Ο ΠΕΡΙ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΙΑΤΡΩΝ (ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΟΣ) ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2026

Υπουργείο Υγειας

«Ο Περί Εγγραφής Ιατρών (Τροποποιητικός) Νομός του 2026»

Το Υπουργείο Υγείας ανακοινώνει την έναρξη Δημόσιας Διαβούλευσης επί του νομοσχεδίου με τίτλο:

«Ο Περί Εγγραφής Ιατρών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026», άρθρο 10 εδάφιο 2.

Σκοπός του εν λόγω νομοσχεδίου είναι η χορήγηση περιστασιακής άδειας για παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε ιατρούς από τρίτες χώρες για να παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες, προς ασθενείς μη μόνιμους κατοίκους Κύπρου, οι οποίοι επιλέγουν την Κύπρο για να λάβουν υπηρεσίες από ιατρούς της επιλογής τους.

Το Υπουργείο Υγείας θέτει προς διαβούλευση το ανωτέρω νομοσχέδιο και προσκαλεί κάθε ενδιαφερόμενο να αποστείλει ηλεκτρονικά, μέσω της πλατφόρμας η–Διαβούλευση, τις απόψεις, σχόλια και παρατηρήσεις του το αργότερο μέχρι τις 10 Αυγούστου 2026.

Για περισσότερες πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν με την κα Έλενα Χρυσοστόμου
Βοηθός Γραμματειακός λειτουργός,
στο τηλέφωνο 22605418 ή στο email echrysostomou@moh.gov.cy

Λευκωσία, 7 Ιουλίου 2026
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ

Όνομα λειτουργού δημόσιας διαβούλευσης: Έλενα Χρυσοστόμου
Email: echrysostomou@moh.gov.cy
Τηλέφωνο: 22605418
Υγεία
Νομοσχέδιο
  • Υπό επεξεργασία
  • Αναρτήθηκε
    06 Ιούλ 2026 @ 10:52
  • Ανοικτή σε σχόλια ως
    10 Αυγ 2026 @ 23:50
  • 23 σχόλια

14 Σχόλια

  1. Η έκδοση περιστασιακής άδειας άσκησης, δικαιολογείται μέχρι σήμερα από την ανάγκη παροχής υπηρεσιών οι οποίες δεν μπορούσαν να προσφερθούν από ιατρούς εγγεγραμμένους στη Δημοκρατία. Η προϋπόθεση αυτή αποτελούσε ουσιώδη εγγύηση του εξαιρετικού χαρακτήρα της ρύθμισης.

    Με την κατάργηση της προϋπόθεσης αυτής όμως, μεταβάλλεται ουσιωδώς η φύση και ο σκοπός της ρύθμισης. Επισκέπτες ιατροί θα μπορούν πλέον να παρέχουν υπηρεσίες οι οποίες ήδη προσφέρονται στην Κυπριακή Δημοκρατία από πλήρως εγγεγραμμένους και αδειοδοτημένους ιατρούς. Δεν προκύπτει, επομένως, ότι καλύπτεται οποιοδήποτε πραγματικό κενό σε υπηρεσίες, τεχνογνωσία ή πρόσβαση των ασθενών σε περίθαλψη.

    Αντιθέτως, δημιουργείται ο κίνδυνος εγκαθίδρυσης ενός παράλληλου συστήματος παροχής υπηρεσιών υγείας, το οποίο θα λειτουργεί υπό ειδικό καθεστώς, με επισκέπτες ιατρούς, χωρίς κατ’ ανάγκη την ίδια απαίτηση γλωσσικής επάρκειας και με υπηρεσίες που θα απευθύνονται αποκλειστικά σε συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων, δηλαδή αλλοδαπούς ή μη μόνιμους κατοίκους της Δημοκρατίας.

    Η διαφοροποίηση αυτή εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά και ως προς την εύλογη αιτιολόγηση της διαφορετικής μεταχείρισης. Εφόσον μία ιατρική υπηρεσία επιτρέπεται να παρέχεται νόμιμα εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, με ποια αντικειμενική βάση αποκλείεται από αυτήν ο Κύπριος πολίτης ή ο μόνιμος κάτοικος; Και εάν η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των αναγκών της κυπριακής κοινωνίας, τότε ποιο ακριβώς δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον εξυπηρετεί;

    Περαιτέρω, από τη στιγμή που η περιστασιακή άδεια παύει να περιορίζεται σε πραγματικά εξαιρετικές περιπτώσεις, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό οι επισκέπτες ιατροί να υπόκεινται σε ουσιαστικά ισοδύναμες απαιτήσεις με τους πλήρως εγγεγραμμένους ιατρούς της Δημοκρατίας ως προς την αναγνώριση και επαλήθευση των προσόντων τους, την επαγγελματική και πειθαρχική εποπτεία, τη γλωσσική επάρκεια, την ασφαλιστική κάλυψη και την κλινική ευθύνη.

    Παράλληλα, απαιτείται σαφής νομοθετική ρύθμιση ως προς τη διάρκεια και τη συχνότητα των περιστασιακών αδειών, το ακριβές εύρος των επιτρεπόμενων ιατρικών πράξεων, την ευθύνη σε περίπτωση επιπλοκών, καθώς και τη διασφάλιση της συνέχειας της φροντίδας μετά την αναχώρηση του επισκέπτη ιατρού.

    Η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού αποτελεί ασφαλώς θεμιτό οικονομικό στόχο. Ο ιατρικός τουρισμός, όμως, κατά κανόνα σημαίνει προσέλκυση ασθενών από το εξωτερικό προκειμένου να λάβουν υπηρεσίες από το υφιστάμενο σύστημα υγείας και τους επαγγελματίες υγείας της χώρας υποδοχής. Δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τη δημιουργία ειδικού καθεστώτος εισαγωγής ξένων ιατρών για την παροχή υπηρεσιών αποκλειστικά σε ξένους ασθενείς.

    Η επίκληση, επομένως, του ιατρικού τουρισμού δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει παρέκκλιση από το γενικό ρυθμιστικό πλαίσιο άσκησης της ιατρικής, διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με την ιδιότητα του ασθενούς, στρέβλωση της εγχώριας αγοράς υπηρεσιών υγείας ή τη δημιουργία ενός ειδικού και παράλληλου συστήματος από το οποίο δεν προκύπτει σαφές όφελος για την κυπριακή κοινωνία.

    Δημιουργείται ένα ουσιώδες ερώτημα:

    Ποιο συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον εξυπηρετεί η αλλαγή αυτή και ποιο τμήμα της κυπριακής κοινωνίας πρόκειται να ωφεληθεί από αυτήν;

    Οι Κύπριοι ασθενείς και οι μόνιμοι κάτοικοι δεν φαίνεται να ωφελούνται, αφού εξαιρούνται από το ίδιο το πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης. Οι δε ιατρικές υπηρεσίες που θα καλυφθούν, δεν έχουν διευκρινιστεί.

    Εάν, λοιπόν, η ρύθμιση δεν καλύπτει κενό του κυπριακού συστήματος υγείας και δεν αποφέρει άμεσο όφελος στους πολίτες του, απαιτείται σαφής απάντηση ως προς το ποιον τελικά εξυπηρετεί.

  2. ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΩΝ ΘΩΡΑΚΟΣ, ΚΑΡΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΓΓΕΙΩΝ
    ============================================================================

    Η Κυπριακή Εταιρεία Χειρουργών Θώρακα, Καρδιάς και Μεγάλων Αγγείων επιθυμεί να καταθέσει τις απόψεις της αναφορικά με το προτεινόμενο περί Εγγραφής Ιατρών (Τροποποιητικό) Νομοσχέδιο και ειδικότερα την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 10(2) του βασικού νόμου.

    Δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν ουσιωδώς την αρχική φιλοσοφία και τον σκοπό της υφιστάμενης ρύθμισης, δημιουργώντας τον κίνδυνο σημαντικών στρεβλώσεων και σοβαρών συνεπειών για την ορθολογική λειτουργία του συστήματος υγείας.

    Θα θέλαμε εξαρχής να τονίσουμε ότι αντιλαμβανόμαστε και στηρίζουμε την προσπάθεια ενίσχυσης της διεθνούς παρουσίας της Κύπρου και ανάπτυξης του ιατρικού τουρισμού. Η χώρα μας διαθέτει αξιόλογες νοσηλευτικές υποδομές και ιατρικό δυναμικό υψηλού επιπέδου και θεωρούμε ότι η προσέλκυση ασθενών από το εξωτερικό μπορεί να αποτελέσει σημαντική ευκαιρία για την κυπριακή οικονομία, τα νοσηλευτήρια και το σύστημα υγείας γενικότερα.

    Η επιτυχία όμως μιας τέτοιας πολιτικής προϋποθέτει ένα σαφές και ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα εξασφαλίζει ταυτόχρονα την ποιότητα και ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών, τη διαφάνεια, τη συνέχεια της φροντίδας και την ορθολογική λειτουργία του συστήματος υγείας.

    1. Η ανάγκη τεκμηρίωσης της προτεινόμενης ρύθμισης

    Θεωρούμε ότι, πριν από την εισαγωγή μιας τόσο σημαντικής αλλαγής στο υφιστάμενο πλαίσιο άσκησης της ιατρικής, θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει σαφής εικόνα για το μέγεθος και τη φύση της δραστηριότητας που αναμένεται να δημιουργηθεί.

    Δεν γνωρίζουμε τον αναμενόμενο αριθμό προσωρινών αδειών, τις ειδικότητες στις οποίες προβλέπεται να εφαρμοστεί η ρύθμιση, τον αριθμό των ασθενών που αναμένεται να προσελκυσθούν και την αναμενόμενη επίδραση στην υφιστάμενη αγορά υπηρεσιών υγείας.

    Θα ήταν επίσης σημαντικό να αποσαφηνιστεί ποια συγκεκριμένη ανάγκη καλείται να αντιμετωπίσει η προτεινόμενη αλλαγή και ποια πρόσθετη αξία αναμένεται να δημιουργήσει για το κυπριακό σύστημα υγείας.

    Η ύπαρξη τέτοιων δεδομένων θα επέτρεπε την αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της προτεινόμενης ρύθμισης και θα συνέβαλλε στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού και βιώσιμου πλαισίου για την ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού.

    Παράλληλα, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι οι ιατροί στους οποίους χορηγείται προσωρινή άδεια άσκησης της ιατρικής θα υπόκεινται σε ισοδύναμες απαιτήσεις ως προς την επαγγελματική ευθύνη, την εποπτεία, τη λογοδοσία και την τήρηση των επαγγελματικών και δεοντολογικών υποχρεώσεων που ισχύουν για τους εγγεγραμμένους ιατρούς στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η προσωρινή φύση της άδειας δεν θα πρέπει να συνεπάγεται διαφορετικό επίπεδο ελέγχου ή προστασίας των ασθενών.

    2. Η κατάργηση της προϋπόθεσης περί μη διαθεσιμότητας της υπηρεσίας στην Κύπρο

    Διαφωνούμε κάθετα με την κατάργηση της προϋπόθεσης της μη διαθεσιμότητας της υπηρεσίας στην Kύπρο.

    Ενδεχόμενη κατάργηση της προϋπόθεσης, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την ισορροπία μεταξύ της προσέλκυσης διεθνών ασθενών και της διασφάλισης ενός ισότιμου και διαφανούς πλαισίου άσκησης της ιατρικής.

    Κατά την άποψή μας, ο στόχος του ιατρικού τουρισμού θα πρέπει να είναι πρωτίστως η προσέλκυση νέων ασθενών και νέας δραστηριότητας στη χώρα και όχι η απλή ανακατανομή της ήδη υφιστάμενης δραστηριότητας μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών ιατρών και η παράλληλη ανάπτυξη και ανέλιξη του ιατρικού επαγγέλματος στην Κύπρο.

    Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει επίσης να αποσαφηνιστεί και ο ορισμός των ασθενών στους οποίους θα μπορούν να παρέχονται υπηρεσίες δυνάμει της προσωρινής άδειας. Η κατηγορία των μη μόνιμων κατοίκων (ή μη-δικαιούχων ΓεΣΥ) δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με τους ασθενείς που ταξιδεύουν στην Κύπρο ειδικά για σκοπούς ιατρικού τουρισμού, καθώς περιλαμβάνει και πρόσωπα που βρίσκονται ή διαμένουν στη χώρα για άλλους λόγους και ήδη εξυπηρετούνται από τον υφιστάμενο ιδιωτικό τομέα. Εάν η ρύθμιση επεκτείνεται και σε αυτή την κατηγορία, υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει όχι στην προσέλκυση νέας δραστηριότητας από το εξωτερικό αλλά στην ανακατανομή της ήδη υφιστάμενης αγοράς υπηρεσιών υγείας.

    3. Αξιοποίηση και ενίσχυση του υφιστάμενου ιατρικού δυναμικού

    Η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει σήμερα ιατρούς υψηλού επιστημονικού επιπέδου, με εκπαίδευση, εξειδίκευση και πολυετή εμπειρία σε κορυφαία πανεπιστήμια και νοσοκομεία της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και άλλων διεθνώς αναγνωρισμένων κέντρων.

    Θεωρούμε ότι η διεθνής προβολή αυτού του δυναμικού και των υφιστάμενων κυπριακών νοσηλευτηρίων θα πρέπει να αποτελέσει βασικό πυλώνα της στρατηγικής για την ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού.

    Αυτό δεν αποκλείει τη συνεργασία με διακεκριμένους ιατρούς του εξωτερικού. Αντιθέτως, η οργανωμένη συνεργασία μεταξύ Κυπρίων ιατρών και διεθνώς αναγνωρισμένων ειδικών μπορεί να προσφέρει σημαντική προστιθέμενη αξία, μέσω της μεταφοράς τεχνογνωσίας, της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης νέων θεραπευτικών δυνατοτήτων.

    Θεωρούμε όμως σημαντικό η παρουσία ιατρών από το εξωτερικό να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο συνεργασίας που ενισχύει τις υφιστάμενες δομές και δεν δημιουργεί παράλληλα και ανεξάρτητα συστήματα παροχής ιατρικών υπηρεσιών.

    Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η διασφάλιση της συνέχειας της φροντίδας μετά την ολοκλήρωση της ιατρικής ή χειρουργικής πράξης. Θα πρέπει να καθορίζεται με σαφήνεια ποιος αναλαμβάνει την παρακολούθηση του ασθενούς, τη διαχείριση ενδεχόμενων επιπλοκών και τη σχετική επαγγελματική ευθύνη μετά την αναχώρηση του προσωρινά αδειοδοτούμενου ιατρού από την Κύπρο. Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στις χειρουργικές ειδικότητες, όπου η μετεγχειρητική παρακολούθηση και διαχείριση ενδεχόμενων επιπλοκών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ανεξάρτητα από την αρχική επέμβαση.

    4. Η ιδιαίτερη σημασία των περιορισμένων νοσοκομειακών πόρων

    Όσον αφορά τις χειρουργικές ειδικότητες και ειδικότερα την καρδιοχειρουργική και τη χειρουργική μεγάλων αγγείων, δεν πρέπει οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση να δημιουργεί ανταγωνισμό στη διαθεσιμότητα των πόρων όσον αφορά ανθρώπινο δυναμικό (εξειδικευμένοι νοσηλευτές, τεχνικοί εξωσωματικής κλπ).

    Μεγάλης σημασίας επίσης είναι το θέμα της διαθεσιμότητας αίματος και παραγώγων.

    Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θυσιάζεται στο βωμό της ανάπτυξης ιατρικού τουρισμού η πρόσβαση των κατοίκων της Κυπριακής Δημοκρατίας στις ίδιες κρίσιμες υπηρεσίες.

    Θεωρούμε επομένως απαραίτητο να προβλεφθεί ένα κατάλληλο πλαίσιο παρακολούθησης της δυναμικότητας και, όπου απαιτείται, δυνατότητα λήψης διορθωτικών μέτρων ώστε η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού να μην επηρεάζει την έγκαιρη πρόσβαση του πληθυσμού σε αναγκαίες υπηρεσίες υγείας.

    Συμπέρασμα

    Η Κυπριακή Εταιρεία Χειρουργών Θώρακα, Καρδιάς και Μεγάλων Αγγείων στηρίζει την ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού και θεωρεί ότι η Κύπρος έχει τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε ανταγωνιστικό διεθνή προορισμό παροχής ιατρικών υπηρεσιών.

    Θεωρούμε όμως ότι η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί ένα πλαίσιο το οποίο θα συνδυάζει την εξωστρέφεια με την ασφάλεια, την προσέλκυση διεθνών ασθενών με την αξιοποίηση του υφιστάμενου ιατρικού δυναμικού και την ανάπτυξη νέας δραστηριότητας με την ορθολογική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων υγείας, ενισχύοντας παράλληλα το επίπεδο και τις δυνατότητες του συνολικού συστήματος υγείας στην Κύπρο.

    Υπό τα σημερινά δεδομένα και μέχρι να αποσαφηνιστούν επαρκώς τα πιο πάνω ζητήματα και να τεθούν οι αναγκαίες θεσμικές και λειτουργικές δικλείδες ασφαλείας, θεωρούμε ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν θα πρέπει να προχωρήσει στην παρούσα της μορφή.

  3. ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΩΝ ΘΩΡΑΚΟΣ, ΚΑΡΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΓΓΕΙΩΝ
    ———————
    Η Κυπριακή Εταιρεία Χειρουργών Θώρακα, Καρδιάς και Μεγάλων Αγγείων επιθυμεί να καταθέσει τις απόψεις της αναφορικά με το προτεινόμενο περί Εγγραφής Ιατρών (Τροποποιητικό) Νομοσχέδιο και ειδικότερα την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 10(2) του βασικού νόμου.

    Θα θέλαμε εξαρχής να τονίσουμε ότι αντιλαμβανόμαστε και στηρίζουμε την προσπάθεια ενίσχυσης της διεθνούς παρουσίας της Κύπρου και ανάπτυξης του ιατρικού τουρισμού. Η χώρα μας διαθέτει αξιόλογες νοσηλευτικές υποδομές και ιατρικό δυναμικό υψηλού επιπέδου και θεωρούμε ότι η προσέλκυση ασθενών από το εξωτερικό μπορεί να αποτελέσει σημαντική ευκαιρία για την κυπριακή οικονομία, τα νοσηλευτήρια και το σύστημα υγείας γενικότερα.

    Η επιτυχία όμως μιας τέτοιας πολιτικής προϋποθέτει ένα σαφές και ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα εξασφαλίζει ταυτόχρονα την ποιότητα και ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών, τη διαφάνεια, τη συνέχεια της φροντίδας και την ορθολογική λειτουργία του συστήματος υγείας.
    Δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν ουσιωδώς την αρχική φιλοσοφία και τον σκοπό της υφιστάμενης ρύθμισης, δημιουργώντας τον κίνδυνο σημαντικών στρεβλώσεων και σοβαρών συνεπειών για την ορθολογική λειτουργία του συστήματος υγείας.

    1. Η ανάγκη τεκμηρίωσης της προτεινόμενης ρύθμισης
    Θεωρούμε ότι, πριν από την εισαγωγή μιας τόσο σημαντικής αλλαγής στο υφιστάμενο πλαίσιο άσκησης της ιατρικής, θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει σαφής εικόνα για το μέγεθος και τη φύση της δραστηριότητας που αναμένεται να δημιουργηθεί.

    Δεν γνωρίζουμε τον αναμενόμενο αριθμό προσωρινών αδειών, τις ειδικότητες στις οποίες προβλέπεται να εφαρμοστεί η ρύθμιση, τον αριθμό των ασθενών που αναμένεται να προσελκυσθούν και την αναμενόμενη επίδραση στην υφιστάμενη αγορά υπηρεσιών υγείας.

    Θα ήταν επίσης σημαντικό να αποσαφηνιστεί ποια συγκεκριμένη ανάγκη καλείται να αντιμετωπίσει η προτεινόμενη αλλαγή και ποια πρόσθετη αξία αναμένεται να δημιουργήσει για το κυπριακό σύστημα υγείας.

    Η ύπαρξη τέτοιων δεδομένων θα επέτρεπε την αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της προτεινόμενης ρύθμισης και θα συνέβαλλε στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού και βιώσιμου πλαισίου για την ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού.

    Παράλληλα, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι οι ιατροί στους οποίους χορηγείται προσωρινή άδεια άσκησης της ιατρικής θα υπόκεινται σε ισοδύναμες απαιτήσεις ως προς την επαγγελματική ευθύνη, την εποπτεία, τη λογοδοσία και την τήρηση των επαγγελματικών και δεοντολογικών υποχρεώσεων που ισχύουν για τους εγγεγραμμένους ιατρούς στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η προσωρινή φύση της άδειας δεν θα πρέπει να συνεπάγεται διαφορετικό επίπεδο ελέγχου ή προστασίας των ασθενών.

    2. Η κατάργηση της προϋπόθεσης περί μη διαθεσιμότητας της υπηρεσίας στην Κύπρο
    Διαφωνούμε κάθετα με την κατάργηση της προϋπόθεσης της μη διαθεσιμότητας της υπηρεσίας στην Kύπρο.
    Ενδεχόμενη κατάργηση της προϋπόθεσης, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την ισορροπία μεταξύ της προσέλκυσης διεθνών ασθενών και της διασφάλισης ενός ισότιμου και διαφανούς πλαισίου άσκησης της ιατρικής.

    Κατά την άποψή μας, ο στόχος του ιατρικού τουρισμού θα πρέπει να είναι πρωτίστως η προσέλκυση νέων ασθενών και νέας δραστηριότητας στη χώρα και όχι η απλή ανακατανομή της ήδη υφιστάμενης δραστηριότητας μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών ιατρών και η παράλληλη ανάπτυξη και ανέλιξη του ιατρικού επαγγέλματος στην Κύπρο.

    Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει επίσης να αποσαφηνιστεί και ο ορισμός των ασθενών στους οποίους θα μπορούν να παρέχονται υπηρεσίες δυνάμει της προσωρινής άδειας. Η κατηγορία των μη μόνιμων κατοίκων (ή μη-δικαιούχων ΓεΣΥ) δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με τους ασθενείς που ταξιδεύουν στην Κύπρο ειδικά για σκοπούς ιατρικού τουρισμού, καθώς περιλαμβάνει και πρόσωπα που βρίσκονται ή διαμένουν στη χώρα για άλλους λόγους και ήδη εξυπηρετούνται από τον υφιστάμενο ιδιωτικό τομέα. Εάν η ρύθμιση επεκτείνεται και σε αυτή την κατηγορία, υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει όχι στην προσέλκυση νέας δραστηριότητας από το εξωτερικό αλλά στην ανακατανομή της ήδη υφιστάμενης αγοράς υπηρεσιών υγείας.

    3. Αξιοποίηση και ενίσχυση του υφιστάμενου ιατρικού δυναμικού
    Η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει σήμερα ιατρούς υψηλού επιστημονικού επιπέδου, με εκπαίδευση, εξειδίκευση και πολυετή εμπειρία σε κορυφαία πανεπιστήμια και νοσοκομεία της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και άλλων διεθνώς αναγνωρισμένων κέντρων.
    Θεωρούμε ότι η διεθνής προβολή αυτού του δυναμικού και των υφιστάμενων κυπριακών νοσηλευτηρίων θα πρέπει να αποτελέσει βασικό πυλώνα της στρατηγικής για την ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού.

    Αυτό δεν αποκλείει τη συνεργασία με διακεκριμένους ιατρούς του εξωτερικού. Αντιθέτως, η οργανωμένη συνεργασία μεταξύ Κυπρίων ιατρών και διεθνώς αναγνωρισμένων ειδικών μπορεί να προσφέρει σημαντική προστιθέμενη αξία, μέσω της μεταφοράς τεχνογνωσίας, της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης νέων θεραπευτικών δυνατοτήτων.
    Θεωρούμε όμως σημαντικό η παρουσία ιατρών από το εξωτερικό να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο συνεργασίας που ενισχύει τις υφιστάμενες δομές και δεν δημιουργεί παράλληλα και ανεξάρτητα συστήματα παροχής ιατρικών υπηρεσιών.

    Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η διασφάλιση της συνέχειας της φροντίδας μετά την ολοκλήρωση της ιατρικής ή χειρουργικής πράξης. Θα πρέπει να καθορίζεται με σαφήνεια ποιος αναλαμβάνει την παρακολούθηση του ασθενούς, τη διαχείριση ενδεχόμενων επιπλοκών και τη σχετική επαγγελματική ευθύνη μετά την αναχώρηση του προσωρινά αδειοδοτούμενου ιατρού από την Κύπρο. Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στις χειρουργικές ειδικότητες, όπου η μετεγχειρητική παρακολούθηση και διαχείριση ενδεχόμενων επιπλοκών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ανεξάρτητα από την αρχική επέμβαση.

    4. Η ιδιαίτερη σημασία των περιορισμένων νοσοκομειακών πόρων
    Όσον αφορά τις χειρουργικές ειδικότητες και ειδικότερα την καρδιοχειρουργική και τη χειρουργική μεγάλων αγγείων, δεν πρέπει οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση να δημιουργεί ανταγωνισμό στη διαθεσιμότητα των πόρων όσον αφορά ανθρώπινο δυναμικό (εξειδικευμένοι νοσηλευτές, τεχνικοί εξωσωματικής κλπ).

    Μεγάλης σημασίας επίσης είναι το θέμα της διαθεσιμότητας αίματος και παραγώγων.

    Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θυσιάζεται στο βωμό της ανάπτυξης ιατρικού τουρισμού η πρόσβαση των κατοίκων της Κυπριακής Δημοκρατίας στις ίδιες κρίσιμες υπηρεσίες.
    Θεωρούμε επομένως απαραίτητο να προβλεφθεί ένα κατάλληλο πλαίσιο παρακολούθησης της δυναμικότητας και, όπου απαιτείται, δυνατότητα λήψης διορθωτικών μέτρων ώστε η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού να μην επηρεάζει την έγκαιρη πρόσβαση του πληθυσμού σε αναγκαίες υπηρεσίες υγείας.

    Συμπέρασμα
    Η Κυπριακή Εταιρεία Χειρουργών Θώρακα, Καρδιάς και Μεγάλων Αγγείων στηρίζει την ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού και θεωρεί ότι η Κύπρος έχει τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε ανταγωνιστικό διεθνή προορισμό παροχής ιατρικών υπηρεσιών.

    Θεωρούμε όμως ότι η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί ένα πλαίσιο το οποίο θα συνδυάζει την εξωστρέφεια με την ασφάλεια, την προσέλκυση διεθνών ασθενών με την αξιοποίηση του υφιστάμενου ιατρικού δυναμικού και την ανάπτυξη νέας δραστηριότητας με την ορθολογική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων υγείας, ενισχύοντας παράλληλα το επίπεδο και τις δυνατότητες του συνολικού συστήματος υγείας στην Κύπρο.

    Υπό τα σημερινά δεδομένα και μέχρι να αποσαφηνιστούν επαρκώς τα πιο πάνω ζητήματα και να τεθούν οι αναγκαίες θεσμικές και λειτουργικές δικλείδες ασφαλείας, θεωρούμε ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν θα πρέπει να προχωρήσει στην παρούσα της μορφή.

  4. ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΥΠΡΟΥ (ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΠΙΣ)

    Η Καρδιολογική Εταιρεία Κύπρου αναγνωρίζει ότι η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού μπορεί να αποτελέσει σημαντική αναπτυξιακή προοπτική για τη χώρα και να ενισχύσει τη διεθνή παρουσία της Κύπρου στον τομέα της υγείας. Θεωρούμε, ωστόσο, ότι η επίτευξη αυτού του στόχου πρέπει να πραγματοποιείται εντός ενός σαφούς και αυστηρού ρυθμιστικού πλαισίου, με πρωταρχικό γνώμονα την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την ασφάλεια των ασθενών.

    Η προτεινόμενη κατάργηση της υφιστάμενης προϋπόθεσης, σύμφωνα με την οποία η περιστασιακή άδεια σε ιατρό τρίτης χώρας χορηγείται όταν η συγκεκριμένη υπηρεσία δεν παρέχεται ήδη από ιατρό στην Κυπριακή Δημοκρατία, αποτελεί ουσιαστική διεύρυνση του υφιστάμενου καθεστώτος. Δεν έχει, όμως, παρουσιαστεί επαρκής τεκμηρίωση ότι η συγκεκριμένη προϋπόθεση αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού ή ότι η κατάργησή της είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου. Η ισχύουσα νομοθεσία ήδη παρέχει τη δυνατότητα πρόσκλησης ιατρών τρίτων χωρών στις περιπτώσεις όπου συγκεκριμένη υπηρεσία δεν είναι διαθέσιμη στην Κύπρο.

    Εγείρεται ένα θεμελιώδες ερώτημα ως προς την ίδια την αναγκαιότητα της προτεινόμενης τροποποίησης. Δεν προκύπτει ότι υφίσταται διαπιστωμένο κενό στην παροχή ιατρικών υπηρεσιών στην Κυπριακή Δημοκρατία, το οποίο να καθιστά αναγκαία τη διεύρυνση της δυνατότητας άσκησης ιατρικής από ιατρούς τρίτων χωρών.
    Υπό αυτές τις συνθήκες, θα πρέπει να τεκμηριωθεί σαφώς ποιο συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον εξυπηρετεί η κατάργηση της υφιστάμενης προϋπόθεσης και γιατί η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αξιοποίησης και ενίσχυσης του ήδη υφιστάμενου ιατρικού δυναμικού και των δομών υγείας της χώρας.

    Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ζήτημα της διασφάλισης της επαγγελματικής και κλινικής επάρκειας των ιατρών που θα λαμβάνουν τέτοια άδεια. Για την προσωρινή παροχή υπηρεσιών από ιατρούς κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα άρθρα 10Γ και 10Δ του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου προβλέπουν, μεταξύ άλλων, έλεγχο επαγγελματικών προσόντων, επιβεβαίωση ότι δεν υφίσταται απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος, καθώς και δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με πειθαρχικές ή ποινικές κυρώσεις επαγγελματικού χαρακτήρα. Για τους ιατρούς τρίτων χωρών, το άρθρο 10(3) αναφέρει ως βασικά δικαιολογητικά την επαγγελματική ασφάλιση, την άδεια άσκησης στην τρίτη χώρα, βιογραφικό σημείωμα και στοιχεία των ασθενών, χωρίς να προβλέπει ρητά στο συγκεκριμένο εδάφιο αντίστοιχους μηχανισμούς ελέγχου.

    Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην Καρδιολογία, όπου πολλές θεραπευτικές πράξεις είναι εξειδικευμένες, επεμβατικές και δυνητικά υψηλού κινδύνου. Η κατοχή τίτλου ειδικότητας δεν τεκμηριώνει από μόνη της την επάρκεια για κάθε εξειδικευμένη πράξη. Θα πρέπει επομένως να εξασφαλίζεται επίσημη επαλήθευση του τίτλου ειδικότητας, της επαγγελματικής κατάστασης και της πρόσφατης κλινικής δραστηριότητας, καθώς και τεκμηριωμένη εμπειρία και επάρκεια στη συγκεκριμένη επέμβαση ή τεχνική που πρόκειται να πραγματοποιηθεί.
    Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η γλωσσική επάρκεια. Ο ίδιος ο περί Εγγραφής Ιατρών Νόμος ορίζει στο άρθρο 7Ε ότι για την άσκηση της ιατρικής στη Δημοκρατία είναι απαραίτητη η πολύ καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας, ενώ το άρθρο 10Γ απαιτεί αποδεδειγμένη γνώση της ελληνικής ακόμη και για ιατρό άλλου κράτους μέλους που παρέχει προσωρινά υπηρεσίες στην Κύπρο. Παράλληλα, στο ευρωπαϊκό πλαίσιο αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, το άρθρο 53 της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ προβλέπει την κατοχή των γλωσσικών γνώσεων που είναι αναγκαίες για την άσκηση του επαγγέλματος.

    Η απαίτηση αυτή δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα επικοινωνίας με τον ίδιο τον ασθενή, ο οποίος στο πλαίσιο του ιατρικού τουρισμού μπορεί να είναι αλλοδαπός. Αφορά κυρίως την ασφαλή και άμεση συνεννόηση με ολόκληρη τη θεραπευτική ομάδα — νοσηλευτές, ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, εργαστήρια και απεικονιστικά τμήματα. Σε περίπτωση αιφνίδιας επιδείνωσης ή σοβαρής επιπλοκής όπως π.χ. ανακοπή , η ακριβής και χωρίς καθυστέρηση επικοινωνία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας μπορεί να είναι καθοριστική ακόμα και για τη ζωή του ασθενούς.

    Παράλληλα, χρειάζεται σαφέστερη ρύθμιση της συνέχειας της φροντίδας και της ευθύνης σε περίπτωση επιπλοκών. Η πρόβλεψη ότι η ανάρρωση του ασθενούς θα επιβλέπεται από ιατρό σχετικής ειδικότητας μετά την αναχώρηση του επισκέπτη ιατρού είναι θετική, αλλά δεν απαντά πλήρως στο ποιος αναλαμβάνει την κλινική ευθύνη σε περίπτωση σοβαρής επιπλοκής, ποιος αποφασίζει για πιθανή επανεπέμβαση, πώς διασφαλίζεται η ολοκληρωμένη παράδοση του περιστατικού και με ποιον τρόπο διασφαλίζεται η επαγγελματική και πειθαρχική λογοδοσία του αρχικού θεράποντος.
    Η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού πρέπει να ενισχύει την ποιότητα και το κύρος των υπηρεσιών υγείας της Κύπρου και δεν θα πρέπει να οδηγεί στη δημιουργία διαφορετικών ή λιγότερο αυστηρών προϋποθέσεων για ιατρούς που ασκούν το ίδιο ρυθμιζόμενο επάγγελμα στη Δημοκρατία. Κάθε ιατρός που παρέχει υπηρεσίες στην Κύπρο, ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσής του και της διάρκειας παραμονής του, πρέπει να υπόκειται σε επαρκείς και ισοδύναμες εγγυήσεις επαγγελματικής επάρκειας, εποπτείας, επικοινωνίας, λογοδοσίας και προστασίας των ασθενών.
    Για τους πιο πάνω λόγους, η Καρδιολογική Εταιρεία Κύπρου τάσσεται εναντίον της προτεινόμενης τροποποίησης και θεωρεί ότι η υφιστάμενη προϋπόθεση θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ.

  5. ΘΕΣΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ

    Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν προωθεί τον ιατρικό τουρισμό – δημιουργεί επικίνδυνα παράλληλα συστήματα άσκησης της ιατρικής.

    Η Χειρουργική Εταιρεία Κύπρου εκφράζει την έντονη διαφωνία και ανησυχία της αναφορικά με την προτεινόμενη τροποποίηση του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου, η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη διεύρυνση της δυνατότητας παροχής ιατρικών υπηρεσιών από ιατρούς που δεν ασκούν μόνιμα το επάγγελμα στην Κυπριακή Δημοκρατία προς «μη μόνιμους κατοίκους Κύπρου», ενώ ταυτόχρονα διαγράφεται η υφιστάμενη προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία τέτοια άδεια μπορούσε να παραχωρείται εφόσον οι συγκεκριμένες υπηρεσίες δεν παρέχονταν από ιατρό στη Δημοκρατία.

    Θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη αλλαγή μεταβάλλει ουσιωδώς τη φιλοσοφία και τον σκοπό της υφιστάμενης νομοθετικής ρύθμισης και δημιουργεί σοβαρά ζητήματα που αφορούν τόσο την άσκηση της ιατρικής στην Κύπρο όσο και την ασφάλεια και τα δικαιώματα των ίδιων των ασθενών.

    Η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως μέτρο ανάπτυξης του ιατρικού τουρισμού.

    Ο πραγματικός ιατρικός τουρισμός προϋποθέτει την ανάπτυξη και διεθνή προβολή των υπηρεσιών υγείας που προσφέρει η ίδια η χώρα, την αξιοποίηση της επιστημονικής κατάρτισης των ιατρών της, την ενίσχυση των νοσηλευτηρίων και των υποδομών της και τη δημιουργία ενός αξιόπιστου και ποιοτικού πλαισίου μέσα από το οποίο ασθενείς από το εξωτερικό επιλέγουν την Κύπρο για τη θεραπεία τους.

    Αντίθετα, η δυνατότητα εισόδου ιατρών από το εξωτερικό για την παροχή υπηρεσιών σε μη μόνιμους κατοίκους, ακόμη και σε τομείς στους οποίους υπάρχουν ήδη κατάλληλα καταρτισμένοι και εγγεγραμμένοι ιατροί στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν αποτελεί ανάπτυξη του κυπριακού ιατρικού τουρισμού.

    Αποτελεί τον κίνδυνο μετατροπής της Κύπρου σε χώρο εμπορικής δραστηριοποίησης ξένων ιατρικών και οικονομικών συμφερόντων.

    Μια τέτοια εξέλιξη υποβαθμίζει τον ρόλο του Κύπριου ιατρού, μειώνει το κύρος και την επαγγελματική του αξιοπρέπεια και δημιουργεί συνθήκες άνισης μεταχείρισης μεταξύ των ιατρών που είναι μόνιμα εγκατεστημένοι και εγγεγραμμένοι στην Κυπριακή Δημοκρατία και εκείνων που θα μπορούν να έρχονται προσωρινά στη χώρα για συγκεκριμένες εμπορικές δραστηριότητες.

    Οι Κύπριοι ιατροί εργάζονται μέσα σε ένα αυστηρό θεσμικό, επαγγελματικό και δεοντολογικό πλαίσιο. Έχουν διαρκή παρουσία στη χώρα, αναλαμβάνουν την ευθύνη της παρακολούθησης των ασθενών τους και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συστήματος υγείας. Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει και να αναβαθμίζει αυτό το πλαίσιο και όχι να δημιουργεί εξαιρέσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε δύο διαφορετικές ταχύτητες άσκησης της ιατρικής.

    Ιδιαίτερα σοβαρές είναι οι συνέπειες για τους ίδιους τους ασθενείς.

    Η προτεινόμενη τροποποίηση ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας παράλληλων συστημάτων πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, με διαφορετικούς κανόνες ανάλογα με την προέλευση ή το καθεστώς διαμονής του ασθενούς.

    Η ιατρική περίθαλψη, και ιδιαίτερα η χειρουργική θεραπεία, δεν ολοκληρώνεται με την πραγματοποίηση μιας επέμβασης. Απαιτεί προεγχειρητική αξιολόγηση, συνεχή μετεγχειρητική παρακολούθηση, αντιμετώπιση πιθανών επιπλοκών και σαφή κατανομή της ιατρικής ευθύνης.

    Τίθεται, επομένως, ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποιος θα αναλαμβάνει την ευθύνη και τη συνέχεια της περίθαλψης όταν ένας ιατρός που έχει έρθει προσωρινά στην Κύπρο αποχωρήσει από τη χώρα;

    Η δημιουργία ενός μοντέλου στο οποίο ο ασθενής θα υποβάλλεται σε θεραπεία ή χειρουργική επέμβαση από έναν προσωρινά δραστηριοποιούμενο ιατρό και στη συνέχεια η αντιμετώπιση ενδεχόμενων επιπλοκών θα μεταφέρεται σε άλλους ιατρούς ή στο κυπριακό σύστημα υγείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ασφαλής ούτε ορθολογική πολιτική υγείας. Υπενθυμίζουμε ότι ο ιατρικός τουρισμός καταναλώνει νοσηλευτές, χειρουργεία, κλίνες αυξημένης φροντίδας, αίμα και διαγνωστικές υπηρεσίες και εισηγείται εκτίμηση επιπτώσεων στο ανθρώπινο δυναμικό.

    Η Χειρουργική Εταιρεία Κύπρου υποστηρίζει την ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού και θεωρεί ότι η Κύπρος διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο παροχής υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας.

    Αυτό, όμως, πρέπει να επιτευχθεί με την ενίσχυση της κυπριακής ιατρικής και όχι με την παράκαμψή της.
    Με επένδυση στους Κύπριους ιατρούς και επαγγελματίες υγείας.
    Με αναβάθμιση των νοσηλευτηρίων και των υποδομών.
    Με πιστοποίηση και διεθνή προβολή των κυπριακών κέντρων αριστείας.
    Με διασφάλιση υψηλών προτύπων ποιότητας, ασφάλειας και συνέχειας στη φροντίδα των ασθενών.
    Και με ένα ενιαίο θεσμικό και δεοντολογικό πλαίσιο που θα εφαρμόζεται ισότιμα σε όλους όσοι ασκούν την ιατρική στην Κυπριακή Δημοκρατία.

    Η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού πρέπει να σημαίνει ότι φέρνουμε ασθενείς στην Κύπρο για να αξιοποιήσουν την ποιότητα της κυπριακής ιατρικής. Δεν μπορεί να σημαίνει ότι παραδίδουμε την άσκηση της ιατρικής στην Κύπρο σε εξωτερικά οικονομικά συμφέροντα.

    Για τους λόγους αυτούς, η Χειρουργική Εταιρεία Κύπρου καλεί το Υπουργείο Υγείας να ανακαλέσει την τροποποίηση που εισηγείται και καλεί τη Βουλή των Αντιπροσώπων και όλους τους αρμόδιους φορείς να επανεξετάσουν τη συγκεκριμένη τροποποίηση και να προχωρήσουν σε ουσιαστικό διάλογο με τις επιστημονικές ιατρικές εταιρείες και τους θεσμικούς εκπροσώπους του ιατρικού κόσμου πριν από την προώθηση οποιασδήποτε αλλαγής και του ιατρικού τουρισμού.

    Η προστασία της ποιότητας της ιατρικής, της αξιοπρέπειας του Κύπριου ιατρού και, πάνω απ’ όλα, της ασφάλειας του ασθενούς πρέπει να αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.

  6. Το παρόν νομοσχέδιο, όπως έχει κατατεθεί προς διαβούλευση, δεν πρέπει να ψηφιστεί. Δεν πρόκειται για τεχνική βελτίωση ούτε για εναρμόνιση με ευρωπαϊκή πρακτική αντιθέτως, απομακρύνει την Κύπρο από κάθε αναγνωρισμένο ευρωπαϊκό πρότυπο ρύθμισης της άσκησης της ιατρικής από υπηκόους τρίτων χωρών, το πράττει καταργώντας τη μοναδική διάταξη προστασίας που υπάρχει σήμερα στον νόμο, και το πράττει μάλιστα με τρόπο δυσανάλογο ακόμη και σε σχέση με τον ίδιο τον δηλωμένο σκοπό του. Η θέση αυτή δεν εκφράζει αντίθεση στον ιατρικό τουρισμό ως στόχο πολιτικής, αλλά κατηγορηματική αντίθεση στον συγκεκριμένο νομοθετικό μηχανισμό, ο οποίος είναι επικίνδυνος για την ασφάλεια των ασθενών και καταστροφικός για το επάγγελμα του ιατρού στην Κύπρο.

    Η ρήτρα αυτή σύμφωνα με το (άρθρο 10(2), Ν.78(Ι)/2026) (Το Ιατρικό Συμβούλιο δύναται να χορηγεί σε μη εγγεγραμμένο ιατρό με ειδικά προσόντα άδεια παροχής υπηρεσιών σε αλλοδαπούς ασθενείς, για περιορισμένη περίοδο, μόνο εφόσον ικανοποιηθεί ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν παρέχονται από ιατρό στη Δημοκρατία) είναι το μοναδικό σημείο του ισχύοντος νόμου που εμποδίζει τη χορήγηση άδειας σε τομείς όπου η Κύπρος διαθέτει ήδη πλήρες, καταρτισμένο ιατρικό δυναμικό. Χωρίς αυτήν, το Ιατρικό Συμβούλιο θα μπορεί να χορηγεί άδεια σε ιατρό τρίτης χώρας ακόμη και σε ειδικότητες πλήρως καλυμμένες από Κύπριους ειδικούς όπως η καρδιολογία και η καρδιοχειρουργική,. Η διαγραφή της είναι μη αποδεκτή και πρέπει να αποσυρθεί εξ ολοκλήρου από το νομοσχέδιο.

    Επιπρόσθετα, ο βασικός νόμος (Κεφ. 250) διαθέτει ήδη, στα άρθρα 7Α–7ΣΤ και 10Α–10Ε, πλήρες καθεστώς για την προσωρινή/περιστασιακή παροχή υπηρεσιών από ιατρούς εγκατεστημένους σε άλλο κράτος-μέλος ΕΕ, σε εφαρμογή της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ: προηγούμενη γνωστοποίηση στο Ιατρικό Συμβούλιο, ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρχές του κράτους προέλευσης ως προς τη νομιμότητα εγκατάστασης, την ορθή επαγγελματική συμπεριφορά και την απουσία πειθαρχικών ή ποινικών κυρώσεων, και μηχανισμό διεκπεραίωσης καταγγελιών.
    Το υπό τροποποίηση άρθρο 10 αφορά ρητά διαφορετική κατηγορία δηλαδή ιατρούς τρίτων χωρών, για τους οποίους δεν υφίσταται κανένα αντίστοιχο σύστημα αυτόματης αναγνώρισης προσόντων σε επίπεδο ΕΕ. Είναι, επομένως, κατηγορηματικά ασυνεπές η Κύπρος να διατηρεί αυστηρό μηχανισμό ελέγχου για γιατρούς ΕΕ με εναρμονισμένα προσόντα, και ταυτόχρονα να αφαιρεί τον μοναδικό της μηχανισμό ελέγχου ακριβώς για την κατηγορία γιατρών που εκ φύσεως χρειάζεται τον περισσότερο έλεγχο.

    Σημαντικό να τονίσουμε ότι ο περί Ιδιωτικών Νοσηλευτηρίων (Έλεγχος Ίδρυσης και Λειτουργίας) Νόμος του 2001 (90(Ι)/2001) διέπει την αδειοδότηση και εποπτεία των ιδιωτικών νοσηλευτηρίων/κλινικών όπου de facto θα παρέχονται οι υπηρεσίες ιατρικού τουρισμού. Είναι αξιοσημείωτο ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ξεχωριστή διαβούλευση για τροποποίηση του ίδιου αυτού νόμου, χωρίς όμως το παρόν νομοσχέδιο να προβαίνει σε καμία ρητή παραπομπή ή διασύνδεση μαζί του. Ο θεσμικός μηχανισμός εποπτείας που θα μπορούσε να ακυρώσει την άδεια περιστασιακής άσκησης σε συγκεκριμένο, αδειοδοτημένο και εποπτευόμενο ίδρυμα, υπάρχει ήδη στην κυπριακή έννομη τάξη απλώς δεν χρησιμοποιείται. Οποιαδήποτε ρύθμιση περιστασιακής άδειας πρέπει να συνδέεται ρητά, διά παραπομπής, με τον Ν.90(Ι)/2001, ώστε η κλινική ευθύνη και εποπτεία να ανήκει σε συγκεκριμένο αδειοδοτημένο νοσηλευτήριο.

    Κανένα κράτος-μέλος με ανεπτυγμένο σύστημα υγείας δεν επιτρέπει την άσκηση ιατρικής από υπηκόους τρίτων χωρών χωρίς αυστηρό, πολυεπίπεδο έλεγχο. Μερικά παραδείγματα:
    Γαλλία: η διαδικασία Procédure d’Autorisation d’Exercice (PAE) για ιατρούς με πτυχίο εκτός ΕΕ απαιτεί: επιτυχία σε εθνικό διαγωνιστικό εξεταστικό σύστημα (Épreuves de Vérification des Connaissances, με ποσοστό επιτυχίας γύρω στο 15%), ακολούθως περίοδο εποπτευόμενης κλινικής άσκησης (Parcours de Consolidation des Compétences, περίπου 2 έτη), και τελική έγκριση από την Εθνική Επιτροπή Άδειας Άσκησης. Σύνολο περίπου 3 έτη. Χωρίς αυτήν, είναι αδύνατη η εγγραφή στον Ιατρικό Σύλλογο Γαλλίας.
    Γερμανία: Η προσωρινή άδεια (Berufserlaubnis, έως 2 έτη) χορηγείται μόνο κατόπιν ελέγχου ισοδυναμίας προσόντων, απόδειξης γλωσσικής επάρκειας, και σύνδεσης με συγκεκριμένο νοσηλευτικό ίδρυμα που αναλαμβάνει την εποπτεία.
    Ηνωμένο Βασίλειο (ιστορικό πρότυπο, εξακολουθεί να ισχύει ως εθνικό καθεστώς) : Το άρθρο 27 του Medical Act 1983 προέβλεπε temporary registration μόνο για αποδεδειγμένα εξειδικευμένους επισκέπτες ιατρούς, με ρητό χρονικό όριο και έλεγχο από το General Medical Council.
    Το κυπριακό νομοσχέδιο δεν προβλέπει τίποτα από αυτά και αφαιρεί ακόμη και τον έλεγχο αναγκαιότητας που σήμερα υπάρχει. Η Κύπρος δεν εναρμονίζεται με ευρωπαϊκή πρακτική αλλά δυστυχώς απομακρύνεται εντελώς από αυτήν. Η απουσία μηχανισμού ισοδυναμίας προσόντων, γλωσσικής επάρκειας, θεσμικής εποπτείας και συνέχειας φροντίδας είναι άμεσος κίνδυνος για την ασφάλεια των ασθενών. Ιατρός χωρίς μόνιμη εγγραφή, χωρίς επαληθευμένη ισοδυναμία προσόντων και χωρίς σαφή θεσμική ευθύνη, ο οποίος αναχωρεί από τη χώρα μετά την παροχή της υπηρεσίας, αφήνει τον ασθενή χωρίς μηχανισμό διαχείρισης επιπλοκών και τον ίδιο τον ιατρό ουσιαστικά ανεξέλεγκτο ως προς πειθαρχική ευθύνη.

    Η κατάργηση του ελέγχου αναγκαιότητας δημιουργεί ανοικτή πρόσβαση αγοράς για ιατρούς τρίτων χωρών σε κλάδους όπου η Κύπρος διαθέτει ήδη πλήρες, υψηλής ποιότητας ιατρικό δυναμικό χωρίς αυτοί οι ιατροί να υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις εγγραφής, συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, πειθαρχικού ελέγχου και επαγγελματικής ασφάλισης που φέρουν οι μόνιμα εγγεγραμμένοι Κύπριοι ιατροί. Πρόκειται για ρύθμιση δύο ταχυτήτων που υπονομεύει την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης επαγγελματιών υγείας, εκθέτει τους Κύπριους ιατρούς σε αθέμιτο ανταγωνισμό σε τομείς υψηλής εξειδίκευσης και ζήτησης και υποβαθμίζει συνολικά το επίπεδο ελέγχου ποιότητας της ιατρικής άσκησης στη χώρα.

    Συμπερασματικά το νομοσχέδιο, στη σημερινή του μορφή, πρέπει να αποσυρθεί. Οποιαδήποτε επανακατάθεση πρέπει να περιλαμβάνει, ως απαράβατους όρους:
    1. Διατήρηση της ρήτρας ελέγχου αναγκαιότητας/μη διαθεσιμότητας της υπηρεσίας από ιατρό της Δημοκρατίας.
    2. Ρητό περιορισμό του σκοπού στη συνέχεια φροντίδας, με απαίτηση τεκμηριωμένης προϋπάρχουσας θεραπευτικής σχέσης ιατρού-ασθενούς.
    3. Υποχρεωτικό μηχανισμό ελέγχου ισοδυναμίας προσόντων ανά ειδικότητα, αντίστοιχο του γαλλικού ή γερμανικού προτύπου.
    4. Ρητή παραπομπή στον Ν.90(Ι)/2001 και υποχρεωτική σύνδεση κάθε άδειας με συγκεκριμένο αδειοδοτημένο ίδρυμα που αναλαμβάνει πλήρη θεσμική εποπτεία και ευθύνη.
    5. Υποχρεωτική επαγγελματική ασφάλιση ισχύουσα και στην Κύπρο.
    6. Σαφές χρονικό και λειτουργικό όριο της άδειας, με δυνατότητα άμεσης ανάκλησης.

  7. Η ΠΑΣΥΚΙ αναγνωρίζει ότι η οργανωμένη ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού μπορεί, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία για την κυπριακή οικονομία και τις υπηρεσίες υγείας. Ο σκοπός αυτός, όμως, δεν μπορεί να επιτευχθεί με την αποδυνάμωση των θεσμικών εγγυήσεων που διέπουν την άσκηση της ιατρικής στη Δημοκρατία.
    Η προτεινόμενη τροποποίηση καταργεί τη βασική προϋπόθεση βάσει της οποίας δικαιολογείται σήμερα η κατ’ εξαίρεση αδειοδότηση ιατρού τρίτης χώρας, δηλαδή τη διαπίστωση ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες δεν παρέχονται από ιατρό στη Δημοκρατία. Με τη διαγραφή της προϋπόθεσης αυτής, η εξαιρετική ρύθμιση μετατρέπεται σε γενικό μηχανισμό περιστασιακής άσκησης της ιατρικής από πρόσωπα που δεν είναι εγγεγραμμένα στο κυπριακό Μητρώο Ιατρών και των οποίων οι τίτλοι, η ειδικότητα και η ειδική επάρκεια δεν προβλέπεται να αναγνωρίζονται σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες της Δημοκρατίας.
    Η ελεύθερη επιλογή ιατρού από έναν μη μόνιμο κάτοικο ή η ύπαρξη εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ξένου ιατρού και ιδιωτικού νοσηλευτηρίου δεν μπορεί να υποκαθιστά την κρατική υποχρέωση διασφάλισης της ποιότητας, της ασφάλειας, της επαγγελματικής λογοδοσίας και της ισότιμης εφαρμογής των κανόνων άσκησης της ιατρικής.
    Το νομοσχέδιο δεν συνοδεύεται από επαρκή αιτιολόγηση ή εκτίμηση αντικτύπου. Δεν καθορίζει ουσιαστικά κριτήρια ελέγχου προσόντων, ανώτατη διάρκεια ή συχνότητα αδειοδότησης, όρια στην επανάληψη των αδειών, επαρκείς μηχανισμούς διαχείρισης επιπλοκών και συνέχειας της φροντίδας, σαφή κατανομή ευθύνης ούτε εγγυήσεις ότι δεν θα επηρεάζεται η πρόσβαση των μονίμων κατοίκων στους περιορισμένους ανθρώπινους και υλικούς πόρους του συστήματος υγείας.
    Παράλληλα, δημιουργείται άνισο ρυθμιστικό και επαγγελματικό καθεστώς εις βάρος των ιατρών που είναι μόνιμα εγγεγραμμένοι και δραστηριοποιούνται στη Δημοκρατία, οι οποίοι υπόκεινται σε πλήρη έλεγχο προσόντων, αδειοδότηση, συνεχή εποπτεία και πειθαρχική δικαιοδοσία.
    Επιπρόσθετα, το επίσημο κείμενο εμφανίζει σοβαρή νομοτεχνική ασυνέπεια, αφού αναφέρεται σε τροποποίηση του άρθρου 9, ενώ η διάταξη την οποία προτίθεται να τροποποιήσει βρίσκεται στο άρθρο 10 του βασικού νόμου.
    Για τους πιο πάνω λόγους, η ΠΑΣΥΚΙ θεωρεί ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και εισηγείται την απόσυρσή της.
    Οποιαδήποτε συνολική πολιτική για τον ιατρικό τουρισμό πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο νέας, ουσιαστικής διαβούλευσης και να στηρίζεται σε ολοκληρωμένο ρυθμιστικό πλαίσιο, με πρωταρχικές αρχές την ασφάλεια των ασθενών, την πιστοποίηση των επαγγελματιών και των υποδομών, τη συνέχεια της περίθαλψης, τη σαφή λογοδοσία και την προστασία της πρόσβασης των μονίμων κατοίκων στις υπηρεσίες υγείας.⁠

  8. ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΥΠΡΟΥ.
    Η Ακτινολογική Εταιρεία Κύπρου ( ΑΕΚ), δεν αντιτίθεται στην ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού, εφόσον αυτή γίνεται μέσα σε σαφές και ασφαλές θεσμικό πλαίσιο. Εκφράζει, όμως, σοβαρό προβληματισμό για την προτεινόμενη κατάργηση της υφιστάμενης προϋπόθεσης, σύμφωνα με την οποία περιστασιακή άδεια σε ιατρό τρίτης χώρας χορηγείται εφόσον οι υπηρεσίες που πρόκειται να παρέχει δεν παρέχονται ήδη από ιατρό στη Δημοκρατία. Η συγκεκριμένη διαγραφή είναι η ουσιώδης αλλαγή που προτείνει το νομοσχέδιο.
    Δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς η ανάγκη κατάργησης της δικλίδας αυτής, ούτε ποιες υπηρεσίες και ειδικότητες αναμένεται να αφορά στην πράξη. Επίσης η δυνατότητα χορήγησης περιστασιακής άδειας για υπηρεσίες που ήδη παρέχονται από κατάλληλα καταρτισμένους και εγγεγραμμένους ιατρούς στην Κύπρο δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς την ισοτιμία των όρων άσκησης της ιατρικής, την εποπτεία και τις επιπτώσεις στο υφιστάμενο σύστημα παροχής υπηρεσιών. Αντίστοιχες ανησυχίες έχουν ήδη καταγραφεί στη δημόσια διαβούλευση και από άλλους επιστημονικούς φορείς, περιλαμβανομένου του ΠΙΣ.
    Εαν και Εφόσον η Πολιτεία θεωρεί αναγκαίο ένα ειδικό καθεστώς για σκοπούς ιατρικού τουρισμού, αυτό πρέπει να είναι σαφώς και αυστηρά οριοθετημένο ως προς τον συγκεκριμένο ιατρό, τον συγκεκριμένο μη μόνιμο κάτοικο Κύπρου, τη συγκεκριμένη ιατρική υπηρεσία ή πράξη, τον αδειοδοτημένο χώρο και τη διάρκεια της άδειας.
    Πρέπει επίσης να διασφαλίζονται πλήρης επαγγελματική ευθύνη και ασφαλιστική κάλυψη, αποτελεσματική εποπτεία και συνέχεια της φροντίδας.
    Ειδικά για την Ακτινολογία, πρέπει να διευκρινίζεται ότι οι «ιατρικές υπηρεσίες» περιλαμβάνουν τόσο τις διαγνωστικές απεικονιστικές εξετάσεις όσο και τις επεμβατικές ακτινολογικές πράξεις. Η άδεια πρέπει να περιορίζεται σε πράξεις για τις οποίες ο συγκεκριμένος ιατρός διαθέτει αναγνωρισμένη ειδικότητα, τεκμηριωμένη εκπαίδευση και επάρκεια, με πλήρη τήρηση των απαιτήσεων ακτινοπροστασίας, ποιότητας και ασφάλειας.
    Παράλληλα, η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού δεν πρέπει να περιορίζει την πρόσβαση των ασθενών της Κύπρου στις υφιστάμενες υπηρεσίες ούτε να επιβαρύνει ανθρώπινους και υλικοτεχνικούς πόρους που ήδη βρίσκονται υπό πίεση, περιλαμβανομένων των απεικονιστικών υπηρεσιών.
    Πρόταση της ΑΕΚ:
    Να μην προχωρήσει η κατάργηση της υφιστάμενης δικλίδας ως προτείνεται. Για οποιαδήποτε τροποποίηση θα πρέπει να προηγηθεί τεκμηρίωση της αναγκαιότητάς της, αξιολόγηση των επιπτώσεων και σαφής καθορισμός των προϋποθέσεων και των μηχανισμών εποπτείας.
    Τέλος, να διορθωθεί η νομοτεχνική ασυμφωνία ως προς την αναφορά στο άρθρο 9/10: το αναρτημένο νομοσχέδιο αναφέρεται στο άρθρο 9, ενώ το επεξηγηματικό σημείωμα της ίδιας διαβούλευσης αναφέρεται στο άρθρο 10, εδάφιο 2

  9. Παρατηρήσεις επί του περί Εγγραφής Ιατρών (Τροποποιητικού) Νόμου του 2026 – Ιατροί από τρίτες χώρες και ιατρικός τουρισμός

    Η προτεινόμενη τροποποίηση, η οποία αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ανάπτυξης του ιατρικού τουρισμού στην Κυπριακή Δημοκρατία, κινείται προς μία κατεύθυνση που μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές ευκαιρίες για τον τομέα της υγείας και την κυπριακή οικονομία.

    Η δυνατότητα ασθενών που δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι της Δημοκρατίας να επιλέγουν την Κύπρο ως τόπο θεραπείας και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να λαμβάνουν θεραπεία από ιατρό της επιλογής τους, μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της χώρας ως προορισμού ιατρικού τουρισμού.

    Η κατάργηση, ωστόσο, της προϋπόθεσης σύμφωνα με την οποία η συγκεκριμένη υπηρεσία δεν πρέπει να παρέχεται ήδη από ιατρό στη Δημοκρατία διευρύνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι η τροποποίηση πρέπει να συνοδευθεί από σαφείς και ισχυρές δικλείδες ασφαλείας, ώστε η διευκόλυνση του ιατρικού τουρισμού να μη συνεπάγεται χαμηλότερο επίπεδο ελέγχου της επαγγελματικής επάρκειας ή προστασίας των ασθενών.

    Ειδικότερα, εισηγούμαστε όπως πριν από τη χορήγηση της περιστασιακής άδειας απαιτείται επαλήθευση από πρωτογενή πηγή της ισχύουσας άδειας άσκησης επαγγέλματος, της αναγνωρισμένης ειδικότητας και, όπου απαιτείται, της εκπαίδευσης και πρόσφατης εμπειρίας του ιατρού στη συγκεκριμένη ιατρική ή επεμβατική πράξη που προτίθεται να πραγματοποιήσει.

    Θα πρέπει επίσης να απαιτείται πρόσφατο Certificate of Good Standing από την αρμόδια ρυθμιστική αρχή της χώρας στην οποία ο ιατρός ασκεί το επάγγελμά του, καθώς και δήλωση τυχόν υφιστάμενων ή προηγούμενων περιορισμών της άδειας άσκησης, σοβαρών πειθαρχικών κυρώσεων ή άλλων στοιχείων που επηρεάζουν την ασφαλή άσκηση του επαγγέλματος.

    Για επεμβατικές και ιδιαίτερα για χειρουργικές πράξεις, θεωρούμε απαραίτητο το ιδιωτικό νοσηλευτήριο στο οποίο θα παρασχεθούν οι υπηρεσίες να διενεργεί και να τεκμηριώνει procedure-specific credentialing και granting of clinical privileges πριν από την πραγματοποίηση της πράξης.

    Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στη συνέχεια της φροντίδας. Πριν από την πραγματοποίηση οποιασδήποτε επεμβατικής θεραπείας πρέπει να ορίζεται ονομαστικά ιατρός κατάλληλης ειδικότητας, εγγεγραμμένος και αδειοδοτημένος στη Δημοκρατία, ο οποίος αποδέχεται εγγράφως την ευθύνη για τη μετεγχειρητική ή μεταθεραπευτική παρακολούθηση μετά την αναχώρηση του ιατρού τρίτης χώρας και διαθέτει τα κατάλληλα clinical privileges για την αντιμετώπιση πιθανών επιπλοκών.

    Η προβλεπόμενη ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης πρέπει να καλύπτει ρητά τη συγκεκριμένη δραστηριότητα στην Κυπριακή Δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένων αξιώσεων που ενδέχεται να προκύψουν μετά την αναχώρηση του ιατρού από τη χώρα.

    Παράλληλα, πρέπει να αποσαφηνιστεί νομοθετικά ότι η περιστασιακή άδεια αφορά αποκλειστικά την εξυπηρέτηση μη μόνιμων κατοίκων που μεταβαίνουν στην Κύπρο στο πλαίσιο ιατρικού τουρισμού και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παροχή υπηρεσιών σε μόνιμους κατοίκους της Δημοκρατίας ή ως υποκατάστατο της κανονικής εγγραφής στο Ιατρικό Μητρώο. Η επαναλαμβανόμενη ή συστηματική παροχή υπηρεσιών από τον ίδιο ιατρό πρέπει να υπόκειται σε σαφώς καθορισμένα όρια και, πέραν αυτών, να απαιτείται η κανονική διαδικασία εγγραφής.

    Τέλος, εισηγούμαστε τη δημιουργία μητρώου των περιστασιακών αδειών και την υποχρεωτική αναφορά σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων και βασικών αποτελεσμάτων των επεμβάσεων ή θεραπειών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο αυτό. Η εφαρμογή του θεσμού θα ήταν σκόπιμο να αξιολογείται περιοδικά, τόσο ως προς την ασφάλεια και τα κλινικά αποτελέσματα όσο και ως προς την επίδρασή του στη διαθεσιμότητα ανθρώπινων και υλικών πόρων για τους ασθενείς που διαμένουν στην Κύπρο.

    Με τις πιο πάνω δικλείδες, η προτεινόμενη ρύθμιση μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο ανάπτυξης του ιατρικού τουρισμού, διατηρώντας ταυτόχρονα ως αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις την ασφάλεια των ασθενών, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την αποτελεσματική εποπτεία της άσκησης της ιατρικής στη Δημοκρατία.

    Προτεινόμενη πρόσθετη διάταξη

    «Πριν από τη χορήγηση άδειας δυνάμει του εδαφίου (2), το Ιατρικό Συμβούλιο ικανοποιείται ότι ο αιτητής κατέχει ισχύουσα άδεια άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος και, όπου εφαρμόζεται, αναγνωρισμένο τίτλο ειδικότητας στη χώρα στην οποία ασκεί το επάγγελμά του, ότι δεν υπόκειται σε περιορισμό, αναστολή ή άλλη πειθαρχική κύρωση που επηρεάζει την άσκηση του επαγγέλματός του και ότι διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, εκπαίδευση και πρόσφατη επαγγελματική εμπειρία για τις υπηρεσίες για τις οποίες αιτείται άδεια.

    Σε περίπτωση επεμβατικής ή χειρουργικής πράξης, το ιδιωτικό νοσηλευτήριο βεβαιώνει εγγράφως ότι έχει προβεί στον απαιτούμενο έλεγχο των επαγγελματικών προσόντων και έχει παραχωρήσει στον ιατρό κλινικά δικαιώματα για τη συγκεκριμένη πράξη.

    Πριν από την παροχή των υπηρεσιών ορίζεται εγγράφως ιατρός κατάλληλης ειδικότητας, εγγεγραμμένος στο Ιατρικό Μητρώο της Δημοκρατίας, ο οποίος αναλαμβάνει τη συνέχιση της φροντίδας του ασθενούς μετά την αναχώρηση του ιατρού τρίτης χώρας και την αντιμετώπιση τυχόν επιπλοκών.

    Άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν παρέχει δικαίωμα συστηματικής ή μόνιμης άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος στη Δημοκρατία ούτε δύναται να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο της εγγραφής στο Ιατρικό Μητρώο.»

  10. ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΥΠΡΟΥ (ΝΕΚ)
    CYPRUS NEUROLOGICAL SOCIETY

    Προς: Υπουργείο Υγείας
    Θέμα: Θέση της Νευρολογικής Εταιρείας Κύπρου σχετικά με την προτεινόμενη περιστασιακή άδεια άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος από ιατρούς τρίτων χωρών

    Αξιότιμοι κύριοι/κυρίες,

    Η Νευρολογική Εταιρεία Κύπρου (ΝΕΚ), αφού μελέτησε την προτεινόμενη τροποποίηση του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου σχετικά με τη χορήγηση περιστασιακής άδειας άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος σε ιατρούς τρίτων χωρών, εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις και διαφωνεί με την προτεινόμενη ρύθμιση στην παρούσα μορφή της.

    Η άσκηση της ιατρικής εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να διέπεται από ενιαία πρότυπα ως προς την αναγνώριση προσόντων και ειδικότητας, την επαγγελματική επάρκεια, τη δεοντολογία, την εποπτεία και την ιατρονομική ευθύνη.

    Θεωρούμε προβληματική τη δημιουργία ενός παράλληλου μηχανισμού άσκησης της ιατρικής από ιατρούς τρίτων χωρών, με διαφορετικό καθεστώς αδειοδότησης, αποκλειστικά και μόνο επειδή οι ασθενείς στους οποίους θα παρέχονται οι υπηρεσίες δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου.

    Η εθνικότητα ή το καθεστώς διαμονής του ασθενούς δεν μπορεί να αποτελεί λόγο εφαρμογής διαφορετικών προϋποθέσεων για την άσκηση της ίδιας ιατρικής πράξης εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας.

    Παράλληλα, η έννοια της «περιστασιακής» άδειας δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο καταστρατήγησης. Χωρίς εξαιρετικά αυστηρούς περιορισμούς, μπορεί να εξελιχθεί σε μηχανισμό συστηματικής δραστηριοποίησης ιατρών τρίτων χωρών στην Κύπρο χωρίς τις διαδικασίες που απαιτούνται για την κανονική εγγραφή και άσκηση του επαγγέλματος.

    Η ΝΕΚ θεωρεί επίσης ιδιαίτερα σοβαρό το ζήτημα της συνέχειας της φροντίδας και της ιατρικής ευθύνης. Το θέμα είναι ιδιαίτερα εμφανές στη Νευρολογία, όπου μεγάλο μέρος των ασθενών πάσχει από χρόνια νοσήματα και χρειάζεται μακροχρόνια παρακολούθηση. Η παροχή υπηρεσιών από ιατρό ο οποίος βρίσκεται περιστασιακά στην Κύπρο δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς το ποιος αναλαμβάνει τον ασθενή μετά την αναχώρησή του, ποιος αντιμετωπίζει πιθανές επιπλοκές και ποιος φέρει την ευθύνη για τη συνέχεια της θεραπείας.

    Η ΝΕΚ υποστηρίζει την ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού και τη συνεργασία με καταξιωμένους ιατρούς και εξειδικευμένα κέντρα του εξωτερικού. Δεν θεωρούμε όμως ότι η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού προϋποθέτει τη δημιουργία ενός δεύτερου, ευνοϊκότερου καθεστώτος άσκησης της ιατρικής στην Κύπρο.

    Αντίθετα, οι ιατροί τρίτων χωρών που επιθυμούν να παρέχουν συστηματικά ιατρικές υπηρεσίες στην Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να πληρούν τις αντίστοιχες προϋποθέσεις αναγνώρισης, εγγραφής και εποπτείας που ισχύουν για τους υπόλοιπους ιατρούς.

    Εξαιρέσεις θα μπορούσαν να εξετάζονται μόνο σε πραγματικά εξαιρετικές και σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις, όπως η πρόσκληση διεθνώς αναγνωρισμένου ειδικού για συγκεκριμένη εξειδικευμένη ιατρική πράξη, και όχι μέσω μιας γενικότερης διαδικασίας περιστασιακής αδειοδότησης.

    Για τους πιο πάνω λόγους, η Νευρολογική Εταιρεία Κύπρου δεν υποστηρίζει την προτεινόμενη τροποποίηση στην παρούσα μορφή της και εισηγείται την επανεξέτασή της.

    Οποιαδήποτε εξαίρεση από το υφιστάμενο πλαίσιο εγγραφής και άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος θα πρέπει να είναι απολύτως περιορισμένη, σαφώς αιτιολογημένη και να μην δημιουργεί παράλληλη οδό άσκησης της ιατρικής στην Κυπριακή Δημοκρατία.

    Με εκτίμηση,

    Για το Διοικητικό Συμβούλιο
    της Νευρολογικής Εταιρείας Κύπρου (ΝΕΚ)

  11. Το νομοσχέδιο απαξιώνει τον ρόλο και την προσφορά των Κυπρίων ιατρών, δημιουργώντας μια άνιση μεταχείριση εις βάρος τους. Πρόκειται για τους επιστήμονες που όλα αυτά τα χρόνια αποτελούν βασικό πυλώνα του συστήματος υγείας και που, ιδιαίτερα κατά την πανδημία COVID-19, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, υπηρετώντας με συνέπεια και ευθύνη τον πολίτη.
    Σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν εφαρμόζεται αντίστοιχη πρακτική με αυτή που προβλέπει το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Αυτό που προτείνεται δεν έχει ουσιαστικά καμία σχέση με τον ιατρικό τουρισμό. Αντίθετα, δημιουργεί ένα σοβαρό προηγούμενο, καθώς επιτρέπει σε μια τρίτη χώρα να αποκτήσει έμμεση επιρροή σε ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία και τη χάραξη πολιτικής στον τομέα της υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

  12. Το νομοσχέδιο , αν μη τι άλλο υποβαθμίζει τους ιατρούς της Κύπρου, καθιστώντας τους γιατρούς δευτέρας κατηγορίας. Εκείνους τους γιατρούς που οικοδόμησαν την υγεία του τόπου στα επίπεδα που είναι σήμερα . Εκείνους τους γιατρούς που έστησαν πλάτη τον καιρό της πανδημίας του COVID19. Εκείνους που αφιέρωσαν 15 χρόνια από τη ζωή τους για να έχουν μια ειδικότητα και να μπορούν να προσφέρουν ποιοτική υπηρεσία στην υγεία.
    Ουδέποτε και πουθενά στην Ευρώπη δεν εφαρμόστηκε παρόμοια τακτική με αυτήν που περιγράφει το νομοσχέδιο. Δινει σιγά σιγά την δυνατότητα στην “τρίτη χώρα” να αποκτήσει λόγο στα εντος του κυρίαρχου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δίνει την δυνατότητα στην τρίτη χώρα , να εχει λόγο στον τομεα της υγείας του τοπου. Ήδη η τρίτη χώρα , δραστηριοποιείται σε άλλους τομείς, αναρτώντας τεράστιες αφίσες προεκλογικής εκστρατείας της χώρας της , στον αυτοκινητόδρομο. Ήδη αγοράζει τεράστιες εκτάσεις γης και δεν επιτρέπει την είσοδο σε Κυπρίους. Ήδη αγοράζει συγκροτήματα ξενοδοχείων στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, και δεν επιτρέπει την είσοδο σε Κύπριους πολίτες.
    Εάν όντως ψηφιστεί από την βουλή και εφαρμοστεί το νομοσχέδιο ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου.
    Όσοι το στηρίξουν θα είναι υπόλογοι.

  13. Η Κυπριακή Εταιρεία ΩΡΛ Κεφαλής και Τραχήλου εκφράζει την έντονη αντίθεσή της στο προτεινόμενο νομοσχέδιο, για τους ακόλουθους λόγους:

    Εννοιολογική ανακρίβεια. Το νομοσχέδιο δεν περιγράφει ιατρικό τουρισμό με τη διεθνώς καθιερωμένη έννοια του όρου, όπου ο ασθενής ταξιδεύει και θεραπεύεται από αδειοδοτημένο ιατρικό προσωπικό της χώρας υποδοχής. Αντίθετα, επιτρέπει σε αλλοδαπούς ιατρούς να ασκούν ιατρική στην Κύπρο χωρίς τις προϋποθέσεις γλωσσικής επάρκειας και ένταξης που ισχύουν σε αντίστοιχα ευρωπαϊκά μοντέλα (π.χ. απαίτηση C1 στη Γερμανία ή Σουηδία).
    Κίνδυνος για τη συνέχεια και ποιότητα της φροντίδας. Υπονομεύεται ο θεσμός του θεράποντος ιατρού, με ασθενείς να εγκαταλείπονται σε τρίτους για τη μετεγχειρητική παρακολούθηση — πρακτική που αντιβαίνει σε βασικές αρχές ιατρικής δεοντολογίας και ασφάλειας ασθενών.
    Έλλειψη διεθνούς προηγούμενου. Δεν έχουμε εντοπίσει ανάλογο νομοθετικό μοντέλο σε άλλη χώρα, και καλούμε τους αρμόδιους να τεκμηριώσουν τυχόν αντίστοιχο παράδειγμα, αν υπάρχει.
    Απουσία οφέλους. Το νομοσχέδιο δεν προσφέρει ουσιαστικό όφελος ούτε στους ασθενείς, ούτε στους ιατρούς, ούτε στο σύστημα υγείας της Κύπρου, και δεν συμβάλλει στην αναβάθμιση του επιπέδου της ιατρικής, όπως ισχυρίζονται οι εισηγητές του.

    Η ΩΡΛ Εταιρεία Κύπρου ταυτίζεται πλήρως με τις θέσεις που έχει διατυπώσει ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος επί του θέματος και καλεί την Κυβέρνηση/Βουλή να αποσύρει το νομοσχέδιο στην παρούσα μορφή του, μέχρι να τεθούν αυστηρές προϋποθέσεις αδειοδότησης, γλωσσικής επάρκειας και συνέχειας φροντίδας, αντίστοιχες με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

    Με εκτίμηση,
    Διοικητικό Συμβούλιο ΩΡΛ Εταιρείας Κύπρου

  14. Η Ομοσπονδία Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου χαιρετίζει και στηρίζει την ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού στην Κύπρο, ως μια σημαντική στρατηγική που μπορεί να συμβάλει στην αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας, στην ενίσχυση της οικονομίας, στην προσέλκυση επενδύσεων και στην αξιοποίηση του υψηλού επιπέδου των επαγγελματιών υγείας και των υγειονομικών υποδομών της χώρας μας.

    Η ΟΣΑΚ συμμερίζεται τον στόχο που επιδιώκουν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς για τη δημιουργία ενός σύγχρονου, αξιόπιστου και ανταγωνιστικού πλαισίου ανάπτυξης του ιατρικού τουρισμού.

    Παράλληλα, θεωρούμε ότι η επίτευξη του στόχου αυτού προϋποθέτει ένα σαφές, ολοκληρωμένο και λειτουργικό νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο θα διασφαλίζει πρωτίστως ότι η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού δεν θα επηρεάζει αρνητικά την πρόσβαση των πολιτών και των ασθενών της Κύπρου σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, αλλά αντίθετα θα δημιουργεί προστιθέμενη αξία για το γενικό σύστημα υγείας και για όλους τους εμπλεκόμενους.

    Επισημαίνουμε ότι η αύξηση των επεμβάσεων ή η παροχή άλλων υπηρεσιών υγείας, στο πλαίσιο του ιατρικού τουρισμού, δεν απαιτεί μόνο ιατρικό προσωπικό, το οποίο δυνητικά εξασφαλίζεται με τη σχετική τροποποίηση αλλά και νοσηλευτικό προσωπικό, χειρουργεία, αναισθησιολογική κάλυψη, κλίνες αυξημένης φροντίδας, εργαστηριακή και απεικονιστική υποστήριξη, μονάδες αίματος και υπηρεσίες αποστείρωσης – δηλαδή ακριβώς τους πόρους που ήδη τελούν υπό πίεση.

    Δεδομένης της υφιστάμενης έλλειψης νοσηλευτικού προσωπικού και της προβλεπόμενης έλλειψης ιατρών σε συγκεκριμένες ειδικότητες την επόμενη δεκαετία, η αύξηση της ζήτησης χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της προσφοράς μεταφράζεται αναπόφευκτα σε αυξημένους χρόνους αναμονής για τους δικαιούχους του ΓεΣΥ. Εισηγούμαστε η εφαρμογή της ρύθμισης να συνοδεύεται από τεκμηριωμένη εκτίμηση επιπτώσεων στο ανθρώπινο δυναμικό υγείας και από τη δέσμευση ότι η χορήγηση αδειών θα αναστέλλεται εκεί όπου διαπιστώνεται δυσμενής επίπτωση.

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο