01 – Ο περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης των Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων του 2026

«Ο περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων Νόμος του 2026» και «Ο περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»

Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι)                                                                                                                                        Ν. …(Ι)/2026

Αρ. …, …….

 

Ο περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης των Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων του 2026 εκδίδεται με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με το Άρθρο 52 του Συντάγματος.

 

Αριθμός …. του 2026
 

 

 

Προοίμιο.

 

Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ: L 2025/1,  8.1.2025,

σ. ….

 

ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΡΥΘΜΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΚΑΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

 

Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2024 για τη θέσπιση πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2017/1129»,

 

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

 

ΜΕΡΟΣ I

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Συνοπτικός τίτλος. 1.     Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων Νόμος του 2026.
Ερμηνεία. 2. (1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια –
 

 

38(I) του 2016

88(I) του 2017

155(I) του 2018

38(I) του 2019

136(I) του 2019

19(Ι) του 2020

123(I) του 2020

30(I) του 2021

66(I) του 2021

170(I) του 2021

79(I) του 2022

80(I) του 2022

61(I) του 2023

124(I) του 2023

5(I) του 2024

54(I) του 2024

17(I) του 2025.

«άδεια λειτουργίας» σημαίνει –

 

(α) αναφορικά με καλυπτόμενο πρόσωπο, άδεια δυνάμει του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου,

 

(β) αναφορικά με οντότητα κράτους μέλους, άδεια βάσει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ ως μεταφέρεται στην οικεία νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους·

«αντασφαλιστική επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«αντασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος και ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 13 σημείο 4) της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ·
«αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό  από το άρθρο 2  του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«ανώτατα διοικητικά στελέχη» σημαίνει το φυσικό ή τα φυσικά πρόσωπα που διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση και τα οποία είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο διοικητικό συμβούλιο για την καθημερινή διοίκηση της επιχείρησης·
«αποδέκτης» σημαίνει την οντότητα στην οποία μεταβιβάζονται οι μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, χρεωστικά μέσα, στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή στοιχεία παθητικού ή οποιοσδήποτε συνδυασμός των εν λόγω στοιχείων από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση·
«αρμόδιο υπουργείο κράτους μέλους» σημαίνει το υπουργείο Οικονομικών ή άλλο υπουργείο κράτους μέλους, το οποίο είναι αρμόδιο για οικονομικές, χρηματοπιστωτικές και δημοσιονομικές αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τις εθνικές αρμοδιότητες και το οποίο έχει οριστεί σύμφωνα με το Άρθρο 3 παράγραφος 7 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ·
«αρχή εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου·
«αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους» σημαίνει την αρχή που ορίζεται από κράτος μέλος σύμφωνα με το Άρθρο 3 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ∙
«αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου» σημαίνει –

 

(α) σε περίπτωση που η αρχή εποπτείας του ομίλου είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, την αρχή εξυγίανσης,

 

(β) σε περίπτωση που η αρχή εποπτείας του ομίλου είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, την αρχή εξυγίανσης του εν λόγω κράτους μέλους·

«αρχή εποπτείας του ομίλου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 250(1) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«ασφάλιση Ζωής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«ασφάλιση Γενικής Φύσεως» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«μακροπροληπτική αρχή» σημαίνει, κατά περίπτωση –

 

(α) την Κεντρική Τράπεζα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6(2)(ε) του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, όπως διορθώθηκε,

 

(β) την αρχή σε κράτος μέλος στην οποία έχει ανατεθεί η μακροπροληπτική πολιτική που αναφέρεται στη Σύσταση Β1 της Σύστασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, της 22ας Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τη μακροπροληπτική εντολή των εθνικών αρχών (ΕΣΣΚ/2011/3)·

«ασφαλιστικές απαιτήσεις» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 308(1) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
 

 

«ασφαλιστική επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί ασφαλιστικών περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«ασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος και ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 13 σημείο 1) της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ·
«ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2  του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 250 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου που είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος και ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 13 σημείο 1) της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ·
«ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 250(1) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«βασικοί επιχειρηματικοί τομείς» σημαίνει  επιχειρηματικούς τομείς και συναφείς υπηρεσίες που αντιπροσωπεύουν ουσιώδεις πηγές εισοδήματος, κέρδους ή αξίας δικαιόχρησης για μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή για έναν όμιλο του οποίου η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί μέρος·
«διαδικασία εξυγίανσης σε τρίτη χώρα» σημαίνει δράση βάσει νομοθεσίας τρίτης χώρας για τη διαχείριση της αφερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, η οποία είναι συγκρίσιμη, ως προς τους στόχους και τα αναμενόμενα αποτελέσματα, με τις δράσεις εξυγίανσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·
«διασυνοριακός όμιλος» σημαίνει όμιλο με οντότητες ομίλου εγκατεστημένες στη Δημοκρατία και σε κράτη μέλη·
«δικαίωμα καταγγελίας» σημαίνει το δικαίωμα καταγγελίας μιας σύμβασης, το δικαίωμα επίσπευσης, εκκαθάρισης (close out), αλληλοσυμψηφισμού (set-off) ή συμψηφισμού των υποχρεώσεων ή κάθε παρόμοια διάταξη που αναστέλλει, τροποποιεί ή εξαλείφει υποχρέωση ενός συμβαλλόμενου μέρους της σύμβασης ή διάταξη η οποία εμποδίζει τη γένεση, στο πλαίσιο της σύμβασης, υποχρέωσης η οποία διαφορετικά θα είχε προκύψει·
«Διοικητικό Δικαστήριο» σημαίνει το δικαστήριο που ασκεί την εκ του Άρθρου 146 του Συντάγματος χορηγούμενη δικαιοδοσία∙
«δράση εξυγίανσης» σημαίνει –

 

(α) αναφορικά με καλυπτόμενο πρόσωπο, την απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 ή 27, ή την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης ή την άσκηση μίας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης,

 

(β) αναφορικά με οντότητα κράτους μέλους, την απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, ή την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης ή την άσκηση μιας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης·

«έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη» κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη σε υπερεθνικό επίπεδο που, αν προβλεπόταν σε εθνικό επίπεδο, θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση, η οποία παρέχεται με σκοπό να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα, η ρευστότητα ή η φερεγγυότητα μιας κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας ή ενός ομίλου του οποίου η εν λόγω κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα αποτελεί μέρος·
«ΕΑΑΕΣ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010∙
«ΕΑΚΑΑ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010∙
«ΕΑΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010∙
«ΕΕ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση.
«εκκαθάριση» σημαίνει τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής οντότητας ή σχετικής οντότητας·
«ΕΚΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα∙
«εξασφαλισμένη υποχρέωση» σημαίνει υποχρέωση όπου το δικαίωμα του πιστωτή για πληρωμή ή άλλης μορφής αντιστάθμισμα εξασφαλίζεται με βάρος επί περιουσιακών στοιχείων, ενέχυρο ή εμπράγματο δικαίωμα, ή συμφωνίες παροχής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που προκύπτουν από πράξεις επαναγοράς και άλλες συμφωνίες παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου·
«εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής» σημαίνει οποιαδήποτε από τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 42(2) και 49(1)(β)(vii) έως (xi)·
«εξουσία εξυγίανσης» σημαίνει –

 

(α) αναφορικά με εξυγίανση καλυπτόμενου προσώπου, την  εξουσία που αναφέρεται στα άρθρα 49 έως 61·

 

(β) αναφορικά με εξυγίανση οντοτήτων κράτους μέλους ως μέρος εξυγίανσης ομίλου, την εξουσία που προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους·

«εξουσίες μεταβίβασης» σημαίνει τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 49(1)(β)(v) ή (vi) για τη μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, χρεωστικών μέσων, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και στοιχείων παθητικού ή οποιουδήποτε συνδυασμού των εν λόγω στοιχείων από επιχείρηση υπό εξυγίανση προς αποδέκτη·
«εξυγίανση» σημαίνει –

 

(α) σε περίπτωση καλυπτόμενου προσώπου,  την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης  προκειμένου να επιτευχθούν ένας ή περισσότεροι στόχοι της εξυγίανσης, όπως ορίζονται στο άρθρο 25(2),

 

(β) σε περίπτωση οντότητας κράτους μέλους, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ και αποτελεί μέρος ομίλου υπό εξυγίανση, την εφαρμογή μέτρου εξυγίανσης προκειμένου να επιτευχθούν ένας ή περισσότεροι στόχοι εξυγίανσης δυνάμει της οικείας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους·

«εξυγίανση ομίλου» σημαίνει οποιοδήποτε από τα εξής:

 

(α) την ανάληψη δράσης εξυγίανσης στο επίπεδο μητρικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπόκειται σε εποπτεία ομίλου,

 

(β) το συντονισμό της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης και της άσκησης εξουσιών εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών όσον αφορά τις οντότητες ομίλου·

«επιλέξιμες υποχρεώσεις» σημαίνει τις υποχρεώσεις και τα κεφαλαιακά μέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως μέσα της κατηγορίας 1, της κατηγορίας 2 ή της κατηγορίας 3 μιας κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας, οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής δυνάμει του άρθρου 42(5) έως (7)·
«επιχείρηση επενδύσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 2) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
«επιχείρηση υπό εξυγίανση» ή «υπό εξυγίανση επιχείρηση» σημαίνει κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, σχετική οντότητα, ή  οποιαδήποτε από τις οντότητες που αναφέρονται στο Άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ σε κράτος μέλος για την οποία αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης·
«εποπτική αρχή» σημαίνει τον «Έφορο Ασφαλίσεων» όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο·
«εποπτική αρχή κράτους μέλους» σημαίνει αρχή κράτους μέλους που ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 13 σημείο 10) της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ·
«εργάσιμη ημέρα» σημαίνει κάθε ημέρα εκτός Σαββάτου, Κυριακής ή αργίας στην Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος κατά περίπτωση·
«ΕΣΣΚ» σημαίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010∙
«εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού» σημαίνει νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 38(2) ·
«Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της ΕΕ·
«ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης» σημαίνει σώμα που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 80·
«θιγόμενος πιστωτής» σημαίνει πιστωτή του οποίου η απαίτηση αφορά υποχρέωση που μειώνεται ή μετατρέπεται σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, μέσω της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής με χρήση του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής·
«θυγατρική επιχείρηση» σημαίνει  θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«θυγατρική επιχείρηση τρίτης χώρας στην ΕΕ» σημαίνει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει την έδρα της στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος και η οποία είναι θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας·
«ίδια κεφάλαια» σημαίνει τα ίδια κεφάλαια κατά την έννοια του άρθρου 93 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«καλυπτόμενο πρόσωπο» σημαίνει οντότητα που υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3(1)·
«κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις» σημαίνει τους κανόνες που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τα Άρθρα 107, 108 και 109 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ και με τους κανονισμούς και όλες τις νομοθετικές πράξεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων κατευθυντήριων γραμμών, κοινοποιήσεων και ανακοινώσεων, που έχουν διατυπωθεί ή εκδοθεί δυνάμει του Άρθρου 108, παράγραφος 4, ή του Άρθρου 109 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ·
«κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας» σημαίνει –

 

(α) αναφορικά με κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση, εκκαθάριση σύμφωνα με το Μέρος V του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου,

 

(β) αναφορικά με κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα, εκκαθάριση σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο·

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι)»·
«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής»·
«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ»·
«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών»·
«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012»·
«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ»·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2017 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 2003/71/ΕΚ»·
«Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου·
«κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» έχει την έννοια που αποδίδεται στο όρο αυτό  από το Άρθρο 2, σημείο 1), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·
«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία·
«κράτος μέλος καταγωγής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«κράτος μέλος υποδοχής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«κρίσιμες λειτουργίες» σημαίνει δραστηριότητες, υπηρεσίες ή εργασίες που εκτελούνται από κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τρίτους, οι οποίες δεν μπορούν να υποκατασταθούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή με εύλογο κόστος, και όταν η αδυναμία της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να ασκήσει τις δραστηριότητες, τις υπηρεσίες ή τις εργασίες είναι πιθανό να έχει σημαντικό αντίκτυπο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ή στην πραγματική οικονομία στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου, ιδίως, του αντίκτυπου που προκύπτει από τις επιπτώσεις στην κοινωνική ευημερία μεγάλου αριθμού κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχων ή ζημιωθέντων, ή που προκύπτει από συστημική διαταραχή ή απώλεια γενικής εμπιστοσύνης στην παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών·
«κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί ασφαλιστικών περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«μεταβατική επιχείρηση» σημαίνει νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 40(2)·
«μέτοχος» σημαίνει κάτοχος μέσων ιδιοκτησίας·
«μέτρο εξυγίανσης» σημαίνει –

 

(α) αναφορικά με εξυγίανση καλυπτόμενου προσώπου, μέτρο εξυγίανσης κατά την έννοια του άρθρου 30(3)·

 

(β) αναφορικά με εξυγίανση οντοτήτων κράτους μέλους ως μέρος εξυγίανσης ομίλου, μέτρο εξυγίανσης όπως προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους·

«μέτρο απομείωσης ή μετατροπής» σημαίνει μηχανισμό για την άσκηση, από την αρχή εξυγίανσης, των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά τις υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σύμφωνα με το άρθρο 42·
«μέτρο διαχείρισης κρίσεων» σημαίνει δράση εξυγίανσης, ο διορισμός ειδικού διαχειριστή δυνάμει του άρθρου 51 ή ο διορισμός προσώπου δυνάμει του άρθρου 61(1)·
«μέτρο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού» σημαίνει μηχανισμό για την πραγματοποίηση μεταβίβασης από την αρχή εξυγίανσης, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή στοιχείων παθητικού μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σε εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σύμφωνα με το άρθρο 38·
«μέτρο μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση» σημαίνει μηχανισμό για τη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από επιχείρηση υπό εξυγίανση, ή στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή στοιχείων παθητικού επιχείρησης υπό εξυγίανση σε μεταβατική επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 40·
«μέτρο πρόληψης κρίσεων» σημαίνει –

 

(α) την άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση των ελλείψεων ή εξάλειψη εμποδίων μιας επιχείρησης προς τη δυνατότητα ανάκαμψης σύμφωνα με τις παραγράφους (α) έως (γ) του εδαφίου (6) του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου,

 

(β) την άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 20 ή 21 ή 22 του παρόντος Νόμου,

 

(γ) την εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου σύμφωνα με το άρθρο 144, το άρθρο 145(3), (4), (11) και (12), το άρθρο 146(3) και (4) και το άρθρο 147 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου,

 

(δ) την εφαρμογή προληπτικού μέτρου δυνάμει του άρθρου 148 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·

«μέτρο πώλησης εργασιών» σημαίνει μηχανισμό για την πραγματοποίηση μεταβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης, μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από επιχείρηση υπό εξυγίανση, ή στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή στοιχείων παθητικού επιχείρησης υπό εξυγίανση, σε έναν αποδέκτη που δεν είναι μεταβατική επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 39·
«μέτρο τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών» σημαίνει μηχανισμό για την απαγόρευση σε επιχείρηση υπό εξυγίανση να συνάπτει νέες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις και για τον περιορισμό των εργασιών της στην αποκλειστική διαχείριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου της έως την παύση των εργασιών της και την εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 35·
«μέσα ιδιοκτησίας» σημαίνει μετοχές, άλλα μέσα που εκχωρούν δικαιώματα ιδιοκτησίας, μέσα που είναι μετατρέψιμα σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή παρέχουν το δικαίωμα απόκτησής τους, και μέσα που αντιπροσωπεύουν δικαιώματα επί μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας·
«μέσα της κατηγορίας 1» σημαίνει τα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων που πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 100(1) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«μέσα της κατηγορίας 2» σημαίνει τα στοιχεία των βασικών και συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 100(2) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«μέσα της κατηγορίας 3» σημαίνει τα στοιχεία των βασικών και συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 100(3) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη σε κράτος μέλος η οποία δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει συσταθεί στο ίδιο κράτος μέλος·
«μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» σημαίνει ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη στη Δημοκρατία η οποία δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει συσταθεί στη Δημοκρατία·
«μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη στην ΕΕ» σημαίνει μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος, η οποία δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, άλλης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει συσταθεί στη Δημοκρατία ή σε οποιοδήποτε κράτος μέλος·
«μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» σημαίνει μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί ασφαλιστικών περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου η οποία είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία·
«μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο Άρθρο 13, σημείο 15) της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ η οποία είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος·
«μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών όπως ορίζεται στο Άρθρο 2, σημείο 15) της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ η οποία είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος και δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει συσταθεί στο ίδιο κράτος μέλος·
«μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Δημοκρατία» σημαίνει εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών η οποία είναι εγκατεστημένη στην Δημοκρατία και δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει συσταθεί στη Δημοκρατία·
«μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών της ΕΕ» μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος, η οποία δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση άλλης επιχείρησης με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία ή σε οποιοδήποτε κράτος μέλος·
«μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου» σημαίνει σχέδιο που καταρτίζεται για τους σκοπούς της εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 82 ή 83 ή 84 κατά περίπτωση·
«μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο (2) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών»  από το άρθρο 250 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«μονάδα εξυγίανσης» σημαίνει τη μονάδα εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που συστήνεται με βάση το άρθρο 5 του παρόντος Νόμου.
Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ: L 335,  17.12.2009,

σ. ….

«Οδηγία 2009/138/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)»·
«Οδηγία 2025/1/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2024 για τη θέσπιση πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2017/1129»·
«Οδηγία 2014/59/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012»·
«Οδηγία 2002/87/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ»·
«Οδηγία 2014/65/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ»·
«Οδηγία 98/26/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων»·
«Οδηγία 2013/36/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ»·
«όμιλος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 250(1) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«οντότητα του ομίλου» ή «οντότητα ομίλου» σημαίνει νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί μέρος ενός ομίλου·
«παράγωγο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 2, σημείο 5), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·
«πάροχος βασικών υπηρεσιών» σημαίνει οντότητα που παρέχει αγαθά ή υπηρεσίες, όπως υπηρεσίες πληροφορικής, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, και υπηρεσίες ενοικίασης, συντήρησης και συντήρησης εγκαταστάσεων, που απαιτούνται για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ή απαιτούνται για τη διασφάλιση της συνέχειας της ασφαλιστικής κάλυψης, και η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο με την εν λόγω επιχείρηση·
«πιστωτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
«ρυθμιζόμενη αγορά» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 21) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·
«σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες σε κράτος μέλος» σημαίνει σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες όπως ορίζονται στο Άρθρο 152αα, σημείο 1) της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ·
«σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες στη Δημοκρατία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 152αα σημείο 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·
«στόχοι εξυγίανσης» σημαίνει τους στόχους εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 25(2)·
«συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού (set-off)» σημαίνει συμφωνία βάσει της οποίας δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που οφείλονται μεταξύ της επιχείρησης υπό εξυγίανση και ενός αντισυμβαλλομένου συμψηφίζονται εκατέρωθεν η μία με την άλλη·
«συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί των Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμου·
«συμφωνία συμψηφισμού» σημαίνει συμφωνία βάσει της οποίας ένας αριθμός απαιτήσεων ή υποχρεώσεων μπορεί να μετατραπεί σε μία ενιαία καθαρή απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close-out netting), βάσει των οποίων, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση, όπως ή όπου ορίζεται –

 

(α) επισπεύδεται η λήξη των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων ούτος ώστε να καθίστανται άμεσα απαιτητέες,

ή

(β) λήγουν οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων,

 

και σε κάθε περίπτωση οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μετατρέπονται σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση ή να αντικαθίστανται από αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των ρητρών συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμου και του συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου·

«συντελεστής μετατροπής» σημαίνει συντελεστή που καθορίζει τον αριθμό των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας στον οποίο μετατρέπεται μια υποχρέωση συγκεκριμένης κατηγορίας, με αναφορά είτε σε ένα μόνο μέσο της εν λόγω κατηγορίας είτε σε μια συγκεκριμένη μονάδα αξίας μιας χρεωστικής απαίτησης·
«σύστημα εγγύησης ασφάλισης» σημαίνει, κατά περίπτωση –

 

(α) σύστημα εγγύησης ασφάλισης που έχει συσταθεί και αναγνωριστεί επίσημα από τη Δημοκρατία με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, χρηματοδοτούμενο μέσω εισφορών από κυπριακές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, το οποίο εγγυάται την πληρωμή, εν όλω ή εν μέρει, επιλέξιμων ασφαλιστικών απαιτήσεων σε επιλέξιμους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, ασφαλισμένους και δικαιούχους, ή εξασφαλίζει τη συνέχεια των ασφαλιστήριων συμβολαίων όταν μια κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει ή ενδέχεται να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις της που απορρέουν από τις ασφαλιστικές συμβάσεις της·

 

(β) σύστημα εγγύησης ασφάλισης που έχει συσταθεί και αναγνωριστεί επίσημα από κράτος μέλος, χρηματοδοτούμενο μέσω εισφορών από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, το οποίο εγγυάται την πληρωμή, εν όλω ή εν μέρει, επιλέξιμων ασφαλιστικών απαιτήσεων σε επιλέξιμους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, ασφαλισμένους και δικαιούχους, ή εξασφαλίζει τη συνέχεια των ασφαλιστήριων συμβολαίων όταν μια ασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει ή ενδέχεται να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις της που απορρέουν από τις ασφαλιστικές συμβάσεις της·

«σχέδιο εξυγίανσης» σημαίνει το σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίζεται για μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 12·
«σχέδιο εξυγίανσης ομίλου» σημαίνει σχέδιο εξυγίανσης ενός ομίλου, που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 13, 16 και 17·
«σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης» σημαίνει σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης που καταρτίζεται και διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 6·
«σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ομίλου» σημαίνει σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ομίλου που καταρτίζεται και διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 8·
«σχετικά κεφαλαιακά μέσα» σημαίνει μέσα της κατηγορίας 1, της κατηγορίας 2 ή της κατηγορίας 3·
«σχετική αρχή τρίτης χώρας» σημαίνει αρχή τρίτης χώρας η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση παρόμοιων καθηκόντων με εκείνα της αρχής εξυγίανσης ή της εποπτικής αρχής, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο·
«σχετική οντότητα» σημαίνει οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 3(1)(β), (γ), (δ) ή (ε)·
«σώμα εξυγίανσης» σημαίνει σώμα που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 78 ή 79
«ταμείο εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων» έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2(1) του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016·
«τελική μητρική επιχείρηση» σημαίνει τελική μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Δημοκρατία ή τελική μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος·
«τελική μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» σημαίνει μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Δημοκρατία ομίλου που υπόκειται σε εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 251(3)(α) ή (β) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, η οποία δεν είναι θυγατρική επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και έχει συσταθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος·
«τελική μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ομίλου που υπόκειται σε εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το Άρθρο 213, παράγραφος 2, στοιχείο α) ή β) της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η οποία δεν είναι θυγατρική επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και έχει συσταθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος·
«υποκατάστημα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του  περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ» σημαίνει υποκατάστημα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας που βρίσκεται στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος·
«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών·
«χρεωστικά μέσα» σημαίνει ομόλογα και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων οφειλών, μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μια οφειλή, καθώς και μέσα που παρέχουν δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών μέσων·
«χρηματοδοτικές ρυθμίσεις κράτους μέλους» σημαίνει ρύθμιση θεσπισμένη από κράτος μέλος σύμφωνα με το Άρθρο 81 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστούν η αποτελεσματική εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης και η αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης·
«χρηματοπιστωτική σύμβαση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου·
«χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του  περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.

 

(2)(α) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (β), στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της ΕΕ σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο.
(β) Οποιαδήποτε αναφορά σε διατάξεις της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ σε σχέση με την λήψη απόφασης σώματος εξυγίανσης μεταξύ άλλων για τον καταρτισμό σχεδίων εξυγίανσης ομίλου, την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλου, και την εξυγίανση ομίλου, σημαίνει τις διατάξεις της Οδηγίας αυτής ως μεταφέρονται στην οικεία νομοθεσία του σχετικού κράτους μέλους, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο.
(3) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη της Δημοκρατίας, σημαίνει τον εν λόγω νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο.
Πεδίο εφαρμογής. 3.-(1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις ακόλουθες οντότητες:
(α) κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·
(β) μητρικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Δημοκρατία·
(γ) ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Δημοκρατία·
(δ) μητρικές ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου εγκατεστημένες στη Δημοκρατία και μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στη Δημοκρατία·
(ε) μητρικές ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου της ΕΕ εγκατεστημένες στη Δημοκρατία και μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών της ΕΕ εγκατεστημένες στη Δημοκρατία·
(στ) υποκαταστήματα ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας στη Δημοκρατία που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 86 έως 90.

 

Νοείται ότι, όπου στον παρόντα Νόμο συναντώνται οι φράσεις «κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση» και «κυπριακή ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση» και οποιεσδήποτε γραμματικές παραλλαγές αυτών, σημαίνει κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση ή/και κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση, κατά περίπτωση.
(2) Ο παρών Νόμος θεσπίζει επίσης κανόνες και διαδικασίες που αφορούν τους παρόχους βασικών υπηρεσιών όταν η σχετική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τίθεται σε διαδικασία εξυγίανσης.
(3) Η αρχή εξυγίανσης και η εποπτική αρχή, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και κατά την εφαρμογή των διαφόρων μέτρων και την άσκηση των εξουσιών που έχουν στη διάθεσή τους όσον αφορά τις οντότητες που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2), λαμβάνουν υπόψη τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τη μετοχική δομή, τη νομική μορφή, το προφίλ κινδύνου, το μέγεθος, και το νομικό καθεστώς της οντότητας, τις διασυνδέσεις της με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, και το εύρος και την πολυπλοκότητα των εργασιών της.
ΜΕΡΟΣ II

ΑΡΧΗ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ

Ευθύνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αρχής εξυγίανσης και λειτουργία της αρχής εξυγίανσης. 4.-(1) Tην ευθύνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αρχής εξυγίανσης έχει το διοικητικό συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 4 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου.

 

 

(2) Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει τον Υπουργό σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνει δυνάμει του παρόντος Νόμου, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, λαμβάνει την έγκριση του Υπουργού πριν εφαρμόσει αποφάσεις που έχουν άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο ή συστημικές συνέπειες.
(3) Για σκοπούς του παρόντος Νόμου, η οργάνωση και λειτουργία της αρχής εξυγίανσης διέπεται κατ’ αναλογία από τις πρόνοιες του άρθρου 5 του του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου.
Μονάδα εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. 5.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα συστήνει μονάδα εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων η οποία στελεχώνεται από προσωπικό της Κεντρικής Τράπεζας, με κύρια αρμοδιότητα την παροχή τεχνοκρατικής στήριξης για σκοπούς της άσκησης των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αρχής εξυγίανσης δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της μονάδας εξυγίανσης είναι, μεταξύ άλλων –
(α) Η σύνταξη και επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο Ι του Μέρους IV· και
(β) η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο ΙΙ του Μέρους IV· και
(γ) η παροχή τεχνικής και διοικητικής υποστήριξης για –
(i)   Τη διαπίστωση FOLTF

(ii)  τη διαπίστωση εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης σε καλυπτόμενο πρόσωπο·

(ii) τη λήψη απόφασης για την επιλογή της δράσης εξυγίανσης, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης· και

(δ) η διενέργεια επιτόπιων ελέγχων· και
(ε) η διενέργεια προσωρινής αποτίμησης σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34· και
(στ) η παρακολούθηση της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης σε καλυπτόμενο πρόσωπο και η αντιμετώπιση θεμάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή· και
(ζ) η συμμετοχή σε ομάδες εργασίας, επιτροπές και συμβούλια που συστήνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αφορούν θέματα σχετικά με την εξυγίανση καλυπτόμενων προσώπων· και
(η) η εκτέλεση οποιωνδήποτε άλλων καθηκόντων ανατεθούν στη μονάδα εξυγίανσης από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας.
(3)(α) Η Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργική ανεξαρτησία της μονάδας εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων του χωριστού προσωπικού, των γραμμών αναφοράς και των διαδικασιών λήψης αποφάσεων της μονάδας εξυγίανσης από κάθε άλλη λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας.
(β) Το προσωπικό, υπό προκαθορισμένες συνθήκες, είναι κοινό μεταξύ της μονάδας εξυγίανσης και άλλων λειτουργιών της Κεντρικής Τράπεζας, για την προσωρινή αντιμετώπιση του υψηλού φόρτου εργασίας, ή προκειμένου η μονάδα εξυγίανσης να μπορεί να επωφεληθεί από την εμπειρογνωμοσύνη του κοινού προσωπικού.
(γ) Η μονάδα εξυγίανσης αναφέρεται ιεραρχικά στο Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας.
(δ) Η Κεντρική Τράπεζα υιοθετεί και δημοσιοποιεί κάθε αναγκαίο σχετικό εσωτερικό κανονισμό, προκειμένου να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ της μονάδας εξυγίανσης και των λειτουργιών της Κεντρικής Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων κανόνων που αφορούν το επαγγελματικό απόρρητο και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των διάφορων λειτουργικών τομέων.
(ε) Η Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει ότι η μονάδα εξυγίανσης διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρογνωμοσύνη, πόρους και επιχειρησιακή ικανότητα για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της.
ΜΕΡΟΣ III

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ

Σχέδια προληπτικής ανάκαμψης. 6.-(1)(α) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση που δεν ανήκει σε όμιλο που υπόκειται σε σχεδιασμό προληπτικής ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 8 και πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στα εδάφια (2) ή (3) του παρόντος άρθρου, καταρτίζει και επικαιροποιεί σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης.
(β) Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) περιλαμβάνει τα μέτρα που θα πρέπει να λάβει η επιχείρηση για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής της θέσης σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης της θέσης αυτής.
(γ) Η κατάρτιση, η επικαιροποίηση και η εφαρμογή σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης θεωρούνται μέρος του συστήματος διακυβέρνησης κατά την έννοια του άρθρου 43 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(2)(α) Η εποπτική αρχή υποβάλλει τις κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης με βάση το μέγεθός τους, το επιχειρηματικό μοντέλο, το προφίλ κινδύνου, τις διασυνδέσεις και τη δυνατότητα υποκατάστασης, τη σημασία τους για την κυπριακή οικονομία και τις διασυνοριακές δραστηριότητές τους, ιδίως τις σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες.
(β) Η εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι τουλάχιστον το 60% της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Ζωής της Δημοκρατίας και τουλάχιστον το 60% της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Γενικής Φύσεως της Δημοκρατίας, όπου το μερίδιο αγοράς της ασφάλισης Ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις και το μερίδιο αγοράς της ασφάλισης Γενικής Φύσεως βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα, υπόκεινται σε απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης δυνάμει του παρόντος άρθρου.
(γ) Κατά τον υπολογισμό του επιπέδου κάλυψης της αγοράς που αναφέρεται στην παράγραφο (β), οι θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενός ομίλου δύναται να λαμβάνονται υπόψη όταν οι εν λόγω θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτελούν μέρος ομίλου για τον οποίο η τελική μητρική επιχείρηση καταρτίζει και διατηρεί σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ομίλου.
(3)(α) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται σε σχέδιο εξυγίανσης υπόκειται σε απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης.
(β) Οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης, εκτός εάν η εποπτική αρχή θεωρεί ότι μια τέτοια επιχείρηση παρουσιάζει ιδιαίτερο κίνδυνο σε εθνικό επίπεδο.
(4) Οι κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επικαιροποιούν τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψής τους τουλάχιστον ανά διετία και, σε κάθε περίπτωση:
(α) Έπειτα από μεταβολή στη νομική ή οργανωτική δομή της επιχείρησης, στις δραστηριότητές της ή στη χρηματοοικονομική της θέση, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ή να απαιτήσει ουσιαστική αλλαγή σε αυτό·
(β) όταν καθίσταται προβλέψιμη ουσιώδης μεταβολή της χρηματοοικονομικής θέσης της επιχείρησης, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή κατ’ άλλο τρόπο επιβάλει αναθεώρηση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης.
(5) Τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης δεν προβλέπουν πρόσβαση σε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη ή λήψη έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης.
(6) Τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης περιλαμβάνουν όλα τα ακόλουθα στοιχεία:
(α) Σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου, συμπεριλαμβανομένων των ουσιωδών αλλαγών στο πλέον πρόσφατο υποβληθέν σχέδιο·
(β) περιγραφή της επιχείρησης ή του ομίλου, συμπεριλαμβανομένης σύνοψης τυχόν ουσιωδών αλλαγών σε σχέση με το πλέον πρόσφατο υποβληθέν σχέδιο·
(γ) πλαίσιο δεικτών όπως αναφέρονται στο εδάφιο (8)·
(δ) περιγραφή του τρόπου κατάρτισης του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης, του τρόπου επικαιροποίησής του και του τρόπου εφαρμογής του·
(ε) δέσμη διορθωτικών μέτρων·
(στ) στρατηγική επικοινωνίας.
(ζ) εάν η επιχείρηση έχει παραβιάσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που ορίζονται στο Τμήμα 4 του Έκτου Κεφαλαίου του Μέρους ΙΙ του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Συναφών Θεμάτων Νόμου και έχει υποβάλει σχέδιο ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 145(2) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Συναφών Θεμάτων Νόμου κάποια στιγμή κατά τα τελευταία 10 έτη, το εν λόγω σχέδιο ανάκαμψης, καθώς και αξιολόγηση των μέτρων που ελήφθησαν για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης της επιχείρησης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.
(7) Οι κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αξιολογούν την αξιοπιστία και τη σκοπιμότητα των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψής τους, και ειδικότερα του πλαισίου δεικτών που αναφέρονται στο εδάφιο (8) και των διορθωτικών μέτρων, έναντι ενός φάσματος σεναρίων ακραίων μακροοικονομικών και χρηματοοικονομικών πιέσεων που σχετίζονται με τις ειδικές συνθήκες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων γεγονότων που αφορούν ολόκληρο το σύστημα, ιδιοσυγκρατικών ακραίων καταστάσεων που ενδέχεται να επηρεάσουν ουσιωδώς το προφίλ ενεργητικού και παθητικού τους, καθώς και συνδυασμών των εν λόγω ακραίων καταστάσεων.
(8)(α) Οι κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διασφαλίζουν ότι τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψής τους περιλαμβάνουν ένα πλαίσιο ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών που προσδιορίζουν τα σημεία στα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ή να ληφθούν διορθωτικά μέτρα.
(β) Οι δείκτες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) μπορούν να περιλαμβάνουν κριτήρια που αφορούν, μεταξύ άλλων, το κεφάλαιο, τη ρευστότητα, την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού, την κερδοφορία, τις συνθήκες της αγοράς, τις μακροοικονομικές συνθήκες και λειτουργικά γεγονότα.
(γ) Οι δείκτες που αφορούν την κεφαλαιακή θέση περιλαμβάνουν τουλάχιστον κάθε παραβίαση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που ορίζονται  στο Τμήμα 4 του Έκτου Κεφαλαίου του Μέρους ΙΙ του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(δ) Οποιαδήποτε παραβίαση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρονται στη παράγραφο (γ) επιφέρει τη λήψη κατάλληλων διορθωτικών μέτρων από την επιχείρηση σύμφωνα με το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης.
(ε) Η εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι οι κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν κατάλληλες ρυθμίσεις για την τακτική παρακολούθηση των δεικτών που αναφέρονται στην παράγραφο (α).
(9) Μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία αποφασίζει να λάβει διορθωτικά μέτρα που περιλαμβάνονται στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψής της ή αποφασίζει να απέχει από τη λήψη τέτοιων διορθωτικών μέτρων ακόμα και αν πληρούται ο δείκτης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (8), κοινοποιεί την εν λόγω απόφαση στην εποπτική αρχή χωρίς καθυστέρηση.
(10) Το διοικητικό συμβούλιο της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης προτού το υποβάλει προς εξέταση στην εποπτική αρχή.
Εξέταση και αξιολόγηση των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης από την εποπτική αρχή. 7.-(1) Η εποπτική αρχή, εντός εννέα μηνών από την υποβολή κάθε σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης, εξετάζει το εν λόγω σχέδιο και αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 καθώς και όλα τα ακόλουθα:
(α) Κατά πόσον η εφαρμογή των ρυθμίσεων που προτείνονται στο σχέδιο είναι ευλόγως πιθανό να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου τη βιωσιμότητα και τη χρηματοοικονομική θέση της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·
(β) κατά πόσον το σχέδιο και οι συγκεκριμένες επιλογές στο πλαίσιο του σχεδίου είναι ευλόγως πιθανό να εφαρμοστούν ταχέως και αποτελεσματικά σε καταστάσεις χρηματοοικονομικών δυσχερειών·
(γ) κατά πόσον το σχέδιο και οι συγκεκριμένες επιλογές στο πλαίσιο του σχεδίου είναι ευλόγως πιθανό να αποτρέψουν στον μέγιστο δυνατόν βαθμό τυχόν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων και σεναρίων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν άλλες κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην εφαρμογή σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης εντός της ιδίας χρονικής περιόδου.
(2) Η εποπτική αρχή παρέχει στην αρχή εξυγίανσης όλα τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης που έχει λάβει προκειμένου αυτή να προσδιορίσει κατά πόσο δράσεις περιλαμβανόμενες στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης των  εν λόγω κυπριακών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και να υποβάλει συστάσεις στην εποπτική αρχή σχετικά με τα θέματα αυτά εντός της περιόδου που αναφέρεται στο εδάφιο (1).
(3)(α) Όταν μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες σε κράτος μέλος, η εποπτική αρχή παρέχει, κατόπιν αιτήματος της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης στην εν λόγω εποπτική αρχή υποδοχής, η οποία δύναται να εξετάσει το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης προκειμένου να προσδιορίσει κατά πόσον δράσεις περιλαμβανόμενες στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο εν λόγω κράτος μέλος και να προβεί σε συστάσεις όσον αφορά τα θέματα αυτά.
(β) Η εποπτική αρχή, παρέχει αιτιολογημένη απάντηση σχετικά με την απόφασή της να ακολουθήσει ή να μην ακολουθήσει τις συστάσεις που υποβάλλονται από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.
(γ) Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή δεν λάβει δεόντως υπόψη τις συστάσεις της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, τότε η εποπτική αρχή υποδοχής μπορεί να  παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(4)(α) Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες στην Δημοκρατία, η εποπτική αρχή δύναται να αιτηθεί από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, να της παρασχεθεί το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, προκειμένου να προσδιορίσει κατά πόσον δράσεις περιλαμβανόμενες στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Δημοκρατία και να προβεί σε συστάσεις όσον αφορά τα θέματα αυτά.
(β) Εάν η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν λάβει δεόντως υπόψη τις συστάσεις της εποπτικής αρχής, η εποπτική αρχή δύναται να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(5)(α) Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή, αφού αξιολογήσει το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις ελλείψεις στο εν λόγω σχέδιο ή ουσιαστικά εμπόδια στην εφαρμογή του, κοινοποιεί στην κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση το περιεχόμενο της αξιολόγησής της και απαιτεί από την εν λόγω επιχείρηση να υποβάλει εντός δύο μηνών, την οποία προθεσμία δύναται να επεκτείνει κατά ένα μήνα κατόπιν αιτήματος της επιχείρησης, αναθεωρημένο σχέδιο στο οποίο να καταδεικνύεται ο τρόπος αντιμετώπισης των εν λόγω ελλείψεων ή εμποδίων.
(β) Η εποπτική αρχή, πριν απαιτήσει από μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να υποβάλει εκ νέου σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης, παρέχει την ευκαιρία στην επιχείρηση να διατυπώσει τη γνώμη της σχετικά με την εν λόγω απαίτηση.
(γ) Εάν η εποπτική αρχή κρίνει ότι οι ελλείψεις και τα εμπόδια δεν έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς στο αναθεωρημένο σχέδιο, δύναται να απαιτήσει από την εν λόγω επιχείρηση να πραγματοποιήσει συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο.
(6)(α) Εάν η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ή εάν η εποπτική αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το αναθεωρημένο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τις ελλείψεις ή τα εμπόδια που εντοπίστηκαν κατά την αρχική της αξιολόγηση, και όταν δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν επαρκώς οι ελλείψεις ή τα εμπόδια μέσω απαίτησης για συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο, η εποπτική αρχή απαιτεί από την επιχείρηση να προσδιορίσει, εντός εύλογης προθεσμίας, αλλαγές τις οποίες μπορεί να επιφέρει στις επιχειρηματικές της δραστηριότητες, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ή τα εμπόδια στην εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου.
(β) Εάν η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν προσδιορίσει τις αλλαγές αυτές εντός της ορισθείσας από την εποπτική αρχή προθεσμίας ή εάν η εποπτική αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι προτεινόμενες από την επιχείρηση ενέργειες δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τις ελλείψεις ή τα εμπόδια, η εποπτική αρχή δύναται να λάβει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία να απαιτήσει από την επιχείρηση να λάβει κάθε μέτρο που η εποπτική αρχή κρίνει απαραίτητο και αναλογικό, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των ελλείψεων και των εμποδίων και την επίπτωση των μέτρων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της επιχείρησης.
(γ) Η απόφαση της εποπτικής αρχής, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (β), κοινοποιείται γραπτώς στην κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και είναι προβλητέα ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
Σχέδια προληπτικής ανάκαμψης ομίλου. 8.-(1)(α) Η εποπτική αρχή, όταν ενεργεί ως η αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να απαιτεί από τελική μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, να καταρτίσει και να υποβάλει στην εποπτική αρχή σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου, το οποίο συνιστάται σε σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης για τον όμιλο επικεφαλής του οποίου είναι η τελική μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Δημοκρατία:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η τελική μητρική επιχείρηση δεν είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα που είναι μέρος του ομίλου διασφαλίζει την υποβολή του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου στην εποπτική αρχή.

(β) Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου προσδιορίζει διορθωτικά μέτρα που ενδέχεται να απαιτηθεί να εφαρμοστούν στο επίπεδο της τελικής μητρικής επιχείρησης εγκατεστημένης στη Δημοκρατία και στο επίπεδο των μεμονωμένων θυγατρικών της επιχειρήσεων για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής τους θέσης όταν η εν λόγω θέση έχει επιδεινωθεί σημαντικά.
(γ) Η εποπτική αρχή  επιβάλλει την υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 6(2) ή (3), κατά περίπτωση.
(2)(α) Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου περιέχει διορθωτικά μέτρα με στόχο να επιτευχθεί η σταθεροποίηση του ομίλου ή κάθε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης του ομίλου, όταν ο όμιλος ή οποιαδήποτε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση του ομίλου βρίσκεται σε κατάσταση πίεσης, ώστε να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα αίτια των δυσχερειών και να αποκατασταθεί η χρηματοοικονομική θέση του ομίλου ή της επιχείρησης που είναι μέρος του συγκεκριμένου ομίλου, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη χρηματοοικονομική θέση άλλων οντοτήτων του ομίλου.
(β) Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη διασφάλιση του συντονισμού και της συνέπειας των αναλογικών μέτρων που θα πρέπει να ληφθούν στο επίπεδο του ομίλου και των οντοτήτων του ομίλου.
(3)(α) Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου και κάθε σχέδιο που καταρτίζεται για μεμονωμένη θυγατρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6(5) έως (8) και επικαιροποιείται σύμφωνα με το άρθρο 6(4).
(β) Σύμφωνα με την παράγραφο (ε) του εδαφίου (8) του άρθρου 6, εφαρμόζονται κατάλληλες ρυθμίσεις για την τακτική παρακολούθηση των δεικτών.
(γ) Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου προσδιορίζει κατά πόσον υπάρχουν εμπόδια στην εφαρμογή διορθωτικών μέτρων εντός του ομίλου, καθώς και σε επίπεδο επιμέρους οντοτήτων που καλύπτει το σχέδιο, και αν υπάρχουν σημαντικά πρακτικά ή νομικά κωλύματα ως προς την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων ή στοιχείων ενεργητικού εντός του ομίλου.
(4) Η εποπτική αρχή δύναται να απαιτεί από κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που είναι θυγατρική επιχείρηση ή από οντότητα που αναφέρεται στις παραγράφους (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 3 να καταρτίζει και να υποβάλλει σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης όταν δεν υφίσταται σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ομίλου.
(5)(α) Όταν η εποπτική αρχή δεν ενεργεί ως η αρχή εποπτείας του ομίλου και αξιολογεί ότι μια οντότητα δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της εν λόγω οντότητας στην Δημοκρατία και λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που υπέχουν συγκρίσιμες επιχειρήσεις στην Δημοκρατία, δύναται να ζητήσει από την αρχή εποπτείας του ομίλου, βάσει αιτιολογημένης γνώμης, να απαιτήσει από την τελική μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη σε κράτος μέλος που είναι επικεφαλής του ομίλου να υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου λαμβάνοντας υπόψη τις ανησυχίες που εξέφρασε η  εποπτική αρχή.
(β) Όταν υποβάλλεται αναθεωρημένο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο (α) και η εποπτική αρχή αξιολογεί ότι το εν λόγω αναθεωρημένο σχέδιο δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανησυχίες της, δύναται να απαιτήσει από τις οικίες κυπριακές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που είναι θυγατρικές επιχειρήσεις ή τις οικείες οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 3 να καταρτίσουν και να υποβάλουν σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης, παρέχοντας αιτιολογημένη γνώμη για την εν λόγω αξιολόγησή της στην αρχή εποπτείας του ομίλου.
(γ) Η εποπτική αρχή παρέχει στην αρχή εποπτείας του ομίλου το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης που καταρτίζεται βάσει της παραγράφου (β).
(6) Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 73, η εποπτική αρχή, ως η εποπτική αρχή του ομίλου, διαβιβάζει τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου:
(α) Στην ΕΑΑΕΣ·
(β) στις σχετικές εποπτικές αρχές που είναι μέλη ή συμμετέχουν στο σώμα εποπτικών αρχών,  όπως αναφέρεται στο άρθρο 287 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
(γ) στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδου ομίλου·
(δ) στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών επιχειρήσεων·
(ε) σε περίπτωση που ο όμιλος είναι χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων ή αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, στην αρχή εξυγίανσης και στην οικεία αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου και στην αρμόδια αρχή και την οικεία αρμόδια αρχή κράτους μέλους όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου.
(7) Το διοικητικό συμβούλιο της οντότητας που καταρτίζει το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου δυνάμει του εδαφίου (1) ή το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης δυνάμει του εδαφίου (4) ή (5) αξιολογεί και εγκρίνει το εν λόγω σχέδιο προτού το υποβάλει στην εποπτική αρχή προς επανεξέταση.
(8) Κατά την κατάρτιση σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης, μια θυγατρική επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ δύναται να λαμβάνει υπόψη τυχόν σχέδια προληπτικής ανάκαμψης ομίλου που καταρτίζονται από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας ή τις μητρικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας των οποίων είναι θυγατρική επιχείρηση, κατά περίπτωση.
Εξέταση και αξιολόγηση των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης ομίλου όταν η  εποπτική αρχή ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου. 9.-(1)(α) Η εποπτική αρχή, όταν ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου, μετά από διαβούλευση με τις εποπτικές αρχές που είναι μέλη ή συμμετέχουν στο σώμα εποπτικών αρχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 287 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, εξετάζει το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου και αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο πληροί τις απαιτήσεις και τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 8.
(β) Η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο (α), πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7 και στο παρόν άρθρο, εντός της περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 7(1), και λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των διορθωτικών μέτρων στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη μέλη όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος.
(2)(α) Η εποπτική αρχή, όταν ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου, καταβάλλει προσπάθειες για να καταλήξει σε κοινή απόφαση στο πλαίσιο του σώματος εποπτικών αρχών που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 287 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, όσον αφορά:
(i) Την εξέταση και αξιολόγηση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου·
(ii) την ανάγκη κατάρτισης σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης σε μεμονωμένη βάση για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος του ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 8(4) ή (5)·
(iii) την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 7(3), (4) και (5).
 
  (β) Η εποπτική αρχή καταβάλλει προσπάθειες ώστε η κοινή απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) να λαμβάνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης, από την εποπτική αρχή, του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 8(6).
 
(γ) Η εποπτική αρχή δύναται να αιτηθεί τη βοήθεια της ΕΑΑΕΣ για να βοηθήσει στη λήψη κοινής απόφασης σύμφωνα με το Άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
 
(3)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) η εποπτική αρχή, ενεργώντας ως η αρχή εποπτείας του ομίλου, λαμβάνει η ίδια σχετική απόφαση όσον αφορά:
(i) Την εξέταση και αξιολόγηση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου·
(ii) τυχόν μέτρα που πρέπει να λάβει η τελική μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 7(5) και (6)·
(β) Η απόφαση που λαμβάνεται από την εποπτική αρχή κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των εποπτικών αρχών κρατών μελών που εκφράστηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2).
 

 

(γ) Η εποπτική αρχή διαβιβάζει την απόφασή της στην τελική μητρική επιχείρηση και στις άλλες ενδιαφερόμενες αρχές.

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η τελική μητρική επιχείρηση είναι επιχείρηση εγκατεστημένη εκτός της Δημοκρατίας, η εποπτική αρχή δύναται να διαβιβάζει την απόφαση στην εν λόγω τελική μητρική επιχείρηση μέσω κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας του ομίλου.

(δ) Εάν, έως το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2), οποιαδήποτε εποπτική αρχή κράτους μέλους έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η εποπτική αρχή αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει την απόφαση που η ΕΑΑΕΣ δυνατόν να λάβει σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΑΕΣ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.
(ε) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός μηνός έπειτα από την παραπομπή του ζητήματος από εποπτική αρχή κράτους μέλους στην ΕΑΑΕΣ κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (δ), εφαρμόζεται η απόφαση για τον όμιλο της εποπτικής αρχής, ως εποπτική αρχή σε επίπεδο ομίλου.
(4)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2), η εποπτική αρχή, όταν ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου αναγνωρίζει ως οριστικές τις αποφάσεις που λαμβάνονται μεμονωμένα από τις εποπτικές αρχές κρατών μελών στα οποία υφίστανται θυγατρικές επιχειρήσεις όσον αφορά:
(i) την ανάγκη για κατάρτιση σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης σε μεμονωμένη βάση για τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 8, παράγραφος 2 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ·
 

 

(ii) την εφαρμογή, σε επίπεδο θυγατρικών, των μέτρων που αναφέρονται στο Άρθρο 6, παράγραφοι 4 και 5 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ·

 

Νοείται ότι, η εποπτική αρχή υποβάλλει στις εν λόγω εποπτικές αρχές κρατών μελών τυχόν απόψεις και επιφυλάξεις της.

(β) Η εποπτική αρχή δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2)  θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.
(γ) Η εποπτική αρχή δεν παραπέμπει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ μετά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.
(δ) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός μηνός από την ημερομηνία παραπομπής του ζητήματος από την εποπτική αρχή κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (β), εφαρμόζεται η απόφαση της εποπτικής αρχής κράτους μέλους για τη θυγατρική επιχείρηση σε μεμονωμένο επίπεδο.
(5) Η εποπτική αρχή, όταν ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου, δύναται να λάβει κοινή απόφαση με τις εποπτικές αρχές κρατών μελών που δεν διαφωνούν με απόφαση, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4), σχετικά με σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου που καλύπτει οντότητες του ομίλου υπό τη δικαιοδοσία τους.
(6) Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) και (5) του παρόντος άρθρου και οι αποφάσεις που αναφέρονται στα εδάφια (3) και (4) του παρόντος άρθρου αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από την εποπτική και τις εποπτικές αρχές των οικείων κρατών μελών κατά περίπτωση.
Εξέταση και αξιολόγηση των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης ομίλου όταν η  εποπτική αρχή δεν ενεργεί ως αρχή εποπτείας του ομίλου. 10.-(1) Όταν η εποπτική αρχή δεν ενεργεί ως η αρχή εποπτείας του ομίλου, διαβουλεύεται με την αρχή εποπτείας του ομίλου, στο πλαίσιο του σώματος εποπτικών αρχών όπως αναφέρεται στο άρθρο 287 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, για την εξέταση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου και την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο πληροί τις απαιτήσεις και τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 8.

 

 

  (2)(α) Η εποπτική αρχή καταβάλλει προσπάθειες για να καταλήξει σε κοινή απόφαση με την αρχή εποπτείας του ομίλου στο πλαίσιο του σώματος εποπτικών αρχών που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 287 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, όσον αφορά:
 
(i) Την εξέταση και αξιολόγηση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου·
(ii) την ανάγκη κατάρτισης σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης σε μεμονωμένη βάση για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος του ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 8(4) ή (5)·
(iii) την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 7(3), (4) και (5).
 
  (β) Η εποπτική αρχή καταβάλλει προσπάθειες ώστε η κοινή απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) να λαμβάνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου από την αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 8(6).
 
(γ) Η εποπτική αρχή δύναται να αιτηθεί τη βοήθεια της ΕΑΑΕΣ για να βοηθήσει στη λήψη κοινής απόφασης σύμφωνα με το Άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(3)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2), εφαρμόζεται η απόφαση της αρχή εποπτείας του ομίλου όσον αφορά:
(i) Την εξέταση και αξιολόγηση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου·
(ii) τυχόν μέτρα που πρέπει να λάβει η τελική μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 7(5) και (6)·
(β) Η εποπτική αρχή δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και η περίοδος που αναφέρεται στο εδάφιο (2)(β) θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.
(γ) Η εποπτική αρχή δεν παραπέμπει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ μετά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.
(δ) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός μηνός από την παραπομπή του ζητήματος από την εποπτική αρχή κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (β), εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εποπτείας του ομίλου.
(4)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) η εποπτική αρχή λαμβάνει η ίδια σχετική απόφαση όσον αφορά:
(i) την ανάγκη για κατάρτιση σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης σε μεμονωμένη βάση για κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 9 και στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 10·
(ii) την εφαρμογή, σε επίπεδο θυγατρικής, των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 7(5) και (6)·
(β) Η απόφαση που λαμβάνεται από την εποπτική αρχή κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α), είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις άλλων εποπτικών αρχών και της εποπτικής αρχής του ομίλου.
(γ) Εάν, έως το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2), οποιαδήποτε από τις οικείες εποπτικές αρχές κρατών μελών έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η εποπτική αρχή αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει την απόφαση που η ΕΑΑΕΣ δυνατόν να λάβει σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΑΕΣ, και η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.
(δ) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός μηνός από την παραπομπή του ζητήματος από την εποπτική αρχή κράτους μέλους κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (γ), εφαρμόζεται η απόφαση της εποπτικής αρχής.
(5) Η εποπτική αρχή δύναται να λάβει κοινή απόφαση με τις εποπτικές αρχές κρατών μελών που δεν διαφωνούν με απόφαση, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4), σχετικά με σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου που καλύπτει οντότητες του ομίλου υπό τη δικαιοδοσία τους.
7
(6) Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) και (5) του παρόντος άρθρου και οι αποφάσεις που αναφέρονται στα εδάφια (3) και (4) του παρόντος άρθρου αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από την εποπτική αρχή και τις εποπτικές αρχές των οικιών κρατών μελών κατά περίπτωση.
Ετοιμασία απλουστευμένων σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης για ορισμένες επιχειρήσεις. 11.-(1)(α) H εποπτική αρχή δύναται να αποφασίζει την εφαρμογή απλουστευμένων απαιτήσεων για ορισμένες κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και ομίλους σε σχέση με –
(i) Το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης που προβλέπονται στα άρθρα 6 έως 10·
(ii) την καταληκτική ημερομηνία για την κατάρτιση των πρώτων σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και τη συχνότητα επικαιροποίησης των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης, η οποία μπορεί να είναι μικρότερη από τη συχνότητα που προβλέπεται στο άρθρο 6(4) και στο άρθρο 8(3)·
(iii) το περιεχόμενο και το εύρος των λεπτομερειών των πληροφοριών που απαιτούνται από τις επιχειρήσεις δυνάμει του άρθρου 6(6) και του άρθρου 8(3)·
(β) Για σκοπούς της παραγράφου (α), η εποπτική αρχή λαμβάνει υπόψη –
(i) Τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η αφερεγγυότητα της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λόγω της φύσης των επιχειρηματικών της εργασιών, της μετοχικής δομής της, της νομικής μορφής, του προφίλ κινδύνου, του μεγέθους και του νομικού καθεστώτος της, της διασύνδεσής της με άλλες ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, του εύρους και της πολυπλοκότητας των εργασιών της, και
(ii) κατά πόσο η αφερεγγυότητα της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και η επακόλουθη εκκαθάρισή της υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ενδέχεται να έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλες επιχειρήσεις, στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, στους όρους χρηματοδότησης ή στην ευρύτερη οικονομία.
(2) Η εποπτική αρχή παρέχει στην ΕΑΑΕΣ, σε ετήσια βάση και για κάθε κράτος μέλος χωριστά, όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:
(α) Τον αριθμό των κυπριακών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων που υπόκεινται σε σχεδιασμό προληπτικής ανάκαμψης σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8·
(β) τον αριθμό των κυπριακών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων που υπόκεινται στις απλουστευμένες απαιτήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1)·
(γ) ποσοτικές πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1)·
(δ) περιγραφή των απλουστευμένων απαιτήσεων που εφαρμόζονται βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) σε σύγκριση με τις πλήρεις απαιτήσεις, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού, που υπολογίζονται ως ποσοστά επί του συνολικού όγκου, αντίστοιχα, των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού των κυπριακών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή όλων των ομίλων, κατά περίπτωση.
ΜΕΡΟΣ IV

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι – ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
Σχέδια εξυγίανσης. 12.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την εποπτική αρχή, καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης για κάθε κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία δεν αποτελεί μέρος ομίλου που υπόκειται σε σχεδιασμό εξυγίανσης δυνάμει των άρθρων 13, 16 και 17, και η οποία πληροί τις προϋποθέσεις του εδαφίου 2 του παρόντος άρθρου.
(β) Το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τις δράσεις εξυγίανσης τις οποίες είναι δυνατό να προβεί η αρχή εξυγίανσης, σε περίπτωση που η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 26(1) ή στο άρθρο 27(3).
(2)(α) Η αρχή εξυγίανσης καταρτίζει σχέδια εξυγίανσης για τις κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες αξιολογεί ότι, σε περίπτωση αφερεγγυότητας της εν λόγω επιχείρησης, είναι πιθανότερο, σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις υπό την αρμοδιότητά της, η δράση εξυγίανσης να είναι προς το δημόσιο συμφέρον, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26(5), ή για τις οποίες αξιολογεί ότι επιτελούν κρίσιμη λειτουργία.
(β) Οι αξιολογήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (α) λαμβάνουν υπόψη, τουλάχιστον, την ανάγκη επίτευξης των στόχων εξυγίανσης και το μέγεθος, το επιχειρηματικό μοντέλο, το προφίλ κινδύνου, τις διασυνδέσεις, τη δυνατότητα υποκατάστασης και, ιδίως, τη διασυνοριακή δραστηριότητα της επιχείρησης.
(γ) Η αρχή εξυγίανσης, με βάση τις αξιολογήσεις που αναφέρονται στη παράγραφο (α), διασφαλίζει ότι τουλάχιστον το 40% της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Ζωής και το 40% της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Γενικής Φύσεως της Δημοκρατίας, όπου το μερίδιο αγοράς της ασφάλισης Ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις και το μερίδιο αγοράς της ασφάλισης Γενικής Φύσεως βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα, υπόκεινται σε σχεδιασμό εξυγίανσης.
(δ) Κατά τον υπολογισμό του επιπέδου κάλυψης της αγοράς, δύναται να λαμβάνονται υπόψη οι θυγατρικές επιχειρήσεις ενός ομίλου όταν οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις καλύπτονται από το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου.
(ε) Οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις σχεδιασμού εξυγίανσης, εκτός εάν η αρχή εξυγίανσης θεωρεί ότι μια τέτοια επιχείρηση παρουσιάζει ιδιαίτερο κίνδυνο σε εθνικό επίπεδο.
(3)(α) Όταν μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες σε κράτος μέλος, η αρχή εξυγίανσης παρέχει προσχέδιο του σχεδίου εξυγίανσης στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ή στην αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους υποδοχής, προκειμένου αυτές να προσδιορίσουν κατά πόσον δράσεις περιλαμβανόμενες στο προσχέδιο του σχεδίου εξυγίανσης ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο κράτος μέλος τους και να προβούν σε συστάσεις όσον αφορά τα θέματα αυτά.
(β) Η αρχή εξυγίανσης παρέχει αιτιολογημένη απάντηση σχετικά με την απόφασή της να ακολουθήσει ή να μην ακολουθήσει τις συστάσεις που υποβάλλονται από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ή την αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους υποδοχής.
(γ) Εάν η εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ή η αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους υποδοχής παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η αρχή εξυγίανσης συνεργάζεται με την ΕΑΑΕΣ για τον σκοπό αυτό.
(4)(α) Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες στη Δημοκρατία,  η εποπτική αρχή  ή η αρχή εξυγίανσης  δύναται να εξετάσει το προσχέδιο του σχεδίου εξυγίανσης που λαμβάνει από την αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους καταγωγής, προκειμένου να προσδιορίσει κατά πόσο δράσεις περιλαμβανόμενες στο προσχέδιο του σχεδίου εξυγίανσης ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη Δημοκρατία και να προβεί σε συστάσεις προς την αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους καταγωγής όσον αφορά τα θέματα αυτά.
(β) Εάν η αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους καταγωγής δεν λάβει δεόντως υπόψη τις συστάσεις της εποπτικής αρχής ή της αρχής εξυγίανσης, η εποπτική αρχή ή η αρχή εξυγίανσης  δύναται να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(5)(α) Κατά τον προσδιορισμό των επιλογών για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης και άσκηση εξουσιών εξυγίανσης, το σχέδιο εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη σχετικά σενάρια εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων του σεναρίου κατά το οποίο η αφερεγγυότητα της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι ιδιοσυγκρασιακή και του σεναρίου κατά το οποίο συμβαίνει σε μια περίοδο ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του συστήματος.
(β) Το σχέδιο εξυγίανσης δεν προβλέπει οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη πέραν, κατά περίπτωση, της χρήσης συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.
(6)(α) Η αρχή εξυγίανσης εξετάζει και, εφόσον απαιτείται, επικαιροποιεί τα σχέδια εξυγίανσης τουλάχιστον ανά διετία και, σε κάθε περίπτωση:
(i) Έπειτα από κάθε ουσιώδη μεταβολή στη νομική ή οργανωτική δομή της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, στις επιχειρηματικές δραστηριότητές της ή στη χρηματοοικονομική της θέση, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή κατ’ άλλο τρόπο επιβάλλει αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης·
(ii) όταν καταστεί προβλέψιμη ουσιώδης μεταβολή στη χρηματοοικονομική θέση της επιχείρησης, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή κατ’ άλλο τρόπο επιβάλλει αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης.
(β) Οι κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και η εποπτική αρχή κοινοποιούν αμέσως στην αρχή εξυγίανσης κάθε γεγονός που καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση ή την επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης.
(7)(α) Με την επιφύλαξη του άρθρου 14, στο σχέδιο εξυγίανσης παρουσιάζονται επιλογές για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Το σχέδιο εξυγίανσης περιλαμβάνει, προσδιορίζοντας ποσοτικά όταν αυτό ενδείκνυται και είναι εφικτό, όλα τα ακόλουθα στοιχεία:
(i) Σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου εξυγίανσης·
(ii) σύνοψη των ουσιωδών μεταβολών στην επιχείρηση, οι οποίες έχουν επέλθει μετά την υποβολή των πλέον πρόσφατων πληροφοριών σχετικών με την εξυγίανση·
(iii) παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να διαχωριστούν νομικά και οικονομικά οι κρίσιμες λειτουργίες και οι βασικοί επιχειρηματικοί τομείς, στον αναγκαίο βαθμό, από άλλες λειτουργίες, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια σε περίπτωση αφερεγγυότητας της επιχείρησης·
(iv) προσδιορισμό των στοιχείων ενεργητικού που λογικά αναμένεται να γίνουν δεκτά ως εξασφάλιση·
(v) εκτίμηση του χρονοδιαγράμματος για την εκτέλεση κάθε ουσιώδους πτυχής του σχεδίου εξυγίανσης·
(vi) λεπτομερή περιγραφή της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της εφικτότητας και της αξιοπιστίας της εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 18·
(vii) περιγραφή των μέτρων που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 20 για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης, τα οποία εντοπίζονται κατόπιν της αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 18·
(viii) επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν οι επιλογές εξυγίανσης χωρίς την παραδοχή οποιασδήποτε έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης πέραν, κατά περίπτωση, της χρήσης συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ·
(ix) λεπτομερή περιγραφή των διαφόρων στρατηγικών εξυγίανσης που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σύμφωνα με τα διάφορα πιθανά σενάρια καθώς και τα εφαρμοστέα σε κάθε περίπτωση χρονοδιαγράμματα·
(x) περιγραφή των κρίσιμων αλληλεξαρτήσεων·
(xi) ανάλυση του αντικτύπου που θα έχει το σχέδιο εξυγίανσης στους υπαλλήλους της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης των συναφών δαπανών, και περιγραφή των προβλεπόμενων διαδικασιών διαβούλευσης με το προσωπικό κατά τη διαδικασία εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη την κείμενη νομοθεσία.
(xii) σχέδιο επικοινωνίας με τα μέσα ενημέρωσης και με το κοινό·
(xiii) περιγραφή των βασικών λειτουργιών και συστημάτων για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας των επιχειρησιακών διαδικασιών της επιχείρησης·
(xiv) κατά περίπτωση, οποιαδήποτε γνώμη διατυπώνεται από την επιχείρηση σε σχέση με το σχέδιο εξυγίανσης.
(β) Η αρχή εξυγίανσης γνωστοποιεί τη σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
(8) Η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στην εποπτική αρχή και, κατά περίπτωση, στις οικείες εποπτικές αρχές κρατών μελών.
Σχέδια εξυγίανσης ομίλου. 13.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, ενεργώντας ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, καταρτίζει σχέδια εξυγίανσης ομίλου για ομίλους που υπόκεινται σε σχεδιασμό εξυγίανσης βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 12(2).
(2) Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου:
(α) Καθορίζει τις δράσεις εξυγίανσης που πρόκειται να αναληφθούν σε σχέση με κάθε οντότητα, στην περίπτωση που θα απαιτούνται μέτρα για τη διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων λειτουργιών· και
(β) εξετάζει τον βαθμό στον οποίο μπορούν να εφαρμοστούν τα μέτρα εξυγίανσης και να ασκηθούν οι εξουσίες εξυγίανσης, κατά  συντονισμένο τρόπο, και προσδιορίζει τυχόν εμπόδια σε μια συντονισμένη εξυγίανση· και
(γ) προσδιορίζει, όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει οντότητες που έχουν συσταθεί σε τρίτες χώρες, τις κατάλληλες ρυθμίσεις συνεργασίας και συντονισμού με τις οικείες αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών, καθώς και τις συνέπειες για την εξυγίανση εντός της ΕΕ· και
(δ) προσδιορίζει μέτρα, συμπεριλαμβανομένων του νομικού και οικονομικού διαχωρισμού συγκεκριμένων λειτουργιών ή επιχειρηματικών τομέων, τα οποία είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση της εξυγίανσης του ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδοομιλικές αλληλεξαρτήσεις· και
(ε) προσδιορίζει τις διαθέσιμες πηγές χρηματοδότησης των δράσεων εξυγίανσης του ομίλου και, σε περίπτωση που θα απαιτείτο η χρήση συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή προσφυγή στο ταμείο εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης κρατών μελών, θέτει τις αρχές επιμερισμού της ευθύνης για την εν λόγω χρηματοδότηση μεταξύ των πηγών χρηματοδότησης στη Δημοκρατία και των πηγών χρηματοδότησης στα διάφορα κράτη μέλη, χωρίς να προβλέπει οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη· και
(στ) περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 12(7).
(3) Η αρχή εξυγίανσης, ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, διαβιβάζει το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις του στην εποπτική αρχή και στην οικεία εποπτική αρχή κράτους μέλους και, όταν ο όμιλος είναι χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων, ή αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων στην οικία αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου και στην αρμόδια αρχή και την οικεία αρμόδια αρχή κράτους μέλους όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου.
(4) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης για τις θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) και (δ), του εδαφίου 1, του άρθρου 3, όταν δεν υπάρχει σχέδιο εξυγίανσης ομίλου.
(5)(α) Η αρχή εξυγίανσης, κατά την κατάρτιση σχεδίου εξυγίανσης για θυγατρική επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ, δύναται να λαμβάνει υπόψη τη στρατηγική εξυγίανσης που εφαρμόζει η οικεία αρχή τρίτης χώρας για τον όμιλο για τον οποίο είναι υπεύθυνη η αρχή εξυγίανσης.
(β) Εάν η αρχή εξυγίανσης θεωρεί ότι η εν λόγω στρατηγική εξυγίανσης είναι αξιόπιστη και εφικτή, μπορεί να αποτυπώσει δεόντως την εν λόγω στρατηγική εξυγίανσης και τις πιθανές συνέπειές της για τη θυγατρική επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ στο σχέδιο εξυγίανσης υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 25.
Ετοιμασία απλουστευμένων σχεδίων εξυγίανσης για ορισμένες επιχειρήσεις. 14.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αποφασίζει την εφαρμογή απλουστευμένων απαιτήσεων για ορισμένες κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και ομίλους σε σχέση με –
(i) Το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 12, 13, 15, 16 και 17·
(ii) την καταληκτική ημερομηνία για την κατάρτιση των πρώτων σχεδίων εξυγίανσης και τη συχνότητα επικαιροποίησης των σχεδίων εξυγίανσης, η οποία μπορεί να είναι μικρότερη από τη συχνότητα που προβλέπεται στα άρθρα 12(6), 16(4) και 17(4)·
(iii) το περιεχόμενο και το εύρος των λεπτομερειών των πληροφοριών που απαιτούνται από τις επιχειρήσεις δυνάμει του άρθρου 13(2) και του άρθρου 15(1)·
(iv) το εύρος των λεπτομερειών για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης που προβλέπεται στα άρθρα 18 και 19.
(β) Για σκοπούς της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη –
(i) Τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η αφερεγγυότητα της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λόγω της φύσης των επιχειρηματικών της εργασιών, της μετοχικής δομής της, της νομικής μορφής, του προφίλ κινδύνου, του μεγέθους και του νομικού καθεστώτος της, της διασύνδεσής της με άλλες ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, του εύρους και της πολυπλοκότητας των εργασιών της· και
(ii) κατά πόσο η αφερεγγυότητα της κυπριακής ασφαλιστικής  ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και η επακόλουθη εκκαθάρισή της υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ενδέχεται να έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλες επιχειρήσεις, στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, στους όρους χρηματοδότησης ή στην ευρύτερη οικονομία.
(2) Η αρχή εξυγίανσης παρέχει στην ΕΑΑΕΣ, σε ετήσια βάση και για κάθε κράτος μέλος χωριστά, όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:
(α) τον αριθμό των κυπριακών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων που υπόκεινται σε σχεδιασμό εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13·
(β) τον αριθμό των κυπριακών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων που υπόκεινται στις απλουστευμένες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1)·
(γ) ποσοτικές πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1)·
(δ) περιγραφή των απλουστευμένων υποχρεώσεων που εφαρμόζονται βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) σε σύγκριση με τις μη απλουστευμένες  υποχρεώσεις, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού, που υπολογίζονται ως ποσοστά επί του συνολικού όγκου, αντίστοιχα, των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού των κυπριακών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή όλων των ομίλων, κατά περίπτωση.
Πληροφορίες για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης και συνεργασία της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και εποπτικής αρχής με την αρχή εξυγίανσης. 15.-(1) Η αρχές εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από τις κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή από την τελική μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, κατά περίπτωση, με ειδική ή γενική οδηγία:
(α) Να συνεργάζονται όσο χρειάζεται για την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης ή σχεδίων εξυγίανσης ομίλου·
(β) να παρέχουν, είτε άμεσα είτε μέσω της εποπτικής αρχής, όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την κατάρτιση και την εφαρμογή σχεδίων εξυγίανσης ή σχεδίων εξυγίανσης ομίλου.
(2)(α) Η αρχή εξυγίανσης έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και βρίσκονται στην κατοχή της εποπτικής αρχής.
(β) Για τον σκοπό της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης συνεργάζεται με την εποπτική αρχή για την επαλήθευση της διαθεσιμότητας των σχετικών πληροφοριών, προτού ζητήσει πληροφορίες από τις κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.
(3)(α) Η μακροπροληπτική αρχή, το Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων και η Κεντρική Τράπεζα παρέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες που απαιτούνται για την κατάρτιση και ενημέρωση σχεδίων εξυγίανσης, καθώς και την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης μιας κυπριακής ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης κατά τα προβλεπόμενα στα Κεφάλαια Ι και ΙΙ του Μέρους IV.
(β) Το άρθρο 73 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία αναφορικά με την υποβολή πληροφοριών κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α).
Απαιτήσεις και διαδικασία για την ετοιμασία

σχεδίων εξυγίανσης ομίλου από την αρχή εξυγίανσης, ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

16.-(1) Το παρόν άρθρο προβλέπει τις απαιτήσεις και τη διαδικασία ετοιμασίας σχεδίων εξυγίανσης ομίλου σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

 

 

 

(2)(α) Οι τελικές μητρικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στην αρχή εξυγίανσης τις πληροφορίες που ενδέχεται να απαιτηθούν σύμφωνα με το άρθρο 15:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η τελική μητρική επιχείρηση δεν είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, η οντότητα του ομίλου που είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία διασφαλίζει την υποβολή των εν λόγω πληροφοριών στην αρχή εξυγίανσης.

(β) Οι πληροφορίες που υποβάλλονται δυνάμει της παραγράφου (α) αφορούν την τελική μητρική επιχείρηση και, στον απαιτούμενο βαθμό, κάθε μία από τις οντότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών οντοτήτων και των οντοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία β) έως ε) της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ σε κράτη μέλη.
(γ) Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει τις σχετικές πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με τo παρόν εδάφιο:
(i) στην ΕΑΑΕΣ·
(ii) στις αρχές εξυγίανσης που είναι μέλη του σώματος εξυγίανσης·
(iii) στις σχετικές εποπτικές αρχές που είναι μέλη ή συμμετέχουν στο σώμα εποπτικών αρχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 287 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(3)(α) Η αρχή εξυγίανσης, καταρτίζει και διατηρεί σχέδια εξυγίανσης ομίλου, στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης, ενεργώντας από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2), και κατόπιν διαβούλευσης με τις  οικίες εποπτικές αρχές που είναι μέλη ή συμμετέχουν στο σώμα εποπτικών αρχών όπως αναφέρεται στο άρθρο 287 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται, εφόσον έχουν τηρηθεί οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 90, να ζητήσει να συμμετάσχουν στην κατάρτιση και τη διατήρηση σχεδίων εξυγίανσης ομίλου αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών όπου ο όμιλος έχει εγκατεστημένες θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή σημαντικά υποκαταστήματα όπως αναφέρονται στο άρθρο 287(9)(γ) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(4) Tα σχέδια εξυγίανσης ομίλου αναθεωρούνται και, κατά περίπτωση, επικαιροποιούνται κατ’ ελάχιστον ανά διετία και, σε κάθε περίπτωση:
(α) Έπειτα από κάθε μεταβολή στη νομική ή την οργανωτική δομή, την επιχειρηματική δραστηριότητα ή τη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων του ομίλου, η οποία δύναται να επηρεάσει ουσιωδώς το σχέδιο ή να απαιτήσει τροποποίησή του·
(β) όταν καθίσταται προβλέψιμη ουσιώδης μεταβολή της χρηματοοικονομικής θέσης του, η οποία δύναται να επηρεάσει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή να καταστήσει αναγκαία την αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης.
(5) Η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης, όπως αναφέρεται στα άρθρα 23 και 24, της αρχής εξυγίανσης και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών των θυγατρικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των οντοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία β) έως ε) της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ σε κράτη μέλη.
Απαιτήσεις και διαδικασία για την ετοιμασία

σχεδίων εξυγίανσης ομίλου όταν η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

17.-(1) Το παρόν άρθρο προβλέπει τις απαιτήσεις και τη διαδικασία της ετοιμασίας σχεδίων εξυγίανσης ομίλου σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

 

 

(2)(α) Σε περίπτωση που η τελική μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, υποβάλλει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου τις πληροφορίες που ενδέχεται να απαιτηθούν από την εν λόγω αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με τα Άρθρο 12 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ.
(β) Οι πληροφορίες που υποβάλλονται δυνάμει της παραγράφου (α) αφορούν την τελική μητρική επιχείρηση και, στον απαιτούμενο βαθμό, κάθε μία από τις οντότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών οντοτήτων και των οντοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία β) έως ε) της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ σε κράτη μέλη.
(3) Η αρχή εξυγίανσης καταρτίζει και διατηρεί σχέδια εξυγίανσης ομίλου, στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης, ενεργώντας από κοινού με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που συμμετέχουν στο σώμα εξυγίανσης, και κατόπιν διαβούλευσης με τις  σχετικές εποπτικές αρχές που είναι μέλη ή συμμετέχουν στο σώμα εποπτικών αρχών όπως αναφέρεται στο άρθρο 287 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(4) Τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου αναθεωρούνται και, κατά περίπτωση, επικαιροποιούνται κατ’ ελάχιστον ανά διετία και, σε κάθε περίπτωση:
(α) Έπειτα από κάθε μεταβολή στη νομική ή την οργανωτική δομή, την επιχειρηματική δραστηριότητα ή τη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων του ομίλου, η οποία δύναται να επηρεάσει ουσιωδώς το σχέδιο ή να απαιτήσει τροποποίησή του·
(β) όταν καθίσταται προβλέψιμη ουσιώδης μεταβολή της χρηματοοικονομικής θέσης του, η οποία δύναται να επηρεάσει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή να καταστήσει αναγκαία την αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης.
(5) Η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης, όπως αναφέρεται στα άρθρα 23 και 24, της αρχής εξυγίανσης σε περίπτωση που είναι αρχή εξυγίανσης θυγατρικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας, της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών των υπόλοιπων θυγατρικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οντοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία β) έως ε) της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II – ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης. 18.-(1)(α) H αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την εποπτική αρχή, αξιολογεί σε ποιον βαθμό μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που δεν ανήκει σε όμιλο είναι δυνατόν να εξυγιανθεί χωρίς την παραδοχή οποιασδήποτε έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης, πέραν, κατά περίπτωση, της χρήσης συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.
(β) Μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί εάν είναι εφικτό και αξιόπιστο για την εν λόγω επιχείρηση να εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ή για την αρχή εξυγίανσης να εξυγιάνει την εν λόγω επιχείρηση εφαρμόζοντας μέτρα εξυγίανσης και ασκώντας εξουσίες εξυγίανσης.

 

(2) Όταν η αρχή εξυγίανσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η δράση εξυγίανσης ενδέχεται να είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον, επειδή η εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν θα ικανοποιούσε τους στόχους της εξυγίανσης στον ίδιο βαθμό, προβαίνει στα ακόλουθα διαδοχικά στάδια:
(α) Επιλέγει προτιμώμενη δράση εξυγίανσης κατάλληλη για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης, δεδομένων της δομής και του επιχειρηματικού μοντέλου της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·
(β) αξιολογεί κατά πόσο είναι εφικτή η αποτελεσματική εφαρμογή της επιλεγμένης δράσης εξυγίανσης εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου και εντοπίζει πιθανά εμπόδια στην εφαρμογή της·
(γ) αξιολογεί την αξιοπιστία της επιλεγείσας δράσης εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο της εξυγίανσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ή την πραγματική οικονομία της Δημοκρατίας, των κρατών μελών ή της ΕΕ και την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων, επιδιώκοντας να διασφαλίσει τη συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών που εκτελεί η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
(3)(α) Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει στην αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης που αναφέρεται στο εδάφιο (1) ταυτόχρονα με, και με σκοπό, την κατάρτιση και επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 12.
(β) Κατά τη διενέργεια της αξιολόγησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1), η αρχή εξυγίανσης εξετάζει, τουλάχιστον, τις διαστάσεις της δυνατότητας εξυγίανσης που καθορίζονται στο Παράρτημα I του παρόντος Νόμου.
(4)   Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης δύναται να ζητά από τις κυπριακές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων. 19.-(1) Η αρχή εξυγίανσης είτε ως αρχή εξυγίανση σε επίπεδο ομίλου από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των θυγατρικών επιχειρήσεων, είτε ως αρχή εξυγίανσης θυγατρικής επιχείρησης από κοινού με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των οντοτήτων του ομίλου, και μετά από διαβούλευση με την αρχή εποπτείας του ομίλου και τις εποπτικές αρχές των θυγατρικών επιχειρήσεων, αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο ο όμιλος είναι δυνατόν να εξυγιανθεί χωρίς την παραδοχή οποιασδήποτε έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης, πέραν της χρήσης συστημάτων εγγύησης ασφάλισης, του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των σχετικών ρυθμίσεων χρηματοδότησης εξυγίανσης κρατών μελών.
(2)(α) Ένας όμιλος θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί εάν είναι εφικτό και αξιόπιστο για τις αρχές εξυγίανσης είτε να εκκαθαρίσουν τις οντότητες του ομίλου στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε να εξυγιάνουν τον εν λόγω όμιλο εφαρμόζοντας μέτρα εξυγίανσης και ασκώντας εξουσίες εξυγίανσης σε οντότητες του ομίλου, όταν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν εγκαίρως, ή χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε άλλο μέσο προβλέπει το κυπριακό δίκαιο.
(β) Το σώμα εξυγίανσης που αναφέρεται στα άρθρα 78 ή 79 λαμβάνει υπόψη την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
(3) Όταν η αρχή εξυγίανσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η δράση εξυγίανσης ενδέχεται να είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον, επειδή η εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν θα ικανοποιούσε τους στόχους της εξυγίανσης στον ίδιο βαθμό, προβαίνει στα ακόλουθα διαδοχικά στάδια:
(α) Επιλέγει προτιμώμενες δράσεις εξυγίανσης κατάλληλες για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης, δεδομένων της δομής και του επιχειρηματικού μοντέλου του ομίλου·
(β) αξιολογεί εάν είναι εφικτή η αποτελεσματική εφαρμογή της επιλεγμένης δράσης εξυγίανσης εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου και εντοπίζει πιθανά εμπόδια στην εφαρμογή της·
(γ) αξιολογεί την αξιοπιστία της επιλεγείσας δράσης εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο της εξυγίανσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ή την πραγματική οικονομία της Δημοκρατίας, των κρατών μελών ή της ΕΕ και την προστασία του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων, επιδιώκοντας να διασφαλίσει τη συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών που εκτελεί ο όμιλος.
(4)(α) Η αρχή εξυγίανσης ενεργώντας ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου προβαίνει στην αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου ταυτόχρονα με, και με σκοπό, την κατάρτιση και επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 13.
(β) Η αξιολόγηση πραγματοποιείται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων που προβλέπεται στα άρθρα 16 και 17.
(γ) Κατά τη διενέργεια της αξιολόγησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1), η αρχή εξυγίανσης ενεργώντας ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εξετάζει, τουλάχιστον, τις διαστάσεις της δυνατότητας εξυγίανσης που καθορίζονται στο Παράρτημα I του παρόντος Νόμου.
(5) Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης ενεργώντας ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δύναται να ζητά από τις οντότητες του ομίλου να παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
Εξουσία αντιμετώπισης ή εξάλειψης εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης. 20.-(1) Σε περίπτωση που η αξιολόγηση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 18 ή 19 καταδεικνύει ότι υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης μιας κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί γραπτώς τη διαπίστωση αυτή στην εν λόγω ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και στην εποπτική αρχή.
(2) Η απαίτηση για την αρχή εξυγίανσης να καταρτίσει σχέδια εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 12(1) και να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις σχετικές αρχές εξυγίανσης κρατών μελών σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 σχετικά με τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 16(5) και 17(5), αναστέλλεται έπειτα από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, έως ότου η αρχή εξυγίανσης αποδεχθεί τα μέτρα για την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με το εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου ή αποφασίσει περί αυτών σύμφωνα με το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου.
(3)(α) Εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1), η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση προτείνει στην αρχή εξυγίανσης πιθανά μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων που προσδιορίζονται στην κοινοποίηση.
(β) Στο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των μέτρων που προτείνει η επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο (α) λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι στους οποίους οφείλεται το ουσιαστικό εμπόδιο.
(γ) Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την εποπτική αρχή, αξιολογεί κατά πόσο με τα μέτρα που προτείνονται σύμφωνα με την παράγραφο (α), αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά ή εξαλείφεται το ουσιαστικό εμπόδιο.
(4)(α) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εκτιμά ότι τα μέτρα που προτείνει μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, σύμφωνα με το εδάφιο (3), δεν περιορίζουν ή δεν εξαλείφουν αποτελεσματικά το σχετικό εμπόδιο, ζητά από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της εποπτικής αρχής, να λάβει οποιοδήποτε από τα εναλλακτικά μέτρα που αναφέρονται στο εδάφιο  (5), και κοινοποιεί γραπτώς τα εν λόγω μέτρα στην εν λόγω επιχείρηση, η οποία προτείνει σχέδιο συμμόρφωσης προς τα μέτρα αυτά εντός ενός (1) μηνός από τη λήψη της γραπτής κοινοποίησης.
(β) Κατά τον προσδιορισμό εναλλακτικών μέτρων, η αρχή εξυγίανσης καταδεικνύει γιατί τα μέτρα που πρότεινε η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν θα μπορούσαν να εξαλείψουν τα εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και πώς τα προτεινόμενα εναλλακτικά μέτρα είναι αναλογικά για την εξάλειψη των εμποδίων αυτών.
(γ) Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο των μέτρων στις δραστηριότητες της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, τη σταθερότητά της και την ικανότητά της να συνεισφέρει στην οικονομία.
(5) Για τους σκοπούς του εδαφίου (4), η αρχή εξυγίανσης δύναται να λάβει τουλάχιστον οποιοδήποτε από τα ακόλουθα εναλλακτικά μέτρα:
(α) Nα απαιτεί από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να αναθεωρήσει οποιεσδήποτε ενδοομιλικές ρυθμίσεις χρηματοδότησης ή να εξετάσει την απουσία τους ή να καταρτίσει συμφωνίες παροχής υπηρεσιών, είτε ενδοομιλικές είτε με τρίτα μέρη·
(β) να απαιτεί από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να περιορίσει τα μέγιστα ατομικά και συνολικά ανοίγματά της·
(γ) να επιβάλλει απαιτήσεις παροχής συγκεκριμένων ή τακτικών πρόσθετων πληροφοριών για τους σκοπούς της εξυγίανσης·
(δ) να απαιτεί από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να εκποιήσει συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού ή να αναδιαρθρώσει υποχρεώσεις·
(ε) να απαιτεί από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να περιορίσει ή να παύσει συγκεκριμένες υφιστάμενες ή προτεινόμενες δραστηριότητες·
(στ) να περιορίζει ή να αποτρέπει την ανάπτυξη νέων ή υφιστάμενων επιχειρηματικών τομέων ή την πώληση νέων ή υφιστάμενων προϊόντων·
(ζ) να απαιτεί από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να αλλάξει τη στρατηγική αντασφάλισης·
(η) να απαιτεί αλλαγές στη νομική ή λειτουργική δομή της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου, η οποία βρίσκεται είτε άμεσα είτε έμμεσα υπό τον έλεγχό του, προκειμένου να μειωθεί η πολυπλοκότητα και να διασφαλιστεί ότι οι κρίσιμες λειτουργίες είναι δυνατόν να διαχωριστούν νομικά και λειτουργικά από άλλες λειτουργίες μέσω της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης·
 

 

(θ) να απαιτεί από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή μια μητρική επιχείρηση να συστήσει μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη στην Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος ή μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη στην ΕΕ·
(ι) στην περίπτωση που η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι η θυγατρική επιχείρηση μιας ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας, να απαιτεί από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας να συστήσει χωριστή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου για τον έλεγχο της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, όταν είναι αναγκαίο προκειμένου να διευκολυνθεί η εξυγίανση της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και η άσκηση εξουσιών εξυγίανσης να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο μη χρηματοπιστωτικό τμήμα του ομίλου.
(6) Η αρχή εξυγίανσης, πριν από τον προσδιορισμό οποιουδήποτε εναλλακτικού μέτρου που αναφέρεται στο εδάφιο (5), μετά από διαβούλευση με την εποπτική αρχή, εξετάζει δεόντως τις δυνητικές επιπτώσεις του εν λόγω μέτρου στην ευρωστία και τη σταθερότητα των τρεχουσών δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και στην εσωτερική αγορά.
(7)(α) Η κοινοποίηση σύμφωνα με το εδάφιο (1) ή  η απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με το εδάφιο (4):
(i) Περιέχει τους λόγους της σχετικής αξιολόγησης ή διαπίστωσης·
(ii) είναι προβλητέα ενώπιον Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος·
(β) Επιπρόσθετα, η απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει του εδαφίου (4) υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνεται με την απαίτηση για αναλογική εφαρμογή που προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εν λόγω εδαφίου.
Εξουσία αντιμετώπισης ή εξάλειψης εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης ομίλου, όταν η αρχή εξυγίανσης ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. 21.-(1) Το παρόν άρθρο προβλέπει τις εξουσίες της αρχής εξυγίανσης για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης ομίλου, όταν η αρχή εξυγίανσης ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
(2) Η αρχή εξυγίανσης, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα οποία υφίστανται θυγατρικές επιχειρήσεις, μετά από διαβούλευση με το σώμα εποπτικών αρχών που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 287(2) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, εξετάζει την αξιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 19 στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης και προβαίνει σε κάθε εύλογη ενέργεια προκειμένου να καταλήξει σε κοινή απόφαση, όπως αναφέρεται στα άρθρα 23 και 24, σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20(4) σε σχέση με όλες τις σχετικές οντότητες του ομίλου.
(3)(α) Η αρχή εξυγίανσης, σε συνεργασία με την εποπτική αρχή ομίλου και την ΕΑΑΕΣ, σύμφωνα με το Άρθρο 25, παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, συντάσσει έκθεση και την υποβάλλει στην τελική μητρική επιχείρηση και στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα οποία υφίστανται οι θυγατρικές.
(β) Η έκθεση συντάσσεται μετά από διαβούλευση με την εποπτική αρχή και τις σχετικές εποπτικές αρχές κρατών μελών και αναλύει τα ουσιαστικά εμπόδια στην αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και στην αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά τον όμιλο.
(γ) Η έκθεση συνιστά οποιαδήποτε αναλογικά και στοχευμένα μέτρα τα οποία, κατά την άποψη της αρχής εξυγίανσης, είναι αναγκαία ή κατάλληλα για την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων, λαμβανομένου υπόψη του αντικτύπου των εν λόγω μέτρων στο επιχειρηματικό μοντέλο του ομίλου.
 

 

(4)(α) Εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της έκθεσης, η τελική μητρική επιχείρηση δύναται να υποβάλει παρατηρήσεις και να προτείνει στην αρχή εξυγίανσης εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων που προσδιορίζονται στην έκθεση.
(β) Η αρχή εξυγίανσης μετά από διαβούλευση με την εποπτική αρχή του ομίλου, αξιολογεί κατά πόσον με τα μέτρα που προτείνονται σύμφωνα με την παράγραφο (β) αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά ή εξαλείφονται τα ουσιαστικά εμπόδια.
(5)(α) Η αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί κάθε μέτρο που προτείνεται από την τελική μητρική επιχείρηση στις αρχές που είναι μέλη του σώματος εξυγίανσης ή συμμετέχουν σε αυτό.
(β) Η αρχή εξυγίανσης καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να καταλήξει στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης σε κοινή απόφαση όπως αναφέρεται στα άρθρα 23 και 24, με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα οποία υφίστανται θυγατρικές επιχειρήσεις, μετά από διαβούλευση με τις εποπτικές αρχές, σχετικά με τον εντοπισμό ουσιαστικών εμποδίων και, όπου απαιτείται, σχετικά με την αξιολόγηση των μέτρων που προτείνονται από την τελική μητρική επιχείρηση και των μέτρων που απαιτούνται από τις αρχές για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων, λαμβάνοντας υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο των μέτρων στη Δημοκρατία και σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιείται ο όμιλος.
Εξουσία αντιμετώπισης ή εξάλειψης εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης ομίλου, όταν η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. 22.-(1) Το παρόν άρθρο προβλέπει τις εξουσίες της αρχής εξυγίανσης για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης ομίλου, όταν η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

 

(2) Η αρχή εξυγίανσης όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης θυγατρικής επιχείρησης από κοινού με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα οποία υφίστανται θυγατρικές επιχειρήσεις, μετά από διαβούλευση με το σώμα εποπτικών αρχών που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 287(2) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, εξετάζει την αξιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 19 στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης και προβαίνει σε κάθε εύλογη ενέργεια προκειμένου να καταλήξει σε κοινή απόφαση, όπως αναφέρεται στα άρθρα 23 και 24, σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20(4) σε σχέση με όλες τις σχετικές οντότητες του ομίλου.
(3) Η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει, στις θυγατρικές επιχειρήσεις του ομίλου στη Δημοκρατία, έκθεση την οποία λαμβάνει από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με το Άρθρο 16, παράγραφος 2 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ.
(4) Σε περίπτωση που η τελική μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, η εν λόγω τελική μητρική επιχείρηση δύναται, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της έκθεσης, να υποβάλει παρατηρήσεις και να προτείνει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων που προσδιορίζονται στην έκθεση.
(5) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης θυγατρικής επιχείρησης, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να καταλήξει στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης σε κοινή απόφαση όπως αναφέρεται στα άρθρα 23 και 24, με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα οποία υφίστανται θυγατρικές επιχειρήσεις του ομίλου, μετά από διαβούλευση με τις εποπτικές αρχές, σχετικά με τον εντοπισμό ουσιαστικών εμποδίων και, όπου απαιτείται, σχετικά με την αξιολόγηση των μέτρων που προτείνονται από την τελική μητρική επιχείρηση και των μέτρων που απαιτούνται από τις αρχές για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων, λαμβάνοντας υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο των μέτρων στη Δημοκρατία και σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιείται ο όμιλος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ – ΚΟΙΝΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Κοινές αποφάσεις όταν η αρχή εξυγίανσης ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. 23.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου καταβάλλει προσπάθειες για να καταλήξει στις κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16(5) και στο άρθρο 21(5), κατά περίπτωση, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία:
(i) της διαβίβασης από την αρχή εξυγίανσης των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 16·
(ii) της διαβίβασης τυχόν παρατηρήσεων ή της πρότασης για τυχόν εναλλακτικά μέτρα από την τελική μητρική επιχείρηση, ή από την παρέλευση της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 21(4), εάν η ημερομηνία αυτή προηγείται.
(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αιτηθεί τη βοήθεια της ΕΑΑΕΣ για να βοηθήσει στη λήψη κοινής απόφασης σύμφωνα με το Άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(2) (α) Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) η αρχή εξυγίανσης, ενεργώντας ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, λαμβάνει η ίδια σχετική απόφαση όσον αφορά:
(i) το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου·
(ii) τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 21.
(β) Η απόφαση που λαμβάνεται από την αρχή εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών που εκφράστηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1).
(γ) Η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει την απόφαση της στην τελική μητρική επιχείρηση και στις άλλες ενδιαφερόμενες αρχές:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η τελική μητρική επιχείρηση είναι επιχείρηση εγκατεστημένη εκτός της Δημοκρατίας, η αρχή εξυγίανσης δύναται να διαβιβάζει την απόφαση στην εν λόγω τελική μητρική επιχείρηση μέσω κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η σχετικής οντότητας του ομίλου.

(δ)  Εάν, έως το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), οποιαδήποτε από τις αρχές εξυγίανσης κράτους μέλους έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η αρχή εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει οποιαδήποτε απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΑΕΣ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 19, παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.
(ε) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός (1) μηνός έπειτα από την παραπομπή στην ΕΑΑΕΣ από αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (γ), εφαρμόζεται η απόφαση για τον όμιλο της αρχής εξυγίανσης, ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
 

 

 

 

 

 

 

 

(3)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης του ομίλου, αναγνωρίζει ως οριστικές τις αποφάσεις που λαμβάνονται μεμονωμένα από τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα οποία υφίστανται θυγατρικές επιχειρήσεις, όσον αφορά τον προσδιορισμό των ουσιαστικών εμποδίων και, κατά περίπτωση, την αξιολόγηση των μέτρων που προτείνονται από την τελική μητρική επιχείρηση και των μέτρων που απαιτούνται από τις αρχές για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων όπως αναφέρεται στο Άρθρο 16, παράγραφος 1 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ:

 

Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης υποβάλλει στις εν λόγω αρχές εξυγίανσης κρατών μελών τυχόν απόψεις και επιφυλάξεις της·

(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1)  θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.
(γ) Η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ μετά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.
(δ) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης κράτους μέλους για τη θυγατρική επιχείρηση σε μεμονωμένο επίπεδο.
 

 

 

 

 

(4)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης σχετικά με την έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης του ομίλου όπως αναφέρεται στο άρθρο 16(5) εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης του ομίλου, αναγνωρίζει ως οριστικές τις αποφάσεις που λαμβάνονται μεμονωμένα και κοινοποιούνται σε αυτή από τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα οποία υφίστανται θυγατρικές επιχειρήσεις, όσον αφορά την κατάρτιση και επικαιροποίηση σχεδίου εξυγίανσης για τις οντότητες υπό τη δικαιοδοσία τους:

 

Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης υποβάλλει στις εν λόγω αρχές εξυγίανσης κρατών μελών τυχόν απόψεις και επιφυλάξεις της·

(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.
(γ) Η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ μετά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.
(δ) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός μηνός από την παραπομπή ζητήματος από την αρχή εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (β), εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης κράτους μέλους για τη θυγατρική επιχείρηση σε μεμονωμένο επίπεδο.
(5) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης του ομίλου, δύναται να λάβει κοινή απόφαση με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που δεν διαφωνούν με απόφαση, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4), σχετικά με σχέδιο εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει οντότητες του ομίλου υπό τη δικαιοδοσία τους.
(6) Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 16(5), στο άρθρο 21(5) και στο εδάφιο (5) του παρόντος άρθρου και οι αποφάσεις που αναφέρονται στα εδάφια (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από την αρχή εξυγίανσης.
(7) Όταν λαμβάνονται κοινές αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16(5) και, όσον αφορά τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, το εδάφιο (5) του παρόντος άρθρου, και που είτε η αρχή εξυγίανσης εκτιμά ότι το αντικείμενο διαφωνίας σχετικά με τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου θίγει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες της Δημοκρατίας, είτε η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους εκτιμά στο πλαίσιο του Άρθρου 17, παράγραφος 9 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ ότι το αντικείμενο διαφωνίας σχετικά με τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου θίγει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες του κράτους μέλους της, η αρχή εξυγίανσης δρομολογεί επανεκτίμηση του σχεδίου εξυγίανσης του ομίλου.
Κοινές αποφάσεις όταν η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. 24.-(1) (α) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης θυγατρικής καταβάλλει προσπάθειες για να καταλήξει στις κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17(5) και στο άρθρο 22(5), κατά περίπτωση, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία:
(i) της διαβίβασης από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου των πληροφοριών που αναφέρονται στο ‘Άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ·
(ii) της διαβίβασης τυχόν παρατηρήσεων ή της πρότασης για τυχόν εναλλακτικά μέτρα από την τελική μητρική επιχείρηση, ή από την παρέλευση της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 22(4), εάν η ημερομηνία αυτή προηγείται.
(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αιτηθεί τη βοήθεια της ΕΑΑΕΣ για να βοηθήσει στη λήψη κοινής απόφασης σύμφωνα με το Άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(2) (α) Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης του ομίλου όσον αφορά:
(i) το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου·
(ii) τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 22.
(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.
(γ) Η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ μετά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.
(δ) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός μηνός από την παραπομπή ζητήματος από την αρχή εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (β), εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
 

 

 

(3)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), η αρχή εξυγίανσης, ενεργώντας ως η αρχή εξυγίανσης θυγατρικής επιχείρησης,  λαμβάνει η ίδια σχετική απόφαση όσον αφορά τον προσδιορισμό των ουσιαστικών εμποδίων και, κατά περίπτωση, την αξιολόγηση των μέτρων που προτείνονται από την τελική μητρική επιχείρηση και των μέτρων που απαιτούνται από τις αρχές για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 22(2).
(β) Η απόφαση που λαμβάνεται από την αρχή εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών των οντοτήτων του ομίλου και της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
(γ) Εάν, έως το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η αρχή εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει την απόφαση που η ΕΑΑΕΣ δυνατόν να λάβει σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΑΕΣ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.
(δ) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός μηνός από την παραπομπή του ζητήματος από αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (γ), εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης.
 

 

(4)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης σχετικά με την έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης του ομίλου όπως αναφέρεται στο άρθρο 17(5) εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης θυγατρικής επιχείρησης λαμβάνει η ίδια απόφαση και καταρτίζει και επικαιροποιεί σχέδιο εξυγίανσης για την θυγατρική επιχείρηση υπό τη δικαιοδοσία της.
(β) Η απόφαση που λαμβάνεται από την αρχή εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών των οντοτήτων του ομίλου και της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
(γ) Η αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί την απόφαση που λαμβάνει δυνάμει της παραγράφου (α) στα λοιπά μέλη του σώματος εξυγίανσης.
(δ) Εάν, έως το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η αρχή εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει την απόφαση που η ΕΑΑΕΣ δυνατόν να λάβει σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΑΕΣ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.
(ε) Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός μηνός από την παραπομπή του ζητήματος από αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (δ), εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης.
(5) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης θυγατρικής επιχείρησης, δύναται να λάβει κοινή απόφαση με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που δεν διαφωνούν με απόφαση, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (4), σχετικά με σχέδιο εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει οντότητες του ομίλου υπό τη δικαιοδοσία τους.
(6) Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17(5), στο άρθρο 22(5) και στο εδάφιο (5) του παρόντος άρθρου και οι αποφάσεις που αναφέρονται στα εδάφια (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από την αρχή εξυγίανσης.
 ΜΕΡΟΣ V

ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I – ΣΤΟΧΟΙ, ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
 
Στόχοι της εξυγίανσης. 25.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και κατά την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, λαμβάνει υπόψη τους στόχους της εξυγίανσης που παρατίθενται στο εδάφιο (2) και επιλέγει τα μέτρα και τις εξουσίες που επιτυγχάνουν καλύτερα τους στόχους που αντιστοιχούν στις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.
(2)(α) Οι στόχοι εξυγίανσης είναι οι ακόλουθοι:
(i) η προστασία του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων·
(ii) η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ιδίως με την πρόληψη της μετάδοσης και τη διατήρηση της πειθαρχίας στην αγορά·
(iii) η διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων λειτουργιών·
(iv) η προστασία των δημόσιων πόρων, με την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη.
(β) Κατά την επιδίωξη του στόχου εξυγίανσης που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (iii) της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης επιλέγει εκείνες τις προσεγγίσεις σε σχέση με τις κρίσιμες λειτουργίες, που διαφυλάσσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη συνέχεια της ασφαλιστικής κάλυψης για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου.
(γ) Κατά την επιδίωξη του στόχου εξυγίανσης που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (iv) της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης δίνει προτεραιότητα, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, στη χρήση πηγών χρηματοδότησης πέραν του κρατικού προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένου του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και του συστήματος εγγύησης ασφάλισης, εφόσον αυτό είναι διαθέσιμο για τον σκοπό αυτόν δυνάμει του εφαρμοστέου δικαίου.
(δ) Κατά την επιδίωξη των στόχων της εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης επιδιώκει να ελαχιστοποιήσει το κόστος της εξυγίανσης και να αποφύγει την καταστροφή αξίας εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.
(3) Οι στόχοι εξυγίανσης είναι ίσης σημασίας και η αρχή εξυγίανσης τους εξισορροπεί δεόντως ανάλογα με τη φύση και τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.
Προϋποθέσεις εξυγίανσης. 26.-(1) Η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει δράση για την εξυγίανση κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Η εποπτική αρχή, μετά από διαβούλευση με την αρχή εξυγίανσης, ή η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την εποπτική αρχή, έχει διαπιστώσει ότι η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας·
(β) δεν προσδοκάται εύλογα ότι εναλλακτικά μέτρα του ιδιωτικού τομέα ή εποπτικές ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των προληπτικών και διορθωτικών μέτρων, θα αποτρέψουν την αφερεγγυότητα της επιχείρησης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος·
(γ) η δράση εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους δημόσιου συμφέροντος.
(2) Όταν η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει δράση εξυγίανσης και έως ότου τερματιστεί η εν λόγω δράση εξυγίανσης, η εποπτική αρχή δεν υιοθετεί μέτρα σε σχέση με την επιχείρηση υπό εξυγίανση, εκτός εάν η αρχή εξυγίανσης συμφωνήσει με τα εν λόγω μέτρα.
(3)(α)  H αρχή εξυγίανσης διαθέτει  επαρκή πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία, για να προβεί στη διαπίστωση που αναφέρεται στη παράγραφο (α) του εδαφίου (1),  μετά από διαβούλευση με την εποπτική αρχή:
Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι διαθέτει τα αναγκαία μέσα και εργαλεία για σκοπούς της παρούσας παραγράφου.
(β) Η εποπτική αρχή παρέχει χωρίς καθυστέρηση στην αρχή εξυγίανσης κάθε σχετική πληροφορία την οποία ζητά η αρχή εξυγίανσης προκειμένου να διενεργήσει την αξιολόγησή της.
(4) Μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θεωρείται ότι τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας  σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Όταν η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παραβιάζει ή ενδέχεται να παραβιάσει τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 5 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου και δεν υπάρχει εύλογη προοπτική αποκατάστασης της συμμόρφωσης·
(β) όταν η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ή αθετεί σοβαρά τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή κατ΄ εξουσιοδότηση πράξεων ή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η επιχείρηση, στο εγγύς μέλλον, θα αθετήσει σοβαρά τις υποχρεώσεις της κατά τρόπο που να δικαιολογεί την ανάκληση της άδειας λειτουργίας·
(γ) όταν τα στοιχεία ενεργητικού της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπολείπονται, ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που στηρίζουν το συμπέρασμα ότι τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης, στο εγγύς μέλλον, θα υπολείπονται, των υποχρεώσεών της·
(δ) όταν η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι σε θέση ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που στηρίζουν το συμπέρασμα ότι η επιχείρηση δεν θα είναι σε θέση στο εγγύς μέλλον, να αποπληρώσει τα χρέη της ή να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών προς κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου ή δικαιούχους, όταν αυτές καταστούν απαιτητές·
(ε) όταν απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη.
(5)  Για τους σκοπούς της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), μια δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται προς το δημόσιο συμφέρον εάν η δράση αυτή είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ή περισσότερων στόχων εξυγίανσης, και αναλογική προς αυτούς, και εάν με την εκκαθάριση της επιχείρησης σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, μεταξύ άλλων με τη χρήση του συστήματος εγγύησης ασφάλισης που μπορεί να εφαρμοστεί στην εν λόγω επιχείρηση εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, οι εν λόγω στόχοι εξυγίανσης δεν θα επιτυγχάνονταν  στον ίδιο βαθμό.
Προϋποθέσεις εξυγίανσης όσον αφορά μητρικές επιχειρήσεις και εταιρείες συμμετοχών. 27.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναλαμβάνει δράση εξυγίανσης έναντι οποιασδήποτε σχετικής οντότητας, εφόσον η εν λόγω οντότητα πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 26(1), τηρουμένων των αναλογιών.
(2)(α) Σε περίπτωση που οι θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μιας ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας ανήκουν άμεσα ή έμμεσα σε ενδιάμεση ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, οι δράσεις εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου αναλαμβάνονται έναντι της ενδιάμεσης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου.
(β) Η αρχή εξυγίανσης δεν αναλαμβάνει δράσεις εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας.
(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναλάβει δράση εξυγίανσης έναντι οποιασδήποτε από τις οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) έως (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 3 ακόμη και εάν οι εν λόγω οντότητες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, εφόσον ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Μία ή περισσότερες από τις θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 26(1)·
(β) τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού των θυγατρικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι τέτοιου είδους, ώστε η κατάσταση αφερεγγυότητάς των εν λόγω θυγατρικών να απειλεί άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση του ομίλου ή τον όμιλο στο σύνολό του, ή το πτωχευτικό δίκαιο της Δημοκρατίας ή κράτους μέλους απαιτεί να αντιμετωπίζονται οι όμιλοι ως σύνολο·
(γ) η δράση εξυγίανσης έναντι των οντοτήτων που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) έως (ε) του εδαφίου (1) του άρθρου 3 είναι απαραίτητη για την εξυγίανση των θυγατρικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή για την εξυγίανση του ομίλου στο σύνολό του.
Διαδικασίες αφερεγγυότητας για τις επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται σε δράση εξυγίανσης. 28. Κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 26(1)(α) και (β), αλλά όχι την προϋπόθεση του άρθρου 26(1)(γ), τίθεται υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ή σε άλλες διαδικασίες βάσει του κυπριακού δικαίου που κινούνται και παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 308(1) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή έξοδος από την αγορά.

 

Γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση. 29.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, όταν πρόκειται να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει τις εξουσίες εξυγίανσης, λαμβάνει κάθε ενδεδειγμένο μέτρο προκειμένου να διασφαλίσει ότι η δράση εξυγίανσης λαμβάνεται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:
(α) οι μέτοχοι της επιχείρησης υπό εξυγίανση αναλαμβάνουν πρώτοι τις ζημίες·
(β) οι πιστωτές της επιχείρησης υπό εξυγίανση αναλαμβάνουν ζημίες μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, εκτός αν άλλως ρητώς ορίζει ο παρών Νόμος·
(γ) το διοικητικό συμβούλιο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της επιχείρησης υπό εξυγίανση αντικαθίστανται, εκτός εάν η παραμονή του διοικητικού συμβουλίου ή των ανώτερων διοικητικών στελεχών, εν όλω ή εν μέρει, κρίνεται αναγκαία για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης·
(δ) το διοικητικό συμβούλιο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της επιχείρησης υπό εξυγίανση παρέχουν κάθε απαραίτητη βοήθεια για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης·
(ε) τα φυσικά και νομικά πρόσωπα καθίστανται υπόλογα βάσει του κυπριακού αστικού ή ποινικού δικαίου για την ευθύνη που φέρουν για την αφερεγγυότητα της επιχείρησης υπό εξυγίανση·
(στ) πλην αντιθέτου διάταξης του παρόντος Νόμου οι πιστωτές της ίδιας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης·
(ζ) κανένας μέτοχος ή πιστωτής δεν υφίσταται μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα είχε υποστεί εάν η  κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις των άρθρων 62 έως 64·
(η) η δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται σύμφωνα με τις διασφαλίσεις του παρόντος Νόμου.
(2) Σε περίπτωση που μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει τα μέτρα εξυγίανσης και ασκεί τις εξουσίες εξυγίανσης κατά τρόπο που ελαχιστοποιεί, ιδίως στις χώρες όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος –
(α) τις επιπτώσεις στις λοιπές οντότητες του ομίλου και στο σύνολο του ομίλου·
(β) τις δυσμενείς επιπτώσεις στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, στην πραγματική οικονομία και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην ΕΕ και στα κράτη μέλη.
(3) Όταν η αρχή εξυγίανσης πρόκειται να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει τις εξουσίες εξυγίανσης, μεριμνά για τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες της EE σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
(4) Όταν εφαρμόζονται μέτρα εξυγίανσης, η οντότητα στην οποία εφαρμόζονται τα μέτρα αυτά θεωρείται ως υποκείμενο σε διαδικασία πτώχευσης, εκκαθάρισης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας για τους σκοπούς του άρθρου 6 του περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμου.
(5) Κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης, όπου ενδείκνυται, ενημερώνει και ζητά τη γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων της οικείας επιχείρησης.
(6) Η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης και ασκεί εξουσίες εξυγίανσης λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ακολουθούμενη πρακτική σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης ή του σχετικού προσώπου.
Γενικές αρχές για τη λήψη και εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης. 30.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει τα μέτρα εξυγίανσης σε κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 26(1) ή στο άρθρο 27(3).
(2)(α) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει να εφαρμόσει ένα μέτρο εξυγίανσης σε κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα και η εν λόγω δράση εξυγίανσης αναμένεται να προκαλέσει ζημίες που επιβαρύνουν τους πιστωτές, και ιδίως τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, ή να οδηγήσει σε αναδιάρθρωση, απομείωση ή μετατροπή των απαιτήσεών τους, η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 42 αμέσως πριν ή παράλληλα με την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης.
(β) Τυχόν έσοδα, τα οποία προκύπτουν μετά την ανάκτηση οποιωνδήποτε εύλογων δαπανών που έχουν δεόντως πραγματοποιηθεί  σε σχέση με τη χρήση των μέτρων εξυγίανσης ή την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης ως αποτέλεσμα της εφαρμογής οποιουδήποτε μέτρου εξυγίανσης σύμφωνα με το εδάφιο (6), καταβάλλονται πρώτα προς τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου και τους λοιπούς πιστωτές της οντότητας στον βαθμό που οι απαιτήσεις τους έχουν απομειωθεί χωρίς να  έχουν πλήρως αποζημιωθεί.
(γ) Η μετατροπή επιλέξιμων υποχρεώσεων σε κεφαλαιακά μέσα μπορεί να εφαρμόζεται σε ασφαλιστικές απαιτήσεις μόνο στις περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης τεκμηριώνει ότι οι στόχοι εξυγίανσης δεν μπορούν να επιτευχθούν μέσω άλλων μέτρων εξυγίανσης ή ότι η μετατροπή των ασφαλιστικών απαιτήσεων θα οδηγήσει σε καλύτερη προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου σε σύγκριση με τη χρήση οποιουδήποτε άλλου μέτρου εξυγίανσης σε συνδυασμό με την απομείωση των απαιτήσεών τους.
(3) Τα μέτρα εξυγίανσης είναι τα εξής:
(α) το μέτρο τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών·
(β) το μέτρο πώλησης εργασιών·
(γ) το μέτρο μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση·
(δ) το μέτρο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού·
(ε) το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής.
(4) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει τα μέτρα εξυγίανσης είτε μεμονωμένα είτε σε οποιονδήποτε συνδυασμό, με εξαίρεση το μέτρο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, το οποίο δύναται να εφαρμόζεται μόνο σε συνδυασμό με άλλο μέτρο εξυγίανσης.
(5)(α) Στην περίπτωση που χρησιμοποιείται μόνο το μέτρο πώλησης εργασιών και το μέτρο μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση και εφόσον τα μέτρα αυτά χρησιμοποιούνται για τη μεταβίβαση μόνο μέρους των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων της επιχείρησης υπό εξυγίανση, η εναπομένουσα κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η εναπομένουσα σχετική οντότητα από την οποία έχουν μεταβιβαστεί τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις, εκκαθαρίζεται σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.
(β) Η εκκαθάριση δυνάμει της παραγράφου (α) πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβανομένης υπόψη της ενδεχόμενης ανάγκης της εν λόγω εναπομένουσας κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή της εναπομένουσας σχετικής οντότητας να παρέχει υπηρεσίες ή στήριξη σύμφωνα με το άρθρο 52, προκειμένου ο αποδέκτης να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάμει αυτής της μεταβίβασης, και λαμβανομένου επίσης υπόψη κάθε άλλου λόγου ο οποίος επιτάσσει τη συνέχιση της λειτουργίας της εναπομένουσας κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή της εναπομένουσας σχετικής οντότητας, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης ή να τηρούνται οι αρχές που ορίζονται στο άρθρο 29.
(6) Η αρχή εξυγίανσης και το ταμείο εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, δύναται να ανακτά κάθε εύλογη δαπάνη που δεόντως προέκυψε από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης ή την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, με έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους:
(α) Υπό μορφή παρακράτησης από οποιοδήποτε αντάλλαγμα καταβάλλεται από τον αποδέκτη προς την επιχείρηση υπό εξυγίανση ή, κατά περίπτωση, προς τους κατόχους των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας·
(β) από την επιχείρηση υπό εξυγίανση, ως προνομιακός πιστωτής·
(γ) από τυχόν έσοδα που προκύπτουν από την περάτωση των δραστηριοτήτων της μεταβατικής επιχείρησης, της εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού ή της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που τελεί σε διαδικασία τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών, ως προνομιακός πιστωτής.
(7) Οι μεταβιβάσεις στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση προς άλλη οντότητα δυνάμει της εφαρμογής μέτρου εξυγίανσης ή της άσκησης εξουσίας εξυγίανσης δεν υπόκεινται σε πτωχευτική ανάκληση.
(8) Στον βαθμό που οποιοδήποτε από τα μέτρα εξυγίανσης δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε καλυπτόμενη οντότητα λόγω της ειδικής νομικής μορφής της αλληλασφαλιστικής επιχείρησης ή συνεταιριστικής εταιρείας, η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει μέτρα, στο μέτρο του δυνατού, παρεμφερή με εκείνα που απαριθμούνται στο εδάφιο (3), μεταξύ άλλων όσον αφορά τα αποτελέσματά τους.
(9)(α) Στην περίπτωση εφαρμογής του μέτρου πώλησης εργασιών κατά τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο IV του παρόντος Μέρους, η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναστείλει την απόφαση για την εφαρμογή του μέτρου αυτού, σε περίπτωση όπου οι προσφορές που έχουν ληφθεί κρίνονται από την αρχή εξυγίανσης ως μη συμφέρουσες.
(β) Στην περίπτωση που ισχύουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης δύναται να αποφασίσει την εφαρμογή άλλων μέτρων εξυγίανσης.
Ισχύ εποπτικών μέτρων σε επιχείρηση υπό εξυγίανση. 31. Στην περίπτωση που τα μέτρα που λαμβάνονται από την εποπτική αρχή εμποδίζουν την εφαρμογή  μέτρων εξυγίανσης τότε αυτά τερματίζονται άμεσα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ – ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟΥΣ ΤΗΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
Αποτίμηση για τους σκοπούς της εξυγίανσης. 32.-(1)  Η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι κάθε δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται βάσει αποτίμησης που διασφαλίζει δίκαιη, συνετή και ρεαλιστική εκτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μιας κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας.
(2) Προτού η αρχή εξυγίανσης θέσει μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα υπό εξυγίανση, διασφαλίζει τη διενέργεια μιας πρώτης αποτίμησης για να προσδιοριστεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις  εξυγίανσης που προβλέπονται στο  άρθρο 26(1) ή το άρθρο 27(3).
(3) Αφού η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει να θέσει μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα υπό εξυγίανση, διασφαλίζει τη διενέργεια δεύτερης αποτίμησης προκειμένου –
(α) Να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με την κατάλληλη δράση εξυγίανσης που πρέπει να αναληφθεί·
(β) να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε ζημιά της εν λόγω οντότητας αναγνωρίζεται πλήρως κατά τη στιγμή της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης·
(γ) για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με την έκταση της ακύρωσης των μέσων ιδιοκτησίας ή της  μείωσης του ποσοστού συμμετοχής των κατόχων των μέσων ιδιοκτησίας·
(δ) για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με την έκταση της απομείωσης ή της μετατροπής των μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των χρεωστικών μέσων·
(ε) όταν εφαρμόζεται το μέτρο μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση, για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ή τα μέσα ιδιοκτησίας που μπορούν να μεταβιβαστούν στη μεταβατική επιχείρηση και για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με την αξία κάθε αντιτίμου που δύναται να καταβληθεί στην επιχείρηση υπό εξυγίανση ή, κατά περίπτωση, στους κατόχους των μέσων ιδιοκτησίας·
(στ) όταν εφαρμόζεται το μέτρο  πώλησης εργασιών, για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ή τα μέσα ιδιοκτησίας που μπορούν να μεταβιβαστούν σε τρίτο αγοραστή, και για να διαμορφωθεί εμπεριστατωμένη αντίληψη της αρχής εξυγίανσης ως προς το τι συνιστά εμπορικούς όρους για τους σκοπούς του άρθρου 39.
(4)(α) Η αποτίμηση που αναφέρεται στο εδάφιο (3) συνάδει με το άρθρο 77 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(β) Η αποτίμηση που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (α) δύναται, κατά περίπτωση, να προσαρμόζεται ώστε να αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι δεν πληρούται η παραδοχή ότι η επιχείρηση συνεχίζει να ασκεί τις δραστηριότητές της ως δρώσα οικονομική μονάδα, καθώς και τις ειδικές περιστάσεις που σχετίζονται με τη χρήση των μέτρων  εξυγίανσης.
(5) Οι αποτιμήσεις που αναφέρονται στα εδάφια (2) και (3) υπόκεινται σε δικαίωμα αγωγής ενώπιον επαρχιακού δικαστηρίου, όχι ως αυτόνομες πράξεις, αλλά μπορούν να αποτελούν αντικείμενο αγωγής μαζί με την απόφαση για την εφαρμογή μέτρου εξυγίανσης ή για την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 74.
Απαιτήσεις για την αποτίμηση. 33.-(1) Oι αποτιμήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 πραγματοποιούνται από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
(α) πρόσωπο ανεξάρτητο από κάθε δημόσια αρχή και από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα·
(β) την αρχή εξυγίανσης, όταν οι εν λόγω αποτιμήσεις δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν από ένα πρόσωπο, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (α).
(2) Οι αποτιμήσεις του άρθρου 32 θεωρούνται οριστικές εφόσον έχουν διενεργηθεί από το πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, και πληρούνται όλες οι απαιτήσεις που ορίζονται στα εδάφια (3) έως (5) του παρόντος άρθρου.
(3) Με την επιφύλαξη των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, η οριστική αποτίμηση βασίζεται σε συνετές παραδοχές και δεν θεωρεί δεδομένη  οποιαδήποτε ενδεχόμενη χορήγηση έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης, από τη χρονική στιγμή που αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης.
(4) Η οριστική αποτίμηση συμπληρώνεται με τις ακόλουθες πληροφορίες τις οποίες κατέχει η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα:
(α) επικαιροποιημένη οικονομική κατάσταση και επικαιροποιημένη οικονομική αποτίμηση της οντότητας, σύμφωνα με τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο·
(β) έκθεση σχετικά με την οικονομική θέση της οντότητας, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, εκτίμησης, από ανεξάρτητη αναλογιστική λειτουργία, των τεχνικών προβλέψεων της οντότητας που αναφέρονται στο Τμήμα 2 του Έκτου Κεφαλαίου του Μέρους II του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
(γ) τυχόν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις αγοραίες και λογιστικές αξίες των στοιχείων ενεργητικού, των τεχνικών προβλέψεων που αναφέρονται στο Τμήμα 2 του έκτου Κεφαλαίου του Μέρους II του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, και άλλων υποχρεώσεων της οντότητας.
(5)(α) Στην οριστική αποτίμηση αναφέρεται η κατάταξη των πιστωτών σε τάξεις, σύμφωνα με το βαθμό προτεραιότητάς τους βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου, και εκτίμηση της μεταχείρισης την οποία θα αναμενόταν να λάβει κάθε τάξη μετόχων και πιστωτών εάν η οικεία οντότητα εκκαθαριζόταν υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.
(β) Η εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δεν προδικάζει την αποτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 63.
Προσωρινές και οριστικές αποτιμήσεις. 34.-(1)(α) Οι αποτιμήσεις που αναφέρονται στο  άρθρο 32 οι οποίες δεν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 33(2) θεωρούνται προσωρινές αποτιμήσεις.
(β) Οι προσωρινές αποτιμήσεις περιλαμβάνουν απόθεμα ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες και κατάλληλη αιτιολόγηση για το εν λόγω απόθεμα.
(2)(α) Όταν η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει δράση εξυγίανσης με βάση προσωρινή αποτίμηση, διασφαλίζει ότι η οριστική αποτίμηση διενεργείται το συντομότερο δυνατόν.
(β) Η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι η οριστική αποτίμηση που αναφέρεται στην  πρώτη παράγραφο:
(i) επιτρέπει την πλήρη αναγνώριση ενδεχόμενων ζημιών της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας στα βιβλία της·
(ii) τεκμηριώνει απόφαση για επανεγγραφή απαιτήσεων των πιστωτών ή για αύξηση της αξίας του καταβληθέντος αντιτίμου, σύμφωνα με το εδάφιο 3.
(3) Στην περίπτωση που από την οριστική αποτίμηση προκύψει διαφορά αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας μεγαλύτερη από αυτήν της προσωρινής αποτίμησης της διαφοράς αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της εν λόγω οντότητας, η αρχή εξυγίανσης δύναται:
(α) να αυξήσει την αξία των απαιτήσεων των θιγόμενων πιστωτών που έχουν απομειωθεί ή αναδιαρθρωθεί·
(β) να απαιτήσει από μια μεταβατική επιχείρηση να καταβάλει στην επιχείρηση υπό εξυγίανση ή, κατά περίπτωση, στους κατόχους των μέσων ιδιοκτησίας επιπλέον αντίτιμο για τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ – ΜΕΤΡΟ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΝΕΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
Μέτρο τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών. 35.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, δια της έκδοσης διατάγματος που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύναται να θέτει την επιχείρηση υπό εξυγίανση σε διαδικασία τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών προκειμένου να τερματιστούν οι δραστηριότητές της και να της απαγορεύει να συνάπτει νέες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις.
(2) Η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι, σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας από την εποπτική αρχή, η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία εφαρμόζεται το μέτρο τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών, πληροί τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που ορίζονται στο Τμήμα 5 του Έκτου Κεφαλαίου του Μέρους II του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου αμέσως μετά την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου.
(3) Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας από την εποπτική αρχή, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία έχει εφαρμοστεί το μέτρο τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών εξακολουθεί να υπόκειται στους γενικούς κανόνες και στόχους της εποπτείας των ασφαλίσεων που ορίζονται στο Τρίτο Κεφάλαιο του Μέρους II του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, μέχρι τον τερματισμό των δραστηριοτήτων της σύμφωνα το εδάφιο (8) του παρόντος άρθρου.
(4) Η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υπό εξυγίανση η οποία τελεί υπό διαδικασία τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών είναι σε θέση να διατηρήσει κατάλληλα εκπαιδευμένο και ικανό προσωπικό ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή συνέχιση των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων της κατά τη διάρκεια της διαδικασίας τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών έως την εκκαθάρισή της.
(5) Η αρχή εξυγίανσης, σε στενή συνεργασία με την εποπτική αρχή, παρακολουθεί τις ταμειακές ροές, καθώς και το κόστος και τις δαπάνες μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπό εξυγίανση, προκειμένου να διαφυλαχθεί η αξία και η εμπορευσιμότητά της.
(6) Η αρχή εξυγίανσης, σε στενή συνεργασία με την εποπτική αρχή, αξιολογεί τις προβλεπόμενες αλλαγές στη σύνθεση των στοιχείων ενεργητικού, παρακολουθεί στενά τις αντασφαλιστικές ρυθμίσεις και απαιτεί, τουλάχιστον σε τριμηνιαία βάση, ανεξάρτητη αναλογιστική επανεξέταση των τεχνικών προβλέψεων και των αποθεματικών.
(7) Κατά την εφαρμογή του μέτρου τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών, η αρχή εξυγίανσης δύναται να περιορίζει ή να απαγορεύει οποιαδήποτε αμοιβή για μετοχικό κεφάλαιο και για μέσα που αντιμετωπίζονται ως ίδια κεφάλαια, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής μερισμάτων, και δύναται να περιορίζει ή να απαγορεύει οποιαδήποτε καταβολή μεταβλητών αποδοχών και προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών.
(8) Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι μια επιχείρηση υπό εξυγίανση που τελεί υπό διαδικασία τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών πρέπει να εκκαθαριστεί σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις, όποια προκύπτει πρώτη –
(α) Όλα ή σχεδόν όλα τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση που τελεί υπό διαδικασία τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών πωλούνται σε τρίτο αγοραστή·
(β) τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης υπό εξυγίανση που τελεί υπό διαδικασία   τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών έχουν εξαντληθεί και οι υποχρεώσεις της έχουν εκπληρωθεί στο σύνολό τους.
(9)(α) Όταν χρησιμοποιείται το μέτρο τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών και η καθαρή αξία ενεργητικού της επιχείρησης υπό εξυγίανση που τελεί υπό διαδικασία τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών έχει καταστεί αρνητική, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί κατά πόσο η επιχείρηση θα εκκαθαριστεί σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ή αν θα εφαρμόσει άλλο μέτρο εξυγίανσης.
(β) Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που ορίζονται στο Τμήμα 5 του Έκτου Κεφαλαίου του Μέρους II του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί, σε στενή συνεργασία με την εποπτική αρχή, κατά πόσο η επιχείρηση θα πρέπει να εκκαθαριστεί σύμφωνα με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ή αν θα πρέπει να εφαρμοστεί άλλο μέτρο εξυγίανσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV – ΜΕΤΡΟ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ, ΜΕΤΡΟ ΠΩΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΣΕ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Αρχές για την εφαρμογή του μέτρου διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, του μέτρου πώλησης εργασιών και του μέτρου μεταβατικής επιχείρησης. 36.-(1) Με την επιφύλαξη του άρθρου 39(5) και (6)  και του άρθρου 74, η αρχή εξυγίανση δύναται να εφαρμόζει το μέτρο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, το μέτρο πώλησης εργασιών και το μέτρο μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση χωρίς να λαμβάνει τη συγκατάθεση των μετόχων της επιχείρησης υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου μέρους, πλην του αποδέκτη ή της μεταβατικής επιχείρησης, και χωρίς να τηρούνται τυχόν διαδικαστικές απαιτήσεις βάσει του δικαίου περί εταιρειών ή αξιογράφων ή του Ενδέκατου Κεφαλαίου του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου πέραν αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 37.
(2) Με την επιφύλαξη του άρθρου 30(2) και (6), κάθε αντάλλαγμα που καταβάλλεται από τον αποδέκτη ή τη μεταβατική επιχείρηση αποβαίνει προς όφελος –
(α) Των κατόχων των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, όταν οι εν λόγω μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από την επιχείρηση υπό εξυγίανση έχουν μεταβιβαστεί από τους κατόχους τους στον αποδέκτη ή στη μεταβατική επιχείρηση·
(β) της επιχείρησης υπό εξυγίανση, όταν ορισμένα ή όλα τα στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού της επιχείρησης υπό εξυγίανση έχουν μεταβιβαστεί στον αποδέκτη ή στη μεταβατική επιχείρηση.
(3)(α) Με την επιφύλαξη του άρθρου 30(2) και (6), κάθε αντάλλαγμα που καταβάλλεται από την εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που αναφέρεται στο άρθρο 38(2) αναφορικά με τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις που αποκτά άμεσα από την επιχείρηση υπό εξυγίανση καταβάλλεται στη τελευταία.
(β) Το αντάλλαγμα που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δύναται να καταβάλλεται υπό μορφή χρεωστικών τίτλων που εκδίδονται από την εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.
(4) Οι μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται μέσω της εφαρμογής του μέτρου διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, του μέτρου πώλησης εργασιών ή του μέτρου μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση υπόκεινται στις διασφαλίσεις που αναφέρονται στο Κεφάλαιο VII του παρόντος Μέρους.
(5) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να χρησιμοποιεί το μέτρο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, το μέτρο πώλησης εργασιών και το μέτρο μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση περισσότερες από μία φορές προκειμένου να πραγματοποιεί συμπληρωματικές μεταβιβάσεις, όπου αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.
(6)(α) Ο αποδέκτης ή η μεταβατική επιχείρηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) δύναται να συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώματα συμμετοχής και πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, σε χρηματιστήρια αξιών και σε συστήματα εγγύησης ασφάλισης, κατά περίπτωση, της επιχείρησης υπό εξυγίανση, εφόσον ο εν λόγω αποδέκτης ή η εν λόγω μεταβατική επιχείρηση πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους και συμμετοχής για τη συμμετοχή στα συστήματα αυτά.
(β) Ανεξάρτητα από την παράγραφο (α) –
(i) Δεν απορρίπτεται η ιδιότητα του μέλους ή η συμμετοχή σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, χρηματιστήρια αξιών και συστήματα εγγύησης ασφάλισης, επειδή ο αποδέκτης ή η μεταβατική επιχείρηση δεν διαθέτει διαβάθμιση από οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή επειδή η εν λόγω διαβάθμιση δεν αντιστοιχεί στα επίπεδα διαβάθμισης που απαιτούνται για την πρόσβαση στα εν λόγω συστήματα·
(ii) σε περίπτωση που ο αποδέκτης ή η μεταβατική επιχείρηση δεν πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους ή συμμετοχής σε σχετικό σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης ή διακανονισμού, χρηματιστήριο αξιών ή σύστημα εγγύησης ασφάλισης, τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ασκούνται για χρονική περίοδο που ορίζει η αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες και δύναται να ανανεωθεί κατόπιν αιτήματος του αποδέκτη ή της μεταβατικής επιχείρησης προς την αρχή εξυγίανσης.
(7) Με την επιφύλαξη του Κεφαλαίου VII του παρόντος Μέρους, οι μέτοχοι ή οι πιστωτές της επιχείρησης υπό εξυγίανση και άλλα τρίτα μέρη των οποίων τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις δεν μεταβιβάζονται μέσω της εφαρμογής του μέτρου διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, του μέτρου πώλησης εργασιών ή του μέτρου μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση, δεν έχουν οποιαδήποτε δικαιώματα ή απαιτήσεις επί ή σε σχέση με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις, ούτε επί ή σε σχέση με το διοικητικό συμβούλιο ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της μεταβατικής επιχείρησης ή της εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.
Διαδικαστικές απαιτήσεις σχετικά με την  πώληση εργασιών, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων κατά την εξυγίανση. 37.-(1)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (3), όταν η αρχή εξυγίανσης επιδιώκει να εφαρμόσει το μέτρο πώλησης εργασιών ή να πωλήσει μια μεταβατική επιχείρηση, ή τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις της, η επιχείρηση υπό εξυγίανση, η μεταβατική επιχείρηση ή τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις, οι μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας τίθενται σε πώληση σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εδαφίου (2).

 

 

(β) Για ομάδες δικαιωμάτων, στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, δύνανται να κινηθούν χωριστές διαδικασίες υποβολής προσφορών.
(2)(α) Με την επιφύλαξη των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, η διαδικασία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:
(i) Είναι όσο το δυνατόν πιο διαφανής και δεν αλλοιώνει ουσιωδώς την εικόνα των στοιχείων ενεργητικού, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων, των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας της επιχείρησης ή της μεταβατικής επιχείρησης την οποία προτίθεται να μεταβιβάσει η αρχή εξυγίανσης·
(ii) δεν ευνοεί αδικαιολόγητα κάποιους δυνητικούς αγοραστές ούτε δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ τους·
(iii) δεν επηρεάζεται από συγκρούσεις συμφερόντων·
(iv) δεν προσφέρει τυχόν αθέμιτο πλεονέκτημα σε δυνητικό αγοραστή·
(v) λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να πραγματοποιηθεί ταχέως η δράση εξυγίανσης·
(vi) στοχεύει στη μεγιστοποίηση, κατά το δυνατόν, της τιμής πώλησης των σχετικών μετοχών ή των άλλων μέσων ιδιοκτησίας, των στοιχείων ενεργητικού, των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων.
(β) Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο (α) δεν εμποδίζουν την αρχή εξυγίανσης να προσεγγίσει συγκεκριμένους δυνητικούς αγοραστές.
(γ) Κάθε γνωστοποίηση στο κοινό της θέσης σε πώληση κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας ή της μεταβατικής επιχείρησης που κανονικά θα απαιτείτο σύμφωνα με το Άρθρο 17, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 δύναται να αναβληθεί σύμφωνα με το Άρθρο 17, παράγραφος 4 ή 5, του εν λόγω Κανονισμού.
(3) Η αρχή εξυγίανσης δύναται με τεκμηριωμένη απόφαση να μην συμμορφωθεί με την απαίτηση που καθορίζεται στο εδάφιο (1), όταν διαπιστώνει ότι η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο εδάφιο (2) ενδέχεται να υπονομεύσει έναν ή περισσότερους από τους στόχους εξυγίανσης.
Μέτρο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού. 38.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, δύναται να μεταβιβάζει, μέσω της έκδοσης διατάγματος που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση ή μιας μεταβατικής επιχείρησης σε μία ή περισσότερες εταιρείες διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.
(2) Για τους σκοπούς του μέτρου διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού είναι εταιρεία που:
(α) Ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές, συμπεριλαμβανομένου του Συστήματος Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων, και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης· και
(β) έχει δημιουργηθεί με σκοπό να λάβει ορισμένα ή όλα τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και υποχρεώσεις ενός ή περισσοτέρων επιχειρήσεων υπό εξυγίανση ή μιας μεταβατικής επιχείρησης.
(3) Η εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού διαχειρίζεται τα χαρτοφυλάκια που μεταβιβάζονται σε αυτήν με σκοπό να μεγιστοποιήσει την αξία τους μέσω της πώλησης αυτών των χαρτοφυλακίων ή συντεταγμένης εκκαθάρισης.
(4) Η εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού λειτουργεί υπό τις ακόλουθες απαιτήσεις:
(α) Τα ιδρυτικά έγγραφα της εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού εγκρίνονται από την αρχή εξυγίανσης·
(β) η αρχή εξυγίανσης διορίζει ή εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού·
(γ) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού συμβουλίου και καθορίζει τις αρμοδιότητές τους·
(δ) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου της εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.
(5) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να ασκεί την εξουσία που ορίζεται στο εδάφιο (1) όσον αφορά τη μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων μόνο σε συνδυασμό με άλλα μέτρα εξυγίανσης και εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Η κατάσταση της συγκεκριμένης αγοράς για αυτά τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις είναι τέτοια που η ρευστοποίηση των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είναι πιθανό να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές·
(β) η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή του μέτρου τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών ή προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης υπό εξυγίανση ή μιας μεταβατικής επιχείρησης·
(γ) η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα έσοδα από την ρευστοποίηση.
(6)(α) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εφαρμόζει το μέτρο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού,  προσδιορίζει το αντάλλαγμα έναντι του οποίου τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μεταβιβάζονται στην εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, σύμφωνα με το άρθρο 32 και σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

 

(β) Το αντάλλαγμα που αναφέρεται στην παράγραφο (α) δύναται να είναι συμβολικό ή αρνητικό.
(7) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης έχει εφαρμόσει το μέτρο μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση, η εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού δύναται, μετά την εφαρμογή του μέτρου μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση, να αποκτήσει στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από τη μεταβατική επιχείρηση.

 

(8)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να μεταβιβάζει στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από την επιχείρηση υπό εξυγίανση σε μία ή περισσότερες εταιρείες διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, καθώς επίσης και να αναμεταβιβάζει στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από μία ή περισσότερες εταιρείες διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού προς την επιχείρηση υπό εξυγίανση σε οποιανδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
(i) Όταν η δυνατότητα αναμεταβίβασης των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων δηλώνεται ρητώς στο διάταγμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση·
(ii) όταν τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μεταβίβασης  στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που προσδιορίζονται στο διάταγμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση.
(β) Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις των υποπαραγράφων (i) και (ii) της παραγράφου (α), η αναμεταβίβαση δύναται να πραγματοποιείται εντός οποιουδήποτε χρονικού διαστήματος και συνάδει με κάθε προϋπόθεση που ρητώς ορίζεται στο σχετικό προς αυτόν τον σκοπό διάταγμα.
(γ) Η επιχείρηση υπό εξυγίανση υποχρεούται να δεχθεί εκ νέου οποιαδήποτε στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που αναμεταβιβάζονται σύμφωνα με τις υποπαραγράφους (i) και (ii) της παραγράφου (α).
(9)(α) Οι στόχοι της εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού δεν συνεπάγονται καμία υποχρέωση ή ευθύνη έναντι των μετόχων ή των πιστωτών της επιχείρησης υπό εξυγίανση.
(β) Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού δεν υπέχουν καμιά ευθύνη έναντι των μετόχων ή πιστωτών της επιχείρησης υπό εξυγίανση για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός εάν οι εν λόγω πράξεις ή παραλήψεις είναι, κατά την κυπριακή νομοθεσία, προϊόν βαρείας αμέλειας ή σοβαρού παραπτώματος που θίγει άμεσα τα δικαιώματα αυτών των μετόχων ή πιστωτών.
Μέτρο πώλησης εργασιών. 39.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, δια της έκδοσης διατάγματος που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τη μεταβίβαση σε έναν αγοραστή που δεν είναι μεταβατική επιχείρηση:
(α) Μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από επιχείρηση υπό εξυγίανση·
(β) όλων ή οποιωνδήποτε στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση.

 

(2)(α) Μια μεταβίβαση σύμφωνα με το εδάφιο (1) πραγματοποιείται με εμπορικούς όρους, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, και σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
(β) Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο ώστε να εξασφαλίσει εμπορικούς όρους για τη μεταβίβαση σύμφωνα με την παράγραφο (α) οι οποίοι συνάδουν με την αποτίμηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 32, έχοντας υπόψη τις εκάστοτε περιστάσεις.
(3)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται, με τη συγκατάθεση του αποδέκτη, να αντιστρέψει τις εκτελεσθείσες μεταβιβάσεις, εφόσον αυτό δικαιολογείται από τις εκάστοτε περιστάσεις.
(β) Η επιχείρηση υπό εξυγίανση ή οι αρχικοί κάτοχοι υποχρεούνται να δεχθούν εκ νέου τις μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που είχαν μεταβιβασθεί:

 

Νοείται ότι, η αντιστροφή των εκτελεσθέντων μεταβιβάσεων είναι δυνατή εφόσον στη συμφωνία μεταβίβασης με τον αποδέκτη προβλέπονται, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις της αναμεταβίβασης και η χρονική περίοδος που απαιτείται για την εξέταση της πλήρωσης των προϋποθέσεων αυτών.

(4)(α) Ο αποδέκτης υποχρεούται να διαθέτει την αναγκαία άδεια λειτουργίας προκειμένου να διεκπεραιώνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναλαμβάνει όταν πραγματοποιείται η μεταβίβαση που αναφέρεται στο εδάφιο (1).
(β) Η εποπτική αρχή προβαίνει σε έγκαιρη εξέταση της αίτησης χορήγησης της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο (α) σε συνδυασμό με τη μεταβίβαση.
(5) Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 58 έως 63 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, σε περίπτωση που μια μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας δυνάμει της εφαρμογής του μέτρου πώλησης εργασιών θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 58(1) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, η εποπτική αρχή διεξάγει την αξιολόγηση που προβλέπεται στα εν λόγω άρθρα έγκαιρα και κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρμογή του μέτρου πώλησης εργασιών και που δεν εμποδίζει την επιτυχία των στόχων εξυγίανσης.
(6) Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή δεν έχει ολοκληρώσει την αξιολόγηση που αναφέρεται στο εδάφιο (5) κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, ισχύουν τα ακόλουθα:
(α) Η εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αποδέκτη παράγει αμέσως έννομες συνέπειες·

 

(β) κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης και κάθε περιόδου εκποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο (ε) –
(i) τα δικαιώματα ψήφου του αποδέκτη βάσει των εν λόγω μετοχών ή μέσων ιδιοκτησίας αναστέλλονται και εκχωρούνται αποκλειστικά στην αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υποχρεούται να ασκεί τα σχετικά δικαιώματα ψήφου και δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την άσκηση ή την παράλειψη άσκησης αυτών των δικαιωμάτων ψήφου·
(ii) οι κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα λόγω παράβασης των απαιτήσεων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών που προβλέπονται στο άρθρο 63 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου δεν εφαρμόζονται για την εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας·
(γ) η εποπτική αρχή, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησής της, γνωστοποιεί γραπτώς στην αρχή εξυγίανσης και στον αποδέκτη την έγκρισή της, ή την, σύμφωνα με το άρθρο 59(5) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, αντίθεσή της στη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αποδέκτη·
(δ) εάν η εποπτική αρχή εγκρίνει τη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αποδέκτη, τα δικαιώματα ψήφου βάσει των εν λόγω μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας θεωρείται ότι έχουν πλήρως εκχωρηθεί στον αποδέκτη από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αρχή εξυγίανσης και ο αποδέκτης λαμβάνουν την εν λόγω γνωστοποίηση περί έγκρισης από την εποπτική αρχή·
(ε) εάν η εποπτική αρχή αντιταχθεί στη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αποδέκτη:
(i) Τα δικαιώματα ψήφου βάσει αυτών των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, όπως προβλέπεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β), παραμένουν σε πλήρη ισχύ·
(ii) η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτήσει από τον αποδέκτη να εκποιήσει αυτές τις μετοχές ή τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας εντός περιόδου εκποίησης που ορίζεται από την αρχή εξυγίανσης, αφού ληφθούν υπόψη οι επικρατούσες συνθήκες στην αγορά·
(iii) εάν ο αποδέκτης δεν συμμορφωθεί με την απαίτηση που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (ii) της παρούσας παραγράφου, η εποπτική αρχή, με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης, δύναται να επιβάλει στον αποδέκτη κυρώσεις και λοιπά μέτρα λόγω παράβασης των απαιτήσεων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών όπως ορίζονται στο άρθρο 63 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(7) Για τον σκοπό της άσκησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών ή του δικαιώματος εγκατάστασής του σε κράτος μέλος, σύμφωνα με τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο, ο αποδέκτης θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια της επιχείρησης υπό εξυγίανση και μπορεί να συνεχίσει να ασκεί κάθε τέτοιο δικαίωμα το οποίο ασκούσε η επιχείρηση υπό εξυγίανση όσον αφορά τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.
Μέτρο μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση. 40.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να μεταβιβάζει, διά της έκδοσης διατάγματος που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σε μεταβατική επιχείρηση –
(α) Μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις υπό εξυγίανση·
(β) όλα ή ορισμένα στοιχεία ενεργητικού δικαιώματα ή υποχρεώσεις μίας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων υπό εξυγίανση.
(2) Η μεταβατική επιχείρηση είναι νομικό πρόσωπο που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες απαιτήσεις:
(α) ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές, περιλαμβανομένου του Συστήματος Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων, και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης·
(β) δημιουργείται με σκοπό την απόκτηση και την κατοχή ορισμένων ή όλων των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από επιχείρηση υπό εξυγίανση ή ορισμένων ή όλων των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων υπό εξυγίανση με σκοπό την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης και την πώληση της επιχείρησης υπό εξυγίανση.
(3) Όταν η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το μέτρο μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση, μεριμνά ώστε η συνολική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στη μεταβατική επιχείρηση να μην υπερβαίνει τη συνολική αξία των δικαιωμάτων και των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάζονται από την επιχείρηση υπό εξυγίανση.
(4)(α) Μετά την εφαρμογή του μέτρου μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση, η αρχή εξυγίανσης δύναται, εφόσον δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να αντιστρέψει τις εκτελεσθείσες μεταβιβάσεις, ενώ η επιχείρηση υπό εξυγίανση ή οι αρχικοί κάτοχοι υποχρεούνται να δεχθούν εκ νέου κάθε στοιχείο ενεργητικού, δικαίωμα ή υποχρέωση, ή μετοχή ή άλλο μέσο ιδιοκτησίας που έχει μεταβιβαστεί, όταν αυτό δικαιολογείται από τις εκάστοτε περιστάσεις, σε οποιανδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις:
(i) Η δυνατότητα να μπορούν να αναμεταβιβάζονται οι συγκεκριμένες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις δηλώνεται ρητώς στο διάταγμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση·
(ii) οι συγκεκριμένες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που προσδιορίζονται στο διάταγμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων.
(β) Η αναμεταβίβαση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) δύναται να πραγματοποιείται εντός οποιουδήποτε χρονικού διαστήματος και πληροί οποιεσδήποτε άλλες προϋποθέσεις που ορίζονται στο διάταγμα με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση.
(5)  Μετά την εφαρμογή του μέτρου μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση, η αρχή εξυγίανσης δύναται να μεταβιβάζει μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, ή στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από τη μεταβατική επιχείρηση σε τρίτο αγοραστή.
(6) Η μεταβατική επιχείρηση θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια της επιχείρησης υπό εξυγίανση και έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωμα που ασκούσε η επιχείρηση υπό εξυγίανση όσον αφορά τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.
(7) (α) Οι στόχοι της μεταβατικής επιχείρησης δεν συνεπάγονται καμία υποχρέωση ή ευθύνη έναντι των μετόχων ή των πιστωτών της επιχείρησης υπό εξυγίανση.
(β) Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της μεταβατικής επιχείρησης δεν υπέχουν καμιά ευθύνη έναντι των μετόχων ή πιστωτών της επιχείρησης υπό εξυγίανση για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός εάν οι εν λόγω πράξεις ή παραλήψεις είναι, κατά την κυπριακή νομοθεσία, προϊόν βαρείας αμέλειας ή σοβαρού παραπτώματος που θίγει άμεσα τα δικαιώματα αυτών των μετόχων ή πιστωτών.
Λειτουργία της μεταβατικής επιχείρησης. 41.-(1)(α) H μεταβατική επιχείρηση λειτουργεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(i) Τα ιδρυτικά έγγραφα της μεταβατικής επιχείρησης εγκρίνονται από την αρχή εξυγίανσης·
(ii) η αρχή εξυγίανσης διορίζει ή εγκρίνει το  διοικητικό συμβούλιο της μεταβατικής επιχείρησης·
(iii) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού συμβουλίου και προσδιορίζει τις σχετικές αρμοδιότητές τους·
(iv) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου της μεταβατικής επιχείρησης·
(v) η μεταβατική επιχείρηση λαμβάνει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο και διαθέτει την αναγκαία άδεια για να διεκπεραιώσει τις εργασίες ή τις υπηρεσίες που αποκτά δυνάμει της μεταβίβασης που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 49 του παρόντος Νόμου·
(vi) η μεταβατική επιχείρηση πληροί τις εποπτικές απαιτήσεις και υπόκειται σε εποπτεία σύμφωνα με τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο·
(vii) η λειτουργία της μεταβατικής επιχείρησης συνάδει με τους κανόνες της EE σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις και η αρχή εξυγίανσης δύναται να θέσει σχετικούς περιορισμούς στις δραστηριότητές της.
(β) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των υποπαραγράφων (v) και (vi) της παραγράφου (α), και εφόσον αυτό απαιτείται προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης, μια μεταβατική επιχείρηση μπορεί να συσταθεί και να λάβει άδεια λειτουργίας χωρίς να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, για σύντομο χρονικό διάστημα κατά την έναρξη της λειτουργίας της.
(γ) Για τον σκοπό της παραγράφου (β), η αρχή εξυγίανσης υποβάλλει σχετικό αίτημα προς την εποπτική αρχή.
(δ) Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή αποφασίσει να χορηγήσει την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο (β), υποδεικνύει την περίοδο για την οποία η μεταβατική επιχείρηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερεις (24) μήνες.
(2) Με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που επιβάλλονται δια η δυνάμει του περί ανταγωνισμού δικαίου της ΕΕ ή του κυπριακού δικαίου, η διοίκηση της μεταβατικής επιχείρησης διευθύνει τη μεταβατική επιχείρηση με σκοπό την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης και την πώληση της υπό εξυγίανση επιχείρησης ή των μεταβιβασθέντων στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών της σε έναν ή περισσότερους αγοραστές του ιδιωτικού τομέα μόλις οι συνθήκες της αγοράς κριθούν κατάλληλες.
(3) Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι μια μεταβατική επιχείρηση δεν αποτελεί πλέον μεταβατική επιχείρηση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις προκύπτει πρώτη:

 

(α) Η μεταβατική επιχείρηση συγχωνεύεται με άλλη οντότητα·
(β) η μεταβατική επιχείρηση παύει να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 40(2)·
(γ) όλα ή σχεδόν όλα τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις της μεταβατικής επιχείρησης πωλούνται σε τρίτο αγοραστή·
(δ) τα στοιχεία ενεργητικού της μεταβατικής επιχείρησης έχουν εξαντληθεί και οι υποχρεώσεις της έχουν εκπληρωθεί στο σύνολό τους.
(4) Με την επιφύλαξη του άρθρου 30(2) και (6), τυχόν έσοδα από την περάτωση της λειτουργίας της μεταβατικής επιχείρησης αποδίδονται στους μετόχους της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V – ΜΕΤΡΟ ΑΠΟΜΕΙΩΣΗΣ Ή ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ
Στόχος και πεδίο εφαρμογής του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής. 42.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, μέσω της έκδοσης διατάγματος που δημοσιεύεται  στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, την εφαρμογή του μέτρου  απομείωσης ή μετατροπής για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς:

 

(i) Για την ανακεφαλαιοποίηση κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας, που πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που αναφέρονται στα άρθρα 26(1) και 27(3) σε βαθμό που να επιτρέπει-
(Α) Tην εφαρμογή του μέτρου τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών· και
(Β) τη διατήρηση της άδειας λειτουργίας της δυνάμει του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
(ii) για τη μετατροπή σε μετοχικό κεφάλαιο ή τη μείωση της αξίας των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών  απαιτήσεων, ή των χρεωστικών μέσων που μεταβιβάζονται:
(Α) Σε μεταβατική επιχείρηση· ή
(Β) στο πλαίσιο εφαρμογής του μέτρου διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού ή του μέτρου πώλησης εργασιών.
(β) Κατά την εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής σε ασφαλιστικές απαιτήσεις, η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναδιαρθρώνει τους όρους των σχετικών ασφαλιστικών συμβάσεων για την αποτελεσματικότερη επίτευξη των στόχων εξυγίανσης αφού λάβει υπόψη τον αντίκτυπο στα συλλογικά συμφέροντα των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου.
(2) Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει το ποσό κατά το οποίο τα κεφαλαιακά μέσα, τα χρεωστικά μέσα και άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν για τους σκοπούς του εδαφίου (1), βάσει της αποτίμησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 32 .
(3) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής σε κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα διατηρώντας ή μεταβάλλοντας, εφόσον απαιτείται, την τρέχουσα νομική μορφή της.
(4) Το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής δύναται να εφαρμοστεί σε όλα τα κεφαλαιακά μέσα και σε όλες τις υποχρεώσεις κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας που δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω μέτρου σύμφωνα με τα εδάφια (5) έως (7).
(5) Η αρχή εξυγίανσης δεν εφαρμόζει το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά τις ακόλουθες υποχρεώσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας:
(α) Εξασφαλισμένες υποχρεώσεις·
(β) υποχρεώσεις προς πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων και ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, εξαιρουμένων των οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, με αρχική διάρκεια μικρότερη των επτά (7) ημερών·
(γ) υποχρεώσεις που έχουν εναπομένουσα διάρκεια μικρότερη των επτά (7) ημερών, έναντι συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με τον περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμο ή των συμμετεχόντων σε αυτά και που προκύπτουν από συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα, ή κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της ΕΕ βάσει του Άρθρου 14, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας που έχουν αναγνωριστεί από την EAKAA , βάσει του Άρθρου 25 του εν λόγω Κανονισμού·
(δ) υποχρέωση σε οποιονδήποτε από τους εξής:
(i) Εργαζόμενο, όσον αφορά δεδουλευμένες αποδοχές, συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή άλλες σταθερές αποδοχές, εκτός από τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών που δεν ρυθμίζεται από συλλογική σύμβαση·
(ii) εμπορικό πιστωτή ή προμηθευτή που συνδέεται με την παροχή σε κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα αγαθών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών πληροφορικής, κοινής ωφελείας, καθώς και της ενοικίασης, συντήρησης και φροντίδας των εγκαταστάσεων, που είναι απαραίτητες για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της εν λόγω οντότητας ή για τη διασφάλιση της συνέχειας της ασφαλιστικής κάλυψης·
(iii) φορολογικές αρχές και αρχές κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές είναι προνομιούχες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία·
(iv) σύστημα εγγύησης ασφάλισης, η οποία προκύπτει από τις συνεισφορές που οφείλονται σύμφωνα με την εφαρμοστέα κυπριακή νομοθεσία.
(ε) υποχρεώσεις που προκύπτουν από την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων σύμφωνα με τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου.
(στ) υποχρεώσεις που προκύπτουν από τρέχουσες και μελλοντικές ασφαλιστικές απαιτήσεις που καλύπτονται από στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 327 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(6) Οι παράγραφοι (α) και (στ) του εδαφίου (5) δεν εμποδίζουν την αρχή εξυγίανσης να εφαρμόζει, όπου ενδείκνυται, το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής σε οποιοδήποτε μέρος μιας εξασφαλισμένης υποχρέωσης που υπερβαίνει την αξία της εξασφάλισης, ή οποιουδήποτε μέρους των υποχρεώσεων της παραγράφου (στ) του εδαφίου (5) που υπερβαίνει την αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχουν καταχωρηθεί στο ειδικό μητρώο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 328 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(7) Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν εφαρμόζεται το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής, η αρχή εξυγίανσης δύναται να εξαιρεί ή να εξαιρεί εν μέρει ορισμένες υποχρεώσεις από την εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Δεν είναι δυνατή η απομείωση ή μετατροπή της συγκεκριμένης υποχρέωσης εντός εύλογου χρόνου, παρά τις καλόπιστες προσπάθειες της αρχής εξυγίανσης· ή
(β) η εξαίρεση είναι αυστηρά αναγκαία και αναλογική προκειμένου να επιτευχθεί η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών και των βασικών επιχειρηματικών τομέων κατά τρόπο που διατηρεί την ικανότητα της επιχείρησης υπό εξυγίανση να συνεχίζει τις κεντρικές λειτουργίες, υπηρεσίες και συναλλαγές της· ή
(γ) η εξαίρεση είναι αυστηρά αναγκαία και αναλογική προκειμένου να αποφευχθεί ευρεία μετάδοση, κατά τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή αναστάτωση στην οικονομία της Δημοκρατίας ή κράτους μέλους ή της ΕΕ· ή
(δ) η εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής σε αυτές τις υποχρεώσεις θα προκαλέσει καταστροφή αξίας τέτοια ώστε οι ζημίες που επιβαρύνουν τους λοιπούς πιστωτές θα είναι μεγαλύτερες απ’ ό,τι εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις εξαιρεθούν από την εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής· ή
(ε) η εξαίρεση είναι αυστηρά αναγκαία και αναλογική προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τρίτα μέρη αποζημιώνονται για τις σωματικές βλάβες και τις ζημίες τους που καλύπτονται από ασφαλιστικές συμβάσεις σχετιζόμενες με υποχρεώσεις τρίτων, όταν οι εν λόγω συμβάσεις είναι υποχρεωτικές σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.
(8) Η αρχή εξυγίανσης, κατά την εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής, λαμβάνει  υπόψη ότι οι ασφαλιστικές συμβάσεις των οποίων οι όροι αναδιαρθρώθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1), πληρούν, μετά την αναδιάρθρωση της σύμβασης, τα επίπεδα της υποχρεωτικής ελάχιστης κάλυψης σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.
Μεταχείριση των μετόχων κατά την εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής. 43.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εφαρμόζει το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής, προβαίνει έναντι των μετόχων σε οποιανδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:
(i) Ακυρώνει τις υφιστάμενες μετοχές ή τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή τα μεταβιβάζει σε πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έχουν μετατραπεί·
(ii) υπό την προϋπόθεση ότι, βάσει της αποτίμησης που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 32, η επιχείρηση υπό εξυγίανση έχει θετική καθαρή αξία, αποδυναμώνει το ποσοστό συμμετοχής των υφιστάμενων μετόχων ή κατόχων άλλων μέσων ιδιοκτησίας, μετατρέποντας τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα ή χρεωστικά μέσα που έχουν εκδοθεί από την επιχείρηση υπό εξυγίανση ή άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής.
(β) Αναφορικά με την υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (α), η μετατροπή γίνεται με συντελεστή μετατροπής που απομειώνει σημαντικά την αξία των υφιστάμενων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας.
(2) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εξετάζει την επιλογή δράσης που θα αναληφθεί σύμφωνα με το εδάφιο (1), λαμβάνει υπόψη τα εξής:
(α) Την αποτίμηση που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 32·
(β) τα ποσά με βάση τα οποία η αρχή εξυγίανσης εκτίμησε ότι τα μέσα της κατηγορίας 1 πρέπει να μειωθούν και τα οικεία κεφαλαιακά μέσα πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν σύμφωνα με το άρθρο 45(1).
(3) Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 58 έως 63 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, σε περίπτωση που η μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων, των χρεωστικών μέσων που έχουν εκδοθεί από την επιχείρηση υπό εξυγίανση, ή άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων της επιχείρησης υπό εξυγίανση, θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 58(1) του εν λόγω Νόμου, η εποπτική αρχή πραγματοποιεί εγκαίρως την αξιολόγηση που προβλέπεται στα εν λόγω άρθρα, κατά τρόπο που δεν καθυστερεί τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων ή δεν εμποδίζει τη δράση εξυγίανσης να επιτύχει τους σχετικούς στόχους εξυγίανσης.
(4) Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή δεν ολοκληρώσει την αξιολόγηση που προβλέπεται στο εδάφιο (3) κατά την ημερομηνία μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων, εφαρμόζεται το άρθρο 39(6) σε κάθε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής από τον αποκτώντα που προκύπτει από τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων.
Συντελεστής μετατροπής του χρέους σε μετοχικό κεφάλαιο. 44.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εφαρμόζει το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής και ασκεί την εξουσία που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (viii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 49, δύναται να εφαρμόζει διαφορετικό συντελεστή μετατροπής στις διάφορες κατηγορίες κεφαλαιακών μέσων και υποχρεώσεων σύμφωνα με οποιανδήποτε από τις αρχές που καθορίζονται στα εδάφια (2) και (3) του παρόντος άρθρου.
(2) Ο συντελεστής μετατροπής αντιπροσωπεύει κατάλληλη αποζημίωση του θιγόμενου πιστωτή για οποιαδήποτε ζημία που υφίσταται λόγω της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής·
(3) ο συντελεστής μετατροπής που εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις που θεωρούνται υποχρεώσεις υψηλής εξασφάλισης βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου είναι υψηλότερος από τον συντελεστή μετατροπής που εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις χαμηλής κατάταξης.
Πρόσθετες διατάξεις που διέπουν το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής. 45.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, εφαρμόζει το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής βάσει της  προτεραιότητας των απαιτήσεων στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, κατά τρόπο που επιφέρει τα ακόλουθα αποτελέσματα:
(i) Τα μέσα της κατηγορίας 1 υφίστανται μείωση πρώτα κατ’ αναλογία προς τις ζημίες και στα όρια των δυνατοτήτων τους και η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει μία ή αμφότερες τις δράσεις που καθορίζονται στο άρθρο 43(1) έναντι των κατόχων μέσων της κατηγορίας 1·
(ii) η αξία των μέσων της κατηγορίας 2 απομειώνεται ή μετατρέπεται σε μέσα της κατηγορίας 1 ή αμφότερα, στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης ή στα όρια των δυνατοτήτων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, όποιο είναι χαμηλότερο·
(iii) η αξία των μέσων της κατηγορίας 3 απομειώνεται ή μετατρέπεται σε μέσα της κατηγορίας 1 ή αμφότερα, στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης ή στα όρια των δυνατοτήτων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, όποιο είναι χαμηλότερο·
(iv) η αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των επιλέξιμων υποχρεώσεων βάσει της ιεράρχησης των απαιτήσεων σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της μεταχείρισης των ασφαλιστικών απαιτήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 327 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, απομειώνεται ή μετατρέπεται σε μέσα της κατηγορίας 1 ή αμφότερα, στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.
(β) Στις περιπτώσεις που το επίπεδο απομείωσης βασιζόμενο σε προσωρινή αποτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 34 υπερβαίνει τις απαιτήσεις που καθορίστηκαν με βάση την οριστική αποτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 33(2), δύναται να εφαρμόζεται μηχανισμός ανατίμησης για την αποζημίωση των πιστωτών και, στη συνέχεια, των μετόχων στον βαθμό που απαιτείται.
(γ) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το κατά πόσον οι υποχρεώσεις πρόκειται να απομειωθούν ή να μετατραπούν σε μετοχές, η αρχή εξυγίανσης δεν μετατρέπει μία κατηγορία υποχρεώσεων εάν άλλη κατηγορία υποχρεώσεων χαμηλότερης κατάταξης εξακολουθεί να μην έχει μετατραπεί σε μετοχές ή να μην έχει απομειωθεί.
(δ) Το σύνολο των απαιτήσεων, που προκύπτουν από στοιχεία ιδίων κεφαλαίων, έχουν χαμηλότερη κατάταξη στις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας από οποιαδήποτε απαίτηση δεν προκύπτει από στοιχείο ιδίων κεφαλαίων:

 

Νοείται ότι, στον βαθμό που ένα μέσο έχει μόνο εν μέρει αναγνωριστεί ως στοιχείο ιδίων κεφαλαίων, το σύνολο του μέσου αντιμετωπίζεται ως απαίτηση που προκύπτει από στοιχείο ιδίων κεφαλαίων και κατατάσσεται χαμηλότερα από οποιαδήποτε απαίτηση δεν προκύπτει από στοιχείο ιδίων κεφαλαίων.

(2) Σε περίπτωση που η αξία του σχετικού κεφαλαιακού μέσου ή η αξία ενός χρεωστικού μέσου ή άλλης επιλέξιμης υποχρέωσης απομειώνεται, ισχύουν τα ακόλουθα:
(α) H μείωση που προκύπτει από την εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής είναι μόνιμη, με την επιφύλαξη τυχόν ανατίμησης σύμφωνα με τον μηχανισμό αποζημίωσης που προβλέπεται στο εδάφιο (1)·
(β) δεν υφίσταται πλέον καμία υποχρέωση έναντι του κατόχου του σχετικού κεφαλαιακού μέσου, χρεωστικού μέσου ή άλλης επιλέξιμης υποχρέωσης στο πλαίσιο ή σε σχέση με την αξία του μέσου που απομειώθηκε, εκτός των ήδη δεδουλευμένων υποχρεώσεων και τυχόν υποχρέωσης αποζημίωσης που μπορεί να προκύψει κατόπιν αγωγής ενώπιον επαρχιακού δικαστηρίου κατά της νομιμότητας της άσκησης της εξουσίας απομείωσης·
(γ) καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται σε κανέναν κάτοχο του σχετικού κεφαλαιακού μέσου, του χρεωστικού μέσου ή άλλης επιλέξιμης υποχρέωσης, πλην των περιπτώσεων του εδαφίου (3).
(3)(α) Προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μετατροπή των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, χρεωστικών μέσων ή άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων δυνάμει των υποπαραγράφων (ii) και (iii) της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα την έκδοση μέσων της κατηγορίας 1 προς τους κατόχους των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, χρεωστικών μέσων ή άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων.
(β) Η μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων, χρεωστικών μέσων ή άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων είναι δυνατή εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(i) Tα μέσα της κατηγορίας 1 εκδίδονται από την από κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή τη σχετική οντότητα, ή από τη μητρική επιχείρηση με τη σύμφωνη γνώμη της αρχής εξυγίανσής ή, κατά περίπτωση, της αρχής εξυγίανσης κράτους μέλους της μητρικής επιχείρησης·
(ii) τα μέσα της κατηγορίας 1 εκδίδονται πριν από κάθε έκδοση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή την σχετική οντότητα, με σκοπό την παροχή ιδίων κεφαλαίων από το Κράτος ή από κρατικό φορέα·
(iii) τα μέσα της κατηγορίας 1 αποδίδονται και μεταβιβάζονται χωρίς καθυστέρηση μετά την άσκηση της εξουσίας μετατροπής·
(iv) ο συντελεστής μετατροπής που προσδιορίζει τον αριθμό των μέσων της κατηγορίας 1 που διατίθενται για κάθε σχετικό κεφαλαιακό μέσο, χρεωστικό μέσο ή άλλη επιλέξιμη υποχρέωση συνάδει με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 44.
(4) Για τη διάθεση των μέσων της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το εδάφιο (3), η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή τη σχετική οντότητα να κατέχουν, ανά πάσα στιγμή, την απαιτούμενη εκ των προτέρων άδεια για την έκδοση του σχετικού αριθμού μέσων της κατηγορίας 1.
Αποτέλεσμα της απομείωσης ή μετατροπής. 46.-(1) Όταν η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής και ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 42 και των υποπαραγράφων (vii) έως (xi) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 49, η μείωση της αξίας ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου υπόλοιπου, η μετατροπή ή η ακύρωση παράγουν αποτελέσματα και είναι αμέσως δεσμευτικές για την επιχείρηση υπό εξυγίανση και τους θιγόμενους πιστωτές και μετόχους.
(2) Η αρχή εξυγίανσης ολοκληρώνει ή απαιτεί την ολοκλήρωση όλων τα διοικητικών και διαδικαστικών καθηκόντων που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εφαρμογή του μέτρου απομείωσης και μετατροπής, στα οποία  συμπεριλαμβάνονται –
(α) Η τροποποίηση όλων των σχετικών μητρώων· και
(β) η διαγραφή ή απόσυρση από τη διαπραγμάτευση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας ή χρεωστικών μέσων· και
(γ) η εισαγωγή σε χρηματιστήριο αξιών ή η εισαγωγή προς διαπραγμάτευση νέων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· και
(δ) η εκ νέου εισαγωγή σε χρηματιστήριο αξιών ή η εκ νέου εισαγωγή προς διαπραγμάτευση χρεωστικών μέσων που έχουν απομειωθεί, χωρίς να απαιτείται η έκδοση ενημερωτικού δελτίου σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2017/1129.
(3) Όταν η αρχή εξυγίανσης απομειώνει μέχρι μηδενισμού την αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, μιας υποχρέωσης, μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (vii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 49, η εν λόγω υποχρέωση και οι όποιες υποχρεώσεις ή απαιτήσεις προκύπτουν από αυτήν, που δεν είναι δεδουλευμένες κατά τη στιγμή που ασκείται η εξουσία, θεωρείται ότι έχουν εξοφληθεί για κάθε σκοπό, και δεν είναι αποδείξιμες σε τυχόν μεταγενέστερες διαδικασίες που αφορούν την επιχείρηση υπό εξυγίανση ή κάθε διάδοχη οντότητα σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εκκαθάριση.
(4) Όταν η αρχή εξυγίανσης απομειώνει μερικώς, αλλά όχι εξ ολοκλήρου, την αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο μιας υποχρέωσης, μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο στην υποπαράγραφο (vii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 49 –
(α) Η υποχρέωση εξοφλείται κατ’ αναλογία του ποσού της απομείωσης· και
(β) το σχετικό μέσο ή η συμφωνία που δημιούργησε την αρχική υποχρέωση εξακολουθεί να ισχύει ως προς την εναπομένουσα αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, μιας υποχρέωσης, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης τροποποίησης του ύψους των πληρωτέων τόκων, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η μείωση της αξίας, και οποιασδήποτε περαιτέρω τροποποίησης των όρων, την οποία δύναται να αποφασίσει η αρχή εξυγίανσης μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (xii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 49.
Απομείωση ή μετατροπή υποχρεώσεων που προκύπτουν από παράγωγα. 47.-(1)(α)  Η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά υποχρέωση που προκύπτει από παράγωγο μόνο ταυτόχρονα ή μετά από την εκκαθάριση των παραγώγων.

 

 

(β) Με το που τίθεται υπό εξυγίανση μια οντότητα, η αρχή εξυγίανσης εξουσιοδοτείται να καταγγέλλει και να εκκαθαρίζει κάθε σύμβαση παραγώγου για τον σκοπό αυτό.
(γ) Σε περίπτωση που υποχρέωση από παράγωγα εξαιρείται από την εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 42(7), η αρχή εξυγίανσης δεν υποχρεούται να καταγγείλει ή να εκκαθαρίσει τη σύμβαση παραγώγου.
(2) Σε περίπτωση που συναλλαγές παραγώγων υπόκεινται σε συμφωνία συμψηφισμού, η αρχή εξυγίανσης ή ανεξάρτητος εκτιμητής προσδιορίζει στο πλαίσιο της αποτίμησης σύμφωνα με το άρθρο 32 την υποχρέωση που προκύπτει από τις εν λόγω συναλλαγές σε καθαρή βάση, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας συμψηφισμού.
(3) Η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει την αξία των υποχρεώσεων που προκύπτουν από παράγωγα σύμφωνα με –
(α) Κατάλληλες μεθοδολογίες για τον προσδιορισμό της αξίας των κατηγοριών παραγώγων, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών που αποτελούν αντικείμενο συμφωνιών συμψηφισμού· και
(β) αρχές για τον προσδιορισμό της χρονικής στιγμής κατά την οποία θα πρέπει να καθοριστεί η αξία μιας θέσης παραγώγων· και
(γ) κατάλληλες μεθοδολογίες για τη σύγκριση της απομείωσης της αξίας που θα προέκυπτε από την εκκαθάριση και την απομείωση ή τη μετατροπή παραγώγων με το ύψος των ζημιών που θα υφίσταντο τα παράγωγα μόνο στην περίπτωση απομείωσης ή μετατροπής.
Άρση των διαδικαστικών εμποδίων για απομείωση ή μετατροπή. 48.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, κατά περίπτωση, απαιτεί από τις κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή σχετικές οντότητες να διατηρούν, ανά πάσα στιγμή, επαρκές ποσό εγκεκριμένου μετοχικού κεφαλαίου ή άλλων μέσων της κατηγορίας 1, ούτως ώστε, σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόσει το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής έναντι κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας, η εν λόγω επιχείρηση ή σχετική οντότητα να μην εμποδίζεται να εκδώσει επαρκή αριθμό νέων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μπορεί να διενεργηθεί αποτελεσματικά η μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας.
(β) Η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί τη συμμόρφωση με την απαίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) στο πλαίσιο της κατάρτισης και της διατήρησης των σχεδίων εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13.
(2) Η μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας θεωρείται καθ’ όλα έγκυρη πράξη και ισχύει έναντι τρίτων ανεξάρτητα από την ισχύ οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει οποιουδήποτε όρου βάσει των ιδρυτικών εγγράφων ή του καταστατικού της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων προτίμησης των μετόχων ή των απαιτήσεων συγκατάθεσης των μετόχων σε αύξηση του κεφαλαίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI – ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
Γενικές εξουσίες. 49.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης διαθέτει όλες τις αναγκαίες εξουσίες για να εφαρμόζει τα μέτρα εξυγίανσης σε κυπριακές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή σχετικές οντότητες, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που ορίζονται στο άρθρο 26(1) ή στο άρθρο 27(3), κατά περίπτωση.
(β) Ειδικότερα, η αρχή εξυγίανσης διαθέτει τις ακόλουθες εξουσίες εξυγίανσης, τις οποίες μπορεί να ασκεί μεμονωμένα ή σε συνδυασμό:
(i) Να απαιτεί από κάθε πρόσωπο να παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αρχή εξυγίανσης προκειμένου να αποφασίζει και να προετοιμάζει μια δράση εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της επικαιροποίησής τους και των συμπληρωματικών πληροφοριών που παρέχονται στα σχέδια εξυγίανσης, καθώς και να απαιτεί την παροχή πληροφοριών μέσω της διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων·
(ii) Να αποκτά τον έλεγχο μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση και να ασκεί όλα τα δικαιώματα και τις εξουσίες που παρέχονται στους μετόχους, στους λοιπούς ιδιοκτήτες και στο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης υπό εξυγίανση·
(iii) Να απαγορεύει την ανάληψη νέων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων και να θέτει μια επιχείρηση υπό εξυγίανση σε διαδικασία εύτακτου τερματισμού ανάληψης νέων εργασιών, καθώς και να τερματίζει τις δραστηριότητές της·
(iv) Να επιτρέπει σε μεταβατική επιχείρηση που έχει συσταθεί και έχει λάβει άδεια λειτουργίας χωρίς να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, κατά τη διάρκεια του σύντομου διαστήματος που αναφέρεται στις παραγράφους (β) έως (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 41 του παρόντος Νόμου, να αναλαμβάνει νέες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες ή να ανανεώνει υφιστάμενες δραστηριότητες·
(v) Να μεταβιβάζει μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που εκδίδονται από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση·
(vi) Να μεταβιβάζει σε άλλη οντότητα, με τη συγκατάθεση της εν λόγω οντότητας, δικαιώματα, στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση·
(vii) Να αναδιαρθρώνει ασφαλιστικές απαιτήσεις ή να απομειώνει, μεταξύ άλλων μηδενίζοντας, την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των χρεωστικών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών απαιτήσεων, μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση·
(viii) Να μετατρέπει χρεωστικά μέσα και επιλέξιμες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών απαιτήσεων, μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση, σε κοινές μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας της εν λόγω κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας, μιας σχετικής μητρικής επιχείρησης ή μιας μεταβατικής επιχείρησης στην οποία μεταβιβάζονται δικαιώματα, στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας·
(ix) Να ακυρώνει χρεωστικά μέσα που έχουν εκδοθεί από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση, με εξαίρεση τις εξασφαλισμένες υποχρεώσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 42(5)·
(x) Να απομειώνει, ή και να μηδενίζει, την ονομαστική αξία μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση καθώς και να ακυρώνει τέτοιες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας·
(xi) Να απαιτεί από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση ή από σχετική μητρική επιχείρηση να εκδώσει νέες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή άλλα κεφαλαιακά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των προνομιούχων μετοχών και των υπό αίρεση μετατρέψιμων μέσων·
(xii) Να τροποποιεί ή να μεταβάλλει τη διάρκεια των χρεωστικών μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδίδονται από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση ή να τροποποιεί το ύψος των πληρωτέων τόκων βάσει των εν λόγω μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων ή την ημερομηνία κατά την οποία οι τόκοι καθίστανται πληρωτέοι, μεταξύ άλλων αναστέλλοντας την πληρωμή για προσωρινό χρονικό διάστημα·
(xiii) Να καταγγέλλει και να ρευστοποιεί χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή συμβάσεις παραγώγων·
(xiv) Να απομακρύνει ή να αντικαθιστά το διοικητικό συμβούλιο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση·
(xv) Να απαιτεί από την εποπτική αρχή να αξιολογήσει εγκαίρως τον αποδέκτη ειδικής συμμετοχής, κατά παρέκκλιση από τα χρονικά όρια που προβλέπονται στο άρθρο 59 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(2)(α) Η αρχή εξυγίανσης, όταν πρόκειται να εφαρμόσει μέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει εξουσίες εξυγίανσης, δεν υπόκειται σε καμία από τις ακόλουθες απαιτήσεις δυνάμει γενικών διατάξεων, συμβατικών όρων ή άλλων διατάξεων:
(i) Στην υποχρέωση να λάβει την έγκριση ή τη συγκατάθεση οποιουδήποτε άλλου προσώπου, δημόσιου ή ιδιωτικού, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων, των πιστωτών ή των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου της επιχείρησης υπό εξυγίανση, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 4(2)·
(ii) σε διαδικαστικές απαιτήσεις κοινοποίησης προς οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης κάθε απαίτησης δημοσίευσης οποιασδήποτε κοινοποίησης ή ενημερωτικών δελτίων ή αρχειοθέτησης ή καταχώρισης οποιουδήποτε εγγράφου σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, πριν από την άσκηση της εξουσίας εξυγίανσης.
(β) Η υποπαράγραφος (ii) της παραγράφου (α) εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων των άρθρων 70 και 72 και των απαιτήσεων κοινοποίησης βάσει των κανόνων της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
(3) Σε περίπτωση που κάποια από τις εξουσίες που αναφέρονται στο εδάφιο (1)  δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε καλυπτόμενη οντότητα λόγω της ειδικής νομικής μορφής της αλληλασφαλιστικής επιχείρησης ή συνεταιριστικής εταιρείας, η αρχή εξυγίανσης έχει στο μέτρο του δυνατού παρεμφερείς εξουσίες με εκείνες που απαριθμούνται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τα αποτελέσματά τους.
(4)  Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στο εδάφιο (3), ισχύουν για τα επηρεαζόμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων, των πιστωτών, των κατόχων ασφαλιστηρίου συμβολαίου και των αντισυμβαλλομένων, οι διασφαλίσεις που προβλέπονται στο Κεφαλαίο VΙΙ του Μέρους V του παρόντος Νόμου ή άλλες διασφαλίσεις που έχουν ταυτόσημο αποτέλεσμα.
Επικουρικές εξουσίες. 50.-(1) Κατά την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης δύναται –
(α) Με την επιφύλαξη του άρθρου 67, να μεριμνά ώστε η μεταβίβαση να πραγματοποιείται απαλλαγμένη από κάθε υποχρέωση ή επιβάρυνση επί των μεταβιβαζόμενων χρηματοπιστωτικών μέσων, δικαιωμάτων, στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού·  για τον σκοπό αυτό, οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης που παρέχεται βάση του παρόντος Νόμου δεν θεωρείται υποχρέωση ή επιβάρυνση·
(β) να αίρει τα δικαιώματα απόκτησης πρόσθετων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας·
(γ) Να απαιτεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να διασφαλίζει την διακοπή ή την αναστολή της αποδοχής προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, ή την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων σε χρηματιστήριο αξιών, σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο·
(δ) να προβλέπει τη μεταχείριση του αποδέκτη ως εάν ήταν η επιχείρηση υπό εξυγίανση για τους σκοπούς οποιωνδήποτε δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, ή ενεργειών στις οποίες έχει προβεί η επιχείρηση υπό εξυγίανση, συμπεριλαμβανομένων, κατά την εφαρμογή του μέτρου πώλησης εργασιών και του μέτρου μεταβίβασης εργασιών σε μεταβατική επιχείρηση που αναφέρονται στα άρθρα 39 και 40, των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων που αφορούν τη συμμετοχή σε υποδομές αγοράς·
(ε) να απαιτεί από την επιχείρηση υπό εξυγίανση ή τον αποδέκτη να παρέχει αμοιβαία πληροφορίες και συνδρομή·
(στ) να ακυρώνει ή να τροποποιεί τις ρήτρες μιας σύμβασης στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος η επιχείρηση υπό εξυγίανση ή να την υποκαθιστά με έναν αποδέκτη ως συμβαλλόμενο μέρος·
(ζ) να μεταβιβάζει τυχόν δικαιώματα αντασφάλισης που καλύπτουν μεταβιβασθείσες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές απαιτήσεις χωρίς τη συγκατάθεση της αντασφαλιστικής επιχείρησης, όταν η αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει, εν όλω ή εν μέρει, στοιχεία ενεργητικού και παθητικού σχετικά με τα εν λόγω δικαιώματα αντασφάλισης της υπό εξυγίανση επιχείρησης σε άλλη οντότητα.
(2) Η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες που καθορίζονται στο εδάφιο (1), όταν κρίνει ότι η άσκηση αυτή ενδείκνυνται για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα μιας δράσης εξυγίανσης ή να επιτευχθεί ένας ή περισσότεροι στόχοι εξυγίανσης.
(3) Κατά την άσκηση μιας εξουσία εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης δύναται να προβλέπει τη συνέχιση των αναγκαίων για την εξασφάλιση της συνέχεια ρυθμίσεων προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της δράσης εξυγίανσης και, κατά περίπτωση, ότι ο αποδέκτης είναι σε θέση να ασκήσει τις δραστηριότητες που του μεταβιβάστηκαν, περιλαμβανομένων –
(α) της συνέχισης των συμβάσεων που έχει συνάψει η επιχείρηση υπό εξυγίανση, προκειμένου ο αποδέκτης να αναλάβει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση που αφορούν κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο, δικαίωμα, στοιχείο ενεργητικού ή υποχρέωση που έχει μεταβιβαστεί, και να υποκαταστήσει την επιχείρηση υπό εξυγίανση, είτε ρητά είτε σιωπηρά, σε όλα τα σχετικά έγγραφα των συμβάσεων·
(β) της υποκατάστασης της επιχείρησης υπό εξυγίανση από τον αποδέκτη σε κάθε δικαστική διαδικασία που αφορά κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο, δικαίωμα, στοιχείο ενεργητικού ή παθητικού που έχει μεταβιβαστεί.
(4) Οι εξουσίες που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) και στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3) δεν επηρεάζουν τα εξής:
(α) Το δικαίωμα ενός εργαζομένου της επιχείρησης υπό εξυγίανση να καταγγείλει μια σύμβαση εργασίας·
(β) με την επιφύλαξη των άρθρων 56, 57 και 58, κάθε δικαίωμα ενός αντισυμβαλλομένου μέρους μιας σύμβασης να ασκήσει δικαιώματά του βάσει της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να την καταγγείλει, εφόσον το δικαιούται, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, λόγω πράξης ή παράλειψης της επιχείρησης υπό εξυγίανση, πριν από τη σχετική μεταβίβαση, ή του αποδέκτη, μετά την ολοκλήρωση της σχετικής μεταβίβασης.
Διορισμός ειδικού διαχειριστή. 51.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να διορίσει ειδικό διαχειριστή, ο οποίος αναλαμβάνει την διοίκηση της επιχείρησης υπό εξυγίανση σύμφωνα με τους όρους της πράξης διορισμού του και με την επιφύλαξη του σκοπού διορισμού του κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (2) και των εξουσιών του κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3):

 

Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δύναται, κατά την κρίση της, να διορίσει ένα ή περισσότερα πρόσωπα ως ειδικούς διαχειριστές:

 

Νοείται περαιτέρω ότι, η πράξη διορισμού ειδικού διαχειριστή δύναται να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ρητά τα θέματα για τα οποία απαιτείται απόφαση της ίδιας της αρχής εξυγίανσης ή έγκρισή της ή προηγούμενη ενημέρωσή της.

(β) Ο διορισμός του ειδικού διαχειριστή γίνεται με βάση αυστηρά επαγγελματικά κριτήρια, ήτοι επαγγελματικής εμπειρίας και κατάρτισης σε ασφαλιστικά ή συναφή θέματα, και βάσει κριτηρίων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποφασίζει η αρχή εξυγίανσης, και τα οποία διασφαλίζουν την καταλληλότητα του επιλεγόμενου προσώπου.
(γ) Κατά τη διάρκεια του διορισμού του, όπως καθορίζεται στο εδάφιο (5) ή/και εκτέλεσης συγκεκριμένων εργασιών, ο ειδικός διαχειριστής δεν έχει άλλη ενασχόληση ή εργασία, εκτός εάν έχει προηγουμένως δοθεί η σχετική έγκριση της αρχής εξυγίανσης.
(δ) Κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ο ειδικός διαχειριστής εφαρμόζει την ισχύουσα σχετική νομοθεσία καθώς και τις οδηγίες της αρχής εξυγίανσης, και διαχειρίζεται τις υποθέσεις που του έχουν ανατεθεί, με κάθε επιμέλεια, ήθος, ακεραιότητα, εχεμύθεια και εμπιστευτικότητα.
(ε) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, ο οποίος προβλέπει το διορισμό προσώπου με τις ίδιες ή παρόμοιες εξουσίες και αρμοδιότητες ως ειδικός διαχειριστής, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο κατόπιν της σύμφωνης γνώμης της αρχής εξυγίανσης, χωρίς δε αυτή τη σύμφωνη γνώμη, η εφαρμογή τους είναι εξ αρχής άνευ εννόμου αποτελέσματος, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει ότι η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα έχει ή πρόκειται να τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(στ) Η αμοιβή και το εν γένει κόστος που συνεπάγεται ο διορισμός του ειδικού διαχειριστή και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που διορίζεται ή προσλαμβάνεται δυνάμει του παρόντος Νόμου, επιβαρύνουν την επιχείρηση υπό εξυγίανση:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης υπό εξυγίανση να καταβάλει το σύνολο ή μέρος του εν λόγω κόστους, η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί την κάλυψη της σχετικής υποχρέωσης από το ταμείο εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(ζ) Η αρχή εξυγίανσης γνωστοποιεί την πράξη διορισμού του ειδικού διαχειριστή και τους όρους και τις προϋποθέσεις που συνοδεύουν τον εν λόγω διορισμό με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε ορίσει.
(2)(α) Ο ειδικός διαχειριστής έχει το νόμιμο καθήκον να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την προώθηση των στόχων εξυγίανσης και την εφαρμογή των δράσεων εξυγίανσης που αναλαμβάνονται από την αρχή εξυγίανσης, ήτοι την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας, διευκόλυνσης ή εκτέλεσης εργασίας, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης, σε υπό εξυγίανση επιχείρηση.
(β) Εν ανάγκη, το καθήκον που αναφέρεται στην παράγραφο (α) υπερισχύει κάθε άλλου διοικητικού καθήκοντος σύμφωνα με το καταστατικό της επιχείρησης ή το κυπριακό δίκαιο, όταν προκύπτει θέμα ασυμβίβαστου μεταξύ τους.
(3) Για την επίτευξη του σκοπού διορισμού του, ο ειδικός διαχειριστής έχει άμεση πρόσβαση σε οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες της επιχείρησης υπό εξυγίανση και διαθέτει όλες τις εξουσίες των μετόχων και του διοικητικού  συμβουλίου της επιχείρησης τις οποίες ασκεί μόνον υπό τον έλεγχο της αρχής εξυγίανσης.
(4)(α) Εντός τριάντα (30) ημερών από το διορισμό του ή εντός χρονικού πλαισίου που αποφασίζει η αρχή εξυγίανσης,  ο ειδικός διαχειριστής, τηρουμένων των όρων της πράξης διορισμού του, ετοιμάζει και υποβάλλει στην αρχή εξυγίανσης, έκθεση, στην οποία περιλαμβάνονται κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα:
(i) Λεπτομερή περιγραφή της χρηματοοικονομικής θέσης της επιχείρησης υπό εξυγίανσης περιλαμβανομένου ενήμερου ισολογισμού, στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων αποτιμημένων σε εύλογη αξία∙
(ii) Ενημέρωση για το καθεστώς υλοποίησης των μέτρων εξυγίανσης, περιλαμβανομένης περιγραφής και αιτιολόγησης των ενεργειών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του∙
(β) Ανεξάρτητα από τις άμεσες ενέργειες που πηγάζουν από τους όρους εντολής του, ο ειδικός διαχειριστής ενημερώνει την αρχή εξυγίανσης με τακτικές και έκτακτες εκθέσεις προόδου, ενώ, σε περίπτωση που τούτο κρίνεται επιβαλλόμενο από τις τρέχουσες εξελίξεις σχετικά με την επιχείρηση υπό εξυγίανση, προβαίνει σε άμεση ενημέρωση της αρχής εξυγίανσης:

 

Νοείται ότι, ο ειδικός διαχειριστής παρέχει οποιοδήποτε στοιχείο, πληροφορία ή ετοιμάζει οποιαδήποτε έκθεση του ζητηθεί από την αρχή εξυγίανσης, εντός του χρονικού πλαισίου που αυτή ήθελε αποφασίσει.

(γ) Κατά τη λήξη της θητείας του, ο ειδικός διαχειριστής ετοιμάζει και υποβάλλει στην αρχή εξυγίανσης έκθεση σχετικά με την οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση της επιχείρησης υπό εξυγίανση και τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
(5) (α) Ο ειδικός διαχειριστής διορίζεται για χρονική διάρκεια που δεν υπερβαίνει το ένα έτος.
(β) Η θητεία του δύναται να ανανεωθεί, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αποφανθεί ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι προϋποθέσεις για το διορισμό ειδικού διαχειριστή.
(6) Η αρχή εξυγίανσης δύναται ανά πάσα στιγμή να απομακρύνει τον ειδικό διαχειριστή από τα καθήκοντά του.
Εξουσίες σχετικά με την παροχή λειτουργικών υπηρεσιών και υποδομών. 52.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση, ή από οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου της, να παρέχει τις λειτουργικές υπηρεσίες ή τις υποδομές που είναι αναγκαίες προκειμένου ο αποδέκτης να είναι σε θέση να ασκεί αποτελεσματικά τις δραστηριότητες που του μεταβιβάστηκαν, μεταξύ άλλων όταν η επιχείρηση υπό εξυγίανση ή η σχετική οντότητα του ομίλου υπόκειται ήδη σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.
(2) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να διασφαλίζει ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παρέχονται, άμεσα ή έμμεσα, από πάροχο βασικών υπηρεσιών σε επιχείρηση υπό εξυγίανση μπορούν να συνεχίσουν να παρέχονται από αυτόν μετά την ανάληψη δράσης εξυγίανσης, όταν:
(α) τα περιουσιακά στοιχεία του παρόχου βασικών υπηρεσιών υπολείπονται, ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που στηρίζουν το συμπέρασμα ότι τα περιουσιακά στοιχεία του παρόχου βασικών υπηρεσιών πρόκειται, στο εγγύς μέλλον, να υπολείπονται των υποχρεώσεών του· ή
(β) ο πάροχος βασικών υπηρεσιών δεν είναι σε θέση, ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που στηρίζουν το συμπέρασμα ότι ο πάροχος βασικών υπηρεσιών δεν θα είναι σε θέση, στο εγγύς μέλλον, να αποπληρώσει τα χρέη του ή να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του όταν αυτές καταστούν απαιτητές.
(3) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να επιβάλλει την τήρηση υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί, σύμφωνα με το εδάφιο (1), από αρχές εξυγίανσης κρατών μελών, σε οντότητες ομίλου εγκατεστημένες στην Δημοκρατία.
(4) Οι παρεχόμενες λειτουργικές υπηρεσίες και οι υποδομές που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (3) παρέχονται υπό τους ακόλουθους όρους:
(α) Σε περίπτωση που οι λειτουργικές υπηρεσίες και οι υποδομές παρασχέθηκαν στην επιχείρηση υπό εξυγίανση στο πλαίσιο συμφωνίας πριν από την ανάληψη της δράσης εξυγίανσης, υπό τους ιδίους όρους καθ’ όλη τη διάρκεια της συμφωνίας·
(β) σε περίπτωση που δεν υφίσταται συμφωνία ή που η συμφωνία έχει λήξει, υπό εύλογους όρους.
Εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης από αρχές εξυγίανσης κρατών μελών. 53.-(1).   Όταν μια διενεργούμενη από αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας ή δικαιωμάτων, στοιχείων ενεργητικού ή υποχρεώσεων που βρίσκονται στη Δημοκρατία ή υπόκεινται στο δίκαιο της Δημοκρατίας, η εν λόγω μεταβίβαση θεωρείται καθόλα έγκυρη πράξη, παράγει έννομα αποτελέσματα στο πλαίσιο ή βάσει του κυπριακού δικαίου και ισχύει έναντι των μετόχων, πιστωτών και τρίτων μερών ανεξαρτήτως οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει νομοθετικών διατάξεων ή όρων σύμβασης ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιλαμβανομένης της συμμόρφωσης με νομικές διαδικασίες που διαφορετικά θα εφαρμόζονταν δυνάμει του κυπριακού δικαίου.
(2) H αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους που έχει πραγματοποιήσει ή σκοπεύει να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση, λαμβάνει κάθε εύλογη συνδρομή από την αρχή εξυγίανσης ή άλλη δημόσια αρχή, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας ή στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στον αποδέκτη είναι σύμφωνη με το κυπριακό δίκαιο.
(3) Οι μέτοχοι, οι πιστωτές και τα τρίτα μέρη που θίγονται από τη μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δεν δικαιούνται να εμποδίζουν, να αμφισβητούν ή να ματαιώνουν με την άσκηση ένδικων μέσων τη μεταβίβαση αυτών βάσει διάταξης του κυπριακού δικαίου.
(4) Όταν αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σε επιχείρηση υπό εξυγίανση έναντι κεφαλαιακών μέσων, χρεωστικών μέσων ή άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων που διέπονται από το κυπριακό δίκαιο ή  προς πιστωτές που βρίσκονται στη Δημοκρατία, η μείωση της αξίας ή/και η μετατροπή των εν λόγω υποχρεώσεων η μέσων συνιστά καθόλα έγκυρη πράξη, παράγει έννομα αποτελέσματα, και ισχύει έναντι πάντων ανεξαρτήτως αντιθέτων νομοθετικών διατάξεων, όρων σύμβασης ή νομοθετικών διαδικασιών.
(5) Οι μέτοχοι και οι πιστωτές που θίγονται από την αναφερόμενη στο εδάφιο (4) άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής δεν δικαιούνται να αμφισβητούν, με ένδικα μέσα, τη μείωση της αξίας ή/και τη μετατροπή του μέσου ή της υποχρέωσης, ανεξαρτήτως αντίθετης νομοθετικής διάταξης, όρου σύμβασης ή νομικής διαδικασίας.
(6) Το παρόν άρθρο δεν θίγει –
α) Το δικαίωμα των μετόχων, των πιστωτών και των τρίτων μερών για αμφισβήτηση πράξεων και αποκατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 74, ως προς τη μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου· και
β) το δικαίωμα των πιστωτών για αμφισβήτηση πράξεων και αποκατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 74, ως προς τη μείωση της αξίας ή τη μετατροπή μέσου ή υποχρέωσης που καλύπτεται από το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου· και
γ) τις διασφαλίσεις για τις εν μέρει μεταβιβάσεις, όπως αναφέρονται στο κεφάλαιο VII του παρόντος Μέρους, όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις, που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.
Εξουσία όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις μετοχές και άλλα μέσα ιδιοκτησίας που βρίσκονται σε τρίτες χώρες ή διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας. 54.-(1) Σε περιπτώσεις όπου η δράση εξυγίανσης συνεπάγεται ενέργειες όσον αφορά στοιχεία ενεργητικού που βρίσκονται σε τρίτη χώρα ή μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, η αρχή εξυγίανσης δύνανται να απαιτεί –
(α) Από το πρόσωπο που ασκεί τον έλεγχο μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση και από τον αποδέκτη να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η δράση εξυγίανσης παράγει αποτελέσματα·
(β) από το πρόσωπο που ασκεί έλεγχο επί της επιχείρησης υπό εξυγίανση να διακρατεί τις μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, τα στοιχεία ενεργητικού ή τα δικαιώματα ή να εξοφλεί τις υποχρεώσεις εξ ονόματος του αποδέκτη έως ότου η δράση εξυγίανσης παραγάγει αποτελέσματα·
(γ) τα εύλογα έξοδα του αποδέκτη, τα οποία προκύπτουν κανονικά κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε απαιτούμενης ενέργειας βάσει των παραγράφων (α) και (β), να καλύπτονται με κάποιον από τους τρόπους που καθορίζονται στο άρθρο 30(6).
(2)(α) Προκειμένου να διευκολυνθεί η ενδεχόμενη δράση σύμφωνα με το εδάφιο (1), οι κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και σχετικές οντότητες περιλαμβάνουν συμβατικούς όρους στις σχετικές συμφωνίες με τους οποίους οι μέτοχοι, οι πιστωτές ή τα μέρη της συμφωνίας που δημιουργούν την υποχρέωση αναγνωρίζουν ότι η εν λόγω υποχρέωση ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο άσκησης των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής και συμφωνούν να δεσμεύονται από κάθε μείωση της αξίας του αρχικού κεφαλαίου ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου υπόλοιπου, μετατροπή ή ακύρωση, που πραγματοποιείται από μια αρχή εξυγίανσης κατά την άσκηση των εν λόγω εξουσιών.
(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από τις κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και σχετικές οντότητες να παρέχουν στην ίδια αιτιολογημένη νομική γνώμη από ανεξάρτητο νομικό εμπειρογνώμονα που να επιβεβαιώνει τη νόμιμη εκτελεστότητα και την αποτελεσματικότητα των εν λόγω συμβατικών όρων.
(3)(α) Η αρχή εξυγίανσης δεν προβαίνει στη δράση εξυγίανσης όταν εκτιμά ότι  είναι εξαιρετικά απίθανο να παραγάγει έννομα αποτελέσματα σε σχέση με στοιχεία ενεργητικού που βρίσκονται σε τρίτη χώρα ή σε σχέση με μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, μολονότι ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα από το πρόσωπο που ασκεί τον έλεγχο της επιχείρησης υπό εξυγίανση σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1).
(β) Στην περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης έχει ήδη δώσει εντολή για τη δράση εξυγίανσης, η εντολή αυτή είναι άκυρη όσον αφορά τα συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού, μετοχές, μέσα ιδιοκτησίας, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.
Εξαίρεση ορισμένων συμβατικών όρων. 55.-(1)(α) Οποιοδήποτε μέτρο πρόληψης κρίσεων ή μέτρο διαχείρισης κρίσεων που λαμβάνεται σχετικά με μια καλυπτόμενη οντότητα, συμπεριλαμβανομένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή αυτού του μέτρου, δεν θεωρείται αφ’ εαυτού, σε πλαίσιο σύμβασης που έχει συνάψει η εν λόγω οντότητα, ότι συνιστά γεγονός αθέτησης υποχρέωσης κατά την έννοια του περί των Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμου ή διαδικασία εκκαθάρισης κατά την έννοια του περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης.
(β) Επιπρόσθετα από τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α), το μέτρο πρόληψης κρίσεων ή μέτρο διαχείρισης κρίσεων δεν θεωρείται αφ’ εαυτού ότι συνιστά γεγονός αθέτησης υποχρέωσης κατά την έννοια του περί των Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμου ή διαδικασία εκκαθάρισης κατά την έννοια του περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου στο πλαίσιο σύμβασης που συνάφθηκε από:
(i) θυγατρική επιχείρηση, όταν οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση τελούν υπό την εγγύηση ή κατ’ άλλο τρόπο στήριξη της μητρικής επιχείρησης ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου· ή
(ii) οποιαδήποτε οντότητα ομίλου, όταν η σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρες καταγγελίας λόγω διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης.
(2) Εάν οι διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 86 ή, ελλείψει τέτοιας αναγνώρισης, εάν λάβει τέτοια απόφαση η αρχή εξυγίανσης, οι διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα αποτελούν, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, μέτρο διαχείρισης κρίσεων.
(3) Υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης και η παροχή εξασφάλισης, κάθε μέτρο πρόληψης κρίσεων ή μέτρο διαχείρισης κρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή τέτοιου μέτρου, δεν παρέχει αφ’ εαυτού σε κανέναν τη δυνατότητα:
(α) Να ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα καταγγελίας, αναστολής, τροποποίησης, συμψηφισμού ή αλληλοσυμψηφισμού, μεταξύ άλλων και σχετικά με σύμβαση η οποία έχει συναφθεί από:
(i) θυγατρική επιχείρηση, όταν οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση τελούν υπό την εγγύηση ή κατ’ άλλο τρόπο στήριξη από οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου,
(ii) οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου, και η σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρες καταγγελίας λόγω διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης·
(β) να αποκτά κατοχή, να ασκεί έλεγχο ή να επιβάλλει οποιαδήποτε εξασφάλιση επί περιουσιακού στοιχείου οποιασδήποτε κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου σε σχέση με σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρες καταγγελίας λόγω διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης·
(γ) να θίγει οποιαδήποτε συμβατικά δικαιώματα οποιασδήποτε κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου σε σχέση με σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρες καταγγελίας λόγω διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης.
(4) Τα εδάφια (1), (2) και (3) του παρόντος άρθρου δεν θίγουν το δικαίωμα προσώπου να αναλάβει δράση που αναφέρεται στις παραγράφους (α), (β) ή (γ) του εδαφίου (3), σε περίπτωση που το δικαίωμα αυτό απορρέει από γεγονός διάφορο από το μέτρο πρόληψης κρίσεων, το μέτρο διαχείρισης κρίσεων ή οποιοδήποτε γεγονός άμεσα συνδεόμενο με την εφαρμογή τέτοιου μέτρου.
(5) Αναστολή ή περιορισμός σύμφωνα με τα άρθρα 56 ή 57 δεν συνιστά αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης για τους σκοπούς των εδαφίων (1) και (3) του παρόντος άρθρου και του άρθρου 58(1).
(6) Οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο αποτελούν υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου κατά την έννοια του Άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008.
Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων. 56.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναστέλλει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης απορρέουν από σύμβαση στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος επιχείρηση υπό εξυγίανση από τη δημοσίευση της κοινοποίησης αναστολής, σύμφωνα με το άρθρο 72(2), έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης.
(2) Υποχρέωση πληρωμής ή παράδοσης που θα καθίστατο απαιτητή εντός της περιόδου αναστολής που αναφέρεται στο εδάφιο (1), καθίσταται απαιτητή αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής.
(3) Εάν οι συμβατικές υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης επιχείρησης υπό εξυγίανση αναστέλλονται σύμφωνα με το εδάφιο (1), οι υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης των αντισυμβαλλομένων της εν λόγω επιχείρησης στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής αναστέλλονται για το ίδιο διάστημα.
(4) Καμία αναστολή βάσει του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι των ακόλουθων:
(α) Συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων εγκατεστημένων στη Δημοκρατία ως ορίζονται δυνάμει του περί Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου ή συστημάτων και διαχειριστών συστημάτων εγκατεστημένων εκτός Δημοκρατίας όπως ορίζονται σύμφωνα με την Οδηγία 98/26/ΕΚ·
(β) κεντρικών αντισυμβαλλόμενων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην ΕΕ σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικών αντισυμβαλλόμενων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την EAKAA σύμφωνα με το Άρθρο 25 του εν λόγω Κανονισμού.
(5) (α)  Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής.
(β) Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει το πεδίο εφαρμογής αυτής της εξουσίας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης.
Εξουσία περιορισμού της αναγκαστικής εκτέλεσης συμφωνιών παροχής εξασφάλισης. 57.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να περιορίζει το δικαίωμα των εξασφαλισμένων πιστωτών μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση να προβαίνουν σε αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής εξασφάλισης όσον αφορά οποιαδήποτε στοιχεία ενεργητικού της εν λόγω επιχείρησης υπό εξυγίανση από τη στιγμή της δημοσίευσης της κοινοποίησης περιορισμού, σύμφωνα με το άρθρο 72(2), έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης.
(2)  Κανένας περιορισμός δυνάμει του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζεται έναντι:
(α) Συμφωνιών παροχής εξασφάλισης έναντι συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων εγκατεστημένων στη Δημοκρατία ως ορίζονται στο άρθρο 2(1) του περί Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου ή έναντι συστημάτων και διαχειριστών συστημάτων εγκατεστημένων εκτός Δημοκρατίας όπως ορίζονται σύμφωνα με την Οδηγία 98/26/ΕΚ·
(β) κεντρικών αντισυμβαλλόμενων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην ΕΕ σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικών αντισυμβαλλόμενων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την EAKAA σύμφωνα με το Άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού.
(3) Στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 69, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε οι τυχόν περιορισμοί που επιβάλλονται δυνάμει της εξουσίας που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου να εφαρμόζονται με συνέπεια για όλες τις οντότητες ομίλου έναντι των οποίων αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης.
Εξουσία προσωρινής αναστολής των δικαιωμάτων καταγγελίας. 58.-(1)   Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε αντισυμβαλλόμενου μέρους της επιχείρησης υπό εξυγίανση, από τη στιγμή της δημοσίευσης της κοινοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 72(2), έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης καθώς και η παροχή εξασφάλισης.
(2) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε αντισυμβαλλόμενου μέρους θυγατρικής επιχείρησης μιας  επιχείρησης υπό εξυγίανση εφόσον ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
(α) Οι υποχρεώσεις βάσει της εν λόγω σύμβασης είναι εγγυημένες ή με άλλον τρόπο υποστηριζόμενες από την επιχείρηση υπό εξυγίανση·
(β) τα δικαιώματα καταγγελίας βάσει της εν λόγω σύμβασης στηρίζονται μόνον στην αφερεγγυότητα ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχείρησης υπό εξυγίανση·
(γ) σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ή ενδέχεται να ασκηθεί εξουσία μεταβίβασης σε σχέση με την επιχείρηση υπό εξυγίανση –
(i) είτε όλα τα στοιχεία ενεργητικού και οι υποχρεώσεις της θυγατρικής επιχείρησης που σχετίζεται με την εν λόγω σύμβαση έχουν μεταβιβαστεί ή ενδέχεται να μεταβιβαστούν και να αναληφθούν από τον αποδέκτη,
(ii) είτε η αρχή εξυγίανσης παρέχει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επαρκή προστασία για αυτές τις υποχρεώσεις:

 

Νοείται ότι, η αναστολή των δικαιωμάτων καταγγελίας ισχύει από τη δημοσίευση της κοινοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 72(2), έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης.

(3) Καμία αναστολή δυνάμει των εδαφίων (1) ή (2) δεν εφαρμόζεται έναντι –
(α) Συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων εγκατεστημένων στη Δημοκρατία ως ορίζονται στο άρθρο 2(1) του περί Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου ή έναντι συστημάτων και διαχειριστών συστημάτων εγκατεστημένων εκτός Δημοκρατίας όπως ορίζονται σύμφωνα με την Οδηγία 98/26/ΕΚ· ή
(β) κεντρικών αντισυμβαλλόμενων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην ΕΕ σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικών αντισυμβαλλόμενων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την EAKAA σύμφωνα με το Άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού.
(4) Πρόσωπο δύναται να ασκήσει δικαίωμα καταγγελίας στο πλαίσιο σύμβασης πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) ή (2), εάν το πρόσωπο αυτό λάβει κοινοποίηση από την αρχή εξυγίανσης ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση –
(α) Δεν μεταβιβάζονται σε άλλη οντότητα· ή
(β) δεν υπόκεινται σε απομείωση ή μετατροπή σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 42.
(5) Σε περίπτωση που αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία που προβλέπεται στο εδάφιο (1) ή (2) του παρόντος άρθρου για να αναστείλει δικαιώματα καταγγελίας, και σε περίπτωση που δεν έχει επιδοθεί κοινοποίηση σύμφωνα με το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου, τα δικαιώματα αυτά δύναται να ασκηθούν από τη λήξη της περιόδου αναστολής, με την επιφύλαξη του άρθρου 55, ως εξής:
(α) Εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση έχουν μεταβιβαστεί σε άλλη οντότητα, ένας αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ασκήσει δικαιώματα καταγγελίας, σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω σύμβασης, μόνο σε περίπτωση επέλευσης οποιουδήποτε συνεχιζόμενου ή μεταγενέστερου γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση εκ μέρους του αποδέκτη·
(β) εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση παραμένουν στην επιχείρηση υπό εξυγίανση, και η αρχή εξυγίανσης δεν έχει εφαρμόσει το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής στην εν λόγω σύμβαση για τον σκοπό που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 42, ένας αντισυμβαλλόμενος δύναται να ασκήσει τα δικαιώματα καταγγελίας σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω σύμβασης κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.
Συμβατική αναγνώριση εξουσιών αναστολής ή περιορισμού δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στην εξυγίανση. 59.-(1) Έκαστη κυπριακή ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση και σχετική οντότητα συμπεριλαμβάνει σε κάθε χρηματοπιστωτική σύμβαση την οποία συνάπτει και η οποία διέπεται από το δίκαιο τρίτης χώρας, όρους με τους οποίους τα μέρη αναγνωρίζουν ότι η χρηματοπιστωτική σύμβαση μπορεί να υπόκειται στην άσκηση εξουσιών από την αρχή εξυγίανσης για την αναστολή ή τον περιορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 56, 57 και 58, και αναγνωρίζουν ότι δεσμεύονται από τις απαιτήσεις του άρθρου 55.
(2) Το εδάφιο (1) εφαρμόζεται σε κάθε χρηματοπιστωτική σύμβαση, η οποία –
(α) Δημιουργεί νέα υποχρέωση, ή τροποποιεί ουσιωδώς υπάρχουσα υποχρέωση, μετά την ημερομηνία έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου·
(β) προβλέπει την άσκηση ενός ή περισσοτέρων δικαιωμάτων καταγγελίας ή δικαιωμάτων αναγκαστικής εκτέλεσης συμφωνιών παροχής ασφάλειας, στα οποία θα εφαρμόζονταν τα άρθρα 55, 56, 57 ή 58, εάν η χρηματοπιστωτική σύμβαση διέπετο από το κυπριακό δίκαιο ή το δίκαιο κράτους μέλους.
(3) Όταν μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα δεν συμπεριλάβει στις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις της τους συμβατικούς όρους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, αυτό δεν εμποδίζει την αρχή εξυγίανσης να ασκήσει τις εξουσίες που αναφέρονται στα άρθρα 55, 56, 57 και 58 σε σχέση με τις εν λόγω χρηματοπιστωτικές συμβάσεις.
Εξουσία προσωρινής αναστολής των δικαιωμάτων εξαγοράς στην εξυγίανση. 60.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να περιορίζει ή να αναστέλλει προσωρινά τα δικαιώματα εξαγοράς των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου σε σχέση με συμβάσεις ασφάλισης Ζωής που έχουν συναφθεί από την υπό εξυγίανση επιχείρηση, υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθούν να εκπληρώνονται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις, και ιδίως οι υποχρεώσεις πληρωμής προς όφελος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων ή των ζημιωθέντων.
(2) (α)  Η εξουσία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) χρησιμοποιείται μόνο για όσο διάστημα είναι αναγκαίο προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή ενός ή περισσότερων μέτρων εξυγίανσης.
(β) Η εξουσία αυτή ισχύει για το διάστημα που καθορίζεται στην ανακοίνωση αναστολής που δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 72(2).
Άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης. 61.-(1) (α) Η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε να είναι σε θέση να ασκεί τον έλεγχο της επιχείρησης υπό εξυγίανση, ούτως ώστε –
(i) Να διευθύνει και να ασκεί τις εργασίες και τις υπηρεσίες της επιχείρησης υπό εξυγίανση με όλες τις εξουσίες των μετόχων της και του διοικητικού συμβουλίου της·
(ii) να διαχειρίζεται και να διαθέτει τα στοιχεία ενεργητικού και την περιουσία της επιχείρησης υπό εξυγίανση.
(β) Ο έλεγχος που προβλέπεται στην παράγραφο (α) δύναται να ασκείται άμεσα από την αρχή εξυγίανσης ή έμμεσα μέσω προσώπου ή προσώπων που διορίζονται από την αρχή εξυγίανσης.
(γ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, τα δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας της επιχείρησης υπό εξυγίανση δεν δύνανται να ασκηθούν κατά τη διάρκεια της περιόδου εξυγίανσης.
(2) Η αρχή εξυγίανσης δύναται  να αναλαμβάνει δράση εξυγίανσης χωρίς να ασκεί έλεγχο στην επιχείρηση υπό εξυγίανση.
(3) Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κατά πόσον είναι σκόπιμο να εφαρμόσει τη δράση εξυγίανσης με τα μέσα που καθορίζονται στο εδάφιο (1) ή (2), έχοντας υπόψη τους στόχους της εξυγίανσης και τις γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση όπως ορίζονται στο άρθρο 29, τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης επιχείρησης υπό εξυγίανση και την ανάγκη να διευκολύνεται η αποτελεσματική εξυγίανση διασυνοριακών ομίλων.
(4) Η αρχή εξυγίανσης δεν φέρει ευθύνη δυνάμει του εταιρικού ή πτωχευτικού δικαίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII – ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ
Μεταχείριση των μετόχων, των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων, των αιτούντων και άλλων πιστωτών σε περίπτωση εν μέρει μεταβιβάσεων και εφαρμογής του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής. 62.-(1) Εφόσον έχουν εφαρμοστεί ένα ή περισσότερα μέτρα εξυγίανσης, εκτός της περίπτωσης όπου εφαρμόζεται το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου, και σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει μόνο εν μέρει δικαιώματα, στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση, οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις δεν έχουν μεταβιβαστεί, λαμβάνουν προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους τουλάχιστον όσα θα είχαν λάβει εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 71.
(2) Εφόσον έχουν εφαρμοστεί ένα ή περισσότερα μέτρα εξυγίανσης και σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το μέτρο απομείωσης ή μετατροπής, οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί σε μετοχικό κεφάλαιο δεν υφίστανται μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίσταντο, εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 71.
Αποτίμηση της διαφοράς ως προς τη μεταχείριση. 63.-(1) (α) Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές θα είχαν τύχει καλύτερης μεταχείρισης εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είχε τεθεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διενεργείται αποτίμηση από ανεξάρτητο πρόσωπο, το συντομότερο δυνατόν, μετά την υλοποίηση της δράσης ή των δράσεων εξυγίανσης.
(β) Η εν λόγω αποτίμηση είναι χωριστή από την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 32.
(2) Με την αποτίμηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) προσδιορίζεται –
(α) Η μεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές, ή το σύστημα εγγύησης ασφάλισης, εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση, στην οποία έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης, είχε τεθεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 71·
(β) η πραγματική μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές κατά την εξυγίανση της επιχείρησης υπό εξυγίανση·
(γ) αν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της μεταχείρισης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) και της μεταχείρισης που αναφέρεται στην παράγραφο (β).
(3) Η αποτίμηση –
(α) Βασίζεται στην παραδοχή ότι η επιχείρηση υπό εξυγίανση, στην οποία έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης, θα είχε τεθεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 71·
(β) βασίζεται στην παραδοχή ότι η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης δεν έχουν πραγματοποιηθεί·
(γ) λαμβάνει υπόψη μια εμπορικά εύλογη εκτίμηση του κόστους αντικατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών μεσιτείας και κλεισίματος, των ήδη αγορασθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων για κατάλληλες ομάδες κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 71·
(δ) δεν λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε χορήγηση έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης στην επιχείρηση υπό εξυγίανση.
Διασφάλιση για τους μετόχους, τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους, τους αιτούντες ή άλλους πιστωτές. 64.-Eάν με την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 63 προσδιοριστεί ότι οποιοσδήποτε μέτοχος, κάτοχος ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχος, αιτών ή άλλος πιστωτής που αναφέρεται στο άρθρο 62, ή, κατά περίπτωση, το σύστημα εγγύησης ασφάλισης σύμφωνα με την εφαρμοστέα κυπριακή νομοθεσία, έχει υποστεί μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίστατο κατά την εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δικαιούται την καταβολή της διαφοράς.
Διασφαλίσεις για τους αντισυμβαλλομένους στις περιπτώσεις εν μέρει μεταβιβάσεων. 65.-(1) Διασφαλίζεται η κατάλληλη προστασία των ακόλουθων συμφωνιών και των αντισυμβαλλομένων στις ακόλουθες συμφωνίες:
(α) Συμφωνίες εγγυοδοσίας, βάσει των οποίων ένα πρόσωπο έχει, λόγω εγγύησης, υπάρχον ή ενδεχόμενο συμφέρον στα στοιχεία ενεργητικού ή δικαιώματα που αποτελούν αντικείμενο μεταβίβασης, ανεξαρτήτως αν το εν λόγω συμφέρον εξασφαλίζεται με συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού ή δικαιώματα ή με κυμαινόμενες επιβαρύνσεις ή παρεμφερή ρύθμιση·
(β) συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλων, βάσει των οποίων παρέχονται εξασφαλίσεις για την εξασφάλιση ή την κάλυψη της εκτέλεσης συγκεκριμένων υποχρεώσεων, με τη μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας των στοιχείων ενεργητικού από τον ασφαλειοδότη στον ασφαλειολήπτη, υπό όρους που προβλέπουν τη μεταβίβαση των στοιχείων ενεργητικού από τον ασφαλειολήπτη εάν εκτελεστούν αυτές οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις·
(γ) συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού, βάσει των οποίων δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις μεταξύ της επιχείρησης υπό εξυγίανση και ενός αντισυμβαλλομένου συμψηφίζονται η μία με την άλλη·
(δ) συμφωνίες συμψηφισμού·
(ε)  συμβάσεις μεταβλητού κεφαλαίου ή άλλα χαρτοφυλάκια κλειστής διάρθρωσης·
(στ) συμφωνίες αντασφάλισης·
(ζ) συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των τιτλοποιήσεων και των μέσων που χρησιμοποιούνται για λόγους αντιστάθμισης κινδύνων και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, εξασφαλίζονται, οι οποίες συνεπάγονται την παροχή και την κατοχή εγγύησης από συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας ή θεματοφύλακα, αντιπρόσωπο ή αντίκλητο.
Νοείται ότι, η μορφή προστασίας που είναι κατάλληλη, για τις κατηγορίες συμφωνιών που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο, επιλέγεται σύμφωνα με τα άρθρα 66 έως 69.
(2) Η προστασία που προβλέπεται στο εδάφιο (1) εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιστάσεις:
(α) Όταν η αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει ορισμένα αλλά όχι όλα τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σε άλλη οντότητα ή, κατά την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης, από μια μεταβατική επιχείρηση ή εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σε άλλο πρόσωπο·
(β) όταν η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στην παράγραφο (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 50.
(3) Η απαίτηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τον αριθμό των μερών που συμμετέχουν στις συμφωνίες και από το εάν οι συμφωνίες –
(α) Δημιουργούνται από σύμβαση, καταπιστεύματα ή άλλα μέσα, ή απορρέουν αυτομάτως από την εφαρμογή του νόμου·
(β) απορρέουν ή διέπονται, εν όλω ή εν μέρει, από νομοθεσία κράτους μέλους ή τρίτης χώρας.
Προστασία των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλων, των συμφωνιών αλληλοσυμψηφισμού και συμψηφισμού, και των συμφωνιών αντασφάλισης. 66.-(1) (α) Απαγορεύεται η μεταβίβαση ορισμένων αλλά όχι όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προστατεύονται από συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού, συμφωνία συμψηφισμού ή συμφωνία αντασφάλισης μεταξύ της επιχείρησης υπό εξυγίανση και άλλου προσώπου, και η τροποποίηση ή η καταγγελία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προστατεύονται από την εν λόγω συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού, συμφωνία συμψηφισμού ή συμφωνία αντασφάλισης μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών.
(β) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α), τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που θεωρούνται προστατευμένα βάσει συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνίας αλληλοσυμψηφισμού, συμφωνίας συμψηφισμού ή συμφωνίας αντασφάλισης, είναι εκείνα για τα οποία τα μέρη της συμφωνίας δικαιούνται να προβούν σε αλληλοσυμψηφισμό ή συμψηφισμό των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), και όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα μεταβιβαζόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια εξακολουθούν να πληρούν τις σχετικές νομικές απαιτήσεις όσον αφορά τα υποχρεωτικά ελάχιστα επίπεδα κάλυψης δυνάμει του εφαρμοστέου κυπριακού δικαίου για την καλύτερη προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, η αρχή εξυγίανσης δύναται να –
(α) Μεταβιβάζει τα εν λόγω χαρτοφυλάκια συμβάσεων που αποτελούν μέρος των διακανονισμών και συμφωνιών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) χωρίς να μεταβιβάζει άλλα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποτελούν μέρος των ίδιων διακανονισμών και συμφωνιών, και
(β) μεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να τερματίζει τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και άλλες υποχρεώσεις χωρίς να μεταβιβάζει τα χαρτοφυλάκια συμβάσεων.
Προστασία των συμφωνιών εγγυοδοσίας. 67.-(1) Αναφορικά με υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται με συμφωνία εγγυοδοσίας, απαγορεύεται οτιδήποτε από τα ακόλουθα:
(α) Η μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού με τα οποία είναι εξασφαλισμένη η υποχρέωση, εκτός εάν μεταβιβάζονται επίσης η εν λόγω υποχρέωση και το όφελος της εξασφάλισης·
(β) η μεταβίβαση εξασφαλισμένης υποχρέωσης, εκτός εάν μεταβιβάζεται επίσης και το όφελος της εξασφάλισης·
(γ) η μεταβίβαση του οφέλους της εξασφάλισης, εκτός εάν μεταβιβάζεται επίσης και η εξασφαλισμένη υποχρέωση·
(δ) η τροποποίηση ή η καταγγελία μιας συμφωνίας εγγυοδοσίας, μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών, εάν το αποτέλεσμα της εν λόγω τροποποίησης ή καταγγελίας θα ήταν να παύσει να είναι εξασφαλισμένη η υποχρέωση.
(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), και όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα μεταβιβαζόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια εξακολουθούν να πληρούν τις σχετικές νομικές απαιτήσεις όσον αφορά τα υποχρεωτικά ελάχιστα επίπεδα κάλυψης δυνάμει του εφαρμοστέου κυπριακού δικαίου για την καλύτερη προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, η αρχή εξυγίανσης δύναται να –
(α) Μεταβιβάζει τα εν λόγω χαρτοφυλάκια συμβάσεων που αποτελούν μέρος των συμφωνιών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) χωρίς να μεταβιβάζει άλλα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποτελούν μέρος των ίδιων συμφωνιών, και
(β) μεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να τερματίζει τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και άλλες υποχρεώσεις χωρίς να μεταβιβάζει τα χαρτοφυλάκια συμβάσεων.
Προστασία των συμφωνιών δομημένης χρηματοδότησης και άλλων χαρτοφυλακίων κλειστής διάρθρωσης. 68.-(1) Αναφορικά με συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης ή άλλα χαρτοφυλάκια κλειστής διάρθρωσης, περιλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 65, απαγορεύεται οτιδήποτε από τα ακόλουθα:
(α) Η μεταβίβαση ορισμένων αλλά όχι όλων των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν ή αποτελούν μέρος μιας συμφωνίας δομημένης χρηματοδότησης ή άλλων χαρτοφυλακίων κλειστής διάρθρωσης, περιλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 65, στα οποία η επιχείρηση υπό εξυγίανση είναι συμβαλλόμενο μέρος·
(β) η καταγγελία ή η τροποποίηση, μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν ή αποτελούν μέρος μιας συμφωνίας δομημένης χρηματοδότησης ή άλλων χαρτοφυλακίων κλειστής διάρθρωσης, περιλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 65, στα οποία η επιχείρηση υπό εξυγίανση είναι συμβαλλόμενο μέρος.
(2) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), και όταν αυτό είναι αναγκαίο για την καλύτερη επίτευξη των στόχων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 25 και ιδίως για τη διασφάλιση καλύτερης προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, η αρχή εξυγίανσης δύναται να μεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να καταγγέλλει στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που αποτελούν αντικείμενο της ίδιας συμφωνίας.
Εν μέρει μεταβιβάσεις, προστασία των συστημάτων διαπραγμάτευσης, εκκαθάρισης και διακανονισμού. 69.-(1) Η εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζει τη λειτουργία και τους κανόνες των συστημάτων που καλύπτονται από τον περί Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμο, σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα –

 

(α) Μεταβιβάζει ορισμένα αλλά όχι όλα τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σε άλλη οντότητα·
(β) κάνει χρήση των επικουρικών εξουσιών της δυνάμει του άρθρου 50 για να ακυρώσει ή να τροποποιήσει τις ρήτρες μιας σύμβασης στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος η επιχείρηση υπό εξυγίανση ή για να την υποκαταστήσει με τον αποδέκτη ως συμβαλλόμενο μέρος.
(2) Με τη μεταβίβαση, ακύρωση ή τροποποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου:
(α) Δεν ανακαλείται εντολή μεταβίβασης, κατά παράβαση του άρθρου 4 του περί Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου·
(β) δεν τροποποιείται ή αναιρείται το εκτελεστό των εντολών μεταβίβασης και του συμψηφισμού, όπως απαιτείται βάσει των άρθρων 4(5) και 4(3) του περί Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου, η χρήση κεφαλαίων, αξιογράφων ή πιστωτικών διευκολύνσεων όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 5 του εν λόγω Νόμου, ή η προστασία της εξασφάλισης, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 7 του εν λόγω Νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII – ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
Απαιτήσεις κοινοποίησης. 70.-(1)   Το διοικητικό συμβούλιο μιας κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας ενημερώνει γραπτώς την εποπτική αρχή, όταν κρίνει ότι η εν λόγω κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας κατά την έννοια του άρθρου 26(4) .
(2)(α) Η εποπτική αρχή ενημερώνει την αρχή εξυγίανσης και, κατά περίπτωση, τις  σχετικές αρχές εξυγίανσης κρατών μελών σχετικά με τα εξής:
(i) οποιαδήποτε γνωστοποίηση λαμβάνει σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 143, το άρθρο 145(1) και το άρθρο 146(1) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
(ii) οποιαδήποτε  ενέργεια απαιτεί η εποπτική αρχή από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα να αναλάβει σύμφωνα με την άσκηση των εξουσιών που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 20, 21 ή 22 του παρόντος Νόμου, και δυνάμει του άρθρου 136α, του άρθρου 137, του άρθρου 138 παράγραφοι 3 και 5, του άρθρου 139 παράγραφος 3 και των άρθρων 140, 141 και 144 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·
(iii) τυχόν παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·
(β) Η εποπτική αρχή παρέχει επίσης στην αρχή εξυγίανσης και, κατά περίπτωση, στις  σχετικές αρχές εξυγίανσης κρατών μελών, αντίγραφο του σχεδίου ανάκαμψης που έχει υποβάλει η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 145(2) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, αντίγραφο του προγράμματος χρηματοδότησης που έχει υποβάλει σύμφωνα με το άρθρο 146(2) του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, και τη γνώμη της εποπτικής αρχής σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα, κατά περίπτωση.
(3) Όταν η εποπτική αρχή ή η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) άρθρου 26 όσον αφορά μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα, κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση τη διαπίστωση αυτή στις ακόλουθες αρχές, εφόσον πρόκειται για διαφορετικές αρχές:
(α) Στην αρχή εξυγίανσης για την εν λόγω οντότητα·
(β) στην εποπτική αρχή για την εν λόγω οντότητα·
(γ) στην εποπτική αρχή οποιουδήποτε κράτους μέλους όπου η εν λόγω οντότητα ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες·
(δ) στην αρχή εξυγίανσης οποιουδήποτε κράτους μέλους όπου η εν λόγω οντότητα ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες·
(ε) στο σύστημα εγγύησης ασφάλισης στο οποίο συμμετέχει η εν λόγω οντότητα, κατά περίπτωση και εφόσον είναι αναγκαίο για να μπορέσει το σύστημα εγγύησης ασφάλισης να επιτελέσει τα καθήκοντά του·
(στ) κατά περίπτωση, στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου·
(ζ) στον Υπουργό·
(η) κατά περίπτωση, στην αρχή εποπτείας του ομίλου·
(θ) στο ΕΣΣΚ και στην Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως μακροπροληπτική αρχή·
(ι) όταν η οντότητα αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, στην αρχή εξυγίανσης και την οικεία αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου και στην αρμόδια αρχή και στην οικεία αρμόδια αρχή κράτους μέλους όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου.
Απόφαση της αρχής εξυγίανσης. 71.-(1)  Η αρχή εξυγίανσης, με δική της πρωτοβουλία ή μόλις λάβει κοινοποίηση από την εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 70(3), διαπιστώνει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 26(1) ή του άρθρου 27(3) όσον αφορά  κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα.
(2) (α) Η απόφαση για να αναληφθεί ή όχι δράση εξυγίανσης όσον αφορά μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα περιέχει τους λόγους για την εν λόγω απόφαση.
(β) Όταν αποφασίζεται να αναληφθεί δράση εξυγίανσης, η απόφαση περιλαμβάνει επίσης τη δράση εξυγίανσης και, κατά περίπτωση, την εισήγηση προς την εποπτική αρχή για ανάκληση της άδειας της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και προσφυγή σε διαδικασία εκκαθάρισης, τον διορισμό διαχειριστή, παραλήπτη ή εκκαθαριστή ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας.
(γ) Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει το διάταγμα δυνάμει του οποίου αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αυθημερόν.
(2)(α) Η απόφαση για τερματισμό δράσης εξυγίανσης όσον αφορά μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα λαμβάνεται μόλις η αρχή εξυγίανσης –
(i) διαπιστώσει ότι έχουν ολοκληρωθεί τα μέτρα εξυγίανσης και έχουν εξυπηρετηθεί οι στόχοι εξυγίανσης και το δημόσιο συμφέρον∙ ή
(ii) διαπιστώσει ότι τα μέτρα εξυγίανσης είναι ευλόγως ανέφικτο να ολοκληρωθούν ή/και η συνέχιση των μέτρων εξυγίανσης δεν εξυπηρετούν τους στόχους εξυγίανσης ή/και το δημόσιο συμφέρον.
(iii) αποφασίσει ότι η επιχείρηση υπό εξυγίανση πρέπει να εκκαθαριστεί δυνάμει του των εδαφίων (8) και (9)  του άρθρου 35.
(β) Η απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της παραγράφου (α) περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:
(i) Την κατά περίπτωση διαπίστωση ή απόφαση που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (i) έως (iii) της παραγράφου (α)·
(ii) σε περίπτωση που η διαπίστωση είναι αυτή που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (ii) και (iii) της παραγράφου (α), την εισήγηση προς την εποπτική αρχή για ανάκληση της άδειας της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και για προσφυγή σε διαδικασία εκκαθάρισης, του διορισμού διαχειριστή, παραλήπτη ή εκκαθαριστή ή οποιουδήποτε άλλου μέτρου στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας.
(γ) Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει την ίδια ημέρα στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ειδοποίηση ότι τα μέτρα εξυγίανσης έχουν τερματιστεί, την ημερομηνία τερματισμού και ότι η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η σχετική οντότητα, από την ημερομηνία τερματισμού, δεν υπόκειται σε εξυγίανση.
Διαδικαστικές υποχρεώσεις της αρχής εξυγίανσης. 72.-(1) Η αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί τις αποφάσεις της, μόλις αυτό είναι ευλόγως εφικτό, για την λήψη και τερματισμό δράσης εξυγίανσης, στην επιχείρηση υπό εξυγίανση και στις ακόλουθες αρχές, εφόσον πρόκειται για  διαφορετικές αρχές:
(α) στην εποπτική αρχή για την επιχείρηση υπό εξυγίανση·
(β) στην εποπτική αρχή για οποιοδήποτε υποκατάστημα της επιχείρησης υπό εξυγίανση·
(γ) στην Κεντρική Τράπεζα, υπό την ιδιότητά της ως κεντρική τράπεζα·
(δ) κατά περίπτωση, στο σύστημα εγγύησης ασφάλισης στο οποίο συμμετέχει η επιχείρηση υπό εξυγίανση·
(ε) κατά περίπτωση, στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου·
(στ) στον Υπουργό·
(ζ) κατά περίπτωση, στην εποπτική αρχή του ομίλου·
(η) στο ΕΣΣΚ και στην Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως μακροπροληπτική αρχή·
(θ) στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ΕΚΤ, στην ΕΑΑΕΣ, στην EAKAA και στην ΕΑΤ·
(ι)  εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είναι ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 2  του περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου, στους διαχειριστές συστημάτων στα οποία συμμετέχει.
(ια) όταν η επιχείρηση εξυγίανσης αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, στην οικεία αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου και στην αρμόδια αρχή και την οικεία αρμόδια αρχή κράτους μέλους όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου.
(2) Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει ή μεριμνά για τη δημοσίευση του διατάγματος ή της πράξης δυνάμει της οποίας αναλαμβάνεται η δράση εξυγίανσης είτε ειδοποίησης όπου συνοψίζονται τα αποτελέσματα της δράσης εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου και, κατά περίπτωση, τους όρους και το χρονικό διάστημα της αναστολής ή του περιορισμού που αναφέρονται στα άρθρα 56, 57 και 58, στα ακόλουθα μέσα:
(α) Στον επίσημο ιστότοπό της·
(β) στον ιστότοπο της εποπτικής αρχής, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης, και στον ιστότοπο της ΕΑΑΕΣ·
(γ) στον ιστότοπο της επιχείρησης υπό εξυγίανση·
(δ) σε περίπτωση που οι μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή χρεωστικά μέσα της επιχείρησης υπό εξυγίανση έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, στα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη δημοσιοποίηση των ρυθμιζόμενων πληροφοριών που αφορούν την επιχείρηση υπό εξυγίανση, σύμφωνα με το άρθρο 37(1) του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου·
(3)(α) Εάν οι μετοχές, τα μέσα ιδιοκτησίας ή τα χρεωστικά μέσα δεν έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε, τα έγγραφα που τεκμηριώνουν το διάταγμα ή πράξη που αναφέρεται στο εδάφιο (2), να αποστέλλονται στους μετόχους και πιστωτές της επιχείρησης υπό εξυγίανση.
(β) Για την εφαρμογή της παραγράφου (α) η επιχείρηση υπό εξυγίανση θέτει στη διάθεση της αρχής εξυγίανσης το μητρώο ή τις βάσεις δεδομένων του.
(4) Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει ή μεριμνά για τη δημοσίευση της ειδοποίησης τερματισμού των μέτρων εξυγίανσης στα μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο (2).
Εμπιστευτικότητα. 73.-(1) Με την επιφύλαξη των λοιπών εδαφίων του παρόντος άρθρου, τα ακόλουθα πρόσωπα, αρχές, φορείς και οντότητες υποχρεούνται στην τήρηση επαγγελματικού απορρήτου και κανένα από αυτά δεν αποκαλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες:
(α) Η αρχή εξυγίανσης·
(β) η εποπτική αρχή·
(γ) ο Υπουργός·
(δ) οι ειδικοί διαχειριστές που διορίζονται σύμφωνα με άρθρο 51 του παρόντος Νόμου·
(ε) οι πιθανοί αγοραστές με τους οποίους έχει έρθει σε επαφή η εποπτική αρχή ή τους οποίους έχει προσκαλέσει η αρχή εξυγίανσης, ανεξαρτήτως αν η εν λόγω επαφή ή πρόσκληση πραγματοποιήθηκε ως προετοιμασία για τη χρήση του μέτρου πώλησης εργασιών, και ανεξαρτήτως αν η πρόσκληση κατέληξε σε απόκτηση·
(στ) οι ελεγκτές, λογιστές, νομικοί και επαγγελματικοί σύμβουλοι, εκτιμητές και άλλοι εμπειρογνώμονες τους οποίους προσλαμβάνουν άμεσα ή έμμεσα η αρχή εξυγίανσης, η εποπτική αρχή, ο Υπουργός ή οι πιθανοί αγοραστές που αναφέρονται στην παράγραφο (ε)·
(ζ) οι φορείς που διαχειρίζονται συστήματα εγγύησης ασφάλισης στη Δημοκρατία·
(η) το Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων·
(θ) η Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως κεντρική τράπεζα και άλλες αρχές που εμπλέκονται στη διαδικασία εξυγίανσης·
(ι) η μεταβατική επιχείρηση ή την εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού·
(ια) κάθε άλλο πρόσωπο που παρέχει ή έχει παράσχει υπηρεσίες άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, στα πρόσωπα ή οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ι)·
(ιβ) τα ανώτατα διοικητικά στελέχη, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τους υπαλλήλους των φορέων ή των οντοτήτων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ι), πριν από τον διορισμό τους, κατά τη διάρκειά του και μετέπειτα·
(ιγ) η αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου·
(2) (α) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο απαγορεύεται να αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες λαμβάνουν στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων ή από εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης σε σχέση με τις λειτουργίες της εν λόγω αρχής, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή, εκτός εάν:
(i) Η αποκάλυψη πραγματοποιείται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος Νόμου·
(ii) η αποκάλυψη πραγματοποιείται σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η ταυτοποίηση μεμονωμένων κυπριακών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή σχετικών οντοτήτων·
(iii) η αποκάλυψη πραγματοποιείται με τη ρητή και εκ των προτέρων συγκατάθεση της κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας, η οποία παρείχε τις πληροφορίες.
(β) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) σταθμίζουν τις πιθανές συνέπειες από την αποκάλυψη πληροφοριών στο δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη χρηματοοικονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική, καθώς επίσης στα εμπορικά συμφέροντα φυσικών και νομικών προσώπων, στους επιτόπιους ελέγχους, στις έρευνες και στους λογιστικούς ελέγχους.
(γ) Η διαδικασία στάθμισης των συνεπειών που αναφέρονται στη δεύτερη παράγραφο περιλαμβάνει αξιολόγηση των συνεπειών κάθε αποκάλυψης του περιεχομένου και των λεπτομερειών των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και των σχεδίων εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 6, 8, 12, 13, 15

και των πορισμάτων κάθε αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 7, 9(1), 9(2)(α), 10(1), 10(2)(α) και 18.

(3) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β), (γ), (ζ), (θ) και (ι) του εδαφίου (1) θεσπίζουν εσωτερικούς κανόνες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2), συμπεριλαμβανομένων κανόνων για την εξασφάλιση του απορρήτου των πληροφοριών μεταξύ των προσώπων που εμπλέκονται άμεσα στη διαδικασία εξυγίανσης.
(4) Επιτρέπεται –
(α) Στους υπαλλήλους και εμπειρογνώμονες των προσώπων ή οντοτήτων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (θ) του εδαφίου (1) να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες στο πλαίσιο εκάστου προσώπου ή οντότητας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους· ή
(β) στην αρχή εξυγίανσης και την εποπτική αρχή, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων και των εμπειρογνωμόνων τους, να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους και με –
(i) τον Υπουργό·
(ii) τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης
(iii) την Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως κεντρική τράπεζα·
(iv) τη μακροπροληπτική αρχή·
(v) τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών·
(vi) τις εποπτικές αρχές κρατών μελών·
(vii) τα αρμόδια υπουργεία κρατών μελών·
(viii) τις κεντρικές τράπεζες κρατών μελών·
(ix) τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης κρατών μελών·
(x) τις αρχές αρμόδιες για τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας σε κράτη μέλη·
(xi) τις αρχές αρμόδιες για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω κανόνων μακροπροληπτικού χαρακτήρα·
(xii) τους αρμόδιους για τη διεξαγωγή υποχρεωτικών ελέγχων των οικονομικών καταστάσεων·
(xiii) την ΕΑΑΕΣ·
(xiv) με την επιφύλαξη του άρθρου 90, σχετικές αρχές τρίτων χωρών·
(xv) υπό την προϋπόθεση αυστηρών απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, με δυνητικό αγοραστή με σκοπό τον σχεδιασμό ή την εκτέλεση δράσης εξυγίανσης·  ή
(γ) η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της αρχής εξυγίανσης και των φορολογικών αρχών στη Δημοκρατία, στον βαθμό που η εν λόγω ανταλλαγή επιτρέπεται από το κυπριακό δίκαιο· όταν οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, ανταλλάσσονται μόνο με τη ρητή συγκατάθεση της αρχής από την οποία προέρχονται.
(5) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της αρχής εξυγίανσης και των ακόλουθων:
(α) Oποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, κατά περίπτωση, με σκοπό τον σχεδιασμό ή την εκτέλεση δράσης εξυγίανσης, υπό την προϋπόθεση αυστηρών απαιτήσεων εμπιστευτικότητας ·
(β) τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές ή/και άλλες ερευνητικές επιτροπές στη Δημοκρατία ή/και άλλες παρόμοιες οντότητες υπεύθυνες για διερευνήσεις στη Δημοκρατία, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις·
(γ) την Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητα της ως επιβλέπουσα αρχή των συστημάτων πληρωμών, ως εποπτική αρχή πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων οντοτήτων του χρηματοοικονομικού τομέα και ως μακροπροληπτική αρχή.
(δ) την αρμόδια αρχή για τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.
(ε) τις αρμόδιες αρχές για την εποπτεία άλλων οντοτήτων του χρηματοοικονομικού τομέα, των χρηματοοικονομικών αγορών και των εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και τους επιθεωρητές που είναι εντεταλμένοι από αυτές. και
(στ) πρόσωπα επιφορτισμένα με τη διεξαγωγή υποχρεωτικών ελέγχων των οικονομικών καταστάσεων.
(6) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του κυπριακού δικαίου όσον αφορά την αποκάλυψη πληροφοριών για τους σκοπούς δικαστικών διαδικασιών σε ποινικές ή αστικές υποθέσεις.
(7) Κάθε πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στο εδάφιο (1) υπέχει αστική ευθύνη σε περίπτωση παραβίασης του παρόντος άρθρου.
ΜΕΡΟΣ VI – ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
Αμφισβήτηση πράξεων και αποκατάσταση. 74.-(1) Πρόσωπο που επηρεάζεται από απόφαση της αρχής εξυγίανσης ή της εποπτικής αρχής για την λήψη μέτρου πρόληψης κρίσεων ή κατά απόφασης για την άσκηση οποιασδήποτε  εξουσίας, πλην του μέτρου διαχείρισης κρίσεων, δύναται να καταχωρήσει προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(2)(α) Πρόσωπο που επηρεάζεται από την λήψη μέτρου διαχείρισης κρίσεων δύναται να καταχωρήσει αγωγή σε επαρχιακό δικαστήριο για αποζημιώσεις.
(β) Τηρουμένου της παραγράφου (α), αναφορικά με αγωγή εναντίον απόφασης για τη λήψη μέτρου διαχείρισης κρίσεων, ισχύουν τα ακόλουθα:
(i) Καταχώρηση αγωγής δεν συνεπάγεται αυτόματη αναστολή των αποτελεσμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης·
(ii) η απόφαση της αρχής εξυγίανσης είναι άμεσα εκτελεστή και θεωρείται μαχητό τεκμήριο ότι η αναστολή της εκτέλεσής της αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον·
(γ) Ο δικαστικός έλεγχος στην περίπτωση αγωγής κατά απόφασης για τη λήψη μέτρου διαχείρισης κρίσεων είναι ταχύρρυθμος και το δικαστήριο δέχεται ως βάση της εκτίμησής του τις πολύπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις των γεγονότων στις οποίες προβαίνει η αρχή εξυγίανσης και η εποπτική αρχή.
(δ) Όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να προστατεύονται τα συμφέροντα τρίτων μερών, τα οποία, ενεργώντας καλή τη πίστει, έχουν αποκτήσει μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση ή υποκαταστήματος ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας στην Δημοκρατία στο πλαίσιο της χρήσης μέτρων εξυγίανσης ή της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης, η ακύρωση απόφασης της αρχής εξυγίανσης δεν επηρεάζει οποιεσδήποτε επακόλουθες διοικητικές πράξεις ή τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από την αρχή εξυγίανσης, οι οποίες βασίζονταν στην ακυρωθείσα απόφαση. στην περίπτωση αυτή, τα ένδικα μέσα που μπορούν να ασκηθούν κατά καταχρηστικής απόφασης ή πράξης της αρχής εξυγίανσης περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για τις ζημίες που υπέστη ο προσφεύγων εξαιτίας της ακυρωθείσας απόφασης ή της πράξης.
Περιορισμός άλλων δικαστικών διαδικασιών.

 

 

75.-(1)(α)  Με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 71 και ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, δεν καταχωρείται αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης υπό εξυγίανση επιχείρησης ή υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας στη Δημοκρατία που υπόκειται σε εξυγίανση δυνάμει του Μέρους VIII του παρόντος Νόμου ή κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας για την οποία έχει διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση που αναφέρονται στο άρθρο 26(1) ή στο άρθρο 27(3), παρά μόνο με πρωτοβουλία της αρχής εξυγίανσης.
(β) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 71 και ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου δεν λαμβάνεται απόφαση για να τεθεί μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα ή υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας στη Δημοκρατία υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας χωρίς τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης:

 

Νοείται ότι, η συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης δεν απαιτείται στις περιπτώσεις όπου η αίτηση καταχωρείται μετά από πρωτοβουλία της αρχής εξυγίανσης δυνάμει της παραγράφου (α).

(2) Για τους σκοπούς το εδαφίου (1):
(α) Η καταχώρηση της αίτησης για έναρξη κανονιών διαδικασιών εκκαθάρισης έναντι μια κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας ή υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας στη Δημοκρατία, κοινοποιείται χωρίς καθυστέρηση από τον αιτητή στην εποπτική αρχή και την αρχή εξυγίανσης ανεξαρτήτως του εάν η επιχείρηση ή η οντότητα τελεί υπό εξυγίανση ή έχει δημοσιοποιηθεί απόφαση σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 72· και
β) η διαδικασία αναστέλλεται –
(i) μέχρι η αρχή εξυγίανσης να ειδοποιήσει την εποπτική αρχή και το δικαστήριο ότι δεν προτίθεται να αναλάβει καμιά δράση εξυγίανσης έναντι της κυπριακής ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας ή υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας στη Δημοκρατία· ή
(ii) για περίοδο επτά (7) ημερών, αρχομένη από την ημερομηνία κοινοποίησης της αίτησης στην εποπτική αρχή καις την αρχή εξυγίανσης.
(3) Χωρίς επηρεασμό οποιουδήποτε περιορισμού στην αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής εξασφάλισης που επιβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57, η αρχή εξυγίανσης δύναται, εάν κρίνεται αναγκαίο για την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, να ζητά από το δικαστήριο να αναστείλει την έκδοση αποφάσεων, για κατάλληλο διάστημα, ανάλογα με τον επιδιωκόμενο στόχο, επί δικαστικών ενεργειών ή διαδικασιών στις οποίες είναι ή καθίσταται διάδικος η επιχείρηση υπό εξυγίανση.
Εκκρεμούσες κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δικαστικές διαδικασίες. 76.-(1) Χωρίς επηρεασμό του άρθρου 75(3), οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή άλλη διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος της υπό εξυγίανση επιχείρησης, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, αλλά δύναται να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποδέκτη ή της μεταβατικής επιχείρησης ή της εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, κατά περίπτωση.

 

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση της επιχείρησης υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον αποδέκτη ή τη μεταβατική επιχείρηση ή την εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση.

(2) Ανεξάρτητα από τις λοιπές διατάξεις του παρόντος Νόμου, δεν επηρεάζονται οφειλές της υπό εξυγίανση επιχείρησης που υπόκειται σε εξυγίανση που προκύπτουν από δικαστικές αποφάσεις και δικαστικά διατάγματα, που αφορούν στοιχεία ενεργητικού της εν λόγω κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που έχουν εκδοθεί πριν από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης.
ΜΕΡΟΣ VII – ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΟΤΑΝ ΕΜΠΛΕΚΕΤΑΙ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ
Γενικές αρχές σχετικά με τη λήψη αποφάσεων ή δράσεων που αφορούν ή επηρεάζουν κράτος μέλος. 77.-Κατά τη λήψη αποφάσεων ή την ανάληψη δράσης δυνάμει του παρόντος Νόμου, οι οποίες ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο σε κράτος μέλος, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τις ακόλουθες γενικές αρχές:
(α) Κατά την ανάληψη δράσης εξυγίανσης, η λήψη αποφάσεων είναι αποτελεσματική και το κόστος της εξυγίανσης διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερο·
(β) οι αποφάσεις λαμβάνονται και η δράση αναλαμβάνεται εγκαίρως και με τη δέουσα ταχύτητα, όποτε αυτό καθίσταται αναγκαίο·
(γ) η αρχή εξυγίανσης συνεργάζεται με την  εποπτική αρχή, την αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους, την εποπτική αρχή κράτους μέλους και τις  λοιπές αρχές στη Δημοκρατία, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται και οι δράσεις αναλαμβάνονται  με συντονισμένο και αποτελεσματικό τρόπο·
(δ) την ανάγκη να καθοριστούν με σαφήνεια οι ρόλοι και οι ευθύνες των αρμόδιων αρχών στη Δημοκρατία και στο κράτος μέλος·
(ε) σε περίπτωση που η τελική μητρική επιχείρηση και οι θυγατρικές της επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται ή ασκούν σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα συμφέροντα, ο δυνητικός αντίκτυπος οποιασδήποτε απόφασης, δράσης ή αδράνειας και οι αρνητικές επιπτώσεις στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τους δημοσιονομικούς πόρους, τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης, τις  χρηματοδοτικές ρυθμίσεις, καθώς και οι αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις στα εν λόγω κρατών μελών·
(στ) σε περίπτωση που εμπλέκονται περισσότερα από ένα κράτος μέλος, λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι στόχοι της εξισορρόπησης των συμφερόντων των εμπλεκόμενων κρατών μελών και της αποφυγής αθέμιτης βλάβης ή αθέμιτης προστασίας των συμφερόντων συγκεκριμένων κρατών μελών·
(ζ) η αρχή εξυγίανσης, κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης, λαμβάνει υπόψη και ακολουθεί τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, εκτός εάν η αρχή εξυγίανσης εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι οι στόχοι εξυγίανσης θα επιτευχθούν αποτελεσματικότερα εάν αναληφθούν δράσεις που δεν προβλέπονται στα σχέδια εξυγίανσης·
(η) η προτεινόμενη απόφαση ή δράση πρέπει να είναι διαφανής κάθε φορά που η εν λόγω απόφαση ή δράση ενδέχεται να έχει επιπτώσεις για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τους δημοσιονομικούς πόρους και, κατά περίπτωση, στα συστήματα εγγύησης ασφάλισης και τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις του κράτους μέλους.
Συγκρότηση σώματος εξυγίανσης. 78.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, συγκροτεί σώμα εξυγίανσης για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 13, 16, 19, 21, 83, 85, και, κατά περίπτωση, για τη διασφάλιση της συνεργασίας και του συντονισμού με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών οι οποίες είναι υπεύθυνες για την εκτέλεση παρομοίων καθηκόντων με εκείνα της αρχής εξυγίανσης.
(2) (α) Το κατά το εδάφιο (1) σώμα εξυγίανσης αποτελεί το πλαίσιο για την εκτέλεση από την αρχή εξυγίανσης, τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών και, κατά περίπτωση, τις εποπτικές αρχές κρατών μελών και τις σχετικές αρχές εποπτείας του ομίλου των εξής καθηκόντων:
(i) Ανταλλαγή πληροφοριών που είναι σχετικές με την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης ομίλων και την άσκηση εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά ομίλους·
(ii) κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης ομίλου·
(iii) αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων, σύμφωνα με το άρθρο 19·
(iv) άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης ομίλων, σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 22·
(v) λήψη απόφασης όσον αφορά την ανάγκη να καθοριστεί μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου, όπως προβλέπεται στα άρθρα 82, 83, 84 ή 85·
(vi) επίτευξη της συμφωνίας για το μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται σύμφωνα με το άρθρα 82, 83, 84 ή 85·
(vii) συντονισμό της γνωστοποίησης των στρατηγικών και των μηχανισμών εξυγίανσης ομίλων στο κοινό·
(viii) συντονισμό της χρήσης τυχόν συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή της χρήσης του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης κρατών μελών.
(β) Το σώμα εξυγίανσης δύναται να αξιοποιηθεί από την αρχή εξυγίανσης και ως βήμα συζήτησης οποιωνδήποτε θεμάτων σχετίζονται με την εξυγίανση διασυνοριακού ομίλου.
(3) Η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι, πέραν της ίδιας, στο σώμα εξυγίανσης που συγκροτεί σύμφωνα με το εδάφιο (1) συμμετέχουν ως μέλη –
(α) Η αρχή εξυγίανσης κάθε κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη θυγατρική επιχείρηση καλυπτόμενη από εποπτεία σε επίπεδο ομίλου· και
(β) η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη μητρική επιχείρηση ενός ή περισσοτέρων επιχειρήσεων του ομίλου στη Δημοκρατία, η οποία είναι μητρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος· και ·
(γ) η εποπτική αρχή· και
(δ) η εποπτική αρχή κράτους μέλους εάν η αρχή εξυγίανσης του εν λόγω κράτους μέλους είναι μέλος του σώματος εξυγίανσης· και
(ε) το Υπουργείο Οικονομικών· και
(στ) τα αρμόδια υπουργεία κρατών μελών που δεν συμμετέχουν στο σώμα εξυγίανσης ως αρχές εξυγίανσης των εν λόγω κρατών μελών· και
(ζ) κατά περίπτωση, η αρχή στη Δημοκρατία που είναι υπεύθυνη για σύστημα εγγύησης ασφάλισης στην Δημοκρατία· και
(η) κατά περίπτωση, η αρχή κράτους μέλους που είναι υπεύθυνη για το σύστημα εγγύησης ασφάλισης του εν λόγω κράτους μέλους, εφόσον η αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους αυτού είναι μέλος του σώματος εξυγίανσης· και
(θ) η ΕΑΑΕΣ, η οποία παρίσταται με σκοπό να συμβάλλει στην προώθηση και παρακολούθηση της αποδοτικής, αποτελεσματικής και συνεπούς λειτουργίας του σώματος εξυγίανσης και της σύγκλισης μεταξύ των σωμάτων εξυγίανσης, χωρίς  δικαίωμα ψήφου.
(ι) οι αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών στα οποία οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του ομίλου ασκούν σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες, η συμμετοχή των οποίων περιορίζεται στην επίτευξη των στόχων της αποτελεσματικής ανταλλαγής πληροφοριών.
(4) Σχετική αρχή τρίτης χώρας η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση παρομοίων καθηκόντων με εκείνα της αρχής εξυγίανσης, δύναται να συμμετέχει στο σώμα εξυγίανσης ως παρατηρητής, όταν μητρική επιχείρηση ή επιχείρηση εγκατεστημένη στη ΕΕ, διαθέτει θυγατρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη στην εν λόγω τρίτη χώρα ή υποκατάστημα που θα εθεωρείτο σημαντικό εάν ήταν εγκατεστημένο στην Δημοκρατία, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχή αυτή υπόκειται σε απαιτήσεις εμπιστευτικότητας οι οποίες είναι, κατά τη γνώμη της αρχής εξυγίανσης, ισοδύναμες με τις καθοριζόμενες στο άρθρο 90.
(5) Όταν ο όμιλος είναι χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων ή αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, οι οικείες αρχές εξυγίανσης κρατών μελών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου καλούνται να συμμετάσχουν στο σώμα εξυγίανσης ως παρατηρητές.
(6) (α) Η αρχή εξυγίανσης προεδρεύει του σώματος εξυγίανσης που συγκροτείται σύμφωνα με το εδάφιο (1) και υπό αυτήν την ιδιότητα –
(i) θεσπίζει γραπτές ρυθμίσεις και διαδικασίες για τη λειτουργία του σώματος εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με τα λοιπά μέλη του σώματος εξυγίανσης· και
(ii) συντονίζει όλες τις δραστηριότητες του σώματος εξυγίανσης· και
(iii) συγκαλεί όλες τις συνεδριάσεις του σώματος εξυγίανσης, προεδρεύει των συνεδριάσεων αυτών και ενημερώνει πλήρως, εκ των προτέρων, όλα τα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τη διοργάνωση των συνεδριάσεων του σώματος εξυγίανσης, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τα θέματα προς εξέταση· και
(iv) κοινοποιεί στα μέλη του σώματος εξυγίανσης τις ενδεχόμενες προγραμματισμένες συνεδριάσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν να συμμετάσχουν· και
(v) αποφασίζει ποια μέλη και παρατηρητές προσκαλούνται να παρευρεθούν σε συγκεκριμένες συνεδριάσεις του σώματος εξυγίανσης, με βάση ειδικές ανάγκες, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του προς συζήτηση θέματος για τα εν λόγω μέλη και παρατηρητές·
(vi) ενημερώνει εγκαίρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με τις αποφάσεις και τα αποτελέσματα αυτών των συνεδριάσεων.
(β) Με την επιφύλαξη της υποπαραγράφου (v) της παραγράφου (α), αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους έχει δικαίωμα συμμετοχής σε συνεδριάσεις του σώματος εξυγίανσης εφόσον στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονται θέματα που υπόκεινται σε κοινή λήψη απόφασης ή αφορούν οντότητα ομίλου με παρουσία στο εν λόγω κράτος μέλος.
(7) (α) Η αρχή εξυγίανσης δεν υποχρεούται να συγκροτεί σώμα εξυγίανσης σύμφωνα με το εδάφιο (1), εάν άλλες ομάδες ή σώματα εκτελούν τα ίδια καθήκοντα και τις ίδιες εργασίες που καθορίζονται στο εδάφιο (1), και πληρούν όλες τις προϋποθέσεις και ακολουθούν όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή στα σώματα εξυγίανσης, οι οποίες προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 81.
(β) Στην περίπτωση της παραγράφου (α), κάθε αναφορά σε σώματα εξυγίανσης στον παρόντα Νόμο, θεωρείται αναφορά σε αυτές τις άλλες ομάδες ή σώματα.
Συμμετοχή σε σώμα εξυγίανσης που συγκροτεί αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους. 79.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης οντότητας ομίλου ή υποκαταστήματος, συμμετέχει σε σώμα εξυγίανσης που συγκροτείται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δεν συγκροτεί σώμα εξυγίανσης, σύμφωνα με το Άρθρο 70, παράγραφος 6, της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης συμμετέχει στην ομάδα ή σώμα που εκτελεί τα καθήκοντα και τις εργασίες που θα εκτελούσε το σώμα εξυγίανσης.

(2) Η αρχή εξυγίανσης συνεργάζεται στενά με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τα λοιπά μέλη του σώματος εξυγίανσης για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο Άρθρο 70, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ.
Ευρωπαϊκά σώματα εξυγίανσης. 80.-(1) Σε περίπτωση που ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας έχει θυγατρικές επιχειρήσεις της ΕΕ στη Δημοκρατία και σε τουλάχιστο ένα κράτος μέλος ή/και σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, ή υποκαταστήματα επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ που θεωρούνται σημαντικά στη Δημοκρατία και σε τουλάχιστο ένα κράτος μέλος ή/και σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, η αρχή εξυγίανσης από κοινού με την αρχή εξυγίανσης των εν λόγω κρατών μελών δύναται να συγκροτούν, δυνάμει του Άρθρου 71 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ, ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης.
(2) Το ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης εκτελεί τα καθήκοντα και τις εργασίες που καθορίζονται στο Άρθρο 70 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ όσον αφορά τις θυγατρικές επιχειρήσεις της ΕΕ και, στον βαθμό που τα καθήκοντα αυτά είναι συναφή, τα υποκαταστήματα επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου και λειτουργεί κατά τα άλλα σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο Άρθρο 70 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ.
(3)  (α) Όταν η μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στη Δημοκρατία κατέχει όλες τις θυγατρικές επιχειρήσεις στην ΕΕ μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας ή μιας μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, η αρχή εξυγίανσης προεδρεύει του ευρωπαϊκού σώματος εξυγίανσης.  Σε περίπτωση που μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, κατέχει όλες τις θυγατρικές μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας ή μιας μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης αποδέχεται την αρχή εξυγίανσης του εν λόγω κράτους μέλους για την προεδρία του ευρωπαϊκού σώματος.
(β) Σε περίπτωση που δεν υπάρχει μητρική επιχείρηση στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος που να κατέχει όλες τις θυγατρικές μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας ή μιας μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ,  η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει την προεδρία του ευρωπαϊκού σώματος εφόσον η θυγατρική επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ που είναι  εγκατεστημένη στη Δημοκρατία διαθέτει την υψηλότερη αξία των συνολικών στοιχείων ενεργητικού εντός ισολογισμού. Σε περίπτωση που μητρική επιχείρηση ή θυγατρική εγκατεστημένη σε κράτος μέλος διαθέτει την υψηλότερη αξία των συνολικών στοιχείων ενεργητικού εντός ισολογισμού, η αρχή εξυγίανσης αποδέχεται την αρχή εξυγίανσης του εν λόγω κράτους μέλους για την προεδρία του ευρωπαϊκού σώματος.
Ανταλλαγή πληροφοριών 81.-(1) Με την επιφύλαξη του άρθρου 73, η αρχή εξυγίανσης και η εποπτική αρχή διαβιβάζουν μεταξύ τους και στις αρχές εξυγίανσης και τις εποπτικές αρχές κρατών μελών, κατόπιν αιτήματος, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τους ως μέλη του σώματος εξυγίανσης.
(2) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, συντονίζει τη ροή όλων των αναγκαίων πληροφοριών μεταξύ των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών, διαβιβάζει δε εγκαίρως στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών όλες τις σχετικές πληροφορίες, προκειμένου να διευκολυνθεί η άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (ii) έως (viii) της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 78.
(3) Η αρχή εξυγίανσης δεν διαβιβάζει πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί από σχετική αρχή τρίτης χώρας, εκτός εάν η εν λόγω σχετική αρχή τρίτης χώρας έχει συναινέσει σε αυτή τη διαβίβαση.
Εξυγίανση ομίλου σε περίπτωση που θυγατρική του ομίλου στη Δημοκρατία πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. 82.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, ενεργώντας ως η αρχή εξυγίανσης θυγατρικής επιχείρησης ομίλου, κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση τις  πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2) στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, στην αρχή εποπτείας του ομίλου και στα μέλη του σώματος εξυγίανσης για τον εν λόγω όμιλο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία είναι θυγατρική επιχείρηση ομίλου, τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας· ή
(β) όταν η αρχή εξυγίανσης έχει ενημερωθεί από την εποπτική αρχή ότι έχει ληφθεί απόφαση ότι μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία είναι θυγατρική επιχείρηση ομίλου, τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας· ή
(γ) όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα, η οποία είναι θυγατρική επιχείρηση ομίλου, πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που ορίζονται στο άρθρο 26(1) ή στο άρθρο 27(3).
(2) Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το εδάφιο (1) είναι οι ακόλουθες:
(α) Tην απόφαση που καθορίζει ότι η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τελεί υπό αφερεγγυότητα ή ενδεχόμενη αφερεγγυότητα ·
(β) την απόφαση ότι η κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης του άρθρου 26(1) ή του άρθρου 27(3)·
(γ) τις δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας τα οποία η αρχή εξυγίανσης κρίνει κατάλληλα για την εν λόγω κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα.
(3) Στην περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, μετά από διαβούλευση με τα άλλα μέλη του σώματος εξυγίανσης, αξιολογήσει ότι οι δράσεις εξυγίανσης ή άλλα μέτρα που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (2), ενδεχομένως να μην οδηγούν σε πλήρωση των προϋποθέσεων του Άρθρου 19, παράγραφος 1 ή του Άρθρου 20, παράγραφος 3 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ σε σχέση με οντότητα του ομίλου σε άλλο κράτος μέλος, η αρχή εξυγίανσης  δύναται να αναλάβει τις δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει άλλα μέτρα που κοινοποίησε.
(4)(α) Στην περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, αξιολογήσει ότι οι δράσεις εξυγίανσης ή τα άλλα μέτρα που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) ενδεχομένως να οδηγούν σε πλήρωση των προϋποθέσεων του Άρθρου 19, παράγραφος 1 ή του Άρθρου 20, παράγραφος 3 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ σε σχέση με οντότητα του ομίλου σε άλλο κράτος μέλος, η αρχή εξυγίανσης αναμένει την υποβολή πρότασης στο σώμα εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου για μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου, εντός πέντε (5) ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης σύμφωνα με το εδάφιο (1).
(β) Η πενθήμερη προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο (α) δύναται  να παραταθεί με τη συναίνεση της αρχής εξυγίανσης.
(γ) Ελλείψει αξιολόγησης και υποβολής μηχανισμού εξυγίανσης ομίλου εκ μέρους της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εντός πέντε (5) ημερών, ή εντός μεγαλύτερης προθεσμίας που έχει συμφωνηθεί σύμφωνα με την παράγραφο (β), μετά την λήψη της κοινοποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1), η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναλάβει τις δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει τα άλλα μέτρα που κοινοποίησε.
(5)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (6) ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (4) λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, της αρχής εξυγίανσης και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου.
(β) Ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 83(5).
(γ) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να ζητήσει από την ΕΑΑΕΣ, να βοηθήσει στη λήψη κοινής απόφασης, σύμφωνα με το Άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(6)(α) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης διαφωνεί με τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ή θεωρεί ότι, για λόγους προστασίας του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, της πραγματικής οικονομίας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, χρειάζεται να αναλάβει ανεξάρτητες δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει μέτρα διαφορετικά από αυτά που προτείνονται στον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου όσον αφορά μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα τότε –
(i) Εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους της διαφωνίας της ή τους λόγους απόκλισης από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου·
(ii) κοινοποιεί στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου τους λόγους που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i)·
(iii) ενημερώνει την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών τις οποίες αφορά ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου σχετικά με τις δράσεις ή τα μέτρα εξυγίανσης που θα λάβει.
(β) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εκθέτει τους λόγους της διαφωνίας της, λαμβάνει δεόντως υπόψη τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, τον πιθανό αντίκτυπο των δράσεων εξυγίανσης ή των μέτρων στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των οικείων κρατών μελών, καθώς και τον πιθανό αντίκτυπο των εν λόγω δράσεων ή μέτρων εξυγίανσης στα υπόλοιπα τμήματα του ομίλου.
(7) Όταν η αρχή εξυγίανσης συμφωνεί με τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, δύναται να λάβει κοινή απόφαση με αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που συμφωνούν σχετικά με μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει οντότητες του ομίλου στη Δημοκρατία και στα κράτη μέλη των εν λόγω αρχών εξυγίανσης χωρίς τη συμμετοχή των αρχών εξυγίανσης που διαφωνούν.
(8) Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στο εδάφιο (5), οι μεμονωμένες δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με το εδάφιο (6) και κατά συνέπεια οι δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών για τις υπόλοιπες οντότητες του ομίλου, καθώς και η κοινή απόφαση και οι μεμονωμένες αποφάσεις αρχών εξυγίανσης κρατών μελών που αναφέρεται στο εδάφιο (7), αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται στη Δημοκρατία.
(9) Η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει όλες τις δράσεις και τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στο παρόν άρθρο χωρίς καθυστέρηση και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης.
(10) Όταν δεν τίθεται σε εφαρμογή μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου, η αρχή εξυγίανσης, κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης όσον αφορά οποιαδήποτε οντότητα ομίλου στη Δημοκρατία, συνεργάζεται  στενά με τις εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης, προκειμένου να επιτευχθεί συντονισμένη στρατηγική εξυγίανσης για όλες τις οντότητες του ομίλου οι οποίες βρίσκονται σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας.
(11) Η αρχή εξυγίανσης όταν  αναλαμβάνει οποιαδήποτε δράση εξυγίανσης σε σχέση με μια οντότητα ομίλου στη Δημοκρατία ενημερώνει τακτικά και πλήρως τα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τις εν λόγω δράσεις ή μέτρα και την πρόοδό τους.
Εξυγίανση ομίλου σε περίπτωση που θυγατρική του ομίλου σε κράτος μέλος πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και η αρχή εξυγίανσης ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης ομίλου. 83.-(1) Μόλις η αρχή εξυγίανσης, ενεργώντας ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, λάβει  κοινοποίηση από αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους ότι θυγατρική του ομίλου στο εν λόγω κράτος μέλος τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας ή ότι πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που ορίζονται στο Άρθρο 19, παράγραφος 1 ή στο Άρθρο 20, παράγραφος 3 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ, μετά από διαβούλευση με τα άλλα μέλη του σχετικού σώματος εξυγίανσης, αξιολογεί τις πιθανές επιπτώσεις των δράσεων εξυγίανσης ή των άλλων μέτρων στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας στο εν λόγω κράτος μέλος τα οποία η αρχή εξυγίανσης του εν λόγω κράτους μέλους κρίνει και κοινοποιεί στην αρχή εξυγίανσης ως κατάλληλα, στον όμιλο και σε οντότητες του ομίλου στη Δημοκρατία και σε άλλα κράτη μέλη· και ειδικότερα αξιολογεί εάν οι δράσεις εξυγίανσης ή τα άλλα μέτρα ενδεχομένως να οδηγούν σε πλήρωση των προϋποθέσεων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 26(1) ή στο άρθρο 27(3) σε σχέση με οντότητα του ομίλου στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος.
(2) Στην περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης, αξιολογήσει ότι οι δράσεις εξυγίανσης ή τα άλλα μέτρα που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το εδάφιο (1) ενδεχομένως να μην οδηγούν σε πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 26(1) ή του άρθρου 27(3) σε σχέση με οντότητα του ομίλου στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος δυνάμει οικείας νομοθεσίας στο εν λόγω κράτος μέλος, οι εν λόγω δράσεις εξυγίανσης ή άλλα μέτρα σε περίπτωση εφαρμογής τους από τη σχετική αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους, αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται στη Δημοκρατία.
(3)(α) Στην περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης αξιολογήσει ότι οι δράσεις εξυγίανσης ή τα άλλα μέτρα που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το εδάφιο (1) ενδεχομένως να οδηγούσαν σε πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 26(1) ή του άρθρου 27(3) σε σχέση με οντότητα του ομίλου στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος δυνάμει οικείας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, η αρχή εξυγίανσης, εντός πέντε (5) ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης βάσει του εδαφίου (1), προτείνει μηχανισμό εξυγίανσης του ομίλου και υποβάλλει τον μηχανισμό αυτό στο σώμα εξυγίανσης.
(β) Η πενθήμερη προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο (α) δύναται να παραταθεί με τη συναίνεση της αρχής εξυγίανσης κράτους μέλους που προέβη στην κοινοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1).
(4) Ελλείψει αξιολόγησης εκ μέρους της αρχής εξυγίανσης εντός πέντε ημερών σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (3) ή εντός μεγαλύτερης προθεσμίας που έχει συμφωνηθεί δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (3), μετά τη λήψη της κοινοποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1), η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους που προέβη στην εν λόγω κοινοποίηση δύναται να αναλάβει τις δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει τα άλλα μέτρα που κοινοποίησε σύμφωνα με το εδάφιο (1), που αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από την αρχή εξυγίανσης στη Δημοκρατία.
(5) Ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου που αναφέρεται στο εδάφιο (3) –
(α) Περιγράφει τις δράσεις εξυγίανσης που θα πρέπει να αναληφθούν έναντι της τελικής μητρικής επιχείρησης ή συγκεκριμένων οντοτήτων του ομίλου, με σκοπό την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης και τη συμμόρφωση με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 29 γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση· και
(β) προσδιορίζει τον τρόπο συντονισμού των δράσεων εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· και
(γ) καταρτίζει σχέδιο χρηματοδότησης το οποίο λαμβάνει υπόψη το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου και τις αρχές επιμερισμού της ευθύνης που παρατίθενται στο εν λόγω σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 13.
(6)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (7), ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης ενεργώντας η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου.
(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να ζητήσει από την ΕΑΑΕΣ να βοηθήσει στη λήψη κοινής απόφασης, σύμφωνα με το Άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(7) Σε περίπτωση που αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους διαφωνεί με τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης ή θεωρεί ότι χρειάζεται να αναλάβει ανεξάρτητες δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει μέτρα διαφορετικά από αυτά που προτείνονται στον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου όσον αφορά μια οντότητα που αναφέρεται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία α) έως ε) της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ στο εν λόγω κράτος μέλος για λόγους προστασίας του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, της πραγματικής οικονομίας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η αρχή εξυγίανσης ζητά να ενημερωθεί για τους λόγους της διαφωνίας ή τους λόγους απόκλισης της εν λόγω αρχής εξυγίανσης κράτους μέλους από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου και τις δράσεις ή τα μέτρα που προτίθεται να λάβει.
(8) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να λάβει κοινή απόφαση με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που συμφωνούν με τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σχετικά με μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει  οντότητες του ομίλου στη Δημοκρατία και στα κράτη μέλη των εν λόγω αρχών εξυγίανσης χωρίς τη συμμετοχή των αρχών εξυγίανσης που διαφωνούν.
(9) Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στα εδάφια (6) και (8), και οι δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών σύμφωνα με το εδάφιο (7), αναγνωρίζονται ως οριστικά και εφαρμόζονται από την αρχή εξυγίανσης στη Δημοκρατία.
(10) Η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει όλες τις δράσεις και τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στο παρόν άρθρο χωρίς καθυστέρηση και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης.
(11) Όταν δεν τίθεται σε εφαρμογή μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου, η αρχή εξυγίανσης, κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης όσον αφορά οποιαδήποτε οντότητα ομίλου στη Δημοκρατία, συνεργάζεται στενά με τις εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης, προκειμένου να επιτευχθεί συντονισμένη στρατηγική εξυγίανσης για όλες τις οντότητες του ομίλου οι οποίες βρίσκονται σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας.
(12) H αρχή εξυγίανσης όταν αναλαμβάνει οποιαδήποτε δράση εξυγίανσης όσον αφορά οποιαδήποτε οντότητα ομίλου ενημερώνει τακτικά και πλήρως τα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τις εν λόγω δράσεις ή μέτρα και την πρόοδό τους.
Εξυγίανση ομίλου σε περίπτωση που θυγατρική του ομίλου σε κράτος μέλος πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. 84.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης οντότητας ομίλου, διαβουλεύεται με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τα άλλα μέλη του σχετικού σώματος εξυγίανσης, με σκοπό την αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων των δράσεων εξυγίανσης ή των άλλων μέτρων στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας που κοινοποιεί αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους ως κατάλληλα σε σχέση με θυγατρική του ομίλου στο εν λόγω κράτος μέλος, στον όμιλο και σε οντότητες του ομίλου στη Δημοκρατία και σε άλλα κράτη μέλη, και ειδικότερα αξιολογεί κατά πόσο οι δράσεις εξυγίανσης ή τα άλλα μέτρα ενδεχομένως να οδηγούν σε πλήρωση των προϋποθέσεων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 26(1) ή στο άρθρο 27(3) σε σχέση με οντότητα του ομίλου στη Δημοκρατία.
(2)(α) Στην περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου αξιολογήσει ότι οι δράσεις εξυγίανσης ή τα άλλα μέτρα που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το εδάφιο (1) ενδεχομένως να οδηγούν σε πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 26(1) ή του άρθρου 27(3) σε σχέση με οντότητα του ομίλου στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος δυνάμει οικείας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, η αρχή εξυγίανσης αναμένει την υποβολή πρότασης από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου για μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου εντός πέντε (5) ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης σύμφωνα με το εδάφιο (1) ή εντός μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος εφόσον συναινεί η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους που πραγματοποιεί την κοινοποίηση βάσει του εδαφίου (1).
(β) Ελλείψει αξιολόγησης και υποβολής μηχανισμού εξυγίανσης ομίλου εκ μέρους της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εντός πέντε (5) ημερών ή εντός μεγαλύτερης προθεσμίας που έχει συμφωνηθεί δυνάμει της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους που προέβη στην κοινοποίηση του εδαφίου (1) δύναται να αναλάβει τις δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει τα άλλα μέτρα που κοινοποίησε σύμφωνα με το εν λόγω εδάφιο, που αναγνωρίζονται ως οριστικά και εφαρμόζονται από την αρχή εξυγίανσης στη Δημοκρατία.
(3)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (4), ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, της αρχής εξυγίανσης όταν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης οντότητας ομίλου και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου.
(β) Ο μηχανισμός εξυγίανσης του ομίλου πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 83(5).
(γ) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να ζητήσει από την ΕΑΑΕΣ να βοηθήσει στη λήψη κοινής απόφασης, σύμφωνα με το Άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(4) (α) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης διαφωνήσει με τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ή θεωρεί ότι χρειάζεται να αναλάβει ανεξάρτητες δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει μέτρα διαφορετικά από αυτά που προτείνονται στον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου όσον αφορά μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σχετική οντότητα για λόγους προστασίας του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, της πραγματικής οικονομίας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας τότε:
(i) Εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους της διαφωνίας της ή τους λόγους απόκλισης από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου· και
(ii) κοινοποιεί στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και στις λοιπές αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου τους λόγους που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i)· και
(iii) ενημερώνει την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών τις οποίες αφορά ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου σχετικά με τις δράσεις ή τα μέτρα εξυγίανσης που θα λάβει.
(β) Η αρχή εξυγίανσης, όταν εκθέτει τους λόγους της διαφωνίας της, λαμβάνει δεόντως υπόψη τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, τον πιθανό αντίκτυπο των δράσεων εξυγίανσης ή των μέτρων στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των οικείων κρατών μελών, καθώς και τον πιθανό αντίκτυπο των εν λόγω δράσεων ή μέτρων εξυγίανσης στα υπόλοιπα τμήματα του ομίλου.
(5) Όταν η αρχή εξυγίανσης συμφωνεί με τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, δύναται να λάβει κοινή απόφαση με αρχές εξυγίανσης άλλων κρατών μελών που συμφωνούν σχετικά με μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει  οντότητες του ομίλου στη Δημοκρατία και στα κράτη μέλη των εν λόγω αρχών εξυγίανσης χωρίς τη συμμετοχή των αρχών εξυγίανσης που διαφωνούν.
(6) Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στο εδάφιο  (3), οι μεμονωμένες δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με το εδάφιο (4) και κατά συνέπεια οι δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών για τις υπόλοιπες οντότητες του ομίλου, καθώς και η κοινή απόφαση και οι μεμονωμένες αποφάσεις αρχών εξυγίανσης κρατών μελών που αναφέρονται στο εδάφιο (5), αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται στη Δημοκρατία.
(7) Η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει όλες τις δράσεις και τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στο παρόν άρθρο χωρίς καθυστέρηση και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης.
(8) Όταν δεν τίθεται σε εφαρμογή μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου, η αρχή εξυγίανσης, κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης όσον αφορά οποιαδήποτε οντότητα ομίλου στη Δημοκρατία, συνεργάζεται  στενά με τις εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης, προκειμένου να επιτευχθεί συντονισμένη στρατηγική εξυγίανσης για όλες τις οντότητες του ομίλου οι οποίες βρίσκονται σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας.
(9) Η αρχή εξυγίανσης όταν  αναλαμβάνει οποιαδήποτε δράση εξυγίανσης σε σχέση με μια οντότητα ομίλου στη Δημοκρατία ενημερώνει τακτικά και πλήρως τα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τις εν λόγω δράσεις ή μέτρα και την πρόοδό τους.
Εξυγίανση ομίλου όταν η αρχή εξυγίανσης ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και η τελική μητρική επιχείρηση πληροί τις προϋποθέσεις για εξυγίανση. 85.-(1)(α) Όταν η αρχή εξυγίανσης, ενεργώντας ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, αποφασίζει ότι μια τελική μητρική επιχείρηση, για την οποία είναι αρμόδια, πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 26(1) ή του άρθρου 27(3), κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 82(2) στην εποπτική αρχή, ως την αρχή εποπτείας του ομίλου, και στα λοιπά μέλη του σώματος εξυγίανσης του εν λόγω ομίλου.

 

 

 

 

(β) Οι δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 82 δύναται να περιλαμβάνουν την υλοποίηση μηχανισμού εξυγίανσης ομίλου, ο οποίος καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 83(5) σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις:
(i) Οι δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα σε επίπεδο μητρικής επιχείρησης, που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 82 ενδέχεται να οδηγούν σε πλήρωση των προϋποθέσεων του Άρθρου 19, παράγραφος 1 ή του Άρθρου 20, παράγραφος 3 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ σε σχέση με οντότητα του ομίλου σε  κράτος μέλος·
(ii) οι δράσεις εξυγίανσης ή άλλα μέτρα στο επίπεδο μόνο της μητρικής επιχείρησης δεν επαρκούν για τη σταθεροποίηση της κατάστασης ή ενδέχεται να μην καταλήξουν σε βέλτιστο αποτέλεσμα·
(iii) μία ή περισσότερες θυγατρικές επιχειρήσεις πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 19, παράγραφος 1 ή στο Άρθρο 20, παράγραφος 3 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ κατά τη διαπίστωση της αρχής εξυγίανσης ή των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών που είναι αρμόδιες για τις θυγατρικές αυτές·
(iv) από τις δράσεις εξυγίανσης ή τα άλλα μέτρα σε επίπεδο ομίλου θα ωφεληθούν οι θυγατρικές επιχειρήσεις του ομίλου κατά τρόπο που καθιστά ενδεδειγμένο έναν μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου.
(2) Στην περίπτωση που οι δράσεις ή τα μέτρα που προτείνει η αρχή εξυγίανσης δεν περιλαμβάνουν μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει την απόφασή της μετά από διαβούλευση με τα μέλη του σώματος εξυγίανσης.
(3)(α) Στην περίπτωση που οι δράσεις ή τα μέτρα που προτείνει η αρχή εξυγίανσης περιλαμβάνουν μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου, ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου.
(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να ζητήσει από την ΕΑΑΕΣ να βοηθήσει στη λήψη κοινής απόφασης, σύμφωνα με το Άρθρο 31, παράγραφος 2, στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(4) Στην περίπτωση που αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους διαφωνεί ή αποκλίνει από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης ή θεωρεί ότι, για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, χρειάζεται να αναλάβει ανεξάρτητες δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει μέτρα διαφορετικά από αυτά που προτείνονται στον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου όσον αφορά οντότητα που αναφέρεται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία α) έως ε) της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ στο εν λόγω κράτος μέλος, η αρχή εξυγίανσης ζητά να ενημερωθεί για τους λόγους διαφωνίας ή τους λόγους απόκλισης της εν λόγω αρχής εξυγίανσης κράτους μέλους από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου και τις δράσεις ή τα μέτρα που προτίθεται να λάβει.
(5) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να λάβει κοινή απόφαση με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που συμφωνούν με τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σχετικά με μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει  οντότητες του ομίλου στη Δημοκρατία και στα κράτη μέλη των εν λόγω αρχών εξυγίανσης χωρίς τη συμμετοχή των αρχών εξυγίανσης που διαφωνούν.
 (6) Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στα εδάφια (3) και (5), και οι δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών σύμφωνα με το εδάφιο (4), αναγνωρίζονται ως οριστικά και εφαρμόζονται από την αρχή εξυγίανσης στη Δημοκρατία.
(7) Η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει όλες τις δράσεις και τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στο παρόν άρθρο χωρίς καθυστέρηση και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης.
(8) Όταν δεν τίθεται σε εφαρμογή μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου, η αρχή εξυγίανσης, κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης όσον αφορά οποιαδήποτε οντότητα ομίλου στη Δημοκρατία, συνεργάζεται στενά με τις εμπλεκόμενες αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης, προκειμένου να επιτευχθεί συντονισμένη στρατηγική εξυγίανσης για όλες τις επηρεαζόμενες οντότητες του ομίλου.
(9) H αρχή εξυγίανσης όταν αναλαμβάνει οποιαδήποτε δράση εξυγίανσης όσον αφορά οποιαδήποτε οντότητα ομίλου στη Δημοκρατία ενημερώνει τακτικά και πλήρως τα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τις εν λόγω δράσεις ή μέτρα και την πρόοδό τους.
ΜΕΡΟΣ  VIII: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Αναγνώριση και εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας. 86.-(1) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όσον αφορά διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτες χώρες, εκτός εάν και έως ότου τεθεί σε εφαρμογή διεθνής συμφωνία με την οικεία τρίτη χώρα σύμφωνα με το Άρθρο 75, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η αναγνώριση και η εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης σε τρίτη χώρα δεν διέπονται από την εν λόγω συμφωνία, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και μετά την έναρξη της ισχύος της.

(2) (α) Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει εάν θα αναγνωρίσει και θα εκτελέσει, πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 87, τις διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα που αφορούν θυγατρική επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ που έχει την έδρα της στη Δημοκρατία ή υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ που βρίσκεται στη Δημοκρατία ή μητρική επιχείρηση.
(β) Η απόφαση λαμβάνει δεόντως υπόψη τα συμφέροντα κάθε κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή η μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας, και ιδίως τον ενδεχόμενο αντίκτυπο που θα έχει η αναγνώριση και εκτέλεση της διαδικασίας εξυγίανσης τρίτης χώρας στα άλλα μέλη του ομίλου και τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των εν λόγω κρατών μελών.
(3) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:
(α) Άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά τα εξής:
(i) Στοιχεία ενεργητικού ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας τα οποία βρίσκονται στη Δημοκρατία ή διέπονται από το κυπριακό δίκαιο·
(ii) δικαιώματα ή υποχρεώσεις ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας που έχουν εγγραφεί στα βιβλία από το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας στη Δημοκρατία ή διέπονται από το κυπριακό δίκαιο, ή σε περίπτωση που οι απαιτήσεις επί των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι εκτελεστές στη Δημοκρατία·
(β) ολοκλήρωση, μεταξύ άλλων ζητώντας από άλλο πρόσωπο να προβεί σε ενέργειες για την ολοκλήρωση, μεταβίβασης μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας σε θυγατρική επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ η οποία είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία·
(γ) άσκηση των εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 56, 57 ή 58 όσον αφορά τα δικαιώματα οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους μιας σύμβασης με οντότητα που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου, εφόσον οι εξουσίες αυτές είναι απαραίτητες για να εκτελεστούν οι διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας· και
(δ) να καθιστά μη εκτελεστό κάθε συμβατικό δικαίωμα για καταγγελία ή επίσπευση συμβάσεων, ή τροποποίηση των συμβατικών δικαιωμάτων, των οντοτήτων που αναφέρονται στο εδάφιο (2) και άλλων οντοτήτων ομίλου, όταν το δικαίωμα αυτό προκύπτει από δράση εξυγίανσης που έχει αναληφθεί σε σχέση με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας των οντοτήτων αυτών, ή άλλων οντοτήτων του ομίλου, είτε έχει ληφθεί από την ίδια την αρχή εξυγίανσης της τρίτης χώρας είτε λόγω της εν γένει εφαρμογής νομοθετικών ή ρυθμιστικών απαιτήσεων σχετικά με τις ρυθμίσεις εξυγίανσης στην εν λόγω χώρα, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης και η παροχή εξασφάλισης.
(4) (α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται, όποτε αυτό είναι αναγκαίο για λόγους δημόσιου συμφέροντος, να αναλάβει δράση εξυγίανσης σε σχέση με μητρική επιχείρηση όταν η σχετική αρχή της τρίτης χώρας διαπιστώνει ότι μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που είναι θυγατρική επιχείρηση αυτής της μητρικής επιχείρησης και έχει συσταθεί στην τρίτη χώρα πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης βάσει της νομοθεσίας της εν λόγω τρίτης χώρας.
(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να ασκεί οποιαδήποτε εξουσία εξυγίανσης σε σχέση με την εν λόγω μητρική επιχείρηση και εφαρμόζεται κατ’ αναλογία το άρθρο 55.
(5) Η αναγνώριση και η επιβολή της εφαρμογής διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας πραγματοποιείται χωρίς επηρεασμό της κυπριακής νομοθεσίας περί των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας η οποία εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο.
Δικαίωμα άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης της εφαρμογής των διαδικασιών εξυγίανσης σε τρίτες χώρες. 87. Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει ή να εκτελέσει διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 86, εφόσον κρίνει ότι:
(α) Οι διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα θα είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος· ή
(β) είναι αναγκαία ανάληψη ανεξάρτητης δράσης εξυγίανσης, βάσει του άρθρου 88, όσον αφορά υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ που βρίσκεται στη Δημοκρατία, προκειμένου να επιτευχθεί ένας ή περισσότεροι από τους στόχους εξυγίανσης· ή
(γ) οι πιστωτές δεν θα ετύγχαναν, στο πλαίσιο των  διαδικασιών εξυγίανσης στην τρίτη χώρα,  της ίδιας μεταχείρισης με τους πιστωτές της τρίτης χώρας με παρόμοια νομικά δικαιώματα σύμφωνα με το δίκαιο της τρίτης χώρας· ή
(δ) η αναγνώριση ή η εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας θα είχε σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη Δημοκρατία· ή
(ε) ότι οι συνέπειες της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης της εφαρμογής των εν λόγω διαδικασιών θα ήταν αντίθετες προς το κυπριακό δίκαιο.
Εξυγίανση υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας στη Δημοκρατία. 88.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αναλαμβάνει δράση όσον αφορά υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας στη Δημοκρατία το οποίο δεν υπόκειται σε διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα ή υπόκειται στις εν λόγω διαδικασίες και ισχύει μία από τις περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 87.
(β) Κατά την ανάληψη δράσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία το άρθρο 55.
(2) Η αναφερόμενη στο εδάφιο (1) δράση δύναται να λαμβάνεται από την αρχή εξυγίανσης, εφόσον η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι είναι αναγκαίο να αναληφθεί δράση για λόγους δημοσίου συμφέροντος και πληρούται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Το υποκατάστημα της επιχείρησης τρίτης χώρας στη Δημοκρατία δεν πληροί πλέον, ή είναι πιθανόν να μην πληροί, τις προϋποθέσεις αδειοδότησης και λειτουργίας του στη Δημοκρατία και καμιά ενέργεια του ιδιωτικού τομέα, της εποπτικής αρχής ή της σχετικής τρίτης χώρας, δεν προσδοκάται εύλογα ότι θα αποκαταστήσει τη συμμόρφωση του υποκαταστήματος ή θα αποτρέψει την αφερεγγυότητά του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος·
(β) η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση της τρίτης χώρας, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμεί, ή πιθανόν να μην είναι σε θέση, να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της έναντι των πιστωτών που βρίσκονται στην ΕΕ, ή τις υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί ή εγγραφεί μέσω του υποκαταστήματος, όπως οι πληρωμές προς κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου ή δικαιούχους, όταν καθίστανται απαιτητές, και η αρχή εξυγίανσης έχει πειστεί ότι δεν έχουν κινηθεί ούτε πρόκειται να κινηθούν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, διαδικασίες εξυγίανσης ή αφερεγγυότητας από την τρίτη χώρα όσον αφορά την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση της τρίτης χώρας·
(γ) η σχετική αρχή της τρίτης χώρας έχει κινήσει διαδικασίες εξυγίανσης σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο έναντι της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της τρίτης χώρας, ή έχει κοινοποιήσει στην αρχή εξυγίανσης την πρόθεσή της να κινήσει την εν λόγω διαδικασία.
(3) Η αρχή εξυγίανσης, όταν αναλαμβάνει ανεξάρτητη δράση έναντι υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας στη Δημοκρατία, λαμβάνει υπόψη τους στόχους εξυγίανσης και αναλαμβάνει τη δράση σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές και απαιτήσεις, εφόσον είναι σχετικές με την προκειμένη περίπτωση:
(α) Τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 29·
(β) τις απαιτήσεις σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης που καθορίζονται στο Κεφάλαιο II του Μέρους V.
Συνεργασία με τις αρχές τρίτων χωρών. 89.-(1) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται όσον αφορά τη συνεργασία με τρίτες χώρες, εκτός εάν και έως ότου τεθεί σε εφαρμογή διεθνής συμφωνία με την οικεία τρίτη χώρα σύμφωνα με το Άρθρο 75, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ:

 

Νοείται ότι, εφόσον τα θέματα που ρυθμίζονται στο παρόν άρθρο δεν διέπονται από την εν λόγω συμφωνία, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και μετά την έναρξη της ισχύος της διεθνούς συμφωνίας.

(2) Η εποπτική αρχή ή η αρχή εξυγίανσης, κατά περίπτωση, δύναται να συνάπτει ρυθμίσεις συνεργασίας με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών, οι οποίες είναι σύμφωνες με το τυχόν  υφιστάμενο πλαίσιο ρυθμίσεων που δύναται να συνάπτει η ΕΑΑΕΣ βάσει του Άρθρου 79, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ.
(3) Η εποπτική αρχή ή η αρχή εξυγίανσης, κατά περίπτωση, κοινοποιεί στην ΕΑΑΕΣ τις ρυθμίσεις συνεργασίας που συνάπτονται κατά το παρόν άρθρο.
Ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών. 90.-(1) Η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή, κατά περίπτωση, ανταλλάσσει εμπιστευτικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης, με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Οι αρχές των τρίτων χωρών υπόκεινται σε απαιτήσεις και πρότυπα επαγγελματικού απορρήτου που θεωρούνται τουλάχιστον ισοδύναμα, κατά την άποψη όλων των εμπλεκόμενων αρχών, με αυτά που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 73· στο βαθμό που η ανταλλαγή πληροφοριών αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ο χειρισμός και η διαβίβαση αυτών των προσωπικών δεδομένων σε αρχές τρίτων χωρών γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων του κυπριακού δικαίου και του δικαίου της ΕΕ.
(β) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των ενεργειών εξυγίανσης από τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας, οι οποίες είναι συγκρίσιμες με εκείνες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και, με την επιφύλαξη της παραγράφου (α), δεν χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς.
(2) Όταν οι εμπιστευτικές πληροφορίες προέρχονται από κράτος μέλος, η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή, κατά περίπτωση, δεν τις γνωστοποιεί στις σχετικές αρχές τρίτων χωρών, εκτός εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Η σχετική αρχή του κράτους μέλους από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες συμφωνεί, ως η αρχή προέλευσης, για την εν λόγω γνωστοποίηση·
(β) οι πληροφορίες γνωστοποιούνται μόνον για τους σκοπούς που επιτρέπονται από τη σχετική αρχή του κράτους μέλους ως η αρχή προέλευσης.
(3) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στην ανταλλαγή πληροφοριών που λαμβάνει ο Υπουργός σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο.
ΜΕΡΟΣ ΙΧ – ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Χρήση του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. 91.-(1) (α) Η αρχή εξυγίανσης χρησιμοποιεί το ταμείο εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων για να διασφαλίσει ότι έχει στη διάθεσή της επαρκή κεφάλαια, μέσω εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων εισφορών ή συνδυασμού αυτών από κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και από υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών στη Δημοκρατία για να καλύψει τουλάχιστον την καταβολή της διαφοράς στους μετόχους, τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους, τους αιτούντες ή άλλους πιστωτές που αναφέρονται στο άρθρο 64.
(β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να χρησιμοποιήσει το ταμείο εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων για να καλύπτει άλλες δαπάνες που συνδέονται με τη χρήση μέτρων εξυγίανσης, στον βαθμό που η χρήση του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι απαραίτητη για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.
(2) Η χρήση του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι σύμφωνη με τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 29.
(3) Όταν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία και λειτουργεί σε κράτος μέλος στο πλαίσιο του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το ταμείο εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων χρησιμοποιείται για την παροχή αποζημίωσης στους μετόχους, τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους, τους αιτούντες ή άλλους πιστωτές σύμφωνα με το άρθρο 64.

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η επιχείρηση υπό εξυγίανση είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος και λειτουργεί στην Δημοκρατία στο πλαίσιο του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, χρησιμοποιούνται οι χρηματοδοτικές ρυθμίσεις του εν λόγω κράτους μέλους για την παροχή αποζημίωσης στους μετόχους, τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους, τους αιτούντες ή άλλους πιστωτές σύμφωνα με το Άρθρο 57 της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ.

(4) Η Επιτροπή, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2(1) του Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016, δύναται να εκδίδει οδηγίες ή κανονισμούς για τη ρύθμιση του τρόπου λειτουργίας του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη χρήση των κεφαλαίων του ταμείου, τον τρόπο υπολογισμού των εισφορών, τη συχνότητα καταβολής τους και τον καθορισμό επιπέδου στόχου του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.
ΜΕΡΟΣ  X: ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΕΠΟΠΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΗΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
Εξουσία έκδοσης οδηγιών και διαταγμάτων. 92.-(1) Η αρχή εξυγίανσης, για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου καθώς και για την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων και εξουσιών της, δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες ή διατάγματα, τα οποία γνωστοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε ορίσει.
(2) Η εποπτική αρχή, για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου καθώς και για την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων και εξουσιών της, δύναται να εκδίδει οδηγίες αναφορικά με γενικά, ειδικά ή συγκεκριμένα θέματα που αφορούν στην εφαρμογή του παρόντος Νόμου, άλλα από αυτά που ρυθμίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις ή με ρυθμιστικά ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθώς επίσης και οδηγίες σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις κατά την έννοια του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
(3) Για την εφαρμογή των εξουσιών που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2) η αρχής εξυγίανσης και η εποπτική αρχή λαμβάνουν υπόψη τη διεθνή πρακτική και τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΑΕΣ.
Εξουσία συλλογής πληροφοριών. 93.-(1) Η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή δύναται να ζητεί και να συλλέγει πληροφορίες απαραίτητες ή χρήσιμες για την άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων της, καθώς και να απαιτεί  μέσα σε ταχθείσα προθεσμία, με γραπτό αίτημά της και χωρίς προειδοποίηση, την παροχή πληροφοριών από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή, κατά την απόλυτή της κρίση, θεωρεί ότι είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες.
(2) Η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή, με γραπτό αίτημά της και χωρίς προειδοποίηση, καθορίζει το σκοπό της έρευνας, τη διάταξη στην οποία βασίζεται η εξουσία της, την τασσόμενη προς παροχή των πληροφοριών προθεσμία και τις ενδεχόμενες κυρώσεις, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) υποχρέωση παροχής πληροφοριών.
(3) Κάθε πρόσωπο, στο οποίο απευθύνεται το αίτημα της αρχής εξυγίανσης ή/και της εποπτικής αρχής για συλλογή πληροφοριών, έχει υποχρέωση προς έγκαιρη, πλήρη και ακριβή παροχή των ζητούμενων πληροφοριών.
(4) Σε περίπτωση άρνησης οποιουδήποτε προσώπου να συμμορφωθεί με αίτημα της αρχής εξυγίανσης ή/και της εποπτικής αρχής για παροχή πληροφοριών εντός της ταχθείσας προθεσμίας ή, σε περίπτωση που αυτό αρνείται να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες ή επιδεικνύει ή προσκομίζει ελλιπείς ή ψευδείς ή παραποιημένες πληροφορίες, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή δύναται να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 95.
(5) Οι πληροφορίες που παρέχονται στην αρχή εξυγίανσης ή/και στην εποπτική αρχή κατά την άσκηση της εξουσίας της είναι εμπιστευτικής φύσεως και δύναται να χρησιμοποιηθούν μόνο για τους σκοπούς άσκησης των αρμοδιοτήτων της.
(6) Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο περιλαμβάνουν –
(α) Κάθε είδους γραπτών στοιχείων και πληροφοριών, περιλαμβανομένων των πρακτικών των συνεδριάσεων οποιουδήποτε νομικού προσώπου και πληροφοριών εναποθηκευμένων σε ηλεκτρονικά μέσα,
(β) οποιαδήποτε στοιχεία, τα οποία πρόσωπο κατέχει υπό την ιδιότητά του ως καταπιστευματοδόχος, συμπεριλαμβανομένης και της πραγματικής ταυτότητας των πραγματικών δικαιούχων των χρηματοοικονομικών μέσων ή δικαιωμάτων σε σχέση με τα οποία, άμεσα ή έμμεσα, είναι καταπιστευματοδόχος.
(7) Οποιοδήποτε πρόσωπο λαμβάνει αίτημα της αρχής εξυγίανσης ή/και της εποπτικής αρχής για παροχή πληροφοριών δυνάμει του παρόντος άρθρου, δεν το κοινοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο και το χειρίζεται με πλήρη εμπιστευτικότητα.
Εξουσία εισόδου και έρευνας.

 

94.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή ή εντεταλμένο από αυτήν πρόσωπο, δύναται να διενεργεί έρευνες, απαραίτητες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ή για τη διερεύνηση ενδεχόμενης παράβασης των δυνάμει του παρόντος Νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων και, προς τούτο, δύναται να ζητεί και να συλλέγει πληροφορίες, να εισέρχεται σε γραφεία και επαγγελματικούς χώρους και να ελέγχει αρχεία, βιβλία, λογαριασμούς, άλλα έγγραφα και στοιχεία εναποθηκευμένα σε ηλεκτρονικά μέσα και να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματα τους:

 

Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή δύναται να λαμβάνει αποσπάσματα αρχείων, βιβλίων, λογαριασμών άλλων εγγράφων και στοιχείων, εάν έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι τα αποσπάσματα αυτά είναι δυνατό να αποβούν χρήσιμα, για σκοπούς απόδειξης σε ποινική διαδικασία αναφορικά με οποιαδήποτε παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή με εκδιδόμενα δυνάμει αυτού διατάγματα.

(β) Σε περίπτωση άρνησης πρόσβασης σε πληροφορίες, αρχεία, βιβλία, λογαριασμούς, καθώς και σε άλλα έγγραφα και στοιχεία εναποθηκευμένα σε ηλεκτρονικά μέσα, η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή δύναται να προβαίνει σε άμεση κατάσχεση των σχετικών πληροφοριών, αρχείων, βιβλίων, λογαριασμών και άλλων εγγράφων και στοιχείων και των ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων:

 

Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή επιστρέφει οτιδήποτε κατασχέθηκε δυνάμει του παρόντος εδαφίου στον κάτοχό του, ευθύς ως περατωθεί ο σκοπός, για τον οποίο προέβηκε στην κατάσχεση και, σε κάθε περίπτωση, εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία της κατάσχεσης.

(2) Με την επιφύλαξη του Άρθρου 16.2 του Συντάγματος, η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή δύναται να διενεργεί έρευνες σε υποστατικό κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που εμπίπτει εντός των αρμοδιοτήτων της δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και, σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή, κατά την απόλυτη της κρίση της, θεωρεί ότι είναι σε θέση να δώσει τις απαιτούμενες πληροφορίες και στοιχεία.
(3) Η έρευνα διενεργείται ύστερα από ειδοποίηση της αρχής εξυγίανσης ή/και της εποπτικής αρχής, η οποία είτε αποστέλλεται από προηγουμένως είτε επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο αφορά η ειδοποίηση κατά την ημερομηνία και ώρα έναρξης της έρευνας.
(4) Η ειδοποίηση της αρχής εξυγίανσης ή/και της εποπτικής αρχής είναι γραπτή, ορίζει την ημερομηνία και ώρα έναρξης της έρευνας, το σκοπό της, τη διάταξη στην οποία βασίζεται η συναφής εξουσία της αρχής εξυγίανσης ή/και της εποπτικής αρχής και τις ενδεχόμενες κυρώσεις σε περίπτωση άρνησης του προσώπου, το οποίο η ειδοποίηση αφορά, να συμμορφωθεί προς την ειδοποίηση.
(5) Η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή δύναται να καλεί σε κατάθεση πρόσωπα που δυνατό να έχουν στοιχεία ή να γνωρίζουν οτιδήποτε σχετικά με την υπό διενέργεια έρευνα και να ορίζει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για να ακούσει μαρτυρία και να πάρει, εκ μέρους της, γραπτή ή ηχογραφημένη κατάθεση από τα πρόσωπα αυτά, τα οποία προσέρχονται ενώπιον του εντεταλμένου προσώπου και παρέχουν τις πληροφορίες που κατέχουν.
(6) Οποιοδήποτε πρόσωπο, στο οποίο απευθύνεται αίτημα της αρχής εξυγίανσης ή/και της εποπτικής αρχής έχει υποχρέωση προς έγκαιρη, πλήρη και ακριβή συμμόρφωση.
(7) Σε περίπτωση άρνησης οποιουδήποτε προσώπου να συμμορφωθεί με ειδοποίησή της αρχής εξυγίανσης ή/και της εποπτικής αρχής για έρευνα ή στην κλήση για κατάθεση δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή, σε περίπτωση που αυτό δεν προσκομίζει ή προσκομίζει ή επιδεικνύει ελλιπή ή ψευδή ή παραποιημένα τα αιτηθέντα αρχεία, βιβλία, λογαριασμούς ή άλλα έγγραφα ή στοιχεία ή πληροφορίες, η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή δύναται να του επιβάλει, χωρίς επηρεασμό της εξουσίας της για κατάσχεση κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1), διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 95.
(8) Οι πληροφορίες που περιέρχονται στην κατοχή της αρχής εξυγίανσης ή/και της εποπτικής αρχής κατά την άσκηση της εξουσίας της είναι εμπιστευτικής φύσης και δύναται να χρησιμοποιηθούν μόνο για τους σκοπούς άσκησης των αρμοδιοτήτων της.
(9) Οποιοδήποτε πρόσωπο λαμβάνει αίτημα της αρχής εξυγίανσης ή/και της εποπτικής αρχής, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δεν το κοινοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο και το χειρίζεται με πλήρη εμπιστευτικότητα.
(10) Η αρχή εξυγίανσης ή/και η εποπτική αρχή δύναται να ζητεί τη συνδρομή της Αστυνομίας, προκειμένου να καταστεί ικανή να ασκήσει τις εξουσίες της, κατά τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο.
Εξουσία επιβολής διοικητικών μέτρων και κυρώσεων. 95.-(1)(α) Σε περίπτωση κατά την οποία η εποπτική αρχή ή η αρχή εξυγίανσης, κατά την άσκηση των εξουσιών ή αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων διαταγμάτων ή οδηγιών, διαπιστώνει ότι καλυπτόμενο πρόσωπο προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη κατά παράβαση οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων διαταγμάτων ή οδηγιών, η εποπτική αρχή ή η αρχή εξυγίανσης, ανάλογα με το είδος της παράβασης, αφού προηγουμένως καλέσει σε απολογία το εν λόγω πρόσωπο, δύναται να επιβάλει για κάθε παράβαση, σταθμίζοντας κατά την απόλυτη της κρίση τη βαρύτητα της παράβασης, διοικητικό μέτρο ή διοικητικό πρόστιμο ή άλλες διοικητικές κυρώσεις, περιλαμβανομένων των ακόλουθων:
(i) Δημόσια ανακοίνωση που αναφέρει το υπαίτιο καλυπτόμενο πρόσωπο, το υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης∙
(ii) απαίτηση προς το υπαίτιο καλυπτόμενο πρόσωπο ή υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο για παύση της επίμαχης συμπεριφοράς και για μη επανάληψή της στο μέλλον∙
(iii) προσωρινή απαγόρευση οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή ανώτατων διοικητικών στελεχών ή άλλου υπαίτιου φυσικού προσώπου να ασκεί οποιαδήποτε καθήκοντα στο καλυπτόμενο πρόσωπο∙
(iv) διοικητικό πρόστιμο στο ίδιο το καλυπτόμενο πρόσωπο ύψους έως το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος· σε περίπτωση που το υπαίτιο καλυπτόμενο πρόσωπο είναι θυγατρική επιχείρηση μητρικής επιχείρησης, ο σχετικός κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών που προκύπτει από τους ενοποιημένους λογαριασμούς της τελικής μητρικής επιχείρησης κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος∙
(v) διοικητικό πρόστιμο σε φυσικό πρόσωπο μέχρι και πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000)∙
(vi) διοικητικό πρόστιμο μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν.
(β) Η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι το εύρος των διοικητικών μέτρων, διοικητικών προστίμων και λοιπών διοικητικών κυρώσεων που επιβάλει δυνάμει του παρόντος εδαφίου έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.
(2) Σε περίπτωση που καλυπτόμενο πρόσωπο παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και διαταγμάτων, οποιοδήποτε ανώτατο διοικητικό στέλεχος ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή άλλο φυσικό πρόσωπο που φέρει ευθύνη για τέτοια παράβαση, υπόκειται στα διοικητικά μέτρα, διοικητικά πρόστιμα και λοιπές διοικητικές κυρώσεις του εδαφίου (1), όπου αυτές εφαρμόζονται.
(3) Κατά την άσκηση των εξουσιών επιβολής διοικητικών μέτρων, διοικητικών προστίμων ή λοιπών διοικητικών κυρώσεων, η αρχή εξυγίανσης και η εποπτική αρχή συνεργάζονται στενά, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα διοικητικά μέτρα, διοικητικά πρόστιμα ή οι λοιπές διοικητικές κυρώσεις θα φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα και, σε περίπτωση διασυνοριακών υποθέσεων, συντονίζουν τις ενέργειές τους.
(4) Η αρχή εξυγίανσης και η εποπτική αρχή ασκούν τις εξουσίες τους για την επιβολή διοικητικών μέτρων, διοικητικών προστίμων και λοιπών διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και με το κυπριακό δίκαιο με οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους:
(α) Άμεσα·
(β) σε συνεργασία με άλλες αρχές·
(γ) υπό την ευθύνη της με ανάθεση καθηκόντων σε άλλες αρχές·
(δ) κατόπιν αίτησης προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.
(5) Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την αρχή εξυγίανσης και την εποπτική αρχή σύμφωνα με το παρόν άρθρο δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(6) Διοικητικές κυρώσεις, διοικητικό πρόστιμο και λοιπά διοικητικά μέτρα επιβάλλονται, διαζευκτικά ή σωρευτικά, με απόφαση της αρχής εξυγίανσης ή της εποπτικής αρχής, κατά περίπτωση, ιδίως στις ακόλουθες περιπτώσεις, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση παράβασης του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή διαταγμάτων:
(α) Σε περίπτωση μη κατάρτισης, τήρησης και επικαιροποίησης σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης ομίλου κατά παράβαση του άρθρου 6 ή 8 αντίστοιχα·
(β) σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την υποχρέωση παροχής πληροφοριών προς την αρχή εξυγίανσης κατά την κατάρτιση, αναπροσαρμογή, επικαιροποίηση και εφαρμογή των σχεδίων εξυγίανσης, κατά παράβαση του άρθρου 15 ή 49(1)(β)(i)·
(γ) σε περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σχετικής οντότητας δεν έχει γνωστοποιήσει στην εποπτική αρχή το γεγονός ότι η εν λόγω οντότητα τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας, κατά παράβαση του άρθρου 70(1).
(δ)  σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την υποχρέωση λήψης μέτρων από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης εντός της σχετικής προθεσμίας, κατά παράβαση του άρθρου 20(4)·
(ε) σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρχή εξυγίανσης, κατά παράβαση οποιασδήποτε διάταξης του άρθρου 20(5)(α) έως (ι)·
(στ) σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την υποχρέωση παροχής λειτουργικών υπηρεσιών και υποδομών, κατά παράβαση του άρθρου 52·
(ζ) σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προσώπου με απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 54(1)(α), (β) ή (γ)·
(7)(α) Η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή, κατά περίπτωση, δημοσιοποιούν στον διαδικτυακό τους τόπο, οποιοδήποτε διοικητικό μέτρο, διοικητικό πρόστιμο ή άλλη διοικητική κύρωση επιβάλλουν δυνάμει του παρόντος άρθρου για παραβάσεις είτε του παρόντος Νόμου είτε των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή διαταγμάτων, περιλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται το διοικητικό μέτρο, το διοικητικό πρόστιμο ή άλλη διοικητική κύρωση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις.
(β) Σε περίπτωση που απόφαση της αρχής εξυγίανσης ή της εποπτικής αρχής, κατά περίπτωση, για την επιβολή διοικητικού προστίμου ή άλλης διοικητικής κύρωσης ανακληθεί από την ίδια ή ακυρωθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο, η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή, κατά περίπτωση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση δημοσιεύει σχετικές πληροφορίες στο ιστότοπό της.
(8)(α) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή, κατόπιν αξιολόγησης, κατά περίπτωση, σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσιοποίησης της ταυτότητας των νομικών προσώπων, ή της ταυτότητας ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικών προσώπων, κρίνει ότι η εν λόγω δημοσιοποίηση θα ήταν δυσανάλογη, ή σε περίπτωση που η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή μια εν εξελίξει έρευνα, η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή πράττει ένα από τα ακόλουθα:
(i) Αναβάλλει τη δημοσιοποίηση της απόφασης για επιβολή διοικητικών μέτρων, διοικητικών προστίμων ή άλλης διοικητικής κύρωσης έως ότου παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για αυτή την αναβολή·
(ii) δημοσιεύει την απόφαση για επιβολή διοικητικών μέτρων, διοικητικών προστίμων ή άλλης διοικητικής κύρωσης σε ανώνυμη βάση, εφόσον η εν λόγω ανώνυμη δημοσίευση θα εξασφάλιζε αποτελεσματική προστασία των σχετικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·
(iii) δεν δημοσιεύει την απόφαση για επιβολή διοικητικών μέτρων, διοικητικών προστίμων ή άλλης διοικητικής κύρωσης όταν, κατά την άποψή της, η δημοσιοποίηση σύμφωνα με το στοιχείο (i) ή (ii) δεν θα επαρκούσε για να διασφαλιστεί ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω δεδομένων είναι αναλογική σε σχέση με μέτρα που θεωρούνται ήσσονος σημασίας.
(β) Η αρχή εξυγίανσης και η εποπτική αρχή διασφαλίζουν ότι κάθε δημοσίευση δυνάμει του παρόντος άρθρου παραμένει στον επίσημο ιστότοπό τους για τουλάχιστον πέντε (5) έτη.
(γ) Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διατηρούνται στον επίσημο ιστότοπο της αρχής εξυγίανσης ή της εποπτικής αρχής, κατά περίπτωση, μόνο για το αναγκαίο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
(9) Κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών μέτρων, διοικητικών προστίμων ή άλλων διοικητικών κυρώσεων και του ύψους των διοικητικών προστίμων, η εποπτική αρχή και η αρχή εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, περιλαμβανομένων, όπου αρμόζει, των ακολούθων:
(α) Τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης·
(β) τον βαθμό ευθύνης του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου·
(γ) την οικονομική ευρωστία του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του εν λόγω νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα του εν λόγω φυσικού προσώπου·
(δ) το ύψος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·
(ε) τις ζημίες σε τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·
(στ) το βαθμό συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την εποπτική αρχή και την αρχή εξυγίανσης·
(ζ) προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου.
(10)(α) Διοικητικό πρόστιμο που επιβάλλεται από την αρχή εξυγίανσης ή την εποπτική αρχή κατά περίπτωση, κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, λογίζεται έναντι των εσόδων του Πάγιου Ταμείου της Δημοκρατίας.
(β) Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής διοικητικού προστίμου ή χρηματικής πληρωμής που καθορίζεται στα πλαίσια συμβιβασμού, η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή δύναται –
(i) Να λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξή του, οπότε το οφειλόμενο ποσό εισπράττεται ως αστικό χρέος·
(ii) να λαμβάνει οποιαδήποτε άλλα μέτρα, τα οποία δύναται να καθορίζει με οδηγία της.
(11) Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων περί επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπονται στο άρθρο 73, η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή, κατά περίπτωση, ενημερώνει την ΕΑΑΕΣ σχετικά με όλες τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλει δυνάμει του παρόντος άρθρου και σχετικά με την κατάσταση των προσφυγών και τα αποτελέσματά τους.
Εξουσία ανάκτησης εξόδων και δαπανών. 96.-Η αρχή εξυγίανσης και η εποπτική αρχή δύνανται να απαιτούν όπως οι κυπριακές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καταβάλλουν σε αυτή όλα τα λειτουργικά έξοδα και δαπάνες που σχετίζονται με την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων και εξουσιών τους, όπως –
(α) Διοικητικές και λειτουργικές δαπάνες·
(β) έξοδα για νομικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες·
(γ) έξοδα ανάθεσης εργασιών σε τρίτους.
ΜΕΡΟΣ ΧΙ – ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ, ΠΟΙΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΩΞΕΙΣ
Αδικήματα και ποινές.

 

97.-(1)(α) Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση, δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, να υποβάλλει ή γνωστοποιεί στην αρχή εξυγίανσης ή την εποπτική αρχή, ή να δημοσιοποιεί ή να ανακοινώνει δημόσια, οποιεσδήποτε πληροφορίες, στοιχεία, έγγραφα ή έντυπα, οφείλει να μεριμνά και να εξασφαλίζει την ορθότητα, πληρότητα και ακρίβειά τους.
(β) Πρόσωπο, το οποίο κατά την παροχή πληροφοριών προς την αρχή εξυγίανσης ή την εποπτική αρχή ή κατά τη δημοσιοποίηση ή δημόσια ανακοίνωση πληροφοριών για οποιοδήποτε από τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, προβαίνει σε δήλωση ψευδή, παραπλανητική ή απατηλή ως προς οποιοδήποτε στοιχείο της ή αποκρύπτει στοιχείο ή παραλείπει την υποβολή ή δημοσιοποίηση στοιχείων, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000) ή σε αμφότερες τις ποινές.
(2) Πρόσωπο, το οποίο δεν συμμορφώνεται με διοικητικά μέτρα που έχει λάβει η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή σε σχέση με αυτό δυνάμει του άρθρου 95, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000) ή σε αμφότερες τις ποινές.
(3) Ποινική ευθύνη, για το προβλεπόμενο αδίκημα στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και στο εδάφιο (2), που τελείται από νομικό πρόσωπο υπέχει, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών, διευθυντικών, εποπτικών ή ελεγκτικών του οργάνων που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε στην τέλεση του αδικήματος.
(4) Πρόσωπα που, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (3), υπέχουν ποινική ευθύνη για τα τελούμενα από νομικό πρόσωπο αδικήματα, ευθύνονται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή/και κεχωρισμένως για κάθε ζημιά που γίνεται σε τρίτους ένεκα της πράξεως ή της παραλείψεως που στοιχειοθετεί το αδίκημα.
Διώξεις από ή με τη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. 98.-Διώξεις σε σχέση με οποιοδήποτε αδίκημα δυνάμει του παρόντος Νόμου ασκούνται μόνο από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή με τη συγκατάθεσή του.
ΜΕΡΟΣ ΧΙΙ

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Ευθύνη Υπουργού, αρχής εξυγίανσης και εποπτικής αρχής. 99. Ο Υπουργός, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας, το προσωπικό της Κεντρικής Τράπεζας, ο Έφορος Ασφαλίσεων και το προσωπικό του Εφόρου Ασφαλίσεων δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη, σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους, που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους των.
Ευθύνη ειδικού διαχειριστή και άλλων προσώπων. 100. Ο ειδικός διαχειριστής, το διοικητικό συμβούλιο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη μεταβατικής επιχείρησης ή/και εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και τυχόν άλλα πρόσωπα, νομικά ή φυσικά, τα οποία έχουν διοριστεί ή εξουσιοδοτηθεί από την αρχή εξυγίανσης για την πραγμάτωση ενεργειών, δυνάμει του παρόντος Νόμου, δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους τους:

 

Νοείται ότι, τα πιο πάνω πρόσωπα τυγχάνουν του ίδιου βαθμού προστασίας και μετά τον τερματισμό του διορισμού ή της εξουσιοδότησής τους ή και την ολοκλήρωση των ενεργειών ή του έργου που τους έχει ανατεθεί.

ΜΕΡΟΣ ΧIII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Συνεργασία μεταξύ αρχής εξυγίανσης και εποπτικής αρχής. 101.-Η αρχή εξυγίανσης, η εποπτική αρχή και το προσωπικό τους συνεργάζονται μεταξύ τους κατά την προετοιμασία, τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των αποφάσεων εξυγίανσης.
Συνεργασία με την ΕΑΑΕΣ. 102.-(1) Η  εποπτική αρχή και η αρχή εξυγίανσης συνεργάζονται με την ΕΑΑΕΣ για τους σκοπούς της Οδηγίας 2025/1/ΕΕ, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(2) Η εποπτική αρχή και η αρχή εξυγίανσης παρέχουν χωρίς καθυστέρηση στην ΕΑΑΕΣ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες προκειμένου να επιτελέσει το έργο της σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Εξαιρέσεις από την πληρωμή φόρου ή τέλους. 103.-(1) Περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται, δυνάμει του παρόντος Νόμου, προς οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε αυτό βρίσκεται στη Δημοκρατία είτε σε κράτος μέλος, δεν δημιουργούν κέρδη υποκείμενα σε φορολογία στην επηρεαζόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
(2) Η εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, κατά τα προβλεπόμενα στον παρόντα Νόμο, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σχετικών κεφαλαιακών μέσων, χρεωστικών μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων, εξαιρείται από την πληρωμή οποιουδήποτε φόρου ή τέλους.
Σχέση του παρόντος Νόμου με άλλους νόμους. 104.-Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου καθώς και οποιουδήποτε άλλου νόμου που έρχεται σε αντίθεση με τον παρόντα Νόμο.

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
Διαστάσεις της δυνατότητας εξυγίανσης
Κατά τη διενέργεια της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της επιχείρησης, εξετάζει τις ακόλουθες διαστάσεις:
(1) Επιχειρησιακή συνέχεια
(α) Τον βαθμό στον οποίο έχουν προσδιοριστεί όλες οι σχετικές εσωτερικές και εξωτερικές, οικονομικές και επιχειρησιακές αλληλεξαρτήσεις με αναφορά σε όλες τις σχετικές υπηρεσίες, ρόλους, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού, και τον βαθμό στον οποίο έχουν χαρτογραφηθεί σε νομικές οντότητες, κρίσιμες λειτουργίες, βασικούς επιχειρηματικούς τομείς και σχετικές συμβατικές ρυθμίσεις·
(β) τον βαθμό στον οποίο εφαρμόζονται κατάλληλες επιχειρησιακές ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της συνέχειας των σχετικών υπηρεσιών που είναι αναγκαίες για τη διατήρηση κρίσιμων λειτουργιών, καθώς και των βασικών επιχειρηματικών τομέων που είναι απαραίτητοι για την αποτελεσματική εφαρμογή της δράσης εξυγίανσης και κάθε επακόλουθης αναδιάρθρωσης, ιδίως με τη διευκόλυνση πιθανών μεταβιβάσεων περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, ρόλων και προσωπικού·
γ) τον βαθμό στον οποίο έχουν αξιολογηθεί διεξοδικά οι κίνδυνοι για την επιχειρησιακή συνέχεια στην εξυγίανση, συμπεριλαμβανομένων ποιοτικών και ποσοτικών πληροφοριών που επιτρέπουν τον προσδιορισμό της κρισιμότητας των σχετικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων της παύσης ή της διακοπής των σχετικών υπηρεσιών στην εξυγίανση και της δυνατότητας υποκατάστασής τους·
δ) τον βαθμό στον οποίο έχουν μετριαστεί αποτελεσματικά οι κίνδυνοι για την επιχειρησιακή συνέχεια, και την ύπαρξη μέτρων που να βελτιώνουν την ετοιμότητα για εξυγίανση, μεταξύ άλλων όσον αφορά την επιβολή ρυθμίσεων συνέχειας με εξωτερικούς τρίτους παρόχους σχετικών υπηρεσιών·
2. Πρόσβαση σε υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών
Τον βαθμό στον οποίο η επιχείρηση ή ο όμιλος έχει θεσπίσει τις αναγκαίες διαδικασίες και ρυθμίσεις για τη διατήρηση της πρόσβασης, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εξυγίανση, στις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών και στις υπηρεσίες πληρωμών, εκκαθάρισης, διακανονισμού και φύλαξης που παρέχονται από διαμεσολαβητές·
3. Δυνατότητα διαχωρισμού
α) Τον βαθμό στον οποίο η επιχείρηση ή ο όμιλος έχει εντοπίσει, μειώσει και, όπου απαιτείται, εξαλείψει πηγές αδικαιολόγητης πολυπλοκότητας στη δομή και τα συστήματα πληροφοριών της, οι οποίες συνιστούν κίνδυνο για την υλοποίηση της δράσης εξυγίανσης, ιδίως με στόχο τη διευκόλυνση του διαχωρισμού και της μεταβίβασης κρίσιμων λειτουργιών και βασικών επιχειρηματικών τομέων·
β) τον βαθμό στον οποίο ο εκδοχέας ή ο αγοραστής είναι διαθέσιμος για το χαρτοφυλάκιο ή τις δραστηριότητες της επιχείρησης·
4. Ικανότητα απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης
α) Τον βαθμό στον οποίο υπάρχει ικανότητα απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, και αξιολόγηση του κατά πόσον η ικανότητα αυτή επαρκεί για την εφαρμογή του σχεδίου εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων της διαθεσιμότητας συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή της χρήσης του ταμείου εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και της αξιοπιστίας ότι ο κάτοχος ικανότητας απορρόφησης ζημιών θα είναι σε θέση να απορροφήσει τις ζημίες·
β) τον βαθμό στον οποίο υπάρχουν κατάλληλες ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της διασυνοριακής αναγνώρισης και αποτελεσματικότητας των δράσεων εξυγίανσης·
γ) τον βαθμό στον οποίο υπάρχουν κατάλληλες ρυθμίσεις διακυβέρνησης, εσωτερικές διαδικασίες και συστήματα πληροφοριών διαχείρισης για την υποστήριξη της επιχειρησιακής εκτέλεσης της απομείωσης ή της μετατροπής, μεταξύ άλλων για την υποστήριξη της μεταβίβασης χαρτοφυλακίων·
5. Ρευστότητα και χρηματοδότηση κατά την εξυγίανση
α) Τον βαθμό στον οποίο το επιχειρηματικό μοντέλο της επιχείρησης ή του ομίλου μπορεί να δημιουργήσει ανάγκες ρευστότητας κατά την εξυγίανση·
β) τον βαθμό στον οποίο οι διαδικασίες και οι ικανότητες i) εκτίμησης των αναγκών ρευστότητας και χρηματοδότησης για την εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης, ii) μέτρησης και αναφοράς της θέσης ρευστότητας κατά την εξυγίανση και iii) εντοπισμού και κινητοποίησης διαθέσιμων εξασφαλίσεων, υφίστανται και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη λήψη χρηματοδότησης κατά τη διάρκεια της εξυγίανσης και μετά από αυτή.
6. Συστήματα πληροφοριών και απαιτήσεις δεδομένων
Τον βαθμό στον οποίο η επιχείρηση ή ο όμιλος διαθέτει επαρκή συστήματα πληροφοριών διαχείρισης, ικανότητες αποτίμησης και τεχνολογική υποδομή για να παρέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται για i) την ανάπτυξη και τη διατήρηση σχεδίων εξυγίανσης, ii) την εκτέλεση δίκαιης, συνετής και ρεαλιστικής αποτίμησης και iii) την αποτελεσματική εφαρμογή των δράσεων εξυγίανσης, επίσης υπό ταχέως μεταβαλλόμενες συνθήκες.
7. Επικοινωνία
Τον βαθμό στον οποίο η επιχείρηση ή ο όμιλος διαθέτει σχέδια επικοινωνίας για τη διασφάλιση έγκαιρης, άρτιας και συνεπούς επικοινωνίας με τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη, και για τη στήριξη της υλοποίησης της δράσης εξυγίανσης, καθώς και ρυθμίσεις διακυβέρνησης για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εκτέλεσης των εν λόγω σχεδίων.
8. Διακυβέρνηση
Τον βαθμό στον οποίο υπάρχουν ισχυρές διαδικασίες διακυβέρνησης που διευκολύνουν την προετοιμασία καθώς και την υλοποίηση της δράσης εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων i) της έγκαιρης και ακριβούς παροχής σχετικών πληροφοριών σε τακτική και έκτακτη βάση, ii) της αποτελεσματικής εποπτείας κατά τον σχεδιασμό της εξυγίανσης και σε περιόδους κρίσης και iii) της αποτελεσματικής λήψης αποφάσεων κατά τον χρόνο της εξυγίανσης.
9. Αξιοπιστία και αντίκτυπος
α) Τον βαθμό στον οποίο η δράση εξυγίανσης ανταποκρίνεται στους στόχους της εξυγίανσης και είναι αξιόπιστη, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης των πιθανών επιπτώσεων για τον κάτοχο ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους πιστωτές, τους αντισυμβαλλομένους και τους εργαζομένους·
β) τον βαθμό στον οποίο ο αντίκτυπος της εξυγίανσης της επιχείρησης ή του ομίλου στην πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα μπορεί να αξιολογηθεί επαρκώς και να περιοριστεί η μετάδοση, λαμβανομένων υπόψη των πιθανών δράσεων που ενδέχεται να αναλάβουν οι αρχές τρίτων χωρών·
γ) τον βαθμό στον οποίο υπάρχουν τυχόν ρυθμίσεις και μέσα που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την εξυγίανση στις περιπτώσεις ομίλων με θυγατρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε διαφορετικές περιοχές δικαιοδοσίας.

 

Τέλος


Αφήστε μια απάντηση

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο