27 – Τροποποίηση του βασικού νόμου με προσθήκη νέου Μέρους VA
| 27. Ο βασικός νόμος τροποποιείται με την προσθήκη του ακόλουθου νέου Μέρους VA – Ανίχνευση και εντοπισμός περιουσιακών στοιχείων, αμέσως μετά το Μέρος V, ως ακολούθως:
ΜΕΡΟΣ VA,Ανίχνευση και εντοπισμός περιουσιακών στοιχείων
Άρθρο 49Α Έρευνες ανίχνευσης περιουσιακών στοιχείων
(1) Για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής συνεργασίας και για την υποστήριξη των ερευνών της Αστυνομίας σε εγχώριες ποινικές υποθέσεις, η Αστυνομία Κύπρου λαμβάνει μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η ταχεία ανίχνευση και ο ταχύς εντοπισμός μέσων και προϊόντων αδικήματος ή περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν ή ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο απόφασης δέσμευσης ή κατακράτησης ή δήμευσης στο πλαίσιο διαδικασιών επί ποινικών υποθέσεων.
(2) Τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο (1) περιλαμβάνουν επίσης περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποτελούν ή ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο απόφασης δέσμευσης ή δήμευσης σύμφωνα με το άρθρο 11, του περί του Ορισμού Ποινικών Αδικημάτων και Κυρώσεων για την Παραβίαση των Περιοριστικών Μέτρων Νόμου.
(3) Όταν κινείται έρευνα σχετικά με αξιόποινη πράξη η οποία είναι πιθανό να αποφέρει σημαντικό οικονομικό όφελος, οι έρευνες ανίχνευσης περιουσιακών στοιχείων ή μέσων διεξάγονται αμέσως από την Αστυνομία. |
| Άρθρο 49Β Υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων
(1) Συγκροτείται στην Αστυνομία Κύπρου, υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής συνεργασίας και για την υποστήριξη των ερευνών της Αστυνομίας σε εγχώριες ποινικές υποθέσεις όσον αφορά τις έρευνες ανίχνευσης περιουσιακών στοιχείων:
Νοείται ότι, για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 55 (1) (γ) (ii) του παρόντος νόμου, αρμόδια είναι η Μονάδα.
(2) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων στελεχώνεται από μέλη της Αστυνομίας Κύπρου, στην οποία παρέχονται επαρκείς οικονομικοί, ανθρώπινοι, τεχνικοί και τεχνολογικοί πόροι και κατάλληλα ειδικευμένο προσωπικό για την αποτελεσματική εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της. Το προσωπικό διαθέτει εξειδικευμένη κατάρτιση και πρόσβαση σε ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών.
(3) Της υπηρεσίας ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων προΐσταται μέλος της Αστυνομίας, που ορίζεται από τον Αρχηγό της Αστυνομίας.
(4) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων έχει τα ακόλουθα καθήκοντα:
α) ανίχνευση και εντοπισμός μέσων, προϊόντων αδικήματος ή περιουσίας, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την υποστήριξη των ερευνών της Αστυνομίας σε ποινικές υποθέσεις και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·
β) ανίχνευση και εντοπισμός μέσων, προϊόντων αδικήματος ή περιουσίας που αποτελούν ή ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο απόφασης δέσμευσης ή δήμευσης που έχει εκδοθεί από αρμόδια αρχή σε άλλο κράτος μέλος·
γ) συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με τις υπηρεσίες ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων άλλων κρατών μελών και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την ανίχνευση και τον εντοπισμό μέσων, προϊόντων αδικήματος ή περιουσίας που αποτελούν ή ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο απόφασης δέσμευσης ή δήμευσης.
(5) Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με το εδάφιο (4) η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων δύναται να ζητεί από τη Μονάδα, το Τμήμα Τελωνείων και το Τμήμα Φορολογίας, να συνεργάζονται μαζί τους, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την ανίχνευση και τον εντοπισμό μέσων, προϊόντων αδικήματος ή περιουσιακών στοιχείων.
(6) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων είναι εξουσιοδοτημένη να ανιχνεύει και να εντοπίζει περιουσιακά στοιχεία προσώπων και οντοτήτων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα της Ένωσης, όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διευκόλυνση της διακρίβωσης των αξιόποινων πράξεων που αναφέρονται στον Περί της Ποινικοποίησης της Παραβίασης των Περιοριστικών Μέτρων της ΄Ενωσης Νόμο του 2025, κατόπιν αιτήματος των εθνικών αρμόδιων αρχών βάσει ενδείξεων και βάσιμων λόγων να πιστεύεται ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 5 του πιο πάνω νόμου.
(7) Οι εξουσίες που αναφέρονται στο εδάφιο (6), εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου στη Δημοκρατία που θεσπίζει δικονομικές απαιτήσεις και εγγυήσεις συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την κίνηση ποινικής διαδικασίας ή, όπου απαιτείται, την απαίτηση λήψης δικαστικής άδειας.
|
| Άρθρο 49Γ Πρόσβαση στις πληροφορίες
(1) Για τους σκοπούς της εκτέλεσης των καθηκόντων που προβλέπονται στο άρθρο 49Β, η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο στον βαθμό που οι εν λόγω πληροφορίες είναι αναγκαίες για την ανίχνευση και τον εντοπισμό μέσων, προϊόντων αδικήματος ή περιουσίας.
(2) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων έχει άμεση και απευθείας πρόσβαση στις ακόλουθες πληροφορίες, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πληροφορίες αποθηκεύονται σε κεντρικές ή διασυνδεδεμένες βάσεις δεδομένων ή μητρώα που τηρούνται από δημόσιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας:
α) εθνικά μητρώα ακινήτων ή ηλεκτρονικά συστήματα ανάκτησης δεδομένων και μητρώα έγγειας ιδιοκτησίας και κτηματολογίου·
β) εθνικά μητρώα ιθαγένειας και πληθυσμού για φυσικά πρόσωπα·
γ) εθνικά μητρώα μηχανοκίνητων οχημάτων, αεροσκαφών και σκαφών·
δ) εμπορικά μητρώα, περιλαμβανομένων των μητρώων επιχειρήσεων και εταιρειών·
ε) Κεντρικά μητρώα πραγματικών δικαιούχων και δεδομένα διαθέσιμα μέσω της διασύνδεσης των μητρώων πραγματικών δικαιούχων τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 61Α, 61Β, 61Γ καθώς και στο Μητρώο Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοπεριουσιακών Στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 61Ε, του παρόντος νόμου·
στ) Κεντρικό μητρώο τραπεζικών λογαριασμών σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 61Δ.
(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων μπορεί να λαμβάνει ταχέως, είτε άμεσα και απευθείας, είτε κατόπιν αιτήματος της, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) φορολογικά δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που τηρούν οι φορολογικές αρχές·
β) δεδομένα κοινωνικής ασφάλισης·
γ) σχετικές πληροφορίες που κατέχουν οι αρχές που είναι αρμόδιες για την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη αξιόποινων πράξεων·
δ) πληροφορίες για υποθήκες και δάνεια·
ε) πληροφορίες που περιέχονται στις εθνικές βάσεις δεδομένων για τα νομίσματα και το συνάλλαγμα·
στ) πληροφορίες για χρεόγραφα·
ζ) τελωνειακά δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων διασυνοριακών φυσικών μεταφορών μετρητών·
η) πληροφορίες για τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις από εταιρείες·
θ) πληροφορίες για τις ηλεκτρονικές μεταφορές χρηματικών ποσών και τα υπόλοιπα λογαριασμών·
ι) πληροφορίες για λογαριασμούς κρυπτοστοιχείων και μεταφορές κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
ια) σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, δεδομένα που αποθηκεύονται στο σύστημα πληροφοριών για τις θεωρήσεις (VIS), στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS II), στο σύστημα εισόδου/εξόδου (ΣΕΕ), στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών και Αδειοδότησης Ταξιδιού (ETIAS) και στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών Ποινικού Μητρώου για υπηκόους τρίτων χωρών (ECRIS-TCN).
4. Όταν οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια 2 και 3 δεν αποθηκεύονται σε κεντρικές ή διασυνδεδεμένες βάσεις δεδομένων ή σε μητρώα που τηρούν οι δημόσιες αρχές, η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων μπορεί να λάβει ταχέως τις πληροφορίες αυτές από τις αρμόδιες αρχές ή οργανισμούς με άλλα μέσα με εξορθολογισμένο και τυποποιημένο τρόπο, που καθορίζεται με Αστυνομική Διάταξη του Αρχηγού Αστυνομίας.
5. Η πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο 3, παράγραφος (δ), (θ) και (ι) μπορούν να λαμβάνονται από την υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων κατόπιν αιτήματος. Σε σχέση με την πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους α), β) και γ), του εδαφίου 3 απαιτείται αιτιολογημένο αίτημα το οποίο μπορεί να απορριφθεί όταν η παροχή των αιτούμενων πληροφοριών:
α) θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχή έκβαση διεξαγόμενης έρευνας·
β) θα ήταν σαφώς δυσανάλογη προς τα έννομα συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκε πρόσβαση ή
γ) θα περιλάμβανε πληροφορίες που παρασχέθηκαν από άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα όταν δεν είναι εφικτό να ληφθεί συναίνεση για την περαιτέρω διαβίβασή τους.
(6) H πρόσβαση σε πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, εφαρμόζεται τηρουμένων των διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου στη Δημοκρατία που θεσπίζει δικονομικές απαιτήσεις και εγγυήσεις περιλαμβανομένης όπου απαιτείται, της απαίτησης λήψης δικαστικής άδειας.
|
| Άρθρο 49Δ Προϋποθέσεις για την πρόσβαση των υπηρεσιών ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων σε πληροφορίες
(1) Η πρόσβαση σε πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 49Γ πραγματοποιείται κατά περίπτωση, μόνον όταν είναι αναγκαίο και αναλογικό για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στο άρθρο 49Β και από προσωπικό που έχει ειδικά οριστεί και εξουσιοδοτηθεί να έχει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες.
(2) Το προσωπικό της υπηρεσίας ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων:
(α) συμμορφώνεται με τους κανόνες περί εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας η οποία διέπει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κατά την άσκηση των καθηκόντων του,
(β) συμμορφώνεται με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων και ειδικότερα του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα από Αρμόδιες Αρχές για τους Σκοπούς της Πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικημάτων ή της Εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2019 και όπου εφαρμόζεται με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679· και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018.
(γ) διαθέτει τις αναγκαίες εξειδικευμένες δεξιότητες και ικανότητες για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του.
(3) Η πρόσβαση και αναζήτηση στις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 49Γ, πραγματοποιείται τηρουμένων των διατάξεων του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα από Αρμόδιες Αρχές για τους Σκοπούς της Πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικημάτων ή της Εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2019 και όπου εφαρμόζεται με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018 και ιδίως των διατάξεων που προνοούν για τη λήψη κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων προκειμένου να εξασφαλιστεί επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τον κίνδυνο της επεξεργασίας των δεδομένων.
|
| Άρθρο 49Ε Παρακολούθηση της πρόσβασης και των αναζητήσεων των υπηρεσιών ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων
Για την παρακολούθηση της πρόσβασης και των αναζητήσεων της υπηρεσίας ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, τηρούνται καταχωρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα από Αρμόδιες Αρχές για τους Σκοπούς της Πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικημάτων ή της Εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2019.
|
| Άρθρο 49ΣΤ Ανταλλαγή πληροφοριών
(1) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων παρέχει, κατόπιν αιτήματος υπηρεσίας ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων άλλου κράτους μέλους-αιτούσα υπηρεσία, κάθε πληροφορία στην οποία έχει πρόσβαση και η οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της υπηρεσίας ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων που ζητά την εν λόγω πληροφορία.
(2) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων δύναται να αιτείται και να λαμβάνει από υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων άλλου κράτους μέλους κάθε πληροφορία στην οποία έχει πρόσβαση και η οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της.
(3) Οι κατηγορίες των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που είναι εφικτό να παρέχονται είναι εκείνες που απαριθμούνται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/794 παράρτημα II τμήμα Β σημείο 2, με εξαίρεση τα αναγνωριστικά στοιχεία που υπάγονται στο πεδίο των εγκληματολογικών πληροφοριών τα οποία παρατίθενται στο τμήμα Β σημείο 2 στοιχείο γ) σημείο v) του εν λόγω Παραρτήματος.
(4) Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που πρέπει να παρέχονται καθορίζονται κατά περίπτωση, ανάλογα με το τι είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 49Β και σύμφωνα με τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα από Αρμόδιες Αρχές για τους Σκοπούς της Πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικημάτων ή της Εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδομένων αυτών Νόμο.
(5) Κατά την υποβολή αιτήματος σύμφωνα με το εδάφιο 1, η αιτούσα υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων προσδιορίζει όσο το δυνατό ακριβέστερα τα ακόλουθα:
α) το αντικείμενο του αιτήματος·
β) τους λόγους του αιτήματος, συμπεριλαμβανομένης της συνάφειας των πληροφοριών που ζητούνται για την ανίχνευση και τον εντοπισμό των σχετικών περιουσιακών στοιχείων·
γ) τη φύση της διαδικασίας·
δ) το είδος της αξιόποινης πράξης την οποία αφορά το αίτημα·
ε) τη σύνδεση μεταξύ της διαδικασίας και του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα στο οποίο βρίσκεται η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων που λαμβάνει την αίτηση·
στ) λεπτομέρειες σχετικά με τα στοχευόμενα ή αναζητούμενα περιουσιακά στοιχεία, όπως τραπεζικοί λογαριασμοί, ακίνητα, οχήματα, σκάφη, αεροσκάφη, εταιρείες και άλλα στοιχεία υψηλής αξίας· ζ) όπου απαιτείται για σκοπούς ταυτοποίησης των φυσικών ή νομικών προσώπων που τεκμαίρεται ότι εμπλέκονται, οποιαδήποτε έγγραφα ταυτοποίησης εφόσον είναι διαθέσιμα, στοιχεία όπως ονόματα, ιθαγένεια και τόπος διαμονής, αριθμοί εθνικής ταυτότητας ή αριθμοί κοινωνικής ασφάλισης, διευθύνσεις, ημερομηνία και τόπος γέννησης, ημερομηνία εγγραφής στο μητρώο, χώρα εγκατάστασης, μέτοχοι, κεντρικά γραφεία και θυγατρικές, κατά περίπτωση·
η) κατά περίπτωση, τους λόγους για τον επείγοντα χαρακτήρα του αιτήματος.
(6) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων παρέχει πληροφορίες στις υπηρεσίες ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων άλλων κρατών μελών, χωρίς σχετικό αίτημα, όταν λαμβάνει γνώση πληροφοριών σχετικά με μέσα, προϊόντα αδικήματος ή περιουσιακά στοιχεία που θεωρεί αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 49Β, των υπηρεσιών ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων των εν λόγω άλλων κρατών μελών.
(7) Κατά την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο (6), η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η παροχή των πληροφοριών θεωρείται αναγκαία.
(8) Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από την υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων που παρέχει τις πληροφορίες, οι παρεχόμενες πληροφορίες μπορούν να υποβληθούν ως αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ή αρμόδιας αρχής κράτους μέλους που λαμβάνει τις πληροφορίες αυτές, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, περιλαμβανομένων των δικονομικών κανόνων σχετικά με το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές διαδικασίες σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όπως καθορίζονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
(9) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων έχει άμεση πρόσβαση στο σύστημα του δικτύου ασφαλούς ανταλλαγής πληροφοριών (SIENA) και χρησιμοποιεί τα ειδικά πεδία που προορίζονται για τις υπηρεσίες ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων στο SIENA και τα οποία αντιστοιχούν στις πληροφορίες που ζητούνται βάσει του εδαφίου (5) ή, κατ’ εξαίρεση όπου κρίνεται απαραίτητο, άλλων ασφαλών διαύλων για την ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(10) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων μπορεί να αρνηθεί να παράσχει πληροφορίες σε αιτούσα υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, εάν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι να πιστεύεται ότι η παροχή πληροφοριών:
α) θα έβλαπτε ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας της Δημοκρατίας·
β) θα έθετε σε κίνδυνο διεξαγόμενη έρευνα ή επιχείρηση συλλογής μυστικών πληροφοριών σχετικά με έγκλημα, ή θα συνιστούσε άμεση απειλή για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα προσώπου· ή
γ) είναι σαφώς δυσανάλογη ή δεν σχετίζεται με τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκε.
(11) Όταν η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων αρνείται, σύμφωνα με το εδάφιο (10), να παράσχει πληροφορίες σε αιτούσα υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, παρέχεται αιτιολόγηση της άρνησης και ζητείται εκ των προτέρων η γνώμη της αιτούσας υπηρεσίας ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων. Η άρνηση αφορά μόνο το μέρος των ζητούμενων πληροφοριών το οποίο αφορούν οι λόγοι που προβλέπονται στο εδάφιο (10) και δεν επηρεάζει την υποχρέωση παροχής των λοιπών μερών των πληροφοριών, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.
(12) Όταν η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων είναι η αιτούσα υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, στη βάση του εδαφίου (2), εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του παρόντος άρθρου.
|
| Άρθρο 49Ζ Προθεσμίες για την παροχή πληροφοριών
(1) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων απαντά στα αιτήματα παροχής πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 49ΣΤ εδάφιο (1) το συντομότερο δυνατό και, σε κάθε περίπτωση, εντός των ακόλουθων προθεσμιών:
α) επτά ημερολογιακών ημερών, για όλα τα αιτήματα που δεν είναι επείγοντα·
β) οκτώ ωρών, για επείγοντα αιτήματα σχετικά με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 49Γ, οι οποίες είναι αποθηκευμένες σε βάσεις δεδομένων και μητρώα στα οποία έχουν άμεση πρόσβαση οι εν λόγω υπηρεσίες ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων·
γ) τριών ημερολογιακών ημερών, για επείγοντα αιτήματα σχετικά με πληροφορίες στις οποίες οι εν λόγω υπηρεσίες ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων δεν έχουν άμεση πρόσβαση.
(2) Όταν οι πληροφορίες που ζητούνται σύμφωνα με το εδάφιο (1), παράγραφο (β) δεν είναι άμεσα διαθέσιμες ή το αίτημα που υποβάλλεται σύμφωνα με το εδάφιο (1), παράγραφο α) επιβάλλει δυσανάλογη επιβάρυνση στην υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων που λαμβάνει το αίτημα, η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων μπορεί να καθυστερήσει την παροχή των πληροφοριών. Στην περίπτωση αυτή, η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων που λαμβάνει το αίτημα ενημερώνει αμέσως την αιτούσα υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων για την καθυστέρηση αυτή και παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες το συντομότερο δυνατό και, εντός επτά ημερών από την αρχική προθεσμία που τάσσεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) παράγραφο α) ή εντός τριών ημερών από την αρχική προθεσμία που τάσσεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) παράγραφο β) και γ).
(3) Οι προθεσμίες του εδαφίου (1) υπολογίζονται αρχής γενομένης από την παραλαβή του αιτήματος παροχής πληροφοριών.
|
| 49Η Συνεργασία με Τρίτες Χώρες
(1) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων συνεργάζεται, εντός του διεθνούς νομικού πλαισίου και τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου, με τις ομόλογες υπηρεσίες σε τρίτες χώρες στον μέγιστο δυνατό βαθμό, και με την επιφύλαξη του ισχύοντος νομικού πλαισίου για την προστασία των δεδομένων, για τους σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων τους σύμφωνα με το άρθρο 49Β.
|
| 49Θ Συνεργασία με τα όργανα και τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης
(1) Η υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, εντός των σχετικών αρμοδιοτήτων της και σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος νόμου, συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελέα με σκοπό τη διευκόλυνσης του εντοπισμού μέσων, προϊόντων αδικήματος ή περιουσίας που αποτελούν ή ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο απόφασης δέσμευσης ή δήμευσης σε ποινικές υποθέσεις που αφορούν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
|
Τέλος