Ο περί ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμοί 2026
Υπουργείο Υγειας
«Οι περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμοί του 2026»
Το Υπουργείο Υγείας ανακοινώνει την έναρξη Δημόσιας Διαβούλευσης επί του κειμένου κανονισμών με τίτλο:
«Οι περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμοί του 2026»
Σκοπός των εν λόγω κανονισμών είναι η θεσμοθέτηση της διαδικασίας και των όρων για την υποχρεωτική ασφαλιστική σύμβαση έναντι αστικής ευθύνης για επαγγελματική αμέλεια.
Το Υπουργείο Υγείας θέτει προς διαβούλευση τους ανωτέρω κανονισμούς και προσκαλεί κάθε ενδιαφερόμενο να αποστείλει ηλεκτρονικά, μέσω της πλατφόρμας η–Διαβούλευση, τις απόψεις, σχόλια και παρατηρήσεις του το αργότερο μέχρι τις 18 Σεπτεμβρίου 2026.
Για περισσότερες πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν με την κα Έλενα Χρυσοστόμου
Βοηθός Γραμματειακός λειτουργός,
στο τηλέφωνο 22605418 ή στο email echrysostomou@moh.gov.cy
Λευκωσία, 24 Αυγούστου 2026
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ
- Υπό επεξεργασία
- Αναρτήθηκε
23 Αυγ 2026 @ 0:00 - Ανοικτή σε σχόλια ως
18 Σεπ 2026 @ 23:50 - 11 σχόλια
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ – ΠΣΕΑΔ
ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Παρατηρήσεις- σχόλια επί του προσχεδίου των
περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμών του 2026
εκδοθέντων δυνάμει της παραγράφου (2) του άρθρου 7Ζ του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου, ΚΕΦ. 250, ως τροποποιήθηκε με τον Ν.115(Ι)/2024
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Επαγγελματιών Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών (ΠΣΕΑΔ) υποβάλλει τις θέσεις του επί του προσχεδίου των περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμών του 2026, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης.
Ο Σύνδεσμος στηρίζει το προσχέδιο ως προς τη φιλοσοφία του, ήτοι την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για ιατρική αμέλεια, όπως θεσπίζεται με το άρθρο 7Ζ(1) του βασικού νόμου, και δεν αμφισβητεί την επιλογή της βάσης εγειρόμενων απαιτήσεων (claims made), η οποία προκύπτει από τον συνδυασμό των Κανονισμών 4(η), 4(στ) και 4(ζ) του προσχεδίου και αποτελεί τη διεθνώς κρατούσα τεχνική στην ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης.
Η ιδιαιτερότητα της θέσης του ΠΣΕΑΔ είναι ότι τα μέλη του αποτελούν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου και παρακολουθητικά του ασθενούς. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής είναι το πρόσωπο που τοποθετεί τον κίνδυνο στην αγορά, εξηγεί στον ιατρό τι ακριβώς αγοράζει, και είναι το πρώτο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται ο ιατρός όταν εγερθεί απαίτηση. Είναι επίσης το πρόσωπο που διαπιστώνει, πριν από οποιονδήποτε άλλον, ότι μια κάλυψη δεν ανταποκρίνεται.
Κριτήριο των θέσεων που ακολουθούν είναι αποκλειστικά ο σκοπός του άρθρου 7Ζ: να υπάρχει, τη στιγμή που εγείρεται η απαίτηση, ασφαλιστήριο που πράγματι ανταποκρίνεται.
Β. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ:
Το άρθρο 394ΣΤ του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.38(Ι)/2016, ορίζει στο εδάφιο (1) ότι ο διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων «προσδιορίζει, πριν από τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης, βάσει των πληροφοριών που έλαβε από τον πελάτη, τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη», και στο εδάφιο (2) ότι «κάθε προτεινόμενη σύμβαση είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη»
Η υποχρέωση αυτή δεν ικανοποιείται με την τήρηση του νομοθετικού ελαχίστου. Ο διαμεσολαβητής που τοποθετεί κάλυψη π.χ για νευροχειρουργό ή μαιευτήρα οφείλει, κατά νόμο, να αξιολογήσει την πραγματική έκθεση του συγκεκριμένου ιατρού και να συστήσει κάλυψη που της ανταποκρίνεται. Όταν το νομοθετικό ελάχιστο υπολείπεται σαφώς της πραγματικής έκθεσης, ο διαμεσολαβητής βρίσκεται στη θέση να οφείλει να ενημερώσει τον πελάτη του ότι η συμμόρφωση με τον Κανονισμό δεν επαρκεί.
Η υποχρέωση του άρθρου 394ΣΤ(2) του Ν.38(Ι)/2016 δεν ικανοποιείται με μόνη την τήρηση του κανονιστικού ελαχίστου. Όταν το ελάχιστο του Κανονισμού 5(1) υπολείπεται της πραγματικής έκθεσης της συγκεκριμένης άσκησης, η εξατομικευμένη σύσταση που ο διανομέας οφείλει να παρέχει κατά το ίδιο εδάφιο καταλήγει να αναφέρει ότι η συμμόρφωση με τον Κανονισμό δεν επαρκεί.
Το αίτημα του ΠΣΕΑΔ είναι το ελάχιστο να τεθεί σε επίπεδο που να μπορεί να συστηθεί ως επαρκές για τη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων της κατηγορίας στην οποία αναφέρεται.
Γ. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:
Γ1. Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟΥ ΜΕ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΓΕΣΥ:
Οι περί Γενικού Συστήματος Υγείας (Ασφαλιστική Κάλυψη Έναντι Αμέλειας) Αποφάσεις του 2020, Κ.Δ.Π. 496/2020 (Ε.Ε. Παρ. ΙΙΙ(Ι), Αρ. 5376, 23.10.2020), εκδόθηκαν από τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας δυνάμει του άρθρου 56 του Ν.89(Ι)/2001 και ρυθμίζουν τους ελάχιστους όρους ασφάλισης επαγγελματικής αμέλειας των παροχέων υπηρεσιών φροντίδας υγείας στο ΓεΣΥ
Η αντιπαραβολή των δύο κειμένων δείχνει ότι το προσχέδιο του 2026 αναπαράγει τη δομή και, σε σειρά σημείων, τη διατύπωση της Κ.Δ.Π. 496/2020. Η πρόσθετη περίοδος γνωστοποίησης των 30 ημερών, η επέκταση εκκρεμούς ευθύνης των δύο ετών, η προθεσμία των επτά εργάσιμων ημερών για γνωστοποίηση απαίτησης, η προθεσμία των τριάντα εργάσιμων ημερών για γνωστοποίηση περιστάσεων και το όριο των €50.000 για έξοδα υπεράσπισης απαντούν αυτούσια και στα δύο κείμενα.
Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά κριτική. Η αξιοποίηση δοκιμασμένου κανονιστικού κειμένου είναι εύλογη νομοτεχνική επιλογή. Έχει όμως μια συνέπεια που προκύπτει από τη σύγκριση των δύο συστημάτων επιβολής, ήτοι εκείνου των άρθρων 38, 39, 40 και 63 του Ν.89(Ι)/2001 αφενός, και εκείνου του άρθρου 7Ζ σε συνδυασμό με το άρθρο 24(γ1) του ΚΕΦ. 250 αφετέρου.
Στο ΓεΣΥ, ο «παροχέας υπηρεσιών φροντίδας υγείας» ορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.89(Ι)/2001 ως πρόσωπο «που συμβάλλονται με τον Οργανισμό». Ο Οργανισμός συμβάλλεται μόνο με πρόσωπα «τα οποία πληρούν τις διατάξεις του παρόντος Νόμου» (άρθρο 38(1)) και τα εγγράφει προηγουμένως στο Σύστημα «για σκοπούς ελέγχου της τήρησης των διατάξεων του παρόντος Νόμου» (άρθρο 38(3)). Δύναται να μην εγγράψει ή να μην συμβληθεί (άρθρο 38(4)), παρακολουθεί και ελέγχει την τήρηση των όρων (άρθρο 39(1)) , «δύναται να αναστείλει ή να τερματίσει» τη σύμβαση όταν ο παροχέας «δεν πληρεί … τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου» ή «αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο» (άρθρο 40(1), στοιχεία (γ) και (δ)), και δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο έως τριάντα χιλιάδες ευρώ για παράβαση «οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου» (άρθρο 63(2)).
Η υποχρέωση του άρθρου 56 λειτουργεί επομένως εντός κλειστού κύκλου. Δεσμεύει, εξ ορισμού, μόνον όσους έχουν ήδη συμβληθεί, η τήρησή της ελέγχεται πριν από τη σύναψη και κατά τηδιάρκειά της, και η μη τήρησή της αντιμετωπίζεται με κλιμακούμενα εργαλεία που διαθέτει ο ίδιος ο Οργανισμός.
Το άρθρο 7Ζ λειτουργεί εκτός κύκλου. Δεσμεύει κάθε ιατρό εγγεγραμμένο στο Ιατρικό Μητρώο που ασκεί την ιατρική στη Δημοκρατία, ανεξαρτήτως σύμβασης με οποιονδήποτε, η επάρκεια της κάλυψης καθορίζεται με Κανονισμούς αντί να κρίνεται διοικητικά, και η παράβαση συνιστά ποινικό αδίκημα δυνάμει του άρθρου 24(γ1) του βασικού νόμου.
Όροι διαμορφωμένοι για σύστημα που διαθέτει προληπτικό έλεγχο εισόδου και κλιμακούμενες κυρώσεις δεν λειτουργούν κατ’ ανάγκη ικανοποιητικά όταν μεταφέρονται σε πλαίσιο που δεν διαθέτει κανένα από τα δύο.
Γ.2. Η ΔΙΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 7Ζ(4) ΤΟΥ ΒΑΣΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ
Το Πρόβλημα:
Πρακτικό παράδειγμα · Ιδιωτική επέμβαση και μετεγχειρητική παρακολούθηση στο ΓεΣΥ
Ο Ιατρός Α είναι γενικός χειρουργός. Διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο και είναι παράλληλα συμβεβλημένος με το ΓεΣΥ. Ασθενής του, υποβάλλεται σε χειρουργική επέμβαση μη καλυπτόμενη από το ΓεΣΥ, σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο συμβεβλημένο με το ΓεΣΥ, την οποία διενεργεί ο ίδιος στο ιδιωτικό πλαίσιο.
Τις επόμενες ημέρες ο ασθενής παρουσιάζει λοίμωξη τραύματος. Για τη διαχείριση της επιπλοκής επισκέπτεται τον ίδιο χειρουργό στο ΓεΣΥ, όπου γίνεται κλινική εξέταση, αλλαγή τραύματος και συνταγογράφηση αντιβιοτικών, στο πλαίσιο της Κ.Δ.Π. 496/2020.
Ο ασθενής εγείρει απαίτηση για ολόκληρο το περιστατικό: την επέμβαση, την επιπλοκή και τη μετεγχειρητική παρακολούθηση. Πρόκειται για ενιαίο κλινικό επεισόδιο, το οποίο όμως διασχίζει δύο κανονιστικά πλαίσια με διαφορετικά όρια, διαφορετικό αφαιρετέο, διαφορετικές εξαιρέσεις και διαφορετικές αναδρομικές ημερομηνίες.
Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός, ότι παρ’ ότι πρόκειται για ενιαίο ιατρικό περιστατικό, η ευθύνη «σπάει» σε δύο διαφορετικά νομικά και ασφαλιστικά πλαίσια: Ιδιωτική πράξη =ασφαλιστήριο Κανονισμών 2026 και Μετεγχειρητική παρακολούθηση =(ΚΔΠ 496/2020 & 478/2021).
Ερωτήματα: Απαιτούνται 2 ασφαλιστικά συμβόλαια; Αν ναι, κανένα από τα δύο κείμενα δεν ορίζει ποιο ασφαλιστήριο ανταποκρίνεται, πώς κατανέμεται η ευθύνη μεταξύ τους, ή αν το επεισόδιο συνιστά μία ή δύο απαιτήσεις. Το ερώτημα απαντάται μετά την έγερση της απαίτησης, με χρονικό κόστος που επωμίζεται ο ζημιωθείς
Απάντηση στο ερώτημα αν απαιτούνται δύο ασφαλιστικά συμβόλαια
Το άρθρο 7Ζ(4) του βασικού νόμου ορίζει ότι η ασφαλιστική κάλυψη παροχέα υπηρεσιών φροντίδας υγείας από ανεξάρτητο ασφαλιστικό ίδρυμα ή οργανισμό, ως προβλέπεται στο άρθρο 56 του περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου, «λογίζεται ως ασφαλιστική σύμβαση έναντι αστικής ευθύνης για επαγγελματική αμέλεια που συνήφθη δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου». Το άρθρο 56 του Ν.89(Ι)/2001 απαιτεί κάλυψη «σε ύψος και περιεχόμενο που κατά καιρούς κρίνεται από το Συμβούλιο ως επαρκές».
Ερμηνεύοντας (αλλά χρήζει διευκρίνησης) τον σκοπό του νομοθέτη, αναφέρουμε, ότι με το άρθρο 7Ζ(4) προέβλεψε μηχανισμό αναγνώρισης ώστε να μην απαιτείται δεύτερο ασφαλιστήριο. Η υποχρέωση του άρθρου 7Ζ(1) βαρύνει τον ιατρό ως πρόσωπο και όχι κατά πλαίσιο άσκησης, το δε άρθρο 7Ζ(4) θεσπίστηκε ώστε η υφιστάμενη κάλυψη να αναγνωρίζεται αντί να διπλασιάζεται. Η απαίτηση δεύτερου ασφαλιστηρίου για τον ίδιο ιατρό δεν απορρέει επομένως από τον νόμο.
Παρά το γεγονός ότι, μπορεί να συναχθεί πως βάσει του άρθρου 7Ζ(4) δεν απαιτείται δεύτερο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ο προβλεπόμενος μηχανισμός αναγνώρισης δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κανονιστική εξειδίκευση. Η Απόφαση 5(1) της Κ.Δ.Π. 496/2020 και ο Κανονισμός 5(1) του προσχεδίου θέτουν διαφορετικούς ελάχιστους όρους, όπως καταγράφεται στον Πίνακα 1, με αποτέλεσμα να απουσιάζει ενιαίο και συνεκτικό πλαίσιο αναφοράς.
Επιπλέον, δεν καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ενεργοποιείται η αναγνώριση, ούτε διευκρινίζεται αν η αναγνωριζόμενη κάλυψη οφείλει να πληροί τους ελάχιστους όρους των παρόντων Κανονισμών. Ως εκ τούτου, η πρόθεση του νομοθέτη για αποφυγή δεύτερου ασφαλιστηρίου δεν υλοποιείται στην πράξη, λόγω της κανονιστικής ασυμβατότητας και της απουσίας σαφούς μηχανισμού εφαρμογής.
Το αποτέλεσμα είναι κανονιστική αντίφαση. Ασφαλιστήριο που ικανοποιεί την Κ.Δ.Π. 496/2020 λογίζεται, δυνάμει του άρθρου 7Ζ(4), ως συναφθέν δυνάμει του άρθρου 7Ζ, ενώ ταυτοχρόνως δεν πληροί τους ελάχιστους όρους των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου (2) του ίδιου άρθρου
Πίνακας 1. Αποκλίσεις ελάχιστων όρων μεταξύ των δύο κανονιστικών πλαισίων.
Στοιχείο Κ.Δ.Π. 496/2020, ως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 478/2021 Προσχέδιο Κανονισμών 2026
Όριο φυσικού προσώπου: €300.000 προσωπικός ιατρός, €450.000 ειδικός ιατρός, για κάθε περίοδο ασφάλισης — €450.000 για κάθε ιατρό, ανά συμβάν και συνολικά για την περίοδο
Όριο νομικού προσώπου: €600.000 έως €1.000.000 κατά κατηγορία· €1.000.000 έως €4.000.000 για νοσηλευτήρια – €900.000 για κάθε Εταιρεία Ιατρών
Αφαιρετέο ποσό: €10.000 όταν το όριο είναι κάτω του €1.000.000· €50.000 όταν είναι ίσο ή μεγαλύτερο -Μέχρι €5.000 ανά απαίτηση
Αναδρομική ημερομηνία: Η μεταγενέστερη μεταξύ της σύμβασης με τον Οργανισμό και τριετίας από την πρώτη έναρξη κάλυψης, με επιφύλαξη για ήδη γνωστοποιηθέντα περιστατικά – Η ημερομηνία της πρώτης σύμβασης ασφάλισης ή αναδρομική περίοδος τουλάχιστον έξι ετών, χωρίς αντίστοιχη επιφύλαξη
Σημείωση: Λόγω τεχνικών περιορισμών της πλατφόρμας η-Διαβούλευση, οι πίνακες που υποβάλλονται δεν αποτυπώνονται σωστά
ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ:
1. Να προστεθεί αυτοτελής Κανονισμός που εξειδικεύει το άρθρο 7Ζ(4) του βασικού νόμου, ορίζοντας ρητά ότι ασφαλιστική κάλυψη συναπτόμενη δυνάμει του άρθρου 56 του Ν.89(Ι)/2001 λογίζεται ως συμμόρφωση με το άρθρο 7Ζ εφόσον, και στο μέτρο που, πληροί τους ελάχιστους όρους και τα ελάχιστα όρια των παρόντων Κανονισμών, χωρίς υποχρέωση σύναψης δεύτερου ασφαλιστηρίου για την ίδια δραστηριότητα.
2. Να γίνει ευθυγράμμιση των ελάχιστων όρων ως προς το αφαιρετέο ποσό, τις εξαιρέσεις και την αναδρομική ημερομηνία, ώστε να μην υφίσταται περίπτωση κατά την οποία κάλυψη αναγνωριζόμενη δυνάμει του άρθρου 7Ζ(4) υπολείπεται των όρων που θέτουν οι Κανονισμοί οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 7Ζ(2).
3. Να προβλεφθεί ενιαίο Πιστοποιητικό Ασφάλισης, αποδεκτό από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου και από τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας, με μηχανισμό συντονισμού μεταξύ των δύο. Ο ΠΣΕΑΔ θεωρεί ότι η κατεύθυνση πρέπει να είναι ένα ενιαίο και οριζόντια εφαρμοζόμενο σύστημα ασφαλιστικής κάλυψης για όλους τους ιατρούς, ανεξαρτήτως σύμβασης με τον Οργανισμό.
Γ3. ΧΡΟΝΙΚΗ ΕΜΒΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ
Σε καθεστώς εγειρόμενων απαιτήσεων, η κάλυψη ενεργοποιείται μόνον εφόσον η απαίτηση εγερθεί και γνωστοποιηθεί ενόσω το ασφαλιστήριο ισχύει και η ιατρική πράξη έλαβε χώρα μετά την αναδρομική ημερομηνία. Το χρονικό εύρος που παρέχει το προσχέδιο καθορίζεται από τους Κανονισμούς 4(δ), 4(ε) και 4(η).
Το χρονικό εύρος της ευθύνης καθορίζεται από τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, Ν.66(Ι)/2012. και όπως προκύπτει στον πιο κάτω πίνακα, εκτείνεται πολύ πέραν των Κανονισμών.
Πίνακας 2. Χρόνος παραγραφής κατά τον Ν.66(Ι)/2012, αυτούσιες διατάξεις
Διάταξη Ν.66(Ι)/2012-Αυτούσιο περιεχόμενο- Συνέπεια
Άρ. 6(2) Τριετία για αμέλεια, «εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση» Η αφετηρία μετατίθεται στη γνώση, χωρίς απώτατο όριο στο κείμενο
Άρ. 6(3) Διακριτική ευχέρεια μη εφαρμογής της παραγραφής σε σωματική βλάβη ή θάνατο· δεν ασκείται «μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος» Έως +2 έτη
Άρ. 22 «το δικαστήριο δύναται να επεκτείνει … τον χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο» Έως +2 έτη
Άρ. 16(1)-(2) Δεν υπολογίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο το πρόσωπο είναι «ανίκανο», ήτοι «κάτω των 18 ετών ή λόγω διανοητικής ή σωματικής ασθένειας ή πάθησης δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί τη περιουσία του», εφόσον δεν έχει ικανό προσωπικό αντιπρόσωπο Έως την ενηλικίωση και τρία έτη μετά
Άρ. 24(β) Διατηρεί τις ειδικές προθεσμίες του άρθρου 58 του Κεφ. 148 Τριετία από τον θάνατο, όχι από την ιατρική πράξη
Αρ. 7 Συμβατική αξίωση γενικά 6 έτη από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής
Για ενήλικο ασθενή με έγκαιρη γνώση της βλάβης, η έκθεση φθάνει τα πέντε έτη από την πράξη. Για ασθενή που λαμβάνει γνώση αργότερα, η αφετηρία μετατίθεται αναλόγως. Για ανήλικο ασθενή, η έκθεση μπορεί να εκτείνεται πολύ πέραν της ενηλικίωσης. Σε περίπτωση θανάτου, η τριετία τρέχει από τον θάνατο, ο οποίος μπορεί να επέλθει έτη μετά την πράξη.
Ο Κανονισμός 4(η) παρέχει έξι έτη αναδρομικότητας και ο Κανονισμός 4(ε) δύο έτη επέκτασης. Στη διαφορά μεταξύ των μεγεθών αυτών και των χρόνων των άρθρων 6(2), 6(3), 16, 22 και 24(β) του Ν.66(Ι)/2012 βρίσκεται το διάστημα κατά το οποίο ο ασθενής διατηρεί αξίωση και ο ιατρός δεν έχει ασφαλιστικό αντίκρισμα
Πρακτικό παράδειγμα: Θάνατος που επέρχεται χρόνια μετά την πράξη
Χειρουργική επέμβαση τον Μάρτιο 2027. Προοδευτική επιδείνωση και θάνατος τον Μάρτιο 2032. Οι διαχειριστές της περιουσίας εγείρουν αγωγή τον Μάρτιο 2035, εντός της τριετίας από τον θάνατο που διατηρεί το άρθρο 24(β) του Ν.66(Ι)/2012.
Η απόσταση μεταξύ ιατρικής πράξης και αγωγής είναι οκτώ έτη. Η αναδρομικότητα του Κανονισμού 4(η) φθάνει τα έξι.
Πρακτικό παράδειγμα: Ανήλικος ασθενής
Τοκετός τον Μάιο 2027 με ισχυριζόμενη ενδομήτρια υποξία. Η εγκεφαλική παράλυση διαγιγνώσκεται το 2029 και η πλήρης έκταση της βλάβης αποτιμάται όταν το παιδί φθάσει σχολική ηλικία.
Υπό τα άρθρα 6(2), 6(3), 16 και 22 του Ν.66(Ι)/2012, το χρονικό σημείο εντός του οποίου δύναται να εγερθεί αξίωση εκτείνεται πολύ πέραν της εξαετίας. Ο μαιευτήρας που θα έχει αφυπηρετήσει στο μεταξύ διαθέτει διετή επέκταση.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ:
Για την ουσιαστική προστασία ασθενών και ιατρών, απαιτείται επέκταση του χρονικού εύρους που παρέχει το προσχέδιο και καθορίζεται από τους Κανονισμούς 4(ε) και 4(η) ώστε να ευθυγραμμίζεται με τα χρονικά όρια του Ν.66(Ι)/2012 και να αποφεύγονται κενά κάλυψης.
Δ. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ:
1. Κανονισμός 2 Ερμηνεία: Προτείνεται η προσθήκη ορισμών «απαίτηση» και «περιστάσεις». «Σε καθεστώς claims made, η απουσία ορισμού της «απαίτησης» και «περιστάσεων» μεταθέτει το κρίσιμο ζήτημα στο δικαστήριο.
2. Κανονισμός 3 σε συνδυασμό με κανονισμό 4 (γ) Ο Κανονισμός 3 επιβάλλει την υποχρέωση ασφάλισης σε κάθε ιατρό, ρητώς και στον «εργοδοτούμενο», ενώ ο Κανονισμός 4(γ) ορίζει ως «ασφαλισμένο» αποκλειστικά τον κάτοχο του ασφαλιστηρίου και τους διοικητικούς συμβούλους ή συνεταίρους του. Συμφωνούμε στην φιλοσοφία να διατηρείται ασφαλιστήριο για κάθε εργοδοτούμενο αλλά θεωρούμε ορθότερο να υπάρχει η δυνατότητα ομαδικών ασφαλιστηρίων ή ασφαλιστηρίων εταιρειών/ νοσηλευτηρίων με σκοπό εξασφάλισης ευνοϊκότερων όρων, τιμολόγησης, ομοιόμορφης και ελεγχόμενης κάλυψης αλλά και απλούστερη διοικητικής διαχείρισης. Σίγουρα όμως με την φιλοσοφία ότι ο κάθε ιατρός εργοδοτούμενος θα διατηρεί ξεχωριστό όριο κάλυψης ως προνοείται από τους κανονισμούς
ΕΙΣΗΓΗΣΗ
Να διευκρινιστεί ρητώς — με προσθήκη δεύτερης παραγράφου στον Κανονισμό 3 — ότι η υποχρέωση ασφάλισης ιατρού που εργάζεται ή παρέχει υπηρεσίες για λογαριασμό εταιρείας ιατρών, νομικού προσώπου-παρόχου υπηρεσιών φροντίδας υγείας, κατά την έννοια του άρθρου 7Ζ του Νόμου, θεωρείται ότι εκπληρώνεται όταν ο ιατρός καλύπτεται, κατονομαζόμενος ως ασφαλισμένος, από ασφαλιστήριο ιατρικής αμέλειας που συνάπτει το εν λόγω νομικό πρόσωπο και το οποίο πληροί καθ’ όλα τις απαιτήσεις των Κανονισμών, εκδιδομένου Πιστοποιητικού Ασφάλισης Ιατρικής Αμέλειας για κάθε καλυπτόμενο ιατρό ξεχωριστά με ξεχωριστό όριο.
3. Κείμενο Προσχεδίου Κανονισμού 4(ε) «.. να περιλαμβάνει επέκταση εκκρεμούς ευθύνης των ασφαλισμένων που παύουν να ασκούν το επάγγελμα τους κατά τη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης τουλάχιστον δύο ετών·..
Πρακτικό παράδειγμα · Μετακίνηση χωρίς παύση του επαγγέλματος
Ορθοπεδικός εκτελεί αρθροπλαστική τον Μάρτιο 2027. Τον Σεπτέμβριο 2027 μετακινείται μόνιμα σε άλλο κράτος μέλος και δεν ανανεώνει το κυπριακό ασφαλιστήριο. Ο ασθενής εγείρει απαίτηση τον Ιούνιο 2030, εντός τριετίας από τη γνώση της βλάβης.
Ο ιατρός δεν έπαυσε να ασκεί το επάγγελμα· έπαυσε να ασκεί στη Δημοκρατία. Κατά γράμμα, ο Κανονισμός 4(ε) δεν ενεργοποιείται. Ακόμη και υπό διασταλτική ερμηνεία, η διετία θα είχε εξαντληθεί τον Σεπτέμβριο 2029.
Ο Κανονισμός 4(ε) ενεργοποιεί την επέκταση μόνο για ασφαλισμένους «που παύουν να ασκούν το επάγγελμα τους κατά τη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης». Κατά γράμμα, δεν καλύπτονται: ο ιατρός που παύει να ασκεί στη Δημοκρατία χωρίς να παύσει να ασκεί το επάγγελμα, ο ιατρός που μετακινείται μεταξύ εργοδοτών, σε περίπτωση θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας, ο ιατρός που δεν ανανεώνει κατά τη λήξη και όχι εντός της περιόδου και η Εταιρεία Ιατρών που διαλύεται.
Ο Κανονισμός 4(ε) επίσης προβλέπει επέκταση εκκρεμούς ευθύνης διάρκειας δύο ετών. Η διάρκεια αυτή δεν αντανακλά τον πραγματικό χρόνο εντός του οποίου δύναται να εγερθεί απαίτηση κατά τον Ν.66(Ι)/2012 περί παραγραφής, ο οποίος επιτρέπει την έγερση αξίωσης σε χρονικό σημείο που μπορεί να απέχει δεκαετίες από την ιατρική πράξη, ιδίως όταν η βλάβη καθίσταται γνωστή μεταγενέστερα ή όταν ο παθών είναι ανήλικος. (βλ ανωτέρω Γ3.)
ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΠΣΕΑΔ:
1. Η επέκταση εκκρεμούς ευθύνης του Κανονισμού 4(ε) να ενεργοποιείται σε κάθε περίπτωση λήξης, ακύρωσης ή μη ανανέωσης του ασφαλιστηρίου χωρίς αντικατάστασή του από ασφαλιστήριο με ίδια ή προγενέστερη αναδρομική ημερομηνία, περιλαμβανομένων της παύσης άσκησης στη Δημοκρατία, της μετακίνησης μεταξύ εργοδοτών, περίπτωσης θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας ,της αφυπηρέτησης κατά τη λήξη της περιόδου και της διάλυσης της Εταιρείας Ιατρών
2. Ο ΠΣΕΑΔ εισηγείται να αυξηθεί η διάρκεια της επέκτασης εκκρεμούς ευθύνης, με ρητή πρόβλεψη ότι για περιστατικά που αφορούν ανηλίκους η κάλυψη εκτείνεται τουλάχιστον μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου εντός του οποίου δύναται κατά νόμο να εγερθεί αξίωση.
4. Κείμενο Προσχεδίου Κανονισμού 4(στ)
(στ) να περιλαμβάνει όρο ότι ο ασφαλισμένος θα γνωστοποιεί στην ασφαλιστική επιχείρηση οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του εντός επτά εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της απαίτησης ή μόλις είναι εύλογα πρακτικό·
Πρακτικό παράδειγμα · Καθυστερημένη γνωστοποίηση (Καν. 4(στ))
Ιατρός λαμβάνει εξώδικη επιστολή απαίτησης ενόσω βρίσκεται σε άδεια. Την προωθεί στον ασφαλιστή τη δωδέκατη ημέρα, αντί της έβδομης εργάσιμης.
ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ:
1. Προσθήκη διάταξης ότι η μη τήρηση των προθεσμιών δεν αντιτάσσεται στον ζημιωθέντα τρίτο και ότι η κάλυψη δεν χάνεται εφόσον η καθυστέρηση δεν προκάλεσε πραγματική ζημία (π.χ απώλεια προθεσμιών άσκησης ενδίκων μέσων , απώλεια κρίσιμων στοιχείων, αδυναμία έγκαιρης συλλογής αποδεικτικών στοιχείων κλπ) στην ασφαλιστική επιχείρηση
2. Η προθεσμία των 7 ημερών για γνωστοποίηση απαίτησης είναι υπερβολικά περιοριστική και δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες άσκησης της ιατρικής. Ένας ιατρός συχνά έχει εφημερίες, χειρουργεία, νοσηλείες και αυξημένο κλινικό φόρτο, γεγονός που καθιστά πρακτικά αδύνατη την τήρηση της άνω προθεσμίας Η διατήρηση της προθεσμίας των 7 ημερών δημιουργεί κίνδυνο απώλειας κάλυψης για τυπικούς λόγους και όχι ουσιαστικούς. Απαιτείται η αύξηση της προθεσμίας σε ένα λογικό χρονικό πλαίσιο ανταπόκρισης.
3. Ορισμός της «απαίτησης» (βλ . ανωτέρω Κανονισμός 2 Ερμηνεία): αόριστη νομική έννοια η οποία επιδέχεται πολλές ερμηνείες
4. Ορισμός «μόλις είναι εύλογα πρακτικό»: αόριστη νομική έννοια η οποία επιδέχεται πολλές ερμηνείες.
5. Κείμενο Προσχεδίου Κανονισμού 4 (ζ)
(ζ) να περιλαμβάνει όρο ότι ο ασφαλισμένος θα γνωστοποιεί στην ασφαλιστική επιχείρηση οποιεσδήποτε περιστάσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν την έγερση απαίτησης εναντίον του εντός 30 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση των περιστάσεων αυτών·
ΕΙΣΗΓΗΣΗ;
Ορισμός των «περιστάσεων» (βλ . ανωτέρω Κανονισμός 2 Ερμηνεία).
6. Κείμενο Προσχεδίου Κανονισμού 4 (η)
«να περιλαμβάνει ως αναδρομική ημερομηνία ισχύος την ημερομηνία σύναψης της πρώτης σύμβασης ασφάλισης, εκτός αν η αναδρομική περίοδος κάλυψης είναι τουλάχιστον έξι έτη».
Ουδεμία μεταβατική ρύθμιση για ιατρικές πράξεις προγενέστερες της πρώτης υποχρεωτικής ασφάλισης . Απαιτείται μεταβατική διάταξη για τις ιατρικές πράξεις που τελέστηκαν πριν από την πρώτη υποχρεωτική ασφάλιση.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ: Να προστεθεί μεταβατική διάταξη που ορίζει ότι, για ιατρούς που ασκούσαν ήδη το επάγγελμα, η αναδρομική κάλυψη δεν δημιουργεί κενό για πράξεις ή παραλείψεις από την έναρξη ισχύος της νομοθετικής υποχρέωσης ασφάλισης, ήτοι από την 26η Ιανουαρίου 2025, εφόσον δεν υφίστατο ήδη γνωστή απαίτηση ή γνωστή περίσταση.
7. Κανονισμός 5: Ελάχιστα όρια κάλυψης ιατρικής αμέλειας
7.1. Κείμενο Προσχεδίου:
«5. (1) Τα ελάχιστα όρια κάλυψης σε σχέση με ιατρική αμέλεια συμπεριλαμβάνουν αποζημιώσεις, έξοδα απαιτητή και τόκους και καθορίζονται ως ακολούθως ανά συμβάν και συνολικά για την περίοδο ασφάλισης
– (α) φυσικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ως ιατρός αυτοτελώς εργαζόμενος και/ή ως εργοδοτούμενος €450.000 (τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ).
(β) Εταιρεία Ιατρών που παρέχει υπηρεσίες ιατρών €900.000 (εννιακόσιες χιλιάδες ευρώ).
7.2. Προβλήματα:
7.2.1. Το ίδιο ποσό ισχύει «ανά συμβάν και συνολικά για την περίοδο ασφάλισης»: το ετήσιο σύνολο ταυτίζεται με το όριο ανά συμβάν. Τα δύο όρια («ανά συμβαν» και «ανά περίοδο ασφάλισης εξυπηρετούν διαφορετικό σκοπό. Με την πρώτη απαίτηση εξαντλείται όλη η ετήσια κάλυψη.
Πρακτικό παράδειγμα – Η πρώτη απαίτηση εξαντλεί το έτος
Παθολόγος με όριο €450.000, ισχύον ταυτοχρόνως ανά συμβάν και ως ετήσιο σύνολο, αντιμετωπίζει δύο απαιτήσεις εντός του ίδιου ασφαλιστικού έτους. Η πρώτη διακανονίζεται και το συνολικό ποσό που καταλογίζεται στο ασφαλιστήριο, μαζί με έξοδα και τόκους, ανέρχεται σε €430.000.
Το υπόλοιπο του ετήσιου συνόλου είναι €20.000. Η δεύτερη απαίτηση, με εξακριβωθείσα ευθύνη €200.000, καλύπτεται κατά €20.000. Το έλλειμμα των €180.000 βαρύνει τον ιατρό προσωπικά και, εφόσον αυτός αδυνατεί, τον δεύτερο ασθενή.Ο ιατρός εξακολουθεί να κατέχει ασφαλιστήριο σε ισχύ και να πληροί τυπικά τον Κανονισμό 3.
Επιπρόσθετη παρατήρηση: Το άρθρο 386(1) του Ν.38(Ι)/2016 απαιτεί από κάθε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης «για ποσό τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€1.250.000) ανά απαίτηση και ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€1.850.000) συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις».
Η διάταξη αυτή παρατίθεται για τη δομή της και όχι για το ύψος της. Στο άρθρο 386(1) του Ν.38(Ι)/2016 ο νομοθέτης όρισε ετήσιο σύνολο (€1.850.000) υψηλότερο του ορίου ανά απαίτηση (€1.250.000). Η δομή αυτή αποτρέπει την εξάντληση της κάλυψης από την πρώτη απαίτηση εντός του έτους, αποτέλεσμα στο οποίο οδηγεί ο Κανονισμός 5(1) του προσχεδίου με την ταύτιση των δύο μεγεθών.
Το ίδιο ισχύει εδώ και με μεγαλύτερη ένταση, διότι το αντικείμενο δεν είναι οικονομική ζημία αλλά σωματική βλάβη. Ο Κανονισμός 5(1) του προσχεδίου, ταυτίζοντας τα δύο μεγέθη, οδηγεί στο αποτέλεσμα ότι ιατρός με εξαντληθέν όριο εξακολουθεί τυπικά να πληροί την υποχρέωση του Κανονισμού 3 ενώ ασκεί ιατρική χωρίς πραγματική κάλυψη.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ: Να διαχωριστεί το όριο ανά συμβάν από το ετήσιο σύνολο, με το δεύτερο να ορίζεται σε επίπεδο όχι κατώτερο του διπλασίου του πρώτου.
Προστίθεται στο σημείο αυτό ο προβληματισμός ότι, όταν η εταιρεία ιατρών είναι ασφαλισμένη με όριο €900.000 και ο εργοδοτούμενος ιατρός με όριο €450.000, δημιουργείται ουσιώδης ασάφεια ως προς το πραγματικό όριο αποζημίωσης που εφαρμόζεται στον εργοδοτούμενο ιατρό. Δεν καθίσταται σαφές ποιο όριο ενεργοποιείται σε απαίτηση εναντίον του ιατρού για ποσό πέραν των €450.000: το προσωπικό όριο του ιατρού, το εταιρικό όριο, ή και τα δύο συσσωρευτικά υπό το πρίσμα της εκ προστήσεως ευθύνης. Η ασάφεια αυτή επηρεάζει τόσο την έκταση της κάλυψης του ιατρού όσο και την ασφάλεια δικαίου του ασθενή και χρήζει ρητής διευκρίνισης στον Κανονισμό.
Παράδειγμα
Εταιρεία Ιατρών ασφαλισμένη €900.000 και εργοδοτούμενος ιατρός €450.000 λαμβάνει αγωγή εναντίον του ο ιατρός για απαίτηση €1.000.000.
Σε αυτή την περίπτωση δύναται η ασφαλιστική να αποζημίωση €450.000 μόνο , να εξετάσει το ενδεχόμενο να πληρώσει εκ προσκτήσεως το υπόλοιπο ποσό αλλά όχι πέραν τον €900.000.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ:
Το όριο να είναι ξεχωριστό ανά εργοδοτούμενων για να μην προκύπτουν τα πιο πάνω θέματα και παράλληλα να μην υπάρχει το θέμα διάβρωσης του συσσωρευτικού ορίου όταν έχουμε πέραν του ενός ατόμου ασφαλισμένου.
7.2.2 Ενιαίο όριο για όλες τις ειδικότητες, χωρίς διαβάθμιση κινδύνου
Ο Κανονισμός 5(1) ορίζει €450.000 για κάθε φυσικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ως ιατρός και €900.000 για κάθε Εταιρεία Ιατρών, ανεξαρτήτως ειδικότητας, αριθμού ιατρών ή εύρους υπηρεσιών, και τα ποσά αυτά ισχύουν ταυτοχρόνως ανά συμβάν και ως ετήσιο σύνολο.
Η Απόφαση 5(1) της Κ.Δ.Π. 496/2020 ακολουθεί την αντίθετη λογική. Για φυσικά πρόσωπα ορίζει €300.000 για τον προσωπικό ιατρό, €450.000 για τον ειδικό ιατρό, €50.000 για τον οδοντίατρο και €100.000 για τον νοσηλευτή και τη μαία. Για νομικά πρόσωπα ορίζει €600.000 για εταιρεία προσωπικών ιατρών, €900.000 για εταιρεία ειδικών ιατρών και €1.000.000 για κέντρο ανακουφιστικής φροντίδας ή ιατρικής αποκατάστασης. Για νοσηλευτήρια ορίζει €1.000.000 για κλινικές ημερήσιας νοσηλείας, €2.000.000 για κλινικές, €3.000.000 για πολυκλινικές και €4.000.000 για δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτήρια.
Η διαβάθμιση των ελάχιστων ορίων κατά κατηγορία κινδύνου δεν αποτελεί ξένη προς την κυπριακή έννομη τάξη σύλληψη. Έχει ήδη υιοθετηθεί με την Απόφαση 5(1) της Κ.Δ.Π. 496/2020, η οποία δημοσιεύθηκε την 23η Οκτωβρίου 2020 και διαβαθμίζει σε δεκατρείς κατηγορίες παροχέων. Το ζητούμενο δεν είναι η εισαγωγή νέας αρχής αλλά η επέκταση υφιστάμενης.
Η ισοπέδωση παράγει δύο αποτελέσματα. Ο ιατρός χαμηλού κινδύνου επιβαρύνεται με όριο υψηλότερο του αναγκαίου και ο ασθενής του υψηλού κινδύνου προστατεύεται λιγότερο από ό,τι απαιτεί η έκθεσή του. Καμία από τις δύο συνέπειες δεν εξυπηρετεί τον σκοπό του άρθρου 7Ζ.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ:
Διαβάθμιση των ελάχιστων ορίων κατά κατηγορία κινδύνου: Να αντικατασταθεί το ενιαίο όριο του Κανονισμού 5(1)(α) με κλίμακα τριών ή τεσσάρων βαθμίδων η οποία να αντανακλά την πραγματικά ασκούμενη δραστηριότητα του ιατρού. Η βασική βαθμίδα να διατηρεί το ποσό του προσχεδίου, ώστε καμία κατηγορία ιατρών να μην επιβαρυνθεί σε σχέση με το υπό διαβούλευση κείμενο. Η κατάταξη να γίνεται βάσει της φύσης και του επιπέδου κινδύνου της δραστηριότητας που ασκείται, και όχι αποκλειστικά βάσει του τίτλου της ειδικότητας, ώστε ο ιατρός που ασκεί δραστηριότητα υψηλότερου κινδύνου να κατατάσσεται στην αντίστοιχη βαθμίδα.
Παράδειγμα κλιμακωτού μοντέλου:
1. Βασική βαθμίδα – Χαμηλός κίνδυνος – Να περιλαμβάνει δραστηριότητες με περιορισμένη επεμβατικότητα και χαμηλή πιθανότητα σοβαρής βλάβης- Ασφαλιστικό όριο: Το ποσό του προσχεδίου.
2. Μεσαία βαθμίδα – Μέτριος κίνδυνος: Να περιλαμβάνει πράξεις με αυξημένη τεχνική δυσκολία ή επεμβατικότητα, αλλά χωρίς υψηλή πιθανότητα καταστροφικών επιπλοκών- Ασφαλιστικό όριο: Αυξημένο σε σχέση με τη βασική βαθμίδα.
3. Ανώτερη βαθμίδα – Υψηλός κίνδυνος Περιλαμβάνει δραστηριότητες με σημαντική πιθανότητα σοβαρής βλάβης, υψηλή τεχνική δυσκολία ή πράξεις που επηρεάζουν ζωτικά συστήματα- Ασφαλιστικό όριο: Ανώτερο, ώστε να αντανακλά τον πραγματικό κίνδυνο της πράξης.
7.2.3. Ενιαίο όριο €900.000 για κάθε Εταιρεία Ιατρών, ανεξαρτήτως αριθμού ιατρών και ειδικοτήτων
Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Επαγγελματιών Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών (ΠΣΕΑΔ) υπέβαλε στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Υγείας, με επιστολή ημερομηνίας 17 Απριλίου 2024 (Αρ. Φακ. 23.02.065.003-2024), τις θέσεις του επί του τότε νομοσχεδίου που κατέληξε στον περί Εγγραφής Ιατρών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2024, Ν.115(Ι)/2024. Στο υπόμνημα εκείνο επισήμανε τέσσερα ζητήματα μεταξύ άλλων και της ανεπάρκειας του ενιαίου ορίου για νομικό πρόσωπο με πολλούς ιατρούς.
Σενάριο : απαίτηση σε ν.π με έξι γυναικολόγους
Απαίτηση: €780.000
Έξοδα απαιτητή + τόκοι: €120.000
Σύνολο: €900.000
Το όριο εξαντλείται από την πρώτη υπόθεση και ο σκοπός της υποχρεωτικής ασφάλισης παύει να λειτουργεί Νομικό πρόσωπο με έξι γυναικολόγους δεν μπορεί να καλύπτεται σωρευτικά με το ίδιο ποσό που καλύπτει εταιρεία με δύο ιατρούς Είναι παράλογο και ασφαλιστικά λανθασμένο να έχει μια Εταιρεία Ιατρών με έξι γυναικολόγους το ίδιο ετήσιο όριο (€900.000) με μια εταιρεία που έχει δύο γιατρούς. Το όριο εξαντλείται με μία απαίτηση, αφήνοντας ακάλυπτους τους υπόλοιπους γιατρούς και τους ασθενείς τους.
ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ: το ασφαλιστήριο συμβόλαιο να καλύπτει τον κάθε ιατρό εργοδοτούμενο της εταιρείας με ξεχωριστό όριο και κατ ’επέκταση το συσωρευτικό θα πρέπει να είναι τουλάχιστο το σύνολο του ορίου συσσωρευτικά όλων των ιατρών
Παράδειγμα: όπως αναφέρθηκε το παράδειγμα με την εταιρεία των 5 γυναικολόγων θα πρέπει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο να καλύπτει τον κάθε ιατρό εργοδοτούμενο της εταιρείας με ξεχωριστό όριο και κατ ’επέκταση το συσωρευτικό θα πρέπει να είναι τουλάχιστο το σύνολο του ορίου συσσωρευτικά όλων των ιατρών
8. Κανονισμός 6: Ελάχιστο όριο κάλυψης εξόδων υπεράσπισης ιατρικής αμέλειας
«Το ελάχιστο όριο κάλυψης εξόδων υπεράσπισης σε σχέση με ιατρική αμέλεια καθορίζεται σε €50.000 (πενήντα χιλιάδες ευρώ) πέραν του ορίου κάλυψης αποζημιώσεων, εξόδων απαιτητή και τόκων για κάθε περίοδο ασφάλισης.»
ΕΙΣΗΓΗΣΗ:
Διατήρηση της αρχής ότι τα έξοδα υπεράσπισης είναι πρόσθετα, με αναπροσαρμογή του ποσού ανά βαθμίδα κινδύνου.
9. Κανονισμός 8: Το ασφαλιστήριο ιατρικής αμέλειας δεν απαιτείται να καλύπτει
(γ) νέας γενιάς αναδυόμενες ασθένειες για τις οποίες δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για αξιολόγηση τους από την επιστημονική κοινότητα ως προς τους τρόπους μετάδοσής τους, τη θεραπεία τους και τις επιπτώσεις τους·
ΕΙΣΗΓΗΣΗ:
Αντικατάσταση του υποκειμενικού κριτηρίου των «επαρκών δεδομένων» (ποιος θα καθορίσει αν υπάρχουν επαρκή δεδομένα) με παραπομπή σε κήρυξη αρμόδιας αρχής.
10. Κανονισμός 9 σε συνδυασμό με Κανονισμό 10:
Κανονισμός 9: «Η ασφαλιστική επιχείρηση που εκδίδει ασφαλιστήριο ιατρικής αμέλειας για τους σκοπούς του Νόμου, οφείλει ταυτόχρονα να εκδώσει Πιστοποιητικό Ασφάλισης Ιατρικής Αμέλειας σύμφωνα με το έντυπο του Παραρτήματος Ι.»
Κανονισμός 10: « Κάθε κάτοχος του ασφαλιστηρίου ιατρικής αμέλειας για τους σκοπούς του Νόμου οφείλει να προσκομίζει στο Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου το Πιστοποιητικό Ασφάλισης Ιατρικής Αμέλειας και/ή το ασφαλιστήριο ιατρικής αμέλειας όποτε του ζητηθεί από τον αρμόδιο λειτουργό του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου.»
Ο Κανονισμός 9 προβλέπει την έκδοση Πιστοποιητικού Ασφάλισης και ο Κανονισμός 10 υποχρεώνει τον κάτοχο να το προσκομίζει στο Ιατρικό Συμβούλιο «όποτε του ζητηθεί». Καμία διάταξη δεν υποχρεώνει την ασφαλιστική επιχείρηση να γνωστοποιεί ακύρωση, λήξη ή μη ανανέωση.
Ο έλεγχος που προβλέπει ο Κανονισμός 10 είναι κατασταλτικός και διενεργείται «όποτε του ζητηθεί». Ελλείψει διάταξης που να υποχρεώνει την ασφαλιστική επιχείρηση σε γνωστοποίηση, το Ιατρικό Συμβούλιο πληροφορείται τη διακοπή της κάλυψης αφού αυτή έχει επέλθει, και ενδεχομένως αφού έχει τελεστεί η ιατρική πράξη για την οποία θα εγερθεί η απαίτηση.
Για σύγκριση, στο πλαίσιο του ΓεΣΥ ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας διαθέτει εξουσία αναστολής ή τερματισμού της σύμβασης (άρθρο 40(1) του Ν.89(Ι)/2001) και επιβολής διοικητικού προστίμου έως τριάντα χιλιάδες ευρώ (άρθρο 63(2)). Το προσχέδιο δεν προβλέπει καμία αντίστοιχη κύρωση.
Το Πιστοποιητικό του Παραρτήματος Ι, το οποίο εκδίδεται δυνάμει του Κανονισμού 9, περιλαμβάνει πεδία για την περίοδο ασφάλισης, το όριο κάλυψης και τα έξοδα υπεράσπισης. Δεν περιλαμβάνει πεδίο για την αναδρομική ημερομηνία ούτε για το αφαιρετέο ποσό.
Υπό τον Κανονισμό 4(η), η αναδρομική ημερομηνία καθορίζει αν το ασφαλιστήριο καταλαμβάνει την επίμαχη ιατρική πράξη. Πιστοποιητικό που δεν την αναγράφει δεν επιτρέπει στο Ιατρικό Συμβούλιο, κατά τον έλεγχο του Κανονισμού 10, ούτε στον ίδιο τον ιατρό, να διαπιστώσει αν υφίσταται κενό.
Πρακτικό παράδειγμα · Η ακύρωση που κανείς δεν ανακοινώνει
Ασφαλιστήριο ακυρώνεται τον Απρίλιο λόγω μη καταβολής ασφαλίστρου. Ο ιατρός συνεχίζει να χειρουργεί. Τον Οκτώβριο, κατά τον δειγματοληπτικό έλεγχο του Κανονισμού 10, το Ιατρικό Συμβούλιο ζητά το Πιστοποιητικό και διαπιστώνει το κενό.
Στο μεσοδιάστημα των έξι μηνών τελέστηκαν ιατρικές πράξεις χωρίς κάλυψη. Ο Κανονισμός 4(η) δεν βοηθά, διότι μεταγενέστερο ασφαλιστήριο δεν θα καλύψει περίοδο κατά την οποία ο ιατρός τελούσε εν γνώσει του ανασφάλιστος. Καμία διάταξη δεν υποχρέωνε την ασφαλιστική επιχείρηση να ανακοινώσει την ακύρωση
ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ:
1. Να θεσπιστεί υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να γνωστοποιεί στο Ιατρικό Συμβούλιο, εντός επτά ημερών, την έκδοση, ανανέωση, ακύρωση, λήξη, μη ανανέωση ή ουσιώδη μεταβολή κάθε ασφαλιστηρίου που εκδίδεται για τους σκοπούς του Νόμου, και να τηρείται αντίστοιχο μητρώο από το Ιατρικό Συμβούλιο.
2. Να προστεθούν στο Πιστοποιητικό του Παραρτήματος Ι πεδία για την αναδρομική ημερομηνία, τη διάρκεια της εκτεταμένης περιόδου γνωστοποίησης, τη βαθμίδα κινδύνου και το αφαιρετέο ποσό.
3. Να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος από την έναρξη ισχύος των Κανονισμών για την προσαρμογή των υφιστάμενων ατομικών και ομαδικών ασφαλιστηρίων.
11. ΛΟΙΠΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
• Ο Κανονισμός 1 αναφέρεται σε «Κανονισμούς του 2026», ενώ το Πιστοποιητικό του Παραρτήματος Ι πιστοποιεί συμμόρφωση με «τους περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμούς του 2025». Η αναφορά χρήζει διόρθωσης.
• Στον Κανονισμό 8 η αρίθμηση μεταβαίνει από το στοιχείο (ιδ) απευθείας στο (ιστ). Το στοιχείο (ιε) απουσιάζει.
Γ. Γενικό Συμπέρασμα:
Ο ΠΣΕΑΔ επαναλαμβάνει ότι η υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης στο ιατρικό επάγγελμα είναι ορθή και αναγκαία. Οι παρατηρήσεις που προηγήθηκαν αφορούν αποκλειστικά την τεχνική αρτιότητα του κανονιστικού κειμένου. Ένα ασφαλιστήριο που δεν ανταποκρίνεται όταν εγερθεί η απαίτηση δεν προστατεύει ούτε τον ασθενή ούτε τον ιατρό, και εκθέτει την ίδια την ασφαλιστική επιχείρηση σε δικαστικές αμφισβητήσεις για τις οποίες οι Κανονισμοί θα μπορούσαν να είχαν δώσει απάντηση εκ των προτέρων.
Ο Σύνδεσμος παραμένει στη διάθεση του Υπουργείου Υγείας και του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου για κάθε περαιτέρω διαβούλευση, διευκρίνιση ή συνάντηση επί των θέσεων που διατυπώνονται στην παρούσα.
Ο Πρόεδρος του Δ.Σ Η Γραμματέας του Δ.Σ
ΠΑΝΟΣ ΤΣΙΟΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ
1. Εισαγωγή
Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Ιδιωτικών Νοσηλευτηρίων (ΠΑΣΙΝ), ο οποίος εκπροσωπεί τα αδειούχα ιδιωτικά νοσηλευτήρια της Κύπρου και λειτουργεί στο πλαίσιο της Ομοσπονδίας Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ), υποβάλλει με την παρούσα τις θέσεις και εισηγήσεις του επί του προσχεδίου των περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμών του 2026, που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 7Ζ του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου, Κεφ. 250, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του Υπουργείου Υγείας ημερομηνίας 24 Αυγούστου 2026. Η παρούσα τοποθέτηση διαμορφώθηκε κατόπιν διαβούλευσης με τα μέλη του Συνδέσμου και σχετικής νομικής επισκόπησης.
Η τοποθέτηση του Συνδέσμου απορρέει από τη θεσμική του ευθύνη έναντι των μελών του και του συστήματος υγείας ευρύτερα: τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια απασχολούν και συνεργάζονται με σημαντικό μέρος του ιατρικού δυναμικού της χώρας και η απρόσκοπτη ασφαλισιμότητα των ιατρών αποτελεί προϋπόθεση της στελέχωσης και της συνέχειας παροχής υπηρεσιών φροντίδας υγείας προς τους ασθενείς.
2. Θέση αρχής
Ο ΠΑΣΙΝ στηρίζει ανεπιφύλακτα την αρχή της υποχρεωτικής ασφάλισης έναντι αστικής ευθύνης για ιατρική αμέλεια. Η συντριπτική πλειοψηφία των μελών μας απαιτεί ήδη, ως πάγια καλή πρακτική, την ύπαρξη ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης των ιατρών που εργάζονται ή συνεργάζονται με αυτά — είτε μέσω ατομικών ασφαλιστηρίων είτε μέσω ομαδικών ασφαλιστηρίων που συνάπτει το ίδιο το νοσηλευτήριο. Η θεσμοθέτηση ενιαίου πλαισίου κινείται συνεπώς προς την ορθή κατεύθυνση και προστατεύει τόσο τους ασθενείς όσο και τους ίδιους τους ιατρούς.
Η υποστήριξη αυτή συνοδεύεται από μία θεμελιώδη επιφύλαξη ως προς τη φιλοσοφία επιμέρους προνοιών του προσχεδίου: εφόσον η ασφάλιση καθίσταται νόμιμη προϋπόθεση άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, η νομοθεσία οφείλει να διευκολύνει την ασφάλιση των ιατρών και να διασφαλίζει πραγματική — όχι απλώς τυπική — κάλυψη. Δεν επιτρέπεται το κανονιστικό πλαίσιο να παρέχει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ευχέρειες προσχηματικής άρνησης ή αποκλεισμού από την κάλυψη, φαινόμενο που καθίσταται ιδιαίτερα ανησυχητικό εν όψει της παρατηρούμενης έξαρσης αγωγών εναντίον ιατρών. Ιατρός που καταβάλλει ασφάλιστρα και βρίσκεται εντούτοις ακάλυπτος κατά την ώρα της απαίτησης — ή ιατρός που αδυνατεί να εξεύρει ασφαλιστική κάλυψη και ως εκ τούτου αποκλείεται από την άσκηση του επαγγέλματός του — συνιστούν αποτελέσματα αντίθετα προς τον ίδιο τον σκοπό των Κανονισμών.
Υπό το πρίσμα αυτό, οι εισηγήσεις που ακολουθούν διαρθρώνονται σε τέσσερις άξονες: (α) αποσαφήνιση του τρόπου εκπλήρωσης της υποχρέωσης ασφάλισης για ιατρούς που παρέχουν υπηρεσίες για λογαριασμό νοσηλευτηρίων, με ρητή αναγνώριση των ομαδικών ασφαλιστηρίων εργοδότη, (β) οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής των Κανονισμών σε σχέση με τα νομικά πρόσωπα και τις υφιστάμενες υποχρεώσεις των νοσηλευτηρίων, (γ) περιορισμός των προνοιών που επιτρέπουν προσχηματικό αποκλεισμό από την κάλυψη, και (δ) θέσπιση μηχανισμού εγγυημένης ασφαλισιμότητας.
3. Αναλυτικές παρατηρήσεις και εισηγήσεις ανά Κανονισμό
3.1 Κανονισμοί 3 και 4(γ) — Εκπλήρωση της υποχρέωσης μέσω ομαδικού ασφαλιστηρίου εργοδότη-νοσηλευτηρίου
Ο Κανονισμός 3 επιβάλλει την υποχρέωση ασφάλισης σε κάθε ιατρό, ρητώς και στον «εργοδοτούμενο», ενώ ο Κανονισμός 4(γ) ορίζει ως «ασφαλισμένο» αποκλειστικά τον κάτοχο του ασφαλιστηρίου και τους διοικητικούς συμβούλους ή συνεταίρους του. Επισημαίνεται ότι το ίδιο το άρθρο 7Ζ του Νόμου λαμβάνει ρητώς υπόψη την περίπτωση κατά την οποία ιατρός παρέχει υπηρεσίες για λογαριασμό νομικού προσώπου που είναι πάροχος υπηρεσιών φροντίδας υγείας. Το προσχέδιο των Κανονισμών, ωστόσο, δεν εξειδικεύει την περίπτωση αυτή: από τον συνδυασμό των Κανονισμών 3 και 4(γ) δεν προκύπτει εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις ομαδικό ή ομπρελικό ασφαλιστήριο που συνάπτει ο εργοδότης-νοσηλευτήριο, καλύπτοντας ονομαστικά τους ιατρούς που εργάζονται ή παρέχουν υπηρεσίες για λογαριασμό του, εκπληρώνει την υποχρέωση του Κανονισμού 3. Ζητούμε όπως το σημείο αυτό διευκρινιστεί ρητώς, ώστε το δευτερογενές δίκαιο να εναρμονίζεται πλήρως με την πρόβλεψη του εξουσιοδοτικού νόμου.
Η πρακτική των ομαδικών ασφαλιστηρίων είναι η κρατούσα στα ιδιωτικά νοσηλευτήρια, εξασφαλίζει δε ομοιόμορφη και ελεγχόμενη κάλυψη, ευνοϊκότερους όρους λόγω συγκέντρωσης κινδύνου και απλούστερη διοικητική διαχείριση. Η μη αναγνώρισή της θα υποχρέωνε εκατοντάδες εργοδοτούμενους ιατρούς σε δεύτερη, ατομική ασφάλιση, με διπλά ασφάλιστρα για τον ίδιο κίνδυνο, χωρίς οποιαδήποτε πρόσθετη προστασία των ασθενών, και θα λειτουργούσε ως αδικαιολόγητο αντικίνητρο απασχόλησης ιατρών στα νοσηλευτήρια.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 1
Να διευκρινιστεί ρητώς — με προσθήκη δεύτερης παραγράφου στον Κανονισμό 3 — ότι η υποχρέωση ασφάλισης ιατρού που εργάζεται ή παρέχει υπηρεσίες για λογαριασμό νομικού προσώπου-παρόχου υπηρεσιών φροντίδας υγείας, κατά την έννοια του άρθρου 7Ζ του Νόμου, θεωρείται ότι εκπληρώνεται όταν ο ιατρός καλύπτεται, κατονομαζόμενος ως ασφαλισμένος, από ασφαλιστήριο ιατρικής αμέλειας που συνάπτει το εν λόγω νομικό πρόσωπο και το οποίο πληροί καθ’ όλα τις απαιτήσεις των Κανονισμών, εκδιδομένου Πιστοποιητικού Ασφάλισης Ιατρικής Αμέλειας για κάθε καλυπτόμενο ιατρό ξεχωριστά. Αντίστοιχα, στον Κανονισμό 4(γ) να προστεθεί υποστοιχείο (iii): «τους ιατρούς που εργάζονται ή παρέχουν υπηρεσίες για λογαριασμό του κατόχου του ασφαλιστηρίου και κατονομάζονται στο ασφαλιστήριο, σε σχέση με την άσκηση ιατρικής στο πλαίσιο αυτό».
3.2 Έννοια «Εταιρείας Ιατρών» — Οριοθέτηση πεδίου εφαρμογής για τα νομικά πρόσωπα
Το προσχέδιο επιβάλλει αυξημένο ελάχιστο όριο κάλυψης (€900.000) στις «Εταιρείες Ιατρών», χωρίς ωστόσο να οριοθετεί την έννοια αυτή σε σχέση με τα νομικά πρόσωπα που λειτουργούν ιδιωτικά νοσηλευτήρια. Κατά την άποψή μας, εταιρεία που λειτουργεί ιδιωτικό νοσηλευτήριο δεν συνιστά αυτομάτως «Εταιρεία Ιατρών» για τους σκοπούς του άρθρου 7Ζ· τούτο κρίνεται κατά περίπτωση, αναλόγως της νομικής μορφής και του τρόπου λειτουργίας εκάστης εταιρείας. Η ασάφεια αυτή ενέχει τον κίνδυνο εσφαλμένης υπαγωγής νοσηλευτηρίων σε υποχρέωση που ο νομοθέτης προόρισε για διαφορετική κατηγορία νομικών προσώπων, με αντίστοιχη αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνση.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 2
Να αποσαφηνιστεί, είτε στους Κανονισμούς είτε με ερμηνευτική καθοδήγηση του Ιατρικού Συμβουλίου, ότι νομικό πρόσωπο που λειτουργεί αδειούχο ιδιωτικό νοσηλευτήριο δεν θεωρείται, εκ μόνου του γεγονότος αυτού, «Εταιρεία Ιατρών» για τους σκοπούς του άρθρου 7Ζ και των Κανονισμών, και να καθοριστούν τα κριτήρια υπαγωγής στην έννοια αυτή.
3.3 Διάκριση της ασφάλισης του ιατρού από την ιδία ευθύνη του νοσηλευτηρίου
Η ασφαλιστική κάλυψη που απαιτούν οι Κανονισμοί αφορά την επαγγελματική ευθύνη του ιατρού και δεν καλύπτει — ούτε δύναται να νοηθεί ότι υποκαθιστά — την ιδία ευθύνη του νοσηλευτηρίου, όπως αυτή απορρέει ιδίως από τον περί Ιδιωτικών Νοσηλευτηρίων (Έλεγχος Ίδρυσης και Λειτουργίας) Νόμο του 2001, Ν. 90(Ι)/2001 (ενδεικτικά, άρθρα 10(1) και 13(3) αναφορικά με τον υπεύθυνο ιατρό λειτουργίας και τις υποχρεώσεις της διεύθυνσης έναντι των ασθενών για την παροχή κατάλληλης περίθαλψης και φροντίδας). Τα νοσηλευτήρια διατηρούν και θα εξακολουθήσουν να διατηρούν ίδια ασφαλιστική κάλυψη για την ευθύνη αυτή. Προς αποφυγή ερμηνευτικής σύγχυσης και αλληλεπικάλυψης υποχρεώσεων μεταξύ των δύο νομοθετικών πλαισίων, το σημείο χρήζει ρητής αποτύπωσης.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 3
Να διευκρινιστεί ότι οι Κανονισμοί ρυθμίζουν αποκλειστικά την ασφάλιση της επαγγελματικής ευθύνης των ιατρών και των Εταιρειών Ιατρών και δεν θίγουν, δεν επικαλύπτουν, ούτε υποκαθιστούν τις ασφαλιστικές ή άλλες υποχρεώσεις που υπέχουν τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια δυνάμει του Ν. 90(Ι)/2001 ή άλλης νομοθεσίας για την ιδία τους ευθύνη.
3.4 Κανονισμός 4(στ) και 4(ζ) — Προθεσμίες γνωστοποίησης και συνέπειες εκπρόθεσμης γνωστοποίησης
Το προσχέδιο απαιτεί γνωστοποίηση κάθε απαίτησης στην ασφαλιστική επιχείρηση εντός επτά εργάσιμων ημερών και γνωστοποίηση «οποιωνδήποτε περιστάσεων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν την έγερση απαίτησης» εντός τριάντα εργάσιμων ημερών. Οι πρόνοιες αυτές, ως έχουν, συνιστούν τους πλέον συνήθεις διεθνώς λόγους άρνησης κάλυψης: η προθεσμία των επτά ημερών είναι ασφυκτική για ιατρό εν ενεργεία, ενώ η έννοια των «περιστάσεων» είναι τόσο αόριστη ώστε σχεδόν κάθε κλινική επιπλοκή να μπορεί εκ των υστέρων να χαρακτηριστεί ως τέτοια, παρέχοντας στον ασφαλιστή έρεισμα απόρριψης της απαίτησης για αμιγώς τυπικούς λόγους.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 4
Στον Κανονισμό 4(στ), η προθεσμία να οριστεί σε δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες. Στον Κανονισμό 4(ζ), η φράση «οποιεσδήποτε περιστάσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν την έγερση απαίτησης» να αντικατασταθεί με αντικειμενικά προσδιορίσιμα γεγονότα (γραπτή απαίτηση ή αξίωση, επίδοση δικογράφου, έναρξη πειθαρχικής ή ποινικής διαδικασίας, γραπτή δήλωση πρόθεσης έγερσης αξίωσης). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις να προστεθεί επιφύλαξη ως εξής: «Νοείται ότι η εκπρόθεσμη γνωστοποίηση δεν απαλλάσσει την ασφαλιστική επιχείρηση από την υποχρέωση κάλυψης, εκτός εάν και στο μέτρο που η ασφαλιστική επιχείρηση αποδείξει ότι υπέστη πραγματική ζημία συνεπεία της καθυστέρησης.»
3.5 Κανονισμός 4(δ) και 4(ε) — Πρόσθετη περίοδος γνωστοποίησης και κάλυψη εκκρεμούς ευθύνης (run-off)
Η πρόσθετη περίοδος γνωστοποίησης των τριάντα ημερών και, κυρίως, η ελάχιστη διετής επέκταση εκκρεμούς ευθύνης για ιατρούς που παύουν να ασκούν το επάγγελμα είναι αναντίστοιχες με τον πραγματικό χρονικό ορίζοντα έγερσης αξιώσεων ιατρικής αμέλειας. Οι σχετικές αξιώσεις εγείρονται συχνά έτη μετά το επίμαχο περιστατικό — κατ’ εξοχήν δε στις περιπτώσεις ανηλίκων ασθενών, όπου ο χρόνος παραγραφής αναστέλλεται επί μακρόν. Σε καθεστώς ασφαλιστηρίων βάσης απαιτήσεων (claims-made), ιατρός που αφυπηρετεί καλύπτεται μόνο για απαιτήσεις που θα εγερθούν εντός της διετίας, μένοντας στη συνέχεια προσωπικά εκτεθειμένος για το σύνολο της επαγγελματικής του διαδρομής, και μαζί του εκτεθειμένος μένει και ο ζημιωθείς ασθενής.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 5
Στον Κανονισμό 4(δ), η πρόσθετη περίοδος γνωστοποίησης να οριστεί σε ενενήντα (90) τουλάχιστον ημέρες. Στον Κανονισμό 4(ε), η ελάχιστη διάρκεια της επέκτασης εκκρεμούς ευθύνης να οριστεί σε έξι (6) τουλάχιστον έτη, σε συνέπεια με την εξαετή αναδρομική κάλυψη του Κανονισμού 4(η), με ρητή μέριμνα ώστε για περιστατικά που αφορούν ανηλίκους η κάλυψη να εκτείνεται τουλάχιστον μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου εντός του οποίου δύναται κατά νόμο να εγερθεί αξίωση.
3.6 Κανονισμός 5 — Ελάχιστα όρια κάλυψης: ταύτιση ορίου ανά συμβάν και ετήσιου συνολικού ορίου
Τα ελάχιστα όρια των €450.000 για φυσικά πρόσωπα και €900.000 για Εταιρείες Ιατρών καθορίζονται «ανά συμβάν και συνολικά για την περίοδο ασφάλισης». Η ταύτιση του ορίου ανά συμβάν με το ετήσιο συνολικό όριο έχει ως συνέπεια ότι μία και μόνη σοβαρή απαίτηση δύναται να εξαντλήσει την κάλυψη ολόκληρου του ασφαλιστικού έτους: ο ιατρός συνεχίζει τυπικώς να πληροί την υποχρέωση ασφάλισης, ενώ ουσιαστικά ασκεί ιατρική ακάλυπτος για κάθε μεταγενέστερη απαίτηση εντός του ίδιου έτους — έκθεση που πλήττει εξίσου τους ασθενείς.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 6
Το ετήσιο συνολικό όριο κάλυψης να ορίζεται τουλάχιστον στο διπλάσιο του ορίου ανά συμβάν, άλλως να προβλεφθεί υποχρεωτικός μηχανισμός αυτόματης επαναφοράς (reinstatement) του ορίου κάλυψης μετά την εξάντλησή του εντός της περιόδου ασφάλισης.
3.7 Κανονισμός 6 — Ελάχιστο όριο κάλυψης εξόδων υπεράσπισης
Το όριο των €50.000 για έξοδα υπεράσπισης καθορίζεται ανά περίοδο ασφάλισης και όχι ανά απαίτηση. Το κόστος υπεράσπισης σε σοβαρή δικαστική διαδικασία ιατρικής αμέλειας — με πραγματογνωμοσύνες, εμπειρογνώμονες και πολυετή εκδίκαση — δύναται αφ’ εαυτού να υπερβεί το ποσό αυτό· όταν δε συρρέουν περισσότερες απαιτήσεις εντός του ίδιου έτους, η κάλυψη καθίσταται προδήλως ανεπαρκής. Υπενθυμίζεται ότι η αποτελεσματική υπεράσπιση λειτουργεί και προς όφελος της ουσιαστικής διερεύνησης κάθε υπόθεσης.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 7
Το ελάχιστο όριο κάλυψης εξόδων υπεράσπισης να καθοριστεί ανά απαίτηση και όχι ανά περίοδο ασφάλισης, άλλως το ετήσιο όριο να αυξηθεί αναλόγως ώστε να καλύπτει ρεαλιστικά το ενδεχόμενο περισσότερων της μίας απαιτήσεων.
3.8 Κανονισμός 7 — Μη επιτρεπόμενες εξαιρέσεις: θετική πρόνοια προς διεύρυνση
Ο ΠΑΣΙΝ χαιρετίζει ρητώς τον Κανονισμό 7, ο οποίος απαγορεύει εξαιρέσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενειών (επιπλοκές εγκυμοσύνης, AIDS, ηπατίτιδα, γενετικές ανωμαλίες) καθώς και για την παράβαση ενημέρωσης και λήψης συναίνεσης του ασθενούς. Η πρόνοια αποτυπώνει ακριβώς τη φιλοσοφία που κατά την άποψή μας πρέπει να διαπνέει το σύνολο των Κανονισμών.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 8
Ο κατάλογος των μη επιτρεπόμενων εξαιρέσεων να διευρυνθεί ώστε να απαγορεύεται ρητώς και: (α) ο αποκλεισμός ή περιορισμός της κάλυψης για αμιγώς τυπικές παραβάσεις όρων του ασφαλιστηρίου που δεν προκάλεσαν πραγματική ζημία στην ασφαλιστική επιχείρηση, και (β) εξαιρέσεις που συναρτώνται με τον τόπο ή τον τρόπο νόμιμης άσκησης της ιατρικής (ενδεικτικά, εντός αδειούχου ιδιωτικού νοσηλευτηρίου ή μέσω νομίμως παρεχόμενης τηλεϊατρικής).
3.9 Κανονισμός 8(β) και 8(γ) — Εξαίρεση πανδημιών και «νέας γενιάς αναδυόμενων ασθενειών»
Η δυνατότητα εξαίρεσης από την κάλυψη ασθενειών «που κατηγοριοποιήθηκαν ή θα κατηγοριοποιηθούν ως πανδημίες», καθώς και «νέας γενιάς αναδυόμενων ασθενειών», συνιστά κατά την άποψή μας την πλέον προβληματική πρόνοια του προσχεδίου. Η πρόσφατη εμπειρία της πανδημίας COVID-19 κατέδειξε ότι, σε συνθήκες υγειονομικής κρίσης, το σύνολο σχεδόν της κλινικής δραστηριότητας των νοσηλευτηρίων συναρτάται με τη διαχείριση της πανδημίας. Υπό την προτεινόμενη διατύπωση, οι ιατροί της πρώτης γραμμής θα ευρίσκονται εξ ορισμού εκτός κάλυψης ακριβώς κατά την περίοδο μέγιστης έκθεσής τους — αποτέλεσμα ανεπιεικές για τους ιατρούς, επικίνδυνο για τους ασθενείς και αποθαρρυντικό για τη στελέχωση του συστήματος υγείας σε συνθήκες κρίσης. Η δε έννοια των «νέας γενιάς αναδυόμενων ασθενειών» παραμένει χωρίς ορισμό και χωρίς αρμόδιο κριτή, καθιστώντας την εφαρμογή της αντικείμενο μονομερούς εκτίμησης της ασφαλιστικής επιχείρησης.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 9
Τα στοιχεία (β) και (γ) του Κανονισμού 8 να απαλειφθούν. Επικουρικώς, εάν κριθεί ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος πανδημίας δεν δύναται να απορροφηθεί πλήρως από την ιδιωτική αγορά: (α) η εξαίρεση να ενεργοποιείται μόνο κατόπιν διατάγματος του Υπουργού Υγείας με το οποίο κηρύσσεται κατάσταση έκτακτης ανάγκης δημόσιας υγείας, και μόνο για όσο χρόνο αυτή διαρκεί, (β) να προβλεφθεί ταυτόχρονα κρατικός αποζημιωτικός μηχανισμός που καλύπτει την ευθύνη των ιατρών για πράξεις σχετιζόμενες με τη διαχείριση της πανδημίας, και (γ) ο χαρακτηρισμός ασθένειας ως «αναδυόμενης» να γίνεται με απόφαση αρμόδιας δημόσιας αρχής και όχι μονομερώς από την ασφαλιστική επιχείρηση.
3.10 Κανονισμός 8(ιζ) — Αφαιρετέο ποσό
Η πρόβλεψη αφαιρετέου ποσού μέχρι €5.000 ανά απαίτηση είναι κατ’ αρχήν εύλογη ως εργαλείο συγκράτησης των ασφαλίστρων. Απαιτείται ωστόσο διευκρίνιση ότι το αφαιρετέο λειτουργεί αποκλειστικά στην εσωτερική σχέση ασφαλιστή και ασφαλισμένου.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 10
Να προστεθεί επιφύλαξη ότι το αφαιρετέο ποσό δεν αντιτάσσεται έναντι του ζημιωθέντος ασθενούς ή των δικαιούχων αποζημίωσης, η δε ασφαλιστική επιχείρηση, καταβάλλουσα το σύνολο της αποζημίωσης, δικαιούται να αναζητήσει το αφαιρετέο από τον ασφαλισμένο.
3.11 Γενική παρατήρηση — Μηχανισμός εγγυημένης ασφαλισιμότητας και μεταβατικές διατάξεις
Το προσχέδιο καθιστά την ασφάλιση προϋπόθεση άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζει ότι η ασφαλιστική αγορά θα προσφέρει πράγματι κάλυψη σε κάθε ιατρό. Εν όψει της έξαρσης των αγωγών ιατρικής αμέλειας, είναι ρεαλιστικό το ενδεχόμενο ασφαλιστικές επιχειρήσεις να αρνούνται την ασφάλιση ή την ανανέωσή της σε ιατρούς με ιστορικό απαιτήσεων — ακόμη και αβάσιμων ή εκκρεμών — ή να την προσφέρουν με απαγορευτικούς όρους, ιδίως σε ειδικότητες υψηλού κινδύνου. Στην περίπτωση αυτή, ο ιατρός αποκλείεται από την άσκηση του επαγγέλματός του όχι λόγω οποιασδήποτε κρίσης περί της επάρκειάς του, αλλά λόγω εμπορικής απόφασης τρίτου· αντιστοίχως πλήττεται η στελέχωση των νοσηλευτηρίων και η πρόσβαση των ασθενών σε υπηρεσίες. Παρατηρείται, τέλος, ότι το προσχέδιο δεν περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις για την ομαλή προσαρμογή των υφιστάμενων ασφαλιστηρίων — ατομικών και ομαδικών — στους νέους υποχρεωτικούς όρους.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ 11
Να προβλεφθεί: (α) μηχανισμός εγγυημένης πρόσβασης σε ασφάλιση (δεξαμενή κινδύνου ή σχήμα ασφαλιστή έσχατης ανάγκης), κατ’ αναλογία των ρυθμίσεων που ισχύουν στην υποχρεωτική ασφάλιση μηχανοκίνητων οχημάτων, σε συνεννόηση με τον Έφορο Ασφαλίσεων και τον Σύνδεσμο Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, (β) εύλογη περίοδος χάριτος, ώστε ιατρός του οποίου το ασφαλιστήριο έληξε ή ακυρώθηκε και ο οποίος αποδεδειγμένα ευρίσκεται σε διαδικασία εξεύρεσης νέας κάλυψης να μη στερείται αυτοδικαίως του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος, και (γ) μεταβατική περίοδος τουλάχιστον έξι μηνών από την έναρξη ισχύος των Κανονισμών για την προσαρμογή των υφιστάμενων ασφαλιστηρίων.
4. Νομοτεχνικές επισημάνσεις
– Στον Κανονισμό 8 η αρίθμηση των στοιχείων μεταβαίνει από το (ιδ) απευθείας στο (ιστ)· το στοιχείο (ιε) απουσιάζει και η αρίθμηση χρήζει αποκατάστασης.
– Στο Παράρτημα Ι, το κείμενο του Πιστοποιητικού Ασφάλισης Ιατρικής Αμέλειας παραπέμπει σε «Κανονισμούς του 2025» αντί του ορθού «2026».
– Το αφαιρετέο ποσό (Κανονισμός 8(ιζ)) εντάσσεται νομοτεχνικά στις «επιτρεπόμενες εξαιρέσεις», μολονότι δεν συνιστά εξαίρεση κινδύνου αλλά όρο επιμερισμού της ζημίας· προτείνεται η μεταφορά του σε αυτοτελή πρόνοια.
5. Κατακλείδα
Ο ΠΑΣΙΝ στηρίζει τη θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής ασφάλισης ιατρικής αμέλειας και θεωρεί ότι, με την ενσωμάτωση των ανωτέρω διευκρινίσεων και εισηγήσεων, οι Κανονισμοί θα επιτύχουν πληρέστερα τον σκοπό τους: ουσιαστική προστασία των ασθενών, πραγματική κάλυψη των ιατρών και βιωσιμότητα του συστήματος παροχής υπηρεσιών υγείας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουμε στη ρητή αποσαφήνιση του τρόπου εκπλήρωσης της υποχρέωσης ασφάλισης για τους ιατρούς που εργάζονται ή παρέχουν υπηρεσίες για λογαριασμό νοσηλευτηρίων, ζήτημα το οποίο ο ίδιος ο εξουσιοδοτικός νόμος προβλέπει και το οποίο οι Κανονισμοί οφείλουν να εξειδικεύσουν. Ο Σύνδεσμος παραμένει στη διάθεση του Υπουργείου Υγείας και του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου για κάθε περαιτέρω διαβούλευση, διευκρίνιση ή συνάντηση επί των θέσεων που διατυπώνονται στην παρούσα.
Θέσεις Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου αναφορικά με το προσχέδιο Κανονισμών του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου σε σχέση με τους ελάχιστους όρους και τα ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης έναντι αστικής ευθύνης για επαγγελματική αμέλεια
Αναφορικά με το προσχέδιο Κανονισμών του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου σε σχέση με τους ελάχιστους όρους και τα ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης έναντι αστικής ευθύνης για επαγγελματική αμέλεια, ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου («ΣΑΕΚ») επιθυμεί να παραθέσει τις ακόλουθες θέσεις:
Α. Ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης – Ανάγκη για εναρμόνιση με τους Κανονισμούς του ΓεΣΥ
Παρατηρείται διαφοροποίηση στο ύψος του ελάχιστου ορίου ασφαλιστικής κάλυψης μεταξύ του προσχεδίου Κανονισμών του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου και των Κανονισμών του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ):
1. Σύμφωνα με το προσχέδιο Κανονισμών, το ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης για φυσικά πρόσωπα που ασκούν το επάγγελμα του ιατρού, είτε ως αυτοτελώς εργαζόμενοι είτε ως εργοδοτούμενοι, ανέρχεται στις €450.000.
2. Αντιθέτως, οι ισχύοντες Κανονισμοί του ΟΑΥ καθορίζουν το ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης στις €300.000 για προσωπικούς ιατρούς.
Θέση του ΣΑΕΚ είναι ότι το ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης που θα απαιτείται από τους ιατρούς θα πρέπει να κινείται στην ίδια λογική και να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τα ελάχιστα όρια κάλυψης που εφαρμόζονται σήμερα από τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ), δυνάμει των Κ.Δ.Π. 225/2020 και 478/2021, για τους εξής λόγους:
1. Ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να υφίστανται διαφορετικά ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης μεταξύ των δύο κανονιστικών πλαισίων, καθώς αυτό δημιουργεί ασυνέπεια και έλλειψη ομοιομορφίας στο ρυθμιστικό πλαίσιο και δύναται να οδηγήσει σε αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις στο κόστος ασφαλιστικής κάλυψης.
2. Τα υφιστάμενα ελάχιστα όρια κάλυψης έχουν καθοριστεί σε επίπεδο που διασφαλίζει επαρκή προστασία τόσο για τους ιατρούς και τους λοιπούς επαγγελματίες υγείας όσο και για τους ασθενείς, περιλαμβανομένης της κάλυψης έναντι απαιτήσεων αποζημίωσης και των σχετικών νομικών εξόδων.
3. Επιπλέον, το υφιστάμενο όριο των €300.000, όπως ισχύει στους Κανονισμούς του ΟΑΥ, έχει αποδειχθεί επαρκές και λειτουργικό στην πράξη. Ως εκ τούτου, δεν τεκμηριώνεται ανάγκη για αύξηση του ελάχιστου ορίου ασφαλιστικής κάλυψης στις €450.000.
4. Τα ελάχιστα όρια κάλυψης που ισχύουν σήμερα από τον ΟΑΥ εξασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες, μέσω των ασφαλιστικών προϊόντων τους, μπορούν να παρέχουν την υποχρεωτική από τον Νόμο ασφαλιστική κάλυψη στους ιατρούς.
5. Περαιτέρω, οφείλουμε να τονίσουμε ότι τα ελάχιστα όρια κάλυψης που εφαρμόζονται σήμερα από τον ΟΑΥ έχουν τύχει αποδοχής από τους αντασφαλιστές των Μελών μας, οι οποίοι έχουν την ευθύνη για μέρος των καταβληθέντων αποζημιώσεων.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως το ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης έναντι επαγγελματικής αμέλειας διατηρηθεί στο ύψος των €300.000, σε εναρμόνιση με τους ισχύοντες Κανονισμούς του ΟΑΥ, λαμβανομένης υπόψη της επάρκειας και της πρακτικής εφαρμογής του υφιστάμενου ορίου, καθώς και της δυνατότητας της ασφαλιστικής αγοράς να παρέχει την απαιτούμενη κάλυψη σε συνεργασία με τους αντασφαλιστές.
Β. Ασφαλιστική κάλυψη ιατρών από το εξωτερικό και ιατρών που ασκούν το επάγγελμα υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
Επιπρόσθετα, ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι θα πρέπει να εξεταστεί η πρακτική δυνατότητα παροχής της απαιτούμενης ασφαλιστικής κάλυψης έναντι ιατρικής αμέλειας στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Μέρος ΙΙ – Ασφαλιστική Κάλυψη, Άρθρο 3 του προσχεδίου Κανονισμών.
1. Ειδικότερα, η σχετική πρόνοια αφορά ειδικούς ιατρούς από το εξωτερικό, οι οποίοι ασκούν το επάγγελμα δυνάμει του άρθρου 10 του Νόμου, καθώς και ιατρούς που ασκούν την ιατρική στη Δημοκρατία υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δυνάμει του άρθρου 10Α του Νόμου.
2. Ο ΣΑΕΚ επισημαίνει ότι θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι για τις εν λόγω κατηγορίες ιατρών υπάρχει διαθέσιμη ασφαλιστική κάλυψη στην αγορά, η οποία να ανταποκρίνεται στους ελάχιστους όρους και στα ελάχιστα όρια που προβλέπονται στους Κανονισμούς. Η δυνατότητα ασφάλισης των συγκεκριμένων περιπτώσεων ενδέχεται να παρουσιάζει πρακτικές δυσκολίες, ιδίως λόγω του τρόπου, της διάρκειας και των συνθηκών υπό τις οποίες οι εν λόγω ιατροί ασκούν την ιατρική στη Δημοκρατία.
Ως εκ τούτου, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως, πριν από την οριστικοποίηση της σχετικής πρόνοιας, εξεταστεί σε διαβούλευση με την ασφαλιστική αγορά η πρακτική δυνατότητα εξασφάλισης της απαιτούμενης ασφαλιστικής κάλυψης για τις συγκεκριμένες κατηγορίες ιατρών, ώστε η σχετική υποχρέωση να είναι εφαρμόσιμη στην πράξη και να μην δημιουργούνται περιπτώσεις όπου ιατροί υπέχουν υποχρέωση ασφάλισης χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη διαθέσιμη ασφαλιστική κάλυψη.
Γ. Αναδρομική ασφαλιστική κάλυψη – Κανονισμός 4(η)
Ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι η πρόνοια του Κανονισμού 4(η) χρήζει αναθεώρησης, καθότι η αναφορά στην «ημερομηνία σύναψης της πρώτης σύμβασης ασφάλισης» ως σημείο αναφοράς για την αναδρομική κάλυψη ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτικές και ερμηνευτικές δυσχέρειες.
1. Η πρώτη ασφαλιστική σύμβαση ενός επαγγελματία υγείας ενδέχεται να έχει συναφθεί πολλά έτη πριν, με διαφορετικά όρια, όρους και προϋποθέσεις κάλυψης από εκείνα που προβλέπονται στους παρόντες Κανονισμούς. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να μην υφίσταται προηγούμενη ασφαλιστική σύμβαση.
2. Η προτεινόμενη προσέγγιση διαφοροποιείται από την αντίστοιχη πρόνοια της ΚΔΠ 496/2020, όπου η αναδρομική κάλυψη συνδεόταν με συγκεκριμένη χρονική περίοδο και όχι με την ημερομηνία σύναψης της πρώτης ασφαλιστικής σύμβασης του επαγγελματία υγείας.
3. Περαιτέρω, κρίνεται αναγκαίο να περιληφθεί αντίστοιχη πρόνοια με αυτή που προβλέπεται στην ΚΔΠ 496/2020, σύμφωνα με την οποία η αναδρομική κάλυψη δεν παρέχεται για περιστατικά ή απαιτήσεις που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί σε προηγούμενη ασφαλιστική επιχείρηση.
4. Η συμπερίληψη της εν λόγω πρόνοιας είναι σημαντική, προκειμένου να αποφεύγονται αβεβαιότητες ως προς τον χειρισμό απαιτήσεων ή περιστατικών που έχουν ήδη δηλωθεί σε προηγούμενο ασφαλιστή και να περιορίζονται ενδεχόμενα ερμηνευτικά ζητήματα αναφορικά με την ευθύνη διαδοχικών ασφαλιστών.
5. Θέση του ΣΑΕΚ είναι ότι η αναδρομική κάλυψη προσφέρεται μόνο όταν υπήρχε σε ισχύ συνεχής ασφαλιστική κάλυψη και όχι από την ημερομηνία σύναψης της πρώτης ασφαλιστικής σύμβασης του ιατρού με ασφαλιστική εταιρεία.
6. Ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι η αναδρομική περίοδος ασφαλιστικής κάλυψης θα πρέπει να περιορίζεται σε τρία (3) έτη και όχι σε έξι (6) έτη, όπως καθορίζεται στην πρόνοια του Κανονισμού 4(η).
Ως εκ τούτου, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως η αναδρομική κάλυψη συνδέεται με συγκεκριμένη χρονική περίοδο, κατά τρόπο αντίστοιχο με την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην ΚΔΠ 496/2020, και όπως προβλεφθεί ρητά ότι η αναδρομική κάλυψη δεν θα αφορά περιστατικά ή απαιτήσεις που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί σε προηγούμενη ασφαλιστική επιχείρηση.
Δ. Υποχρεωτική κάλυψη απαιτήσεων που αφορούν γενετικές ανωμαλίες – Κανονισμός 7(α)
Ο ΣΑΕΚ επισημαίνει ότι η διατύπωση του Κανονισμού 7(α) διαφοροποιείται ουσιωδώς από την αντίστοιχη πρόνοια της ΚΔΠ 496/2020.
1. Ειδικότερα, ενώ η ΚΔΠ 496/2020 αναφέρεται σε απαιτήσεις που προκύπτουν από λανθασμένη διάγνωση, μη έγκαιρη διάγνωση ή αποτυχία διάγνωσης γενετικής ανωμαλίας εμβρύου που ανάγεται σε επαγγελματική αμέλεια, η προτεινόμενη διάταξη αναφέρεται γενικά σε «γενετικές ανωμαλίες».
2. Η ευρύτερη αυτή διατύπωση ενδέχεται να δημιουργήσει αβεβαιότητα ως προς το εύρος της υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης και να οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες αναφορικά με τους κινδύνους που θα πρέπει υποχρεωτικά να καλύπτονται από το ασφαλιστήριο.
3. Η έλλειψη σαφούς προσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής της συγκεκριμένης πρόνοιας ενδέχεται, περαιτέρω, να δημιουργήσει πρακτικές δυσχέρειες στην ασφαλιστική αγορά ως προς τον καθορισμό της απαιτούμενης κάλυψης και των αντίστοιχων ασφαλιστικών όρων.
Ως εκ τούτου, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 7(α) και κατά πόσο σκοπός είναι η διατήρηση της προσέγγισης της ΚΔΠ 496/2020, δηλαδή η κάλυψη απαιτήσεων που απορρέουν από λανθασμένη, μη έγκαιρη ή αποτυχημένη διάγνωση γενετικής ανωμαλίας εμβρύου λόγω επαγγελματικής αμέλειας, ή η εισαγωγή ευρύτερης υποχρέωσης ασφαλιστικής κάλυψης. Σε περίπτωση που επιδιώκεται ευρύτερη κάλυψη, θεωρείται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ρητά το εύρος της σχετικής υποχρέωσης.
Ε. Εξαίρεση για AIDS και ηπατίτιδα – Κανονισμός 8(α)
Στον Κανονισμό 8(α) προτείνεται η αντικατάσταση της φράσης «AIDS ή της ηπατίτιδας» με τη διατύπωση «AIDS και/ή της ηπατίτιδας», όπως προβλέπεται στην ΚΔΠ 496/2020.
Η προτεινόμενη διατύπωση είναι νομοτεχνικά πληρέστερη και αποφεύγει τυχόν ερμηνευτικά ζητήματα ως προς το κατά πόσο η σχετική εξαίρεση καταλαμβάνει και περιπτώσεις ταυτόχρονης μετάδοσης των δύο ασθενειών.
Ως εκ τούτου, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως υιοθετηθεί η διατύπωση «AIDS και/ή της ηπατίτιδας», σε εναρμόνιση με την αντίστοιχη πρόνοια της ΚΔΠ 496/2020.
ΣΤ. Αφαιρετέο ποσό – Κανονισμός 8(ιζ)
Στον Κανονισμό 8(ιζ) προβλέπεται ενιαίο μέγιστο αφαιρετέο ποσό ύψους €5.000 ανά απαίτηση για όλους τους ασφαλισμένους.
Ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί η διαφοροποίηση του ανώτατου αφαιρετέου ποσού μεταξύ φυσικών προσώπων και Εταιρειών Ιατρών, λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντική διαφοροποίηση που προβλέπεται ως προς τα ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης.
Ειδικότερα:
1. Για φυσικά πρόσωπα προβλέπεται ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης ύψους €450.000.
2. Για Εταιρείες Ιατρών προβλέπεται ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης ύψους €900.000, δηλαδή διπλάσιο του αντίστοιχου ορίου που προβλέπεται για φυσικά πρόσωπα.
3. Υπό το δεδομένο αυτό, η επιβολή ενιαίου ανώτατου αφαιρετέου ποσού €5.000, ανεξαρτήτως της κατηγορίας του ασφαλισμένου, δεν λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική έκταση της ασφαλιστικής κάλυψης και το αντίστοιχο ασφαλιστικό ρίσκο.
Ως εκ τούτου, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως εξεταστεί η δυνατότητα καθορισμού διαφορετικού ανώτατου αφαιρετέου ποσού για φυσικά πρόσωπα και Εταιρείες Ιατρών, λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης που προβλέπονται για τις δύο κατηγορίες ασφαλισμένων.
(Ζ). Παράρτημα Ι – Υπόδειγμα Πιστοποιητικού Ασφάλισης
Στο υπόδειγμα του Πιστοποιητικού Ασφάλισης αναφέρεται ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι σύμφωνο με τους περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμούς του 2025, ενώ το υπό εξέταση προσχέδιο αφορά τους περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμούς του 2026.
Ως εκ τούτου, θα πρέπει να διορθωθεί η σχετική αναφορά στο υπόδειγμα του Πιστοποιητικού Ασφάλισης, ώστε να συνάδει με τους Κανονισμούς που θα τεθούν σε ισχύ.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω, ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι οι προτεινόμενοι Κανονισμοί θα πρέπει να διαμορφωθούν κατά τρόπο που να διασφαλίζει αφενός την αποτελεσματική προστασία των ασθενών και των επαγγελματιών υγείας και αφετέρου την πρακτική δυνατότητα εφαρμογής των προβλεπόμενων ασφαλιστικών υποχρεώσεων.
Ο ΣΑΕΚ θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό όπως οι τελικές πρόνοιες των Κανονισμών διαμορφωθούν σε διαβούλευση με την ασφαλιστική αγορά, ώστε οι υποχρεώσεις που θα επιβληθούν να ανταποκρίνονται στους πραγματικούς ασφαλιστικούς κινδύνους, να είναι ασφαλίσιμες και να μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά στην πράξη.
Ο ΣΑΕΚ παραμένει στη διάθεσή σας για τυχόν διευκρινίσεις επί των πιο πάνω θέσεων, καθώς και για τη συνέχιση του εποικοδομητικού διαλόγου.