06 – Αντικατάσταση του άρθρου 13 του βασικού νόμου.
Δημόσια διαβούλευση επί του περί του Προέδρου, των Υπουργών και των Βουλευτών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Υποβολή και Έλεγχος Καταστάσεων Προσωπικής και Επαγγελματικής Περιουσίας) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2026
| 6. Το άρθρο 13 του βασικού νόμου αντικαθίσταται από το ακόλουθο άρθρο: |
| «Συνέπειες παράλειψης ή εκπρόθεσμης υποβολής ΚΕΠ, κατάστασης εσόδων και εξόδων και κατάστασης συμφιλίωσης ή υποβολής ψευδών στοιχείων. |
| 13.–(1) Σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεο πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στις διατάξεις του άρθρου 3 καταστάσεις, η Ειδική Επιτροπή ενημερώνει σχετικά τον Έφορο Φορολογίας. |
| (2) Σε περίπτωση που ο Έφορος Φορολογίας, αφού προηγουμένως ακούσει ή δώσει την ευκαιρία στο επηρεαζόμενο υπόχρεο πρόσωπο να ακουστεί, προφορικά ή/και γραπτώς, διαπιστώσει ότι το επηρεαζόμενο υπόχρεο πρόσωπο παρέλειψε να υποβάλει ή υπέβαλε εκπρόθεσμα οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στις διατάξεις του άρθρου 3 καταστάσεις, επιβάλλει σε αυτό διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) και επιπρόσθετο διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι εκατό ευρώ (€100) για κάθε ημέρα καθυστέρησης ή συνέχισης της παράλειψης μετά την λήξη της προβλεπόμενης προθεσμίας: |
| Νοείται ότι, το συνολικό ύψος του διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται δυνάμει του παρόντος εδαφίου δεν δύναται να υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000). |
| (3) Κατά τον καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράλειψης, τυχόν επανάληψή της, καθώς και τον βαθμό συνεργασίας του επηρεαζόμενου υπόχρεου προσώπου. Η απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου είναι δεόντως αιτιολογημένη και κοινοποιείται στο επηρεαζόμενο υπόχρεο πρόσωπο και στην Ειδική Επιτροπή. |
| (4) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας διοικητικό πρόστιμο, το οποίο του επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία. |
| (5) Σε περίπτωση κατά την οποία στο πλαίσιο ειδικής έρευνας διενεργουμένης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου διαπιστώνεται ότι υπόχρεο πρόσωπο υπέβαλε ψευδή στοιχεία στις προβλεπόμενες στο άρθρο 3 καταστάσεις, αυτό είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή και στις δύο αυτές ποινές: |
| Νοείται ότι, δεν θεωρείται ψευδής η κατάσταση περιουσίας στην οποία παρατηρείται καλόπιστη μη ουσιώδης παράλειψη. |
| (6) Σε περίπτωση αποβιώσαντος υπόχρεου προσώπου, το οποίο διαπιστώθηκε ότι είχε υποβάλει ψευδή στοιχεία στις ως άνω καταστάσεις ή/και παρέλειψε να δηλώσει κινητή ή/και ακίνητη περιουσία, τα μη περιληφθέντα περιουσιακά στοιχεία λογίζονται ως περιουσία υπόπτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 και 33 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου. |
| (7) Το υπόχρεο πρόσωπο, ανάλογα με την περίπτωση, δεν υπόκειται σε συνέπειες δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση κατά την οποία, λόγω του ότι βρισκόταν σε διάσταση με τον/τη σύζυγό του ή τον/την σύμβιο/συμβία του, τελούσε σε πραγματική αδυναμία είτε να εξασφαλίσει τα στοιχεία που προβλέπονται στο μέρος των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 καταστάσεων που αφορούν τον/τη σύζυγό του ή τον/την σύμβιο/συμβία του είτε να υποβάλει πλήρη και αληθή στοιχεία.». |
Τέλος