23 – Εξέταση αιτήσεων
Νομοσχέδιο με τίτλο: «Ο περί του Ελέγχου Ασυμβίβαστου των Καθηκόντων και της Ανάληψης Εργασίας στον Ιδιωτικό Τομέα Αξιωματούχων και Άλλων Νόμος του 2026»
| (1) Η Επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις που υποβάλλονται σε αυτή, δυνάμει του άρθρου 21, από πρώην αξιωματούχους ή δικαστές ή υπαλλήλους του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα και, εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, αποφασίζει κατά πόσο ο αιτητής μπορεί ή όχι να αναλάβει την εργασία στον ιδιωτικό τομέα στην οποία αφορά η αίτηση, με ή χωρίς περιορισμούς ή όρους: |
| Νοείται ότι, απαγορεύεται η ανάληψη εργασίας μόνο για περίοδο δύο (2) ετών από την ημέρα αποχώρησης, παύσης ή αφυπηρέτησης του αιτητή. |
| (2) Η Επιτροπή, κατά την εξέταση της αίτησης προσώπου για ανάληψη εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα: |
| (α) τις συναλλαγές που ο αιτητής δυνατό να είχε, στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του κατά τα τελευταία δύο (2) έτη της εργασίας του, με το μελλοντικό εργοδότη του∙ |
| (β) τις συναλλαγές που ο αιτητής δυνατό να είχε, καθ’ οιονδήποτε χρόνο της εργοδότησής του, στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του επί συνεχούς ή επαναλαμβανόμενης βάσης, με το μελλοντικό εργοδότη του∙ |
| (γ) το ενδεχόμενο ο αιτητής να είχε, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, πρόσβαση σε ευαίσθητες εμπορικές ή άλλες πληροφορίες που αφορούσαν ανταγωνιστές του μελλοντικού εργοδότη του∙ |
| (δ) το ενδεχόμενο ο αιτητής να είχε, κατά τα τελευταία δύο (2) έτη της εργασίας του, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων ή την παροχή συμβουλής, που ήταν προς όφελος του μελλοντικού του εργοδότη, η οποία μπορεί να εκληφθεί ως ανταμοιβή∙ |
| (ε) το ενδεχόμενο ο αιτητής να είχε, κατά τα τελευταία δύο (2) έτη της εργασίας του, συμμετοχή στη χάραξη πολιτικής που δεν έχει ανακοινωθεί, η γνώση της οποίας μπορεί να αποβεί προς όφελος του μελλοντικού του εργοδότη∙ |
| (στ) το ενδεχόμενο, σε περίπτωση που ο αιτητής είναι δικαστής, να είχε, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, πρόσβαση σε εμπιστευτικές ή άλλες πληροφορίες, οι οποίες δυνατόν να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφέροντος ή σε κατάσταση που δύναται να εκληφθεί αντικειμενικά ως τέτοια κατά την άσκηση των καθηκόντων του στο μελλοντικό του εργοδότη. |
| (3) (α) Η Επιτροπή, κατά την εξέταση αιτήσεων, έχει τις εξουσίες που προβλέπονται στις παραγράφους (α) μέχρι και (γ) του εδάφιου (3) του άρθρου 16 και σύμφωνα με τον Πίνακα ΙΙ.
(β) Σε περίπτωση άσκησης των πιο πάνω εξουσιών από την Επιτροπή, η προθεσμία που καθορίζεται στο εδάφιο (1) ανωτέρω, αναστέλλεται μέχρι τη λήψη των στοιχείων ή και της μαρτυρίας που ζητείται από αυτήν. |
| (4) Η Επιτροπή, κατά την εξέταση αιτήσεων δύναται να καλεί εγγράφως τον αιτητή, σύμφωνα με την κλήση Τύπος Ι του Πίνακα ΙΙ, να παρουσιασθεί ενώπιόν της σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ώρα και τόπο για να παρέχει διευκρινήσεις ή να ακουστεί ή, εάν επιθυμεί, να υποβάλει μέσα σε δεκαπέντε (15) μέρες από την ημερομηνία που οφείλει να παρουσιασθεί τις παραστάσεις του εγγράφως, μαζί με όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία: |
| Νοείται ότι η Επιτροπή δύναται να απαιτήσει, όπως ο αιτητής, έστω και εάν έχει αποστείλει τις παραστάσεις του εγγράφως, παρουσιαστεί ενώπιόν της και δώσει διευκρινήσεις, ως ήθελε κρίνει σκόπιμο. |
| (5) Η Επιτροπή δύναται να αναβάλει την ενώπιόν της υπόθεση για σοβαρό και βάσιμο λόγο, νοουμένου ότι η εξέταση της αίτησης προχωρεί το ταχύτερο δυνατό. |
| (6) Αν ο αιτητής δεν παρουσιαστεί ενώπιον της Επιτροπής στην οποία έχει κληθεί σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (3) ή (4) του άρθρου 16, και δεν υποβάλει τις παραστάσεις του εγγράφως μέσα σε δεκαπέντε (15) μέρες από την ημερομηνία που όφειλε να παρουσιαστεί ενώπιον της Επιτροπής, η Επιτροπή δύναται, αφού διαπιστώσει ότι ο αιτητής έλαβε την κλήση για να παραστεί ενώπιόν της, να εκδώσει την απόφασή της με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία, ερήμην του αιτητή. |
| (7) Τηρουμένων των διατάξεων του ΓΚΠΔ και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου, η Επιτροπή δύναται να ζητά, κατόπιν συγκεκριμένου, γραπτού και αιτιολογημένου αιτήματος, οποιεσδήποτε πληροφορίες θεωρεί απαραίτητες για την άσκηση των κατά τον παρόντα Νόμο αρμοδιοτήτων της, από κάθε φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή Υπουργείο, Υφυπουργείο, Οργανισμό ή Αρχή ή Τμήμα του δημόσιου ή ευρύτερου δημόσιου τομέα ή και από οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που εύλογα θεωρεί ότι είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες. |
| (8) Κατά την εξέταση της αίτησης, ο Γραμματέας της Επιτροπής τηρεί πρακτικά. |
Τέλος