17 – Τροποποίηση του άρθρου 24 του βασικού νόμου

Ο περί Σωματείων και Ιδρυμάτων και για άλλα συναφή θέματα (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026

17.  Το άρθρο 24 του βασικού νόμου τροποποιείται ως ακολούθως:

(α)  με αντικατάσταση του πλαγιότιτλου αυτού με τον ακόλουθο νέο πλαγιότιτλο «Διαδικασία διάλυσης – εκκαθάρισης σωματείου»·

(β)  με την αντικατάσταση του άρθρου ως ακολούθως:

«24.-(1) Το σωματείο εισέρχεται σε διαδικασία διάλυσης και τίθεται σε εκκαθάριση-

(α) Oποτεδήποτε, με απόφαση της συνέλευσης των μελών του που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του παρόντος Νόμου·

(β) με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου όταν τα μέλη του μειωθούν σε λιγότερα από είκοσι (20):

Νοείται ότι, το σωματείο δεν δύναται να λάβει τέτοια απόφαση, παρά μόνο μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τη μείωση του αριθμού των μελών και εφόσον μέχρι τότε δεν έχουν γνωστοποιηθεί στον Έφορο τα ονόματα νέων μελών προς συμπλήρωση του απαιτούμενου ελάχιστου αριθμού μελών:

Νοείται περαιτέρω ότι, η διοίκηση του σωματείου υποχρεούται όπως, το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από τη διαπίστωση της μείωσης του αριθμού των μελών κάτω των είκοσι (20), γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό στον Έφορο, δια μέσω υπεύθυνης δήλωσης, υποδεικνύοντας και την ημερομηνία κατά την οποία αυτό επισυνέβη∙

(γ) με διάταγμα του Δικαστηρίου, μετά από αίτηση του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου ή των δύο πέμπτων των μελών ή του Εφόρου, εάν-

(i) λόγω διαφόρων αιτιών, η ανάδειξη διοικητικού συμβουλίου αποβαίνει αδύνατη ή εν γένει καθίσταται αδύνατη η συνέχιση της λειτουργίας του σωματείου σύμφωνα με τις πρόνοιες του καταστατικού ή/και

(ii) εκπληρώθηκε ο σκοπός του σωματείου ή ο σκοπός που επιδιώκει είναι κερδοσκοπικός ή είναι πλέον διαφορετικός από αυτόν που καθορίζεται στο καταστατικό. ή/και

(iii) ο σκοπός ή η λειτουργία του σωματείου έχουν αποβεί παράνομα, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 4∙

(δ) με διάταγμα του Δικαστηρίου, μετά από αίτηση του Εφόρου, εάν για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) ετών, δεν έχει συμμορφωθεί με οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του όπως αυτές προβλέπονται στα άρθρα 10 και 49 του παρόντος Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι δίδεται προηγουμένως από τον Έφορο γραπτή προειδοποίηση προς το ασκούν τη διοίκηση του σωματείου όργανο, στην οποία καταγράφονται οι λόγοι που ενεργοποιούν τις παρούσες διατάξεις, καθώς και προθεσμία τριών (3) μηνών για την αποκατάσταση της λειτουργίας του σωματείου.

(ε) με διάταγμα του Δικαστηρίου, μετά από αίτηση του Εφόρου, εάν το σωματείο καθ’ οποιονδήποτε χρόνο, παραβαίνει τις πρόνοιες των παραγράφων 6(1)(β) ή/και 6(1)(δ) έως και (ζ) ή/και 6(5)(α) του παρόντος Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι δίδεται προηγουμένως από τον Έφορο γραπτή προειδοποίηση προς το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου, στην οποία καταγράφονται οι λόγοι που ενεργοποιούν τις παρούσες διατάξεις, καθώς και προθεσμία τριών (3) μηνών για τη συμμόρφωση του σωματείου.

(στ) με διάταγμα του Δικαστηρίου, μετά από αίτηση του Εφόρου, εάν ο Έφορος λάβει γνώση ότι εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου για αδίκημα δυνάμει των προνοιών του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188(I)/2007), εναντίον σωματείου ή/και μέλους αυτού ή/και μέλους του Διοικητικού του Συμβουλίου ή/και αξιωματούχου αυτού ή/και πραγματικού δικαιούχου:

Νοείται ότι, για την εφαρμογή της ως άνω πρόνοιας, το μέλος του σωματείου ή/και το μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου ή/και ο αξιωματούχος αυτού, έχει καταδικαστεί λόγω ενέργειας ή/και αμέλειας ή/και παράλειψης υπό την ιδιότητα που κατέχει σε σχέση με το σωματείο ή/και εκμεταλλευόμενος το σωματείο ή/και τις δραστηριότητες αυτού.

Νοείται ότι η ως άνω πρόνοια εφαρμόζεται από την έκδοση πρωτόδικης απόφασης Δικαστηρίου, εκτός εάν εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης αυτής.

(ζ) με διάταγμα του Δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου ή των δύο πέμπτων των μελών ή του Εφόρου ή πιστωτή του σωματείου εάν το σωματείο είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του:

Νοείται πως σωματείο λογίζεται ότι είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του-

(i) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που το σωματείο του οφείλει ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στο σωματείο παραδίνοντας στο φορέα της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης του σωματείου απαίτηση η οποία απαιτεί από το σωματείο να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και το σωματείο για τις επόμενες έξι εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή

(ii) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή του σωματείου, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή

(iii) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι το σωματείο είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο το σωματείο είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις του σωματείου· ή

(iv) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού του σωματείου είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών του, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις του.

(2) Οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει των παραγράφων (α) ή (β) ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (γ) ή (δ) ή (έ) ή (στ) του εδαφίου (1), περιλαμβάνει το διορισμό εκκαθαριστή/εκκαθαριστών με σαφή διατύπωση των στοιχείων ταυτοποίησης και επικοινωνίας τους.

(3) Οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει των παραγράφων (α) ή (β) ή διάταγμα δυνάμει των παραγράφων (γ) ή (δ) ή (ε) ή (στ) ή (ζ) του εδαφίου (1) υποβάλλεται στον οικείο Έφορο από το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου ή τον αιτητή, ανάλογα με την περίπτωση, το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της απόφασης ή την έκδοση του διατάγματος.

(4) Η έναρξη της εκκαθάρισης του σωματείου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου λαμβάνει χώρα:

(i) από την υποβολή της απόφασης της συνέλευσης των μελών κατά την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου στον Έφορο ή

(ii) από τη υποβολή της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου στον Έφορο ή

(iii) από την έκδοση του διατάγματος δυνάμει των παραγράφων (γ) ή (δ) ή (ε) ή (στ) ή (ζ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου.

(5) Ως εκκαθαριστές, εκτός αν το διοικητικό συμβούλιο ή η Γενική Συνέλευση ή το Δικαστήριο, αναλόγως της περίπτωσης, αποφασίσουν διαφορετικά, διορίζονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ως αυτά είναι καταχωρημένα στο μητρώο του οικείου Εφόρου κατά τον ουσιώδη χρόνο της έναρξης της διαδικασίας διάλυσης και θέσης του σωματείου σε εκκαθάριση:

Νοείται περαιτέρω ότι, τυχόν λήξη της θητείας του καταχωρημένου στον Έφορο Διοικητικού Συμβουλίου, δεν επηρεάζει την εφαρμογή της ως άνω πρόνοιας.

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο εκκαθαριστής ή οι εκκαθαριστές δεν είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου, τότε το πρόσωπο ή πρόσωπα που διορίζονται ως εκκαθαριστές δικαιούνται αποζημίωση από το ενεργητικό του σωματείου.

(6) Η έναρξη της εκκαθάρισης σωματείου, καθώς και τα ονόματα των εκκαθαριστών αυτού, σημειώνονται στο Μητρώο.

(7) (α) O εκκαθαριστής σωματείου, με το διορισμό του λαμβάνει τον έλεγχο και την φύλαξη του ενεργητικού του σωματείου.

(β) Ο εκκαθαριστής υπέχει θέση διοικούντος του σωματείου και η εξουσία του περιορίζεται στις ανάγκες της εκκαθάρισης.

(γ) Ο εκκαθαριστής ευθύνεται και καταβάλει αποζημίωση για κάθε παράβαση των υποχρεώσεών του λόγω δικής του υπαιτιότητας και, σε περίπτωση περισσότερων του ενός εκκαθαριστών, ο κάθε ένας από αυτούς ευθύνεται εις ολόκληρον.

(δ) Ο εκκαθαριστής δύναται να διατάξει, να εγείρει ή υπερασπίσει µε την επίσημή του ιδιότητα οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία που σχετίζεται µε το ενεργητικό του σωματείου.

(ε) Ο εκκαθαριστής με στόχο την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης δύναται κατά τη διακριτική του ευχέρεια να: –

(i) διορίζει δικηγόρο, εκτιμητή ή άλλο εμπειρογνώμονα για να τον συνδράμει στην εκτέλεση των καθηκόντων του,

(ii) αποκτά πρόσβαση και να μελετάει όλα τα λογιστικά βιβλία και αρχεία του σωματείου, να εξασφαλίζει όλο το ιστορικό συναλλαγών από πρώην και νυν μέλη του διοικητικού συμβουλίου και να μελετάει όλα τα παραστατικά και συμφωνίες και άλλα στοιχεία που θα τον βοηθήσουν να εντοπίσει όλες τις οφειλές από και προς το σωματείο που δεν έχουν δηλωθεί,

(iii) καταβάλει πληρωμές πιστωτών,

(iv) διενεργεί οποιοδήποτε συμβιβασμό ή διευθέτηση µε τους πιστωτές ή/και πρόσωπα που ισχυρίζονται ότι είναι πιστωτές ή/και που έχουν ή που ισχυρίζονται ότι έχουν οποιαδήποτε απαίτηση, παρούσα ή μελλοντική, βέβαιη ή ενδεχόμενη, εξακριβωμένη ή εκφρασμένη µόνο µε αξίωση αποζημίωσης, εναντίον του σωματείου ή σύμφωνα µε τις οποίες το σωματείο δυνατό να καταστεί υπεύθυνο,

(v) διενεργεί όλες τις πράξεις και υπογράφει στο όνομα και για λογαριασμό του σωματείου όλα τα συμβόλαια, αποδείξεις και άλλα έγγραφα και για το σκοπό αυτό δύναται να χρησιμοποιεί, όταν αυτό είναι αναγκαίο, τη σφραγίδα του σωματείου,

(vi) προχωρεί σε κάθε πρόσφορη ενέργεια που δυνατό να είναι αναγκαία για την εκκαθάριση των υποθέσεων του σωματείου.

(στ) Ο εκκαθαριστής καταθέτει άμεσα όσα χρηματικά ποσά εισπράττει κατά την εκκαθάριση, σε αδειοδοτημένη να λειτουργεί στη Δημοκρατία τράπεζα, ως αυτή ερμηνεύεται στον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο (66(I)/1997).

(ζ) Ο εκκαθαριστής οφείλει να ενημερώνει κάθε συμβαλλόμενο για την υπό εξέλιξη διαδικασία εκκαθάρισης.

(8) Το αργότερο εντός δύο εβδομάδων από τον διορισμό του, ο εκκαθαριστής ανακοινώνει σε μια τουλάχιστον ημερήσια εφημερίδα Παγκύπριας κυκλοφορίας την έναρξη της εκκαθάρισης, αναφέροντας τα στοιχεία του σωματείου και καλεί πρόσωπα τα οποία έχουν απαιτήσεις από το σωματείο να υποβάλουν τεκμήρια των απαιτήσεών τους προς τον εκκαθαριστή.

(9) Σε περίπτωση που ο εκκαθαριστής δεν ενεργεί καλή τη πίστη ή δεν ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του, κάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον ή ο Έφορος, δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για να ζητήσει παύση του διορισμού αυτού και διορισμό νέου προσώπου ως εκκαθαριστή.

(10) Κατά την εκκαθάριση καταβάλλονται με προτεραιότητα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλα χρέη:

(α) η αμοιβή εκκαθαριστή,

(β) η αμοιβή του εκτιμητή ή άλλων προσώπων που προσέφεραν υπηρεσίες προς τον εκκαθαριστή για ολοκλήρωση της εκκαθάρισης,

(γ) οφειλόμενες αποδοχές του μισθωτού προσωπικού και οποιοδήποτε ποσό που κατακρατήθηκε από τον εργοδότη από τις αποδοχές του μισθωτού ή οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα του μισθωτού που απορρέει από σύμβαση,

(δ) όλοι οι φόροι και τέλη που οφείλονται από το σωματείο προς το κράτος ή σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου,

(ε) χρέη σε αδειοδοτημένη να λειτουργεί στη Δημοκρατία τράπεζα, ως αυτή ερμηνεύεται στον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο (66(I)/1997),,

(στ) άλλα χρέη.

(11) Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο µετά τον διορισμό εκκαθαριστή, µετά από αίτηση του εκκαθαριστή ή του Εφόρου ή οποιουδήποτε πιστωτή, να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο ή και να δώσει τέτοιες οδηγίες για την υποβοήθηση της εκκαθάρισης και την ολοκλήρωση της με τέτοιους όρους και προϋποθέσεις που το Δικαστήριο κρίνει πρέπον.

(12) Σωματεία τα οποία τελούν υπό καθεστώς εκκαθάρισης, χάνουν το δικαίωμα άσκησης κάθε δραστηριότητας που αναφέρεται στο καταστατικό τους, περιλαμβανομένου του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι και της αποξένωσης οιασδήποτε περιουσίας, με εξαίρεση τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την εκκαθάρισή τους.

Νοείται ότι, οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργεια σωματείου που έρχεται σε αντίθεση με την ως άνω πρόνοια είναι εξ’ υπαρχής άκυρη.

(13) Κατά την εκκαθάριση και μετά την αποπληρωμή οιωνδήποτε οφειλών του σωματείου, τυχόν εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία του σωματείου μεταβιβάζονται σε άλλο μη κερδοσκοπικό οργανισμό.

(14) (1) H εκκαθάριση σωματείου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός χρονικής περιόδου εικοσιτεσσάρων (24) μηνών από την έναρξή της με την υποβολή στο Έφορο Έκθεσης Εκκαθάρισης:

Νοείται ότι, η ως άνω προβλεπόμενη προθεσμία για την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης του σωματείου δύναται να παραταθεί με άδεια του οικείου Εφόρου, κατά την κρίση του, για επιπρόσθετη περίοδο που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες.

Νοείται περαιτέρω ότι, παράταση της ως άνω προθεσμίας δύναται να δοθεί με σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου, εφόσον αυτό ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν ουσιαστικοί λόγοι που δικαιολογούν τέτοια παράταση.

(15) Η Έκθεση Εκκαθάρισης, περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα:

(α) τις πράξεις και ενέργειες στις οποίες προέβη ο εκκαθαριστής στα πλαίσια της εκκαθάρισης, τα σχετικά αποδεικτικά,

(β) τελικούς λογαριασμούς του σωματείου στη μορφή που προνοεί το άρθρο 49,

Νοείται ότι σε περίπτωση που τα περιουσιακά στοιχεία του υπό εκκαθάριση σωματείου, κατά το χρόνιο έναρξης της εκκαθάρισης, υπερβαίνουν σε αξία το ποσό των σαράντα χιλιάδων ευρώ (€40.000), απαιτείται η ετοιμασία τελικών λογαριασμών ελεγμένων από νόμιμο ελεγκτή.

(γ) ένορκη δήλωση του εκκαθαριστή με την οποία δηλώνεται ότι η εκκαθάριση έχει ολοκληρωθεί και έχουν ακολουθηθεί οι διατάξεις του παρόντος Νόμου.».

 

 

Τέλος

Περιεχόμενα

01 - Συνοπτικός Τίτλος
02 - Τροποποίηση του άρθρου 2 του βασικού νόμου
03 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου
04 - Τροποποίηση του άρθρου 4 του βασικού νόμου
05 - Τροποποίηση του άρθρου 5 του βασικού νόμου
06 - Τροποποίηση του άρθρου 6 του βασικού νόμου
07 - Τροποποίηση του άρθρου 6Α του βασικού νόμου
08 - Τροποποίηση του άρθρου 7 του βασικού νόμου
09 - Τροποποίηση του άρθρου 8 του βασικού νόμου
10 - Τροποποίηση του άρθρου 10 του βασικού νόμου
11 - Τροποποίηση του άρθρου 11 του βασικού νόμου
12 - Τροποποίηση του άρθρου 14 του βασικού νόμου
13 - Τροποποίηση του άρθρου 16 του βασικού νόμου
14 - Τροποποίηση του άρθρου 18 του βασικού νόμου
15 - Τροποποίηση του άρθρου 19 του βασικού νόμου
16 - Τροποποίηση του άρθρου 22 του βασικού νόμου
17 - Τροποποίηση του άρθρου 24 του βασικού νόμου
18 - Τροποποίηση του άρθρου 25 του βασικού νόμου
19 - Τροποποίηση του άρθρου 26 του βασικού νόμου
20 - Τροποποίηση του άρθρου 27 του βασικού νόμου
21 - Τροποποίηση του άρθρου 28 του βασικού νόμου
22 - Τροποποίηση του άρθρου 29 του βασικού νόμου
23 - Τροποποίηση του άρθρου 30 του βασικού νόμου
24 - Τροποποίηση του άρθρου 32 του βασικού νόμου
25 - Τροποποίηση του άρθρου 34 του βασικού νόμου
26 - Τροποποίηση του άρθρου 37 του βασικού νόμου
27 - Τροποποίηση του άρθρου 38 του βασικού νόμου
28 - Τροποποίηση του άρθρου 39 του βασικού νόμου
29 - Διαγραφή του άρθρου 40 του βασικού νόμου
30 - Τροποποίηση του άρθρου 41 του βασικού νόμου
31 - Τροποποίηση του άρθρου 42 του βασικού νόμου
32 - Διαγραφή του άρθρου 43 του βασικού νόμου
33 - Τροποποίηση του άρθρου 44 του βασικού νόμου
34 - Τροποποίηση του άρθρου 46 του βασικού νόμου
35 - Τροποποίηση του άρθρου 47 του βασικού νόμου
36 - Τροποποίηση του άρθρου 48 του βασικού νόμου
37 - Τροποποίηση του άρθρου 49 του βασικού νόμου
38 - Τροποποίηση του άρθρου 50 του βασικού νόμου
39 - Τροποποίηση του άρθρου 51 του βασικού νόμου
40 - Τροποποίηση του άρθρου 52 του βασικού νόμου
41 - Τροποποίηση του άρθρου 53 του βασικού νόμου
42 - Τροποποίηση του άρθρου 55 του βασικού νόμου
43 - Τροποποίηση του άρθρου 56 του βασικού νόμου

Ένα Σχόλιο

  1. ΆΡΘΡΟ 24
    • Γενικές Παρατηρήσεις: Το νέο άρθρο 24 εισάγει σημαντικά διευρυμένους λόγους διάλυσης, παρέχοντας στον Έφορο ευρείες εξουσίες. Η διεύρυνση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε δυσανάλογες παρεμβάσεις, ακόμη και για παραβάσεις που δεν σχετίζονται με τον πυρήνα της λειτουργίας του σωματείου.

    Λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία του Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ιδίως την προστασία που παρέχει το Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, προκύπτει ότι η διάλυση σωματείου συνιστά το έσχατο και πλέον επαχθές μέτρο κρατικής παρέμβασης, το οποίο μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις.
    Συγκεκριμένα, η επιβολή ενός τέτοιου μέτρου δεν είναι συμβατή με τις αρχές του κράτους δικαίου όταν βασίζεται σε διοικητικές παραβάσεις ή τυπικά σφάλματα, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη σοβαρού λόγου και επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης, επαρκώς τεκμηριωμένης. Παράλληλα, το κράτος οφείλει, πριν καταφύγει στη διάλυση, να εξετάζει και να εξαντλεί ηπιότερα μέσα συμμόρφωσης, όπως διορθωτικά μέτρα, συστάσεις ή διοικητικές κυρώσεις.

    Υπό το πρίσμα αυτό, οι προτεινόμενες διατάξεις θα πρέπει να αναδιαμορφωθούν ώστε να διασφαλίζεται ρητά ότι η διάλυση σωματείου εφαρμόζεται αποκλειστικά ως μέτρο ultima ratio, με σαφή και αυστηρά κριτήρια που να ανταποκρίνονται στην αρχή της αναλογικότητας. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της εποπτείας του κράτους και της ουσιαστικής προστασίας της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι.

    • Ειδικότερα– Άρθρο 24(1)(στ): Το υπό τροποποίηση άρθρο 24 (1) (στ) αναφέρει, ότι το σωματείο εισέρχεται σε διαδικασία διάλυσης και τίθεται σε εκκαθάριση :

    (στ) με διάταγμα του Δικαστηρίου, μετά από αίτηση του Εφόρου, εάν ο Έφορος λάβει γνώση ότι εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου για αδίκημα δυνάμει των προνοιών του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188(I)/2007), εναντίον σωματείου ή/και μέλους αυτού ή/και μέλους του Διοικητικού του Συμβουλίου ή/και αξιωματούχου αυτού ή/και πραγματικού δικαιούχου:

    Νοείται ότι, για την εφαρμογή της ως άνω πρόνοιας, το μέλος του σωματείου ή/και το μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου ή/και ο αξιωματούχος αυτού, έχει καταδικαστεί λόγω ενέργειας ή/και αμέλειας ή/και παράλειψης υπό την ιδιότητα που κατέχει σε σχέση με το σωματείο ή/και εκμεταλλευόμενος το σωματείο ή/και τις δραστηριότητες αυτού.

    Νοείται ότι η ως άνω πρόνοια εφαρμόζεται από την έκδοση πρωτόδικης απόφασης Δικαστηρίου, εκτός εάν εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης αυτής….»

    Παρατηρήσεις: Η παράγραφος 24(1)(στ) εισάγει έναν ιδιαίτερα προβληματικό λόγο διάλυσης σωματείου, καθώς προβλέπει ότι το σωματείο μπορεί να τεθεί σε εκκαθάριση με διάταγμα Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης του Εφόρου, σε περίπτωση που εκδοθεί καταδικαστική απόφαση για αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η ρύθμιση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε καταδίκη του ίδιου του σωματείου, αλλά επεκτείνεται και σε καταδίκες φυσικών προσώπων που συνδέονται με αυτό, όπως απλά μέλη, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, αξιωματούχοι ή πραγματικοί δικαιούχοι.

    Η πρώτη επιφύλαξη επιχειρεί να θέσει ένα όριο στην ευρύτητα της διάταξης, ορίζοντας ότι η καταδίκη του προσώπου πρέπει να οφείλεται σε ενέργεια, αμέλεια ή παράλειψη που τελέστηκε υπό την ιδιότητά του σε σχέση με το σωματείο ή μέσω εκμετάλλευσης του σωματείου ή των δραστηριοτήτων του. Δηλαδή, απαιτείται κάποια σύνδεση μεταξύ της παράνομης πράξης και του σωματείου. Ωστόσο, η σύνδεση αυτή είναι σχετικά χαλαρή και δεν εξειδικεύεται περαιτέρω.

    Συγκεκριμένα, η επιφύλαξη δεν απαιτεί να αποδεικνύεται ότι η πράξη τελέστηκε προς όφελος του σωματείου ή στο πλαίσιο υλοποίησης των σκοπών του, ούτε ότι υπήρξε γνώση, ανοχή ή συμμετοχή της διοίκησης. Επίσης, δεν γίνεται διάκριση μεταξύ προσώπων που έχουν εξουσία εκπροσώπησης και δέσμευσης του σωματείου (όπως το Διοικητικό Συμβούλιο) και απλών μελών που δεν μπορούν να εκφράσουν τη βούλησή του. Έτσι, ακόμη και πράξεις μεμονωμένων προσώπων, που απλώς συνδέονται λειτουργικά με το σωματείο, ενδέχεται να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία διάλυσης.

    Περαιτέρω, η δεύτερη επιφύλαξη εντείνει το πρόβλημα, καθώς ορίζει ότι η διαδικασία μπορεί να κινηθεί ήδη από την έκδοση πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να απαιτείται αυτή να καταστεί τελεσίδικη. Αυτό σημαίνει ότι το σωματείο ενδέχεται να τεθεί σε εκκαθάριση πριν ολοκληρωθεί ο δικαστικός έλεγχος της υπόθεσης, ακόμη και σε περίπτωση που η καταδίκη ανατραπεί σε μεταγενέστερο στάδιο.

    Η υπό τροποποίηση διάταξη προβλέπει επίσης ότι: «Νοείται ότι η ως άνω πρόνοια εφαρμόζεται από την έκδοση πρωτόδικης απόφασης Δικαστηρίου, εκτός εάν εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης αυτής…».

    Ωστόσο, η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης αποτελεί αυτοτελές ένδικο βοήθημα, το οποίο ενδέχεται είτε να μην ασκηθεί είτε να μην γίνει δεκτό από το αρμόδιο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, η πρόβλεψη αυτή δεν παρέχει καμία ουσιαστική διασφάλιση ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν θα ανατραπεί σε δεύτερο βαθμό. Υφίσταται έτσι ο πραγματικός κίνδυνος το σωματείο να τεθεί σε εκκαθάριση πριν υπάρξει τελεσίδικη (δευτεροβάθμια) καταδικαστική κρίση. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε μη αναστρέψιμες συνέπειες, παρά το γεγονός ότι η πρωτόδικη απόφαση μπορεί τελικά να ακυρωθεί ή να μεταβληθεί σε επίπεδο έφεσης.

    Συνολικά, η γραμματική διατύπωση της διάταξης οδηγεί σε ουσιαστική μεταφορά των συνεπειών της ατομικής ποινικής ευθύνης στο ίδιο το σωματείο, χωρίς να απαιτείται επαρκής σύνδεση της παράνομης πράξης με τη λειτουργία, τη βούληση ή τα συμφέροντά του. Παρά την ύπαρξη της πρώτης επιφύλαξης, η οποία λειτουργεί ως τυπικός περιορισμός, δεν διασφαλίζεται επαρκώς ότι η διάλυση θα επιβάλλεται μόνο σε περιπτώσεις όπου το σωματείο έχει πραγματική εμπλοκή. Ως αποτέλεσμα, ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας και δίκαιης κατανομής ευθύνης, καθώς και κίνδυνος επιβολής της πιο ακραίας κύρωσης –της διάλυσης– για πράξεις που ενδέχεται να μην εκφράζουν ούτε να δεσμεύουν το ίδιο το σωματείο.

    • Ειδικότερα– Άρθρο 24(1)(ζ): Το υπό τροποποίηση άρθρο 24 (1) (ζ) αναφέρει, ότι το σωματείο εισέρχεται σε διαδικασία διάλυσης και τίθεται σε εκκαθάριση

    « …. με διάταγμα του Δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου ή των δύο πέμπτων των μελών ή του Εφόρου ή πιστωτή του σωματείου εάν το σωματείο είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του:

    Νοείται πως σωματείο λογίζεται ότι είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του-

    (i) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που το σωματείο του οφείλει ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στο σωματείο παραδίνοντας στο φορέα της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης του σωματείου απαίτηση η οποία απαιτεί από το σωματείο να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και το σωματείο για τις επόμενες έξι εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ….»

    Παρατηρήσεις: Η υπό τροποποίηση διάταξη προβλέπει ότι το σωματείο μπορεί να τεθεί σε εκκαθάριση με διάταγμα του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, όταν κριθεί ότι είναι «ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του». Ως τεκμήριο αφερεγγυότητας ορίζεται ότι αρκεί η επίδοση απαίτησης από πιστωτή με οφειλή άνω των €5.000 και η μη καταβολή, εξασφάλιση ή διευθέτηση του ποσού εντός έξι εβδομάδων. Η ρύθμιση αυτή εγείρει σοβαρά ζητήματα:

    Πρώτον, το όριο των €5.000 είναι εξαιρετικά χαμηλό για να ενεργοποιείται διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση ενός σωματείου. Ένα μεμονωμένο, σχετικά μικρό ή ακόμη και αμφισβητούμενο χρέος αρκεί για να τεθεί σε κίνηση μια διαδικασία με δυσανάλογα βαριές και ενδεχομένως μη αναστρέψιμες συνέπειες.

    Δεύτερον, η διάταξη θεωρεί ότι η απλή επίδοση απαίτησης και η μη ανταπόκριση εντός έξι εβδομάδων συνιστούν απόδειξη αφερεγγυότητας. Όμως η διάλυση σωματείου αποτελεί το έσχατο και πλέον επαχθές μέτρο. Δεν είναι συμβατό με την αρχή της αναλογικότητας να μπορεί να επιβληθεί στη βάση μιας μονομερούς ενέργειας πιστωτή, χωρίς να απαιτείται δικαστική κρίση επί της ουσίας της οφειλής .

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο