04 – Τροποποίηση του άρθρου 59 του βασικού νόμου

Ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026
Τροποποίηση του άρθρου 59 του βασικού νόμου. 3. Το άρθρο 59 του βασικού νόμου, τροποποιείται ως ακολούθως:

 

    (α) Με τη διαγραφή της παραγράφου (στ) του εδαφίου (1) αυτού και
    (β) με την  αντικατάσταση της  παράγραφο (θ) του εδαφίου (1) αυτού, με την ακόλουθη παράγραφο:

 

      «(θ) Έφορος Φορολογίας σε σχέση με
      (i) πρόσωπα που εμπορεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης, έστω και αν οι πράξεις αυτές πραγματοποιούνται από αίθουσες τέχνης και οίκους δημοπρασιών, εφόσον η αξία της συναλλαγής ή σειράς συνδεδεμένων πράξεων ανέρχεται σε δέκα χιλιάδες (€10.000) ευρώ ή περισσότερα·
      (ii)  τις επαγγελματικές δραστηριότητες των κτηματομεσιτών·
      (iii) πρόσωπα που προβαίνουν σε αγορά ή πώληση ακινήτων ή εκπροσωπούν αγοραστές ή πωλητές ακινήτων σε επαγγελματική βάση και δεν εμπίπτουν σε άλλη υπόχρεη οντότητα:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση προσώπων τα οποία προβαίνουν σε αγορά ή πώληση ακινήτων ή εκπροσωπούν αγοραστές ή πωλητές ακινήτων και τα οποία εμπίπτουν σε άλλη υπόχρεη οντότητα, η εποπτική αρχή αυτής της άλλης υπόχρεης οντότητας είναι η εποπτική αρχή των προσώπων αυτών σχετικά με αυτές τις δραστηριότητές τους.

 

Νοείται περεταίρω ότι η επαγγελματική βάση παροχής τέτοιων υπηρεσιών, κρίνεται στη βάση της δραστηριότητας των προσώπων και ανεξάρτητα, του πως αυτά ορίζονται ή εάν αυτή είναι η κύρια δραστηριότητα ή το επάγγελμά των εν λόγω προσώπων».

Τέλος


2 Σχόλια

  1. 1. Aναφορικά με το θ(ι) θεωρούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο παρατίθεται το λεκτικό δεν παρέχει διαφάνεια ως προς τον πρακτικό τρόπο εφαρμογής. Εισηγούμαστε όλα τα πρόσωπα που εκτελούν αυτές τις εργασίες να θεωρούνται εποπτευόμενα εκτός τα πρόσωπα που μπορούν αποδείξουν με διαφανή τρόπο ότι καμία εκ των συναλλαγών που εκτελούν (είτε μεμονωμένες είτε σειρά συνδεδεμένων) δεν ξεπερνά τις €10.000)

    2. Νοείται η Εποπτική Αρχή που θα αναλάβει την εποπτεία του νέου Τομέα (Ακινήτων) ,θα πρέπει να διασφαλίσει ότι θα δημιουργήσει ανεξάρτητη AML/CFT μονάδα εποπτείας που (i) θα λειτουργεί με τις κατάλληλες ασφαλιστικές δικλείδες για διασφάλιση της αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων και (ii) θα υπάρχει η κατάλληλη εξειδίκευση στο AML/CFT και στον κλάδο ακινήτων.

    3. Κρίνεται σκόπιμο όπως διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρχει οποιοδήποτε κενό στην εποπτεία στις περιπτώσεις επαγγελματιών που εμπίπτουν σε άλλη εποπτική αρχή αλλά δεν περιέχεται στις εποπτευόμενες εργασίες τους εργασίες σε σχέση με ακίνητα όπως περιγράφονται στο άρθρο αυτό.

  2. Παράγραφο (θ)(iii)
    1. Η εισαγωγή προϋπόθεσης να μην εμπίπτει το πρόσωπο σε άλλη κατηγορία υπόχρεης οντότητας και συναφώς να μην εποπτεύεται από εκείνη την άλλη εποπτική αρχή ενδεχομένως να δημιουργεί ζητήματα εποπτείας. Δεδομένου του μη καθορισμού των όρων «εκπροσωπούν» και «επαγγελματική βάση», αφήνεται περιθώριο επιλεκτικής ερμηνείας που ενδέχεται να παρακάμπτει ακόμα και τη βάση της εποπτικής δραστηριότητας, ήτοι την προσέγγιση βάσει υπολογιζόμενου κινδύνου. Για παράδειγμα, σε περίπτωση φορολογικού συμβούλου που συνάπτει νέα επιχειρηματική σχέση και θα «εκπροσωπεί» πρόσωπο που πωλεί ακίνητο για σκοπούς έκδοσης πιστοποιητικού φορολογικής εκκαθάρισης, και ο οποίος τυγχάνει να εποπτεύεται από τον ΣΕΛΚ, τότε αυτή η δραστηριότητα/συναλλαγή θα τύχει εποπτείας μόνο από την εποπτική αρχή του φορολογικού συμβούλου, αφού, βάσει του νομοσχεδίου, θα εμπίπτει σε υπόχρεη οντότητα και θα εποπτεύεται ήδη από τον ΣΕΛΚ. Στην προκειμένη περίπτωση θα τύχει εποπτείας η υπηρεσία συμπλήρωσης αίτησης για έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού και πιθανώς όχι η συναλλαγή της αγοραπωλησίας η οποία αποτελεί και την υψηλότερου ρίσκου υπηρεσία, αφού βάσει της προτεινόμενης πρόνοιας, η εποπτεία θα έχει αναληφθεί από την εποπτική αρχή του ελεγκτή /εκπροσώπου, του οποίου οι υπηρεσίες περιορίζονται μόνο σε ένα μέρος της όλης διαδικασίας και δεν αφορούν τα ουσιώδη στοιχεία της αγοραπωλησίας. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, η εποπτεία πρέπει να είναι ανάλογη του ρίσκου και ως εκ τούτου σύμμετρη στις υπηρεσίες που ενέχουν τον μεγαλύτερο δυνητικά κίνδυνο, αφού σε αντίθετη περίπτωση δημιουργούνται υπέρμετρες υποχρεώσεις που δεν αντιστοιχούν στον υπολογιζόμενο κίνδυνο, ενώ οι πραγματικοί κίνδυνοι πιθανώς δεν θα τύχουν μετριασμού και ανάλογης εποπτείας. Επιπροσθέτως, τα μέτρα δέουσας επιμέλειας που λαμβάνονται πρέπει να αντιστοιχούν προς τους κινδύνους που ενέχει η προσφερόμενη υπηρεσία και κατ’ αναλογία, η εποπτεία αφορά μόνο στην προσφερόμενη υπηρεσία.
    2. Η προτεινόμενη πρόνοια όπου η επαγγελματική βάση θα κρίνεται στη βάση της δραστηριότητας των προσώπων ανεξάρτητα του πώς αυτά ορίζονται είναι πολύ γενική και ευρεία, δυνάμενη να θέσει υπό καθεστώς «υπόχρεης οντότητας» και πρόσωπα τα οποία εκπίπτουν των σκοπών και του πνεύματος του Νόμου. Ειδικότερα, εάν τα κριτήρια καθορισμού της «επαγγελματικής βάσης» είναι κατά κανόνα τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για να καθοριστεί ο υπολογισμός του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών ή του φόρου εισοδήματος. Περαιτέρω, δεν είναι ξεκάθαρο από ποιο πρόσωπο θα κρίνεται η «επαγγελματική βάση», καθώς και πώς θα ορίζεται αυτή.

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο