01 – ΟΙ ΠΕΡΙ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΙΑΤΡΩΝ ΝΟΜΟΣ – Κανονισμοί δυνάμει των άρθρων 23 και 28

Ο περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2026

ΟΙ ΠΕΡΙ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΙΑΤΡΩΝ ΝΟΜΟΣ

Κανονισμοί δυνάμει των άρθρων 23 και 28

Συνοπτικός τίτλος.
1. Οι παρόντες Κανονισμοί θα αναφέρονται ως οι περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2026 και θα διαβάζονται μαζί με τους περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) Κανονισμούς του 2003 μέχρι 2017 (που στο εξής θα αναφέρονται ως «οι βασικοί κανονισμοί») και οι βασικοί κανονισμοί και οι παρόντες Κανονισμοί θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) Κανονισμοί του 2003 μέχρι 2026.

Τροποποίηση του Δεύτερου Πίνακα των βασικών κανονισμών

2. Ο Δεύτερος Πίνακας των βασικών κανονισμών τροποποιείται ως ακολούθως:

Κλάδος Ιατρικής
Χρονική Διάρκεια Μεταπτυχιακής Εκπαίδευσης
Χρονική διάρκεια μεταπτυχιακής εκπαίδευσης μετεκπαιδευομένων κατά την έναρξη της ισχύος των παρόντων Κανονισμών

1. Επεμβατική Ακτινολογία 2 έτη μετά την απόκτηση της ειδικότητας της Ακτινολογίας ή 2 έτη κατά τη διάρκεια της ειδικότητας της Ακτινολογίας και όχι λιγότερο από το σύνολο των 7 ετών. Η εξειδίκευση γίνεται σε εργαστήρια Ακτινοδιαγνωστικής (Ακτινολογίας) Νοσοκομείων τα οποία καλύπτονται από βασικές ιατρικές ειδικότητες όπως:
– Παθολογίας,
– Χειρουργικής,
– Θωρακοχειρουργικής ή Αγγειοχειρουργικής και
– ΜΕΘ

Μεταβατική διάταξη
Ανεξάρτητα από τις διατάξεις που περιγράφονται στο σημείο 1 του πίνακα, ιατροί με ειδικότητα Ακτινολογίας που έχουν αποκτήσει βεβαίωση ειδικού ενδιαφέροντος από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου και κατέχουν πιστοποιητικό / τίτλο ειδικότητας από άλλο Κράτος ή το δικαίωμα άσκησης της εξειδίκευσης στο εν λόγω κράτος ή κατέχουν το πτυχίο EBIR (European Board of Interventional Radiologists), έχουν δικαίωμα να υποβάλουν αίτημα εντός 12 μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας.
Για σκοπούς υλοποίησης της μεταβατικής διατάξης θα συγκροτηθεί επιτροπή που θα απαρτίζεται από καθηγητές ακτινολογίας από το εξωτερικό, καθώς και άλλους ειδικούς ή εμπειρογνωμόνες και εκπροσώπους από το Υπουργείο Υγείας, Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου, Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο και την Ακτινολογική Εταιρεία Κύπρου. Η Επιτροπή θα εξετάσει τα αιτήματα και τα προσκομισθέντα πιστοποιητικά / σχετικά έγγραφα των υποψηφίων και αναλόγως οι υποψήφιοι δύνανται να παρακαθίσουν σε εξετάσεις προκειμένου να αποκτήσουν τίτλο εξειδίκευσης.

Τέλος


9 Σχόλια

  1. ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΤΗΣ ΑΕΚ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
    Η Ακτινολογική Εταιρεία Κύπρου διευκρινίζει ότι η θεσμοθέτηση της Επεμβατικής Ακτινολογίας ως εξειδίκευσης της Ακτινολογίας δεν αποσκοπεί και δεν πρέπει να επιφέρει περιορισμό του νόμιμου γνωστικού και επαγγελματικού αντικειμένου της Αγγειοχειρουργικής ή οποιασδήποτε άλλης αναγνωρισμένης ιατρικής ειδικότητας. Οι Αγγειοχειρουργοί εξακολουθούν να διενεργούν τις αγγειακές και ενδαγγειακές πράξεις που εμπίπτουν στην ειδικότητα, την εκπαίδευση και την τεκμηριωμένη επάρκειά τους.
    Το ζήτημα αυτό, όμως, πρέπει να διακρίνεται σαφώς από τη θεσμοθέτηση, την εκπαίδευση, την αξιολόγηση και την απονομή του τίτλου εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία. Πρόκειται για τίτλο εξειδίκευσης της βασικής ειδικότητας της Ακτινολογίας, όπως προκύπτει και από το ίδιο το υπό διαβούλευση κείμενο της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο απευθύνεται σε ιατρούς ειδικότητας Ακτινολογίας.
    Ενδεικτικά και ιδιαίτερα σημαντικά, στο ισχύον επίσημο ελληνικό κρατικό πλαίσιο για την Επεμβατική Ακτινολογία, η εξεταστική επιτροπή αποτελείται αποκλειστικά από ιατρούς με εξειδίκευση στην Επεμβατική Ακτινολογία — έναν Καθηγητή και δύο Διευθυντές ΕΣΥ — και δεν προβλέπεται συμμετοχή Αγγειοχειρουργού ή άλλης ιατρικής ειδικότητας στην εξέταση και απονομή του τίτλου.
    Η CIRSE και το EBIR δεν αποτελούν κρατικό σύστημα αναγνώρισης ιατρικών ειδικοτήτων ή εξειδικεύσεων. Το EBIR αποτελεί ευρωπαϊκή συμπληρωματική πιστοποίηση επάρκειας και, σύμφωνα με την ίδια τη CIRSE, δεν αντικαθιστά την εθνική εκπαίδευση ή αδειοδότηση.
    Η ΑΕΚ υποστηρίζει τη διεπιστημονική συνεργασία και την κατάλληλη χειρουργική υποστήριξη όπου αυτή απαιτείται από τη φύση και την επικινδυνότητα συγκεκριμένων επεμβατικών πράξεων. Η κλινική αυτή συνεργασία, όμως, δεν πρέπει να συγχέεται με τη θεσμική αρμοδιότητα για την εκπαίδευση, αξιολόγηση, εξέταση και απονομή τίτλου εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία.
    Πρόταση της ΑΕΚ:
    Να διασφαλιστεί το νόμιμο πεδίο άσκησης όλων των εμπλεκόμενων ειδικοτήτων, χωρίς αποκλειστικότητες προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Παράλληλα, η αξιολόγηση των υποψηφίων, οι εξετάσεις και η μεταβατική διαδικασία για τη χορήγηση τίτλου εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία να παραμείνουν στο πλαίσιο της ειδικότητας της Ακτινολογίας και των αρμόδιων θεσμικών οργάνων, χωρίς υποχρεωτική συμμετοχή εκπροσώπων άλλων ιατρικών ειδικοτήτων.

  2. ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΥΠΡΟΥ

    ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΕΚ – ΟΥΣΙΩΔΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΡΥΘΜΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ..Η Συνεχεια ..

    5). ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΩΝ
    Η θεσμοθέτηση της εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό πράξεων που αποτελούν ήδη μέρος της βασικής ειδικότητας της Ακτινολογίας και διενεργούνται από ειδικούς Ακτινολόγους με την απαιτούμενη εκπαίδευση και επάρκεια.
    Το ζήτημα αυτό αντιμετωπίστηκε ρητά στην Ελλάδα μετά τη θεσμοθέτηση της εξειδίκευσης. Το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας της Ελλάδας (ΚΕΣΥ), με ομόφωνη απόφασή του, έκρινε ότι οι απλές διαγνωστικές επεμβατικές πράξεις, όπως βιοψίες, παρακεντήσεις–παροχετεύσεις και αγγειογραφίες, αποτελούν αντικείμενο της Ακτινοδιαγνωστικής και μπορούν να διενεργούνται από ειδικούς Ακτινολόγους. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η Επεμβατική Ακτινολογία αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος της Ακτινολογίας και ότι η θεσμοθέτηση της εξειδίκευσης δεν πρέπει να περιορίζει το γνωστικό αντικείμενο της βασικής ειδικότητας.
    Πρόταση της ΑΕΚ:
    Να προβλεφθεί ρητά ότι η αναγνώριση της εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία δεν περιορίζει τη δυνατότητα των ειδικών Ακτινολόγων να διενεργούν απεικονιστικά καθοδηγούμενες επεμβατικές πράξεις που εμπίπτουν στη βασική ειδικότητα της Ακτινολογίας, εφόσον διαθέτουν την αντίστοιχη εκπαίδευση και επάρκεια.

    6). ΣΑΦΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΠΕΜΒΑΤΙΚΗΣ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΕΜΒΑΤΙΚΗΣ ΝΕΥΡΟΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΑΣ
    Η Επεμβατική Ακτινολογία και η Επεμβατική Νευροακτινολογία αποτελούν διακριτά γνωστικά και εκπαιδευτικά πεδία, με διαφορετικό εύρος πράξεων, εκπαιδευτικές απαιτήσεις, προγράμματα κατάρτισης, logbooks και κριτήρια επάρκειας.
    Η ύπαρξη κοινών τεχνικών ή πράξεων δεν καθιστά τις δύο εξειδικεύσεις ταυτόσημες. Αντίστοιχα, αποκλειστική ή κυρίως νευροεπεμβατική εμπειρία δεν μπορεί να θεωρείται αυτομάτως ισοδύναμη με πλήρη εκπαίδευση στο συνολικό φάσμα της Επεμβατικής Ακτινολογίας.
    Πρόταση της ΑΕΚ:
    Να αναφέρεται ρητά στους Κανονισμούς ότι η Επεμβατική Ακτινολογία διακρίνεται από την Επεμβατική Νευροακτινολογία/Νευροεπεμβατική Ιατρική. Κοινές πράξεις να αναγνωρίζονται μόνο όταν υπάρχει τεκμηριωμένη ειδική εκπαίδευση και επάρκεια και να μη συνεπάγονται αυτοδίκαιη ισοδυναμία των δύο εξειδικεύσεων.

    7). ΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΑΕΚ ΣΤΗΝ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ
    Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της ΑΕΚ από το 2019 για θεσμική συμμετοχή στη διαμόρφωση του πλαισίου της Επεμβατικής Ακτινολογίας, η ΑΕΚ δεν κλήθηκε στο προπαρασκευαστικό στάδιο να υποδείξει εκπρόσωπο ή να καταθέσει θεσμικά τις θέσεις της.
    Η τυχόν συμμετοχή μεμονωμένων Ακτινολόγων με προσωπική ή επαγγελματική ιδιότητα δεν αποτελεί θεσμική διαβούλευση με την Ακτινολογική Εταιρεία Κύπρου ούτε εκφράζει τη θέση της ΑΕΚ.
    Η απουσία της ΑΕΚ από το στάδιο διαμόρφωσης του προσχεδίου αντανακλάται και στο ίδιο το κείμενο, το οποίο σε ουσιώδη ζητήματα παραμένει ασαφές, ελλιπές και χωρίς επαρκή οριοθέτηση ως προς την εκπαίδευση, τα επαγγελματικά πεδία και τις διαδικασίες αναγνώρισης.
    Πρόταση της ΑΕΚ:
    Πριν από την οριστικοποίηση των Κανονισμών, να πραγματοποιηθεί ουσιαστική θεσμική διαβούλευση με την ΑΕΚ και να συμμετάσχει η Εταιρεία στην τελική επιστημονική και νομοτεχνική διαμόρφωση των ρυθμίσεων που αφορούν την εξειδίκευση της Επεμβατικής Ακτινολογίας.

  3. ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΕΚ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΜΒΑΤΙΚΗ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΑ:

    1. Διάρκεια και Xρονική Tοποθέτηση της Eξειδίκευσης:

    Η Επεμβατική Ακτινολογία είναι η μόνη εξειδίκευση στο υπό διαβούλευση κανονιστικό πλαίσιο για την οποία δινεται η δυνατότητα πραγματοποίησης της εξειδίκευσης κατα τη διάρκεια της βασικής ειδικότητας. Συγκεκριμένα, το υπό διαβούλευση κείμενο προβλέπει διετή εκπαίδευση στην Επεμβατική Ακτινολογία είτε μετά την απόκτηση της ειδικότητας της Ακτινολογίας είτε «κατά τη διάρκεια της ειδικότητας της Ακτινολογίας και όχι λιγότερο από το σύνολο των 7 ετών».
    Αντίθετα, για όλες τις υπόλοιπες εξειδικεύσεις του ίδιου υπό διαβούλευση κανονιστικού πλαισίου —τις παιδιατρικές εξειδικεύσεις και τον Σακχαρώδη Διαβήτη— η εξειδίκευση προβλέπεται μόνο μετά την απόκτηση της αντίστοιχης βασικής ειδικότητας. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση της Επεμβατικής Ακτινολογίας δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε επιστημονική ή εκπαιδευτική τεκμηρίωση.
    Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκλίνει και από τα ευρωπαϊκά δεδομένα εκπαίδευσης στην Ακτινολογία. Οι European Training Requirements της UEMS προβλέπουν πενταετές πρόγραμμα ειδικότητας στην Ακτινολογία, ενώ και το ευρωπαϊκό πρόγραμμα EU-REST εισηγείται τα πέντε έτη ως ευρωπαϊκό πρότυπο διάρκειας της ειδικότητας. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα του EU-REST για τα κράτη-μέλη της ΕΕ, η διάρκεια της ειδικότητας κυμαίνεται από τέσσερα έως έξι έτη, με εξαετή διάρκεια να καταγράφεται μόνο στη Λιθουανία· Επταετής βασική ειδικότητα Ακτινολογίας ΔΕΝ καταγράφεται.
    Η πρόβλεψη, επομένως, για εκπαίδευση «κατά τη διάρκεια της ειδικότητας» και συνολικό χρόνο «όχι λιγότερο από 7 έτη» δημιουργεί σοβαρή ασάφεια ως προς το εκπαιδευτικό μοντέλο που επιχειρείται να θεσπιστεί και ως προς τον τρόπο με τον οποίο δύο πλήρη έτη Επεμβατικής Ακτινολογίας ενσωματώνονται στη βασική ειδικότητα. Επιπλέον, δεν καθορίζονται ενσωματωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, προστατευμένος χρόνος αποκλειστικής εκπαίδευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία, ελάχιστος αριθμός και εύρος πράξεων, υποχρεωτικό logbook, εποπτεία και αντικειμενική αξιολόγηση επάρκειας.
    Η ολοκλήρωση της βασικής εκπαίδευσης στην Ακτινολογία αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την εξειδίκευση στην Επεμβατική Ακτινολογία, καθώς διασφαλίζει την απαιτούμενη γνώση για την ορθή επιλογή της απεικονιστικής και θεραπευτικής μεθόδου, την αξιολόγηση ενδείξεων και αντενδείξεων, την αναγνώριση εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών, την αντιμετώπιση επιπλοκών και, τελικά, την ασφάλεια του ασθενούς.
    Θέση της ΑΕΚ:
    Να προβλεφθεί σαφώς ότι: «Η εξειδίκευση στην Επεμβατική Ακτινολογία έχει διάρκεια δύο (2) ετών μετά την απόκτηση του τίτλου ειδικότητας της Ακτινολογίας, σε αντιστοιχία με τις λοιπές εξειδικεύσεις του ίδιου κανονιστικού πλαισίου και με τα ισχύοντα ευρωπαϊκά δεδομένα εκπαίδευσης στην Ακτινολογία και στις εξειδικεύσεις της.»

    2. Tα Κριτήρια για τα Εκπαιδευτικά Κέντρα και τα Προσόντα των Εκπαιδευτών,

    Το υπό διαβούλευση κείμενο προβλέπει ότι η εκπαίδευση μπορεί να πραγματοποιείται σε Ακτινοδιαγνωστικά Εργαστήρια νοσοκομείων που καλύπτονται από συγκεκριμένες βασικές ιατρικές ειδικότητες.
    Όμως η ύπαρξη Παθολογίας, Χειρουργικής, Θωρακοχειρουργικής ή Αγγειοχειρουργικής και ΜΕΘ αποτελεί υποστηρικτική υποδομή ενός νοσηλευτηρίου· δεν καθιστά από μόνη της ένα Ακτινοδιαγνωστικό Εργαστήριο κατάλληλο εκπαιδευτικό κέντρο Επεμβατικής Ακτινολογίας.
    Για την αναγνώριση εκπαιδευτικού κέντρου πρέπει να καθορίζονται σαφώς ΠΟΙΟΙ θα εκπαιδεύουν και με ποια προσόντα και εμπειρία, το εύρος και ο ετήσιος αριθμός αγγειακών και μη αγγειακών επεμβατικών πράξεων, ο απαιτούμενος εξοπλισμός, καθώς και ο τρόπος εποπτείας και αξιολόγησης των εκπαιδευομένων. Τα ουσιώδη αυτά κριτήρια δεν καθορίζονται στο προσχέδιο.
    Πρέπει επίσης να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ κέντρων στα οποία διενεργούνται επεμβατικές πράξεις και κέντρων που μπορούν να αναγνωριστούν ως εκπαιδευτικά. Η πραγματοποίηση επιμέρους επεμβατικών πράξεων σε ένα νοσηλευτήριο δεν σημαίνει ότι το νοσηλευτήριο διαθέτει το απαιτούμενο εύρος περιστατικών, τους κατάλληλους εκπαιδευτές και οργανωμένο διετές πρόγραμμα ώστε να παρέχει πλήρη εξειδίκευση.
    Ενδεικτικά, το αντίστοιχο ελληνικό πλαίσιο προβλέπει αναγνωρισμένους Επεμβατικούς Ακτινολόγους ως εκπαιδευτές, επαρκές εύρος αγγειακών και μη αγγειακών πράξεων, κατάλληλο εξοπλισμό και επίσημη αναγνώριση των εκπαιδευτικών κέντρων.
    Με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν λειτουργεί στην Κύπρο κέντρο που να διαθέτει συγχρόνως το πλήρες απαιτούμενο φάσμα πράξεων, τον αναγκαίο όγκο περιστατικών, οργανωμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης και πιστοποιημένους εκπαιδευτές, ώστε να μπορεί από μόνο του να παρέχει πλήρη διετή εκπαίδευση στην Επεμβατική Ακτινολογία.
    Πρόταση της ΑΕΚ:
    Να καθοριστούν σαφή και μετρήσιμα κριτήρια για την αναγνώριση των εκπαιδευτικών κέντρων και των εκπαιδευτών, που να περιλαμβάνουν τουλάχιστον: αναγνωρισμένους Επεμβατικούς Ακτινολόγους-εκπαιδευτές με τεκμηριωμένη εκπαίδευση και εμπειρία, επαρκή αριθμό και εύρος αγγειακών και μη αγγειακών πράξεων, κατάλληλο εξοπλισμό, οργανωμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης, υποχρεωτικό logbook, εποπτεία και αξιολόγηση επάρκειας, καθώς και περιοδική επαναξιολόγηση του εκπαιδευτικού κέντρου.

    3. Μεταβατικές Διατάξεις – Αναγνώριση Ακτινολόγων με Πολυετή Εμπειρία στην Επεμβατική Ακτινολογία:

    Η προτεινόμενη μεταβατική διάταξη απαιτεί σωρευτικά βεβαίωση ειδικού ενδιαφέροντος από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου και, επιπλέον, τίτλο ή δικαίωμα άσκησης της εξειδίκευσης σε άλλο κράτος ή πιστοποίηση EBIR.
    Με τη ρύθμιση αυτή αποκλείονται ουσιαστικά από την αναγνώριση ειδικοί Ακτινολόγοι που ασκούν εδώ και χρόνια τεκμηριωμένα την Επεμβατική Ακτινολογία στην Κύπρο, μόνο και μόνο επειδή δεν διαθέτουν σωρευτικά όλα τα συγκεκριμένα πιστοποιητικά και έγγραφα.
    Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις μεταβατικές ρυθμίσεις των άλλων εξειδικεύσεων του ίδιου προσχεδίου, όπου η πολυετής αποδεδειγμένη κλινική και επιστημονική εμπειρία αναγνωρίζεται ως αυτοτελές κριτήριο.
    Ειδικά η βεβαίωση “ειδικού ενδιαφέροντος” δεν μπορεί να τίθεται σήμερα ως αναδρομική και υποχρεωτική προϋπόθεση για όλους, αφού δεν υπήρχε προηγουμένως ενιαία, δημοσιευμένη και προσβάσιμη διαδικασία για την απόκτησή της.
    Πρόταση της ΑΕΚ:
    Να προστεθεί εναλλακτική μεταβατική οδός για ειδικούς Ακτινολόγους με τουλάχιστον τέσσερα (4) έτη αποδεδειγμένης και τεκμηριωμένης άσκησης στην Επεμβατική Ακτινολογία πριν από την έναρξη ισχύος των Κανονισμών, με αναγνώριση της εμπειρίας αυτής ως αυτοτελούς βάσης για τη χορήγηση του τίτλου εξειδίκευσης, χωρίς εξετάσεις.
    Η ίδια αρχή της αναγνώρισης αποδεδειγμένης πολυετούς εμπειρίας προβλέπεται ήδη στις μεταβατικές διατάξεις των άλλων εξειδικεύσεων του ίδιου προσχεδίου και δεν δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση μόνο για την Επεμβατική Ακτινολογία

    4. Σύνθεση και Λειτουργία της Επιτροπής Μεταβατικής Αναγνώρισης της Εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία.

    Μόνο για την Επεμβατική Ακτινολογία προβλέπεται στη σύνθεση της Επιτροπής η δυνατότητα συμμετοχής «άλλων ειδικών ή εμπειρογνωμόνων». Στις αντίστοιχες Επιτροπές για τις παιδιατρικές εξειδικεύσεις και τον Σακχαρώδη Διαβήτη ΔΕΝ υπάρχει αντίστοιχη πρόνοια.
    Η διαφορετική αυτή ρύθμιση δεν αιτιολογείται και, επιπλέον, δεν διευκρινίζεται ποιοι μπορεί να είναι αυτοί οι «ειδικοί ή εμπειρογνώμονες», ποια προσόντα πρέπει να διαθέτουν, ποιος θα τους επιλέγει και με ποια ιδιότητα θα συμμετέχουν στην αξιολόγηση των αιτήσεων.
    Η σύνθεση μιας Επιτροπής που θα κρίνει την αναγνώριση εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία πρέπει να είναι σαφής, προκαθορισμένη και να διασφαλίζει ότι η επιστημονική αξιολόγηση γίνεται από πρόσωπα με αναγνωρισμένη γνώση και εμπειρία στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Η αόριστη κατηγορία «άλλων ειδικών ή εμπειρογνωμόνων» δεν παρέχει αυτή τη διασφάλιση και πρέπει να διαγραφεί.
    Πρόταση της ΑΕΚ:
    Να διαγραφεί πλήρως η φράση «καθώς και άλλους ειδικούς ή εμπειρογνώμονες» και η Επιτροπή να απαρτίζεται, όπως και στις άλλες εξειδικεύσεις, από σαφώς καθορισμένους θεσμικούς εκπροσώπους και επιστήμονες του αντίστοιχου γνωστικού αντικειμένου και συγκεκριμένα από:
    • καθηγητές Ακτινολογίας από το εξωτερικό με τεκμηριωμένη εμπειρία στην Επεμβατική Ακτινολογία,
    • εκπρόσωπο του Υπουργείου Υγείας,
    • εκπρόσωπο του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου,
    • εκπρόσωπο του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου,
    • εκπρόσωπο της Ακτινολογικής Εταιρείας Κύπρου.
    Ο εκπρόσωπος της ΑΕΚ να υποδεικνύεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΕΚ. Για όλα τα μέλη της Επιτροπής να διασφαλίζεται η απουσία σύγκρουσης συμφερόντων.

  4. ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΥΠΡΟΥ (ΑΕΚ) – Εισαγωγική Τοποθέτηση :
    Η Ακτινολογική Εταιρεία Κύπρου ,υποστηρίζει διαχρονικά τη θεσμοθέτηση της Επεμβατικής Ακτινολογίας ως εξειδίκευσης της Ακτινολογίας.
    Όμως, το υπό διαβούλευση προσχέδιο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως έχει.
    Περιλαμβάνει ασάφειες, ελλιπείς ρυθμίσεις και διαφορετική μεταχείριση της Επεμβατικής Ακτινολογίας σε σχέση με τις άλλες εξειδικεύσεις του ίδιου κανονιστικού πλαισίου, χωρίς επαρκή επιστημονική ή εκπαιδευτική τεκμηρίωση και σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.Τα ζητήματα αυτά αφορούν άμεσα την εκπαίδευση, την αναγνώριση προσόντων, την άσκηση της Ακτινολογίας και την ασφάλεια των ασθενών.
    Για τον λόγο αυτό, η ΑΕΚ θεωρεί υποχρέωσή της να καταθέσει αναλυτικά τις παρατηρήσεις και συγκεκριμένες προτάσεις τροποποίησης του κειμένου.
    Οι τέσσερις βασικές παρατηρήσεις επί των προτεινόμενων ρυθμίσεων αφορούν:
    1. τη διάρκεια και τη χρονική τοποθέτηση της εξειδίκευσης,
    2. τα κριτήρια για τα εκπαιδευτικά κέντρα και τα προσόντα των εκπαιδευτών,
    3. τις μεταβατικές διατάξεις και την αναγνώριση ειδικών Ακτινολόγων με πολυετή και τεκμηριωμένη άσκηση στην Επεμβατική Ακτινολογία, στην Κύπρο.
    4. τη σύνθεση και λειτουργία της Επιτροπής και, ειδικότερα, την αδικαιολόγητη προσθήκη—μόνο για την Επεμβατική Ακτινολογία— της αόριστης κατηγορίας «άλλων ειδικών ή εμπειρογνωμόνων».
    Παράλληλα , το προσχέδιο ΔΕΝ περιλαμβάνει τρία ακόμη ουσιώδη θέματα, τα οποία συνδέονται άμεσα με τη θεσμοθέτηση της εξειδίκευσης:
    5. τη ρητή διασφάλιση του δικαιώματος των ειδικών Ακτινολόγων να συνεχίσουν να διενεργούν τις απλές απεικονιστικά καθοδηγούμενες επεμβατικές πράξεις που ανήκουν στη βασική ειδικότητα της Ακτινολογίας.
    6. τη σαφή διάκριση της Επεμβατικής Ακτινολογίας από την Επεμβατική Νευροακτινολογία,
    7. τον αποκλεισμό της ΑΕΚ από την προπαρασκευαστική διαβούλευση και τη διαμόρφωση του πλαισίου για την εξειδίκευση στην Επεμβατική Ακτινολογία, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της από το 2019 για θεσμική συμμετοχή.
    Για τους λόγους αυτούς,
    Η ΑΕΚ καταθέτει πιο κάτω τις συγκεκριμένες παρατηρήσεις και εισηγήσεις της και ζητά ουσιαστική ΑΝΑΔΙΑΤΥΠΩΣΗ των σχετικών προνοιών πριν από την οριστικοποίηση των Κανονισμών, αφού ΔΕΝ κλήθηκε στο στάδιο κατά το οποίο διαμορφώθηκε το προσχέδιο, ως ο καθ ην αρμόδιος φορέας για την εξειδίκευση της επεμβατικής ακτινολογίας.

  5. 4ο ΜΕΡΟΣ
    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤ – Συγκριτικό Ενημερωτικό Σημείωμα για τη Ρύθμιση της Επεμβατικής Ακτινολογίας και των αγγειακών ενδαγγειακών επεμβάσεων σε ευρωπαϊκές χώρες και στις Ηνωμένες Πολιτείες
    1. Σκοπός και μεθοδολογική επισήμανση
    Το παρόν σημείωμα συνοψίζει το κανονιστικό, εκπαιδευτικό και οργανωτικό πλαίσιο που εφαρμόζεται σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές χώρες και στις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με:
    – τη θεσμική αναγνώριση της Επεμβατικής Ακτινολογίας,
    – την εκτέλεση αγγειακών ενδαγγειακών επεμβάσεων,
    – την επικάλυψη με το γνωστικό αντικείμενο της Αγγειακής και Ενδαγγειακής Χειρουργικής,
    – την πιστοποίηση και τα νοσοκομειακά προνόμια,
    – την κλινική ευθύνη,
    – και την απαίτηση οργανωμένης Αγγειοχειρουργικής κάλυψης και δυνατότητας ανοικτής ή υβριδικής μετατροπής.
    Η σύγκριση βασίζεται σε δεσμευτικές κανονιστικές πράξεις, εθνικές προδιαγραφές υπηρεσιών υγείας, επίσημα προγράμματα εκπαίδευσης και πιστοποίησης και, επικουρικά, στην πανευρωπαϊκή αποτύπωση της CIRSE για την εκπαίδευση στην Επεμβατική Ακτινολογία.
    Δεν πρόκειται για εξαντλητική γνωμοδότηση επί του εσωτερικού δικαίου κάθε χώρας. Αποτυπώνονται, όμως, αντιπροσωπευτικά και θεσμικά σημαντικά μοντέλα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη νομική αξιολόγηση του κυπριακού σχεδίου.
    2. Κεντρικό συγκριτικό συμπέρασμα
    Δεν υπάρχει ένα ενιαίο ευρωπαϊκό καθεστώς που να αναγνωρίζει στην Επεμβατική Ακτινολογία αποκλειστικό δικαίωμα επί των αγγειακών ενδαγγειακών επεμβάσεων.
    Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα παρουσιάζει σημαντική ανομοιογένεια. Σύμφωνα με την πανευρωπαϊκή έρευνα της CIRSE του 2024, η Επεμβατική Ακτινολογία είχε αποκτήσει επίσημη ιδιότητα εξειδίκευσης ή υποειδικότητας μόνο σε 11 από 29 χώρες, ενώ οργανωμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης υπήρχε σε 17 από τις 29. Σε αρκετές χώρες ο τίτλος δεν προστατεύεται ή η αναγνώριση εξαρτάται από το νοσοκομείο, την περιφέρεια ή το σύστημα τοπικής πιστοποίησης.
    Από τη συγκριτική αξιολόγηση προκύπτει η ανάγκη να διακρίνονται δύο διαφορετικά ζητήματα:
    1. Η δυνατότητα ενός Επεμβατικού Ακτινολόγου να είναι ο κύριος τεχνικός χειριστής μιας επέμβασης.
    2. Η δυνατότητα της πράξης να πραγματοποιείται θεσμικά και οργανωτικά ανεξάρτητα από Αγγειοχειρουργική υπηρεσία και χωρίς άμεση δυνατότητα ανοικτής ή υβριδικής διάσωσης.
    Σε αρκετά ώριμα συστήματα επιτρέπεται στον κατάλληλα πιστοποιημένο Επεμβατικό Ακτινολόγο να είναι ο κύριος χειριστής. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το νοσοκομείο ή η επεμβατική μονάδα λειτουργεί αυτοτελώς, χωρίς οργανωμένη Αγγειοχειρουργική συμμετοχή, MDT, χειρουργική αίθουσα, ΜΕΘ και προκαθορισμένο σύστημα αντιμετώπισης επιπλοκών.
    Δεν προκύπτει γενικός ευρωπαϊκός ή αμερικανικός κανόνας προσωπικής εποπτείας από Αγγειοχειρουργό για κάθε απλή αγγειακή πράξη. Προκύπτει, όμως, επαναλαμβανόμενη απαίτηση για:
    – αξιολόγηση του ασθενούς στο πλαίσιο οργανωμένης αγγειακής υπηρεσίας,
    – διεπιστημονική επιλογή θεραπείας,
    – πιστοποίηση ανά πράξη,
    – πλήρη δυνατότητα ανοικτής και ενδαγγειακής αντιμετώπισης,
    – άμεση Αγγειοχειρουργική διαθεσιμότητα για πράξεις υψηλού κινδύνου,
    – και σαφή κατανομή της κλινικής ευθύνης.
    3. Συνοπτικός συγκριτικός πίνακας
    Χώρα/σύστημα Θέση της Επεμβατικής Ακτινολογίας Μοντέλο αγγειακών επεμβάσεων Κρίσιμη σημασία για την Κύπρο
    Γερμανία Ακτινολογική επεμβατική δραστηριότητα με ειδική πιστοποίηση EVAR από Αγγειοχειρουργό με ανοικτή και ενδαγγειακή επάρκεια ή σε επίσημη συνεργασία Αγγειοχειρουργού–Ακτινολόγου Ισχυρό δεσμευτικό προηγούμενο θεσμικής συνεργασίας
    Ηνωμένο Βασίλειο Αναγνωρισμένη υποειδικότητα της Κλινικής Ακτινολογίας Οι μεγάλες αρτηριακές πράξεις πραγματοποιούνται σε arterial centres με επί τόπου Αγγειοχειρουργούς και vascular IR Επιτρέπεται τεχνική αυτονομία, όχι αποσύνδεση από οργανωμένη αγγειακή υπηρεσία
    Ολλανδία Αναγνωρισμένη υποειδικότητα EVAR μπορεί να εκτελείται από IR, αλλά απαιτείται 24/7 vascular team με IR, Αγγειοχειρουργό και Αναισθησιολόγο Σαφής διάκριση χειριστή από θεσμική και κλινική κάλυψη
    Γαλλία Αδειοδοτούμενη δραστηριότητα ανά επίπεδο και κατηγορία κινδύνου Απαιτούνται αδειοδοτημένο κέντρο, μετεπεμβατική συνέχεια και πρόσβαση σε χειρουργική και ΜΕΘ Ο τίτλος δεν αρκεί· αδειοδοτείται η δραστηριότητα και η δομή
    Πορτογαλία Επίσημη υποειδικότητα της Ακτινολογίας Ελάχιστοι αριθμοί, υπογεγραμμένο logbook, κλινική εκπαίδευση και επαναπιστοποίηση Το EBIR δεν λειτουργεί ως αυτόματο και επαρκές δικαίωμα
    Ισπανία Επικάλυψη μεταξύ Radiodiagnóstico και Angiología y Cirugía Vascular Η Αγγειοχειρουργική περιλαμβάνει ρητά ανοικτή, ενδαγγειακή και συνολική κλινική αντιμετώπιση Δεν αναγνωρίζεται αποκλειστικότητα της Ακτινολογίας
    Σουηδία Δεν υπάρχει επίσημη IR υποειδικότητα EVAR και περιφερικές ενδαγγειακές επεμβάσεις υπάγονται κατά κανόνα στην Αγγειοχειρουργική Απόδειξη ότι η ενδαγγειακή θεραπεία μπορεί να οργανώνεται ως μέρος της Αγγειοχειρουργικής
    Βέλγιο/Νορβηγία/Ελβετία Περιορισμένη ή τοπική αναγνώριση Τοπική πιστοποίηση και νοσοκομειακά privileges, χωρίς ενιαίο αποκλειστικό τίτλο Η πράξη δεν απορρέει αυτόματα από τον τίτλο
    Ελλάδα
    Θεσμοθετημένη εξειδίκευση IR και θεσμοθετημένη πλήρης Αγγειοχειρουργική ειδικότητα Μεγάλη επικάλυψη των δύο εκπαιδευτικών αντικειμένων Απαιτείται αποφυγή αναπαραγωγής της ασάφειας χωρίς οριοθέτηση
    ΗΠΑ IR/DR αυτοτελής πρωτοβάθμια πιστοποίηση με μακρά εκπαίδευση Νοσοκομειακά privileges ανά πράξη, ελάχιστοι αριθμοί, παρακολούθηση αποτελεσμάτων και θεσμική εποπτεία Ακόμη και η πολύ ισχυρότερη αμερικανική εκπαίδευση δεν παρέχει αυτόματα όλα τα αγγειακά privileges
    4. Γερμανία – το ισχυρότερο άμεσο κανονιστικό προηγούμενο
    Η γερμανική δεσμευτική Οδηγία Διασφάλισης Ποιότητας για το ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2026, ρυθμίζει τόσο την ανοικτή όσο και την ενδαγγειακή θεραπεία των ανευρυσμάτων.
    Η εγκατάσταση πρέπει να έχει ως επιστημονικά υπεύθυνο και τουλάχιστον έναν ακόμη κλινικά ενεργό ιατρό με αναγνωρισμένη ειδικότητα ή εξειδίκευση στην Αγγειοχειρουργική.
    Για τους ασθενείς που επιλέγονται για ενδαγγειακή θεραπεία, η επέμβαση πραγματοποιείται:
    – είτε από Αγγειοχειρουργό με επάρκεια τόσο στις ανοικτές όσο και στις ενδαγγειακές μεθόδους,
    – είτε σε συνεργασία μεταξύ Αγγειοχειρουργού και ειδικού Ακτινολόγου με αντίστοιχη ενδαγγειακή εμπειρία.
    Η μετεπεμβατική νοσηλεία πρέπει να διασφαλίζεται από ιατρό με εμπειρία στην Αγγειοχειρουργική. Πρέπει επίσης να υπάρχει είτε αυτοτελής Αγγειοχειρουργική εφημερία εντός του νοσοκομείου είτε Αγγειοχειρουργός σε ετοιμότητα, ικανός να βρίσκεται δίπλα στον ασθενή εντός 30 λεπτών.
    Η προεγχειρητική αξιολόγηση πραγματοποιείται από διεπιστημονική ομάδα με ιδιαίτερη συμμετοχή Αγγειοχειρουργικής, Ακτινολογίας, Εσωτερικής Παθολογίας/Καρδιολογίας, Αναισθησιολογίας και Εργαστηριακής Ιατρικής. Χειρουργική αίθουσα, ΜΕΘ, δυνατότητα μετάγγισης και κατάλληλη απεικόνιση πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμες.
    Νομική σημασία
    Το γερμανικό μοντέλο αποτελεί ιδιαίτερα ισχυρό προηγούμενο, διότι:
    – δεν απαγορεύει στον Ακτινολόγο να συμμετέχει ή να εκτελεί το ενδαγγειακό μέρος,
    – δεν του αποδίδει όμως θεσμική αυτονομία από την Αγγειοχειρουργική,
    – καθιστά υποχρεωτική την Αγγειοχειρουργική παρουσία στη διοίκηση, την κλινική ομάδα, τη μετεπεμβατική φροντίδα και την αντιμετώπιση των επιπλοκών,
    – και προβλέπει ρητά συνεργατικό μοντέλο για το EVAR.
    Πρόκειται για το πλησιέστερο ευρωπαϊκό παράδειγμα προς τη θέση της ΚΕΑΕΧ ότι οι υψηλού κινδύνου αγγειακές πράξεις από Ακτινολόγους πρέπει να πραγματοποιούνται υπό θεσμικά καθορισμένη συνεργασία με έμπειρο Αγγειοχειρουργό που φέρει ουσιαστική κλινική ευθύνη.
    5. Ηνωμένο Βασίλειο – οργανωμένα vascular networks και arterial centres
    Το NHS England οργανώνει τις εξειδικευμένες αγγειακές υπηρεσίες μέσα σε vascular provider networks. Οι μεγάλες αρτηριακές επεμβάσεις συγκεντρώνονται σε designated arterial centres.
    Στο arterial centre πρέπει να είναι διαθέσιμες 24 ώρες το εικοσιτετράωρο:
    – η αρτηριακή Αγγειοχειρουργική,
    – η vascular interventional radiology,
    – επί τόπου Αγγειοχειρουργοί,
    – επί τόπου Επεμβατικοί Αγγειακοί Ακτινολόγοι,
    – αναισθησιολογική και εντατική υποστήριξη.
    Η εξειδικευμένη αγγειακή ομάδα περιλαμβάνει Αγγειοχειρουργούς, vascular IR, Αναισθησιολόγους, αγγειακούς επιστήμονες, νοσηλευτές και λοιπούς επαγγελματίες. Οι μεγάλες αρτηριακές περιπτώσεις πρέπει να συζητούνται σε τακτικό vascular MDT.
    Το βρετανικό μοντέλο επιτρέπει ορισμένες χαμηλότερου κινδύνου επεμβατικές πράξεις σε non-arterial hospitals, στο πλαίσιο όμως του ίδιου αγγειακού δικτύου, με καταγεγραμμένα πρωτόκολλα, audit και σαφείς οδούς επείγουσας παραπομπής ή μεταφοράς. Δεν απαιτείται ο Αγγειοχειρουργός να βρίσκεται προσωπικά στον χώρο κάθε επιμέρους χαμηλού κινδύνου πράξης. Απαιτείται, όμως, οργανωμένη σύνδεση με το arterial centre και σαφές σύστημα διαχείρισης επειγόντων περιστατικών.
    Νομική σημασία
    Το Ηνωμένο Βασίλειο επιβεβαιώνει ότι:
    – δεν είναι απαραίτητη η προσωπική εποπτεία Αγγειοχειρουργού για κάθε πράξη,
    – οι μεγάλες αρτηριακές επεμβάσεις δεν αποσυνδέονται από την Αγγειοχειρουργική,
    – η συνεργασία δεν είναι άτυπη ή προσωπική αλλά θεσμικά ενταγμένη σε vascular network,
    – και η ευθύνη για τον αγγειακό ασθενή καλύπτει την αξιολόγηση, την επέμβαση, τη μετεπεμβατική φροντίδα και την επείγουσα αντιμετώπιση.
    6. Ολλανδία – ο Ακτινολόγος ως χειριστής μέσα σε 24ωρη αγγειακή ομάδα
    Στα ολλανδικά κριτήρια ποιότητας που παρατίθενται στην επίσημη έκθεση για τις χρονικά κρίσιμες παθήσεις, το EVAR μπορεί να εκτελείται από Επεμβατικό Ακτινολόγο. Όλοι, όμως, οι ασθενείς με ανεύρυσμα συζητούνται προηγουμένως σε διεπιστημονικό αγγειακό συμβούλιο.
    Απαιτείται 24ωρη διαθεσιμότητα vascular team, αποτελούμενου τουλάχιστον από:
    – έναν Επεμβατικό Ακτινολόγο,
    – έναν Αγγειοχειρουργό,
    – και Αναισθησιολογική ομάδα.
    Για ραγέν ανεύρυσμα προβλέπεται ταχεία ενεργοποίηση της αγγειο-επεμβατικής ομάδας, ενώ το κέντρο πρέπει να διαθέτει τουλάχιστον υβριδική χειρουργική αίθουσα κατηγορίας 1 και δυνατότητα εντατικής ή ενδιάμεσης νοσηλείας.
    Νομική σημασία
    Το ολλανδικό μοντέλο είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο, επειδή αποδεικνύει ότι:
    «Το γεγονός ότι ο Επεμβατικός Ακτινολόγος μπορεί να είναι ο κύριος χειριστής του EVAR δεν σημαίνει ότι διαθέτει οργανωτική ή κλινική αυτονομία από την Αγγειοχειρουργική.»
    Η απόφαση, η θεραπεία και η κάλυψη των επιπλοκών εντάσσονται σε ενιαία vascular team, στην οποία συμμετέχει υποχρεωτικά Αγγειοχειρουργός.
    7. Γαλλία – αδειοδότηση της δραστηριότητας και όχι μόνο αναγνώριση τίτλου
    Στη Γαλλία η Επεμβατική Ακτινολογία αποτελεί αδειοδοτούμενη δραστηριότητα υγείας, η οποία διαβαθμίζεται ανάλογα με το είδος και την πολυπλοκότητα των πράξεων. Για τις προηγμένες κατηγορίες απαιτούνται ειδική επεμβατική αίθουσα, κατάλληλη υγειονομική υποδομή και παρουσία ειδικού Ακτινολόγου με τεκμηριωμένη προηγμένη εμπειρία.
    Το αδειοδοτημένο κέντρο οφείλει να εξασφαλίζει:
    – συνέχεια της μετεπεμβατικής φροντίδας,
    – πρόσβαση, επί τόπου ή μέσω δεσμευτικής συμφωνίας, σε αδειοδοτημένη χειρουργική δομή,
    – πρόσβαση σε ΜΕΘ ή μονάδα εντατικής παρακολούθησης,
    – και αντιμετώπιση του ασθενούς σε χρόνους συμβατούς με τις απαιτήσεις ασφαλείας.
    Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η γαλλική νομοθεσία δεν θεωρεί τις απεικονιστικά καθοδηγούμενες πράξεις αποκλειστική ιδιοκτησία της Ακτινολογίας. Όταν αντίστοιχη πράξη πραγματοποιείται από χειρουργό μέσα σε αδειοδοτημένο χειρουργικό επεμβατικό χώρο, δεν απαιτείται ξεχωριστή άδεια δραστηριότητας Επεμβατικής Ακτινολογίας.
    Νομική σημασία
    Η Γαλλία παρέχει δύο σημαντικά επιχειρήματα:
    1. Η αναγνώριση του τίτλου δεν αρκεί. Αδειοδοτείται και ελέγχεται η ίδια η δραστηριότητα, το επίπεδο κινδύνου και η επάρκεια του κέντρου.
    2. Οι απεικονιστικά καθοδηγούμενες πράξεις δεν θεωρούνται αποκλειστικό επαγγελματικό δικαίωμα των Ακτινολόγων, εφόσον πραγματοποιούνται από κατάλληλα εκπαιδευμένους χειρουργούς στο πλαίσιο της χειρουργικής τους δραστηριότητας.
    8. Πορτογαλία – συγκεκριμένο logbook, αριθμοί και επαναπιστοποίηση
    Η Πορτογαλία αναγνώρισε επίσημα την Επεμβατική Ακτινολογία ως υποειδικότητα της Ακτινολογίας, αλλά τη συνέδεσε με αναλυτικές και μετρήσιμες προϋποθέσεις.
    Για την κανονική εκπαιδευτική οδό απαιτούνται τουλάχιστον:
    – 250 επεμβατικές πράξεις ως κύριος χειριστής,
    – από τις οποίες 150 πρέπει να είναι αγγειακές,
    – επαληθευμένο και υπογεγραμμένο logbook,
    – συγκεκριμένη επιστημονική δραστηριότητα,
    – και εκπαίδευση στην ακτινοπροστασία.
    Το EBIR χαρακτηρίζεται ως συνιστώμενο και όχι ως αυτοτελώς επαρκές προσόν.
    Το πορτογαλικό πρόγραμμα επισημαίνει επίσης την ανάγκη κλινικής παρακολούθησης των ασθενών πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την επέμβαση και προβλέπει εκπαίδευση σε ΜΕΘ και σε υπηρεσίες Γενικής ή Αγγειακής Χειρουργικής.
    Για τη μεταβατική αναγνώριση προβλέφθηκαν απαιτήσεις μακρόχρονης πρακτικής, σημαντικής απασχόλησης στην Επεμβατική Ακτινολογία και ετήσιου logbook με ελάχιστους αριθμούς αγγειακών και μη αγγειακών πράξεων.
    Νομική σημασία
    Η Πορτογαλία αποδεικνύει ότι η θεσμική αναγνώριση μιας εξειδίκευσης δεν πρέπει να βασίζεται:
    – μόνο στην κατοχή τίτλου,
    – μόνο στο EBIR,
    – ή μόνο σε γενική δήλωση εμπειρίας.
    Απαιτούνται αριθμοί, logbook, πραγματική πρόσφατη δραστηριότητα, κλινική εκπαίδευση και επαναξιολόγηση.
    9. Ισπανία – επίσημη επικάλυψη και πλήρες ενδαγγειακό αντικείμενο της Αγγειοχειρουργικής
    Το επίσημο ισπανικό πρόγραμμα της ειδικότητας Angiología y Cirugía Vascular έχει διάρκεια πέντε ετών και ορίζει την ειδικότητα ως ιατροχειρουργική ειδικότητα που παρέχει ολοκληρωμένη:
    – πρόληψη,
    – κλινική και εργαστηριακή διάγνωση,
    – συντηρητική θεραπεία,
    – ενδαγγειακή θεραπεία,
    – και ανοικτή χειρουργική θεραπεία των αγγειακών παθήσεων.
    Από το γνωστικό της αντικείμενο εξαιρούνται μόνο η καρδιά και οι ενδοκρανιακές αρτηρίες.
    Το επίσημο πρόγραμμα της Radiodiagnóstico περιλαμβάνει επίσης αγγειακή και επεμβατική ακτινολογία και απαιτεί συνεργασία με τις άλλες ιατρικές ειδικότητες.
    Συνεπώς, στην Ισπανία υπάρχει επικάλυψη εκπαιδευτικού αντικειμένου. Δεν προκύπτει, όμως, ότι η Επεμβατική Ακτινολογία διαθέτει αποκλειστικό δικαίωμα επί των ενδαγγειακών πράξεων. Αντίθετα, η ολοκληρωμένη ανοικτή και ενδαγγειακή αντιμετώπιση αναγνωρίζεται ρητά ως βασικό αντικείμενο της Αγγειοχειρουργικής. Αυτό αποτελεί συμπέρασμα από την παράλληλη ανάγνωση των δύο επίσημων προγραμμάτων.
    10. Σουηδία, Βέλγιο, Νορβηγία και Ελβετία
    Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή αποτύπωση της CIRSE:
    – στη Σουηδία δεν υπάρχει επίσημα αναγνωρισμένη υποειδικότητα Επεμβατικής Ακτινολογίας και οι επεμβάσεις EVAR και οι περιφερικές αγγειακές επεμβάσεις πραγματοποιούνται κατά κανόνα μέσα στην Αγγειοχειρουργική,
    – στο Βέλγιο η Επεμβατική Ακτινολογία δεν αποτελεί προστατευμένο τίτλο και θεωρητικά επεμβατικές πράξεις μπορούν να πραγματοποιούνται και από άλλες κατάλληλα εκπαιδευμένες ειδικότητες, περιλαμβανομένων των Αγγειοχειρουργών,
    – στη Νορβηγία δεν υπάρχει ενιαία προστατευμένη υποειδικότητα και οι πράξεις κατανέμονται μεταξύ Ακτινολόγων, Καρδιολόγων και Αγγειοχειρουργών,
    – ενώ στην Ελβετία η αναγνώριση και η πιστοποίηση εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από το καντόνι και το νοσοκομείο.
    Νομική σημασία
    Οι χώρες αυτές δείχνουν ότι:
    – ο όρος «Επεμβατική Ακτινολογία» δεν αποτελεί πανευρωπαϊκά προστατευμένο τίτλο,
    – δεν υπάρχει ευρωπαϊκό τεκμήριο αποκλειστικότητας,
    – και η πρακτική δυνατότητα εκτέλεσης πράξεων εξαρτάται συχνά από την πραγματική εκπαίδευση και τα νοσοκομειακά privileges.
    11. Ελλάδα – παράλληλη αναγνώριση δύο επικαλυπτόμενων αντικειμένων
    Η Ελλάδα έχει θεσμοθετήσει την Επεμβατική Ακτινολογία ως εξειδίκευση και έχει συγκροτήσει εξεταστικές επιτροπές και πρόγραμμα χορήγησης τίτλου.
    Παράλληλα, το επίσημο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Αγγειοχειρουργικής προβλέπει επταετή συνολική εκπαίδευση, περιλαμβανομένων δύο ετών Γενικής Χειρουργικής και της ειδικής εκπαίδευσης στην Αγγειακή και Ενδαγγειακή Χειρουργική.
    Από τη σύγκριση των επίσημων εκπαιδευτικών αντικειμένων προκύπτει σημαντική επικάλυψη σε:
    – αορτικές ενδαγγειακές επεμβάσεις,
    – περιφερικές αρτηριακές επεμβάσεις,
    – καρωτιδικές πράξεις,
    – φλεβικές παρεμβάσεις,
    – θρομβεκτομές και θρομβολύσεις,
    – και αγγειακές προσπελάσεις αιμοκάθαρσης.
    Η ελληνική ρύθμιση δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως αφαίρεση των πράξεων αυτών από την Αγγειοχειρουργική, δεδομένου ότι το ενδαγγειακό αντικείμενο παραμένει ρητά ενσωματωμένο στην επίσημη εκπαίδευση της ειδικότητας. Η ελληνική εμπειρία είναι, όμως, ιδιαίτερα χρήσιμη ως προειδοποίηση για τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν όταν μία ευρεία εξειδίκευση θεσμοθετείται χωρίς σαφή πρόνοια για:
    – τα όρια των επαγγελματικών δικαιωμάτων,
    – την κλινική ευθύνη,
    – την αντιμετώπιση των επιπλοκών,
    – τα νοσοκομειακά privileges,
    – και την προστασία του υφιστάμενου αντικειμένου της κύριας ειδικότητας.
    12. Ηνωμένες Πολιτείες – διαφορετικό και σαφώς ισχυρότερο εκπαιδευτικό μοντέλο
    Η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.
    Στις ΗΠΑ, η Interventional Radiology/Diagnostic Radiology δεν αποτελεί απλώς σύντομη εξειδίκευση μετά ή κατά τη διάρκεια της Ακτινολογίας. Αποτελεί ιδιαίτερη πρωτοβάθμια πιστοποίηση του American Board of Radiology, με ειδικό residency pathway.
    Το ACGME προβλέπει:
    – integrated πρόγραμμα συνολικής διάρκειας 60 ή 72 μηνών,
    – ή ανεξάρτητο πρόγραμμα 24 μηνών μετά από προηγούμενη κατάλληλη ακτινολογική εκπαίδευση,
    – κλινική εκπαίδευση,
    – εκπαίδευση στην περιεπεμβατική και μετεπεμβατική φροντίδα,
    – και τα τελευταία 24 μήνες να επικεντρώνονται κυρίως στην Επεμβατική Ακτινολογία.
    Για την ολοκλήρωση της ειδικότητας απαιτείται καταγραφή τουλάχιστον 1.000 περιστατικών κατά τη συνολική μεταπτυχιακή εκπαίδευση.
    Επομένως, δεν είναι επιστημονικά ορθό να χρησιμοποιείται η αμερικανική αυτονομία του IR ως επιχείρημα υπέρ αυτόματης αυτονομίας μιας διετούς κυπριακής εξειδίκευσης. Πρόκειται για διαφορετικό εκπαιδευτικό και πιστοποιητικό σύστημα.
    12.1 Νοσοκομειακά privileges στις ΗΠΑ
    Παρά την ισχυρότερη εκπαίδευση και την αυτοτελή πιστοποίηση του IR/DR, τα δικαιώματα εκτέλεσης των επιμέρους επεμβάσεων δεν απορρέουν αυτόματα και απεριόριστα από τον γενικό τίτλο.
    Η Society for Vascular Surgery διατηρεί ειδικές οδηγίες για:
    – τα νοσοκομειακά privileges στην Αγγειοχειρουργική και τις ενδαγγειακές επεμβάσεις,
    – και την εκπαίδευση και πιστοποίηση για TCAR.
    Η ύπαρξη χωριστών competence statements επιβεβαιώνει ότι η επάρκεια αξιολογείται ανά πράξη και όχι μόνο βάσει του γενικού τίτλου της ειδικότητας.
    12.2 Παράδειγμα καρωτιδικού stenting – CMS
    Το αμερικανικό Medicare απαιτεί από κάθε κέντρο που παρέχει carotid artery stenting να διαθέτει σαφώς καθορισμένο πρόγραμμα:
    – παραχώρησης carotid stent privileges,
    – παρακολούθησης των αποτελεσμάτων κάθε ιατρού και του συνολικού προγράμματος,
    – καθορισμού ελάχιστου αριθμού περιστατικών για τη διατήρηση των privileges,
    – και καθορισμού επιτρεπτών ορίων επιπλοκών, πέραν των οποίων μπορούν να ανασταλούν τα privileges ή να επιβληθούν διορθωτικά μέτρα.
    Πριν από το carotid stenting απαιτείται επίσης επίσημη shared decision-making διαδικασία, στην οποία συζητούνται:
    – η καρωτιδική ενδαρτηρεκτομή,
    – το διαμηριαίο carotid stenting,
    – το TCAR,
    – και η βέλτιστη φαρμακευτική θεραπεία.
    Η πρόνοια αυτή επιβεβαιώνει ότι η ένδειξη δεν πρέπει να αποφασίζεται αποκλειστικά με βάση την τεχνική που μπορεί να εφαρμόσει ο συγκεκριμένος χειριστής.
    Νομική σημασία
    Στις ΗΠΑ:
    – δεν υπάρχει καθολικός ομοσπονδιακός κανόνας ότι κάθε αγγειακή πράξη πρέπει να πραγματοποιείται υπό προσωπική εποπτεία Αγγειοχειρουργού,
    – ο τίτλος IR/DR βασίζεται όμως σε σαφώς εκτενέστερη εκπαίδευση από την προτεινόμενη κυπριακή,
    – και τα πραγματικά δικαιώματα εκτέλεσης εξαρτώνται από procedure-specific credentialing, νοσοκομειακά privileges, αριθμούς πράξεων, αποτελέσματα και συνεχή ποιοτικό έλεγχο.
    13. Κοινές αρχές που προκύπτουν από τη συγκριτική εξέταση
    Παρά τις διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις, προκύπτουν οι ακόλουθες κοινές αρχές:
    13.1 Ο τίτλος δεν δημιουργεί αυτομάτως απεριόριστο scope of practice
    Η κατοχή τίτλου Επεμβατικής Ακτινολογίας ή πιστοποιητικού EBIR δεν αρκεί για να τεκμηριώσει ανεξάρτητη επάρκεια σε:
    – EVAR ή TEVAR,
    – σύνθετη αορτική αποκατάσταση,
    – carotid stenting,
    – αντιμετώπιση οξείας ισχαιμίας,
    – σύνθετες περιφερικές επαναιματώσεις,
    – εν τω βάθει φλεβικές ανακατασκευές,
    ή επεμβάσεις που μπορεί να απαιτήσουν άμεση ανοικτή μετατροπή.
    Απαιτείται αξιολόγηση της εκπαίδευσης και εμπειρίας ανά συγκεκριμένη πράξη.
    13.2 Η τεχνική αυτονομία δεν ισοδυναμεί με θεσμική αυτονομία
    Ακόμη και όταν ο Επεμβατικός Ακτινολόγος είναι ο κύριος χειριστής, οι επεμβάσεις υψηλού κινδύνου εντάσσονται συνήθως σε:
    vascular centre,
    vascular network,
    multidisciplinary vascular team,
    ή αδειοδοτημένο κέντρο με άμεση πρόσβαση σε χειρουργική και ΜΕΘ.
    13.3 Η επιλογή θεραπείας πρέπει να γίνεται από ομάδα που διαθέτει όλες τις εναλλακτικές
    Η ένδειξη δεν πρέπει να καθορίζεται από το ποια μέθοδο γνωρίζει ή μπορεί να εκτελέσει ένας μεμονωμένος ιατρός ή μία μονοδιάστατη μονάδα.
    Η ομάδα πρέπει να μπορεί να αξιολογήσει πραγματικά:
    τη συντηρητική θεραπεία,
    την ανοικτή επέμβαση,
    την ενδαγγειακή θεραπεία,
    και την υβριδική θεραπεία.
    13.4 Απαιτείται σαφής κλινική ευθύνη
    Πρέπει να προσδιορίζεται ποιος φέρει την ευθύνη για:
    την αρχική κλινική αξιολόγηση,
    την ένδειξη,
    τη θεραπευτική επιλογή,
    την ενημέρωση και συγκατάθεση,
    τη νοσηλεία,
    τη μετεπεμβατική παρακολούθηση,
    και την αντιμετώπιση των επιπλοκών.
    13.5 Οι απαιτήσεις πρέπει να διαφοροποιούνται ανάλογα με τον κίνδυνο
    Δεν είναι αναγκαίο να επιβληθεί το ίδιο πλαίσιο σε κάθε απλή αγγειακή παρακέντηση ή χαμηλού κινδύνου επεμβατική πράξη.
    Για τις υψηλού κινδύνου πράξεις, όμως, πρέπει να απαιτούνται:
    οργανωμένη Αγγειοχειρουργική υπηρεσία,
    άμεση επιτόπια διαθεσιμότητα Αγγειοχειρουργού,
    χειρουργική ή υβριδική αίθουσα,
    αναισθησιολογική και εντατική υποστήριξη,
    αίμα και αγγειακά υλικά,
    και γραπτό πρωτόκολλο ανοικτής ή υβριδικής μετατροπής.
    14. Προτεινόμενη θέση για το κυπριακό κανονιστικό πλαίσιο
    Με βάση τα συγκριτικά στοιχεία, μπορεί να υποστηριχθεί νομικά και επιστημονικά ότι το κυπριακό πλαίσιο πρέπει να προβλέπει:
    Καμία αποκλειστικότητα
    Η αναγνώριση της Επεμβατικής Ακτινολογίας δεν δημιουργεί αποκλειστικά δικαιώματα επί πράξεων που περιλαμβάνονται στο γνωστικό αντικείμενο της Χειρουργικής Αγγείων.
    Πιστοποίηση ανά πράξη
    Ο τίτλος ή το EBIR δεν παρέχει αυτόματο δικαίωμα εκτέλεσης ολόκληρου του αγγειακού φάσματος.
    Υποχρεωτική οργανωμένη συνεργασία
    Οι αγγειακές ενδαγγειακές πράξεις που εκτελούνται από Επεμβατικούς Ακτινολόγους πρέπει, ανάλογα με τη φύση και τον κίνδυνό τους, να πραγματοποιούνται:
    υπό την εποπτεία ή σε θεσμικά καθορισμένη συνεργασία με Αγγειοχειρουργό που διαθέτει αποδεδειγμένη εμπειρία, συμμετέχει στην επιλογή της θεραπείας και φέρει ουσιαστική κλινική ευθύνη για τον αγγειακό ασθενή και την αντιμετώπιση των πιθανών επιπλοκών.
    Επιτόπια Αγγειοχειρουργική κάλυψη για τις υψηλού κινδύνου επεμβάσεις
    Ιδίως για αορτικές, καρωτιδικές, σύνθετες περιφερικές, επείγουσες αρτηριακές και σύνθετες φλεβικές πράξεις.
    Υποχρεωτικό vascular MDT
    Για τις μεγάλες εκλεκτικές αγγειακές επεμβάσεις και τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν ουσιαστικές ανοικτές και ενδαγγειακές εναλλακτικές.
    Αναγνώριση εκπαιδευτικών κέντρων μόνο με οργανωμένη Αγγειοχειρουργική υπηρεσία
    Δεν πρέπει να θεωρείται επαρκής η γενική αναφορά σε κάλυψη από «Χειρουργική» ή «Θωρακοχειρουργική».
    Υποχρεωτική συμμετοχή Αγγειοχειρουργών
    Στη διαμόρφωση του αγγειακού curriculum, στην πιστοποίηση κέντρων, στην αξιολόγηση logbooks, στις εξετάσεις και στη μεταβατική επιτροπή.
    15. Συμπεράσματα από τα ισχύοντα στα ώριμα συστήματα υγείας χωρών της Ευρώπης και των Η.Π.Α.
    Η συγκριτική ευρωπαϊκή και αμερικανική εξέταση δεν καταδεικνύει διεθνώς αποδεκτό κανόνα αποκλειστικότητας της Επεμβατικής Ακτινολογίας επί των αγγειακών ενδαγγειακών πράξεων ούτε γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η κατοχή ενός τίτλου εξειδίκευσης ή του EBIR παρέχει αυτομάτως απεριόριστα δικαιώματα εκτέλεσης.
    Αντιθέτως, τα ώριμα συστήματα διαχωρίζουν την τεχνική ικανότητα του χειριστή από την οργανωτική επάρκεια του κέντρου, την κλινική ευθύνη και τη δυνατότητα ανοικτής ή υβριδικής αντιμετώπισης των επιπλοκών.
    Η Γερμανία προβλέπει ρητά για το EVAR είτε εκτέλεση από Αγγειοχειρουργό με ανοικτή και ενδαγγειακή επάρκεια είτε συνεργασία Αγγειοχειρουργού και Επεμβατικού Ακτινολόγου. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ολλανδία επιτρέπουν στον Επεμβατικό Ακτινολόγο να ενεργεί ως κύριος χειριστής μέσα, όμως, σε οργανωμένη αγγειακή υπηρεσία με επί τόπου Αγγειοχειρουργική δυνατότητα. Η Γαλλία αδειοδοτεί την ίδια τη δραστηριότητα και απαιτεί πρόσβαση σε χειρουργική και εντατική φροντίδα, ενώ αναγνωρίζει ότι αντίστοιχες πράξεις μπορούν να εκτελούνται από χειρουργούς χωρίς ξεχωριστή άδεια Επεμβατικής Ακτινολογίας. Η Πορτογαλία και οι ΗΠΑ συνδέουν την πιστοποίηση με συγκεκριμένους αριθμούς, logbook, νοσοκομειακά privileges και έλεγχο αποτελεσμάτων.
    Κατά συνέπεια, το κυπριακό πλαίσιο πρέπει να αποκλείει την αυτόματη ή αποκλειστική απόδοση αγγειακών επαγγελματικών δικαιωμάτων στην Επεμβατική Ακτινολογία και να προβλέπει, ανάλογα με τον κίνδυνο της πράξης, θεσμικά καθορισμένη συνεργασία ή εποπτεία από έμπειρο Αγγειοχειρουργό με κλινική ευθύνη, καθώς και άμεση δυνατότητα ανοικτής ή υβριδικής μετατροπής.
    16. Ενδεικτικές επίσημες και θεσμικές πηγές
    1. Gemeinsamer Bundesausschuss, Qualitätssicherungs-Richtlinie zum Bauchaortenaneurysma, ισχύς από 1.1.2026.
    2. NHS England, Specialised Vascular Services – Service Specification for Adults.
    3. Zorginstituut Nederland, Rapportage Tijdkritische Aandoeningen – κριτήρια rAAA και vascular team.
    4. Code de la santé publique – δραστηριότητα και τεχνικές προϋποθέσεις Επεμβατικής Ακτινολογίας στη Γαλλία.
    5. Ordem dos Médicos, Regulamento da Subespecialidade de Radiologia de Intervenção.
    6. Ministerio de Sanidad, Orden SCO/1258/2007 – πρόγραμμα Angiología y Cirugía Vascular.
    7. CIRSE European Trainee Forum, Status of Vascular and Interventional Radiology Training in Europe, 2024.
    8. ACGME, Program Requirements for Graduate Medical Education in Interventional Radiology, 2026.
    9. American Board of Radiology – IR/DR primary certification.
    10. Centers for Medicare & Medicaid Services, National Coverage Determination 20.7 – Carotid Artery Stenting.
    11. Society for Vascular Surgery, Credentialing Resources for Vascular and Endovascular Interventions.

  6. 3ο ΜΕΡΟΣ
    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α – Ενδεικτική νομοτεχνική διατύπωση
    Το ακόλουθο κείμενο αποτυπώνει τις βασικές ασφαλιστικές δικλίδες που ζητεί η ΚΕΑΕΧ. Η τελική διατύπωση πρέπει να ενσωματωθεί στο ισχύον ενοποιημένο κείμενο των Κανονισμών, κατόπιν νομοτεχνικού ελέγχου και αξιολόγησης αναλογικότητας.
    Α.1 Συνοπτικός τίτλος και τροποποίηση του ισχύοντος Πίνακα
    «1. Οι παρόντες Κανονισμοί θα αναφέρονται ως οι περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2026 και θα διαβάζονται μαζί με τους περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) Κανονισμούς του 2003 έως 2025 (οι οποίοι στο εξής θα αναφέρονται ως “οι βασικοί Κανονισμοί”), και οι βασικοί Κανονισμοί και οι παρόντες Κανονισμοί θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) Κανονισμοί του 2003 έως 2026.»
    «2. Ο Δεύτερος Πίνακας των βασικών Κανονισμών τροποποιείται με την προσθήκη, αμέσως μετά το σημείο 4, του ακόλουθου νέου σημείου 5: “5. Επεμβατική Ακτινολογία”.»
    Α.2 Διάρκεια, κύρια ειδικότητα και αναγνωρισμένη μονάδα
    «Η εκπαίδευση στην Επεμβατική Ακτινολογία έχει διάρκεια δύο (2) ετών μετά την απόκτηση της ειδικότητας της Ακτινολογίας ή δύο (2) ετών κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης για την απόκτηση της ειδικότητας της Ακτινολογίας, νοουμένου ότι η συνολική διάρκεια εκπαίδευσης δεν είναι μικρότερη των επτά (7) ετών. Ο τίτλος εξειδίκευσης χορηγείται μόνο μετά την ολοκλήρωση και αναγνώριση της κύριας ειδικότητας της Ακτινολογίας.»
    «Η εκπαίδευση πραγματοποιείται σε εκπαιδευτική μονάδα αναγνωρισμένη από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο, βάσει προκαθορισμένων και δημοσιευμένων κριτηρίων αναφορικά με το πρόγραμμα, τους εκπαιδευτές, τον ελάχιστο όγκο και το φάσμα πράξεων, την υποδομή και τη στελέχωση. Η πολυεπιστημονική συνεργασία με τη συμμετοχή Χειρουργού Αγγείων για τις αγγειακές πράξεις είναι απαραίτητη για την κλινική διακυβέρνηση, την επιστημονικά τεκμηριωμένη επιλογή μεταξύ ανοικτής και ενδαγγειακής μεθόδου θεραπείας, την πλήρη ενημερωμένη συγκατάθεση και την πρόληψη και άμεση αντιμετώπιση επιπλοκών. Η απόφαση για την επιλογή της μεθόδου της αγγειακής επέμβασης λαμβάνεται από πολυεπιστημονικό όργανο, στο οποίο συμμετέχει υποχρεωτικά Χειρουργός Αγγείων.»
    «Για την εκπαίδευση σε περιφερικές αρτηριακές, αορτικές και επιιπολής / εν τω βάθει φλεβικές επεμβάσεις, το εκπαιδευτικό κέντρο διαθέτει οργανωμένη Αγγειοχειρουργική υπηρεσία και πρωτόκολλα άμεσης αγγειοχειρουργικής υποστήριξης. Όπου η φύση και ο κίνδυνος της πράξης το επιβάλλουν, διασφαλίζεται η δυνατότητα άμεσης ανοικτής ή υβριδικής αντιμετώπισης. Η ύπαρξη Θωρακοχειρουργικής υπηρεσίας δεν υποκαθιστά την απαιτούμενη Αγγειοχειρουργική υποστήριξη για τις πιο πάνω κατηγορίες πράξεων.»
    «Εκπαιδευτικό κέντρο που δεν παρέχει το σύνολο του απαιτούμενου φάσματος δύναται να αναγνωρίζεται μόνο για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εκπαίδευσης για τις οποίες πληροί τα κριτήρια. Η ολοκλήρωση της εξειδίκευσης προϋποθέτει πιστοποιημένη περιστροφή σε άλλη αναγνωρισμένη μονάδα για το ελλείπον μέρος της εκπαίδευσης.»
    Α.3 Ρήτρα μη αποκλειστικότητας και διαχωρισμού
    «Η αναγνώριση της εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία δεν δημιουργεί, αφ’ εαυτής, αποκλειστικό επαγγελματικό δικαίωμα επί οποιασδήποτε αγγειακής ή ενδαγγειακής πράξης και δεν περιορίζει το νόμιμο γνωστικό και επαγγελματικό αντικείμενο της Χειρουργικής Αγγείων ή άλλων αναγνωρισμένων ιατρικών ειδικοτήτων.»
    «Η κατοχή του τίτλου εξειδίκευσης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ειδική επάρκεια ή κλινική εξουσιοδότηση για την ανεξάρτητη διενέργεια κάθε πράξης που εμπίπτει στο γνωστικό αντικείμενο της εξειδίκευσης. Η διενέργεια πράξεων αυξημένης πολυπλοκότητας ή κινδύνου υπόκειται στις εκάστοτε εφαρμοζόμενες απαιτήσεις ειδικής επάρκειας, κλινικής διακυβέρνησης και αδειοδότησης του νοσηλευτηρίου.»
    Α.4 Μεταβατική διαδικασία
    «Ιατρός με αναγνωρισμένη ειδικότητα Ακτινολογίας δύναται, εντός δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος των παρόντων Κανονισμών, να υποβάλει αίτηση για μεταβατική αναγνώριση. Η κατοχή αναγνωρισμένου τίτλου ή πιστοποιητικού εξειδίκευσης από αρμόδια αρχή άλλου κράτους, το νόμιμο δικαίωμα άσκησης της εξειδίκευσης στο κράτος αυτό, η κατοχή EBIR ή προηγουμένως εκδοθείσα βεβαίωση ειδικού ενδιαφέροντος αποτελούν στοιχεία που συνεκτιμώνται σύμφωνα με τα καθορισμένα κριτήρια.»
    «Η κατοχή EBIR ή βεβαίωσης ειδικού ενδιαφέροντος δεν αποτελεί, αφ’ εαυτής, επαρκή ή αμάχητη απόδειξη ισοδυναμίας. Επαληθεύονται υποχρεωτικά η διάρκεια και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης σε αναγνωρισμένη μονάδα, το πιστοποιημένο ημερολόγιο πράξεων, ο αριθμός και το είδος πράξεων ως κύριος χειριστής, η εποπτεία, η πρόσφατη ενεργός κλινική δραστηριότητα και η επάρκεια στην προεπεμβατική και μετεπεμβατική φροντίδα και στη διαχείριση επιπλοκών.»
    «Εξέταση ή συμπληρωματική εκπαίδευση επιβάλλεται μόνο βάσει προκαθορισμένων και δημοσιευμένων κριτηρίων, όταν διαπιστώνονται συγκεκριμένες ουσιώδεις διαφορές. Η απόφαση προσδιορίζει ειδικά τις διαφορές, το απαιτούμενο αντισταθμιστικό μέτρο και τη διαδικασία επανεξέτασης.»
    Α.5 Επιτροπή
    «Για την εφαρμογή της μεταβατικής διάταξης συγκροτείται συμβουλευτική Επιτροπή. Η σύνθεση, ο αριθμός και τα προσόντα των μελών, το όργανο διορισμού, ο πρόεδρος, η απαρτία, οι κανόνες σύγκρουσης συμφερόντων, τα κριτήρια αξιολόγησης και η διαδικασία λήψης εισηγήσεων καθορίζονται ρητά και δημοσιεύονται. Στην Επιτροπή συμμετέχει ένας τουλάχιστον Χειρουργός Αγγείων, κατόπιν υπόδειξης της ΚΕΑΕΧ, για την αξιολόγηση των αγγειακών και ενδαγγειακών συνιστωσών της εκπαίδευσης και εμπειρίας.»
    «Η Επιτροπή υποβάλλει ειδικά αιτιολογημένη εισήγηση στο Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου. Η τελική, ειδικά αιτιολογημένη απόφαση περί αναγνώρισης, επιβολής εξέτασης ή συμπληρωματικής εκπαίδευσης ή απόρριψης της αίτησης λαμβάνεται από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου και κοινοποιείται στον αιτητή μαζί με πληροφορίες για τη διαδικασία επανεξέτασης ή προσβολής της.»
    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β – Βασικές νομοθετικές και επιστημονικές πηγές
    1. Πλατφόρμα η-Διαβούλευση – σελίδα της διαβούλευσης και επίσημο προσχέδιο Κανονισμών
    2. Κ.Δ.Π. 346/2025 – περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2025
    3. Περί Εγγραφής Ιατρών Νόμος, Κεφ. 250 – ενοποιημένο κείμενο
    4. Ν. 174(Ι)/2021 – περί του Ελέγχου Αναλογικότητας πριν από τη Θέσπιση Νέας Νομοθετικής Κατοχύρωσης των Επαγγελμάτων
    5. Οδηγία 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων – ενοποιημένο κείμενο
    6. Οδηγία (ΕΕ) 2018/958 σχετικά με τον έλεγχο αναλογικότητας πριν από τη θέσπιση νέας νομοθετικής κατοχύρωσης των επαγγελμάτων
    7. CIRSE – EBIR: λόγος και νομική/επαγγελματική φύση της πιστοποίησης
    8. CIRSE – EBIR: κριτήρια συμμετοχής και απαιτούμενη εμπειρία
    9. CIRSE – EBIR: δομή της γραπτής εξέτασης
    10. CIRSE – European Curriculum and Syllabus for Interventional Radiology
    11. Ελληνικό ΦΕΚ 4085/28.07.2025 – Επεμβατική Ακτινολογία
    12. Ελληνικό ΦΕΚ 2243/15.04.2024 – Αγγειοχειρουργική
    13. Γερμανική οδηγία ποιότητας για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής
    14. NHS England – Specialised Vascular Services
    15. Γαλλικό πλαίσιο αδειοδότησης Επεμβατικής Ακτινολογίας
    16. Ολλανδικά κριτήρια για EVAR και πιστοποιημένη ανοικτή/ενδαγγειακή ομάδα
    17. Ο περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμος του 2004, Ν. 1(Ι)/2005, ως τροποποιήθηκε – ιδίως διατάξεις περί ολοκληρωμένης ιατρικής πληροφόρησης, ενημερωμένης συγκατάθεσης και θεραπευτικής επιλογής
    18. Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – άρθρο 3 παρ. 2(α) (ελεύθερη και ενημερωμένη συγκατάθεση) και άρθρο 35 (προστασία της υγείας)
    19. Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) – άρθρο 168 παρ. 1 (υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας)
    20. Οδηγία 2011/24/ΕΕ περί εφαρμογής των δικαιωμάτων των ασθενών στο πλαίσιο της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης – ιδίως άρθρο 4, αναφορικά με τα πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας και την παροχή πληροφοριών για ενημερωμένη επιλογή
    21. Ελληνικό ΦΕΚ Β΄ 1020/03.04.2012 – Υ.Α. Υ7α/Γ.Π.οικ.28799, «Καθορισμός εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία»
    Σημείωση: Οι ανωτέρω πηγές παρατίθενται για τη διευκόλυνση της εξέτασης των παρατηρήσεων. Το παρόν υπόμνημα εστιάζει στις ρυθμίσεις για την Επεμβατική Ακτινολογία και δεν τοποθετείται επί των λοιπών εξειδικεύσεων του ευρύτερου προσχεδίου.
    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ – Επιστολή από Ελληνική Εταιρεία Αγγειακής & Ενδαγγειακής Χειρουργικής (ΕΕΑΕΧ)
    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ – Επιστολή της Επαγγελματικής Ένωσης Αγγειοχειρουργών Ελλάδος (ΕΕΑΕ)
    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε – Κατευθυντήριες Γραμμές αναφορικά με την οργάνωση, την κλινική ευθύνη και την Αγγειοχειρουργική κάλυψη των αγγειακών ενδαγγειακών επεμβάσεων
    1. Σκοπός του σημειώματος
    Το παρόν σημείωμα συνοψίζει τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές και αμερικανικές κατευθυντήριες οδηγίες που αφορούν:
    – την κλινική αξιολόγηση του αγγειακού ασθενούς,
    – την επιλογή μεταξύ ανοικτής, ενδαγγειακής και υβριδικής θεραπείας,
    – την οργάνωση των κέντρων στα οποία πραγματοποιούνται αγγειακές ενδαγγειακές επεμβάσεις,
    – την ανάγκη άμεσης δυνατότητας ανοικτής ή υβριδικής μετατροπής,
    – και την πιστοποίηση και παραχώρηση νοσοκομειακών προνομίων ανά συγκεκριμένη πράξη.
    Η ανάλυση είναι σχετική με τη δημόσια διαβούλευση στην Κυπριακή Δημοκρατία για τη θεσμοθέτηση της Επεμβατικής Ακτινολογίας ως εξειδίκευσης της Ακτινολογίας. Το κυπριακό σχέδιο προβλέπει διετή εξειδίκευση, ακόμη και κατά τη διάρκεια της ειδικότητας της Ακτινολογίας, καθώς και μεταβατική δυνατότητα υποβολής αίτησης από κατόχους EBIR. Παράλληλα, οι ισχύοντες κυπριακοί Κανονισμοί προβλέπουν ότι κάθε εξειδίκευση ασκείται μέσα στα πλαίσια μιας κύριας ειδικότητας.
    2. Βασικό επιστημονικό συμπέρασμα
    Οι διεθνείς οδηγίες δεν περιέχουν έναν ενιαίο και απόλυτο κανόνα ότι κάθε αγγειακή ενδαγγειακή πράξη, ανεξαρτήτως είδους και κινδύνου, πρέπει πάντοτε να εκτελείται προσωπικά ή υπό άμεση επίβλεψη Αγγειοχειρουργού.
    Περιέχουν, όμως, μία επαναλαμβανόμενη και συνεπή αρχή:
    «Οι αγγειακοί ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται μέσα σε οργανωμένο αγγειακό σύστημα, το οποίο διαθέτει τη δυνατότητα επιλογής και άμεσης εφαρμογής ολόκληρου του φάσματος της ανοικτής, ενδαγγειακής και υβριδικής θεραπείας.»
    Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν:
    – η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας απαιτεί σύγκριση ανοικτής και ενδαγγειακής μεθόδου,
    – η επέμβαση μπορεί να προκαλέσει αιμορραγία, ρήξη, θρόμβωση, εμβολισμό ή οξεία ισχαιμία,
    – υπάρχει πιθανότητα αποτυχίας της ενδαγγειακής θεραπείας,
    – ή μπορεί να χρειαστεί άμεση ανοικτή ή υβριδική μετατροπή.
    Στις περιπτώσεις αυτές, η απλή δυνατότητα μεταγενέστερης διακομιδής ή εκ των υστέρων αναζήτησης διαθέσιμου Αγγειοχειρουργού δεν ανταποκρίνεται στο οργανωτικό πρότυπο που περιγράφουν οι κατευθυντήριες οδηγίες.
    3. Οξεία ισχαιμία άκρου – ESVS 2020
    Οι ESVS 2020 Clinical Practice Guidelines on the Management of Acute Limb Ischaemia περιλαμβάνουν δύο ιδιαίτερα σημαντικές συστάσεις.
    Σύσταση 13
    Οι ασθενείς με οξεία ισχαιμία άκρου που διαγιγνώσκονται σε μη αγγειακό κέντρο πρέπει να μεταφέρονται σε αγγειακό κέντρο που παρέχει ολόκληρο το φάσμα ανοικτών και ενδαγγειακών επεμβάσεων.
    Η σύσταση έχει ταξινομηθεί ως:
    – Class I
    – Level of Evidence B
    Σύσταση 14
    Οι ασθενείς με οξεία ισχαιμία άκρου πρέπει να έχουν πρόσβαση σε:
    – υβριδική αίθουσα ή χειρουργική αίθουσα με C-arm,
    – και κλινική ομάδα ικανή να εκτελέσει ολόκληρο το φάσμα ανοικτών ή ενδαγγειακών επεμβάσεων κατά την ίδια συνεδρία.
    Η σύσταση έχει ταξινομηθεί ως:
    – Class I
    – Level of Evidence C
    Οι οδηγίες, επομένως, δεν θεωρούν επαρκές ένα περιβάλλον στο οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο θρομβόλυση, θρομβεκτομή ή αγγειοπλαστική. Απαιτούν κέντρο και ομάδα που μπορούν να μεταβούν άμεσα από την ενδαγγειακή στην ανοικτή ή υβριδική αντιμετώπιση, ανάλογα με τα ευρήματα και την εξέλιξη της επέμβασης.
    4. Αγγειακό τραύμα – ESVS 2025
    Οι ESVS 2025 Clinical Practice Guidelines on the Management of Vascular Trauma ενισχύουν ακόμη περισσότερο την ίδια οργανωτική αρχή.
    Σύσταση 1
    Για ασθενείς με αγγειακές κακώσεις που απειλούν τη ζωή ή το άκρο συνιστάται ταχεία πρόσβαση, σε 24ωρη βάση, σε κλινική ομάδα η οποία διαθέτει επάρκεια:
    – στον έλεγχο της αιμορραγίας,
    – στην ανοικτή αγγειακή χειρουργική,
    – και στην ενδαγγειακή θεραπεία.
    Σύσταση 3
    Για τη χειρουργική αντιμετώπιση αγγειακών κακώσεων συνιστάται επείγουσα πρόσβαση σε χειρουργική αίθουσα με υβριδική δυνατότητα.
    Οι δύο αυτές συστάσεις είναι ισχυρές συστάσεις Class I, με επίπεδο τεκμηρίωσης Level C.
    Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι οδηγίες δεν περιορίζονται στη διαθεσιμότητα ενός ενδαγγειακού χειριστή ή ενός ακτινολογικού εργαστηρίου. Απαιτούν ενιαία ομάδα η οποία μπορεί να ελέγξει την αιμορραγία και να εφαρμόσει τόσο ανοικτή όσο και ενδαγγειακή θεραπεία, με άμεση πρόσβαση σε υβριδικό χειρουργικό περιβάλλον.
    5. Ανευρύσματα κοιλιακής αορτής – ESVS 2024
    Οι ESVS 2024 Clinical Practice Guidelines on the Management of Abdominal Aorto-Iliac Artery Aneurysms προβλέπουν ότι τα κέντρα ή τα συνεργαζόμενα δίκτυα κέντρων που αντιμετωπίζουν ανευρύσματα κοιλιακής αορτής πρέπει να μπορούν να παρέχουν:
    – ενδαγγειακή αορτική αποκατάσταση,
    – και ανοικτή αορτική χειρουργική.
    Η σχετική σύσταση διατηρήθηκε στις οδηγίες του 2024 με επίπεδο τεκμηρίωσης C/Consensus. Οι οδηγίες αναφέρουν επίσης ότι δεν είναι αποδεκτή η επιλογή ανοικτής ή ενδαγγειακής θεραπείας να καθορίζεται από την έλλειψη γνώσης ή τεχνικής δυνατότητας του κέντρου στην εναλλακτική μέθοδο.
    Οι ίδιες οδηγίες αυξάνουν το προτεινόμενο ελάχιστο φορτίο ενός αορτικού κέντρου σε τουλάχιστον:
    – 30 συνήθεις επεμβάσεις AAA ετησίως,
    – από τις οποίες τουλάχιστον 15 ανοικτές και 15 ενδαγγειακές.
    Η απαίτηση αυτή αποτυπώνει ότι ένα πραγματικό αορτικό κέντρο πρέπει να διατηρεί ενεργή εμπειρία και στις δύο θεραπευτικές μεθόδους και όχι να αποτελεί μονοδιάστατο ενδαγγειακό εργαστήριο.
    6. Χρόνια απειλητική για το άκρο ισχαιμία – κοινές οδηγίες SVS, ESVS και WFVS
    Οι Global Vascular Guidelines on the Management of Chronic Limb-Threatening Ischemia καταρτίστηκαν από κοινού από:
    – τη Society for Vascular Surgery – SVS,
    – την European Society for Vascular Surgery – ESVS,
    – και τη World Federation of Vascular Societies – WFVS.
    Σύσταση 6.1
    Όλοι οι ασθενείς με πιθανή χρόνια απειλητική για το άκρο ισχαιμία πρέπει να παραπέμπονται σε vascular specialist για αξιολόγηση της δυνατότητας διάσωσης του άκρου, εκτός εάν υπάρχει επείγουσα ιατρική ένδειξη άμεσου ακρωτηριασμού.
    Σύσταση 6.19
    Ένας ασθενής δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται ως ακατάλληλος για επαναιμάτωση χωρίς:
    – κατάλληλης ποιότητας απεικονιστικό έλεγχο,
    – και κλινική αξιολόγηση από κατάλληλα καταρτισμένο αγγειακό ειδικό.
    Οι συστάσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως Good Practice Statements.
    Η σημασία τους είναι ότι η θεραπευτική απόφαση δεν αποτελεί μόνο τεχνική επιλογή του κατά πόσο μία βλάβη μπορεί να διανοιχθεί με σύρμα και καθετήρα. Απαιτεί συνολική κλινική αξιολόγηση, εκτίμηση της απειλής του άκρου, της χειρουργικής επικινδυνότητας, της ανατομίας, της διαθέσιμης φλέβας και των εναλλακτικών ανοικτής και ενδαγγειακής επαναιμάτωσης.
    7. Κατευθυντήριες οδηγίες της αμερικανικής SVS για το ανεύρυσμα αορτής
    Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Society for Vascular Surgery – SVS (USA) για το ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
    1. Προτείνεται παραπομπή σε Αγγειοχειρουργό από τον χρόνο της αρχικής διάγνωσης του ανευρύσματος.
    2. Ασθενείς με ραγέν ανεύρυσμα που χρειάζονται μεταφορά πρέπει να παραπέμπονται σε κέντρο με:
    – καθιερωμένο πρωτόκολλο ρήξης,
    – και κατάλληλους ενδαγγειακούς πόρους.
    3. Σε περίπτωση εμμένουσας αύξησης του ανευρυσματικού σάκου, όταν η ενδαγγειακή θεραπεία αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει τύπου Ι ή ΙΙΙ ενδοδιαφυγή, συνιστάται ανοικτή αποκατάσταση.
    Οι συστάσεις αυτές δείχνουν ότι η SVS αντιμετωπίζει την κλινική ευθύνη για το ανεύρυσμα ως ενιαία συνέχεια: από τη διάγνωση και την επιλογή της θεραπείας έως τη μετεπεμβατική παρακολούθηση και την ανοικτή αντιμετώπιση της αποτυχίας του EVAR.
    8. SVS (USA) – νοσοκομειακά προνόμια και πιστοποίηση
    Οι SVS Guidelines for Hospital Privileges in Vascular Surgery and Endovascular Interventions απορρίπτουν στην πράξη την αντίληψη ότι ένας γενικός τίτλος ή πιστοποιητικό αρκεί για την αυτόματη παραχώρηση του συνόλου των ενδαγγειακών προνομίων.
    Οι επικαιροποιημένες οδηγίες του 2018:
    – συνδέουν τα privileges με συγκεκριμένη εκπαίδευση και ελάχιστο αριθμό ανοικτών και ενδαγγειακών περιστατικών,
    – υιοθετούν τα κριτήρια της αρμόδιας επιτροπής εκπαίδευσης για ανοικτές και ενδαγγειακές πράξεις,
    – και αντιμετωπίζουν την πιστοποίηση ως διαδικασία που πρέπει να βασίζεται σε πραγματική κατάρτιση και κλινική εμπειρία.
    Η SVS ορίζει τον πλήρως εκπαιδευμένο Αγγειοχειρουργό ως αγγειακό ειδικό που:
    – πραγματοποιεί ανοικτές επεμβάσεις,
    – πραγματοποιεί ενδαγγειακές επεμβάσεις,
    – είναι αρμόδιος για την κλινική αξιολόγηση και ιατρική διαχείριση των αγγειακών ασθενών,
    – και γνωρίζει τις ενδείξεις και τις τεχνικές τόσο της ανοικτής όσο και της ενδαγγειακής θεραπείας.
    Συνεπώς, οι οδηγίες της SVS υποστηρίζουν ότι τα privileges πρέπει να παρέχονται ανά συγκεκριμένη πράξη, βάσει εκπαίδευσης, αριθμών, εμπειρίας και αποτελεσμάτων και όχι μόνο βάσει της κατοχής ενός γενικού τίτλου εξειδίκευσης ή πιστοποιητικού όπως το EBIR.
    9. SVS (USA) – παράδειγμα TCAR και συνδυασμός ανοικτής και ενδαγγειακής επάρκειας
    Η SVS Clinical Competence Statement on Training and Credentialing for Transcarotid Artery Revascularization – TCAR αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό παράδειγμα.
    Η SVS θεωρεί ότι η ασφαλής εκτέλεση TCAR απαιτεί συνδυασμό:
    – ανοικτών χειρουργικών δεξιοτήτων,
    – ενδαγγειακών δεξιοτήτων,
    – κατάλληλης υποδομής,
    – και διαδικασίας πιστοποίησης.
    Ο ιατρός πρέπει να διαθέτει νοσοκομειακά προνόμια για τη διενέργεια καρωτιδικής ενδαρτηρεκτομής και τεκμηριωμένη εμπειρία σε ενδαγγειακές πράξεις. Εναλλακτικά, προβλέπεται συνεργατικό μοντέλο δύο ιατρών, στους οποίους οι ανοικτές και ενδαγγειακές δεξιότητες συνδυάζονται, μαζί με επιτηρούμενη αρχική εμπειρία σε TCAR.
    Αυτό αποτελεί σαφές προηγούμενο της ίδιας της αμερικανικής SVS ότι, όταν μία επέμβαση ενσωματώνει χειρουργικό και ενδαγγειακό κίνδυνο, δεν αρκεί η τεχνική ικανότητα καθετηριασμού. Απαιτείται είτε ο ίδιος ιατρός να διαθέτει και τις δύο δεξιότητες είτε να υπάρχει προσδιορισμένη συνεργατική ομάδα που να τις συνδυάζει.
    10. Καρωτιδική νόσος – όρια του επιχειρήματος
    Οι ESVS 2023 Carotid Guidelines υποστηρίζουν:
    – διεπιστημονική αξιολόγηση σε επιλεγμένες περιπτώσεις,
    – ανεξάρτητη νευρολογική εκτίμηση για τον έλεγχο των αποτελεσμάτων,
    – παρακολούθηση των αποτελεσμάτων του χειριστή και του κέντρου,
    – και επιλογή θεραπείας με βάση την εμπειρία του χειρουργού ή interventionist και τα αποτελέσματα του κέντρου.
    Δεν περιέχουν, όμως, γενική ρητή διάταξη ότι κάθε διαμηριαία καρωτιδική αγγειοπλαστική πρέπει να πραγματοποιείται υπό προσωπική εποπτεία Αγγειοχειρουργού.
    Επομένως, δεν πρέπει να παρουσιαστεί στον νομικό ή στις αρχές ότι υπάρχει τέτοιος καθολικός και ρητός διεθνής κανόνας. Το ασφαλέστερο επιχείρημα είναι ότι οι οδηγίες απαιτούν:
    – κατάλληλη κλινική επιλογή,
    – πιστοποιημένο και έμπειρο χειριστή,
    – διεπιστημονική λήψη αποφάσεων,
    – καταγραφή και ανεξάρτητο έλεγχο αποτελεσμάτων,
    – και οργανωμένο σύστημα διαχείρισης των επιπλοκών.
    11. Προτεινόμενη νομική και κανονιστική ερμηνεία
    Από το σύνολο των κατευθυντήριων οδηγιών μπορεί να υποστηριχθεί ότι ένα ασφαλές κυπριακό κανονιστικό πλαίσιο πρέπει να προβλέπει:
    1. Κλινική αξιολόγηση από αγγειακό ειδικό
    Η ένδειξη, η επιλογή μεταξύ συντηρητικής, ανοικτής, ενδαγγειακής ή υβριδικής θεραπείας και η μακροχρόνια παρακολούθηση πρέπει να πραγματοποιούνται μέσα σε οργανωμένο αγγειακό πλαίσιο.
    2. Σαφή κλινική ευθύνη
    Πρέπει να καθορίζεται ποιος φέρει την ευθύνη για:
    – την ένδειξη,
    – την ενημέρωση και συγκατάθεση,
    – την επιλογή της θεραπευτικής μεθόδου,
    – τη μετεπεμβατική φροντίδα,
    – και την αντιμετώπιση των επιπλοκών.
    3. Θεσμικά καθορισμένη συνεργασία
    Οι αγγειακές ενδαγγειακές πράξεις που πραγματοποιούνται από Επεμβατικούς Ακτινολόγους πρέπει, ανάλογα με τη φύση και τον κίνδυνό τους, να πραγματοποιούνται υπό την εποπτεία ή σε θεσμικά καθορισμένη συνεργασία με Αγγειοχειρουργό που:
    – έχει κλινική ευθύνη για τον αγγειακό ασθενή,
    – διαθέτει αποδεδειγμένη εμπειρία στη συγκεκριμένη πάθηση,
    – μπορεί να αξιολογήσει την ανοικτή και την ενδαγγειακή εναλλακτική,
    – και μπορεί να αντιμετωπίσει άμεσα τις ανοικτές ή υβριδικές επιπλοκές.
    4. Άμεση επιτόπια Αγγειοχειρουργική διαθεσιμότητα
    Για πράξεις με ουσιώδη κίνδυνο:
    – αιμορραγίας,
    – ρήξης,
    – οξείας ισχαιμίας,
    – περιφερικού εμβολισμού,
    – απώλειας αγγειακής προσπέλασης,
    – ή ανοικτής μετατροπής,
    πρέπει να υπάρχει άμεση επιτόπια διαθεσιμότητα Αγγειοχειρουργού, χειρουργικής αίθουσας και των αναγκαίων υλικών.
    5. Πιστοποίηση ανά πράξη
    Ο τίτλος «Επεμβατική Ακτινολογία» ή το EBIR δεν πρέπει να παρέχει αυτομάτως καθολικό δικαίωμα εκτέλεσης όλου του φάσματος των αγγειακών πράξεων.
    Απαιτούνται ανά πράξη:
    – συγκεκριμένη εκπαίδευση,
    – επιβεβαιωμένο logbook,
    – ελάχιστος αριθμός περιστατικών,
    – εποπτευόμενη αρχική εμπειρία,
    – καταγραφή αποτελεσμάτων και επιπλοκών,
    – και περιοδική επαναξιολόγηση.
    6. Οργανωμένη Αγγειοχειρουργική υπηρεσία στα εκπαιδευτικά κέντρα
    Κέντρο που εκπαιδεύει σε αορτικές, καρωτιδικές, περιφερικές αρτηριακές ή σύνθετες φλεβικές πράξεις πρέπει να διαθέτει οργανωμένη Αγγειοχειρουργική Κλινική, Τμήμα ή Υπηρεσία και όχι απλώς θεωρητική κάλυψη από άλλη χειρουργική ειδικότητα.
    12. Γενικά Συμπεράσματα από πλέον πρόσφατες και Διεθνώς επιστημονικά αποδεκτές Κατευθυντήριες Οδηγίες
    Οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες δεν επιβάλλουν ενιαίο κανόνα προσωπικής εποπτείας από Αγγειοχειρουργό για κάθε απεικονιστικά καθοδηγούμενη αγγειακή πράξη. Καθιερώνουν, όμως, ως επαναλαμβανόμενο πρότυπο ασφάλειας την αντιμετώπιση του αγγειακού ασθενούς σε οργανωμένο αγγειακό κέντρο ή δίκτυο, το οποίο παρέχει το πλήρες φάσμα ανοικτής, ενδαγγειακής και υβριδικής θεραπείας και διαθέτει άμεση δυνατότητα αντιμετώπισης των επιπλοκών και ανοικτής μετατροπής.»
    «Κατά συνέπεια, οι αγγειακές ενδαγγειακές πράξεις που εκτελούνται από ιατρούς οι οποίοι δεν διαθέτουν εκπαίδευση στην ανοικτή Αγγειοχειρουργική πρέπει, ανάλογα με το είδος και τον κίνδυνό τους, να εντάσσονται σε θεσμικά καθορισμένο πλαίσιο εποπτείας ή συνεργασίας με έμπειρο Αγγειοχειρουργό που φέρει ουσιαστική κλινική ευθύνη, συμμετέχει στην επιλογή της θεραπείας και έχει άμεση δυνατότητα ανοικτής ή υβριδικής αντιμετώπισης των επιπλοκών.
    Η κατοχή γενικού τίτλου εξειδίκευσης ή πιστοποιητικού EBIR δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανά πράξη αξιολόγηση της εκπαίδευσης, του logbook, της πρόσφατης εμπειρίας, των αποτελεσμάτων και της οργανωτικής επάρκειας του κέντρου.
    Βιβλιογραφικές αναφορές
    1. Björck M, Earnshaw JJ, Acosta S, et al. European Society for Vascular Surgery 2020 Clinical Practice Guidelines on the Management of Acute Limb Ischaemia. Eur J Vasc Endovasc Surg. 2020;59:173–218. doi:10.1016/j.ejvs.2019.09.006.
    2. Wahlgren CM, et al. European Society for Vascular Surgery 2025 Clinical Practice Guidelines on the Management of Vascular Trauma. Eur J Vasc Endovasc Surg. 2025;69:179–285. doi:10.1016/j.ejvs.2024.12.018.
    3. Wanhainen A, Van Herzeele I, Bastos Gonçalves F, et al. European Society for Vascular Surgery 2024 Clinical Practice Guidelines on the Management of Abdominal Aorto-Iliac Artery Aneurysms. Eur J Vasc Endovasc Surg. 2024;67:192–331. doi:10.1016/j.ejvs.2023.11.002.
    4. Conte MS, Bradbury AW, Kolh P, et al. Global Vascular Guidelines on the Management of Chronic Limb-Threatening Ischemia. J Vasc Surg. 2019;69:3S–125S.e40. doi:10.1016/j.jvs.2019.02.016.
    5. Chaikof EL, Dalman RL, Eskandari MK, et al. The Society for Vascular Surgery Practice Guidelines on the Care of Patients with an Abdominal Aortic Aneurysm. J Vasc Surg. 2018;67:2–77.e2. doi:10.1016/j.jvs.2017.10.044.
    6. Calligaro KD, Amankwah KS, D’Ayala M, et al. Guidelines for Hospital Privileges in Vascular Surgery and Endovascular Interventions: Recommendations of the Society for Vascular Surgery. J Vasc Surg. 2018;67:1337–1344. doi:10.1016/j.jvs.2018.01.039.
    7. Lal BK, Jordan WD, Kwolek CJ, et al. Clinical Competence Statement of the Society for Vascular Surgery on Training and Credentialing for Transcarotid Artery Revascularization. J Vasc Surg. 2020;72:779–789. doi:10.1016/j.jvs.2020.04.496.
    8. Naylor R, Rantner B, Ancetti S, et al. European Society for Vascular Surgery 2023 Clinical Practice Guidelines on the Management of Atherosclerotic Carotid and Vertebral Artery Disease. Eur J Vasc Endovasc Surg. 2023;65:7–111. doi:10.1016/j.ejvs.2022.04.011.

  7. 2ο ΜΕΡΟΣ
    5. Αναγνώριση εκπαιδευτικών κέντρων και αγγειοχειρουργική υποστήριξη
    Η γενική αναφορά ότι η εξειδίκευση γίνεται σε εργαστήρια Ακτινολογίας νοσοκομείων που «καλύπτονται» από Παθολογία, Χειρουργική, «Θωρακοχειρουργική ή Αγγειοχειρουργική» και ΜΕΘ δεν αποτελεί επαρκές εκπαιδευτικό ή κλινικό πρότυπο. Δεν καθορίζει ποιο όργανο αναγνωρίζει τη μονάδα, με ποια κριτήρια, για ποιο φάσμα πράξεων και υπό ποια διαδικασία επανελέγχου.
    Ιδίως, η διαζευκτική αναφορά «Θωρακοχειρουργική ή Αγγειοχειρουργική» δεν είναι κατάλληλη για την εκπαίδευση σε περιφερικές αρτηριακές, αορτικές και σύνθετες φλεβικές επεμβάσεις. Η Θωρακοχειρουργική δεν αποτελεί ισοδύναμο υποκατάστατο της Αγγειοχειρουργικής για το σύνολο των πράξεων αυτών. Ένα κέντρο που παρέχει πλήρη εκπαίδευση στο αγγειακό και ενδαγγειακό σκέλος πρέπει να διαθέτει οργανωμένη Αγγειοχειρουργική υπηρεσία, πρωτόκολλα πολυεπιστημονικής αξιολόγησης και αντιμετώπισης επιπλοκών, καθορισμένους χρόνους ανταπόκρισης και, όπου το επιβάλλει η πράξη, δυνατότητα άμεσης ανοικτής ή υβριδικής αντιμετώπισης.
    Κατ’ ελάχιστον, οι Κανονισμοί ή δεσμευτικό κανονιστικό παράρτημα πρέπει να προβλέπουν:
    1. αναγνώριση των εκπαιδευτικών μονάδων από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο βάσει προκαθορισμένων και δημοσιευμένων κριτηρίων·
    2. σαφή καθορισμό του φάσματος πράξεων για το οποίο αναγνωρίζεται κάθε κέντρο και περιοδική επαναξιολόγηση της αναγνώρισης·
    3. οργανωμένη συμμετοχή της Αγγειοχειρουργικής στην εκπαίδευση για το περιφερικό, αορτικό και σύνθετο φλεβικό σκέλος·
    4. κατάλληλη αναισθησιολογική υποστήριξη, ΜΕΘ, επείγουσα απεικόνιση, αιμοδοσία και πρωτόκολλα διαχείρισης αιμορραγίας και άλλων σοβαρών επιπλοκών·
    5. υποχρεωτική πιστοποιημένη περιστροφή σε άλλο αναγνωρισμένο κέντρο όταν η αρχική μονάδα δεν παρέχει το απαιτούμενο εύρος εκπαίδευσης και υποδομών· και
    6. μη εφαρμογή οποιασδήποτε απαίτησης παρουσίας ή υποστήριξης κατά τρόπο που να καθυστερεί αναγκαία σωτήρια παρέμβαση σε επείγουσα κατάσταση.
    Η ΚΕΑΕΧ δεν εισηγείται καθολική αγγειοχειρουργική εποπτεία όλων των πράξεων της Επεμβατικής Ακτινολογίας. Η αναλογικότερη και επιστημονικά ισχυρότερη λύση είναι πολυεπιστημονική συνεργασία και άμεση διαθεσιμότητα της κατάλληλης χειρουργικής υποστήριξης, όταν αυτό επιβάλλεται από τη φύση, την ανατομική περιοχή, την πολυπλοκότητα και τον κίνδυνο της συγκεκριμένης πράξης.
    Η πιο πάνω απαίτηση δεν αποτελεί απλώς οργανωτική ή επιστημονική προτίμηση. Συνδέεται άμεσα με ήδη κατοχυρωμένα δικαιώματα του ασθενούς στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με τα άρθρα 4, 11 και 12 του περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμου, Ν.1(Ι)/2005, η επιλογή μεταξύ διαφορετικών θεραπευτικών επιλογών προϋποθέτει ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη πληροφόρηση, η ενημερωμένη συγκατάθεση αποτελεί προϋπόθεση παροχής φροντίδας υγείας και ο ασθενής έχει δικαίωμα ενημερωμένης επιλογής μεταξύ των διαθέσιμων θεραπειών. Η απαιτούμενη «ιατρική πληροφόρηση» περιλαμβάνει ρητά την πιθανότητα επιτυχίας και τους κινδύνους των διαφορετικών μορφών θεραπείας ή της μη θεραπείας.
    Επομένως, σε αγγειακή πάθηση στην οποία υφίσταται πραγματική επιλογή μεταξύ ανοικτής, ενδαγγειακής, υβριδικής ή συντηρητικής αντιμετώπισης, ανακύπτει σοβαρό ζήτημα κατά πόσο μπορεί να διασφαλιστεί πλήρως η απαιτούμενη από τον Νόμο ενημέρωση και επιλογή όταν η τελική θεραπευτική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά από ιατρό ή μονάδα που διαθέτει επάρκεια και δυνατότητα παροχής μόνο μίας από τις κύριες θεραπευτικές επιλογές. Η θεσμοθετημένη πολυεπιστημονική αξιολόγηση δεν περιορίζει την αυτονομία οποιασδήποτε ειδικότητας· αντιθέτως, αποτελεί μηχανισμό που επιτρέπει την ουσιαστική εφαρμογή του δικαιώματος του ασθενούς σε ολοκληρωμένη ενημέρωση και ελεύθερη θεραπευτική επιλογή.
    Η ίδια προσέγγιση ενισχύεται από το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας του ασθενούς και της ανθρώπινης υγείας. Το άρθρο 3 παρ. 2(α) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνει, στον τομέα της ιατρικής και της βιολογίας, την ελεύθερη και ενημερωμένη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος. Το άρθρο 35 του Χάρτη αναγνωρίζει το δικαίωμα πρόσβασης στην προληπτική υγειονομική περίθαλψη και το δικαίωμα ιατρικής περίθαλψης και επιβάλλει υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης. Αντίστοιχα, το άρθρο 168 παρ. 1 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαικής Ένωσης (ΣΛΕΕ) απαιτεί υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας σε όλες τις πολιτικές και δράσεις της Ένωσης.
    Περαιτέρω, το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/24/ΕΕ απαιτεί, στο πεδίο εφαρμογής της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης, η φροντίδα να παρέχεται σύμφωνα με τα εφαρμοζόμενα πρότυπα και κατευθυντήριες γραμμές ποιότητας και ασφάλειας που καθορίζονται από το κράτος μέλος και οι πάροχοι να παρέχουν στους ασθενείς τις σχετικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για ενημερωμένη επιλογή, περιλαμβανομένων πληροφοριών για τις θεραπευτικές επιλογές και για τη διαθεσιμότητα, ποιότητα και ασφάλεια της παρεχόμενης φροντίδας. Αναγνωρίζεται ότι η Οδηγία 2011/24/ΕΕ αφορά ειδικά τη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη και δεν κατανέμει αυτή καθ’ εαυτή τα εθνικά πεδία άσκησης των ιατρικών ειδικοτήτων. Οι πιο πάνω διατάξεις, όμως, ενισχύουν την αρχή ότι η οργανωτική και κανονιστική δομή της υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να υπηρετεί την ποιότητα, την ασφάλεια και την πραγματικά ενημερωμένη επιλογή του ασθενούς και όχι να διαμορφώνει τη θεραπευτική επιλογή με βάση την περιορισμένη τεχνική δυνατότητα ενός συγκεκριμένου ιατρού ή Τμήματος.
    Στο πλαίσιο αυτό, πραγματικά ενημερωμένη θεραπευτική επιλογή είναι δυσχερές να εξασφαλιστεί όταν ο μηχανισμός που εισηγείται και αποφασίζει τη θεραπεία δεν έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει με ισόρροπο τρόπο μία από τις κύριες θεραπευτικές εναλλακτικές ή να εξασφαλίσει πρόσβαση σε αυτή. Στις αγγειακές παθήσεις, η ισορροπημένη ενημέρωση προϋποθέτει ουσιαστική πρόσβαση σε τεχνογνωσία συντηρητικής, ανοικτής, ενδαγγειακής και υβριδικής αντιμετώπισης.
    Ουδετερότητα επιλογής θεραπείας, ενημερωμένη συγκατάθεση και αποφυγή μεροληψίας θεραπευτικής μεθόδου
    Περαιτέρω θεμελιώδες ζήτημα αφορά την ουδετερότητα και την ποιότητα της διαδικασίας επιλογής της κατάλληλης θεραπείας. Σε αγγειακές παθήσεις για τις οποίες υφίστανται περισσότερες της μίας επιστημονικά αποδεκτές θεραπευτικές επιλογές, η οριστική θεραπευτική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται εντός κλινικού πλαισίου το οποίο είναι σε θέση να αξιολογεί ουσιαστικά και χωρίς προκατάληψη το πλήρες φάσμα των διαθέσιμων επιλογών, περιλαμβανομένης της συντηρητικής ή φαρμακευτικής αντιμετώπισης, της ανοικτής Αγγειοχειρουργικής, της ενδαγγειακής παρέμβασης, της υβριδικής θεραπείας και, όπου ενδείκνυται, της απλής παρακολούθησης ή της μη παρέμβασης.
    Ιατρός ή μονάδα των οποίων η εκπαίδευση, η επαγγελματική επάρκεια ή η υλικοτεχνική δυνατότητα περιορίζεται ουσιαστικά σε μία μόνο θεραπευτική μέθοδο δεν πρέπει να αποτελεί τον αποκλειστικό και τελικό φορέα λήψης της θεραπευτικής απόφασης, όταν υφίστανται άλλες εύλογες και κλινικά ενδεδειγμένες θεραπευτικές επιλογές. Διαφορετικά δημιουργείται εγγενής και προβλέψιμος κίνδυνος μεροληψίας υπέρ της διαθέσιμης θεραπευτικής μεθόδου (modality-selection ή availability bias), με αποτέλεσμα ο ασθενής να κατευθύνεται προς τη θεραπεία την οποία δύναται να προσφέρει ο συγκεκριμένος ιατρός ή Τμήμα και όχι κατ’ ανάγκη προς εκείνη που είναι αντικειμενικά καταλληλότερη με βάση την παθολογία, την ανατομία, τον εγχειρητικό κίνδυνο, το προσδόκιμο επιβίωσης, την αναμενόμενη ανθεκτικότητα της θεραπείας και τις ενημερωμένες προτιμήσεις του ασθενούς.
    Η θέση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε μεμονωμένος ιατρός πρέπει να είναι προσωπικά σε θέση να εκτελεί το σύνολο των διαθέσιμων θεραπευτικών πράξεων. Απαιτεί, όμως, η τελική θεραπευτική επιλογή να γίνεται εντός οργανωμένης κλινικής δομής η οποία διαθέτει πραγματική γνώση, εμπειρία και πρόσβαση στο πλήρες θεραπευτικό φάσμα. Για τις αγγειακές παθήσεις όπου η επιλογή μεταξύ ανοικτής, ενδαγγειακής ή υβριδικής θεραπείας αποτελεί πραγματικό κλινικό ζήτημα, η κατάλληλη δομή είναι μια θεσμοθετημένη πολυεπιστημονική αγγειακή ομάδα (Vascular Multidisciplinary Team – MDT), με ουσιαστική συμμετοχή Χειρουργού Αγγείων με επάρκεια τόσο στην ανοικτή όσο και στην ενδαγγειακή θεραπεία.
    Ειδικότερα, ο Επεμβατικός Ακτινολόγος που δεν διαθέτει εκπαίδευση και επάρκεια στην ανοικτή αγγειακή χειρουργική, δεν είναι ορθό να αποτελεί τον μοναδικό τελικό αποφασίζοντα ως προς την επιλογή μεταξύ ανοικτής και ενδαγγειακής θεραπείας. Η συμμετοχή Χειρουργού Αγγείων είναι ουσιώδης ώστε να αξιολογούνται ισόρροπα τα οφέλη, οι περιορισμοί, οι άμεσοι και μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι και η ανθεκτικότητα κάθε διαθέσιμης θεραπευτικής επιλογής, να πραγματοποιείται ορθά η επιλογή των ασθενών και να υπάρχει δυνατότητα άμεσης ανοικτής ή υβριδικής αντιμετώπισης όταν αυτή καταστεί αναγκαία.
    Το ζήτημα συνδέεται άμεσα και με την ενημερωμένη συγκατάθεση του ασθενούς. Δεν αρκεί η ενημέρωση να περιορίζεται στη θεραπευτική μέθοδο την οποία δύναται να εκτελέσει ο συγκεκριμένος ιατρός ή Τμήμα. Η ενημέρωση πρέπει να επιτρέπει στον ασθενή να αντιληφθεί και να συγκρίνει όλες τις εύλογες θεραπευτικές εναλλακτικές, περιλαμβανομένης της ανοικτής, ενδαγγειακής, υβριδικής ή συντηρητικής αντιμετώπισης, καθώς και τους ιδιαίτερους κινδύνους, τα αναμενόμενα οφέλη και τους περιορισμούς καθεμιάς. Όπου ο ιατρός που εισηγείται συγκεκριμένη παρέμβαση δεν διαθέτει την εκπαίδευση ή την κλινική δυνατότητα να αξιολογήσει την κύρια εναλλακτική θεραπεία ή όπου η μονάδα δεν διαθέτει δυνατότητα ανοικτής αντιμετώπισης σοβαρής επιπλοκής, το κανονιστικό πλαίσιο οφείλει να εξασφαλίζει την προηγούμενη συμμετοχή της κατάλληλης ειδικότητας και την πρόσβαση του ασθενούς σε ισορροπημένη πολυεπιστημονική αξιολόγηση.
    Συγκριτική επιβεβαίωση από ευρωπαϊκά και άλλα πρότυπα
    Η συγκριτική επισκόπηση των πηγών 11-16 του Παραρτήματος Β ενισχύει τη διάκριση μεταξύ τίτλου εξειδίκευσης, επάρκειας για συγκεκριμένη πράξη και οργανωμένου πλαισίου παροχής φροντίδας. Στην Ελλάδα, το ΦΕΚ Β΄ 4085/28.07.2025 θεσπίζει την Επεμβατική Ακτινολογία ως ειδικότερο τομέα εξειδίκευσης της Ακτινολογίας, με διετή εκπαίδευση και ειδικές προϋποθέσεις για τα εκπαιδευτικά κέντρα. Παράλληλα, το ΦΕΚ Β΄ 2243/15.04.2024 εντάσσει ρητά στο αντικείμενο της Αγγειοχειρουργικής εκτεταμένο φάσμα ανοικτών, ενδαγγειακών και υβριδικών τεχνικών, περιλαμβανομένων EVAR, FEVAR, BEVAR και TEVAR. Η συνύπαρξη των δύο ρυθμίσεων επιβεβαιώνει ότι η αναγνώριση της Επεμβατικής Ακτινολογίας δεν ισοδυναμεί με αποκλειστική επιφύλαξη όλων των αγγειακών ή ενδαγγειακών πράξεων.
    Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία έχει η διαπίστωση της Ελληνικής Εταιρείας Αγγειακής & Ενδαγγειακής Χειρουργικής (ΕΕΑΕΧ), στην επιστολή της ημερομηνίας 3.8.2026 και αρ. πρωτοκόλλου 13/2026, ότι το υπό διαβούλευση κυπριακό σχέδιο αναπαράγει, σε σημαντικό βαθμό, βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού κανονιστικού πλαισίου που θεσπίστηκε ήδη από το 2012 με το ΦΕΚ Β΄ 1020/2012. Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθότι ο επιστημονικός φορέας της Αγγειοχειρουργικής στην ίδια τη χώρα προέλευσης του εν λόγω προτύπου επισημαίνει σήμερα ουσιώδεις αδυναμίες του, ιδίως ως προς την κλινική εκπαίδευση και ευθύνη, την τεκμηριωμένη επάρκεια ανά επεμβατική πράξη, την παραχώρηση κλινικών προνομίων, τη διαχείριση των επιπλοκών και τη θεσμοθετημένη συνεργασία με την Αγγειοχειρουργική. Επομένως, η άκριτη μεταφορά στην Κύπρο ενός παλαιού και προβληματικού κανονιστικού προτύπου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η εμπειρία από την εφαρμογή του και οι μεταγενέστερες επιστημονικές και οργανωτικές εξελίξεις, ενέχει τον κίνδυνο αναπαραγωγής των ίδιων ελλείψεων. Η ΕΕΑΕΧ τονίζει, περαιτέρω, ότι η αναγνώριση της εξειδίκευσης δεν πρέπει να δημιουργεί αποκλειστικά επαγγελματικά δικαιώματα επί αγγειακών ή ενδαγγειακών πράξεων ούτε να περιορίζει το γνωστικό και κλινικό αντικείμενο της Αγγειοχειρουργικής. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος Υπομνήματος ως Παράρτημα Γ.
    Περαιτέρω, η Επαγγελματική Ένωση Αγγειοχειρουργών Ελλάδος (ΕΕΑΕ), με επιστολή της ημερομηνίας 8.8.2026, υποστηρίζει τις βασικές επισημάνσεις της ΚΕΑΕΧ και τονίζει ότι η Επεμβατική Ακτινολογία δεν υποκαθιστά τις κλινικές ειδικότητες ως προς τη συνολική διαχείριση του ασθενούς. Ειδικώς για τις αγγειακές παθήσεις, η ΕΕΑΕ εισηγείται όπως η ένδειξη και η επιλογή της θεραπευτικής μεθόδου τίθενται μετά από προηγούμενη αξιολόγηση και σύμφωνη γνώμη Αγγειοχειρουργού με εμπειρία στη συγκεκριμένη πάθηση και δυνατότητα παροχής του πλήρους θεραπευτικού φάσματος. Η επιστολή επισυνάπτεται ως Παράρτημα Δ.
    Η σύγκριση με το ελληνικό κανονιστικό πρότυπο του 2012 αποκαλύπτει, μάλιστα, ένα περαιτέρω πρόβλημα. Οι προτεινόμενοι κανονισμοί δεν φαίνεται απλώς να υιοθετούν ένα παλαιό ελληνικό πρότυπο, αλλά να μεταφέρουν αποσπασματικά ορισμένες από τις γενικές του διατυπώσεις, χωρίς αντίστοιχη μεταφορά των εκπαιδευτικών και οργανωτικών προϋποθέσεων που τις συνόδευαν. Ειδικότερα, το άρθρο 3 της Υπουργικής Απόφασης Υ7α/Γ.Π.οικ.28799/21.3.2012 (ΦΕΚ Β΄ 1020/3.4.2012) προέβλεπε διετή εξειδίκευση κατανεμημένη ρητά σε δώδεκα μήνες θεωρητικής εκπαίδευσης και πρακτικής άσκησης σε επεμβατικές πράξεις του αγγειακού δικτύου και δώδεκα μήνες σε επεμβατικές πράξεις των λοιπών συστημάτων (βλ. άρθρο 3). Η ίδια διάρθρωση υπάρχει και στο ΦΕΚ Β’ 4085/28.07.2025, στο Άρθρο 3 – «Διάρκεια εκπαίδευσης στην εξειδίκευση της Επεμβατικής Ακτινολογίας», όπου αναφέρεται ότι η εξειδίκευση διαρκεί δύο χρόνια και κατανέμεται σε 12 μήνες για επεμβατικές πράξεις του αγγειακού δικτύου και 12 μήνες για επεμβατικές πράξεις των λοιπών συστημάτων. Αντιθέτως, το κυπριακό προσχέδιο αρκείται σε μία γενική αναφορά ότι η εξειδίκευση γίνεται σε εργαστήρια Ακτινοδιαγνωστικής Νοσοκομείων που «καλύπτονται» από Παθολογία, Χειρουργική, «Θωρακοχειρουργική ή Αγγειοχειρουργική» και ΜΕΘ, χωρίς να καθορίζει κατανομή του χρόνου εκπαίδευσης μεταξύ αγγειακού και μη αγγειακού σκέλους, χωρίς ειδικά κριτήρια αναγνώρισης εκπαιδευτικών κέντρων, χωρίς διαδικασία πιστοποίησης ή περιοδικής επαναξιολόγησής τους και χωρίς σαφές υποχρεωτικό περιεχόμενο αγγειοχειρουργικής εκπαίδευσης.
    Είναι δε ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι το ελληνικό κανονιστικό πλαίσιο του 2012, στο οποίο φαίνεται να βασίζεται σε σημαντικό βαθμό το κυπριακό προσχέδιο, αντικαταστάθηκε το 2025 με νέο και αναλυτικότερο πλαίσιο. Το ΦΕΚ Β΄ 4085/28.07.2025 διατηρεί μεν τη διετή διάρκεια της εξειδίκευσης και τη σαφή κατανομή της σε δώδεκα μήνες εκπαίδευσης στις επεμβατικές πράξεις του αγγειακού δικτύου και δώδεκα μήνες στις πράξεις των λοιπών συστημάτων, αλλά ταυτόχρονα θεσπίζει αυτοτελές και αναλυτικό Άρθρο 4 για τις «Προϋποθέσεις αναγνώρισης Εκπαιδευτικών Κέντρων στην εξειδίκευση της Επεμβατικής Ακτινολογίας», προβλέποντας συγκεκριμένες απαιτήσεις υποδομής, στελέχωσης και εκπαιδευτικού προγράμματος, καθώς και διαδικασία αξιολόγησης και διαπίστευσης των εκπαιδευτικών κέντρων.
    Η διαφορά αυτή δεν είναι απλώς ποσοτική. Η εκπαίδευση των ιατρών, εν γένει, διαχωρίζεται σε κλινική όταν έχουν επαφή και εξετάζουν ασθενείς και εργαστηριακή όταν δεν έχουν επαφή & δεν εξετάζουν ασθενείς. Η εκπαίδευση του Χειρουργού Αγγείων διαρθρώνεται σε επταετή συνολική κλινική διαδρομή: δύο (2) αρχικά έτη κλινικής εκπαίδευσης στη Γενική Χειρουργική πριν από την έναρξη της ειδικής εκπαίδευσης και ακολούθως πέντε (5) έτη κλινικής ειδικής εκπαίδευσης στην Αγγειακή και Ενδαγγειακή Χειρουργική. Αντιθέτως, και σύμφωνα με την προκήρυξη της κύριας ειδικότητας της Ακτινολογίας της Κυπριακής Δημοκρατίας για το έτος 2026, η προτεινόμενη διαδρομή για την Επεμβατική Ακτινολογία ξεκινά από μόνο 6 μήνες κλινική εκπαίδευση Παθολογίας ή Γενικής Χειρουργικής, ακολουθούμενη από 4.5 έτη εργαστηριακής και όχι κλινικής εκπαίδευσης στην κύρια ειδικότητα της Ακτινολογίας. Εκ των υστέρων αφιερώνονται μόνο δώδεκα (12) μήνες στο αγγειακό δίκτυο που μπορούν να θεωρηθούν συγκρίσιμη κλινική εκπαίδευση. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ανάληψη αγγειακών και ενδαγγειακών πράξεων δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην ολοκλήρωση του εν λόγω δωδεκάμηνου, αλλά απαιτεί αποδεδειγμένη ειδική επάρκεια ανά πράξη, συμμετοχή Χειρουργού Αγγείων στην επιλογή της θεραπείας και τις αναγκαίες εγγυήσεις κλινικής διακυβέρνησης και αντιμετώπισης επιπλοκών.
    Επομένως, το κυπριακό προσχέδιο δεν εμφανίζεται απλώς να αντλεί από ένα παλαιό ελληνικό πρότυπο, αλλά να υιοθετεί αποσπασματικά ορισμένα στοιχεία του πλαισίου του 2012, σε χρόνο κατά τον οποίο το ίδιο το κράτος προέλευσης έχει ήδη αντικαταστήσει το πλαίσιο αυτό με λεπτομερέστερη ρύθμιση ως προς την εκπαίδευση και την αναγνώριση των εκπαιδευτικών κέντρων. Η παράλειψη αντίστοιχων ασφαλιστικών δικλίδων στο υπό διαβούλευση κυπριακό κείμενο είναι, ως εκ τούτου, ακόμη δυσκολότερο να δικαιολογηθεί.
    Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει από τα λοιπά συγκριτικά πρότυπα. Η γερμανική QBAA-RL επιτρέπει την ενδαγγειακή αντιμετώπιση ανευρύσματος κοιλιακής αορτής είτε από αγγειοχειρουργό με εμπειρία σε ανοικτές και ενδαγγειακές τεχνικές είτε σε συνεργασία αγγειοχειρουργού και ακτινολόγου με αντίστοιχη ενδαγγειακή εμπειρία, ενώ επιβάλλει συγκεκριμένες απαιτήσεις εφημερίας, διεπιστημονικής αξιολόγησης και υποδομών. Το NHS της Αγγλίας οργανώνει τις εξειδικευμένες αγγειακές υπηρεσίες σε αρτηριακά κέντρα με 24ωρη διαθεσιμότητα αγγειοχειρουργικής και επεμβατικής αγγειακής ακτινολογίας και με πολυεπιστημονική ομάδα. Το γαλλικό πλαίσιο υπάγει τη δραστηριότητα της Επεμβατικής Ακτινολογίας σε ιδρυματική άδεια διαβαθμισμένη ανά κατηγορία πράξεων και σε αντίστοιχες τεχνικές προϋποθέσεις. Το ολλανδικό πλαίσιο, τέλος, συνδέει την ενδαγγειακή αντιμετώπιση ανευρυσμάτων με τη διαθεσιμότητα τόσο ανοικτής όσο και ενδαγγειακής θεραπευτικής επιλογής και με θεσμοθετημένα κριτήρια πιστοποίησης της αγγειοχειρουργικής επάρκειας.
    Ο κοινός παρονομαστής δεν είναι η αποκλειστικότητα ενός τίτλου, αλλά ο συνδυασμός αποδεδειγμένης ατομικής επάρκειας, κατάλληλης πολυεπιστημονικής ομάδας, αναγνωρισμένου ή αδειοδοτημένου κέντρου και άμεσης δυνατότητας αντιμετώπισης επιπλοκών. Το συγκριτικό υλικό στηρίζει, επομένως, τα αιτήματα της ΚΕΑΕΧ για ρητή ρήτρα μη αποκλειστικότητας, αναγνώριση κέντρων ανά φάσμα πράξεων και απαιτήσεις χειρουργικής υποστήριξης ανάλογες του κινδύνου, χωρίς να δημιουργείται αντίστροφη αποκλειστικότητα (βλ. πηγές 11-16 του Παραρτήματος Β).
    Επισυνάπτεται ως Παράρτημα Ε σύνοψη των Κατευθυντήριων Οδηγιών αναφορικά με την οργάνωση, την κλινική ευθύνη και την Αγγειοχειρουργική κάλυψη των αγγειακών ενδαγγειακών επεμβάσεων.
    Επισυνάπτεται ως Παράρτημα ΣΤ Συγκριτικό Ενημερωτικό Σημείωμα που έχουμε ετοιμάσει για τη ρύθμιση της Επεμβατικής Ακτινολογίας και των αγγειακών ενδαγγειακών επεμβάσεων σε ευρωπαϊκές χώρες και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
    6. Ελάχιστο περιεχόμενο εκπαίδευσης και αξιολόγηση επάρκειας
    Η απλή πρόβλεψη διετούς χρονικής διάρκειας δεν αρκεί. Πρέπει να καθοριστούν δεσμευτικά το αναλυτικό πρόγραμμα, οι εκπαιδευτικοί στόχοι, η κλινική ευθύνη του εκπαιδευομένου, οι ελάχιστοι αριθμοί και κατηγορίες πράξεων, η πρακτική αξιολόγηση και η τεκμηρίωση της προεπεμβατικής και μετεπεμβατικής φροντίδας. Η χρονική διάρκεια χωρίς μετρήσιμα αποτελέσματα εκπαίδευσης δεν διασφαλίζει ισοδύναμη επάρκεια.
    Η εκπαίδευση πρέπει να περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστον:
    1. πιστοποιημένο ημερολόγιο πράξεων (logbook), με διάκριση μεταξύ παρατήρησης, υποβοήθησης και εκτέλεσης ως κύριος χειριστής·
    2. ελάχιστο αριθμό πράξεων ανά ομοειδή κατηγορία, με διαβάθμιση κατά ανατομικό πεδίο, πολυπλοκότητα και κίνδυνο·
    3. τεκμηριωμένη εκπαίδευση στην επιλογή ασθενών, στην ενημερωμένη συγκατάθεση, στην προετοιμασία και στη μετεπεμβατική παρακολούθηση·
    4. εκπαίδευση στην έγκαιρη αναγνώριση, αρχική διαχείριση και παραπομπή επιπλοκών·
    5. άμεση παρατήρηση και πρακτική αξιολόγηση τεχνικών και κλινικών δεξιοτήτων, όχι μόνο γραπτή εξέταση γνώσεων· και
    6. σαφή προσόντα εκπαιδευτών, υπεύθυνο προγράμματος και διαδικασία τακτικού κλινικού και εκπαιδευτικού ελέγχου.
    Περαιτέρω, πρέπει να προστεθεί ρητά ότι ο τίτλος εξειδίκευσης χορηγείται μόνο μετά την ολοκλήρωση και αναγνώριση της κύριας ειδικότητας της Ακτινολογίας, ακόμη και όταν μέρος της διετούς εκπαίδευσης πραγματοποιείται κατά τη διάρκειά της.
    Ιδιαίτερη σημασία έχει, περαιτέρω, η διαφορετική φύση της βασικής εκπαίδευσης των εμπλεκόμενων ειδικοτήτων. Η Ακτινολογία δεν αποτελεί χειρουργική ειδικότητα και η εκπαίδευση στην κύρια ειδικότητα δεν παρέχει εκπαίδευση στην ανοικτή αγγειακή χειρουργική, στην ανοικτή χειρουργική αντιμετώπιση αγγειακών επιπλοκών ή στη μετατροπή αποτυχημένης ή επιπλεγμένης ενδαγγειακής επέμβασης σε ανοικτή ή υβριδική θεραπεία. Αντιθέτως, η Χειρουργική Αγγείων περιλαμβάνει πολυετή εκπαίδευση στην ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση του αγγειακού ασθενούς και στην επιλογή και εκτέλεση ανοικτών, ενδαγγειακών και υβριδικών θεραπευτικών μεθόδων.
    Η διετής εξειδίκευση στην Επεμβατική Ακτινολογία δεν μπορεί, από τη φύση και τη διάρκειά της, να εξομοιωθεί με την πλήρη εκπαίδευση μιας κύριας χειρουργικής ειδικότητας ούτε να υποκαταστήσει την εμπειρία στην ανοικτή αντιμετώπιση. Το σημείο αυτό δεν μειώνει την ιδιαίτερη τεχνική και επιστημονική επάρκεια των Επεμβατικών Ακτινολόγων στις πράξεις του δικού τους γνωστικού αντικειμένου. Καταδεικνύει, όμως, γιατί στις αγγειακές παθήσεις όπου συνυπάρχουν ανοικτές, ενδαγγειακές και υβριδικές θεραπευτικές επιλογές η πολυεπιστημονική συνεργασία δεν αποτελεί απλώς επιθυμητή πρακτική αλλά ουσιώδη οργανωτική ασφαλιστική δικλίδα.
    Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη εντονότερη από το ίδιο το υπό διαβούλευση κείμενο, το οποίο περιορίζεται να προβλέπει ότι η εξειδίκευση πραγματοποιείται σε «εργαστήρια Ακτινοδιαγνωστικής (Ακτινολογίας) Νοσοκομείων» που καλύπτονται από ορισμένες ειδικότητες, χωρίς να επιβάλλει υποχρεωτική και χρονικά καθορισμένη κλινική εκπαίδευση σε οργανωμένη Αγγειοχειρουργική υπηρεσία και χωρίς να καθορίζει το περιεχόμενο, τη διάρκεια ή την αξιολόγηση τέτοιας εκπαίδευσης. Η απλή ύπαρξη ή δυνατότητα κλήσης άλλης ειδικότητας στο ίδιο νοσηλευτήριο δεν ισοδυναμεί με οργανωμένη εκπαίδευση, κοινή λήψη θεραπευτικών αποφάσεων ή τεκμηριωμένη επάρκεια στη διαχείριση ανοικτών και υβριδικών αγγειακών επιπλοκών.
    7. Σύνθεση, λειτουργία και αρμοδιότητα της μεταβατικής Επιτροπής
    Η προτεινόμενη Επιτροπή περιλαμβάνει ρητά εκπροσώπους της Ακτινολογικής Εταιρείας Κύπρου, αλλά δεν διασφαλίζει συμμετοχή ούτε ενός Χειρουργού Αγγείων, παρότι θα αξιολογεί προσόντα και εμπειρία που καλύπτουν σημαντικό αγγειακό και ενδαγγειακό αντικείμενο. Η γενική δυνατότητα διορισμού «άλλων ειδικών ή εμπειρογνωμόνων» δεν αποτελεί θεσμική εγγύηση επιστημονικής πολυμέρειας.
    Η ΚΕΑΕΧ δεν ζητεί δικαίωμα απαίτηση σύμφωνης γνώμης. Ζητεί όμως την υποχρεωτική συμμετοχή ενός τουλάχιστον Χειρουργού Αγγείων, κατόπιν υπόδειξής της, με πλήρη συμμετοχή στην αξιολόγηση των αγγειακών και ενδαγγειακών συνιστωσών της εκπαίδευσης και της κλινικής εμπειρίας.
    Οι Κανονισμοί πρέπει επίσης να καθορίζουν ρητά:
    1. τον αριθμό των μελών, το όργανο διορισμού, τη διάρκεια θητείας, τον πρόεδρο και την απαρτία·
    2. τα προσόντα των «άλλων ειδικών ή εμπειρογνωμόνων» και τους κανόνες αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων·
    3. τα αντικειμενικά, προκαθορισμένα και δημοσιευμένα κριτήρια αξιολόγησης των αιτήσεων·
    4. τις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται εξέταση ή συμπληρωματική εκπαίδευση και το περιεχόμενο της εξέτασης·
    5. το δικαίωμα του αιτητή να γνωρίζει τους λόγους της κρίσης και να ζητεί επανεξέταση· και
    6. ότι η Επιτροπή έχει αποκλειστικά συμβουλευτικό χαρακτήρα και ότι η τελική, ειδικά αιτιολογημένη απόφαση λαμβάνεται από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου.
    Η τελευταία διευκρίνιση είναι αναγκαία για να αποτραπεί ανεπίτρεπτη μεταβίβαση ή περαιτέρω εκχώρηση της αρμοδιότητας που το άρθρο 23 του Κεφ. 250 αναθέτει στο Ιατρικό Συμβούλιο.
    8. Μεταβατική αναγνώριση: «βεβαίωση ειδικού ενδιαφέροντος» και EBIR
    8.1 Η αόριστη «βεβαίωση ειδικού ενδιαφέροντος»
    Η «βεβαίωση ειδικού ενδιαφέροντος από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου» δεν ορίζεται στον περί Εγγραφής Ιατρών Νόμο ή στους βασικούς Κανονισμούς. Δεν εξηγούνται η νομική της βάση, η διαδικασία και τα κριτήρια έκδοσης, το ποιοι μπορούσαν να την αιτηθούν ή οι έννομες συνέπειές της. Μια απλή διοικητική βεβαίωση δεν πρέπει να συγχέεται με νομοθετικά αναγνωρισμένο τίτλο εξειδίκευσης ούτε να δημιουργεί κλειστή κατηγορία δικαιούχων βάσει μη δημοσιευμένων κριτηρίων.
    Εάν η βεβαίωση διατηρηθεί, πρέπει να οριστεί πλήρως και να εξηγηθεί κατά πόσο αποτελεί αυτοτελή ή σωρευτική προϋπόθεση. Διαφορετικά, πρέπει να αντικατασταθεί από αντικειμενικά και εκ των προτέρων δημοσιευμένα κριτήρια εκπαίδευσης και εμπειρίας, τα οποία θα είναι διαθέσιμα σε όλους τους ενδιαφερόμενους υπό ίσους όρους.
    8.2 Το EBIR ως αποδεικτικό στοιχείο και όχι ως αυτοτελής τίτλος
    Το EBIR αποτελεί σημαντική αλλά εθελοντική συμπληρωματική πιστοποίηση γνώσεων. Η ίδια η CIRSE διευκρινίζει ότι δεν υποκαθιστά την εθνική εκπαίδευση ή αδειοδότηση. Η εξέταση είναι γραπτή και αξιολογεί κλινικά σενάρια και γνώσεις, χωρίς άμεση πρακτική παρατήρηση της τεχνικής επάρκειας. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις συμμετοχής δύνανται να μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου.
    Το EBIR μπορεί να παρέχει δικαίωμα υποβολής αίτησης και να συνεκτιμάται ως ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο γνώσεων και προηγούμενης εκπαίδευσης. Δεν πρέπει, όμως, να αποτελεί αμάχητη ή αυτοτελή βάση απονομής του εθνικού τίτλου. Η προβλεπόμενη διαδικασία πρέπει να επιβάλλει εξατομικευμένη επαλήθευση:
    1. της διάρκειας και του περιεχομένου της εκπαίδευσης σε αναγνωρισμένη μονάδα·
    2. του αριθμού, του είδους και της πολυπλοκότητας των πράξεων που εκτελέστηκαν, ιδίως ως κύριος χειριστής·
    3. της εποπτείας και της γνησιότητας των βεβαιώσεων των εκπαιδευτών·
    4. της πρόσφατης και ενεργού κλινικής δραστηριότητας· και
    5. της επάρκειας στην προεπεμβατική και μετεπεμβατική φροντίδα και στη διαχείριση επιπλοκών.
    Τυχόν εξέταση ή συμπληρωματική εκπαίδευση πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένες, τεκμηριωμένες ουσιώδεις διαφορές και να εφαρμόζεται με ενιαία, προκαθορισμένα κριτήρια. Η αόριστη φράση ότι οι υποψήφιοι «δύνανται» να παρακαθίσουν σε εξετάσεις δεν επαρκεί.
    9. Αξιολόγηση αναλογικότητας και ουσιαστική διαβούλευση
    Τα άρθρα 6 έως 10 του Ν. 174(Ι)/2021 απαιτούν εκ των προτέρων, αντικειμενική και ανεξάρτητη αξιολόγηση αναλογικότητας, επαρκώς λεπτομερή επεξήγηση, ποιοτική και – όπου είναι εφικτό – ποσοτική τεκμηρίωση, εξέταση λιγότερο περιοριστικών μέτρων και κατάλληλη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων επαγγελματικών φορέων.
    Το δημοσιευμένο επεξηγηματικό σημείωμα περιορίζεται ουσιαστικά στην απαρίθμηση των προς θεσμοθέτηση εξειδικεύσεων και στην προθεσμία της διαβούλευσης. Δεν παρουσιάζει την αξιολόγηση αναλογικότητας, δεν εξηγεί την επιλογή του EBIR, δεν αναλύει την επικάλυψη με τη Χειρουργική Αγγείων και δεν παραθέτει στοιχεία για τις εκπαιδευτικές μονάδες, την ασφάλεια των ασθενών ή τις συνέπειες για άλλες ειδικότητες.
    Πριν από τη θέσπιση των Κανονισμών, ζητείται:
    1. η γνωστοποίηση της αξιολόγησης αναλογικότητας και των επιστημονικών δεδομένων στα οποία στηρίχθηκε το προσχέδιο·
    2. η αυτοτελής αξιολόγηση κάθε τυχόν περιορισμού ή επιφύλαξης επαγγελματικής δραστηριότητας (εάν και όπου υπάρχει τέτοια)·
    3. η τεκμηρίωση της σχέσης μεταξύ συγκεκριμένης πράξης, κινδύνου και απαιτούμενου επαγγελματικού προσόντος·
    4. η εξέταση λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών, όπως η τεκμηριωμένη επάρκεια και η κλινική εξουσιοδότηση με κριτήρια κοινά για όλες τις σχετικές ειδικότητες· και
    5. η καταγραφή του τρόπου με τον οποίο αξιολογήθηκαν οι παρατηρήσεις της ΚΕΑΕΧ και των λοιπών ενδιαφερόμενων φορέων.
    Η ανάρτηση του σχεδίου στην πλατφόρμα αποτελεί δυνατότητα συμμετοχής, δεν υποκαθιστά όμως την απαιτούμενη ουσιαστική, τεκμηριωμένη και πολυμερή αξιολόγηση. Λόγω της έκτασης των αναγκαίων αλλαγών, η ΚΕΑΕΧ εισηγείται όπως το αναθεωρημένο κείμενο τεθεί σε σύντομη συμπληρωματική διαβούλευση πριν από την οριστικοποίησή του.
    10. Διάκριση μεταξύ τίτλου, ειδικής επάρκειας και κλινικής εξουσιοδότησης
    Για την ασφάλεια δικαίου πρέπει να διακρίνονται σε τρία διαφορετικά επίπεδα: (α) ο τίτλος εξειδίκευσης, που πιστοποιεί την ολοκλήρωση συγκεκριμένης εκπαίδευσης, (β) η ειδική επάρκεια ανά πράξη ή ομοειδή κατηγορία πράξεων, ιδίως αυξημένης πολυπλοκότητας ή κινδύνου, και (γ) η κλινική εξουσιοδότηση που χορηγεί το συγκεκριμένο νοσηλευτήριο, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την πρόσφατη επάρκεια του ιατρού όσο και τις υποδομές και υποστηρικτικές υπηρεσίες του ιδρύματος.
    Ο νέος τίτλος δεν πρέπει να θεωρείται ότι παρέχει αυτομάτως δικαίωμα ανεξάρτητης εκτέλεσης ολόκληρου του φάσματος των πράξεων ούτε ότι επιβάλλει αυτομάτως άρνηση κλινικής εξουσιοδότησης σε ιατρούς άλλης κύριας ειδικότητας. Τα κριτήρια πρέπει να συνδέονται με την πράξη, τον κίνδυνο, την εκπαίδευση, την εμπειρία και τη διατήρηση δεξιοτήτων, όχι αποκλειστικά με την ονομασία της ειδικότητας.
    Η ΚΕΑΕΧ αναγνωρίζει ότι η θέσπιση πλήρους εθνικού συστήματος πιστοποίησης ειδικής επάρκειας και κλινικής εξουσιοδότησης υπερβαίνει το αντικείμενο των παρόντων Κανονισμών και πιθανόν την εξουσιοδότηση των άρθρων 23 και 28 του Κεφ. 250. Για τον λόγο αυτό εισηγείται να περιληφθεί τώρα μόνο η βασική ρήτρα διαχωρισμού και να ακολουθήσει ευρύτερος θεσμικός διάλογος για ειδική πρωτογενή νομοθετική ρύθμιση που θα εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.
    «Η κατοχή του τίτλου εξειδίκευσης δεν δημιουργεί αποκλειστικό επαγγελματικό δικαίωμα ούτε συνεπάγεται αυτοδικαίως ειδική επάρκεια ή κλινική εξουσιοδότηση για την ανεξάρτητη διενέργεια κάθε πράξης που εμπίπτει στο γνωστικό αντικείμενο της εξειδίκευσης. Η διενέργεια πράξεων αυξημένης πολυπλοκότητας ή κινδύνου υπόκειται στις εκάστοτε εφαρμοζόμενες απαιτήσεις ειδικής επάρκειας, κλινικής διακυβέρνησης και αδειοδότησης του νοσηλευτηρίου.»
    Τέλος, επισημαίνεται ότι, μολονότι η παρούσα διαβούλευση αφορά πρωτίστως την αναγνώριση και την απόκτηση της εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία, το ζήτημα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ασφάλεια των ασθενών. Σε άλλα κανονιστικά πλαίσια έχουν ενσωματωθεί ήδη, στο ίδιο το πλαίσιο εκπαίδευσης και αναγνώρισης της εξειδίκευσης, ουσιώδεις ασφαλιστικές δικλίδες ως προς τα εκπαιδευτικά κέντρα, τη διεπιστημονική συνεργασία και τη διαχείριση επιπλοκών. Η δε εξειδίκευση δεν αποκτάται σε θεωρητικό περιβάλλον αλλά μέσω πρακτικής κλινικής εκπαίδευσης και επεμβατικών πράξεων σε πραγματικούς ασθενείς. Συνεπώς, τυχόν κενά στο εκπαιδευτικό και οργανωτικό πλαίσιο δεν αποτελούν απλώς νομοτεχνικές ατέλειες, αλλά δύνανται να έχουν άμεσες και μη αναστρέψιμες συνέπειες για την υγεία και ακόμη και τη ζωή των ασθενών. Για τον λόγο αυτό οι προτεινόμενες ασφαλιστικές δικλίδες πρέπει να θεσπιστούν ήδη στο παρόν στάδιο και όχι να αφεθούν αποκλειστικά σε μεταγενέστερη ρύθμιση ή πρακτική.
    11. Συνοπτικά αιτήματα της ΚΕΑΕΧ
    1. Νομοτεχνική διόρθωση: να ληφθεί υπόψη η Κ.Δ.Π. 346/2025, να διορθωθεί ο συνοπτικός τίτλος και η Επεμβατική Ακτινολογία να προστεθεί ως σημείο 5 του ισχύοντος Δεύτερου Πίνακα.
    2. Σαφής νομική φύση: να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για εξειδίκευση εντός της κύριας ειδικότητας της Ακτινολογίας και ότι ο τίτλος χορηγείται μόνο μετά την απόκτηση της κύριας ειδικότητας.
    3. Ρήτρα μη αποκλειστικότητας: να προβλεφθεί ρητά ότι ο τίτλος δεν περιορίζει το νόμιμο επαγγελματικό πεδίο της Χειρουργικής Αγγείων ή άλλων ειδικοτήτων και δεν δημιουργεί αυτοδίκαιη επάρκεια ή κλινική εξουσιοδότηση για κάθε πράξη.
    4. Αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά κέντρα: να καθοριστούν δεσμευτικά κριτήρια αναγνώρισης, υποδομών, στελέχωσης, διαχείρισης επιπλοκών και περιοδικού ελέγχου.
    5. Αγγειοχειρουργική συμμετοχή: να απαιτείται οργανωμένη Αγγειοχειρουργική υπηρεσία και συμμετοχή στην εκπαίδευση για το περιφερικό, αορτικό και σύνθετο φλεβικό σκέλος, με απαιτήσεις ανάλογες του κινδύνου κάθε πράξης.
    6. Αντικειμενικό πρόγραμμα: να θεσπιστούν αναλυτικό πρόγραμμα, ελάχιστοι αριθμοί πράξεων, πιστοποιημένο ημερολόγιο, πρακτική αξιολόγηση και προσόντα εκπαιδευτών.
    7. Μεταβατική Επιτροπή: να καθοριστούν πλήρως η σύνθεση και λειτουργία της, να συμμετέχει τουλάχιστον ένας Χειρουργός Αγγείων κατόπιν υπόδειξης της ΚΕΑΕΧ και να διευκρινιστεί ο συμβουλευτικός της χαρακτήρας.
    8. Μεταβατικά κριτήρια: να οριστεί ή να απαλειφθεί η «βεβαίωση ειδικού ενδιαφέροντος» και να διευκρινιστεί ότι το EBIR αποτελεί στοιχείο συνεκτίμησης, όχι αυτοτελή ή αμάχητη βάση απονομής τίτλου.
    9. Αναλογικότητα και επαναδιαβούλευση: να γνωστοποιηθεί η απαιτούμενη αξιολόγηση αναλογικότητας και το ουσιωδώς αναθεωρημένο κείμενο να τεθεί σε σύντομη συμπληρωματική διαβούλευση.
    10. Ευρύτερη νομοθετική μεταρρύθμιση: να αρχίσει θεσμικός διάλογος για σαφή πρωτογενή ρύθμιση της ιατρικής εξειδίκευσης, της ειδικής επάρκειας και της κλινικής εξουσιοδότησης σε δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτήρια.
    12. Καταληκτική θέση
    Η θεσμοθέτηση της Επεμβατικής Ακτινολογίας μπορεί να συμβάλει στην ποιότητα της ιατρικής εκπαίδευσης και της φροντίδας, εφόσον στηριχθεί σε σαφές, αντικειμενικό και πολυεπιστημονικό πλαίσιο. Στην παρούσα μορφή, όμως, το προσχέδιο περιέχει θεμελιώδες νομοτεχνικό σφάλμα, δεν οριοθετεί τις έννομες συνέπειες του τίτλου, δεν διασφαλίζει επαρκή αγγειοχειρουργική συμμετοχή και υποστήριξη, και αφήνει κρίσιμα μεταβατικά και διαδικαστικά ζητήματα σε υπερβολικά αόριστη διακριτική ευχέρεια.
    Η ΚΕΑΕΧ ζητεί όπως οι Κανονισμοί μην προωθηθούν ως έχουν, αλλά αναθεωρηθούν ουσιωδώς σύμφωνα με τις πιο πάνω παρατηρήσεις. Η Εταιρεία παραμένει διαθέσιμη για θεσμικό και επιστημονικό διάλογο, με αποκλειστικό γνώμονα την ασφάλεια των ασθενών, την ποιότητα της εκπαίδευσης και τη συνεργασία των εμπλεκόμενων ιατρικών ειδικοτήτων.
    Με εκτίμηση,
    Δρ Τριαντάφυλλος Γιαννακόπουλος
    Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου
    Κυπριακή Εταιρεία Αγγειακής &
    Ενδαγγειακής Χειρουργικής
    ΚΕΑΕΧ – CSVES
    csves.org
    Δρ. Παναγίτσα Χριστοφόρου
    Γενικός Γραμματέας ΔΣ
    Κυπριακή Εταιρεία Αγγειακής &
    Ενδαγγειακής Χειρουργικής
    ΚΕΑΕΧ – CSVES
    csves.org

  8. ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΓΕΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΝΔΑΓΓΕΙΑΚΗΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ (ΚΕΑΕΧ) (1ο ΜΕΡΟΣ)
    Δημόσια διαβούλευση επί των περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικών) Κανονισμών του 2026
    Λευκωσία, 9 Αυγούστου 2026
    Προς:
    Υπουργείο Υγείας και Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου
    Παρατηρήσεις επί της προτεινόμενης αναγνώρισης της εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία
    Η ΚΕΑΕΧ δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στη θεσμική αναγνώριση της Επεμβατικής Ακτινολογίας ως εξειδίκευσης της Ακτινολογίας. Το υπό διαβούλευση κείμενο, όμως, δεν πρέπει να προωθηθεί στην παρούσα μορφή του. Χρειάζεται ουσιώδη νομοτεχνική και κανονιστική αναθεώρηση, ώστε να διασφαλίζονται η ασφάλεια των ασθενών, η ποιότητα της εκπαίδευσης, η ασφάλεια δικαίου, η αναλογικότητα και η σαφής διάκριση μεταξύ προστατευόμενου τίτλου και αποκλειστικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων.
    1. Εισαγωγή και σκοπός του υπομνήματος
    Η ΚΕΑΕΧ, ως η επιστημονική εταιρεία που εκπροσωπεί τη Χειρουργική Αγγείων και Ενδαγγειακή Χειρουργική στην Κύπρο, υποβάλλει τις παρούσες παρατηρήσεις αποκλειστικά επί των προνοιών που αφορούν την Επεμβατική Ακτινολογία. Η Εταιρεία αναγνωρίζει τη σημαντική συμβολή της Επεμβατικής Ακτινολογίας στη σύγχρονη ιατρική και υποστηρίζει τη θεσμοθέτηση σαφών, υψηλών και ελέγξιμων προτύπων εκπαίδευσης και επάρκειας.
    Οι παρατηρήσεις δεν αποσκοπούν στη δημιουργία αντίστροφης αποκλειστικότητας υπέρ των Χειρουργών Αγγείων ούτε στην προστασία οικονομικών ή επαγγελματικών συμφερόντων. Εδράζονται στην προστασία της δημόσιας υγείας, στη διασφάλιση ισοδύναμων κριτηρίων για συγκρίσιμους κινδύνους και στην ανάγκη να μην μετατραπεί σιωπηρά ένας νέος τίτλος εξειδίκευσης σε μέσο αποκλεισμού άλλων αναγνωρισμένων ειδικοτήτων από πράξεις που εμπίπτουν νόμιμα στο γνωστικό και επαγγελματικό τους αντικείμενο.
    Η ΚΕΑΕΧ επισημαίνει ότι η δημόσια διαβούλευση αφορά κανονιστικό κείμενο με δυνητικές συνέπειες όχι μόνο στην εκπαίδευση και στη χρήση τίτλου, αλλά και στη μελλοντική πρόσβαση σε κλινικές πράξεις, στην οργάνωση των νοσηλευτηρίων και στην παροχή κλινικής εξουσιοδότησης. Για τον λόγο αυτό απαιτείται ιδιαίτερη ακρίβεια ως προς το αντικείμενο, τις αρμοδιότητες, τα κριτήρια και τις έννομες συνέπειες της ρύθμισης.
    2. Θεμελιώδες νομοτεχνικό σφάλμα: παράλειψη της Κ.Δ.Π. 346/2025
    Το προσχέδιο αναφέρει ότι θα διαβάζεται μαζί με τους περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) Κανονισμούς «του 2003 μέχρι 2017» και παρουσιάζει την Επεμβατική Ακτινολογία ως σημείο 1 του Δεύτερου Πίνακα. Η διατύπωση αυτή δεν αντανακλά το ισχύον δίκαιο.
    Με την Κ.Δ.Π. 346/2025 τροποποιήθηκε ο Κανονισμός 8, με την προσθήκη της φράσης «ή και μετά την ολοκλήρωσή της», και αντικαταστάθηκε ολόκληρος ο Δεύτερος Πίνακας. Ο ισχύων Δεύτερος Πίνακας περιλαμβάνει ήδη: (1) Εντατική Νοσηλεία Νεογνών, (2) Εντατική Θεραπεία Ενηλίκων, (3) Παιδονευρολογία και (4) Λοιμωξιολογία. Συνεπώς, η Επεμβατική Ακτινολογία πρέπει να προστεθεί ως σημείο 5, μετά το υφιστάμενο σημείο 4, και ο συνοπτικός τίτλος πρέπει να παραπέμπει στους Κανονισμούς του 2003 έως 2025.
    Το σφάλμα δεν είναι απλώς τυπικό. Το προσχέδιο επιχειρεί να τροποποιήσει εκδοχή του Δεύτερου Πίνακα η οποία έχει ήδη αντικατασταθεί, γεγονός που δημιουργεί εσωτερική ασυμβατότητα και σοβαρή αβεβαιότητα ως προς το κείμενο που τελικά θα ισχύει. Ζητείται, επομένως, πλήρης νομοτεχνική επανεπεξεργασία πριν από την προώθηση των Κανονισμών.
    3. Νομοθετική εξουσιοδότηση και ακριβείς έννομες συνέπειες
    Τα άρθρα 17, 23 και 28 του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου, Κεφ. 250, παρέχουν βάση για την καταχώριση πρόσθετων προσόντων, τον καθορισμό ειδικών προσόντων που αφορούν ειδικότητες και τη ρύθμιση της εκπαίδευσης για σκοπούς ειδίκευσης. Η βάση αυτή μπορεί να στηρίξει την αναγνώριση πρόσθετου προσόντος εντός της κύριας ειδικότητας της Ακτινολογίας.
    Δεν παρέχει, όμως, σαφή και ειδική εξουσιοδότηση για τη δημιουργία αυτοτελούς νέου ρυθμιστικού τίτλου με ιδιαίτερη διαδικασία εξετάσεων, απονομής και περιοριστικές ή αποκλειστικές συνέπειες ως προς το πεδίο άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος. Ούτε εξουσιοδοτεί την αφαίρεση από υφιστάμενη κύρια ειδικότητα πράξεων που περιλαμβάνονται στην αναγνωρισμένη εκπαίδευση και επαγγελματική της δραστηριότητα.
    Εάν ο σκοπός περιορίζεται στην αναγνώριση τίτλου ή πρόσθετου προσόντος, αυτό πρέπει να δηλωθεί ρητά. Εάν επιδιώκονται ευρύτερες συνέπειες – όπως επιφύλαξη πράξεων, νέο σύστημα πιστοποίησης ειδικής επάρκειας ή δεσμευτικοί κανόνες κλινικής εξουσιοδότησης – απαιτείται προηγουμένως σαφής πρωτογενής νομοθετική εξουσιοδότηση και ολοκληρωμένο πλαίσιο που να καλύπτει ισότιμα δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτήρια.
    4. Ρητή ρήτρα μη αποκλειστικότητας
    Η Οδηγία (ΕΕ) 2018/958 και ο Ν. 174(Ι)/2021 διακρίνουν μεταξύ προστατευόμενου επαγγελματικού τίτλου και αποκλειστικών δραστηριοτήτων. Η αναγνώριση τίτλου εξειδίκευσης δεν συνεπάγεται, χωρίς άλλη ειδική ρύθμιση, ότι όλες οι πράξεις που σχετίζονται με το γνωστικό του αντικείμενο επιφυλάσσονται αποκλειστικά στους κατόχους του.
    Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη επειδή υπάρχει πραγματική και θεμιτή επιστημονική επικάλυψη. Η σύγχρονη Χειρουργική Αγγείων περιλαμβάνει ανοικτή, ενδαγγειακή και υβριδική χειρουργική, ενώ η Επεμβατική Ακτινολογία περιλαμβάνει επίσης σειρά αγγειακών και ενδαγγειακών παρεμβάσεων. Η δημιουργία του νέου τίτλου δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί μεταγενέστερα ως de facto προϋπόθεση για τη διενέργεια ενδαγγειακών πράξεων ή για τη χορήγηση κλινικής εξουσιοδότησης σε Χειρουργούς Αγγείων ή άλλους ιατρούς με ισοδύναμη τεκμηριωμένη επάρκεια.
    Η ΚΕΑΕΧ εισηγείται την ακόλουθη βασική ρήτρα:
    «Η αναγνώριση της εξειδίκευσης στην Επεμβατική Ακτινολογία δεν δημιουργεί, αφ’ εαυτής, αποκλειστικό επαγγελματικό δικαίωμα επί οποιασδήποτε αγγειακής ή ενδαγγειακής πράξης και δεν περιορίζει το νόμιμο γνωστικό και επαγγελματικό αντικείμενο της Χειρουργικής Αγγείων ή άλλων αναγνωρισμένων ιατρικών ειδικοτήτων. Η κατοχή του τίτλου εξειδίκευσης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ειδική επάρκεια ή κλινική εξουσιοδότηση για την ανεξάρτητη διενέργεια κάθε πράξης που εμπίπτει στο γνωστικό αντικείμενο της εξειδίκευσης.»
    Η ρήτρα δεν παρέχει αποκλειστικότητα σε οποιαδήποτε ειδικότητα. Αποτρέπει μόνο τη σιωπηρή μετατροπή ενός εκπαιδευτικού τίτλου σε επιφύλαξη δραστηριοτήτων και διατηρεί τη δυνατότητα αξιολόγησης της πραγματικής επάρκειας κάθε ιατρού με αντικειμενικά, ισότιμα και βασισμένα στον κίνδυνο κριτήρια.

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο