Προσχέδιο νομοσχεδίου με τίτλο «Ο περί Ελέγχου των Συγκεντρώσεων Επιχειρήσεων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2025»
Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού
H Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (στο εξής «η Επιτροπή») θέτει σε δημόσια διαβούλευση, από τις 15/9/2025 μέχρι τις 21/11/2025, το προσχέδιο νομοσχεδίου που ετοίμασε με τίτλο «Ο περί Ελέγχου των Συγκεντρώσεων Επιχειρήσεων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2025».
Με την παρούσα δημόσια διαβούλευση καλούνται οι ενδιαφερόμενοι φορείς να υποβάλουν σχόλια, παρατηρήσεις και προτάσεις σχετικά με το πιο πάνω προσχέδιο νομοσχεδίου, προκειμένου να τροποποιηθεί ο υφιστάμενος περί Ελέγχου των Συγκεντρώσεων Επιχειρήσεων Νόμος [Ν. 83(Ι)/2014] (στο εξής «ο Νόμος»).
Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις κρίνονται απαραίτητες για σκοπούς εκσυγχρονισμού του εθνικού νομοθετικού πλαισίου που διέπει τον Έλεγχο Συγκεντρώσεων μεταξύ Επιχειρήσεων στη Δημοκρατία και ευθυγράμμισης του με τους ακόλουθους ευρωπαϊκούς Κανονισμούς:
- Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων),
- Κανονισμός (ΕΕ) 2022/1925 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2022 σχετικά με διεκδικήσιμες και δίκαιες αγορές στον ψηφιακό τομέα και για την τροποποίηση των οδηγιών (ΕΕ) 2019/1937 και (ΕΕ) 2020/1828 (Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές), και
- Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2560 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 για τις ξένες επιδοτήσεις που στρεβλώνουν την εσωτερική αγορά.
Ειδικότερα, σκοπός του υπό αναφορά προσχεδίου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του Νόμου κατά τρόπο ώστε να επιτευχθούν τα ακόλουθα:
- Η τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής του Νόμου και των κατώτατων ορίων κοινοποίησης,
- Η ευθυγράμμιση του Νόμου με τις πρόνοιες των προαναφερόμενων Eυρωπαϊκών Κανονισμών,
- Η ενδυνάμωση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της Επιτροπής, και
- Η διόρθωση και βελτίωση ορισμένων διατάξεων του Νόμου.
Οι ενδιαφερόμενοι φορείς παρακαλούνται όπως υποβάλουν τα σχόλια/ εισηγήσεις τους είτε στην πλατφόρμα https://e-consultation.gov.cy/ είτε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο συμπληρώνοντας το συνημμένο Έντυπο Υποβολής Σχολίων, το αργότερο μέχρι τις 21/11/2025.
Το προσχέδιο του νομοσχεδίου και το Έντυπο Υποβολής Σχολίων είναι επίσης διαθέσιμα στην ιστοσελίδα της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (www.competition.gov.cy).
- Υπό επεξεργασία
- Αναρτήθηκε
15 Σεπ 2025 @ 0:00 - Ανοικτή σε σχόλια ως
21 Νοέ 2025 @ 23:50 - 3 σχόλια
Σχετικό Υλικό
Περιεχόμενα
| 01 - Τίτλος Άρθρου | 0 σχόλια |
1. Άρθρο 2 (σελ. 2-3 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προσθήκη των ορισμών και ειδικότερα των όρων «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», «επιχειρηματικά απόρρητα», «εσωτερικά έγγραφα» και «πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως».
Αιτιολόγηση: Οι εν λόγω ορισμοί προσδίδουν σαφήνεια και ομοιομορφία στην ερμηνεία του νομοθετικού κειμένου.
2. Άρθρο 3 (σελ. 5 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις πρόκειται να αυξήσουν τον ήδη μεγάλο αριθμό κοινοποιήσεων συγκεντρώσεων.
Εισηγήσεις:
α) Να αυξηθεί το κατώτατο όριο του κύκλου εργασιών για κάθε συμμετέχουσα επιχείρηση.
β) Να αυξηθεί το όριο κύκλου εργασιών που πραγματοποιείται εντός της Δημοκρατίας.
γ) Να επανέλθει το τρίτο κριτήριο (αθροιστικός κύκλος εργασιών εντός της Δημοκρατίας όλων των συμμετεχουσών επιχειρήσεων) και να αυξηθεί το προβλεπόμενο ποσό του κύκλου εργασιών.
Αιτιολόγηση: Η αναπροσαρμογή των κατώτατων ορίων και η επαναφορά του τρίτου κριτηρίου πρόκειται να καταστήσει τη διαδικασία κοινοποίησης συγκεντρώσεων πιο αποτελεσματική και αποδοτική, καθώς αποτρέπει την κοινοποίηση πράξεων χωρίς ουσιαστική επίδραση στον ανταγωνισμό. Περαιτέρω, εισάγει ένα νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο ανταποκρίνεται στις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες, σε συνάρτηση με τους πόρους που διαθέτει η Επιτροπή.
3. Άρθρο 10 (σελ. 5 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προσθήκη της υποχρέωσης κοινοποίησης συγκέντρωσης «και μέσω ηλεκτρονικών, ψηφιακών ή άλλων πρόσφορων μέσων».
Ωστόσο, εισηγούμαστε να απαλειφθεί η υποχρέωση υποβολής σε έντυπη μορφή ή εναλλακτικά να παρέχεται η ευχέρεια επιλογής μεταξύ ηλεκτρονικής και έντυπης υποβολής, ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ανάγκες των συμμετεχουσών επιχειρήσεων.
Αιτιολόγηση: Η υποχρέωση υποβολής σε έντυπη μορφή δεν είναι πλέον απαραίτητη, δεδομένων των σύγχρονων ψηφιακών δυνατοτήτων. Αντιθέτως, η υποχρεωτική ηλεκτρονική υποβολή ενισχύει την αποτελεσματικότητα, μειώνει το διοικητικό κόστος και επιταχύνει τις διαδικασίες.
4. Άρθρο 12 (σελ. 6 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.
Αιτιολόγηση: Η προτεινόμενη τροποποίηση προσδίδει σαφήνεια στο νομοθετικό κείμενο.
5. Άρθρο 13 (σελ. 6 Νομοσχεδίου )
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.
Αιτιολόγηση: Η προτεινόμενη τροποποίηση προσδίδει σαφήνεια στο νομοθετικό κείμενο.
6. Άρθρο 14 (σελ. 6-7 Νομοσχεδίου )
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προσθήκη πρόνοιας σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση που η κοινοποίηση παρέχει εσφαλμένες, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες.
Αιτιολόγηση: Η εν λόγω πρόνοια συμβάλλει στην ενίσχυση της διαφάνειας, διασφαλίζοντας την ακρίβεια και την αξιοπιστία των παρεχόμενων πληροφοριών.
7. Άρθρα 17 και 22 (σελ. 7, 10-11 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με τις προσθήκες στα εν λόγω άρθρα, διότι εισάγεται η δυνατότητα έγκρισης συγκέντρωσης υπό όρους ή/και δεσμεύσεις χωρίς να απαιτείται πλήρης διερεύνηση.
Ωστόσο, εισηγούμαστε να διευκρινιστεί περαιτέρω η διαδικασία αξιολόγησης ή/και επανεξέτασης των δεσμεύσεων αυτών.
Αιτιολόγηση: Οι προσθήκες αυτές είναι απαραίτητες, διότι εναρμονίζονται με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6 του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004. Εντούτοις, η παροχή περαιτέρω διευκρινήσεων σε σχέση με τη διαδικασία αξιολόγησης ή/και επανεξέτασης των δεσμεύσεων είναι αναγκαία προς διασφάλιση της προβλεψιμότητας και της αποτελεσματικής παρακολούθησης της συμμόρφωσης των συμμετεχουσών επιχειρήσεων.
8. Άρθρο 20 (σελ. 10 Νομοσχεδίου )
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προσθήκη του όρου «αποτελεσματικού» ανταγωνισμού.
Αιτιολόγηση: Η εν λόγω προσθήκη συνάδει με τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία.
9. Άρθρο 23 (σελ. 11 Νομοσχεδίου )
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προσθήκη της δυνατότητας ενημέρωσης του αποστολέα της κοινοποίησης «μέσω ηλεκτρονικών, ψηφιακών ή άλλων πρόσφορων μέσων». Ωστόσο, ενόψει των δυνατοτήτων που παρέχει η ηλεκτρονική επικοινωνία (ταχύτητα, εξοικονόμηση πόρων) εισηγούμαστε να προβλεφθεί ως υποχρέωση και όχι ως δυνατότητα.
Αιτιολόγηση: Η υποχρεωτική ηλεκτρονική επικοινωνία ενισχύει την αποτελεσματικότητα, μειώνει το διοικητικό κόστος και επιταχύνει τις διαδικασίες.
10. Άρθρο 29 (σελ. 13 Νομοσχεδίου )
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.
Αιτιολόγηση: Η προτεινόμενη τροποποίηση προσδίδει σαφήνεια στο νομοθετικό κείμενο.
11. Άρθρο 30 (σελ. 13 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.
Αιτιολόγηση: Η προτεινόμενη τροποποίηση προσδίδει σαφήνεια στο νομοθετικό κείμενο.
12. Άρθρο 34 (σελ. 14-18 Νομοσχεδίου )
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.
Αιτιολόγηση: Η εν λόγω τροποποίηση καθιστά πιο ξεκάθαρη τη διαδικασία εξέτασης πιθανολογούμενης παράβασης, καθορίζοντας με σαφήνεια τις ενέργειες της Επιτροπής και τα δικαιώματα των εμπλεκομένων.
13. Άρθρα 34Α και 34Β (σελ. 18-26 Νομοσχεδίου )
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προσθήκη των εν λόγω άρθρων.
Ωστόσο, διευκρινίζεται ότι η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να περιορίζει την πρόσβαση στον φάκελο πρέπει να γίνεται υπό διαφανείς προϋποθέσεις στη βάση της αρχής της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
Αιτιολόγηση: Οι προσθήκες αυτές είναι απαραίτητες προς εναρμόνιση με τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό (ΕΕ) 679/2016.
14. Άρθρο 40 (σελ. 27 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την επέκταση της αρμοδιότητας του Διοικητικού Δικαστηρίου σε σχέση με τη μείωση και την αύξηση του προστίμου σε υποθέσεις συγκεντρώσεων.
Αιτιολόγηση: Η δυνατότητα αυξομείωσης του προστίμου συμβάλλει στη διασφάλιση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και εναρμονίζεται με το άρθρο 31 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003.
15. Άρθρο 40Α (σελ. 28 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την πρόβλεψη της δυνατότητας καταβολής του προστίμου σε δόσεις.
Ωστόσο, εισηγούμαστε όπως η εν λόγω δυνατότητα δίδεται κατόπιν αξιολόγησης διαφανών κριτηρίων, όπως επί παραδείγματι το ύψος του προστίμου και η βιωσιμότητα της επιχείρησης και όπως η σχετική απόφαση κοινοποιείται.
Αιτιολόγηση: Η πρόβλεψη κριτηρίων διασφαλίζει τη δίκαιη και αναλογική μεταχείριση των επιχειρήσεων, αποτρέποντας τυχόν καταχρηστική εφαρμογή του μέτρου και ενισχύοντας την αποτελεσματική είσπραξη των διοικητικών προστίμων. Περαιτέρω, η κοινοποίηση απόφασης περί καταβολής του προστίμου σε δόσεις, στην οποία θα διαφαίνεται εξέταση των κριτηρίων και η αιτιολογία κρίνεται αναγκαία προς διασφάλιση της διαφάνειας και της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
16. Άρθρο 42 (σελ. 29 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Εισηγούμαστε να προστεθεί η λέξη «εργάσιμων» στην προτεινόμενη προθεσμία των δέκα ημερών.
Αιτιολόγηση: Η εν λόγω προσθήκη διασφαλίζει ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι θα έχουν ίσο χρονικό διάστημα να συλλέξουν τις αιτούμενες πληροφορίες. Περαιτέρω, ακολουθεί τη φιλοσοφία των υπολοίπων προθεσμιών που προβλέπονται στο νομοθετικό κείμενο, οι οποίες αναφέρονται επίσης σε εργάσιμες ημέρες.
17. Άρθρο 45 (σελ. 29 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με τη προσθήκη πρόνοιας περί ανάκλησης ή τροποποίησης της απόφασης της Επιτροπής σχετικά με τη συμβατότητα συγκέντρωσης σε περίπτωση πραγματικών δεδομένων ή/και γεγονότων.
Ωστόσο, εισηγούμαστε όπως διευκρινιστεί κατά πόσον υπάρχει δυνατότητα καταβολής σχετικού αιτήματος από συμμετέχουσα επιχείρηση ή τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον και όπως προσδιοριστεί η σχετική διαδικασία.
Αιτιολόγηση: Η εν λόγω διευκρίνιση παρέχει στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις ή σε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον τη δυνατότητα να φέρουν εις γνώση της Επιτροπής νέα δεδομένα ή γεγονότα, ενισχύοντας την πληρότητα της διοικητικής διαδικασίας.
18. Άρθρο 46 (σελ. 30 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προσθήκη της δυνατότητας ενημέρωσης του αποστολέα της κοινοποίησης «μέσω ηλεκτρονικών, ψηφιακών ή άλλων πρόσφορων μέσων».
Ωστόσο, ενόψει των δυνατοτήτων που παρέχει η ηλεκτρονική επικοινωνία (ταχύτητα, εξοικονόμηση πόρων) εισηγούμαστε να προβλεφθεί ως υποχρέωση και όχι ως δυνατότητα.
Αιτιολόγηση: Η υποχρεωτική ηλεκτρονική επικοινωνία ενισχύει την αποτελεσματικότητα, μειώνει το διοικητικό κόστος και επιταχύνει τις διαδικασίες.
19. Άρθρα 48 και 49 (σελ. 30-32 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση των εν λόγω άρθρων.
Αιτιολόγηση: Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις συνάδουν με τους σχετικούς ενωσιακούς κανονισμούς προς διασφάλιση των επιχειρηματικών απορρήτων και προσωπικών δεδομένων.
20. Άρθρο 54 (σελ. 33 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.
Αιτιολόγηση: Η προτεινόμενη τροποποίηση διευκολύνει τη συνεργασία της Επιτροπής με αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γεγονός που συμβάλλει στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς της.
21. Άρθρο 55 (σελ. 34-35 Νομοσχεδίου )
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με τη πρόβλεψη δυνατότητας καθορισμού απλοποιημένης διαδικασίας εξέτασης ορισμένων συγκεντρώσεων.
Εισηγούμαστε:
(α) να ρυθμιστεί το εν λόγω ζήτημα σε συνεργασία με την Επιτροπή και όχι αποκλειστικά από το Υπουργικό Συμβούλιο.
(β) να συγκεκριμενοποιηθούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια κοινοποίηση συγκέντρωσης εξετάζεται βάσει της απλοποιημένης διαδικασίας και να τεθούν σε νέα δημόσια διαβούλευση.
(γ) να εξεταστεί κατά πόσον η παραχώρηση της εν λόγω εξουσίας στο Υπουργικό Συμβούλιο συνάδει με το άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1 (ECN+), παρέχοντας στην Επιτροπή την απαραίτητη ανεξαρτησία.
Αιτιολόγηση: Η συμμετοχή της Επιτροπής, ως αρμόδιου και εξειδικευμένου φορέα, πρόκειται να συμβάλει στην αποτελεσματική διαμόρφωση της εν λόγω διαδικασίας, αφού η Επιτροπή κατέχει την απαραίτητη τεχνογνωσία σε τέτοιου είδους ζητήματα.
22. Παράρτημα ΙΙ (σελ. 35-36 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.
Αιτιολόγηση: Η προτεινόμενη τροποποίηση προσδίδει σαφήνεια στο νομοθετικό κείμενο.
23. Παράρτημα ΙΙΙ (σελ. 37-53 Νομοσχεδίου)
Σχόλιο/Εισήγηση: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση.
Εισηγούμαστε τη συμπερίληψη σε αυτό των ελάχιστων προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια κοινοποίηση συγκέντρωσης εξετάζεται βάσει της απλοποιημένης διαδικασίας, κατόπιν σχετικής δημόσιας διαβούλευσης.
Αιτιολόγηση: Η εν λόγω εισήγηση δύναται να προσδώσει πληρότητα και σαφήνεια στο νομοθετικό κείμενο.
3. Εισηγήσεις αλλαγών που δεν περιλαμβάνονται στις προτεινόμενες τροποποιήσεις
3.1. Εισήγηση προσθήκης ορισμού στο Άρθρο 2 του Ν. 83(Ι)/2014 για τον όρο «χρηματοοικονομικό ίδρυμα»
Ο Νόμος 83(Ι)/2014 δεν περιλαμβάνει ορισμό του όρου «χρηματοοικονομικό ίδρυμα» στο άρθρο 2 (Ερμηνεία) — μολονότι τον χρησιμοποιεί στο άρθρο 6(4)(α). Αυτό δημιουργεί ερμηνευτικό κενό που καλύπτεται μόνο με αναλογική ερμηνεία από το δίκαιο της ΕΕ και τις Ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Για το λόγο αυτό, προτείνεται η προσθήκη νέας παραγράφου στο Άρθρο 2 (Ερμηνεία), ως εξής:
«Χρηματοδοτικό ίδρυμα»: επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναγράφονται στα σημεία 2 έως 12 του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.».
3.2. Εισήγηση για εναρμόνιση του συστήματος διοικητικών κυρώσεων με τον Κανονισμό (ΕΚ) 139/2004 και τις σύγχρονες πρακτικές επιβολής προστίμων
Η υφιστάμενη ρύθμιση του άρθρου 40 του Νόμου περί Ελέγχου Συγκεντρώσεων προβλέπει διοικητικά πρόστιμα σε περίπτωση παράβασης υποχρεώσεων γνωστοποίησης ή μη συμμόρφωσης με αποφάσεις της Επιτροπής. Ωστόσο, το υφιστάμενο πλαίσιο παρουσιάζει σημαντικά κενά σε σχέση με το ενωσιακό δίκαιο και τις σύγχρονες πρακτικές επιβολής κυρώσεων. Ειδικότερα, τα ανώτατα όρια προστίμων για ψευδείς ή ελλιπείς πληροφορίες (€50.000) είναι αναντίστοιχα με το μέγεθος των επιχειρήσεων και την αποτρεπτική λειτουργία του μέτρου, ενώ απουσιάζει αναλογικότητα σε σχέση με τον κύκλο εργασιών και πρόνοιες για επαναλαμβανόμενες ή παρατεταμένες παραβάσεις.
Σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15 του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να επιβάλλει:
● πρόστιμα έως 1% του συνολικού κύκλου εργασιών των συμμετεχουσών επιχειρήσεων για παροχή ψευδών, ελλιπών ή παραπλανητικών στοιχείων, καθώς και για παρακώλυση ελέγχου ή μη παροχή πληροφοριών·
● πρόστιμα έως 10% του κύκλου εργασιών για υλοποίηση συγκέντρωσης χωρίς προηγούμενη γνωστοποίηση ή κατά παράβαση απόφασης·
● ημερήσιες χρηματικές ποινές έως 5% του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών για κάθε ημέρα υπερημερίας στη συμμόρφωση.
Αντιθέτως, ο Νόμος 83(Ι)/2014 περιορίζει το πρόστιμο για ψευδείς ή ελλιπείς πληροφορίες σε €50.000 (άρθρο 40(1)(β)–(γ)), τις ημερήσιες χρηματικές κυρώσεις σε έως €8.000, ανεξαρτήτως μεγέθους επιχείρησης, ενώ δεν προβλέπει ειδική κύρωση για παρακώλυση ελέγχου ή μη συνεργασία κατά τη συλλογή στοιχείων.
Η διαφορά αυτή οδηγεί σε αποδυνάμωση της αποτρεπτικής ισχύος του πλαισίου και δημιουργεί κίνδυνο μη ευθυγράμμισης με το ενωσιακό πρότυπο επιβολής κυρώσεων.
Προτείνεται η αναθεώρηση του άρθρου 40 ώστε να επιτευχθεί πλήρης εναρμόνιση με τα άρθρα 14 και 15 του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των διοικητικών κυρώσεων. Συγκεκριμένα:
1. Αντικατάσταση των σταθερών προστίμων των €50.000 με αναλογικά πρόστιμα έως 1% του συνολικού κύκλου εργασιών για ψευδή, ελλιπή ή παραπλανητικά στοιχεία.
2. Αναθεώρηση των ημερήσιων χρηματικών κυρώσεων (σήμερα έως €8.000) ώστε να υπολογίζονται ως ποσοστό (έως 5%) του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών, διασφαλίζοντας ίση μεταχείριση μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων.
3. Ρητή πρόβλεψη για παρακώλυση ελέγχου (άρθρο 14(1)(δ)-(ε) Κανονισμού 139/2004) με ανάλογη κύρωση έως 1%.
4. Προαιρετική εισαγωγή ευθύνης φυσικών προσώπων, κατ’ αναλογία με την ελληνική ρύθμιση (άρθρο 46 του ελληνικού νομοσχεδίου).
Η προτεινόμενη διατύπωση του άρθρου 40 είναι:
«Άρθρο 40 – Διοικητικές κυρώσεις
(1) Η Επιτροπή δύναται να επιβάλει σε συμμετέχουσες επιχειρήσεις, ενώσεις επιχειρήσεων ή φυσικά πρόσωπα που ενεργούν εξ ονόματός τους, τα ακόλουθα διοικητικά πρόστιμα:
(α) Πρόστιμο έως 1% του συνολικού κύκλου εργασιών για παροχή ψευδών, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών ή για παρακώλυση ελέγχου·
(β) Πρόστιμο έως 10% του συνολικού κύκλου εργασιών για υλοποίηση συγκέντρωσης χωρίς γνωστοποίηση ή κατά παράβαση απόφασης ή όρων που επέβαλε η Επιτροπή·
(γ) Ημερήσια χρηματική ποινή έως 5% του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών για κάθε ημέρα υπερημερίας στη συμμόρφωση προς απόφαση ή υποχρέωση που επιβλήθηκε από την Επιτροπή.
(2) Κατά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη φύση, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.
(3) Οι αποφάσεις της Επιτροπής δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα.»
3.3. Εισήγηση για ενίσχυση οικονομικής ανεξαρτησίας της Επιτροπής
Το άρθρο 12 του Νόμου 83(Ι)/2014 προβλέπει την καταβολή τέλους κατά την υποβολή κοινοποίησης συγκέντρωσης και την έναρξη πλήρους διερεύνησης, ενώ ο Υπουργός δύναται να τροποποιεί τα ποσά με διάταγμα. Ωστόσο, τα τέλη αυτά καταβάλλονται στο πάγιο ταμείο της Δημοκρατίας, γεγονός που στερεί την Επιτροπή από ίδιους πόρους και δεν συνάδει με τις αρχές οικονομικής ανεξαρτησίας που καθιερώνει η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1 (ECN+).
Η παρούσα εισήγηση προτείνει στοχευμένη τροποποίηση, ώστε τα έσοδα από τα τέλη κοινοποίησης να παραμένουν στην Επιτροπή για κάλυψη λειτουργικών, εκπαιδευτικών και ερευνητικών αναγκών, χωρίς δημοσιονομική επιβάρυνση για το κράτος.
Προτείνουμε την πιο κάτω τροποποίηση του άρθρου 12 με την νέου εδαφίου (4) ως ακολούθως:
«(4) Τα τέλη που καταβάλλονται σύμφωνα με τα εδάφια (1) και (2) αποτελούν ίδιο πόρο της Επιτροπής.
Τα ποσά αυτά κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό υπέρ της Επιτροπής, ο οποίος τηρείται σύμφωνα με τις διατάξεις της δημοσιονομικής νομοθεσίας και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την κάλυψη των λειτουργικών, ερευνητικών και τεχνολογικών της αναγκών.
Η Επιτροπή περιλαμβάνει σχετική αναφορά στη χρήση των πόρων αυτών στην ετήσια έκθεσή της.».
Η παράγραφος (3) του άρθρου 12 προβλέπει ότι ο Υπουργός δύναται, με διάταγμα, να τροποποιεί το ύψος των τελών κοινοποίησης κατόπιν γνώμης της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Προτείνεται η αντικατάσταση του Υπουργού από το Υπουργικό Συμβούλιο, ώστε οι σχετικές αποφάσεις να αποκτούν ευρύτερη θεσμική νομιμοποίηση και να ενισχύεται η ανεξαρτησία και διαφάνεια στη διαδικασία καθορισμού των τελών. Η εξουσία καθορισμού ή αναπροσαρμογής τελών που συνδέονται με τη λειτουργία ανεξάρτητης αρχής θα πρέπει να ασκείται σε συλλογικό κυβερνητικό επίπεδο, ώστε να διασφαλίζεται ουδετερότητα και να αποφεύγεται η διοικητική εξάρτηση από έναν μόνο Υπουργό.
Προτείνουμε την πιο κάτω τροποποίηση του εδαφίου 3 του άρθρου 12 του Νόμου 83(Ι)/2014 ως ακολούθως:
«(3) Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από αιτιολογημένη εισήγηση της Επιτροπής, δύναται με απόφασή του, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να καθορίζει ή να τροποποιεί τα αναφερόμενα στα εδάφια (1) και (2) τέλη κοινοποίησης.».
3.4. Εισήγηση για κατάργηση έντυπης υποβολής κοινοποίησης συγκέντρωσης
Η ισχύουσα πρόνοια του Παραρτήματος ΙΙΙ, παράγραφος 3(γ) προβλέπει ότι:
«Ο υπόχρεος προς κοινοποίηση οφείλει να υποβάλλει στα γραφεία της Επιτροπής τόσο σε έντυπη (δύο (2) αντίγραφα) όσο και σε ηλεκτρονική μορφή όλα τα έγγραφα της κοινοποίησης.»
Η διάταξη αυτή αντανακλά μια παλαιότερη πρακτική διοικητικής υποβολής και δεν συνάδει με τη σύγχρονη πραγματικότητα της ψηφιοποιημένης δημόσιας διοίκησης ούτε με τα ενωσιακά πρότυπα για την κοινοποίηση συγκεντρώσεων.
Η υποχρέωση έντυπης υποβολής προκαλεί περιττό διοικητικό φόρτο, καθυστερήσεις, κόστος για τις επιχειρήσεις και την ίδια την Επιτροπή.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από την 1η Σεπτεμβρίου 2023, με την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/914, όλες οι κοινοποιήσεις συγκεντρώσεων (Form CO, Short Form CO και Form RS) υποβάλλονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα μέσω της ασφαλούς πλατφόρμας eTrustEx. Η ημερομηνία και ώρα ηλεκτρονικής παραλαβής θεωρείται ως η επίσημη ημερομηνία υποβολής, χωρίς να απαιτούνται έντυπα αντίγραφα ή φυσική παράδοση εγγράφων. Το ίδιο σύστημα εφαρμόζεται σε πλείστες εθνικές αρχές ανταγωνισμού των κρατών-μελών. Στην Ελλάδα, η Επιτροπή Ανταγωνισμού δέχεται από το 2022 μόνο ηλεκτρονικές κοινοποιήσεις μέσω του ειδικού e-Portal, χωρίς καμία απαίτηση για έντυπα αντίγραφα. Στην Πορτογαλία, οι κοινοποιήσεις υποβάλλονται αποκλειστικά μέσω της πλατφόρμας AdC Online, ενώ στην Ιρλανδία εφαρμόζεται πλήρης ηλεκτρονική υποβολή μέσω ασφαλούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η Γαλλία, μέσω της πλατφόρμας Téléprocédure concentrations, έχει ουσιαστικά αντικαταστήσει την έντυπη υποβολή, η οποία διατηρείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ακόμη και στη Γερμανία, όπου τυπικά επιτρέπονται και οι δύο μορφές, η πρακτική έχει μετατοπιστεί σχεδόν εξ ολοκλήρου προς την ηλεκτρονική υποβολή με ψηφιακή υπογραφή.
Η ενωσιακή και συγκριτική πρακτική συγκλίνει σαφώς προς το μοντέλο της αποκλειστικά ηλεκτρονικής υποβολής, το οποίο προσφέρει ασφάλεια, ταχύτητα, μείωση κόστους και περιβαλλοντικό όφελος. Παράλληλα, η ηλεκτρονική χρονοσήμανση και η δυνατότητα ψηφιακής επαλήθευσης ενισχύουν τη νομική ασφάλεια και τη διαφάνεια της διαδικασίας. Η διατήρηση της υποχρέωσης για φυσικά αντίγραφα δεν έχει πλέον ουσιαστικό λόγο ύπαρξης και αντίκειται στις αρχές της αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, εισηγούμαστε την ακόλουθη αναδιατύπωση της παραγράφου 3(γ) του Παραρτήματος ΙΙΙ:
«Ο υπόχρεος προς κοινοποίηση υποβάλλει όλα τα έγγραφα της κοινοποίησης αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας ή του πληροφοριακού συστήματος που καθορίζει η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού. Η ημερομηνία και ώρα ηλεκτρονικής παραλαβής της κοινοποίησης θεωρείται ως η ημερομηνία επίσημης υποβολής. Η Επιτροπή δύναται να καθορίζει με Απόφασή της τα τεχνικά και διαδικαστικά ζητήματα εφαρμογής της ηλεκτρονικής υποβολής, περιλαμβανομένων των μορφών αρχείων, της ταυτοποίησης των κοινοποιούντων και της προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών.»
3.5. Εισήγηση για προσθήκη νέας γενικής πρόνοιας για εφαρμογή του Ενωσιακού Δικαίου
Προτείνεται η προσθήκη νέας γενικής διάταξης στον Νόμο 83(Ι)/2014, κατ’ αντιστοιχία με το άρθρο 69 του Ν. 13(Ι)/2022 (περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος), ώστε να διασφαλιστεί η ερμηνευτική και λειτουργική εναρμόνιση του εθνικού πλαισίου ελέγχου συγκεντρώσεων με το Ενωσιακό Δίκαιο.
Η νέα πρόνοια δύναται να τοποθετηθεί στο τέλος του Νόμου και να διατυπωθεί ως εξής:
«Σε περίπτωση που ο παρών Νόμος ή οι Κανονισμοί ή τα Διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει αυτού δεν ρυθμίζουν ρητώς συγκεκριμένο θέμα, η Επιτροπή ή το Δικαστήριο, ανάλογα με την περίπτωση, εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις σχετικές διατάξεις και αρχές του ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού, περιλαμβανομένων των κανόνων και αρχών που απορρέουν από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 139/2004 και τις Ανακοινώσεις και Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.».
1. Γενικές Παρατηρήσεις
1.1. Σκοπιμότητα και ρόλος του εκ των προτέρων ελέγχου συγκεντρώσεων
Ο εκ των προτέρων (προληπτικός) έλεγχος ορισμένων συγκεντρώσεων επιχειρήσεων αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο του Δικαίου Ανταγωνισμού για τη διασφάλιση αποτελεσματικής διάρθρωσης των αγορών. Ο σκοπός του είναι η πρόληψη της δημιουργίας ή ενίσχυσης δεσπόζουσας θέσης ή άλλων καταστάσεων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στο μέλλον.
Η ύπαρξη συστήματος εκ των προτέρων ελέγχου:
● προάγει τη νομική ασφάλεια, προσφέροντας στις επιχειρήσεις καθαρό και προβλέψιμο πλαίσιο για τις συναλλαγές τους (π.χ. εξαγορές, συγχωνεύσεις),
● ενισχύει τη διαφάνεια στις αγορές, μέσω δημοσιοποίησης και αξιολόγησης των σημαντικών μεταβολών στη δομή τους,
● και συντελεί στη σταθερότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, αποτρέποντας τη δημιουργία δομών αγοράς που είναι πιθανόν να έχουν μη αναστρέψιμα αποτελεσμάτα στη λειτουργία του ανταγωνισμού.
Ωστόσο, για να επιτελείται αποτελεσματικά ο ρόλος του εκ των προτέρων ελέγχου πρέπει να επικεντρώνεται στις συγκεντρώσεις που αναμένεται ότι θα έχουν δυνητικά σημαντικές / ουσιαστικές επιπτώσεις στην αγορά.
Η επιβολή υπέρμετρων ή αναλογικά αδικαιολόγητων υποχρεώσεων κοινοποίησης ενδέχεται να οδηγήσει σε περιττή επιβάρυνση της διοίκησης (εν προκειμένω της Επιτροπής) και των επιχειρήσεων, χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική συνεισφορά στην προστασία του ανταγωνισμού και κατ’ επέκταση στην αποτελεσματικότητα του συστήματος προληπτικού ελέγχου συγκεντρώσεων.
Συνεπώς, η αναθεώρηση του σχετικού νομικού πλαισίου οφείλει να διασφαλίζει τη στοχευμένη εφαρμογή του μηχανισμού προληπτικού ελέγχου, με βάση σαφή, τεκμηριωμένα και αναλογικά κριτήρια, για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού — δηλαδή την ύπαρξη δομών αγοράς που συμβάλλουν στη διατήρηση συνθηκών αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
1.2. Ανάγκη καθορισμένης στόχευσης και τεκμηριωμένης αιτιολόγησης των προτεινόμενων τροποποιήσεων
Η αξιολόγηση και υιοθέτηση οποιασδήποτε νομοθετικής τροποποίησης προϋποθέτει τη σαφή διατύπωση του σκοπού που αυτή επιδιώκει να εξυπηρετήσει.
Το Προσχέδιο Νομοσχεδίου και το σχετικό δελτίο τύπου της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού ημερ. 15/9/2025 περιορίζονται σε γενικές αναφορές περί «εκσυγχρονισμού» και «ευθυγράμμισης με ευρωπαϊκούς κανονισμούς», χωρίς ωστόσο να αποσαφηνίζουν:
● ποια συγκεκριμένα προβλήματα εφαρμογής του Ν. 83(Ι)/2014 εντοπίστηκαν στην πράξη,
● ποιοι επιδιωκόμενοι στόχοι τίθενται με τις προτεινόμενες αλλαγές (π.χ. επιτάχυνση διαδικασιών, μείωση διοικητικού φόρτου, αναβάθμιση συνεργασίας με ΕΕ), και
● πώς θα αξιολογηθεί η επίτευξη και επιτυχία αυτών των αλλαγών ως προς την αποτελεσματικότητα και την αναλογικότητά τους.
Η απουσία ρητής και τεκμηριωμένης αιτιολόγησης καθιστά σχεδόν αδύνατη την ακριβή διαπίστωση της στόχευσης των τροποποιήσεων και, κατά συνέπεια, την αξιολόγηση της αναγκαιότητας και αναλογικότητάς τους.
Χωρίς καθορισμένο σημείο αναφοράς, δεν μπορεί να διαπιστωθεί εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις συντελούν σε πραγματική σύγκλιση προς ένα πιο αποτελεσματικό και στοχευμένο σύστημα ελέγχου συγκεντρώσεων ή αν απλώς μεταβάλλουν τυπικά το πλαίσιο ελέγχου χωρίς σαφή στρατηγικό προσανατολισμό.
Η έλλειψη στόχευσης ενέχει τον κίνδυνο οι τροποποιήσεις να λειτουργήσουν αποσπασματικά, δημιουργώντας ρυθμιστική ασάφεια και διοικητική επιβάρυνση, χωρίς μετρήσιμη βελτίωση της λειτουργίας του μηχανισμού προληπτικού ελέγχου των συγκεντρώσεων.
Υπό το πρίσμα αυτό, προτείνεται όπως το νομοσχέδιο συνοδευτεί από Αιτιολογική Έκθεση ή Μελέτη Εκτίμησης Επιπτώσεων (Impact Assessment), όπου θα προσδιορίζονται με σαφήνεια:
● οι λόγοι κάθε επιμέρους τροποποίησης,
● οι ποσοτικοί ή/και ποιοτικοί στόχοι που επιδιώκονται, και
● οι δείκτες αξιολόγησης αποτελεσματικότητας και αναλογικότητας του αναθεωρημένου πλαισίου ελέγχου συγκεντρώσεων.
Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις επιτυγχάνουν πραγματικό εκσυγχρονισμό, με ουσιαστική στοχοθεσία και μετρήσιμα αποτελέσματα, και όχι αποσπασματικές αλλαγές χωρίς σαφές σημείο αναφοράς ή στρατηγική κατεύθυνση.
Δεδομένης της σημασίας και της έκτασης των προτεινόμενων αλλαγών, καθώς και του εύρους των θεμάτων που επηρεάζονται (διοικητικές διαδικασίες, κατώτατα όρια, δικαιώματα υπεράσπισης, προστασία δεδομένων κ.ά.), θα ήταν σκόπιμο η δημόσια διαβούλευση να επαναληφθεί μετά τη δημοσίευση της εν λόγω Αιτιολογικής Έκθεσης ή Μελέτης Εκτίμησης Επιπτώσεων. Με τον τρόπο αυτό θα διασφαλιστεί ουσιαστική συμμετοχή των ενδιαφερομένων φορέων, στη βάση πλήρους και τεκμηριωμένης πληροφόρησης, στοιχείο που αποτελεί προϋπόθεση για τη νομιμοποιητική και ποιοτική αρτιότητα του τελικού νομοθετήματος.
1.3. Ανάγκη θέσπισης νέου νόμου περί ελέγχου συγκεντρώσεων
Δεδομένου του εύρους και της πολυπλοκότητας των προτεινόμενων τροποποιήσεων, καθώς και του γεγονότος ότι οι αλλαγές επηρεάζουν πολλαπλά κεφάλαια και θεμελιώδεις έννοιες του Ν. 83(Ι)/2014 (π.χ. πεδίο εφαρμογής, διαδικασίες κοινοποίησης, δικαιώματα υπεράσπισης, συνεργασία με ευρωπαϊκούς θεσμούς), εισηγούμαστε όπως εξεταστεί η κατάρτιση νέου, ενιαίου Νόμου περί Ελέγχου των Συγκεντρώσεων Επιχειρήσεων. Η ψήφιση ενός νέου, ενοποιημένου νομικού κειμένου θα συμβάλει, μεταξύ άλλων, στη νομοτεχνική καθαρότητα και απλοποίηση του πλαισίου, στην αποφυγή ερμηνευτικών αντιφάσεων μεταξύ βασικού και τροποποιητικού νόμου, και στη διευκόλυνση της εφαρμογής του Νόμου τόσο από την Επιτροπή όσο και από τις επιχειρήσεις και τους νομικούς συμβούλους τους.
2. Ειδικές Παρατηρήσεις
2.1. Κριτήρια καθορισμού συγκέντρωσης μείζονος σημασίας (Άρθρο 3)
Σύμφωνα με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του άρθρου 3 του Ν. 83(Ι)/2014, πράξη συγκέντρωσης επιχειρήσεων κρίνεται ως «μείζονος σημασίας» όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
i) δύο τουλάχιστον από τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις έχουν κύκλο εργασιών που υπερβαίνει το ποσό των €3.500.000 εκάστη· και
ii) δύο τουλάχιστον από τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις πραγματοποιούν κύκλο εργασιών εντός της Δημοκρατίας που υπερβαίνει, για κάθε μία, το ποσό των €200.000.
Από το κείμενο του Προσχεδίου Νομοσχεδίου δεν προκύπτει ότι έχει προηγηθεί μελέτη ή εμπειρική ανάλυση για τον καθορισμό του νέου κατωτάτου ορίου των €200.000 κύκλου εργασιών εντός της Δημοκρατίας. Η επιλογή του συγκεκριμένου ποσού δεν φαίνεται να εδράζεται σε σαφή ή τεκμηριωμένα κριτήρια επιλογής, σε συνάρτηση με τους διακηρυγμένους γενικούς στόχους της τροποποίησης (π.χ. εκσυγχρονισμός). Αν υφίσταται σχετική μελέτη ή τεχνική τεκμηρίωση, θα ήταν σκόπιμο να δημοσιοποιηθεί, ώστε να καταστεί δυνατή η ουσιαστική αξιολόγηση της σκοπιμότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της προτεινόμενης τροποποίησης.
Οι εν λόγω τροποποιήσεις, σε συνδυασμό με τη μη αύξηση των κατωτάτων ορίων και την διαγραφή της υποπαραγράφου (iii) – σύμφωνα με την οποία τουλάχιστον €3.500.000 από το σύνολο του κύκλου εργασιών όλων των συμμετεχουσών επιχειρήσεων θα πρέπει να πραγματοποιείται εντός της Δημοκρατίας – δεν φαίνεται να εξυπηρετούν τον επιδιωκόμενο σκοπό του νομοσχεδίου, που είναι ο εκσυγχρονισμός και η βελτίωση του πλαισίου ελέγχου συγκεντρώσεων. Αντιθέτως, οι τροποποιημένες πρόνοιες είναι ουσιαστικά πιο «χαλαρές», με αποτέλεσμα να διευρύνουν το πεδίο των πράξεων συγκέντρωσης που υπόκεινται σε υποχρέωση κοινοποίησης και να αυξάνουν τον ήδη σημαντικό αριθμό υποθέσεων ενώπιον της Επιτροπής.
Από τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία αναφορικά με τον αριθμό κοινοποιήσεων ή/και αποφάσεων που αφορούν υποθέσεις συγκεντρώσεων, διαπιστώνεται αυξητική τάση κατά την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία. Η τάση αυτή αποδεικνύει ότι το ισχύον πλαίσιο ήδη εξασφαλίζει επαρκή εποπτεία των πράξεων συγκέντρωσης που ενδεχομένως να έχουν κάποια σημασία, υπό την έννοια της αισθητής επίδρασης, για τον ανταγωνισμό.
Περαιτέρω, από την εξέταση του περιεχομένου των αποφάσεων της Επιτροπής προκύπτει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κοινοποιηθεισών συγκεντρώσεων δεν δημιουργεί «επηρεαζόμενες αγορές» , καθώς αφορούν πράξεις με περιορισμένο οικονομικό αποτύπωμα ή ανεπαίσθητες οριζόντιες ή/και κάθετες επικαλύψεις.
Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη μείωση των ορίων για τον χαρακτηρισμό μιας συγκέντρωσης ως μείζονος σημασίας, η οποία συνεπάγεται υποχρέωση κοινοποίησης, δεν προκύπτει από τεκμηριωμένη ανάγκη εκσυγχρονισμού ή ευθυγράμμισης με το ενωσιακό δίκαιο, αλλά, αντιθέτως, ενδέχεται να επιβαρύνει αδικαιολόγητα τη διοίκηση και τις επιχειρήσεις, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα και την αναλογικότητα του μηχανισμού ελέγχου συγκεντρώσεων.
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές και εμπορικές εξελίξεις των τελευταίων 25 ετών, οι οποίες περιλαμβάνουν την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ,
την παγκοσμιοποίηση των αγορών, και τον πληθωρισμό που έχει αυξήσει τον μέσο κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων.
Η αναπροσαρμογή των υφιστάμενων ορίων είναι, επομένως, αναγκαία ώστε ο έλεγχος συγκεντρώσεων να επικεντρώνεται πράγματι στις πράξεις που αναμένεται ότι θα έχουν αισθητή επίδραση στον ανταγωνισμό, και όχι σε μικρές συναλλαγές που δεν δημιουργούν επηρεαζόμενες αγορές.
Μια τέτοια προσέγγιση θα οδηγήσει σε ορθολογικότερη κατανομή πόρων και μείωση του διοικητικού βάρους τόσο για την Επιτροπή όσο και για τις επιχειρήσεις.
Συγκεκριμένα, προτείνεται:
1. Αύξηση του κατώτατου ορίου κύκλου εργασιών των €3.500.000 για κάθε συμμετέχουσα επιχείρηση.
2. Αύξηση του ορίου κύκλου εργασιών εντός της Δημοκρατίας των €200.000 σε για κάθε επιχείρηση.
3. Επαναφορά της τρίτης προϋπόθεσης, δηλαδή του αθροιστικού κύκλου εργασιών εντός της Δημοκρατίας όλων των συμμετεχουσών επιχειρήσεων, με ενδεχόμενη αύξηση του ποσού των €3.500.000, ώστε να αντικατοπτρίζει τις σύγχρονες οικονομικές συνθήκες.
Η αναπροσαρμογή των κριτηρίων κρίνεται επιβεβλημένη ώστε να:
1. Βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα του μηχανισμού προληπτικού ελέγχου συγκεντρώσεων. Η εφαρμογή υπέρμετρα χαμηλών κατωτάτων ορίων οδηγεί στην κοινοποίηση πράξεων που δεν έχουν καμία ουσιαστική επίπτωση στη δομή του ανταγωνισμού. Αντίθετα, η αναπροσαρμογή των ορίων σε ρεαλιστικά επίπεδα επιτρέπει στην Επιτροπή να επικεντρώνει τους ελεγκτικούς της πόρους σε πράξεις που είναι πράγματι ικανές να παρακωλύσουν τον ανταγωνισμό ή να προκαλέσουν σημαντικές μεταβολές στη διάρθρωση της αγοράς. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται η ουσιαστική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού προληπτικού ελέγχου, αφού αποφεύγεται η κατ’ ουσίαν τυπική επεξεργασία υποθέσεων που είναι απίθανο να εγείρουν ανταγωνιστικές ανησυχίες.
2. Ελαχιστοποιηθούν καθυστερήσεις και διοικητικές επιβαρύνσεις. Η διεύρυνση του πεδίου κοινοποίησης συνεπάγεται αύξηση του αριθμού υποθέσεων που απαιτούν εξέταση, χωρίς αναλογική προστιθέμενη αξία για την προστασία του ανταγωνισμού. Αυτό οδηγεί αφενός σε καθυστέρηση της εξέτασης σημαντικών υποθέσεων, αφετέρου σε αύξηση του διοικητικού κόστους και φόρτου για τις επιχειρήσεις που υποχρεούνται να κοινοποιούν συναλλαγές περιορισμένης σημασίας. Η προσαρμογή των ορίων θα συμβάλει στην επιτάχυνση της διαδικασίας, τη μείωση του γραφειοκρατικού φόρτου και την αποτελεσματικότερη κατανομή του χρόνου και των πόρων τόσο της Επιτροπής όσο και των επιχειρήσεων.
3. Εστιαστούν οι περιορισμένοι πόροι της Επιτροπής σε υποθέσεις ουσιαστικής σημασίας. Ένα στοχευμένο πλαίσιο κοινοποίησης διασφαλίζει ότι η Επιτροπή θα ασχολείται κυρίως με σύνθετες ή δομικά σημαντικές συγκεντρώσεις ή υποθέσεις που αφορούν την εφαρμογή της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας (Ν. 13(Ι)/2022), όπου οι επιπτώσεις στην αγορά είναι πιο πιθανές ή/και πιο σοβαρές. Η εστίαση αυτή ενισχύει τον στρατηγικό ρόλο της Επιτροπής ως θεματοφύλακα του υγιούς και ανόθευτου ανταγωνισμού, επιτρέποντάς της να επενδύει στην ποιοτική ανάλυση των κρίσιμων υποθέσεων, αντί στην ποσοτική διαχείριση μεγάλου όγκου απλών υποθέσεων.
Παράλληλα, η προτεινόμενη προσέγγιση συνάδει με το πνεύμα του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004, ο οποίος αποσκοπεί στην προστασία του ανόθευτου ανταγωνισμού, εξασφαλίζοντας ότι ο εκ των προτέρων έλεγχος συγκεντρώσεων εφαρμόζεται μόνο σε πράξεις με ουσιαστική οικονομική σημασία, δηλαδή σε συγκεντρώσεις που ενδέχεται να παρακωλύσουν ουσιωδώς τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, και όχι σε μικρές ή αμελητέες συναλλαγές.
2.2. Δεσμεύσεις και διορθωτικά μέτρα (Άρθρο 22(2))
Η προσθήκη του νέου εδαφίου (2) στο άρθρο 22 αποτελεί θετική εξέλιξη, καθώς εισάγει για πρώτη φορά τη δυνατότητα έγκρισης μιας συγκέντρωσης υπό όρους ή/και δεσμεύσεις, χωρίς να απαιτείται πλήρης διερεύνηση. Η ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται με το άρθρο 6(2) του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 και επιτρέπει στην Επιτροπή να εγκρίνει πράξεις συγκέντρωσης ήδη στο αρχικό στάδιο εξέτασης (Phase I remedies), εφόσον οι αναληφθείσες δεσμεύσεις αίρουν τις αρχικές αμφιβολίες περί συμβατότητας της υπό εξέταση συγκέντρωσης.
Ωστόσο, ούτε το άρθρο 22, ούτε το άρθρο 25 του Ν. 83(Ι)/2014 καθορίζουν τα κριτήρια αξιολόγησης των δεσμεύσεων, τη μορφή ή τη δομή τους (διαρθρωτικές ή συμπεριφορικές) και την υποχρέωση αποτελεσματικής διαβούλευσης με ενδιαφερόμενους τρίτους , ούτε προβλέπουν μηχανισμό παρακολούθησης ή διαδικασία επανεξέτασης σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών της αγοράς. Το ισχύον άρθρο 25 περιορίζεται στη διαδικασία υποβολής πληροφοριών και στην εξασφάλιση στοιχείων, χωρίς να προβλέπει τις ουσιαστικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν την αποδοχή, παρακολούθηση ή αναθεώρηση των δεσμεύσεων.
Περαιτέρω, το άρθρο 45, όπως τροποποιείται, προβλέπει πλέον τη δυνατότητα ανάκλησης ή τροποποίησης απόφασης της Επιτροπής σε περίπτωση «μεταβολής των πραγματικών γεγονότων ή/και δεδομένων». Η πρόνοια αυτή είναι σημαντική, καθώς εισάγει ένα στοιχείο ευελιξίας και δυναμικής προσαρμογής σε ενδεχόμενες μη προβλέψιμες εξελίξεις. Εντούτοις, η διάταξη παραμένει γενική και δεν καθορίζει τη διαδικασία επανεξέτασης, ούτε τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να ζητηθεί ή να αποφασιστεί η προσαρμογή ή χαλάρωση δεσμεύσεων σε περιπτώσεις βελτίωσης των συνθηκών ανταγωνισμού (π.χ. είσοδος νέου παρόχου, τεχνολογική εξέλιξη, διαφοροποίηση καναλιών διανομής).
Για την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και της διαδικαστικής προβλεψιμότητας (procedural predictability), προτείνεται όπως:
1. Εισαχθεί εξουσιοδοτική πρόνοια ανάλογη με το άρθρο 23(1)(ζ) του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου (Ν. 13(Ι)/2022) που να παρέχει στην Επιτροπή τη
δυνατότητα να καθορίζει, με απόφασή της, το πλαίσιο για την υποβολή, αξιολόγηση, αποδοχή και παρακολούθηση δεσμεύσεων καθώς και τη διαδικασία επανεξέτασης ή «χαλάρωσης» δεσμεύσεων. Η απόφαση αυτή θα πρέπει να βασίζεται στα πρότυπα της Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις δεσμεύσεις βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 (2008/C 267/01) .
2. Προστεθεί ρητή πρόνοια ότι η Επιτροπή αποδέχεται μόνο δεσμεύσεις που είναι κατάλληλες, αναγκαίες και αναλογικές προς τον εντοπισμένο ανταγωνιστικό κίνδυνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την ένταση και τη διάρκεια των επιπτώσεων στη λειτουργία του αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
3. Καθοριστεί σαφές χρονικό και διαδικαστικό πλαίσιο, ώστε οι δεσμεύσεις να υποβάλλονται εντός καθορισμένης προθεσμίας πριν την ολοκλήρωση της πλήρους διερεύνησης, διασφαλίζοντας προβλεψιμότητα και αποτρέποντας αιφνιδιασμούς.
4. Προβλεφθεί εύλογη παράταση προθεσμίας για την έκδοση απόφασης σε περιπτώσεις όπου οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις υποβάλλουν δεσμεύσεις ή τροποποιήσεις της συναλλαγής στο πλαίσιο της αρχικής εξέτασης (Phase I remedies). Συγκεκριμένα, γίνεται εισήγηση όπως η προθεσμία παρατείνεται από 30 σε 40 εργάσιμες ημέρες, ώστε να εξασφαλίζεται επαρκής χρόνος αξιολόγησης των δεσμεύσεων και διαβούλευσης με την Υπηρεσία ή τρίτους. Η ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται με την ενωσιακή πρακτική του άρθρου 10(1) του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004, όπου προβλέπεται ανάλογη παράταση (25 → 35 εργάσιμες ημέρες) κατά την υποβολή δεσμεύσεων στη Φάση Ι.
Η καθιέρωση των πιο πάνω αρχών θα διασφαλίσει ότι οι δεσμεύσεις λειτουργούν ως ουσιαστικά αναλογικά διορθωτικά μέτρα, όχι ως επιπρόσθετα ρυθμιστικά βάρη, και θα επιτρέψει στην Επιτροπή να εφαρμόζει έναν ευέλικτο και αναλογικό μηχανισμό εποπτείας, προσαρμοσμένο στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς και συμβατό με το πνεύμα του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 και την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2008/C 267/01.
2.3 Δικαιώματα υπεράσπισης, πρόσβαση στον φάκελο, εμπιστευτικότητα και GDPR (Άρθρα 34, 34Α και 34Β)
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποτελούν σημαντική εξέλιξη, καθώς εισάγουν πλήρες διαδικαστικό πλαίσιο για τη διαχείριση υποθέσεων πιθανών παραβάσεων του Νόμου 83(Ι)/2014.
Συγκεκριμένα, το Προσχέδιο Νομοσχεδίου τυποποιεί και ενισχύει τη διαδικασία Έκθεσης Αιτιάσεων (άρθρο 34), εισάγοντας για πρώτη φορά αναλυτικό και πλήρως ρυθμιζόμενο πλαίσιο ως προς τη μορφή, το περιεχόμενο, τα δικαιώματα των μερών και τα επόμενα στάδια της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής. Παράλληλα, εισάγεται για πρώτη φορά σαφές και ρητώς καθορισμένο καθεστώς για τον χαρακτηρισμό και τη διαχείριση εμπιστευτικών πληροφοριών (άρθρο 34Α) και το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο (άρθρο 34Β), με παραπομπές στις αρχές του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (GDPR).
Επιπλέον, προβλέπεται η δυνατότητα περιορισμού της πρόσβασης με βάση την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα, ιδίως για λόγους προστασίας ερευνητικών μεθόδων ή εμπιστευτικότητας, κάτι που χρήζει ειδικής στάθμισης ώστε να μην υπονομεύονται τα δικαιώματα υπεράσπισης.
Παρότι πρόκειται για θετικό βήμα εκσυγχρονισμού, η ρύθμιση απονέμει στην Επιτροπή πολύ ευρεία διακριτική ευχέρεια να περιορίζει την πρόσβαση των μερών σε στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, επικαλούμενη λόγους εμπιστευτικότητας, ερευνητικών μεθόδων ή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Υφίσταται, συνεπώς, ο κίνδυνος περιορισμού της ουσιαστικής πρόσβασης στα αποδεικτικά στοιχεία, γεγονός που θα μπορούσε να θίξει τα δικαιώματα υπεράσπισης και την αρχή της δίκαιης διαδικασίας (procedural fairness).
Παράλληλα, το προτεινόμενο σύστημα χαρακτηρισμού εμπιστευτικών στοιχείων προβλέπει ότι οι πληροφορίες που δεν έχουν επισημανθεί ρητά από το μέρος ως εμπιστευτικές τεκμαίρεται ότι δεν έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα, εκτός εάν η Επιτροπή αποφασίσει διαφορετικά. Η πρόβλεψη αυτή παρέχει στην Επιτροπή διακριτική εξουσία να χαρακτηρίσει αυτεπαγγέλτως ορισμένα στοιχεία ως επιχειρηματικά απόρρητα ή πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως, γεγονός θετικό για την προστασία ευαίσθητων δεδομένων, αλλά και δυνητικά προβληματικό αν δεν συνοδεύεται από σαφή κριτήρια και υποχρέωση αιτιολόγησης κάθε σχετικής απόφαση.
Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, εισηγούμαστε όπως:
1. Διευκρινιστούν τα στοιχεία στα οποία πρέπει να έχει υπάρξει ουσιαστική πρόσβαση. Προς αποφυγή αμφιβολιών κατά την εφαρμογή του άρθρου 34Β(3), προτείνεται να προστεθεί ρητή πρόνοια ότι η Επιτροπή δεν δύναται να στηριχθεί σε στοιχεία στα οποία ο αποδέκτης της Έκθεσης Αιτιάσεων δεν είχε ουσιαστική και έγκαιρη πρόσβαση, εκτός εάν πρόκειται για απολύτως εσωτερικά έγγραφα που δεν χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά μέσα αλλά μόνο για εσωτερική ανάλυση. Η προσθήκη αυτή ενισχύει τη σαφήνεια και την προβλεψιμότητα της διαδικασίας, χωρίς να περιορίζει τις ερευνητικές εξουσίες της Επιτροπής
2. Καθοριστεί υποχρέωση ειδικής και αιτιολογημένης στάθμισης σε κάθε περιορισμό πρόσβασης. Προτείνεται να προβλεφθεί ρητά ότι κάθε περιορισμός πρόσβασης σε επιχειρηματικά απόρρητα ή πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένος, με σαφή στάθμιση μεταξύ (α) της ανάγκης προστασίας εμπιστευτικότητας, και (β) του δικαιώματος υπεράσπισης των μερών. Μια τέτοια πρόνοια θα εξασφαλίσει διαφάνεια και λογοδοσία στις αποφάσεις περιορισμού πρόσβασης και θα αποτρέψει την καταχρηστική ή υπερβολικά εκτεταμένη επίκληση της «αναλογικότητας».
3. Προστασία δικαιώματος υπεράσπισης σε σχέση με περιορισμούς βάσει GDPR. Αν και το Προσχέδιο Νομοσχεδίου ενσωματώνει αναφορές στην αναγκαιότητα και αναλογικότητα κατά τον GDPR, προτείνεται να προστεθεί ότι οι περιορισμοί πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν μπορούν να καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την υπεράσπιση των μερών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να προτιμάται η ανωνυμοποίηση ή η μερική απόκρυψη αντί της πλήρους εξαίρεσης πληροφοριών. Με αυτό τον τρόπο, θα μπορεί να διατηρείται η ισορροπία μεταξύ προστασίας δεδομένων και δίκαιης διαδικασίας (procedural fairness).
4. Ασφαλιστική δικλείδα για τον εμπιστευτικό χαρακτήρα πληροφοριών. Προτείνεται να προβλεφθεί ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τον εμπιστευτικό χαρακτήρα συγκεκριμένων πληροφοριών, η Επιτροπή ζητά επιβεβαίωση από το μέρος που τις υπέβαλε πριν τις διαθέσει σε τρίτους ή σε άλλα μέρη της διαδικασίας. Η ρύθμιση αυτή θα αποτρέψει ακούσιες αποκαλύψεις ευαίσθητων εμπορικών δεδομένων (όπως τιμολογιακές πολιτικές, εκπτώσεις, ή πελατειακές σχέσεις) και θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων στη διαδικασία.
Οι πιο πάνω εισηγήσεις στοχεύουν στην ενίσχυση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου κατά την εφαρμογή των άρθρων 34–34Β. Η θεσμοθέτηση διαδικασιών που διασφαλίζουν ισορροπία μεταξύ της προστασίας εμπιστευτικότητας και της ουσιαστικής πρόσβασης στα αποδεικτικά μέσα είναι αναγκαία προϋπόθεση για να μην εξουδετερωθεί ή/και υπονομευθεί, στην πράξη, η άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης.
2.4. Διοικητικά πρόστιμα, δικαστικός έλεγχος και όροι καταβολής (Άρθρα 40 και 40Α)
Το νέο άρθρο 40Α εξομοιώνει ουσιαστικά το διοικητικό πρόστιμο με οφειλή δημοσίου δικαίου, προβλέποντας τόκο υπερημερίας από τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας πληρωμής.
Πρώτον, αυτό είναι σε γενικές γραμμές ορθολογικό: ενισχύει την εκτελεστότητα και αποτρέπει την καταχρηστική καθυστέρηση στην πληρωμή διοικητικών κυρώσεων.
Δεύτερον, ως ιδιαίτερα θετική και πρακτικά απαραίτητη κρίνεται η πρόβλεψη ότι η Επιτροπή μπορεί, «κατόπιν υποβολής αιτιολογημένου αιτήματος», να εγκρίνει καταβολή του προστίμου σε δόσεις. Αυτή η πρόνοια αναγνωρίζει ότι τα διοικητικά πρόστιμα μπορεί να είναι υψηλά και ότι η άμεση καταβολή τους σε μία δόση ενδέχεται να έχει δυσανάλογα επιζήμια αποτελέσματα (π.χ. απειλή ρευστότητας, κίνδυνος αφερεγγυότητας).
Ωστόσο, για να αποφευχθεί αδιαφάνεια ή άνιση μεταχείριση επιχειρήσεων, προτείνεται:
1. Να προστεθεί ρητή υποχρέωση όπως, κατά την αξιολόγηση αιτήματος για καταβολή σε δόσεις, η Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη αντικειμενικά κριτήρια όπως α) το ύψος του προστίμου, β) τη χρηματοοικονομική κατάσταση και ρευστότητα της επιχείρησης, γ) τυχόν συνέπειες από άμεση βεβαίωση και εκτέλεση της οφειλής στην επιχείρηση ή ευρύτερα στην αγορά, και δ) τον βαθμό συνεργασίας της επιχείρησης κατά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής.
2. Να προβλέπεται ότι η σχετική απόφαση της Επιτροπής θα είναι αιτιολογημένη και θα κοινοποιείται γραπτώς, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η ίση μεταχείριση επιχειρήσεων σε αντίστοιχες περιστάσεις.
Επιπλέον, η πρόβλεψη τόκου υπερημερίας από την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής δημιουργεί ζήτημα χρονισμού σε σχέση με το δικαίωμα δικαστικού ελέγχου. Πιο συγκεκριμένα, χωρίς πρόσθετη ρύθμιση, υπάρχει ο κίνδυνος μια επιχείρηση η οποία προσφεύγει καλόπιστα κατά απόφασης της Επιτροπής να αρχίσει να συσσωρεύει τόκους υπερημερίας πριν ακόμη κριθεί η νομιμότητα ή/και το ύψος του προστίμου. Για να μην αποδυναμωθεί στην πράξη το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, προτείνεται να διευκρινιστεί ότι:
1. ο τόκος υπερημερίας δεν αρχίζει να υπολογίζεται πριν την πάροδο της προθεσμίας άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης της Επιτροπής, και
2. εφόσον ασκηθεί προσφυγή και ζητηθεί αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης (δηλαδή αναστολή είσπραξης), ο τόκος δεν τρέχει για όσο χρονικό διάστημα εκκρεμεί η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επί του αιτήματος αναστολής.
Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η αναγκαία ισορροπία. Αφενός, η Επιτροπή διατηρεί τη δυνατότητα να απαιτεί την έγκαιρη πληρωμή των προστίμων και να αποφεύγει καταχρηστικές καθυστερήσεις. Αφετέρου, δεν επιβάλλεται οικονομική επιβάρυνση (μέσω τόκων) σε επιχειρήσεις που απλώς ασκούν νομίμως το δικαίωμα προσφυγής τους.
2.5. Εξουσία της Επιτροπής προς συλλογή πληροφοριών (Άρθρο 42)
Σύμφωνα με την προτεινόμενη τροποποίηση, πρόσωπο, επιχείρηση ή φορέας έχει υποχρέωση να παρέχει τις αιτούμενες πληροφορίες εντός εύλογης προθεσμίας, η οποία δεν δύναται να είναι μικρότερη των 10 ημερών.
Δεδομένης της έκτασης και πολυπλοκότητας των πληροφοριών που ζητούνται σε αρκετές περιπτώσεις — ιδίως όταν περιλαμβάνουν οικονομικά, εμπορικά και τεχνικά στοιχεία — και για λόγους ισότιμης μεταχείρισης όλων των επιχειρήσεων ή ενδιαφερόμενων προσώπων, προτείνεται η προσθήκη της λέξης «εργάσιμων» μετά τη λέξη «ημερών».
Η προσθήκη της λέξης «εργάσιμων» στην ελάχιστη προθεσμία των 10 ημερών εξυπηρετεί την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της ασφάλειας δικαίου, καθώς διασφαλίζει ότι όλες οι επιχειρήσεις διαθέτουν πραγματικό και ισότιμο (μέγιστο) χρονικό περιθώριο για:
● τη συλλογή των αιτούμενων πληροφοριών,
● την εσωτερική επεξεργασία και επαλήθευσή τους, και
● τη σύνταξη τεκμηριωμένων απαντήσεων προς την Επιτροπή.
Σε αντίθετη περίπτωση, εάν η προθεσμία περιλαμβάνει Σαββατοκύριακα ή δημόσιες αργίες, ο διαθέσιμος χρόνος για προετοιμασία περιορίζεται ουσιαστικά, γεγονός που μπορεί να θέσει ορισμένους υπόχρεους σε μειονεκτική θέση σε σχέση με άλλους.
Περαιτέρω, η εν λόγω προσθήκη συνάδει με την υφιστάμενη πρακτική άλλων προνοιών του Προσχεδίου Νομοσχεδίου, στις οποίες οι προθεσμίες εκφράζονται σε εργάσιμες ημέρες (π.χ. άρθρα 23, 30 και 37), εξασφαλίζοντας έτσι συνέπεια και σαφήνεια στο νομοθετικό κείμενο.
2.6. Ανάκληση ή τροποποίηση απόφασης της Επιτροπής σχετικά με τη συμβατότητα συγκέντρωσης (Άρθρο 45)
Η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 45, με την προσθήκη της νέας παραγράφου (αα), εισάγει τη δυνατότητα ανάκλησης ή τροποποίησης απόφασης της Επιτροπής σε περίπτωση μεταβολής των πραγματικών δεδομένων ή περιστάσεων που αποτέλεσαν τη βάση της αρχικής απόφασης.
Η πρόνοια αυτή ενισχύει τη λειτουργική ευελιξία της Επιτροπής, ωστόσο, κρίνεται σκόπιμο να εξειδικευτεί η διαδικασία και η πρωτοβουλία ενεργοποίησης της ανάκλησης ή τροποποίησης, καθώς και να διασφαλιστεί η ακρόαση των ενδιαφερόμενων μερών.
Προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου 45 ώστε να προβλέπει ρητά ότι η ανάκληση ή τροποποίηση δύναται να λάβει χώρα:
(α) αυτεπάγγελτα από την Επιτροπή,
(β) κατόπιν αιτήματος συμμετέχουσας επιχείρησης, ή
(γ) κατόπιν αιτήματος τρίτης επιχείρησης ή προσώπου με έννομο συμφέρον.
Επιπλέον, η πρόνοια περί μεταβολής των πραγματικών δεδομένων πρέπει να ερμηνεύεται όχι μόνο ως λόγος ανάκλησης λόγω νέων περιοριστικών συνθηκών, αλλά και ως δυνατότητα προσαρμογής ή περιορισμού δεσμεύσεων σε περιπτώσεις όπου οι συνθήκες στην αγορά έχουν βελτιωθεί ή διαφοροποιηθεί ουσιωδώς, όπως, για παράδειγμα, με την είσοδο νέου ανταγωνιστή ή τη διαφοροποίηση των καναλιών διανομής.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να δύναται, κατόπιν αιτήματος ενδιαφερόμενης επιχείρησης (συμμετέχουσας ή με έννομο συμφέρον) ή αυτεπάγγελτα, να επαναξιολογήσει την αναγκαιότητα ή έκταση των δεσμεύσεων, σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι επιβαλλόμενοι όροι δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
Προτείνεται η προσθήκη ρητής πρόνοιας στο ίδιο το άρθρο 45 ότι η «μεταβολή των πραγματικών δεδομένων» μπορεί να αφορά τόσο δυσμενείς όσο και ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά, και συνεπώς να δικαιολογεί την αναθεώρηση, προσαρμογή ή χαλάρωση δεσμεύσεων, όπου αυτές καθίστανται δυσανάλογες ή μη αναγκαίες υπό τα νέα δεδομένα.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, εισηγούμαστε όπως η πρόνοια διατυπωθεί ως ακολούθως:
«Η Επιτροπή δύναται να τροποποιεί τους όρους ή/και δεσμεύσεις που έχουν επιβληθεί με απόφασή της, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος συμμετέχουσας ή τρίτης επιχείρησης με έννομο συμφέρον, σε περίπτωση μεταβολής των πραγματικών γεγονότων ή/και δεδομένων της αγοράς, περιλαμβανομένων και εκείνων που συνεπάγονται βελτίωση των συνθηκών ανταγωνισμού.
Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και διασφαλίζει ότι οι δεσμεύσεις δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού.».
2.7. GDPR, Digital Markets Act και Foreign Subsidies Regulation, (Άρθρα 2, 48 και 54)
Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγονται για πρώτη φορά στον Νόμο 83(Ι)/2014 ορισμοί που αφορούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, επιχειρηματικά απόρρητα, πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως, εσωτερικά έγγραφα και εργάσιμες ημέρες (άρθρο 2).
Παράλληλα, το νέο άρθρο 48 αντικαθιστά πλήρως την προηγούμενη διάταξη περί εχεμύθειας, επιτρέποντας πλέον τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για σκοπούς εφαρμογής τόσο του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/1925 (Digital Markets Act – DMA) όσο και του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2560 (Foreign Subsidies Regulation – FSR).
Το νέο άρθρο 54 διευρύνει περαιτέρω το πεδίο συνεργασίας της Επιτροπής με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και άλλες Αρχές Ανταγωνισμού, πέραν του πλαισίου του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004.
Οι αλλαγές αυτές ενισχύουν τη διασύνδεση της Επιτροπής με το ευρωπαϊκό οικοσύστημα επιβολής κανόνων ανταγωνισμού και ψηφιακών αγορών, διευρύνοντας όμως σημαντικά τον ρόλο της Επιτροπής.
Ουσιαστικά, ο Νόμος 83(Ι)/2014 καθίσταται κόμβος (hub) για την ανταλλαγή δεδομένων και πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε πλαίσια πέραν του ελέγχου συγκεντρώσεων, χωρίς ρητές ασφαλιστικές δικλείδες για τη χρήση, αποθήκευση και επαναχρησιμοποίηση αυτών των δεδομένων.
Η διεύρυνση αυτή, αν και θετική υπό το πρίσμα της συνεργασίας, πρέπει να συνοδευτεί από σαφή όρια σχετικά με το σκοπό και το εύρος της διαβίβασης πληροφοριών, την προστασία εμπιστευτικών εμπορικών δεδομένων, και τη χρήση των στοιχείων αποκλειστικά για τον σκοπό επιβολής για τον οποίο διαβιβάστηκαν.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, εισηγούμαστε όπως:
1. Προστεθεί πρόνοια ότι η ανταλλαγή ή κοινοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών με άλλες αρχές (π.χ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, DG COMP, DG CONNECT) πραγματοποιείται μόνο στον αναγκαίο βαθμό και αποκλειστικά για τον συγκεκριμένο σκοπό επιβολής που προβλέπεται από το εκάστοτε ενωσιακό πλαίσιο (DMA, FSR,
Κανονισμός 139/2004). Οποιαδήποτε περαιτέρω χρήση ή επαναχρησιμοποίηση των στοιχείων πρέπει να απαγορεύεται χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση του υποκειμένου ή χωρίς νέα νομική βάση.
2. Αναδιατυπωθεί η πρόνοια του άρθρου 48, ώστε να διευκρινίζεται ότι η διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών διενεργείται υπό την επιφύλαξη της αρχής της αναλογικότητας και της προστασίας επιχειρηματικών απορρήτων, κατά τα οριζόμενα στο ενωσιακό δίκαιο και τη νομολογία των Δικαστηρίων της ΕΕ.
3. Προστεθεί πρόνοια που θα ορίζει ότι πληροφορίες ή δεδομένα που συλλέγονται στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης διαδικασίας (π.χ. εξέταση συγκέντρωσης) δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται σε άλλη διαδικασία (π.χ. έρευνα βάσει DMA ή FSR), εκτός εάν προβλέπεται ρητά από το ενωσιακό δίκαιο και τηρηθούν οι απαιτούμενες διαδικαστικές εγγυήσεις. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις δεν θα δουν τις εμπιστευτικές τους πληροφορίες να μεταφέρονται σε διαφορετικά ρυθμιστικά πλαίσια χωρίς ενημέρωση ή δυνατότητα αντίδρασης.
2.8. Εξουσιοδότηση για Κανονισμούς και θεσμοθέτηση απλοποιημένης διαδικασίας κοινοποίησης (Άρθρο 55)
Η προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 55, με την οποία παρέχεται στο Υπουργικό Συμβούλιο η εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς για τη θέσπιση απλοποιημένης διαδικασίας κοινοποίησης, συνιστά θετική κατεύθυνση, καθώς αναγνωρίζει την ανάγκη διαφοροποίησης της διαδικαστικής μεταχείρισης πράξεων που δεν εγείρουν σημαντικές ανησυχίες για τον ανταγωνισμό.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη διατύπωση δημιουργεί ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της επιχειρησιακής ανεξαρτησίας της Επιτροπής, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1 (ECN+).
Σύμφωνα με την Οδηγία, τα εθνικά όργανα ανταγωνισμού πρέπει να διαθέτουν την αυτονομία να καθορίζουν τις διαδικασίες, τις προτεραιότητες και τα κριτήρια εφαρμογής των αρμοδιοτήτων τους χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις. Η καθιέρωση της απλοποιημένης διαδικασίας αποτελεί καθαρά τεχνικό και διαδικαστικό ζήτημα εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού, το οποίο συνδέεται με την επιλογή υποθέσεων, τη μορφή του φακέλου κοινοποίησης και τη διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.
Επομένως, ο καθορισμός των κριτηρίων και των επιμέρους διαδικαστικών βημάτων πρέπει να ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, χωρίς να εξαρτάται από κυβερνητική έγκριση ή κανονιστική πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου.
Η πρακτική των κρατών-μελών ενισχύει τη θέση αυτή. Αναφέρεται ενδεικτικά ότι η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού ρυθμίζει την απλοποιημένη διαδικασία με δική της απόφαση (π.χ. Απόφαση 790/2022). Επίσης, Οι Αρχές Ανταγωνισμού της Ισπανίας, Πορτογαλίας, Ιρλανδίας και Αυστρίας καθορίζουν αντίστοιχα τις απλοποιημένες διαδικασίες μέσω αποφάσεων ή κατευθυντήριων γραμμών των ίδιων των αρχών, όχι με κυβερνητική πράξη. Σε επίπεδο ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθορίζει την απλοποιημένη διαδικασία μέσω Ανακοίνωσης και Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2023/914, που η ίδια εκδίδει στο πλαίσιο της θεσμικής της αρμοδιότητας.
Συνεπώς, για να διασφαλιστεί η συμβατότητα με την Οδηγία ECN+ και η θεσμική ανεξαρτησία της Επιτροπής, εισηγούμαστε τα εξής:
1. Η απλοποιημένη διαδικασία κοινοποίησης να καθορίζεται με Απόφαση της Επιτροπής, η οποία θα έχει κανονιστικό χαρακτήρα, θα δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και θα ορίζει i) τα κριτήρια επιλεξιμότητας (ενδεικτικά: απουσία επηρεαζόμενων αγορών, χαμηλά μερίδια, καθαρά ποιοτική μεταβολή ελέγχου), ii) τη διαδικασία και τα έντυπα κοινοποίησης (π.χ. σύντομο δελτίο τύπου «short form»), και iii) τις προθεσμίες, τις δυνατότητες ηλεκτρονικής υποβολής και την ανάκληση simplified όταν εντοπίζονται ενδείξεις ουσιαστικών επιπτώσεων.
2. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς μόνο για γενικά ή συμπληρωματικά ζητήματα, και μόνο κατόπιν τεκμηριωμένης εισήγησης της Επιτροπής, ώστε να εξασφαλίζεται θεσμική ισορροπία και δημοκρατική νομιμοποίηση χωρίς υπονόμευση της ανεξαρτησίας της Αρχής.
3. H διατύπωση του άρθρου 55 μπορεί να διαμορφωθεί ως εξής:
«Η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού καθορίζει με Απόφασή της, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τα κριτήρια, τη διαδικασία και τα έντυπα που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας κοινοποίησης συγκεντρώσεων.
Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς για σκοπούς του παρόντος άρθρου, κατόπιν τεκμηριωμένης εισήγησης της Επιτροπής, περιοριζόμενους σε ζητήματα γενικής φύσεως ή συντονισμού με άλλες νομοθεσίες».