Ο περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2026
Υπουργείο Υγειας
«Ο περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2026»
Το Υπουργείο Υγείας ανακοινώνει την έναρξη Δημόσιας Διαβούλευσης επί του τροποποιητικού κειμένου κανονισμών με τίτλο:
«Οι Περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2026»
Σκοπός των εν λόγω τροποποιητικών κανονισμών είναι η θεσμοθέτηση των εξής ιατρικών εξειδικεύσεων :
– Επεμβατική Ακτινολογία
– Σακχαρώδης Διαβήτης
– Εντατική Θεραπεία Παίδων
– Αναπτυξιακή Παιδιατρική
– Παιδοαλλεργιολογία
– Παιδογαστρεντερολογία
– Παιδοενδοκρινολογία
– Παιδονεφρολογία
– Παιδογκολογία-Παιδοαιματολογία
– Παιδοπνευμονολογία
– Παιδορευματολογία
– Παιδοκαρδιολογία
Το Υπουργείο Υγείας θέτει προς διαβούλευση τους ανωτέρω κανονισμούς και προσκαλεί κάθε ενδιαφερόμενο να αποστείλει ηλεκτρονικά, μέσω της πλατφόρμας η–Διαβούλευση, τις απόψεις, σχόλια και παρατηρήσεις του το αργότερο μέχρι τις 10 Αυγούστου 2026.
Για περισσότερες πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν με την κα Έλενα Χρυσοστόμου
Βοηθός Γραμματειακός λειτουργός,
στο τηλέφωνο 22605418 ή στο email echrysostomou@moh.gov.cy
Λευκωσία, 7 Ιουλίου 2026
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ
- Υπό επεξεργασία
- Αναρτήθηκε
06 Ιούλ 2026 @ 0:00 - Ανοικτή σε σχόλια ως
10 Αυγ 2026 @ 23:50 - 27 σχόλια
M
Σχόλιο επί των προτεινόμενων μεταβατικών διατάξεων για την Επεμβατική Ακτινολογία
Η θεσμοθέτηση της Επεμβατικής Ακτινολογίας ως εξειδίκευσης αποτελεί θετική και αναγκαία εξέλιξη για την ποιότητα της εκπαίδευσης και την ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών. Το νέο κανονιστικό πλαίσιο, όμως, οφείλει να λαμβάνει υπόψη την επαγγελματική πραγματικότητα που είχε ήδη διαμορφωθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία και να προβλέπει δίκαιες, αντικειμενικές και αναλογικές μεταβατικές ρυθμίσεις.
Στην Κύπρο υπάρχουν ειδικοί Ακτινολόγοι που ασκούν αποδεδειγμένα και συνεχώς την Επεμβατική Ακτινολογία για περισσότερο από 15 έτη, με εκτεταμένη κλινική δραστηριότητα και μεγάλο αριθμό σύνθετων επεμβατικών πράξεων. Η δραστηριότητα αυτή δεν αναπτύχθηκε εκτός του θεσμικού συστήματος υγείας. Ήδη από το 2011 και το 2012 το ίδιο το Υπουργείο Υγείας είχε συνάψει συμβάσεις για παροχή υπηρεσιών Επεμβατικής Ακτινολογίας σε δημόσια νοσηλευτήρια, πριν ακόμη θεσμοθετηθεί η εξειδίκευση στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας στην πράξη το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο και τους ιατρούς που το ασκούσαν.
Δεν είναι εύλογο η σημερινή θεσμοθέτηση να αποκλείει από τη μεταβατική διαδικασία ιατρούς οι οποίοι ασκούσαν νόμιμα, συνεχώς και τεκμηριωμένα το αντικείμενο πριν από τη δημιουργία του νέου πλαισίου, επειδή δεν διαθέτουν τίτλους ή βεβαιώσεις που δεν αποτελούσαν τότε προϋπόθεση για την άσκησή του, ιδιαίτερα όταν η Επεμβατική Ακτινολογία αποτελούσε και αποτελεί ουσιώδες μέρος της εκπαίδευσης της Ακτινολογίας.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η διαφορετική μεταχείριση της Επεμβατικής Ακτινολογίας σε σχέση με άλλες εξειδικεύσεις του ίδιου κανονιστικού πλαισίου. Για άλλες εξειδικεύσεις προβλέπεται μεταβατική αναγνώριση βάσει αποδεδειγμένης πολυετούς άσκησης και επαγγελματικής εμπειρίας, ενώ στην Επεμβατική Ακτινολογία εισάγονται διαφορετικά κριτήρια, μεταξύ άλλων και συνολική επταετής διάρκεια εκπαίδευσης, χωρίς αντίστοιχη αυτοτελή δυνατότητα αξιολόγησης της πραγματικής και τεκμηριωμένης εμπειρίας που αποκτήθηκε στην Κύπρο. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση συγκρίσιμων μεταβατικών καταστάσεων απαιτεί ειδική, αντικειμενική και επαρκή αιτιολόγηση υπό το πρίσμα των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας.
Παράλληλα, πρέπει να διευκρινιστεί με πλήρη διαφάνεια ποιοι είναι οι εμπειρογνώμονες και οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Υγείας που συμμετείχαν ή θα συμμετέχουν στη διαμόρφωση και αξιολόγηση των σχετικών κριτηρίων, με ποια ιδιότητα θα επιλεχθούν και ποια ειδική γνώση ή εμπειρία διαθέτουν στην Επεμβατική Ακτινολογία. Πρόκειται για ιδιαίτερα εξειδικευμένο αντικείμενο και οι σχετικές αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται από πραγματικά ανεξάρτητα και κατάλληλα καταρτισμένα πρόσωπα, με θεσμική συμμετοχή και της Ακτινολογικής Εταιρείας Κύπρου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η διασφάλιση της αμεροληψίας της διαδικασίας. Πρέπει να προβλέπονται σαφείς κανόνες δήλωσης συμφερόντων, αποχής και αντικατάστασης οποιουδήποτε μέλους τελεί σε πραγματική, δυνητική ή ευλόγως αντιληπτή σύγκρουση συμφερόντων, ιδίως όταν υπάρχει επαγγελματικό, οικονομικό, ανταγωνιστικό ή άλλο συμφέρον που μπορεί να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες ως προς την αντικειμενικότητα της κρίσης του.
Η ανάγκη ουσιαστικής μεταβατικής προστασίας δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα της Ιατρικής. Οι αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας αποτελούν βασικές αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου όταν νέα κανονιστικά πλαίσια επηρεάζουν ήδη διαμορφωμένες επαγγελματικές καταστάσεις. Στην ίδια κατεύθυνση, η Οδηγία 2005/36/ΕΚ αναγνωρίζει, στο πλαίσιο των μηχανισμών που θεσπίζει, τη σημασία της πραγματικής και νόμιμης επαγγελματικής εμπειρίας και των γνώσεων και δεξιοτήτων που έχουν αποκτηθεί μέσω αυτής.
Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να προβλεφθεί ισότιμη, αντικειμενική και ουσιαστική μεταβατική οδός, στην οποία η πραγματική άσκηση της Επεμβατικής Ακτινολογίας, η εκπαίδευση, η διάρκεια και το εύρος της δραστηριότητας, ο αριθμός και το είδος των επεμβατικών πράξεων, τα κλινικά δικαιώματα, οι βεβαιώσεις νοσηλευτηρίων και οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών να αποτελούν αυτοτελή στοιχεία εξατομικευμένης αξιολόγησης.
Μια τέτοια ρύθμιση δεν υποβαθμίζει τα πρότυπα της νέας εξειδίκευσης. Αντιθέτως, διασφαλίζει ότι η αναγνώριση θα βασίζεται στην πραγματική και αποδεδειγμένη επαγγελματική επάρκεια και όχι αποκλειστικά σε τυπικές προϋποθέσεις που δεν υφίσταντο όταν οι ήδη ασκούντες ιατροί εκπαιδεύθηκαν και άρχισαν να ασκούν το αντικείμενο.
Παράλληλα, προστατεύεται η συνέχεια της φροντίδας των ασθενών, ιδιαίτερα ογκολογικών ασθενών που παρακολουθούνται μακροχρόνια και υποβάλλονται σε επαναλαμβανόμενες πράξεις Επεμβατικής Ακτινολογίας. Η διακοπή της δυνατότητας των ήδη θεραπόντων ιατρών να συνεχίσουν τις πράξεις αυτές μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις, να διαταράξει θεραπευτικά πρωτόκολλα και να επιβαρύνει τόσο τους ασθενείς όσο και το σύστημα υγείας. Το ζήτημα, επομένως, αφορά όχι μόνο επαγγελματικά δικαιώματα, αλλά και τους ίδιους τους ασθενείς, τις οργανώσεις που τους εκπροσωπούν και το δημόσιο συμφέρον.
Η θέσπιση ενός νέου πλαισίου πρέπει να ρυθμίζει το μέλλον χωρίς να διαγράφει την πραγματικότητα που προϋπήρχε αυτού. Η απουσία ουσιαστικής μεταβατικής οδού, σε συνδυασμό με τη διαφορετική μεταχείριση άλλων εξειδικεύσεων και την ανάγκη διαφάνειας και αμεροληψίας στη διαδικασία αξιολόγησης, ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρά ζητήματα ίσης μεταχείρισης, αναλογικότητας, ασφάλειας δικαίου, προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και εν γένει νομιμότητας των προτεινόμενων ρυθμίσεων.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση των μεταβατικών διατάξεων, ώστε η μακροχρόνια, συνεχής και τεκμηριωμένη άσκηση της Επεμβατικής Ακτινολογίας στην Κυπριακή Δημοκρατία να αποτελεί αυτοτελή βάση ουσιαστικής αξιολόγησης, με αντικειμενικά, διαφανή και ισότιμα κριτήρια, από πρόσωπα με αποδεδειγμένη ειδική γνώση και εμπειρία, πλήρη ανεξαρτησία και χωρίς πραγματική, δυνητική ή ευλόγως αντιληπτή σύγκρουση συμφερόντων.
Η θεσμοθέτηση της Επεμβατικής Ακτινολογίας ως εξειδίκευσης θεωρείται θετική εξέλιξη, όμως οι προτεινόμενες μεταβατικές διατάξεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την πραγματική επαγγελματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Κύπρο πριν από τη θεσμοθέτηση της εξειδίκευσης.
Στην Κύπρο υπάρχουν Ακτινολόγοι με 15 και πλέον χρόνια συνεχούς και τεκμηριωμένης άσκησης της Επεμβατικής Ακτινολογίας, σημαντική κλινική εμπειρία και μεγάλο αριθμό σύνθετων επεμβάσεων, πριν ακόμη θεσμοθετηθεί αντίστοιχη εξειδίκευση στην Ελλάδα.
Ως εκ τούτου, υποστηρίζεται ότι δεν είναι εύλογο οι ιατροί αυτοί να αποκλείονται από τη μεταβατική αναγνώριση επειδή δεν διαθέτουν τυπικούς τίτλους ή πιστοποιήσεις που δεν υπήρχαν και δεν αποτελούσαν προϋπόθεση κατά τον χρόνο της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
Ιδιαίτερη ένσταση διατυπώνεται για τη διαφορετική μεταχείριση της Επεμβατικής Ακτινολογίας σε σχέση με άλλες εξειδικεύσεις, όπου η πολυετής επαγγελματική εμπειρία μπορεί να αποτελεί βάση μεταβατικής αναγνώρισης. Ζητείται, επομένως, αντικειμενική αιτιολόγηση της διαφοροποίησης, με βάση τις αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Παράλληλα, ζητείται διαφάνεια ως προς τη σύνθεση και τα προσόντα των εμπειρογνωμόνων και εκπροσώπων του Υπουργείου Υγείας που συμμετέχουν στη διαμόρφωση ή αξιολόγηση των κριτηρίων. Η αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται από ανεξάρτητους και κατάλληλα καταρτισμένους ειδικούς στην Επεμβατική Ακτινολογία, με συμμετοχή θεσμικών εκπροσώπων της Ακτινολογικής Εταιρείας Κύπρου και με σαφείς κανόνες για δήλωση, αποχή και αντικατάσταση μελών σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων.
Προτείνεται, συνεπώς, η δημιουργία μιας ισότιμης και ουσιαστικής μεταβατικής οδού, όπου θα αξιολογούνται εξατομικευμένα στοιχεία όπως η διάρκεια και συνέχεια της άσκησης της Επεμβατικής Ακτινολογίας, η προηγούμενη εκπαίδευση, το εύρος και το είδος των επεμβάσεων, ο αριθμός των πράξεων, τα κλινικά δικαιώματα, οι βεβαιώσεις νοσηλευτηρίων, οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών και κάθε άλλο αντικειμενικό αποδεικτικό στοιχείο.
Η προσέγγιση αυτή δεν υποβαθμίζει τα νέα εκπαιδευτικά πρότυπα, αλλά επιτρέπει την αναγνώριση της πραγματικής και αποδεδειγμένης επαγγελματικής επάρκειας όσων ασκούσαν το αντικείμενο επί πολλά χρόνια πριν δημιουργηθεί το νέο θεσμικό πλαίσιο.
Τέλος, τονίζεται ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα επαγγελματικά δικαιώματα των ιατρών, αλλά και τη συνέχεια της φροντίδας των ασθενών, ιδίως ασθενών με μακροχρόνια και επαναλαμβανόμενη ανάγκη επεμβατικών πράξεων. Η αιφνίδια απομάκρυνση έμπειρων ιατρών από την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών θα μπορούσε να προκαλέσει καθυστερήσεις και διατάραξη της θεραπευτικής συνέχειας.
Κεντρικό αίτημα: οι μεταβατικές διατάξεις να αναδιατυπωθούν ώστε η μακροχρόνια, συνεχής και τεκμηριωμένη άσκηση της Επεμβατικής Ακτινολογίας στην Κύπρο να αποτελεί αυτοτελή βάση ουσιαστικής αξιολόγησης και αναγνώρισης, με διαφανή, αντικειμενικά, ισότιμα και αμερόληπτα κριτήρια.
Εκ μέρους της Μονάδας Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας ΝΑΜ ΙΙΙ
Παρατηρήσεις και εισηγήσεις επί των προτεινόμενων Κανονισμών για τις Παιδιατρικές Εξειδικεύσεις
Η θεσμοθέτηση των Παιδιατρικών Εξειδικεύσεων αποτελεί ιδιαίτερα θετική και αναγκαία εξέλιξη. Προτείνεται, ωστόσο, το πλαίσιο να διασφαλίζει ενιαία, αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, σύμφωνα με τις ισχύουσες ευρωπαϊκές απαιτήσεις εκπαίδευσης και τα πρότυπα των αντίστοιχων ευρωπαϊκών επιστημονικών εταιρειών.
Ειδικότερα προτείνονται τα ακόλουθα:
1. Εκπαίδευση βάσει γνώσεων, δεξιοτήτων και επαγγελματικών ικανοτήτων
Η αναγνώριση κάθε εξειδίκευσης να μην βασίζεται μόνο στη χρονική διάρκεια της εκπαίδευσης, αλλά στην τεκμηριωμένη απόκτηση των απαιτούμενων γνώσεων, δεξιοτήτων και επαγγελματικών ικανοτήτων. Να καθοριστεί συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για κάθε εξειδίκευση και να προβλέπεται βιβλίο καταγραφής και ατομικός φάκελος εκπαίδευσης, όπου θα τεκμηριώνονται το εύρος και ο όγκος περιστατικών, η κλινική δραστηριότητα και οι αξιολογήσεις των εκπαιδευτών.
2. Σαφή κριτήρια αναγνώρισης εκπαιδευτικών κέντρων και εκπαιδευτών
Η καταλληλότητα ενός κέντρου να καθορίζεται από την επάρκεια των εκπαιδευτών, τον όγκο και το εύρος των περιστατικών, την υποδομή, την εποπτεία και τη δυνατότητα κάλυψης του απαιτούμενου εκπαιδευτικού προγράμματος. Να επιτρέπεται η συμπλήρωση της εκπαίδευσης σε περισσότερα του ενός κέντρα όπου απαιτείται.
3. Αναγνώριση προηγούμενης εκπαίδευσης και κλινικής εμπειρίας
Οι μεταβατικές διατάξεις θα πρέπει να προβλέπουν αντικειμενική αξιολόγηση της προηγούμενης εκπαίδευσης και της πολυετούς, οργανωμένης και εποπτευόμενης κλινικής άσκησης που αποκτήθηκε πριν από τη θεσμοθέτηση των νέων τίτλων. Η χώρα στην οποία αποκτήθηκε η εμπειρία δεν θα πρέπει να αποτελεί από μόνη της κριτήριο αναγνώρισης. Καθοριστικά κριτήρια πρέπει να είναι η ποιότητα, η διάρκεια, το περιεχόμενο και το εύρος της κλινικής δραστηριότητας και η αντιστοίχισή τους προς τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης εξειδίκευσης. Η αρχή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν προηγουμένως δεν υπήρχε θεσμοθετημένη εθνική εκπαιδευτική διαδρομή.
4. Διαφορετική διαδικασία για τους μελλοντικούς εκπαιδευόμενους και τους ήδη ασκούντες
Για όσους αρχίζουν εκπαίδευση μετά τη θεσμοθέτηση των Κανονισμών να εφαρμόζονται πλήρως οι νέες εκπαιδευτικές απαιτήσεις. Για όσους ήδη ασκούσαν τεκμηριωμένα το αντικείμενο πριν από τη θεσμοθέτησή του, να προβλέπεται μεταβατική αξιολόγηση των ήδη αποκτηθεισών γνώσεων, δεξιοτήτων και επαγγελματικών ικανοτήτων και όχι υποχρεωτική επανάληψη εκπαίδευσης που αποδεικνύεται ότι έχει ήδη ουσιαστικά καλυφθεί.
5. Διαφανής αξιολόγηση και δυνατότητα συμπληρωματικής εκπαίδευσης
Να δημοσιευθούν εκ των προτέρων οι απαιτούμενες επαγγελματικές ικανότητες και τα αποδεκτά αποδεικτικά στοιχεία για κάθε εξειδίκευση. Για τους ήδη ασκούντες να επιτρέπεται αναδρομική τεκμηρίωση μέσω επίσημων στοιχείων νοσηλευτηρίων, ηλεκτρονικών αρχείων, στατιστικών κλινικής δραστηριότητας, βεβαιώσεων εποπτών και στοιχείων συνεχιζόμενης εκπαίδευσης. Σε περίπτωση μερικής ισοδυναμίας να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες ελλείψεις και να απαιτείται μόνο η αναγκαία συμπληρωματική εκπαίδευση και όχι επανάληψη ολόκληρου του προγράμματος.
6. Ακαδημαϊκοί τίτλοι και επιστημονική δραστηριότητα
Να διευκρινιστεί ρητά ότι **κανένας μεταπτυχιακός ή διδακτορικός τίτλος δεν είναι από μόνος του επαρκής για την απόκτηση ή αναγνώριση τίτλου εξειδίκευσης**, ακόμη και εάν αφορά το ίδιο γνωστικό αντικείμενο. Οι ακαδημαϊκοί τίτλοι αποτελούν πρόσθετα επιστημονικά προσόντα, αλλά δεν μπορούν να υποκαθιστούν την απαιτούμενη οργανωμένη και εποπτευόμενη κλινική εκπαίδευση, την επαρκή κλινική εμπειρία και την τεκμηριωμένη επαγγελματική επάρκεια ούτε να εξομοιώνονται αυτομάτως με συγκεκριμένη διάρκεια κλινικής εκπαίδευσης. Αντίστοιχα, οι επιστημονικές δημοσιεύσεις και η συμμετοχή σε συνέδρια να συνεκτιμώνται, χωρίς να αποτελούν αυτοτελή προϋπόθεση αναγνώρισης μιας κλινικής εξειδίκευσης.
7. Εξετάσεις, Επιτροπές και δικαίωμα επανεξέτασης
Να καθορίζονται εκ των προτέρων οι περιπτώσεις στις οποίες απαιτούνται εξετάσεις, η εξεταστέα ύλη, η μορφή και η βάση επιτυχίας. Οι Επιτροπές να περιλαμβάνουν ειδικούς της αντίστοιχης εξειδίκευσης, με σαφείς κανόνες για σύγκρουση συμφερόντων και αιτιολόγηση των αποφάσεων. Σε περίπτωση μη αναγνώρισης να γνωστοποιούνται συγκεκριμένα οι ελλείψεις και να προβλέπεται δικαίωμα επανεξέτασης ή ένστασης. Να εξεταστεί επίσης η παράταση της εξάμηνης προθεσμίας των μεταβατικών διατάξεων.
8. Παιδιατρική Ενδοκρινολογία και Σακχαρώδης Διαβήτης Παίδων
Να αποσαφηνιστεί η σχέση μεταξύ της Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και της προτεινόμενης χωριστής εξειδίκευσης στον Σακχαρώδη Διαβήτη μετά την Παιδιατρική, δεδομένου ότι στο αντίστοιχο ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό πλαίσιο η Παιδιατρική Ενδοκρινολογία και ο Διαβήτης αποτελούν ενιαίο πεδίο εκπαίδευσης. Να τεκμηριωθεί η σκοπιμότητα χωριστού τίτλου, να αποφεύγεται η διπλή εκπαίδευση ή πιστοποίηση για τις ίδιες γνώσεις και δεξιότητες και να καθοριστεί σαφώς ότι η επαρκής εκπαίδευση στην Παιδιατρική Ενδοκρινολογία και Διαβήτη περιλαμβάνει την αντιμετώπιση του Σακχαρώδους Διαβήτη σε παιδιά και εφήβους.
Συμπέρασμα
Το νέο πλαίσιο προτείνεται να στηριχθεί σε **ενιαία ευρωπαϊκά επιστημονικά κριτήρια, τεκμηριωμένη κλινική επάρκεια, διαφάνεια και ίση μεταχείριση**.
Για τους ήδη ασκούντες πριν από τη θεσμοθέτηση των νέων τίτλων θα πρέπει να προβλέπεται αντικειμενική αναγνώριση της προηγούμενης εκπαίδευσης και κλινικής εμπειρίας, με τις ίδιες απαιτήσεις επάρκειας που ισχύουν για όλους, αλλά με δυνατότητα διαφορετικού τρόπου τεκμηρίωσης της απόκτησής τους.
Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης χωρίς να παραγνωρίζεται ή να απαιτείται να επαναληφθεί τεκμηριωμένη κλινική εκπαίδευση και εμπειρία που έχει ήδη αποκτηθεί.
Θέμα:
Συμπερίληψη Παιδοεπειγοντολογίας στις εξειδικεύσεις προς θεσμοθέτηση
Χαιρετίζω την κίνηση του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου για θεσμοθέτηση παιδιατρικών εξειδικεύσεων. Η εξειδίκευση της Παιδιατρικής Επειγοντολογίας δυστυχώς δεν συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των προτεινόμενων, όπως θα όφειλε κατά την άποψή μου.
Η Παιδοεπειγοντολογία, ή αλλιώς Επείγουσα Ιατρική Παίδων (Paediatric Emergency Medicine – PEM), αποτελεί αναγνωρισμένη εξειδίκευση με συγκεκριμένες οδούς εκπαίδευσης σε πολλές χώρες του κόσμου, όπως Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Ελβετία, Ισραήλ και πολλές άλλες. Η θεσμοθέτηση της ως εξειδίκευση διεθνώς έχει αναβαθμίσει το επίπεδο παροχής επείγουσας παιδιατρικής φροντίδας και έχει συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη σχετικής έρευνας καθώς και βελτίωσης των σχετικών δομών και υπηρεσιών υγείας.
Στην Κύπρο εδώ και 3.5 χρόνια λειτουργεί αυτόνομο τμήμα ΤΑΕΠ αποκλειστικά για παιδιά, του οποίου η επισκεψιμότητα έχει αυξηθεί σημαντικά από την έναρξη λειτουργίας του υπάρχει ενδιαφέρον δημιουργίας και άλλων παρόμοιων τμημάτων στην Κύπρο. Το ΤΑΕΠ Παίδων αντιμετωπίζει ποικίλες παιδιατρικές καταστάσεις, που εκτείνονται πέρα από τις καταστάσεις που αντιμετωπίζει η Γενική Παιδιατρική και στις οποίες έχουν εκπαίδευση οι πλείστοι Γενικοί Παιδίατροι. Αυτή τη στιγμή, το ΤΑΕΠ Παίδων στελεχώνεται σχεδόν αποκλειστικά από Γενικούς Παιδιάτρους. Σε κανένα άλλο εξειδικευμένο τομέα της Παιδιατρικής δεν θα αναμενόταν από Γενικούς Παιδιάτρους χωρίς εξειδικευμένη εκπαίδευση (ή έστω Ειδικό ενδιαφέρον) να ασκούν σχετικά καθήκοντα. Δυστυχώς, χωρίς την αναγνώριση και θεσμοθέτηση της εξειδίκευσης στην Κύπρο, δύσκολα θα υπάρξουν συνάδελφοι που θα ολοκληρώσουν τη σχετική εκπαίδευση εξειδίκευσης σε άλλη χώρα.
Η εκπαίδευση της Επείγουσας Ιατρικής Παίδων διαρκεί 2 – 3 χρόνια αναλόγως της χώρας (και του βαθμού προηγούμενης σχετικής εκπαίδευσης στο εν λόγω σύστημα), και περιλαμβάνει σαφώς καθορισμένους στόχους εκπαίδευσης και σύστημα αξιολόγησης. Απαιτείται, πέρα από εμπειρία και γνώση αντιμετώπισης σοβαρών και εκτάκτων παθολογικών παιδιατρικών καταστάσεων, εκπαίδευση στο τραύμα και τις κακώσεις, περίοδο εκπαίδευσης στην Εντατική Θεραπεία, εκπαίδευση στην παιδική προστασία/κακοποίηση. Το εκπαιδευτικό curriculum περιλαμβάνει στόχους εκπαίδευσης σε άλλες ειδικότητες, όπως παιδοχειρουργική, ορθοπαιδική, οφθαλμολογία, ακτινολογία, και άλλες ειδικότητες. Τέτοια εκπαίδευση απαιτεί επίσημη, αναγνωρισμένη και πρακτική κλινική άσκηση, που δεν μπορεί να αποκτηθεί μόνο με την απόκτηση κάποιου μεταπτυχιακού διπλώματος. Θεωρώ ότι η εξειδίκευση θα πρέπει να αναγνωρίζεται σε άτομα με επίσημο τίτλο άλλης χώρας.
Είναι λυπηρό που, ενώ το Υπουργείο Υγείας και ο ΟΚΥΠΥ έχουν επενδύσει αρκετά στη δημιουργία ΤΑΕΠ Παίδων, δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί η ανάγκη θεσμοθέτησης της σχετικής εξειδίκευσης ώστε να υπάρξει κίνητρο για την απόκτηση επίσημης εκπαίδευσης και εμπειρίας. Προτείνω στο ΙΣΚ να εξετάσει σοβαρά τη συμπερίληψη της Παιδιατρικής Επειγοντολογίας στη λίστα εξειδικεύσεων προς θεσμοθέτηση.
Επισημαίνω επίσης ότι έχει γίνει και στο παρελθόν προσπάθεια μέσα από γραπτή επικοινωνία μου με το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου σχετικά με την αναγνώριση της εξειδίκευσης της Παιδοεπειγοντολογίας, και έχουν προσκομιστεί σχετικά αποδεικτικά από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Στη διάθεση σας για περισσότερες πληροφορίες.
Με εκτίμηση,
Χάρις Αχιλλέως
Παιδίατρος – Παιδοεπειγοντολόγος
Υπεύθυνη Παιδιατρικού Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών,
Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας
Εκ μέρους της Εθνικής Ομάδας Παιδογκολογίας/Παιδοαιματολογίας
Εισηγήσεις σχετικά με την αναγνώριση της εξειδίκευσης Παιδογκολογίας–Παιδοαιματολογίας
Σε σχέση με τους προτεινόμενους περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2026 και ειδικότερα τις διατάξεις που αφορούν την Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία, θεωρούμε ότι απαιτούνται ορισμένες σημαντικές συμπληρώσεις, ώστε να καλύπτονται επαρκώς τόσο η αναγνώριση των ήδη υπηρετούντων ιατρών όσο και η εκπαίδευση στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία στην Κύπρο.
Ειδικότερα, εισηγούμαστε τα ακόλουθα:
1. Αναγνώριση υφιστάμενων τίτλων και διπλωμάτων στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία
Στις μεταβατικές διατάξεις δεν γίνεται ειδική αναφορά σε παιδιάτρους οι οποίοι έχουν ήδη αποκτήσει αναγνωρισμένο τίτλο, δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο αντίστοιχο προσόν στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία.
Θεωρούμε ότι η κατοχή τέτοιου τίτλου ή διπλώματος αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο τεκμηριωμένης εκπαίδευσης και εξειδίκευσης και πρέπει να λαμβάνεται ειδικά υπόψη.
Ως εκ τούτου, ζητούμε όπως συμπεριληφθεί ρητή πρόνοια σύμφωνα με την οποία παιδίατροι οι οποίοι, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης των Κανονισμών, κατέχουν αναγνωρισμένο τίτλο, δίπλωμα, πιστοποιητικό εξειδίκευσης ή άλλο αντίστοιχο πιστοποιημένο προσόν στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία, να έχουν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για αναγνώριση και απόκτηση του τίτλου της Εξειδίκευσης στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία.
Κατά την αξιολόγηση των αιτήσεων αυτών να λαμβάνονται υπόψη:
* ο τίτλος, το δίπλωμα ή άλλο σχετικό προσόν,
* ο φορέας που το χορήγησε,
* το περιεχόμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης,
* η κλινική εμπειρία,
* η διάρκεια άσκησης της Παιδογκολογίας–Παιδοαιματολογίας,
* η επιστημονική και ερευνητική δραστηριότητα,
* οι δημοσιεύσεις και
* η συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια και άλλες σχετικές δραστηριότητες.
2. Αναγνώριση της εκπαίδευσης που έχει πραγματοποιηθεί στο Παιδογκολογικό/Παιδοαιματολογικό Τμήμα του Νοσοκομείου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄
Οι μεταβατικές διατάξεις αναφέρονται σήμερα σε εκπαίδευση που έχει πραγματοποιηθεί σε αναγνωρισμένη Μονάδα, Τμήμα ή Κέντρο «του εξωτερικού».
Η πρόνοια αυτή δεν καλύπτει ιατρούς οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί για σημαντικό χρονικό διάστημα στο εξειδικευμένο Παιδογκολογικό/Παιδοαιματολογικό Τμήμα του Νοσοκομείου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄.
Ζητούμε όπως, ειδικά για την Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία, αναγνωρίζεται και η εκπαίδευση που έχει πραγματοποιηθεί στο Παιδογκολογικό/Παιδοαιματολογικό Τμήμα του Νοσοκομείου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ και όπως ο χρόνος της εκπαίδευσης αυτής προσμετράται για σκοπούς εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων.
Δεν θεωρούμε ορθό ιατροί οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί και εργαστεί για σημαντικό χρονικό διάστημα στο εξειδικευμένο Παιδογκολογικό/Παιδοαιματολογικό Τμήμα της Κύπρου να αποκλείονται ή να μειονεκτούν αποκλειστικά και μόνο επειδή η εκπαίδευσή τους πραγματοποιήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία και όχι στο εξωτερικό.
3. Αναγνώριση του Παιδογκολογικού/Παιδοαιματολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ ως Κέντρου Εκπαίδευσης στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία
Ζητούμε όπως το Παιδογκολογικό/Παιδοαιματολογικό Τμήμα του Νοσοκομείου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ αναγνωριστεί ως επίσημο Κέντρο Εκπαίδευσης στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία.
Το Τμήμα διαθέτει μακρόχρονη εμπειρία και διεθνή αναγνώριση στον τομέα της Παιδογκολογίας–Παιδοαιματολογίας και συγκαταλέγεται μεταξύ των κέντρων με ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο παρεχόμενης φροντίδας. Διαθέτει εξαιρετικά θεραπευτικά αποτελέσματα και ποσοστά ίασης συγκρίσιμα με εκείνα κορυφαίων διεθνών παιδογκολογικών κέντρων, ενώ παρέχει ολοκληρωμένη, υψηλού επιπέδου και πολυεπιστημονική περίθαλψη στα παιδιά και στους εφήβους με καρκίνο και λευχαιμία.
Παράλληλα, το Τμήμα διαθέτει σημαντική και μακρόχρονη εμπειρία στην επιστημονική και επιδημιολογική έρευνα του καρκίνου στα παιδιά και στους εφήβους.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι η δημιουργία και ανάπτυξη πληθυσμιακού Αρχείου Καρκίνου Παιδιών και Εφήβων, το οποίο επιτρέπει τη συστηματική καταγραφή και μελέτη της επίπτωσης, των χρονικών τάσεων, της γεωγραφικής κατανομής, της επιβίωσης, της θνησιμότητας και άλλων σημαντικών επιδημιολογικών χαρακτηριστικών του καρκίνου στα παιδιά και στους εφήβους.
Η ύπαρξη και συστηματική ανάπτυξη του Αρχείου δημιουργεί επιπρόσθετα σημαντική επιστημονική βάση για την επιδημιολογική έρευνα και τη διερεύνηση πιθανών αιτιολογικών και άλλων παραγόντων που σχετίζονται με την εμφάνιση του καρκίνου στις ηλικίες αυτές.
Επιπρόσθετα, από το 2025 το Παιδογκολογικό/Παιδοαιματολογικό Τμήμα έχει εγκριθεί για την παροχή εξειδικευμένης εκπαίδευσης σε ιατρούς και νοσηλευτές από χώρες της Αφρικής και της Ασίας, στο πλαίσιο του «Διεθνούς Προγράμματος Δράσεων της Κύπρου για τα Παιδιά με Καρκίνο». Η έγκριση και αξιοποίηση του Τμήματος για την εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας από άλλες χώρες αποτελεί επιπρόσθετη έμπρακτη αναγνώριση της επιστημονικής, κλινικής και εκπαιδευτικής του επάρκειας και τεκμηριώνει τη δυνατότητά του να λειτουργεί ως Κέντρο Εκπαίδευσης στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία.
Η πολυετής κλινική εμπειρία του Τμήματος, το ευρύ φάσμα περιστατικών που αντιμετωπίζει, η εξειδικευμένη στελέχωσή του, τα εξαιρετικά θεραπευτικά αποτελέσματα, η ολοκληρωμένη πολυεπιστημονική φροντίδα, η επιστημονική και ερευνητική δραστηριότητα, η εμπειρία στην πληθυσμιακή επιδημιολογία του παιδικού και εφηβικού καρκίνου, οι διεθνείς συνεργασίες του, καθώς και η αποδεδειγμένη εκπαιδευτική του δραστηριότητα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, αποτελούν ισχυρή επιστημονική, κλινική και εκπαιδευτική βάση για την εκπαίδευση ιατρών στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία.
Για τους λόγους αυτούς θεωρούμε ότι το Παιδογκολογικό/Παιδοαιματολογικό Τμήμα του Νοσοκομείου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί ως Κέντρο Εκπαίδευσης στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία.
Η αναγνώριση αυτή είναι σημαντικό να μην αφορά μόνο την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων, αλλά και τη μελλοντική εκπαίδευση στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία, ώστε η εκπαίδευση που πραγματοποιείται στο Τμήμα να αναγνωρίζεται και να προσμετράται στον απαιτούμενο χρόνο εκπαίδευσης για την απόκτηση του τίτλου της Εξειδίκευσης.
Συνεπώς, ζητούμε:
1. Τη ρητή συμπερίληψη στις μεταβατικές διατάξεις των παιδιάτρων που κατέχουν ήδη αναγνωρισμένο τίτλο, δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο αντίστοιχο προσόν στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία.
2. Την αναγνώριση, για σκοπούς των μεταβατικών διατάξεων, της εκπαίδευσης που έχει ήδη πραγματοποιηθεί στο Παιδογκολογικό/Παιδοαιματολογικό Τμήμα του Νοσοκομείου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ και την προσμέτρηση του αντίστοιχου χρόνου εκπαίδευσης.
3. Την επίσημη αναγνώριση του Παιδογκολογικού/Παιδοαιματολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ ως Κέντρου Εκπαίδευσης στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία.
4. Την αναγνώριση και προσμέτρηση, και στο μέλλον, της εκπαίδευσης που πραγματοποιείται στο Τμήμα στον απαιτούμενο χρόνο εκπαίδευσης για την απόκτηση του τίτλου της Εξειδίκευσης στην Παιδογκολογία–Παιδοαιματολογία.
Με εκτίμηση,
Καθηγητής Λοΐζος Γ. Λοΐζου
Καθηγητής Παιδιατρικής, Παιδογκολογίας/Παιδοαιματολογίας, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Κύπρος
Πρόεδρος Εθνικής Όμαδας Παιδογκολογίας/Παιδοαιματολογίας
Πρόεδρος, Ίδρυμα ΕΛΠΙΔΑ για Παιδιά και Εφήβους με Καρκίνο και Λευχαιμία
Επικεφαλής, Κυπριακό Διεθνές Σχέδιο Δράσης για τον Καρκίνο Παιδιών και Εφήβων
Πρόεδρος, Ομάδα Γιατρών για Ενημέρωση & Εκπαίδευση
Πρέσβης, SIOP Europe για τα Παιδιά με Καρκίνο
AHEPA Πρέσβης Παγκόσμιας Υγείας
τέως Διευθυντής Παιδοογκολογικής Κλινικής, Νοσοκομείο Αρχ. Μακάριος Γ΄, Λευκωσία
Τηλ.: +357 99 660 662 | Email: hl@cytanet.com.cy
Εκ μέρους του Γερμανικού Ιατρικού Ινστιτούτου και του Τμήματος Ακτινολογίας:
Χαιρετίζουμε τη θεσμοθέτηση της Επεμβατικής Ακτινολογίας ως εξειδίκευσης. Επισημαίνουμε, ωστόσο, ότι η προτεινόμενη μεταβατική διάταξη δεν προβλέπει καμία οδό αναγνώρισης βάσει τεκμηριωμένης πραγματικής άσκησης, αποκλείοντας εκ των πραγμάτων ακτινολόγους που ασκούν αποδεδειγμένα την Επεμβατική Ακτινολογία στην Κύπρο επί σειρά ετών. Η προτεινόμενη διάταξη αποκλείει και ακτινολόγους με τους οποίους το ίδιο το Υπουργείο Υγείας είχε συνάψει από το 2011 συμβάσεις ώστε να ασκούν καθήκοντα επεμβατικών ακτινολόγων σε δημόσια νοσηλευτήρια. Η επιλογή αυτή είναι αντιφατική, καθώς για τον Σακχαρώδη Διαβήτη και τις παιδιατρικές εξειδικεύσεις του ίδιου κειμένου η αποδεδειγμένη πολυετής εμπειρία αναγνωρίζεται ως αυτοτελής βάση, ενώ αποκλίνει και από το ελληνικό πρότυπο (Άρθρο 7, ΦΕΚ Β΄ 1020/2012), το οποίο αναγνώρισε την τετραετή τεκμηριωμένη άσκηση χωρίς την ανάγκη περαιτέρω εξετάσεων. Η ανομοιογενής αυτή μεταχείριση συγκρίσιμων περιπτώσεων εγείρει ζητήματα ίσης μεταχείρισης και αναλογικότητας. Εισηγούμαστε την προσθήκη εναλλακτικής, αντικειμενικής μεταβατικής οδού για ακτινολόγους με τουλάχιστον τέσσερα (4) έτη αποδεδειγμένης άσκησης επεμβατικών πράξεων, με χορήγηση του τίτλου χωρίς εξετάσεις.
Κωνσταντίνος Χαραλάμπους
Δικηγόρος
Προς: Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου
Θέμα: Παρατηρήσεις επί των προτεινόμενων μεταβατικών διατάξεων για την αναγνώριση των Παιδιατρικών Εξειδικεύσεων
Αξιότιμοι κύριοι/κυρίες,
Καταρχάς, θα ήθελα να χαιρετίσω την πρωτοβουλία του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου για τη θεσμική κατοχύρωση των Παιδιατρικών Εξειδικεύσεων και ιδιαίτερα της Αναπτυξιακής Παιδιατρικής. Θεωρώ ότι η προτεινόμενη ρύθμιση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση και μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα για την αναγνώριση της εκπαίδευσης, της εμπειρίας και του επιστημονικού έργου των παιδιάτρων που δραστηριοποιούνται επί σειρά ετών στα συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα.
Ωστόσο, θεωρώ ότι ορισμένα σημεία των μεταβατικών διατάξεων χρήζουν περαιτέρω αποσαφήνισης, ώστε η εφαρμογή τους να είναι αντικειμενική, διαφανής και να μην δημιουργηθούν στην πράξη αδικαιολόγητα εμπόδια στην αναγνώριση ιατρών που πληρούν ουσιαστικά τα προβλεπόμενα κριτήρια.
Ιδιαίτερη σημασία θεωρώ ότι έχει, κατά τη διαμόρφωση αλλά και τη μελλοντική εφαρμογή των τελικών μεταβατικών διατάξεων, να ληφθεί υπόψη η πρόσφατη εμπειρία από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις στην Ελλάδα για την αναγνώριση των Παιδιατρικών Εξειδικεύσεων. Οι ρυθμίσεις αυτές ανέδειξαν, κατά την άποψή μου, σημαντικές δυσχέρειες, ιδίως ως προς τον περιοριστικό τρόπο απόδειξης της προηγούμενης κλινικής άσκησης και την αξιολόγηση των προσόντων των ήδη εκπαιδευμένων και ασκούντων ιατρών.
Θεωρώ, επομένως, σημαντικό η κυπριακή ρύθμιση να αξιοποιήσει την εμπειρία αυτή, διαμορφώνοντας εξαρχής σαφή, αντικειμενικά αλλά και επαρκώς ευέλικτα κριτήρια, ώστε να μην μεταφερθούν στην εφαρμογή της δυσχέρειες ή περιοριστικές ερμηνείες που έχουν ανακύψει στο αντίστοιχο ελληνικό πλαίσιο.
Με αυτό το σκεπτικό, θα ήθελα να καταθέσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
1. Τρόπος απόδειξης της άσκησης της συγκεκριμένης Παιδιατρικής Εξειδίκευσης
Η προϋπόθεση της «αποδεδειγμένης» άσκησης της συγκεκριμένης Παιδιατρικής Εξειδίκευσης θα ήταν σημαντικό να εξειδικευθεί περαιτέρω ως προς τα αποδεκτά αποδεικτικά μέσα.
Προτείνω να προβλεφθεί ρητά ότι η άσκηση του αντικειμένου δύναται να αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, μέσω της υφιστάμενης βεβαίωσης γνωστικού αντικειμένου που χορηγείται από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου, καθώς και με άλλα πρόσφορα στοιχεία που τεκμηριώνουν την πραγματική και συστηματική κλινική δραστηριότητα του υποψηφίου στο συγκεκριμένο αντικείμενο.
Θεωρώ σημαντικό η απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων να μην είναι περιοριστική, αλλά να επιτρέπει την αξιολόγηση διαφορετικών μορφών τεκμηρίωσης της κλινικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα στην περίπτωση ιατρών που ασκούν το αντικείμενο στον ιδιωτικό τομέα.
Παράλληλα, ο τρόπος τεκμηρίωσης θα πρέπει να διασφαλίζει πλήρως το ιατρικό απόρρητο και την προστασία των προσωπικών δεδομένων των ασθενών και να μην προϋποθέτει την προσκόμιση στοιχείων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν άμεσα ή έμμεσα στην ταυτοποίησή τους.
Η σαφής πρόβλεψη των ανωτέρω είναι σημαντική, ώστε να μην προκύψει το ενδεχόμενο ιατροί με πολυετή και πραγματική κλινική δραστηριότητα στο αντικείμενο να αδυνατούν να την αποδείξουν για καθαρά τυπικούς λόγους.
2. Σαφή κριτήρια ως προς την απαίτηση ή μη διενέργειας εξετάσεων
Η διατύπωση της προτεινόμενης μεταβατικής διάταξης, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή θα εξετάζει τα αιτήματα και τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά και «αναλόγως οι υποψήφιοι δύνανται να παρακαθίσουν σε εξετάσεις», θεωρώ ότι χρήζει ουσιαστικής αποσαφήνισης.
Η υφιστάμενη διατύπωση δεν καθιστά σαφές υπό ποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις ένας υποψήφιος θα καλείται να παρακαθίσει σε εξετάσεις και υπό ποιες θα αναγνωρίζεται η εξειδίκευση βάσει των προσόντων, της εκπαίδευσης και της αποδεδειγμένης εμπειρίας του.
Για λόγους ασφάλειας δικαίου, ίσης μεταχείρισης και διαφάνειας, θεωρώ ότι θα πρέπει να καθοριστούν εκ των προτέρων σαφή και αντικειμενικά κριτήρια.
Ιδιαίτερα για τους υποψηφίους που αποδεδειγμένα έχουν ολοκληρώσει τριετή εκπαίδευση σε αναγνωρισμένη Μονάδα/Τμήμα/Κέντρο του εξωτερικού, δηλαδή εκπαίδευση ίσης χρονικής διάρκειας με αυτή που οι ίδιοι οι προτεινόμενοι Κανονισμοί καθορίζουν ως απαιτούμενη για την Αναπτυξιακή Παιδιατρική και τις λοιπές παιδιατρικές εξειδικεύσεις, και οι οποίοι πληρούν παράλληλα τις υπόλοιπες προϋποθέσεις της μεταβατικής διάταξης, προτείνω να προβλέπεται ρητά η χορήγηση του τίτλου εξειδίκευσης χωρίς την υποχρέωση συμμετοχής σε εξετάσεις.
Σε διαφορετική περίπτωση, η δυνατότητα επιβολής εξετάσεων ακόμη και σε ιατρό ο οποίος έχει ήδη ολοκληρώσει το σύνολο της προβλεπόμενης τριετούς εκπαίδευσης στο εξωτερικό δημιουργεί ασάφεια ως προς την ουσιαστική αξία των ίδιων των κριτηρίων που θεσπίζουν οι μεταβατικές διατάξεις.
Για τις λοιπές κατηγορίες υποψηφίων, εφόσον κρίνεται αναγκαία η δυνατότητα διενέργειας εξετάσεων, θα ήταν σκόπιμο να καθοριστούν με σαφήνεια τα κριτήρια βάσει των οποίων η αρμόδια Επιτροπή θα αποφασίζει την παραπομπή ενός υποψηφίου σε εξετάσεις.
3. Αποσαφήνιση της έννοιας «αναγνωρισμένη Μονάδα / Τμήμα / Κέντρο του εξωτερικού»
Θεωρώ απαραίτητο να αποσαφηνιστεί η έννοια της «αναγνωρισμένης Μονάδας / Τμήματος / Κέντρου του εξωτερικού», ώστε να αποφευχθούν διαφορετικές ή υπέρμετρα περιοριστικές ερμηνείες κατά την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων.
Ειδικότερα, προτείνω να διευκρινιστεί ότι για την αναγνώριση της εκπαίδευσης θα λαμβάνεται υπόψη πρωτίστως το ουσιαστικό περιεχόμενο, η διάρκεια και το γνωστικό αντικείμενο της πραγματοποιηθείσας εκπαίδευσης, καθώς και η επιστημονική και ακαδημαϊκή υπόσταση του φορέα στον οποίο αυτή πραγματοποιήθηκε, και όχι αποκλειστικά η τυπική ονομασία της Μονάδας, του Τμήματος, του Κέντρου ή του προγράμματος εκπαίδευσης.
Η διευκρίνιση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η οργανωτική διάρθρωση και η ονοματολογία των ακαδημαϊκών και νοσοκομειακών κέντρων διαφέρει σημαντικά μεταξύ χωρών και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Ως εκ τούτου, εκπαίδευση η οποία πραγματοποιήθηκε σε διεθνώς αναγνωρισμένο πανεπιστημιακό ή νοσοκομειακό κέντρο και η οποία, βάσει επίσημων πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων των υπευθύνων εκπαίδευσης, τεκμηριώνεται ότι αφορούσε το γνωστικό και κλινικό αντικείμενο της συγκεκριμένης Παιδιατρικής Εξειδίκευσης, δεν θα πρέπει να αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι η συγκεκριμένη Μονάδα, το Τμήμα, το Κέντρο ή το πρόγραμμα δεν φέρει στον επίσημο τίτλο του την ονομασία της εξειδίκευσης.
Προτείνεται, επομένως, να προβλεφθεί ρητά ότι η αρμόδια Επιτροπή δύναται να αναγνωρίζει την εκπαίδευση βάσει του πραγματικού περιεχομένου της, όπως αυτό τεκμηριώνεται από πιστοποιητικά εκπαίδευσης, αναλυτικές βεβαιώσεις των υπευθύνων του προγράμματος ή του Κέντρου και λοιπά συναφή αποδεικτικά στοιχεία.
4. Συνεκτίμηση συναφών ακαδημαϊκών και ερευνητικών προσόντων
Κατά την αξιολόγηση της προβλεπόμενης επιστημονικής ενασχόλησης του υποψηφίου με το αντικείμενο, θεωρώ ότι θα ήταν σκόπιμο να προβλέπεται η δυνατότητα συνεκτίμησης, με ενδεικτικό και όχι περιοριστικό τρόπο, συναφών ακαδημαϊκών και ερευνητικών προσόντων.
Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσαν να συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων, διδακτορική διατριβή σε συναφές γνωστικό αντικείμενο, ερευνητική δραστηριότητα, συμμετοχή σε ερευνητικά ή ακαδημαϊκά προγράμματα, ακαδημαϊκές και επιστημονικές συνεργασίες, καθώς και άλλο τεκμηριωμένο επιστημονικό έργο συναφές με την αιτούμενη Παιδιατρική Εξειδίκευση.
Τα στοιχεία αυτά θεωρώ ότι θα πρέπει να μπορούν να αξιολογούνται στο πλαίσιο της συνολικής επιστημονικής δραστηριότητας και ενασχόλησης του υποψηφίου με το αντικείμενο, χωρίς να αποτελούν αυτοτελείς ή υποχρεωτικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση της εξειδίκευσης.
Με τον τρόπο αυτό παρέχεται στην αρμόδια Επιτροπή η δυνατότητα ουσιαστικής αξιολόγησης του συνολικού επιστημονικού και ακαδημαϊκού έργου κάθε υποψηφίου, χωρίς παράλληλα να εισάγονται πρόσθετα περιοριστικά ή αριθμητικά κριτήρια τα οποία δεν προβλέπονται στις προτεινόμενες μεταβατικές διατάξεις.
Οι πιο πάνω διευκρινίσεις θεωρώ ότι θα ενισχύσουν σημαντικά την αντικειμενικότητα και τη διαφάνεια της διαδικασίας και θα συμβάλουν ώστε οι μεταβατικές διατάξεις να επιτύχουν τον σκοπό τους: την αναγνώριση των ιατρών που διαθέτουν αποδεδειγμένη εκπαίδευση, κλινική εμπειρία και επιστημονική δραστηριότητα στις αντίστοιχες Παιδιατρικές Εξειδικεύσεις.
Με εκτίμηση,
Δρ Δ. Δημητρίου Παπαβασιλείου, MD, PhD
Παιδίατρος
International Fellowship, Yale Child Study Center, Yale University
Consultant, Department of Psychiatry and Behavioral Sciences, Stanford University
Ο Οργανισμός Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας (ΟΚΥπΥ) εκφράζει τη στήριξή του στην αναγνώριση της Επείγουσας Ιατρικής ως αναγνωρισμένης ιατρικής εξειδίκευσης.
Η συνεχώς αυξανόμενη πολυπλοκότητα των περιστατικών που αντιμετωπίζονται στα Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών, η αυξημένη ζήτηση για υπηρεσίες επείγουσας φροντίδας και οι σύγχρονες απαιτήσεις του συστήματος υγείας καθιστούν αναγκαία τη θεσμική κατοχύρωση της Επείγουσας Ιατρικής.
Η αναγνώριση της εξειδίκευσης θα συμβάλει στην περαιτέρω αναβάθμιση της ποιότητας και της ασφάλειας των παρεχόμενων υπηρεσιών, στη στελέχωση των ΤΑΕΠ με κατάλληλα εκπαιδευμένους ιατρούς, καθώς και στην εναρμόνιση της Κύπρου με τις διεθνείς εξελίξεις και τις βέλτιστες πρακτικές στον τομέα της επείγουσας φροντίδας.
Παράλληλα, θεωρούμε σημαντικό το τελικό θεσμικό πλαίσιο να περιλαμβάνει σαφή, αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια τόσο για τη μελλοντική απόκτηση της εξειδίκευσης όσο και για τη δίκαιη αξιολόγηση των ιατρών που διαθέτουν ήδη τεκμηριωμένη εκπαίδευση, προσόντα και κλινική εμπειρία στην Επείγουσα Ιατρική, ώστε να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά το υφιστάμενο ανθρώπινο δυναμικό προς όφελος των ασθενών και του δημόσιου συστήματος υγείας.
**Εκ μέρους των Εντατικολόγων Παίδων ΝΑΜ ΙΙΙ**
Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εξειδίκευση στην Εντατική Θεραπεία Παίδων αποτελεί φυσική συνέχεια της ειδικότητας της Παιδιατρικής, ενώ σε περιορισμένο αριθμό χωρών παρέχεται, επίσης, πρόσβαση σε ιατρούς προερχόμενους από την Αναισθησιολογία. Αντίθετα, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, η εξειδίκευση στην Παιδιατρική Εντατική Θεραπεία αφορά αποκλειστικά ιατρούς με βασική ειδικότητα την Παιδιατρική.
Η θέση μας είναι ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί το πρότυπο που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς ανταποκρίνεται καλύτερα στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της σύγχρονης Παιδιατρικής Εντατικής Θεραπείας.
Τα παιδιά δεν αποτελούν «μικρούς ενήλικες», αλλά έναν διακριτό πληθυσμό ασθενών με μοναδικά αναπτυξιακά, ανατομικά, φυσιολογικά και παθοφυσιολογικά χαρακτηριστικά. Η ασφαλής και αποτελεσματική αντιμετώπισή τους προϋποθέτει ολοκληρωμένη και πολυετή εκπαίδευση στην Παιδιατρική, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:
* εις βάθος γνώση της φυσιολογίας και της ανατομίας του νεογνού, του βρέφους, του παιδιού και του εφήβου,
* κατανόηση του ευρέος φάσματος των παιδιατρικών νοσημάτων και της εξέλιξής τους,
* εξειδίκευση στις ιδιαιτερότητες της φαρμακοκινητικής και της φαρμακοδυναμικής στα παιδιά,
* δεξιότητες επικοινωνίας και διαχείρισης του παιδιού και της οικογένειάς του
* διαφορετικές γνώσεις και δεξιότητες ανά ηλικιακή ομάδα
Οι γνώσεις και οι δεξιότητες αυτές αποκτώνται κατά τη διάρκεια της πλήρους εκπαίδευσης στην Παιδιατρική και δεν είναι δυνατόν να υποκατασταθούν ή να αποκτηθούν επαρκώς μέσω μιας διετούς εξειδίκευσης από ιατρούς άλλων βασικών ειδικοτήτων.
Για τον λόγο αυτό, θεωρούμε ότι η βασική ειδικότητα της Παιδιατρικής θα πρέπει να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εξειδίκευση στην Παιδιατρική Εντατική Θεραπεία, με γνώμονα την ασφάλεια των ασθενών, τη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας και την εναρμόνιση με τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα εκπαίδευσης και κλινικής πρακτικής.
Η Ομοσπονδία Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου (ΟΣΑΚ) χαιρετίζει την προτεινόμενη τροποποίηση των περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) Κανονισμών του 2026, με την οποία θεσμοθετούνται νέες σημαντικές ιατρικές εξειδικεύσεις.
Η θεσμοθέτηση συγκεκριμένων ιατρικών εξειδικεύσεων, όπως η εξειδίκευση στον Σακχαρώδη Διαβήτη και της Παιδορευματολογίας, αποτελούσε διαχρονικό αίτημα της ΟΣΑΚ και των οργανωμένων ασθενών, το οποίο η Ομοσπονδία προωθούσε συστηματικά επί σειρά ετών.
Η αναγνώριση των ιατρικών εξειδικεύσεων αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα για την αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας, την ενίσχυση της επιστημονικής εξειδίκευσης και τη βελτίωση της φροντίδας που λαμβάνουν οι ασθενείς.
27/7/2026
Προς:
Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου
Υπουργείο Υγείας
Θέμα: Εισηγήσεις / Σχόλια στο πλαίσιο της Δημόσιας Διαβούλευσης επί των «Περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικών) Κανονισμών του 2026» — Αναγνώριση της εξειδίκευσης στον Σακχαρώδη Διαβήτη (Διαβητολογία).
Αξιότιμες κυρίες / Αξιότιμοι κύριοι,
Με την παρούσα επιστολή επιθυμώ να καταθέσω τις εισηγήσεις και τα σχόλιά μου στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης επί του τροποποιητικού κειμένου κανονισμών με τίτλο «Οι Περί Ιατρών (Ειδικά Προσόντα) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2026», και ειδικότερα επί των προνοιών που αφορούν στην αναγνώριση της εξειδίκευσης στον Σακχαρώδη Διαβήτη (Διαβητολογία) και στις σχετικές μεταβατικές διατάξεις.
Α. Συνοπτικό προφίλ και εμπειρία
Υπηρετώ ως Ειδικός Παθολόγος με μακροχρόνιο και ουσιαστικό ειδικό ενδιαφέρον στη Διαβητολογία, διαθέτοντας πέραν των οκτώ (8) ετών κλινικής εμπειρίας στη διαχείριση ασθενών που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη. Στο πλαίσιο της Διαβητολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, έχω υπό την άμεση παρακολούθηση και διαχείρισή μου πέραν των εξήντα (60) ασθενών που φέρουν αντλίες ινσουλίνης υβριδικού κλειστού βρόχου (HCLS), επί συνόλου περίπου ενενήντα ενός (91) αντίστοιχων ασθενών που διαχειρίζεται συνολικά η Κλινική.
Η εξειδικευμένη μου κατάρτιση δεν προέκυψε μέσω πιστοποιημένης μετεκπαίδευσης ενός (1) έτους σε αναγνωρισμένο διαβητολογικό κέντρο του εξωτερικού — όπως προβλέπει η πρώτη περίπτωση των μεταβατικών διατάξεων — αλλά μέσω μιας συνεχούς, τεκμηριωμένης πορείας συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και κλινικής άσκησης, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:
• τη συμμετοχή μου σε διαβητολογικά σχολεία·
• τη συμμετοχή μου σε πολλαπλά συναφή διαβητολογικά συνέδρια, στην Ελλάδα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο·
• τη συμμετοχή μου σε πρόγραμμα Erasmus+ διάρκειας δύο (2) εβδομάδων στο εξειδικευμένο διαβητολογικό κέντρο APDP (Associação Protectora dos Diabéticos de Portugal), στην Πορτογαλία· και
• την πιστοποίησή μου, κατόπιν σχετικού σεμιναρίου της εταιρείας Medtronic, στον χειρισμό αντλιών ινσουλίνης MiniMed 780G.
Β. Εισήγηση 1 — Διεύρυνση των οδών αναγνώρισης ώστε να συμπεριληφθεί η τεκμηριωμένη, παρατεταμένη κλινική εξειδίκευση
Οι προτεινόμενες μεταβατικές διατάξεις προβλέπουν, ορθώς, τρεις οδούς αναγνώρισης της εξειδίκευσης: (i) πιστοποιητικό μετεκπαίδευσης τουλάχιστον ενός έτους σε αναγνωρισμένο διαβητολογικό κέντρο, σε συνδυασμό με πενταετή κλινική και ερευνητική ενασχόληση· (ii) διδακτορική διατριβή ή μεταπτυχιακό δίπλωμα με αντικείμενο τον σακχαρώδη διαβήτη, σε συνδυασμό με πενταετή ενασχόληση· και (iii) ειδικότητα/υποειδικότητα Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας. Ωστόσο, οι οδοί αυτές δεν καλύπτουν μια σημαντική κατηγορία ιατρών οι οποίοι έχουν αποκτήσει ισοδύναμη, ουσιαστική και αποδεδειγμένη κλινική επάρκεια στη διαβητολογία μέσω παρατεταμένης και εξειδικευμένης ενασχόλησης με ασθενείς — συνοδευόμενης από συνεχιζόμενη εκπαίδευση, διεθνείς εκπαιδευτικές τοποθετήσεις και πιστοποιήσεις σε σύγχρονες τεχνολογίες διαχείρισης του διαβήτη.
Εισηγούμαι, συνεπώς, όπως προβλεφθεί ρητά μια επιπλέον οδός, βάσει της οποίας ιατροί με ειδικότητα Παθολογίας (ή Παιδιατρικής) που διαθέτουν παρατεταμένη, τεκμηριωμένη και πιστοποιημένη κλινική ενασχόληση με ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη να δύνανται να αξιολογούνται από την προβλεπόμενη Επιτροπή και, εφόσον κριθεί σκόπιμο, να παρακαθίσουν στις σχετικές εξετάσεις πιστοποίησης της εξειδίκευσης. Όπου η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο, η πρόσβαση στις εξετάσεις θα μπορούσε να συνοδεύεται από ένα σύντομο συμπληρωματικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα (π.χ. διάρκειας 2–4 εβδομάδων σε εξειδικευμένο Διαβητολογικό Κέντρο της Ελλάδας), ώστε να διασφαλίζεται η πληρότητα της κατάρτισης.
Επισημαίνεται ότι η εισήγηση αυτή είναι απολύτως συμβατή με το ίδιο το πνεύμα και το γράμμα των προτεινόμενων κανονισμών, καθώς οι μεταβατικές διατάξεις ήδη προβλέπουν ότι οι υποψήφιοι «δύνανται να παρακαθίσουν σε εξετάσεις προκειμένου να αποκτήσουν τίτλο εξειδίκευσης στον Σακχαρώδη Διαβήτη». Η προτεινόμενη διεύρυνση απλώς επεκτείνει τη δυνατότητα αυτή —με αντικειμενικά κριτήρια και υπό την κρίση της αρμόδιας Επιτροπής— σε ιατρούς των οποίων η επάρκεια τεκμηριώνεται από την ίδια την κλινική πράξη.
Γ. Εισήγηση 2 — Πρόληψη ελλείψεων ανθρώπινου δυναμικού ενόψει ενδεχόμενης διασύνδεσης με το ΓεΣΥ
Επιθυμώ, τέλος, να επισημάνω μια σημαντική πρακτική παράμετρο. Εάν μελλοντικά η εξειδίκευση στη Διαβητολογία διασυνδεθεί με την παροχή σχετικών διαβητολογικών υπηρεσιών μέσω του Γενικού Συστήματος Υγείας (ΓεΣΥ), ένα υπερβολικά περιοριστικό πλαίσιο αναγνώρισης ενδέχεται να λειτουργήσει ως τροχοπέδη στη φροντίδα των ασθενών. Και τούτο διότι:
• ο αριθμός των Διαβητολόγων με την πλήρη διετή εξειδίκευση αναμένεται, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, να παραμείνει μικρός·
• η πλειοψηφία των Ενδοκρινολόγων δεν ασχολείται, στην πράξη, με τη διαχείριση ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη· και
• το κενό αυτό καλούνται σήμερα να καλύψουν, σε μεγάλο βαθμό, οι Ειδικοί Παθολόγοι με ειδικό ενδιαφέρον στον σακχαρώδη διαβήτη.
Ο αποκλεισμός έμπειρων ιατρών με αποδεδειγμένη κλινική επάρκεια από τη δυνατότητα αναγνώρισης της εξειδίκευσης θα μπορούσε, επομένως, να επιτείνει τις ελλείψεις σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και να επηρεάσει δυσμενώς τη συνέχεια και την προσβασιμότητα της φροντίδας των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη. Να σημειωθεί ότι αντίστοιχη πρακτική ακολουθήθηκε και κατά την εφαρμογή της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του ΓεΣΥ, όσον αφορά τους Προσωπικούς Ιατρούς που συμβλήθηκαν με το σύστημα.
Συμπερασματικά, θεωρώ ότι οι ανωτέρω εισηγήσεις κινούνται προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης τόσο της ποιότητας όσο και της επάρκειας των παρεχόμενων υπηρεσιών διαβητολογίας, χωρίς να υποβαθμίζονται τα κριτήρια επιστημονικής επάρκειας — τα οποία, εξάλλου, διασφαλίζονται μέσω της αξιολόγησης από την αρμόδια Επιτροπή και της διαδικασίας των εξετάσεων.
Παραμένω στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε διευκρίνιση και είμαι πρόθυμος να προσκομίσω κάθε σχετικό αποδεικτικό ή πιστοποιητικό έγγραφο που τεκμηριώνει τα ανωτέρω.
Με εκτίμηση,
Αντρέας Ιωάννου
Ειδικός Παθολόγος
Διαβητολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας
Προς:
Το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου
Θέμα: Αναγκαιότητα θεσμικής αναγνώρισης της Επείγουσας Ιατρικής ως Εξειδίκευσης και καθορισμός των κριτηρίων αναγνώρισης των ιατρών με εξειδικευμένη εκπαίδευση στην Επείγουσα Ιατρική
Αξιότιμοι/ες κύριοι/ες,
Δια της παρούσης θα ήθελα να θέσω υπόψη σας την ανάγκη για την επίσημη και θεσμική αναγνώριση της Επείγουσας Ιατρικής ως εξειδίκευσης από το Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου, καθώς και για τον καθορισμό ενός σαφούς και αντικειμενικού πλαισίου αναγνώρισης των ιατρών οι οποίοι διαθέτουν ήδη εξειδικευμένη εκπαίδευση, επαγγελματική εμπειρία ή/και ακαδημαϊκά προσόντα στον συγκεκριμένο τομέα.
Η Επείγουσα Ιατρική αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένο και διακριτό ιατρικό πεδίο, με ιδιαίτερες γνώσεις, δεξιότητες και απαιτήσεις, το οποίο αφορά την άμεση αξιολόγηση, ανάνηψη, διάγνωση και αντιμετώπιση ασθενών με οξέα και απειλητικά για τη ζωή περιστατικά, ανεξαρτήτως ηλικίας ή παθολογίας. Σε πολλές χώρες, η Επείγουσα Ιατρική αποτελεί αυτοτελή ιατρική ειδικότητα ή/και αναγνωρισμένη εξειδίκευση, με καθορισμένα εκπαιδευτικά προγράμματα και θεσμικά κριτήρια.
Η αναγνώριση της Επείγουσας Ιατρικής στην Κύπρο καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική λόγω της αυξανόμενης πολυπλοκότητας των περιστατικών που αντιμετωπίζονται στα Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών (ΤΑΕΠ), της συνεχούς αύξησης της προσέλευσης ασθενών και της ανάγκης για στελέχωση των ΤΑΕΠ από ιατρούς με εξειδικευμένη και τεκμηριωμένη εκπαίδευση στην αντιμετώπιση του επείγοντος.
Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείται σημαντικό η διαδικασία θεσμικής αναγνώρισης να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις μελλοντικές εκπαιδευτικές διαδρομές, αλλά και τα υφιστάμενα προσόντα και την εκπαίδευση ιατρών οι οποίοι έχουν ήδη επενδύσει σημαντικά στην απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων και δεξιοτήτων στον τομέα της Επείγουσας Ιατρικής.
Ειδικότερα, προτείνεται να εξεταστεί η δυνατότητα αναγνώρισης της εξειδίκευσης στην Επείγουσα Ιατρική για ιατρούς οι οποίοι:
Κατέχουν αναγνωρισμένη εξειδίκευση ή ειδικότητα στην Επείγουσα Ιατρική από χώρες στις οποίες η Επείγουσα Ιατρική αναγνωρίζεται θεσμικά ως αυτοτελής ειδικότητα ή εξειδίκευση, υπό την προϋπόθεση ότι τα προσόντα και η εκπαίδευσή τους πληρούν τα κριτήρια που θα καθορίσει το Ιατρικό Συμβούλιο.
Έχουν ολοκληρώσει αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα (Master) στην Επείγουσα Ιατρική, με επαρκές θεωρητικό και κλινικό περιεχόμενο και με αντικείμενο άμεσα συναφές με την άσκηση της Επείγουσας Ιατρικής.
Κατέχουν Master στην Προηγμένη Φροντίδα Υγείας (Advanced Healthcare/Advanced Clinical Practice) ή αντίστοιχο μεταπτυχιακό τίτλο, το οποίο περιλαμβάνει σαφή και τεκμηριωμένη κατεύθυνση, εξειδίκευση ή σημαντικό μέρος της εκπαίδευσης στην Επείγουσα Ιατρική.
Διαθέτουν συνδυασμό ακαδημαϊκής εκπαίδευσης και σημαντικής κλινικής εμπειρίας στην Επείγουσα Ιατρική, η οποία μπορεί να τεκμηριωθεί μέσω της υπηρεσίας τους σε ΤΑΕΠ, της συμμετοχής τους σε αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά προγράμματα, καθώς και της κατοχής σχετικών πιστοποιήσεων και εκπαιδευτικών προσόντων.
Έχουν ολοκληρώσει δομημένη και τεκμηριωμένη εκπαίδευση στην Επείγουσα Ιατρική, η οποία μπορεί να αξιολογηθεί από το Ιατρικό Συμβούλιο ή από ειδική επιτροπή εμπειρογνωμόνων, με βάση συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια.
Ιδιαίτερη αναφορά θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει στη δυνατότητα αναγνώρισης της εξειδίκευσης μέσω ακαδημαϊκών προσόντων, όπως μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, καθώς αποτελεί ήδη μια πρακτική που εφαρμόζεται σε άλλους ιατρικούς τομείς. Ενδεικτικά, στην περίπτωση της υπό συζήτηση αναγνώρισης εξειδίκευσης στον Σακχαρώδη Διαβήτη, όπως έχω δεί, προβλέπεται δυνατότητα αναγνώρισης της σχετικής εξειδίκευσης και στη βάση κατοχής κατάλληλου μεταπτυχιακού τίτλου (Master), σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κριτήρια.
Κατά την άποψή μου, η ίδια αρχή θα πρέπει να εξεταστεί και στην περίπτωση της Επείγουσας Ιατρικής. Η ύπαρξη ενός αναγνωρισμένου και συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου, ιδιαίτερα όταν αυτός συνοδεύεται από σημαντική κλινική εμπειρία και ενεργό επαγγελματική ενασχόληση σε ΤΑΕΠ, αποτελεί τεκμηριωμένη ένδειξη συστηματικής και εξειδικευμένης εκπαίδευσης και θα ήταν σκόπιμο να αξιολογείται στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης.
Η θεσμική αναγνώριση της Επείγουσας Ιατρικής δεν θα πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στη δημιουργία μιας μελλοντικής εκπαιδευτικής οδού, αλλά να διασφαλίσει και μια δίκαιη μεταβατική διαδικασία για τους ιατρούς που έχουν ήδη αποκτήσει εξειδικευμένη εκπαίδευση και προσόντα, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.
Ως εκ τούτου, εισηγούμαι όπως το Ιατρικό Συμβούλιο εξετάσει:
-την επίσημη αναγνώριση της Επείγουσας Ιατρικής ως εξειδίκευσης,
-τον καθορισμό σαφών κριτηρίων και προϋποθέσεων για την απόκτηση της εξειδίκευσης,
-τη δημιουργία μεταβατικών διατάξεων για ιατρούς με υφιστάμενη εκπαίδευση και εμπειρία,
-την αναγνώριση αντίστοιχων εξειδικεύσεων ή ειδικοτήτων που έχουν αποκτηθεί σε χώρες όπου η Επείγουσα Ιατρική αναγνωρίζεται θεσμικά,
-τη δυνατότητα αξιολόγησης και αναγνώρισης συναφών μεταπτυχιακών τίτλων (Master) στην Επείγουσα Ιατρική ή στην Προηγμένη Φροντίδα Υγείας με κατεύθυνση στην Επείγουσα Ιατρική,
καθώς και τη δυνατότητα συνυπολογισμού της τεκμηριωμένης κλινικής εμπειρίας και της συνεχιζόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης στην τελική αξιολόγηση.
Η αναγνώριση της Επείγουσας Ιατρικής ως εξειδίκευσης θα αποτελέσει σημαντικό βήμα για την αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας, την ενίσχυση της επιστημονικής και επαγγελματικής ταυτότητας των ιατρών που εργάζονται στα ΤΑΕΠ και, πρωτίστως, τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου φροντίδας προς τους ασθενείς.
Παρακαλώ όπως το Ιατρικό Συμβούλιο εξετάσει το πιο πάνω ζήτημα και προχωρήσει στη διαμόρφωση ενός σαφούς, αντικειμενικού και δίκαιου πλαισίου για την αναγνώριση της Επείγουσας Ιατρικής και των ιατρών που διαθέτουν ήδη τα απαιτούμενα προσόντα και εκπαίδευση στον τομέα.