιακό δίκαιο και, στην αποτροπή της επανεμφάνισης παρόμοιων παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού ή/και στρεβλώσεων στην αγορά.

Ε. Πιθανότητα Διαπίστωσης Παράβασης

Η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να δίνει προτεραιότητα στην εξέταση υποθέσεων όπου υπάρχει υψηλή πιθανότητα διαπίστωσης παράβασης. Προτεραιότητα μπορεί ενδεχομένως να δοθεί σε υποθέσεις όπου υπάρχουν ισχυρά στοιχεία που να τεκμηριώνουν μία παράβαση κατόπιν έρευνας.

ΣΤ. Απαιτήσεις ανθρώπινων πόρων

Η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει προτεραιότητες στην εξέταση υποθέσεων με γνώμονα τους διαθέσιμους ανθρώπινους πόρους κατά καιρό. Με βάση το συγκεκριμένο κριτήριο εξετάζεται, στη, βάση της αρχής της αναλογικότητας η διερεύνηση μίας υπόθεσης υπό το φως των ανθρώπινων πόρων καθώς και της χρονικής διάρκειας που θα απαιτηθούν για την ολοκλήρωση των εν λόγω διαδικασιών, σε αντιδιαστολή με τα οφέλη που θα προκύψουν από τη διερεύνηση.

Οι διαθέσιμοι πόροι θα εξετάζονται και σε σχέση με τις απαιτήσεις άλλων εκκρεμουσών υποθέσεων ή ερευνών της Επιτροπής, ούτως ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατότερη αποτελεσματική κατανομή τους για κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών.

Ζ. Χρόνος παραγραφής

Η Επιτροπή δύναται να εξετάζει κατά προτεραιότητα υποθέσεις με βάση τον εναπομείναντα χρόνο παραγραφής των πιθανολογούμενων παραβάσεων ως καθορίζεται στο άρθρο 49 του Νόμου.

Τέλος


Αφήστε μια απάντηση

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο