14 – Εξουσία Επιβολής Κυρώσεων
| 14. (1) (α) Οι Αρμόδιες Αρχές έχουν εξουσία διεξαγωγής ερευνών και ελέγχου της συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Κανονισμού.
(β) Σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης των διατάξεων του Κανονισμού ή/και του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος ή/και κάθε Αρμόδια Αρχή σε ό,τι αφορά τον τομέα των αρμοδιοτήτων της, διασφαλίζει ότι οι διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλει σε φορείς εκμετάλλευσης έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (εφεξής «ΜΜΕ») συμπεριλαμβανομένων των νεοφυών επιχειρήσεων, και των μικρών επιχειρήσεων μεσαίας κεφαλαιοποίησης (εφεξής “ΜΕΜΚ”),καθώς και την οικονομική τους βιωσιμότητα. (γ) Αναλόγως της σοβαρότητας της παράβασης, ο Επίτροπος ή/και η κάθε Αρμόδια Αρχή έχει εξουσία να επιβάλει τις ακόλουθες μια ή/και περισσότερες διοικητικές κυρώσεις ή διοικητικά μέτρα ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης: i. Γραπτή προειδοποίηση και σύσταση για άρση της παράβασης και λήψη διορθωτικών μέτρων εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος ii. Απόσυρση συστήματος ΤΝ ώστε να αποτραπεί η διαθεσιμότητα στην αγορά iii. Ανάκληση συστήματος ΤΝ περιλαμβανομένης της απενεργοποίησης του και της επιστροφής του στον πάροχο iv. Διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Κανονισμού, η οποία δεν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν άρθρο και, σε περίπτωση μεταγενέστερης παράβασης, δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ. (2) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (1), παράβαση του άρθρου 5 του Κανονισμού σε σχέση με τις απαγορευμένες πρακτικές ΤΝ, επισύρει διοικητικό πρόστιμο ύψους έως τριάντα πέντε εκατομμύρια (35.000.000) ευρώ ή εάν ο παραβάτης είναι επιχείρηση, έως το 7 % του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών της για το προηγούμενο οικονομικό έτος, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο. (3) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (1) και (3), σε περίπτωση παράβασης των ακόλουθων διατάξεων από φορείς εκμετάλλευσης ή κοινοποιημένους οργανισμούς, πλην εκείνων που αναφέρονται στο εδάφιο (2):, (α) υποχρεώσεις των παρόχων συστημάτων υψηλού κινδύνου, δυνάμει του άρθρου 16 του Κανονισμού· (β) υποχρεώσεις των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων συστημάτων υψηλού κινδύνου, δυνάμει του άρθρου 22 του Κανονισμού· (γ) υποχρεώσεις των εισαγωγέων συστημάτων υψηλού κινδύνου, δυνάμει του άρθρου 23 του Κανονισμού· (δ) υποχρεώσεις των διανομέων συστημάτων υψηλού κινδύνου, δυνάμει του άρθρου 24 του Κανονισμού· (ε) υποχρεώσεις των φορέων εφαρμογής συστημάτων υψηλού κινδύνου, δυνάμει του άρθρου 26 του Κανονισμού· (στ) απαιτήσεις και υποχρεώσεις των κοινοποιημένων οργανισμών δυνάμει του άρθρου 31, του άρθρου 33 παράγραφοι (1), (3) και (4) ή του άρθρου 34 του Κανονισμού· (ζ) υποχρεώσεις διαφάνειας για παρόχους και φορείς εφαρμογής ορισμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, δυνάμει του άρθρου 50 του Κανονισμού· ο Επίτροπος ή/και κάθε Αρμόδια Αρχή έχει εξουσία να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα ύψους έως δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) ευρώ ή, εάν ο παραβάτης είναι επιχείρηση, έως το 3% του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών της για το προηγούμενο οικονομικό έτος, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο: (4) Η παροχή ανακριβών, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών σε κοινοποιημένους οργανισμούς ή εθνικές Αρμόδιες Αρχές κατά την απάντηση σε αίτημα επισύρει διοικητικά πρόστιμα ύψους έως επτά εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (7.500.000) ευρώ ή, εάν ο παραβάτης είναι επιχείρηση, έως το 1 % του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών της για το προηγούμενο οικονομικό έτος, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο. (5) Σε περίπτωση ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων νεοφυών επιχειρήσεων, κάθε πρόστιμο που αναφέρεται στο παρόν άρθρο ανέρχεται ως τα ποσοστά ή τα ποσά που αναφέρονται στα εδάφια (2), (3) και (4), ανάλογα με το ποιο από αυτά είναι το μικρότερο. (6) Σε περίπτωση ΜΕΜΚ, κάθε πρόστιμο που αναφέρεται στο παρόν άρθρο ανέρχεται ως τα ποσοστά ή τα ποσά που αναφέρονται στα εδάφια (3) και (4), ανάλογα με το ποιο από αυτά είναι το μικρότερο. (7) Κατά τη λήψη της απόφασης σχετικά με την επιβολή διοικητικού προστίμου, συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης κατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων παραγόντων: α) η φύση, η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης και οι συνέπειές της, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό του συστήματος ΤΝ, καθώς και, κατά περίπτωση, τον αριθμό των θιγόμενων προσώπων και το επίπεδο της ζημίας που υπέστησαν· β) αν έχουν ήδη επιβληθεί στον ίδιο φορέα εκμετάλλευσης για την ίδια παράβαση διοικητικά πρόστιμα από άλλες αρχές εποπτείας της αγοράς· γ) αν έχουν ήδη επιβληθεί στον ίδιο φορέα εκμετάλλευσης για παραβάσεις άλλων κανόνων ενωσιακού ή εθνικού δικαίου διοικητικά πρόστιμα από άλλες αρχές, όταν οι εν λόγω παραβάσεις προκύπτουν από την ίδια δραστηριότητα ή παράλειψη που συνιστά σχετική παράβαση του παρόντος κανονισμού· δ) το μέγεθος, ο ετήσιος κύκλος εργασιών και το μερίδιο αγοράς του φορέα εκμετάλλευσης που διέπραξε την παράβαση· ε) κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό στοιχείο που προκύπτει από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπως τα οικονομικά οφέλη που αποκομίστηκαν ή οι ζημίες που αποφεύχθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από την παράβαση· στ) ο βαθμός συνεργασίας με τον Επίτροπο ή τις Αρμόδιες Αρχές για την επανόρθωση της παράβασης και τον μετριασμό των ενδεχόμενων δυσμενών επιπτώσεών της· ζ) ο βαθμός ευθύνης του φορέα εκμετάλλευσης, λαμβανομένων υπόψη των τεχνικών και οργανωτικών μέτρων που εφαρμόζει· η) ο τρόπος με τον οποίο ο Επίτροπος ή οι Αρμόδιες Αρχές πληροφορήθηκαν την παράβαση, ειδικότερα αν και κατά πόσον ο φορέας εκμετάλλευσης κοινοποίησε την παράβαση· θ) αν η παράβαση διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας· ι) κάθε μέτρο που λαμβάνει ο φορέας εκμετάλλευσης για να μετριάσει τη βλάβη που υπέστησαν τα θιγόμενα πρόσωπα. (8) Πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, η Αρμόδια Αρχή που εξετάζει την υπόθεση, ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο και του παρέχει εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν δύναται να είναι μικρότερο των δέκα (10) εργάσιμων ημερών, εντός του οποίου καλείται να παραθέσει γραπτώς τις θέσεις ή/και να του ζητήθει προφορική ακρόαση στην οποία δύναται να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως ή/και μέσω δικηγόρου και να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία κρίνει αναγκαία. (9) Κάθε Αρμόδια Αρχή που εξετάζει την υπόθεση, αφού λάβει υπόψη όλα τα ενώπιον της στοιχεία και μαρτυρίες, εκδίδει την απόφασή της σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, την οποία κοινοποιεί σε κάθε ενδιαφερόμενο. Νοείται ότι εφόσον κριθεί χρήσιμο από την Αρμόδια Αρχή, ολόκληρη η απόφαση ή μέρος αυτής είναι δυνατό να δημοσιευθεί, εφόσον συνεκτιμηθούν τα νόμιμα συμφέροντα των ενδιαφερομένων και η προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου. Νοείται περαιτέρω ότι η Αρμόδια Αρχή δεν υποχρεούται να δώσει ειδοποίηση πριν την έκδοση απόφασης για διοικητικά μέτρα σε περίπτωση επείγουσας φύσεως, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις η Αρμόδια Αρχή καλεί τον ενδιαφερόμενο να υποβάλει τις θέσεις του το ταχύτερο δυνατόν μετά από την έκδοση της Απόφασης, ως προς το γιατί η Απόφαση πρέπει να ανακληθεί ή τροποποιηθεί και το εν λόγω διοικητικό μέτρο επανεξετάζεται πάραυτα από την Αρμόδια Αρχή (10) Κάθε Αρμόδια Αρχή εποπτείας της αγοράς σε ό,τι αφορά τον τομέα των αρμοδιοτήτων της, κατά περίπτωση, δύναται, αφού λάβει δεόντως υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο σε δημόσια αρχή ή φορέα: α) Το εν λόγω διοικητικό πρόστιμο δεν θα υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ (€50.000) (ενδεικτικά) για κάθε μη συμμόρφωση και, β) Κατά περίπτωση, δύναται να επιβληθεί ημερήσιο πρόστιμο πενήντα ευρώ (€50) (ενδεικτικά) για κάθε ημέρα κατά την οποία η μη συμμόρφωση εξακολουθεί να υφίσταται. |
Τέλος
Η επιβολή κυρώσεων θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 99 του Κανονισμού, χωρίς πρόσθετες εθνικές παραβάσεις ή την επιβολή σωρευτικών κυρώσεων για τα ίδια περιστατικά.
Τι προτείνουμε: Για first-time, non-intentional και non-serious violations από SMEs που ενεργούν καλόπιστα, να θεσπιστεί σαφέστερα μια remediation-first διαδικασία: προειδοποίηση → corrective action plan → εύλογη περίοδος συμμόρφωσης → επανέλεγχος → και μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης επιβολή προστίμου.
Γιατί: Ο AI Act είναι ένα νέο και ιδιαίτερα σύνθετο κανονιστικό πλαίσιο και είναι πιθανό μικρές εταιρείες να παρουσιάσουν αρχικά compliance gaps χωρίς πρόθεση παραβίασης. Ο στόχος πρέπει να είναι πρώτα η συμμόρφωση και η ασφάλεια και όχι η τιμωρία. Ένα τέτοιο μοντέλο μειώνει τον φόβο εισόδου στην αγορά ΤΝ και υποστηρίζει την ανάπτυξη κυπριακών AI SMEs χωρίς να μειώνει την προστασία των πολιτών σε περιπτώσεις σοβαρών ή εσκεμμένων παραβάσεων.
Το Άρθρο 14(10) του κυπριακού προσχεδίου νόμου προβλέπει ότι για παραβάσεις από δημόσιες αρχές δύναται να επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους «€50.000 (ενδεικτικά)» ανά παράβαση και «€50 ανά ημέρα (ενδεικτικά)» σε περίπτωση συνεχιζόμενης μη συμμόρφωσης. Η χρήση του όρου «ενδεικτικά» δημιουργεί σημαντική αβεβαιότητα ως προς τη νομική φύση και τον δεσμευτικό χαρακτήρα των προβλεπόμενων ποσών. Ειδικότερα, δεν καθίσταται σαφές εάν τα ποσά αυτά αποτελούν ανώτατα όρια προστίμων, μη δεσμευτικές κατευθυντήριες τιμές ή απλώς παραδείγματα υπολογισμού.
Η ασάφεια αυτή ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την αρχή της ασφάλειας δικαίου και να δημιουργήσει δυσχέρειες κατά την εφαρμογή και επιβολή των κυρώσεων. Επιπλέον, το Άρθρο 99 του Κανονισμού ΤΝ απαιτεί οι κυρώσεις να είναι σαφώς καθορισμένες, καθώς και αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
Ως σημείο σύγκρισης, ο ιρλανδικός νόμος ορίζει σταθερό δεσμευτικό ανώτατο όριο ύψους €1.000.000 για παραβάσεις από δημόσιους φορείς.
Σύσταση: Προτείνεται η διαγραφή του όρου «ενδεικτικά» και τον σαφή καθορισμό δεσμευτικών ανώτατων ορίων προστίμων στο ίδιο το νομοσχέδιο. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να προβλεφθεί ρητή εξουσιοδότηση για τον καθορισμό ή την αναθεώρηση των σχετικών ποσών μέσω δευτερογενούς νομοθεσίας, ώστε να διασφαλίζεται η απαραίτητη νομική βεβαιότητα, διαφάνεια και προβλεψιμότητα.
Το Άρθρο 14(1)(γ)(iv) του κυπριακού προσχεδίου νόμου προβλέπει, για περιπτώσεις γενικής μη συμμόρφωσης που δεν καλύπτονται από ειδική διάταξη, διοικητικά πρόστιμα έως €30.000, τα οποία αυξάνονται έως €60.000 σε περίπτωση επαναλαμβανόμενης παράβασης. Το ποσό αυτό φαίνεται ιδιαίτερα χαμηλό σε σύγκριση με τα λοιπά επίπεδα κυρώσεων που προβλέπονται τόσο στο ίδιο το νομοσχέδιο όσο και στον Κανονισμό ΤΝ.
Ενώ τα ανώτερα κλιμάκια προστίμων (€35 εκατ. ή 7% του παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών, €15 εκατ. ή 3%, και €7,5 εκατ. ή 1%) ευθυγραμμίζονται με τη δομή του Κανονισμού ΤΝ, το υπολειπόμενο αυτό επίπεδο κινδυνεύει να μην πληροί την απαίτηση του Άρθρου 99 του Κανονισμού ΤΝ για κυρώσεις που είναι «αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές». Ιδίως για μεσαίες ή μεγάλες επιχειρήσεις τεχνολογίας, ένα ανώτατο πρόστιμο ύψους €30.000 είναι απίθανο να λειτουργήσει ως ουσιαστικό κίνητρο συμμόρφωσης.
Σύσταση: Προτείνεται η ουσιώδη αύξηση του ανώτατου ορίου του εν λόγω υπολειπόμενου προστίμου, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με την απαίτηση περί αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να καταργηθεί το σταθερό χρηματικό ανώτατο όριο και να υιοθετηθεί μηχανισμός που να συνδέει το ύψος του προστίμου με ποσοστό του ετήσιου κύκλου εργασιών του παραβάτη, κατ’ αναλογία με τη δομή και τη λογική του Κανονισμού ΤΝ.
Σε σχέση με την εφαρμογή των υποχρεώσεων διαφάνειας του άρθρου 50 του Κανονισμού στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, εισηγούμαστε να διευκρινιστεί πότε θεωρείται ότι περιεχόμενο έχει υποβληθεί σε ανθρώπινη επανεξέταση ή συντακτικό έλεγχο , σύμφωνα με το άρθρο 50 του Κανονισμού και τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η εφαρμογή των σχετικών υποχρεώσεων σε εθνικό επίπεδο δεν θα πρέπει να επιβάλλει πρόσθετες απαιτήσεις πέραν όσων προβλέπονται στον Κανονισμό, ιδίως σε σχέση με δημοσιογραφικό περιεχόμενο που εμπίπτει στην πιο πάνω εξαίρεση
Άρθρο 14: Σε σχέση με τα διοικητικά πρόστιμα, δεν διευκρινίζεται αν ο «συνολικός παγκόσμιος ετήσιος κύκλος εργασιών» (βάσει του οποίου υπολογίζονται τα πρόστιμα με συγκεκριμένα ποσοστά) υπολογίζεται σε ενοποιημένη βάση ομίλου και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για εταιρείες, οι οποίες συνήθως ανήκουν σε διεθνείς επενδυτικούς ομίλους/funds, με αποτέλεσμα ενδεχόμενη ενοποιημένη προσέγγιση να οδηγεί σε δυσανάλογα υψηλά πρόστιμα σε σχέση με το μέγεθος της συγκεκριμένης εθνικής οντότητας.
ΣΧΟΛΙΑ ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
Η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ), ως οργανισμός κοινής ωφελείας που ενδέχεται να ενεργεί ως φορέας εφαρμογής (deployer) συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης στο πλαίσιο της λειτουργίας κρίσιμων ενεργειακών υποδομών, αναγνωρίζει την ανάγκη ύπαρξης αποτελεσματικού πλαισίου εποπτείας και επιβολής κυρώσεων για σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού.
Ωστόσο, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστούν τα ακόλουθα ζητήματα:
1. Αναλογικότητα του εδαφίου (1)(γ)(iv)
Η πρόβλεψη επιβολής διοικητικού προστίμου έως €30.000 για «οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Κανονισμού, η οποία δεν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν άρθρο» είναι διατυπωμένη με πολύ ευρύ τρόπο και καλύπτει ενδεχομένως παραβάσεις εξαιρετικά διαφορετικής βαρύτητας.
Προτείνεται η διάταξη να εξειδικευθεί περαιτέρω, με σαφέστερη κατηγοριοποίηση των παραβάσεων ή με αναφορά σε συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης πριν από την επιβολή προστίμου, ώστε να διασφαλίζεται η προβλεψιμότητα και η ασφάλεια δικαίου.
Επιπρόσθετα, να προβλεφθεί ρητώς ότι, όπου η παράβαση είναι ήσσονος σημασίας και δεν έχει προκαλέσει ή είναι απίθανο να προκαλέσει κίνδυνο για θεμελιώδη δικαιώματα, ασφάλεια ή δημόσιο συμφέρον, η Αρμόδια Αρχή δύναται να περιορίζεται σε γραπτή προειδοποίηση και καθορισμό εύλογης προθεσμίας συμμόρφωσης.
2. Σταδιακή κλιμάκωση διοικητικών μέτρων
Η ΑΗΚ θεωρεί ότι θα ήταν χρήσιμη η καθιέρωση αρχής «συμμόρφωση πρώτα, κύρωση μετά», όπου αυτό είναι συμβατό με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.
Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που η παράβαση δύναται να αποκατασταθεί άμεσα και δεν δημιουργεί άμεσο κίνδυνο για την υγεία, την ασφάλεια ή τα θεμελιώδη δικαιώματα, θα πρέπει να προηγείται υποχρεωτικά γραπτή σύσταση και εύλογη προθεσμία συμμόρφωσης πριν την επιβολή διοικητικού προστίμου.
3. Κίνδυνος πολλαπλών κυρώσεων
Από τη διατύπωση του άρθρου προκύπτει ότι τόσο ο Επίτροπος όσο και οι επιμέρους Αρμόδιες Αρχές διαθέτουν εξουσίες επιβολής κυρώσεων.
Προτείνεται να διευκρινισθεί ρητώς ότι δεν δύναται να επιβληθούν πολλαπλές διοικητικές κυρώσεις από διαφορετικές εθνικές αρχές για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και την ίδια παράβαση, πέραν όσων προβλέπονται από το ενωσιακό δίκαιο, προς αποφυγή παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου.
4. Δημόσιοι οργανισμοί και οργανισμοί κοινής ωφελείας
Σε σχέση με το εδάφιο (10), παρατηρείται σημαντική απόκλιση μεταξύ του ανώτατου προστίμου που μπορεί να επιβληθεί σε δημόσια αρχή ή φορέα (€50.000) και των προστίμων που προβλέπονται για λοιπούς φορείς εκμετάλλευσης.
Προτείνεται να αποσαφηνισθεί κατά πόσο οργανισμοί δημοσίου δικαίου ή οργανισμοί κοινής ωφελείας, οι οποίοι ασκούν οικονομική δραστηριότητα και δραστηριοποιούνται σε ανταγωνιστικές αγορές, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (10) ή στο γενικό καθεστώς κυρώσεων.
Η αποσαφήνιση αυτή είναι αναγκαία για λόγους ίσης μεταχείρισης και αποφυγής στρεβλώσεων μεταξύ οργανισμών που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά.
5. Ημερήσιο πρόστιμο
Το προβλεπόμενο ημερήσιο πρόστιμο των €50 στο εδάφιο (10)(β) φαίνεται να μην έχει επαρκή αποτρεπτικό χαρακτήρα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις παρατεταμένης μη συμμόρφωσης.
Εάν διατηρηθεί η πρόβλεψη αυτή, προτείνεται να εξεταστεί η δυνατότητα σύνδεσης του ημερήσιου προστίμου με τη σοβαρότητα της παράβασης ή με το μέγεθος του οργανισμού.
ICPAC-GM has asked on this thread that the word «ενδεικτικά», indicative, be deleted from subsection (10), that the cross-reference in subsection (3) be corrected, and that a graduated approach be expressly provided. This practice seconds all three, and adds what follows about the class those points bite hardest on.
Subsection (1)(b) has two limbs and they have different reach. The requirement that sanctions be effective, proportionate and dissuasive applies to sanctions imposed on operators generally, and by article 4(2) of this Bill the undefined term takes the Regulation’s meaning of operator, which includes deployers, so it reaches a school. The second limb, taking into account the interests of micro, small and medium-sized enterprises including start-ups and of small mid-caps, and their economic viability, is limited to those classes. Subsection (5) caps every fine in the article for those enterprises by reference to the amounts in subsections (2), (3) and (4), whichever is lower. Subsection (6) does the same for small mid-caps by reference to subsections (3) and (4) only. A public school is not an undertaking, so the viability limb and both caps pass it by, while the proportionality limb does not.
The gap that leaves is narrower than a general absence of protection, and it is sharper. Two provisions set a ceiling for a school and they do not agree. Subsection (1)(c)(iv) sets a determinate thirty thousand euro for any non-compliance not otherwise provided for in the article, rising to sixty thousand on a subsequent breach, and it is not limited by class of operator. Subsection (10) sets, for a public authority or body, a fine not exceeding fifty thousand euro for each non-compliance and a daily fine of fifty euro, both marked «ενδεικτικά». Nothing states which governs a public body, or how they interact.
The class on which subsection (10) turns is undefined in both instruments. Article 4(1) defines no term for public authority or body, and article 4(2) sends undefined terms to the Regulation, which does not define it either.
The ambiguity is not academic. Article 5(1)(f) of the Regulation prohibits inferring emotions in education institutions and has applied since 2 February 2025. Subsection (2) of this article sets the top tier for an article 5 breach at thirty-five million euro or seven per cent of worldwide turnover. A state school that breached that prohibition would sit between subsection (2) and an indicative fifty thousand under subsection (10), three orders of magnitude apart, with nothing saying which applies.
Subsection (7) does not answer this. Its factors, including size, annual turnover and market share at (d), govern the quantum within a range once the range is known. They do not determine which range applies.
Suggestion. Delete «ενδεικτικά» from subsection (10) and state determinate figures, as ICPAC-GM proposes. State the relationship between subsection (1)(c)(iv) and subsection (10) for a public body. Define public authority or body, since neither instrument does. And consider extending the proportionality and viability consideration in subsection (1)(b) expressly to public bodies, whose fines fall in the end on a school budget and therefore on its pupils.
Uncommon People Consulting is an independent practice working on the deliverability of national AI-in-education policy. On 27 August 2026 it made a submission to the consultation on the draft National AI Strategy 2032 carrying twelve numbered comments, and that record is public. We are an independent practice, not a candidate delivery vehicle, and we take no part in recurring delivery work; our interest is strategic work on ordinary commercial terms openly stated. That position is unchanged. This comment is filed on the evidence.
Article 14 creates substantial punitive powers and therefore requires strict legal certainty. Liability, jurisdiction and the basis for calculating sanctions should be ascertainable from the Law itself, particularly where multiple authorities or overlapping regulatory regimes may apply.
Precisely define residual infringements and the legal threshold for each sanction. Require individually reasoned findings on liability, proportionality and penalty calculation, and expressly prevent cumulative punishment for the same infringement contrary to ne bis in idem. Emergency measures should be narrowly defined and subject to prompt effective review. Non-binding guidance should never independently create a punishable obligation.
Given the severity of the sanctions, these safeguards are essential to legality, procedural fairness and resilience on judicial review.
Στο εδάφιο (3), η φράση «Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (1) και (3)…» φαίνεται εσφαλμένη και πρέπει να διορθωθεί. Επίσης, στο εδάφιο (10), τα ποσά για δημόσιες αρχές/φορείς χαρακτηρίζονται «ενδεικτικά», κάτι που δεν συνάδει με την απαιτούμενη κανονιστική σαφήνεια.
Εισήγηση: να διαγραφεί η λέξη «ενδεικτικά», να διορθωθεί η σχετική φράση και να προβλεφθεί ρητά κλιμακωτή προσέγγιση συμμόρφωσης όπου η φύση της παράβασης το επιτρέπει: προειδοποίηση, διορθωτικό σχέδιο με εύλογη προθεσμία και πρόστιμο μόνο όπου είναι αναγκαίο και ανάλογο. Να καταστεί επίσης σαφές πώς αποφεύγεται η διπλή κύρωση για την ίδια πραγματική βάση από περισσότερες αρχές.