Ο ΠΕΡΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΣΥΝΑΦΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ (ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΟΣ) ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2026

Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών

Η Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών θέτει σε δημόσια διαβούλευση το εναρμονιστικό τροποποιητικό νομοσχέδιο με τίτλο: ο περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026, για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία (ΕΕ) 2025/2 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2024 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ (Φερεγγυότητα ΙΙ), όσον αφορά την αναλογικότητα, την ποιότητα της εποπτείας, την υποβολή εκθέσεων, τα μέτρα μακροπρόθεσμων εγγυήσεων, τα μακροπροληπτικά εργαλεία, τους κινδύνους βιωσιμότητας, την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου και τη διασυνοριακή εποπτεία, και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2002/87/ΕΚ και 2013/34/ΕΕ.

Όνομα λειτουργού δημόσιας διαβούλευσης: Μαρία Σταύρου
Email: mstavrou@mof.gov.cy
Οικονομία και Χρηματοοικονομικά Θέματα
Νομοσχέδιο
  • Υπό επεξεργασία
  • Αναρτήθηκε
    07 Μάι 2026 @ 0:00
  • Ανοικτή σε σχόλια ως
    09 Ιούν 2026 @ 23:50
  • 7 σχόλια

Σχετικό Υλικό


Περιεχόμενα

01 - Τίτλος Άρθρου 0 σχόλια

7 Σχόλια

  1. Θέσεις Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (ΣΕΛΚ) σχετικά με το Νομοσχέδιο με τίτλο «ο περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων (Tροποποιητικός) Νόμος του 2026».

    Διακριτικές ευχέρειες
    1. Σημείο 26 άρθρο 52A(1) “Ο ισολογισμός των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, που δημοσιοποιείται στο πλαίσιο της έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 52 ή ο ισολογισμός που δημοσιοποιείται στο πλαίσιο της ενιαίας έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 295 υπόκειται σε έλεγχο.”

    Συμφωνούμε με την υιοθέτηση της διακριτικής ευχέρειας (σημείο (26) άρθρο 51α(2) της Οδηγίας) για την επέκταση της απαίτησης ελέγχου. Ουδέν σχόλιο.

    2. Σημείο 26 άρθρο 52A(2) “Ο Έφορος δύναται με Οδηγίες να επεκτείνει το εύρος της απαίτησης του ελέγχου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) σε άλλα στοιχεία της έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση.”

    Συμφωνούμε με την υιοθέτηση της διακριτικής ευχέρειας (σημείο (26) άρθρο 51α(3)) για την επέκταση του εύρους ελέγχου. Ωστόσο, εισηγούμαστε όπως το εύρος των εργασιών ελέγχου διατηρηθεί ως έχει, σύμφωνα με τις ισχύουσες Οδηγίες.

    3. Σημείο 53 άρθρο 129(5) “Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα την επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 83, μόνο εάν: (α) η μέθοδος συνεκτίμησης της επίδρασης των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας για νόμισμα δεν λαμβάνει υπόψη ούτε την προσαρμογή του διορθωμένου για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ανά επιχείρηση δυνάμει του εδαφίου (1Γ) του άρθρου 83 ούτε, στην περίπτωση του ευρώ, την ενδεχόμενη αύξηση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας μέσω προσαρμογής λόγω μακροοικονομικής μεταβλητότητας δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 83· (β) οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας δεν είναι χαμηλότερες από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: (i) τις θεωρητικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που υπολογίζονται ως κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, με τη διαφορά ότι η επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται από την ΕΑΑΕΣ για τους σκοπούς της δημοσίευσης των τεχνικών πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 77ε παράγραφος 1 στοιχείο γ) της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ· (ii) τις θεωρητικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που υπολογίζονται σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) , με τη διαφορά ότι το αντιπροσωπευτικό χαρτοφυλάκιο για νόμισμα που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδάφιου (2) του άρθρου 83 προσδιορίζεται με βάση τα στοιχεία ενεργητικού στα οποία επενδύει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, και όχι με βάση τα στοιχεία ενεργητικού όλων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με ασφαλιστικές αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στο εν λόγω νόμισμα: ή Νοείται ότι για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (i) της παραγράφου (β), ο προσδιορισμός του αντιπροσωπευτικού χαρτοφυλακίου για ένα συγκεκριμένο νόμισμα βασίζεται στα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης που εκφράζονται στο εν λόγω νόμισμα και χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων στο εν λόγω νόμισμα.”

    Δεν θα εκφέρουμε άποψη αναφορικά με την συγκεκριμένη διακριτική ευχέρεια (σημείο (53) άρθρο 122(5)) γιατί είναι ειδικότητα των αναλογιστών.

    Άλλα σχόλια
    4. Σημείο 2 άρθρο 2 “νόμιμος ελεγκτής” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το εδάφιο (1) του άρθρου 2 του περί Ελεγκτών Νόμου∙
    “ελεγκτικό γραφείο” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το εδάφιο (1) του άρθρου 2 του περί Ελεγκτών Νόμου∙

    Προτείνουμε αντικατάσταση της αναφοράς στον «περί Ελεγκτών Νόμου» με την πλήρη αναφορά στον «Περί Ελεγκτών Νόμος 53(Ι)/2017, ως εκάστοτε τροποποιείται». Περαιτέρω, θεωρούμε ότι οποιαδήποτε αναφορά στον περί Ελεγκτών Νόμο που περιλαμβάνεται στον «Περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2016 (38(Ι)/2016)» θα πρέπει να αντικατασταθεί με την αναφορά στον «Περί Ελεγκτών Νόμο 53(Ι)/2017, ως εκάστοτε τροποποιείται», για σκοπούς σαφήνειας και επικαιροποίησης της νομοθεσίας.

    5. Σημείο 26 άρθρο 52(Β)(2) «Τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στις πληροφορίες που υποβάλλονται από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 38, για τη δεύτερη τριμηνία του οικονομικού έτους, ελέγχονται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο και υποβάλλεται σχετική έκθεση:Νοείται ότι, ο Έφορος δύναται να ζητά όπως ο πιο πάνω έλεγχος διενεργείται και για την τέταρτη τριμηνία του οικονομικού έτους.».

    Αναφορικά με το εύρος του ελέγχου επί των ποσοτικών υποδειγμάτων Φερεγγυότητας ΙΙ για τη δεύτερη τριμηνία του οικονομικού έτους (και τέταρτη τριμηνία σε περίπτωση που ισχύει), εισηγούμαστε όπως εξαιρούνται από το εύρος των εργασιών τα ποσοτικά υποδείγματα S.06.02.01 – Κατάλογος περιουσιακών στοιχείων και S.06.02.04 – Κατάλογος περιουσιακών στοιχείων για ομίλους εταιρειών, όπως ίσχυε προηγουμένως.

    Επιπροσθέτως, εισηγούμαστε το εύρος του ελέγχου για το ποσοτικό υπόδειγμα S.02.01.02 – Ισολογισμός παραμένει όπως αναφέρονται στην Τεχνική Εγκύκλιο 7/2023 του ΣΕΛΚ, δηλαδή να περιλαμβάνει τις γραμμές R0030–R0260, R0350–R0360 και R0380–R0420, και αντίστοιχα τις ίδιες γραμμές σε επίπεδο συγκροτήματος.

    Επίσης, η διατύπωση δεν προσδιορίζει ρητά ότι πρόκειται για τον ίδιο ελεγκτή που διενεργεί τον έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. Προτείνεται όπως διευκρινιστεί ρητά ότι ο έλεγχος διενεργείται από τον ίδιο νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που έχει διοριστεί για τον έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ώστε να διασφαλίζεται η ενιαία εποπτική προσέγγιση και η συνέπεια στον ελεγκτικό χειρισμό.

    6. Σημείο 12 Άρθρο 33Β(3)(γ) «η επιχείρηση αντιπροσωπεύει πάνω από το 5% της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Ζωής ή, κατά περίπτωση, της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Γενικής Φύσεως της Δημοκρατίας, όπου, σύμφωνα με την πρώτη επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 38Α το μερίδιο αγοράς της ασφάλισης Ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις και το μερίδιο της ασφάλισης Γενικής Φύσεως βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα.»

    Δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο θα εφαρμοστεί το συγκεκριμένο κριτήριο στην πράξη και ποια θα είναι η διαδικασία απόρριψης ή ένταξης βάσει αυτού. Επίσης, επισημαίνεται η ανάγκη διευκρίνισης ως προς τα στατιστικά στοιχεία που θα χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του 5%.

    7. Σημείο 12 Άρθρο 33Β(6)(β)+(γ) «(β) Σε περίπτωση που μια μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση δεν συμμορφώνεται πλέον με οποιοδήποτε από τα κριτήρια που καθορίζονται στα εδάφια (1) έως (3) του άρθρου 33Α, ενημερώνει αμελλητί τον Έφορο.
    (γ) Εάν η εν λόγω μη συμμόρφωση εξακολουθεί να υφίσταται ακατάπαυστα επί δύο συνεχή έτη, η επιχείρηση ενημερώνει τον Έφορο σχετικά και παύει να ταξινομείται ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση από το επόμενο οικονομικό έτος.»

    Eπισημαίνεται η ανάγκη διευκρίνισης ως προς τη συχνότητα με την οποία η επιχείρηση οφείλει να ελέγχει εσωτερικά εάν εξακολουθεί να πληρεί τα κριτήρια ταξινόμησής της ώστε να είναι σε θέση να ενημερώσει αμελλητί τον Έφορο.

    8. Σημείο 12 Άρθρο 33Δ(4) «Όσον αφορά τα αιτήματα που λαμβάνονται από τον Έφορο πριν από την 31 Ιουλίου 2027, η περίοδος που αναφέρεται στο εδάφιο (2) ορίζεται σε τέσσερις μήνες.»

    Eπισημαίνεται η ανάγκη διευκρίνισης ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των αιτήσεων που υποβάλλονται πριν από τις 31 Ιουλίου 2027, για τις οποίες η εποπτική αρχή διαθέτει προθεσμία τεσσάρων μηνών για αξιολόγηση. Συγκεκριμένα, δεν είναι σαφές ποιο καθεστώς διέπει την επιχείρηση κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης. Δηλαδή εάν η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρηθεί ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση μέχρι την επίσημη έγκριση από τον Έφορο και συνεπώς δεν μπορεί να επωφεληθεί από τα μέτρα αναλογικότητας κατά την διάρκεια της περιόδου.

  2. Διακριτικές ευχέρειες
    1. Σημείο 26 άρθρο 52A(1) “Ο ισολογισμός των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, που δημοσιοποιείται στο πλαίσιο της έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 52 ή ο ισολογισμός που δημοσιοποιείται στο πλαίσιο της ενιαίας έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 295 υπόκειται σε έλεγχο.”

    Συμφωνούμε με την υιοθέτηση της διακριτικής ευχέρειας (σημείο (26) άρθρο 51α(2) της Οδηγίας) για την επέκταση της απαίτησης ελέγχου. Ουδέν σχόλιο.

    2. Σημείο 26 άρθρο 52A(2) “Ο Έφορος δύναται με Οδηγίες να επεκτείνει το εύρος της απαίτησης του ελέγχου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) σε άλλα στοιχεία της έκθεσης για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση.”

    Συμφωνούμε με την υιοθέτηση της διακριτικής ευχέρειας (σημείο (26) άρθρο 51α(3)) για την επέκταση του εύρους ελέγχου. Ωστόσο, εισηγούμαστε όπως το εύρος των εργασιών ελέγχου διατηρηθεί ως έχει, σύμφωνα με τις ισχύουσες Οδηγίες.

    3. Σημείο 53 άρθρο 129(5) “Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα την επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 83, μόνο εάν: (α) η μέθοδος συνεκτίμησης της επίδρασης των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας για νόμισμα δεν λαμβάνει υπόψη ούτε την προσαρμογή του διορθωμένου για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ανά επιχείρηση δυνάμει του εδαφίου (1Γ) του άρθρου 83 ούτε, στην περίπτωση του ευρώ, την ενδεχόμενη αύξηση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας μέσω προσαρμογής λόγω μακροοικονομικής μεταβλητότητας δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 83· (β) οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας δεν είναι χαμηλότερες από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: (i) τις θεωρητικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που υπολογίζονται ως κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, με τη διαφορά ότι η επίδραση των διακυμάνσεων των πιστωτικών περιθωρίων στην προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται από την ΕΑΑΕΣ για τους σκοπούς της δημοσίευσης των τεχνικών πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 77ε παράγραφος 1 στοιχείο γ) της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ· (ii) τις θεωρητικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που υπολογίζονται σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) , με τη διαφορά ότι το αντιπροσωπευτικό χαρτοφυλάκιο για νόμισμα που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδάφιου (2) του άρθρου 83 προσδιορίζεται με βάση τα στοιχεία ενεργητικού στα οποία επενδύει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, και όχι με βάση τα στοιχεία ενεργητικού όλων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με ασφαλιστικές αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στο εν λόγω νόμισμα: ή Νοείται ότι για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (i) της παραγράφου (β), ο προσδιορισμός του αντιπροσωπευτικού χαρτοφυλακίου για ένα συγκεκριμένο νόμισμα βασίζεται στα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης που εκφράζονται στο εν λόγω νόμισμα και χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων στο εν λόγω νόμισμα.”

    Δεν θα εκφέρουμε άποψη αναφορικά με την συγκεκριμένη διακριτική ευχέρεια (σημείο (53) άρθρο 122(5)) γιατί είναι ειδικότητα των αναλογιστών.

    Άλλα σχόλια
    4. Σημείο 2 άρθρο 2 “νόμιμος ελεγκτής” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το εδάφιο (1) του άρθρου 2 του περί Ελεγκτών Νόμου∙
    “ελεγκτικό γραφείο” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το εδάφιο (1) του άρθρου 2 του περί Ελεγκτών Νόμου∙

    Προτείνουμε αντικατάσταση της αναφοράς στον «περί Ελεγκτών Νόμου» με την πλήρη αναφορά στον «Περί Ελεγκτών Νόμος 53(Ι)/2017, ως εκάστοτε τροποποιείται». Περαιτέρω, θεωρούμε ότι οποιαδήποτε αναφορά στον περί Ελεγκτών Νόμο που περιλαμβάνεται στον «Περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2016 (38(Ι)/2016)» θα πρέπει να αντικατασταθεί με την αναφορά στον «Περί Ελεγκτών Νόμο 53(Ι)/2017, ως εκάστοτε τροποποιείται», για σκοπούς σαφήνειας και επικαιροποίησης της νομοθεσίας.

    5. Σημείο 26 άρθρο 52(Β)(2) «Τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στις πληροφορίες που υποβάλλονται από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 38, για τη δεύτερη τριμηνία του οικονομικού έτους, ελέγχονται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο και υποβάλλεται σχετική έκθεση:Νοείται ότι, ο Έφορος δύναται να ζητά όπως ο πιο πάνω έλεγχος διενεργείται και για την τέταρτη τριμηνία του οικονομικού έτους.».

    Αναφορικά με το εύρος του ελέγχου επί των ποσοτικών υποδειγμάτων Φερεγγυότητας ΙΙ για τη δεύτερη τριμηνία του οικονομικού έτους (και τέταρτη τριμηνία σε περίπτωση που ισχύει), εισηγούμαστε όπως εξαιρούνται από το εύρος των εργασιών τα ποσοτικά υποδείγματα S.06.02.01 – Κατάλογος περιουσιακών στοιχείων και S.06.02.04 – Κατάλογος περιουσιακών στοιχείων για ομίλους εταιρειών, όπως ίσχυε προηγουμένως.

    Επιπροσθέτως, εισηγούμαστε το εύρος του ελέγχου για το ποσοτικό υπόδειγμα S.02.01.02 – Ισολογισμός παραμένει όπως αναφέρονται στην Τεχνική Εγκύκλιο 7/2023 του ΣΕΛΚ, δηλαδή να περιλαμβάνει τις γραμμές R0030–R0260, R0350–R0360 και R0380–R0420, και αντίστοιχα τις ίδιες γραμμές σε επίπεδο συγκροτήματος.

    Επίσης, η διατύπωση δεν προσδιορίζει ρητά ότι πρόκειται για τον ίδιο ελεγκτή που διενεργεί τον έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. Προτείνεται όπως διευκρινιστεί ρητά ότι ο έλεγχος διενεργείται από τον ίδιο νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που έχει διοριστεί για τον έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ώστε να διασφαλίζεται η ενιαία εποπτική προσέγγιση και η συνέπεια στον ελεγκτικό χειρισμό.

    6. Σημείο 12 Άρθρο 33Β(3)(γ) «η επιχείρηση αντιπροσωπεύει πάνω από το 5% της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Ζωής ή, κατά περίπτωση, της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Γενικής Φύσεως της Δημοκρατίας, όπου, σύμφωνα με την πρώτη επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 38Α το μερίδιο αγοράς της ασφάλισης Ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις και το μερίδιο της ασφάλισης Γενικής Φύσεως βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα.»

    Δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο θα εφαρμοστεί το συγκεκριμένο κριτήριο στην πράξη και ποια θα είναι η διαδικασία απόρριψης ή ένταξης βάσει αυτού. Επίσης, επισημαίνεται η ανάγκη διευκρίνισης ως προς τα στατιστικά στοιχεία που θα χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του 5%.

    7. Σημείο 12 Άρθρο 33Β(6)(β)+(γ) «(β) Σε περίπτωση που μια μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση δεν συμμορφώνεται πλέον με οποιοδήποτε από τα κριτήρια που καθορίζονται στα εδάφια (1) έως (3) του άρθρου 33Α, ενημερώνει αμελλητί τον Έφορο.
    (γ) Εάν η εν λόγω μη συμμόρφωση εξακολουθεί να υφίσταται ακατάπαυστα επί δύο συνεχή έτη, η επιχείρηση ενημερώνει τον Έφορο σχετικά και παύει να ταξινομείται ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση από το επόμενο οικονομικό έτος.»

    Eπισημαίνεται η ανάγκη διευκρίνισης ως προς τη συχνότητα με την οποία η επιχείρηση οφείλει να ελέγχει εσωτερικά εάν εξακολουθεί να πληρεί τα κριτήρια ταξινόμησής της ώστε να είναι σε θέση να ενημερώσει αμελλητί τον Έφορο.

    8. Σημείο 12 Άρθρο 33Δ(4) «Όσον αφορά τα αιτήματα που λαμβάνονται από τον Έφορο πριν από την 31 Ιουλίου 2027, η περίοδος που αναφέρεται στο εδάφιο (2) ορίζεται σε τέσσερις μήνες.»

    Eπισημαίνεται η ανάγκη διευκρίνισης ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των αιτήσεων που υποβάλλονται πριν από τις 31 Ιουλίου 2027, για τις οποίες η εποπτική αρχή διαθέτει προθεσμία τεσσάρων μηνών για αξιολόγηση. Συγκεκριμένα, δεν είναι σαφές ποιο καθεστώς διέπει την επιχείρηση κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης. Δηλαδή εάν η επιχείρηση δεν δύναται να θεωρηθεί ως μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση μέχρι την επίσημη έγκριση από τον Έφορο και συνεπώς δεν μπορεί να επωφεληθεί από τα μέτρα αναλογικότητας κατά την διάρκεια της περιόδου.

  3. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ (ΠΣΕΑΔ)
    ΘΕΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΥΠΟ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
    για την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/2
    (Αναθεώρηση Πλαισίου Φερεγγυότητας ΙΙ — Solvency II

    1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
    Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Επαγγελματιών Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών (ΠΣΕΑΔ) καταθέτει τις παρούσες θέσεις στο πλαίσιο της διαβούλευσης για το νομοσχέδιο ενσωμάτωσης της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/2. Το αναθεωρημένο πλαίσιο Φερεγγυότητας ΙΙ εισάγει σημαντικές αλλαγές που, παρότι απευθύνονται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, έχουν άμεσες και μετρήσιμες επιπτώσεις στον τρόπο που οργανώνεται και λειτουργεί η ασφαλιστική διαμεσολάβηση στην Κύπρο. Οι θέσεις που ακολουθούν εστιάζουν αποκλειστικά σε αυτή τη διάσταση.

    Ο ΠΣΕΑΔ αναγνωρίζει τη σημασία της ενίσχυσης της ανθεκτικότητας και της εποπτείας του ασφαλιστικού τομέα, και θεωρεί ότι η επιτυχής εφαρμογή του αναθεωρημένου πλαισίου εξαρτάται επίσης από την ομοιόμορφη και προβλέψιμη εφαρμογή του στο σύνολο των συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένου του δικτύου διανομής.

    2. ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
    Η αρχή της αναλογικότητας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του ενωσιακού δικαίου που δεσμεύει τόσο τα θεσμικά όργανα της ΕΕ όσο και τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Η αρχή αυτή διατρέχει ρητά και το σύνολο του πλαισίου Φερεγγυότητας ΙΙ.

    Σύμφωνα με την αρχή αυτή, κάθε μέτρο που λαμβάνεται για την επίτευξη θεμιτού κανονιστικού σκοπού πρέπει να είναι κατάλληλο, αναγκαίο και αναλογικό. Η εποπτική κοινότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει αναγνωρίσει ότι η εφαρμογή της αρχής αυτής υπήρξε ανομοιόμορφη ανά κράτος μέλος κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής του Solvency II, γεγονός που αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους της παρούσας αναθεώρησης.

    Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές αποτελούν αδειοδοτημένα και εποπτευόμενα πρόσωπα βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Ωστόσο, δεν αποτελούν αποδέκτες των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις δυνάμει του πλαισίου Φερεγγυότητας ΙΙ.

    3. Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΣΤΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ
    Παρότι οι διαμεσολαβητές δεν αποτελούν αποδέκτες των υποχρεώσεων του πλαισίου Φερεγγυότητας ΙΙ, η εφαρμογή του στην πράξη επηρεάζει τις συμβατικές, οργανωτικές και λειτουργικές σχέσεις μεταξύ ασφαλιστικών επιχειρήσεων και δικτύων διανομής.

    Το αναθεωρημένο πλαίσιο εισάγει ρητή εποπτική διάσταση στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστικών επιχειρήσεων και δικτύων διανομής τους. Η εποπτική αρχή καλείται να παρακολουθεί ορισμένες πτυχές αυτών των σχέσεων στο πλαίσιο της ευρύτερης αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

    Ο ΠΣΕΑΔ θεωρεί ότι αυτή ακριβώς η νέα διάσταση καθιστά αναγκαία την παροχή σαφούς εποπτικής καθοδήγησης — όχι για τον περιορισμό της ελευθερίας των συμβάσεων, αλλά για τον καθορισμό του εποπτικού πλαισίου εντός του οποίου οι συμβατικές αυτές σχέσεις αξιολογούνται.

    Ο ΠΣΕΑΔ αναγνωρίζει πλήρως ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους κινδύνους που συνδέονται με τα δίκτυα διανομής τους, τις σχέσεις με τρίτα πρόσωπα και τις εξωτερικές εξαρτήσεις που ενδέχεται να επηρεάζουν τη λειτουργική τους ανθεκτικότητα και τη συμμόρφωσή τους με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο.
    Ταυτόχρονα, η αναγκαιότητα ενός μέτρου δεν ταυτίζεται αυτόματα με οτιδήποτε κρίνεται επιχειρησιακά επιθυμητό. Κάθε απαίτηση θα πρέπει να αξιολογείται σε συνάρτηση με τον συγκεκριμένο κίνδυνο που επιδιώκεται να αντιμετωπιστεί και να μπορεί να τεκμηριωθεί με αναφορά σε συγκεκριμένο κανονιστικό στόχο.

    Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων διαμεσολάβησης. Αυτές διαθέτουν διαφορετική οργανωτική δομή, ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους από εκείνους μεγάλων ασφαλιστικών ομίλων. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της έκτασης απαιτήσεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε κατηγορίας επαγγελματιών.

    4. Η ΑΝΑΓΚΗ ΕΠΟΠΤΙΚΗΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗΣ
    Ο ΠΣΕΑΔ θεωρεί ότι η παροχή σαφούς εποπτικής καθοδήγησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους εφαρμογής σημαντικών κανονιστικών μεταρρυθμίσεων που επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ εποπτευόμενων επιχειρήσεων και συνεργαζόμενων επαγγελματιών. Η ύπαρξη κοινών σημείων αναφοράς συμβάλλει στην προβλεψιμότητα, στη συνεπή εφαρμογή της νομοθεσίας, στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και στη διατήρηση ισότιμων συνθηκών μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά.

    Ο ΠΣΕΑΔ αναγνωρίζει ότι οι αρχές της αναλογικότητας, της αιτιολόγησης και της ασφάλειας δικαίου αποτελούν ήδη μέρος του ισχύοντος ενωσιακού και εθνικού νομικού πλαισίου. Ωστόσο, η πρακτική εμπειρία από την εφαρμογή σημαντικών κανονιστικών μεταρρυθμίσεων καταδεικνύει ότι η ύπαρξη γενικών αρχών δεν αποκλείει την εμφάνιση αποκλινουσών ερμηνειών κατά την εφαρμογή τους.

    Η ανάγκη παροχής εποπτικής καθοδήγησης σε περιόδους εφαρμογής σημαντικών κανονιστικών μεταρρυθμίσεων επιβεβαιώνεται και από την ευρωπαϊκή κανονιστική πρακτική. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η εφαρμογή του GDPR, της IDD κλπ στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν κατευθυντήριες γραμμές, ερμηνευτικές ανακοινώσεις και τεχνικά πρότυπα — παρά την ύπαρξη ήδη δεσμευτικών νομοθετικών διατάξεων — ακριβώς για σκοπούς ενίσχυσης της ασφάλειας δικαίου και της ομοιόμορφης εφαρμογής.

    5. ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ
    Οι πιο κάτω εισηγήσεις υποβάλλονται προληπτικά και στο πλαίσιο της ορθής προετοιμασίας της αγοράς ενόψει της εφαρμογής του νέου πλαισίου. Δεν αφορούν τον έλεγχο του περιεχομένου ιδιωτικών συμβάσεων ούτε τη ρύθμιση εμπορικών όρων συνεργασίας, αλλά αποκλειστικά την παροχή εποπτικής καθοδήγησης ως προς τον τρόπο εφαρμογής των νέων κανονιστικών απαιτήσεων.

    1. Έκδοση εγκυκλίου από τον Έφορο Ασφαλίσεων που να διευκρινίζει τις προσδοκίες της εποπτικής αρχής αναφορικά με τον τρόπο που οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις τεκμηριώνουν και αιτιολογούν τυχόν απαιτήσεις που απορρέουν από το νέο κανονιστικό πλαίσιο και απευθύνονται σε συνεργαζόμενους διαμεσολαβητές. Η εγκύκλιος θα πρέπει να διευκρινίζει ότι κάθε τέτοια απαίτηση πρέπει να συνδέεται αντικειμενικά και τεκμηριωμένα με συγκεκριμένο κανονιστικό στόχο.

    2. Δημιουργία ετήσιου διαύλου διαβούλευσης μεταξύ της εποπτικής αρχής, των αντιπροσωπευτικών φορέων ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των αντιπροσωπευτικών φορέων διαμεσολαβητών, με σκοπό την έγκαιρη ανάδειξη πρακτικών ζητημάτων κατά τη μεταβατική περίοδο. Το μοντέλο αυτό εφαρμόστηκε με επιτυχία σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της IDD και του DORA.

    3. Ενσωμάτωση στις εργασίες προσαρμογής της αγοράς ενός στοιχείου αξιολόγησης αντίκτυπου στους διαμεσολαβητές, πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, ώστε να εντοπιστούν έγκαιρα περιπτώσεις δυσανάλογης εφαρμογής και να παρέχεται η δυνατότητα διορθωτικής παρέμβασης εντός του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου.

    6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
    Η παροχή σαφούς εποπτικής καθοδήγησης δεν αποσκοπεί στη δημιουργία νέων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ούτε στην τροποποίηση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου. Αποσκοπεί στη διασφάλιση ότι η εφαρμογή των νέων κανονιστικών απαιτήσεων θα πραγματοποιείται κατά τρόπο προβλέψιμο, συνεπή και συμβατό με τις αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, προς όφελος της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς στο σύνολό της.

    Ο ΠΣΕΑΔ είναι διαθέσιμος να συνεισφέρει στις εργασίες εφαρμογής του νέου πλαισίου, τόσο σε επίπεδο παροχής πρακτικής πληροφόρησης από την αγορά όσο και σε επίπεδο συμμετοχής σε τυχόν διαβουλεύσεις για την κατάρτιση εποπτικής καθοδήγησης. Η εμπειρία των διαμεσολαβητών από το πεδίο αποτελεί χρήσιμη πηγή για τη διάγνωση πρακτικών ζητημάτων πριν αυτά λάβουν διαστάσεις.

  4. Θέσεις Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου (ΣΑΕΚ) σχετικά με το Νομοσχέδιο με τίτλο «ο περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026».

    Ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου (ΣΑΕΚ) υποβάλλει τις ακόλουθες παρατηρήσεις και εισηγήσεις με σκοπό τη βελτίωση της νομικής σαφήνειας, και της αποτελεσματικής εφαρμογής του αναθεωρημένου πλαισίου Solvency II.

    Ο ΣΑΕΚ υποστηρίζει τους στόχους της αναθεώρησης της Οδηγίας Solvency II και ζητά την εξέταση των πιο κάτω παρατηρήσεων και την παροχή απαντήσεων επί εκάστου σημείου στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης.

    Αναλυτικές Θέσεις και Εισηγήσεις
    (Άρθρα τροποποιητικού εναρμονιστικού Νομοσχεδίου)

    1. Άρθρο 12
    Να διευκρινιστεί η αναφορά σε εισπρακτέα από διαμεσολαβητές, δεδομένου των ισχυουσών απαιτήσεων των Οδηγιών σχετικά με την είσπραξη και απόδοση ασφαλίστρων.
    Να διευκρινιστεί εάν επιχείρηση ταξινομείται ως μικρή και μη πολύπλοκη μετά τη λήξη της δίμηνης περιόδου απόφασης εκ μέρους του Έφορου (ελλείψει απόφασης), ακόμη και αν δεν πληροί τα σχετικά κριτήρια.

    2. Άρθρο 14
    Να αντικατασταθεί ο όρος «εξαρτημένες» με τον όρο «δέσμιες» (captive) όπως προνοείται στη συγκεκριμένη Οδηγία.

    Στο ίδιο εδάφιο προβλέπεται ότι, για τις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις, η σχετική υποχρέωση διενεργείται κάθε τρία έτη ή, κατόπιν έγκρισης του Εφόρου, έως κάθε πέντε έτη, εισηγούμαστε να διευκρινιστούν τα κριτήρια και η διαδικασία βάσει των οποίων ο Έφορος θα επιτρέπει την εφαρμογή της πενταετούς περιόδου. Η παροχή σχετικής καθοδήγησης θα διασφαλίσει συνεπή εφαρμογή και θα επιτρέψει στις επηρεαζόμενες επιχειρήσεις να αξιολογούν εκ των προτέρων κατά πόσο δύνανται να επωφεληθούν από το μέτρο αναλογικότητας.

    Είναι θέση μας ότι η συχνότητα της τακτικής εποπτικής αναφοράς για τις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις θα μπορούσε να είναι κάθε πέντε έτη και εάν κριθεί αναγκαίο να απαιτεί ο Έφορος να υποβάλλεται συχνότερα, π.χ. κάθε τρία έτη.

    3. Άρθρο 17

    Να δοθεί καθοδήγηση για τις περιπτώσεις σημαντικής απόκλισης από τις παραδοχές της Standard Formula (SF). Υπάρχει πρόβλεψη για περαιτέρω καθοδήγηση ή διευκρίνιση σχετικά με τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογείται ότι το προφίλ κινδύνου μιας επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές της SF, για σκοπούς επιβολής πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης;

    4. Άρθρο 19

    Να διορθωθεί η αρίθμηση των εδαφίων μετά την αντικατάσταση του άρθρου 43(3)(β). Το 43(3)(β) αντικαθιστά και το 43(4) του βασικού νόμου και άρα πρέπει να αλλάξει η αρίθμηση των 43(5)-(8).

    5. Άρθρο 23

    Να διευκρινιστεί η έννοια της σημαντικής έκθεσης σε κινδύνους από την κλιματική αλλαγή. Αναφορικά με τη διατύπωση «εάν η οικεία επιχείρηση παρουσιάζει σημαντική έκθεση σε κινδύνους από την κλιματική αλλαγή», εισηγούμαστε να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο θα αξιολογείται η σημαντικότητα της έκθεσης. Ειδικότερα, θα ήταν χρήσιμο να παρασχεθούν κριτήρια, ενδεικτικά όρια ή κατευθυντήριες γραμμές, ώστε οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις να εφαρμόζουν συνεπή και αναλογική προσέγγιση κατά την αξιολόγηση των κλιματικών κινδύνων.

    Να εκδοθούν κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των σεναρίων κλιματικής αλλαγής. Είναι απαραίτητο ο Έφορος να παρέχει σαφείς και συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού των δύο σεναρίων κλιματικής αλλαγής από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Η προσέγγιση θα πρέπει να είναι πρακτική και να διασφαλίζει την εφαρμογή ενιαίας μεθοδολογίας από όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες, ώστε τα αποτελέσματα να είναι συγκρίσιμα και συνεπή.

    6. Άρθρο 26

    Να διευκρινιστεί η εφαρμογή της υποχρέωσης ελέγχου SFCR σε σχέση με τις εξαιρέσεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας (51Α) για μικρές και μη πολύπλοκες και δέσμιες επιχειρήσεις. Το προτεινόμενο άρθρο φαίνεται να επιβάλλει έλεγχο του ισολογισμού που δημοσιοποιείται στην έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης σε όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Οδηγία (51A) εξαιρεί καταρχήν τις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις και τις δέσμιες ασφαλιστικές/αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να επεκτείνουν την υποχρέωση μόνο ως εθνική επιλογή (“For insurance and reinsurance undertakings other than small and non-complex undertakings and captive insurance undertakings and captive reinsurance undertakings,”).

    Θέση του ΣΑΕΚ είναι ότι η εθνική νομοθεσία θα πρέπει να ακολουθήσει το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας χωρίς επέκταση των σχετικών υποχρεώσεων. Ως εκ τούτου, εισηγούμαστε όπως διατηρηθούν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην Οδηγία και να μην επιβληθεί υποχρέωση ελέγχου του ισολογισμού της SFCR στις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις και στις δέσμιες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η υιοθέτηση πρόσθετων απαιτήσεων πέραν του ευρωπαϊκού πλαισίου θα συνεπαγόταν δυσανάλογη κανονιστική και οικονομική επιβάρυνση χωρίς να προκύπτει σχετική υποχρέωση από την Οδηγία.

    Σε σχέση με την ταξινόμηση και την εφαρμογή των μέτρων αναλογικότητας για τις μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις, εισηγούμαστε να εξεταστεί η έκδοση τυποποιημένου υποδείγματος γνωστοποίησης ή αίτησης από τον Έφορο. Ένα τέτοιο υπόδειγμα θα μπορούσε να καθορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες και τα υποστηρικτικά στοιχεία, διευκολύνοντας την ομοιόμορφη εφαρμογή του πλαισίου, μειώνοντας τον διοικητικό φόρτο και για τις επιχειρήσεις και για την εποπτική αρχή.

    7. Άρθρο 29

    Να επιβεβαιωθεί κατά πόσο απαιτείται η διαγραφή του συνδέσμου «και».

    8. Άρθρο 32

    Να εξεταστεί η λεκτική διόρθωση σε «κατάστασης αυτής».

    9. Άρθρο 50

    Να διευκρινιστούν τα simplifications που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη Standard Formula.

    10. Άρθρο 57

    Να εφαρμοστεί ομοιόμορφα η αντικατάσταση του ακρωνυμίου EIOPA στο νομοσχέδιο σύμφωνα με την Οδηγία.

    11. Άρθρο 61

    Να διορθωθεί η αναφορά σε αντασφ(α)λιστικές επιχειρήσεις.
    Να επιβεβαιωθεί ότι προηγείται αξιολόγηση κινδύνου και διορθωτικών ενεργειών πριν από την επιβολή μέτρων.
    Να καθοριστούν κριτήρια ενεργοποίησης, διαδικασία επικοινωνίας και αρχές αναλογικότητας. Αναφορικά με τις νέες εξουσίες του Εφόρου για περιορισμό μερισμάτων, μεταβλητών αμοιβών, εξαγορών ιδίων κεφαλαίων ή δικαιωμάτων εξαγοράς ασφαλιστηρίων, εισηγούμαστε να καθοριστούν εκ των προτέρων τα βασικά κριτήρια ενεργοποίησης, η διαδικασία επικοινωνίας με την επηρεαζόμενη επιχείρηση, οι περίοδοι επανεξέτασης και οι αρχές αναλογικότητας. Η σαφήνεια αυτή είναι σημαντική, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να ενσωματώσουν πιθανές εποπτικές παρεμβάσεις στον κεφαλαιακό και επιχειρηματικό τους σχεδιασμό.

    Να δοθούν σαφείς παράμετροι για τον χαρακτηρισμό έκτακτων κλυδωνισμών και ευάλωτου προφίλ κινδύνου. Να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα σε έκτακτους κλυδωνισμούς εφαρμόζονται κατόπιν εποπτικής αξιολόγησης και αναλογικότητας. Εισηγούμαστε όπως η διατύπωση επανεξεταστεί ώστε να διασφαλίζεται ότι τα μέτρα εφαρμόζονται κατόπιν εποπτικής αξιολόγησης, με βάση την αναλογικότητα και τις ειδικές περιστάσεις κάθε επιχείρησης, και όχι αυτοματοποιημένα σε κάθε περίπτωση έκτακτου κλυδωνισμού.

    Η παρουσία αυτών των παραμέτρων θα ενισχύσει τη διαφάνεια, διευκολύνοντας τις επιχειρήσεις στην αξιολόγηση των σχετικών εποπτικών προσδοκιών και στην έγκαιρη λήψη κατάλληλων μέτρων διαχείρισης κινδύνων.

    Να διευκρινιστεί η πρακτική εφαρμογή του άρθρου και οι απαιτήσεις αιτιολόγησης. Θα υπάρχει επίσημο αιτιολογημένο αίτημα ανά επιχείρηση; Επίσης, να διευκρινιστεί πως θα εφαρμοστεί το εν λόγω άρθρο κατά την πρώτη εφαρμογή του τροποποιημένου νόμου.

    12. Άρθρο 62

    Να εξεταστεί η διαγραφή του όρου «γενικός αντιπρόσωπος» που έχει επέλθει στο νομοσχέδιο δεδομένου ότι παραμένουν μεταγενέστερες αναφορές σε αυτόν.

    13. Άρθρο 76

    Να επιβεβαιωθεί η ορθότητα των παραπομπών σχετικά με τον προσδιορισμό ομίλου. Στο προτεινόμενο άρθρο 76 που τροποποιεί το άρθρο 252 του βασικού νόμου, γίνεται αρχικά αναφορά σε όμιλο που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 250. Στη συνέχεια, όμως, γίνεται αναφορά σε όμιλο που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 251. Δεδομένου ότι το άρθρο 250 φαίνεται να αντιστοιχεί στις διατάξεις της Οδηγίας περί προσδιορισμού ομίλου, να επιβεβαιωθεί κατά πόσο η δεύτερη παραπομπή θα πρέπει επίσης να είναι στο άρθρο 250.

    14. Άρθρο 93

    Να διορθωθούν οι παραπομπές ώστε να περιλαμβάνονται τα άρθρα 157Β και 157Γ. Το Άρθρο 246(Β) της Οδηγίας προβλέπει ότι τα άρθρα 144Β και 144Γ εφαρμόζονται κατ’ αναλογία σε επίπεδο ομίλου. Τα αντίστοιχα άρθρα του κυπριακού νομοσχεδίου φαίνεται να είναι τα άρθρα 157Β και 157Γ. Ωστόσο, το προτεινόμενο άρθρο 285Β αναφέρεται στα άρθρα 157Α και 157Β. Εισηγούμαστε όπως η παραπομπή διορθωθεί σε 157Β και 157Γ, ώστε να περιλαμβάνονται οι εξουσίες για ευπάθειες ρευστότητας και έκτακτους κλυδωνισμούς σε ολόκληρο τον τομέα, όπως απαιτεί η Οδηγία.

    15. Άρθρο 97

    Να διευκρινιστεί η αναφορά στο άρθρο 52Α(6). Το προτεινόμενο άρθρο 296Β(3) αναφέρεται στην έκθεση που προβλέπεται στο «άρθρο 52Α παράγραφος 6». Ωστόσο, το άρθρο 52Α του νομοσχεδίου, όπως εμφανίζεται στο κείμενο, δεν φαίνεται να περιλαμβάνει εδάφιο (6). Εισηγούμαστε να διορθωθεί η παραπομπή ή να συμπληρωθεί κατάλληλα το άρθρο 52Α, ώστε η διάταξη περί ελέγχου της ενιαίας έκθεσης σε επίπεδο ομίλου να είναι εφαρμόσιμη και νομικά σαφής.

    Να διορθωθούν οι παραπομπές ώστε να εφαρμόζονται τα μέτρα αναλογικότητας σε μικρούς ομίλους. Το άρθρο 296Α(1)(α) παραπέμπει στην παράγραφο (α) του άρθρου 38(5Α) και στην υποπαράγραφο (i) της ίδιας παραγράφου. Ωστόσο, η ειδική μειωμένη συχνότητα υποβολής για μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις φαίνεται να περιλαμβάνεται στην παράγραφο (β)(i) του άρθρου 38(5Α). Εισηγούμαστε όπως η παραπομπή επανεξεταστεί και διορθωθεί, ώστε οι μικροί και μη πολύπλοκοι όμιλοι να μπορούν πράγματι να επωφεληθούν από τη σχετική αναλογικότητα σε επίπεδο ομίλου.

    16. Άρθρο 111

    Να διορθωθεί η παραπομπή στο σωστό εδάφιο. Σημειώνεται ότι η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 423, στο σημείο (β), αναφέρεται σε αντικατάσταση της παραγράφου (γ) του εδαφίου (4). Ωστόσο, μετά από εξέταση της ισχύουσας νομοθεσίας, διαπιστώνεται ότι στο άρθρο 423 δεν υφίσταται παράγραφος (γ) στο εδάφιο (4). Ως εκ τούτου, φαίνεται να υπάρχει ανακολουθία ή τυπογραφικό σφάλμα στην προτεινόμενη διάταξη. Εκτιμάται ότι η αναφορά θα έπρεπε να αφορά την παράγραφο (γ) του εδαφίου (6), γεγονός που χρήζει επιβεβαίωσης και σχετικής διόρθωσης για σκοπούς νομοτεχνικής ακρίβειας.

    17. Άρθρο 112

    Σημειώνεται ότι η προτεινόμενη τροποποίηση αναφέρεται σε αντικατάσταση της παραγράφου (γ) του εδαφίου (6) του άρθρου 424. Ωστόσο, από την εξέταση της ισχύουσας νομοθεσίας προκύπτει ότι το άρθρο 424 δεν περιλαμβάνει παράγραφο (γ) στο εδάφιο (6). Φαίνεται ότι η αναφορά έγινε εκ παραδρομής και ότι η προτεινόμενη τροποποίηση αφορά την παράγραφο (γ) του εδαφίου (5). Εισηγούμαστε όπως η σχετική παραπομπή επανεξεταστεί και διορθωθεί για σκοπούς νομοτεχνικής ακρίβειας.

    Ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου παραμένει στη διάθεσή σας για οποιεσδήποτε διευκρινίσεις.

  5. Στο νέο εδάφιο (1Α) του άρθρου 69 του Βασικού νόμου που εισάγεται με το άρθρο 35 του Τροποποιητικού νόμου, η φράση «Εφόρου (Τμήματος) Φορολογίας» να αντικατασταθεί με «Εφόρου Φορολογίας»

  6. Το σχόλιο των εξειδικευμένων μελών της Αστυνομίας τα οποία επηρεάζονται από την αλλαγή του εν λόγω σχεδίου υπηρεσίας, δεν έχει καμιά σχέση με τον περι Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026.
    Επομένως αποστείλετε τα σχόλιά σας στον σωστό αποδέκτη.

  7. Σας έχει αποσταλεί η-μήνυμα με τις απόψεις των εξειδικευμένων μελών της Αστυνομίας τα οποία επηρεάζονται από την αλλαγή του εν λόγω σχεδίου υπηρεσίας. Με εκτίμηση.

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο