To provide the best experiences, we use technologies like cookies to store and/or access device information. Consenting to these technologies will allow us to process data such as browsing behavior or unique IDs on this site. Not consenting or withdrawing consent, may adversely affect certain features and functions.
Read more
The technical storage or access is strictly necessary for the legitimate purpose of enabling the use of a specific service explicitly requested by the subscriber or user, or for the sole purpose of carrying out the transmission of a communication over an electronic communications network.
The technical storage or access is necessary for the legitimate purpose of storing preferences that are not requested by the subscriber or user.
The technical storage or access that is used exclusively for statistical purposes.
The technical storage or access that is used exclusively for anonymous statistical purposes. Without a subpoena, voluntary compliance on the part of your Internet Service Provider, or additional records from a third party, information stored or retrieved for this purpose alone cannot usually be used to identify you.
The technical storage or access is required to create user profiles to send advertising, or to track the user on a website or across several websites for similar marketing purposes.
Η σύνταξη αναπηρίας εκλείπει σε βασικά και ουσιώδη σημεία του παρόντος νομοσχεδίου, ως προς τον τρόπο υπολογισμού και την επαρκή προστασία των εργαζομένων που, συνεπεία εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, υφίστανται μόνιμη ή μακροχρόνια αναπηρία. Η συγκεκριμένη παροχή, ως παροχή κοινωνικής ασφάλισης, οφείλει να λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη την περίπτωση των εργαζομένων οι οποίοι, εξαιτίας περιστατικού ή νόσου που συνδέεται με την εργασία τους, υφίστανται μόνιμες ή μακροχρόνιες σωματικές, ψυχικές, διανοητικές ή αισθητηριακές βλάβες, με επακόλουθο ουσιώδη περιορισμό της ικανότητάς τους για εργασία και της πλήρους και αποτελεσματικής συμμετοχής τους στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους. Η ουσιώδης αυτή παράμετρος δεν αποτυπώνεται επαρκώς στον υπολογισμό της σύνταξης αναπηρίας και των αυξήσεων που προβλέπονται, ούτε ενσωματώνεται με την απαιτούμενη σαφήνεια σε επιμέρους διατάξεις του νομοσχεδίου, με αποτέλεσμα να μην αποδίδεται η αναγκαία κοινωνικοασφαλιστική προστασία σε εργαζομένους που υφίστανται μόνιμες συνέπειες λόγω της εργασίας τους.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η δημιουργία ειδικού Ταμείου ή ειδικού λογαριασμού εντός του συστήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με σκοπό την ενίσχυση και την επαρκή χρηματοδότηση των παροχών προς εργαζομένους που καθίστανται άτομα με αναπηρία συνεπεία εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας. Η χρηματοδότηση του ειδικού αυτού μηχανισμού θα μπορούσε να πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, μέσω ειδικής πρόσθετης εργοδοτικής εισφοράς, η οποία θα καθορίζεται στη βάση αντικειμενικών, διαφανών και προκαθορισμένων κριτηρίων και θα δύναται να διαφοροποιείται ανάλογα με τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών που καταγράφονται σε κάθε εργοδότη, καθώς και με τον βαθμό συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη νομοθεσία περί ασφάλειας και υγείας στην εργασία.
Η θεσμοθέτηση ενός τέτοιου μηχανισμού θα συμβάλει αφενός στην ενίσχυση των παροχών και στην εξασφάλιση ουσιαστικότερης και δικαιότερης κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων που υφίστανται αναπηρία λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας και αφετέρου στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού οικονομικού κινήτρου πρόληψης, ώστε οι εργοδότες να ενισχύσουν την εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων. Η σύνδεση της εργοδοτικής επιβάρυνσης με αντικειμενικούς δείκτες εργατικού κινδύνου θα μπορούσε, συνεπώς, να λειτουργήσει όχι μόνο ως μηχανισμός χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και ως εργαλείο πρόληψης και ενίσχυσης της ευθύνης για τη δημιουργία ασφαλών και υγιών συνθηκών εργασίας.
Κατά συνέπεια, κρίνεται αναγκαίο όπως η σύνταξη αναπηρίας και οι αυξήσεις στις περιπτώσεις αναπηρίας που οφείλονται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια ενσωματωθούν με σαφήνεια και πληρότητα στο νομοσχέδιο, τόσο ως προς την αναγνώριση και θεμελίωση του δικαιώματος όσο και ως προς τον υπολογισμό και την επάρκεια της παροχής, ώστε το σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανταποκρίνεται ουσιαστικά στην ανάγκη προστασίας των εργαζομένων που υφίστανται μόνιμες ή μακροχρόνιες συνέπειες από την εργασία τους.
Τροποποίηση του άρθρου 37.4.(α)(i) και (ii) “Τροποποίηση του Τρίτου Πίνακα του βασικού νόμου” ως εξής: 4. (α) (i) Οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση σύνταξης ανικανότητας είναι ο ασφαλισμένος να έχει συμπληρώσει πραγματική θεμελιωτική ασφάλιση ίση με την ασφάλιση ενός (1) τουλάχιστον πλήρους θεμελιωτικού έτους και να έχει παρέλθει ένα (1) τουλάχιστον έτος από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισης του∙ και
(ii) o ολικός αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων θεμελιωτικής ασφάλισης του ασφαλισμένου να μην είναι κατώτερος του 15% των ετών που εμπίπτουν στη σχετική περίοδο αναφοράς∙ και . Πρόκειται για πάγιο αίτημα του αναπηρικού κινήματος για να μην αποκλείονται άτομα που έχουν ένα ατύχημα ή μία πάθηση που τους καθιστά ανίκανους για εργασία.
Σχόλιο/θέση ΚΥΣΟΑ για άρθρο 33. (v) “Τροποποίηση του άρθρου 78 του βασικού νόμου” Όλες οι διαδικασίες άσκησης ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι πλήρως προσβάσιμες. Να προβλέπονται προσβάσιμες ηλεκτρονικές υπηρεσίες και μορφές πληροφόρησης, νοηματική γλώσσα, εύκολη προς ανάγνωση και κατανόηση πληροφόρηση δλδ σε μορφή Easy to read, εναλλακτικοί τρόποι επικοινωνίας, υποστήριξη κατά την υποβολή αιτήσεων και κάθε αναγκαία εύλογη προσαρμογή. Κανένα άτομο δεν πρέπει να στερείται ή να δυσκολεύεται ουσιωδώς στην άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος του, λόγω μη προσβάσιμης διαδικασίας ή ανεπαρκούς επικοινωνίας.
Άρθρο 28 (1Α) Αναδιατύπωση ως εξής: “«(1Α) Όταν πρόσωπο, το οποίο δικαιούται σύνταξη ανικανότητας ή σύνταξη αναπηρίας και έχει ανήλικο τέκνο είτε ενήλικο τέκνο με σοβαρή αναπηρία είτε σοβαρή χρόνια πάθηση, το μηνιαίο ύψος της βασικής παροχής αυξάνεται – “
Σχόλιο/θέση ΚΥΣΟΑ για άρθρο 20 “Αντικατάσταση του άρθρου 35Α του βασικού νόμου”«Αναλογιστική μείωση της σύνταξης γήρατος”: Προτείνεται δικαίωμα σύνταξης γήρατος από το 55ο έτος χωρίς αναλογιστική μείωση για ασφαλισμένα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση όταν τεκμηριώνονται μειωμένο προσδόκιμο ζωής, πρόωρη γήρανση, προοδευτική μη αναστρέψιμη επιδείνωση, σημαντική σωρευτική επιβάρυνση ή ουσιωδώς περιορισμένη δυνατότητα παραμονής στην εργασία. Η αξιολόγηση να βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα και, όπου απαιτείται, εξατομικευμένη αξιολόγηση. Ο κατάλογος κατηγοριών να μην είναι κλειστός ή εξαντλητικός. Ενδεικτικά, θα πρέπει να εξεταστεί η ένταξη περιπτώσεων όπως: σύνδρομο Down, σοβαρή ή βαριά νοητική αναπηρία, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν σοβαρές επιβαρυντικές καταστάσεις, σοβαρή εγκεφαλική παράλυση, προοδευτικές μυϊκές και νευροφυτικές παθήσεις, δρεπανοκυτταρική νόσος και άλλε σοβαρές αιμοσφαιρινοπάθειες, σοβαρές προοδευτικές νευρολογικές παθήσεις, άλλες αναπηρίες ή χρόνιες παθήσεις στις οποίες τεκμηριώνεται αντίστοιχη επιβάρυνση. Η ΚΥ.Σ.Ο.Α.Α. θεωρεί ότι ένα σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων δεν μπορεί να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο πρόσωπα των οποίων η αναπηρία ή χρόνια πάθηση συνεπάγεται σημαντικά μειωμενο προσδόκιμο ζωής ή πρόωρη γήρανση και πρόσωπα που δεν αντιμετωπίζουν αντίστοιχες συνθήκες. Για τις περιπτώσεις αυτές, η απαίτηση παραμονής στην εργασία μέχρι τη γενική ηλικία συνταξιοδότησης μπορεί να οδηγεί σε ουσιαστική ανισότητα ως προς την πραγματική δυνατότητα αξιοποίησης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Σχόλιο/θέση ΚΥΣΟΑ για άρθρο 16 “Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου 26Α “Επανυπολογισμός ύψους συντάξεων (4): Η προστασία των χαμηλών συντάξεων πρέπει να καλύπτει ισότιμα τους δικαιούχους σύνταξης ανικανότητας και αναπηρίας. Ζητείται σταθερός και μόνιμος μηχανισμός που να διασφαλίζει αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, λαμβάνοντας υπόψη και το αυξημένο κόστος που συνδέεται με την αναπηρία αφού τα άτομα που λαμβάνουν σύνταξηα αναπηρίας ή ανικανότητας συχνά αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος διαβίωσης εξαιτίας της αναπηρίας τους, περιλαμβανομένων εξόδων που σχετίζονται με την υποστήριξη, φροντίδα, μετακίνηση, βοηθήματα και άλλες αναγκαίες υπηρεσίες.
Σχόλιο για 20Ε.20Ι και 20ΙΑ: Ζητείται ρητή ένταξη της σύνταξης αναπηρίας στα ευεργετήματα των άρθρων 20Ε, 20Ι και 20ΙΑ και σε κάθε συναφή ρύθμιση για λογιζόμενες ασφαλιστέες αποδοχές ή ασφαλιστική προστασία. Η σύνταξη αναπηρίας πρέπει να ενταχθεί ρητά στους μηχανισμούς αναπροσαρμογής, ώστε να προστατεύεται η πραγματική αγοραστική της αξία και να λαμβάνεται υπόψη η αύξηση του κόστους ζωής αποτρέποντας τη σταδιακή οικονομική υποβάθμιση των δικαιούχων.
*Σχόλιο για άρθρο 20Γ. (3)Η διαδικασία αναγνώρισης περιόδων αναπηρίας πρέπει να είναι απλή, διαφανής και προσβάσιμη. Υφιστάμενη έγκυρη κρατική πιστοποίηση πρέπει να αξιοποιείται χωρίς επανάληψη αξιολόγησης ή επανυποβολή στοιχείων που κατέχει ήδη το Κράτος, με υπηρεσιακή ανταλλαγή πληροφοριών και προστασία προσωπικών δεδομένων. εισηγούμαστε διαγραφή της ακόλουθης παραγράφου (3) Η κατά παρόν άρθρο αναγνώριση συντάξιμων αποδοχών προϋποθέτει την υποβολή δήλωσης στον Διευθυντή, στον εγκεκριμένο από αυτόν τύπο, εντός της καθορισμένης προθεσμία”. και αντικατάσταση από την ακόλουθη παράγραφο “(3) Η κατά το παρόν άρθρο αναγνώριση συντάξιμων αποδοχών διενεργείται μέσω απλής, διαφανούς και προσβάσιμης διαδικασίας. Όπου υφίσταται έγκυρη πιστοποίηση αναπηρίας από αρμόδια κρατική υπηρεσία, αυτή αξιοποιείται χωρίς απαίτηση επανάληψης της ίδιας διαδικασίας ή προσκόμισης στοιχείων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της Δημοκρατίας. Η αναγκαία ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών διενεργείται υπηρεσιακά, τηρουμένης της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”.
*Σχόλιο για άρθρο 20Γ. (1) (γ) και επιφύλαξη: Η ρύθμιση αυτή, αν παραμείνει ως έχει ενδέχεται να δημιουργήσει δυσμενή μεταχείριση σε βάρος ατόμων με αναπηρίες που, λόγω της αναπηρίας τους, μπορούν να εργάζονται μόνο με μειωμένο ωράριο ή σε μερική απασχόληση με χαμηλές αποδοχές. Η πραγματική εργασία, ιδίως η μερική ή χαμηλά αμειβόμενη, δεν πρέπει να συνεπάγεται απώλεια της λογιζόμενης ασφάλισης. Προτείνουμε όπως η λογιζόμενη ασφάλιση λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις πραγματικές ασφαλιστέες αποδοχές μέχρι συγκεκριμένο ασφαλιστικό επίπεδο που θα καθορίζεται από τη νομοθεσία, ώστε να μη δημιουργείται αντικίνητρο για εργασία. Προτείνουμε, συγκεκριμένα, διαγραφή της ακόλουθης επιφύλαξης “Νοείται ότι κανένα άτομο με αναπηρία δεν λογίζεται ότι έχει συντάξιμες αποδοχές δυνάμει του παρόντος εδαφίου, για οποιαδήποτε περίοδο για την οποία(i) έχει υποχρέωση να καταβάλει εισφορές δυνάμει του άρθρου 4, του άρθρου 11 ή του αρθρου20Β ή (ii) έχει καταβάλει εισφορές δυνάμει του άρθρου 14” και αντικατάσταση με την ακόλουθη επιφύλαξη “Νοείται ότι, για οποιαδήποτε περίοδο κατά την οποία άτομο με αναπηρία έχει πραγματικές ή εξομοιούμενες ασφαλιστέες αποδοχές ή καταβάλλει προαιρετικές εισφορές, οι λογιζόμενες συντάξιμες αποδοχές αναγνωρίζονται συμπληρωματικά προς αυτές, ώστε το άθροισμα να μην υπερβαίνει το όριο του άρθρου 20Δ.”
Οι πιο κάτω εισηγήσεις αποσκοπούν στη βελτίωση της προτεινόμενης συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης με ταυτόχρονη διασφάλιση:
της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων,
της διαγενεακής δικαιοσύνης,
της σύνδεσης εισφορών και παροχών,
της ενίσχυσης της νόμιμης και δηλωμένης εργασίας,
της προστασίας των ευάλωτων ομάδων,
της αποφυγής καταχρηστικής αξιοποίησης πλασματικού ή επιδοτούμενου ασφαλιστικού χρόνου,
και του σαφούς διαχωρισμού της κοινωνικής πρόνοιας από την ανταποδοτική κοινωνική ασφάλιση.
(1) Άρθρο 4 του Νομοσχεδίου
Σχόλιο / Εισήγηση
Να προστεθεί ασφαλιστική δικλείδα σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε μελλοντική διαφοροποίηση των προβλεπόμενων ποσοστών εισφοράς, ιδίως μείωση ή αναβολή των προβλεπόμενων αυξήσεων, να προϋποθέτει προηγούμενη ανεξάρτητη αναλογιστική μελέτη.
Η μελέτη να αξιολογεί:
τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του ΤΚΑ,
την επίπτωση στο αποθεματικό,
την επίπτωση ανά γενιά ασφαλισμένων,
την επίπτωση στο ύψος των μελλοντικών συντάξεων,
και την ανάγκη οποιασδήποτε αντισταθμιστικής χρηματοδότησης.
Το νομοσχέδιο προβλέπει συνολική εισφορά 20,5% αρχικά, 22,17% από το 2029, 23,86% από το 2034 και 25,5% από το 2039, με αντίστοιχη κατανομή μεταξύ ασφαλισμένου και Πάγιου Ταμείου.
Να προβλεφθεί ότι:
Καμία μελλοντική νομοθετική ρύθμιση που μειώνει τα έσοδα του ΤΚΑ ή αυξάνει μόνιμα τις υποχρεώσεις του δεν εφαρμόζεται χωρίς αναλογιστική πιστοποίηση ότι η μεταβολή είναι χρηματοδοτικά βιώσιμη ή ότι συνοδεύεται από ισοδύναμη χρηματοδότηση.
(2) Άρθρο 10 του Νομοσχεδίου
(2.1) Η κοινωνική στόχευση να διατηρηθεί, αλλά να θεσπιστεί ενιαίος κανόνας κατά της σώρευσης δικαιωμάτων.
Να προβλεφθεί ότι:
-δεν μπορεί να πιστωθεί ο ίδιος χρόνος δύο φορές,
– δεν μπορεί να συνδυαστούν δύο διαφορετικές κατηγορίες πλασματικής ασφάλισης για την ίδια περίοδο,
– η συνολική πλασματική ασφάλιση κάθε έτους να μην υπερβαίνει μία ασφαλιστική μονάδα,
– η συνολική διάρκεια πλασματικής ασφάλισης ανά κατηγορία να υπόκειται σε ανώτατο όριο.
(2.2) Φοιτητές και άρθρο 20Γ(1)(ε): νεοεισερχόμενοι
Το νομοσχέδιο προβλέπει έως έξι έτη συνολικά για φοιτητές υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και έως 12 μήνες για νεοεισερχόμενο στην αγορά εργασίας.
Να υπάρχει σαφής κανόνας ότι η πίστωση:
– δεν χορηγείται για περίοδο κατά την οποία υπάρχει πραγματικό εισόδημα από εργασία,
– δεν χορηγείται όταν υπάρχει άλλη ασφαλιστική πίστωση,
– δεν μετατρέπεται σε μηχανισμό τεχνητής αύξησης της ασφαλιστικής ιστορίας.
Για τους νεοεισερχόμενους να απαιτείται ενεργή εγγραφή ως αναζητούντες εργασία.
(2.3) Το άρθρο 20ΣΤ επιτρέπει σε πρόσωπα που δεν εργάζονται και δεν καλύπτονται από άλλες κατηγορίες να καταβάλλουν εισφορές, ενώ κατά τα πρώτα πέντε έτη επιτρέπει και αναδρομική καταβολή για προηγούμενα έτη.
Εισήγηση
Να διατηρηθεί η δυνατότητα αυτή, αλλά η αναδρομική ασφάλιση να υπόκειται σε:
– ανώτατο αριθμό ετών,
– αναλογιστικά δίκαιη εισφορά,
– τόκο ή αναπροσαρμογή,
– έλεγχο ότι ο χρόνος δεν έχει ήδη καλυφθεί από άλλη μορφή ασφάλισης,
– απαγόρευση επιλεκτικής εξαγοράς μόνο όταν ο ασφαλισμένος γνωρίζει ήδη ότι τον συμφέρει.
Η αναδρομική εξαγορά να μην μπορεί να δημιουργεί καθαρό αναλογιστικό κέρδος εις βάρος του ΤΚΑ.
(2.4) προσθήκη νέων άρθρων 20ΙΔ και 20ΙΕ
Το προσχέδιο δεν περιλαμβάνει, κατά τη γνώμη μου, έναν αντίστοιχα ισχυρό αυτοτελή μηχανισμό σύνδεσης της αδήλωτης εργασίας με τη δημιουργία/ανάκτηση ασφαλιστικού χρόνου.
Να προβλεφθεί:
Όταν μετά από έλεγχο των αρμόδιων υπηρεσιών αποδεικνύεται ότι υπήρχε πραγματική εξαρτημένη εργασία για την οποία δεν καταβλήθηκαν εισφορές, ο εργαζόμενος πιστώνεται τον αντίστοιχο ασφαλιστικό χρόνο και ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει αναδρομικά τις οφειλόμενες εισφορές, προσαυξήσεις και κυρώσεις.
Βασική αρχή
Ο εργαζόμενος δεν πρέπει να χάνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα εξαιτίας της παρανομίας του εργοδότη.
Ασφαλιστικές δικλείδες
Η αναγνώριση αδήλωτης εργασίας να απαιτεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, όπως:
στοιχεία μισθοδοσίας,
τραπεζικές κινήσεις,
φορολογικά δεδομένα,
στοιχεία εργοδότη,
ωράρια,
ηλεκτρονικά στοιχεία,
πορίσματα επιθεώρησης,
ή συνδυασμό ανεξάρτητων αποδεικτικών στοιχείων.
Να υπάρχει επίσης εύλογος χρόνος αναδρομικότητας, με εξαίρεση περιπτώσεις επίσημα διαπιστωμένης παράβασης.
(2.4) νέο άρθρο 20ΙΕ: Προσωπικός Ασφαλιστικός/Συνταξιοδοτικός Λογαριασμός
Να δημιουργηθεί ετήσια ηλεκτρονική κατάσταση για κάθε ασφαλισμένο με:
εισφορές εργαζομένου,
εργοδοτικές εισφορές,
κρατικές εισφορές,
πλασματικές πιστώσεις,
ασφαλιστικές μονάδες,
ασφαλιστικά κενά,
εκτιμώμενη σύνταξη στα 63, 65 και 67.
(2.5) νέο άρθρο 20Β(1)-(3)
Το άρθρο 20Β εισάγει υποχρέωση εισφοράς για εισοδηματίες που δεν καλύπτονται από άλλη ασφαλιστική βάση και προβλέπει σταδιακή αύξηση του ποσοστού εισφοράς.
Εισήγηση
Να ενισχυθεί η διάταξη με:
– ετήσια διασταύρωση με τα φορολογικά στοιχεία,
– αυτόματο υπολογισμό της οφειλής,
– ανώτατη ασφαλιστέα βάση,
– απαγόρευση διπλής εισφοράς όταν το ίδιο πρόσωπο έχει ήδη καλύψει τη μέγιστη ασφαλιστέα βάση μέσω εργασίας,
– σαφή κανόνα για ζημιές/μηδενικό εισόδημα.
(3) Άρθρο 30 του Νομοσχεδίου
Να δημιουργηθεί διακριτός λογαριασμός για τις μη ανταποδοτικές/κοινωνικές παροχές, ο οποίος να διαχωρίζεται λογιστικά και χρηματοδοτικά από τον ανταποδοτικό λογαριασμό των συντάξεων.
Να προβλεφθούν δύο διακριτές κατηγορίες:
– Ανταποδοτικός Λογαριασμός Κοινωνικής Ασφάλισης
– Λογαριασμός Κοινωνικής/Μη Ανταποδοτικής Προστασίας
Οι μη ανταποδοτικές παροχές να μην μπορούν να χρηματοδοτούνται από το αποθεματικό που δημιουργείται από τις εισφορές των ασφαλισμένων, εκτός εάν υπάρχει ρητή κρατική χρηματοδότηση ισόποσης αξίας.
(4) Άρθρο 31 του Νομοσχεδίου
(4.Α) Να διαγραφεί από το άρθρο 75(α) η εξαίρεση που αφορά τη δαπάνη της μη ανταποδοτικής σύνταξης γήρατος δυνάμει του άρθρου 36Β και του άρθρου 40 του τροποποιητικού νόμου.
Το σημερινό προτεινόμενο άρθρο 75 προβλέπει κρατική χρηματοδότηση των μη ανταποδοτικών παροχών, αλλά εξαιρεί ειδικά τη δαπάνη των κοινωνικών συντάξεων του άρθρου 36Β/άρθρου 40, καθώς και συγκεκριμένες δαπάνες των άρθρων 20Ε και 20ΙΑ.
Να προβλεφθεί ότι:
Κάθε μη ανταποδοτική παροχή κοινωνικού χαρακτήρα που θεσπίζεται με τη νομοθεσία περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων χρηματοδοτείται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας και δεν επιβαρύνει το ανταποδοτικό μέρος του ΤΚΑ. Η κρατική μεταφορά να ισούται με την αναλογιστική αξία της υποχρέωσης που δημιουργείται και όχι απλώς με το λογιστικό ποσό της τρέχουσας ετήσιας δαπάνης.
(4.Β) Νέα ασφαλιστική δικλείδα για το χρέος του Κράτους προς το ΤΚΑ
Να προστεθούν νέα εδάφια στο άρθρο 75 που να προβλέπουν:
– απαγόρευση νέου δανεισμού του Κράτους από τα πλεονάσματα του ΤΚΑ,
– δεσμευτικό πρόγραμμα αποπληρωμής υφιστάμενων υποχρεώσεων,
– ετήσια δημοσίευση του υπολοίπου της υποχρέωσης του Κράτους,
– χωριστή εμφάνιση κρατικών εισφορών και αποπληρωμής παλαιού χρέους,
– απαγόρευση συμψηφισμού κρατικής χρηματοδότησης κοινωνικών παροχών με την αποπληρωμή του χρέους.
Να προβλεφθεί ότι:
Θα υπάρχει ετήσια έκθεση στη Βουλή για:
αρχικό χρέος → αποπληρωμή → υπόλοιπο → τόκοι → κρατικές εισφορές → κρατικές κοινωνικές δαπάνες.
(5) Άρθρο 2(α) του Νομοσχεδίου
Το νομοσχέδιο προτείνει, για μισθωτό που ασφαλίζεται με την παράγραφο 5 του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα, να περιλαμβάνεται στα «αποδοχές» και κάθε μέρισμα που λαμβάνει από την εταιρεία στην οποία απασχολείται.
Εισήγηση
Να μην υιοθετηθεί οριζόντια αντιμετώπιση όλων των μερισμάτων ως μισθού.
Να εισαχθεί στοχευμένος κανόνας κατά της τεχνητής μετατροπής μισθού σε μέρισμα.
Για παράδειγμα, να μπορεί να επαναχαρακτηρίζεται ως ασφαλιστέο εισόδημα μέρος του μερίσματος όταν συντρέχουν ενδείξεις ότι:
– ο μέτοχος παρέχει ουσιαστική εργασία στην εταιρεία,
– ο μισθός είναι τεχνητά χαμηλός σε σχέση με την πραγματική εργασία,
– υπάρχει σχέση διευθυντή/μετόχου,
– υπάρχει δυσανάλογα υψηλό μέρισμα σε σχέση με τη μισθολογική αμοιβή.
(6) Άρθρο 22 του Νομοσχεδίου
Το άρθρο 37 προβλέπει αυξήσεις για όσους αναβάλλουν τη σύνταξή τους, συμπεριλαμβανομένης αύξησης 0,5% ανά μήνα και πρόσθετης αύξησης στη συμπληρωματική σύνταξη.
Εισήγηση
Η πρόνοια να διατηρηθεί και να ενισχυθεί, διότι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για αύξηση της απασχόλησης 65–67.
Όμως το bonus πρέπει να είναι αναλογιστικά δίκαιο.
Πρόσθετη πρόταση
Να εισαχθεί δυνατότητα:
– μερικής συνταξιοδότησης και μερικής απασχόλησης.
Για παράδειγμα:
50% εργασία / 50% σύνταξη,
75% εργασία / μερική σύνταξη.
Με συνέχιση εισφορών για το μέρος της εργασίας.
(7) Άρθρο 24 του Νομοσχεδίου
Το νέο άρθρο 39 επιτρέπει αναβολή της έναρξης σύνταξης μέχρι την ηλικία των 67 ετών.
Εισήγηση
Να προστεθεί ρητά η δυνατότητα σταδιακής εξόδου από την εργασία, αντί της επιλογής «πλήρης εργασία ή πλήρης σύνταξη».
Ασφαλιστική δικλείδα
Η συνολική αξία της σύνταξης που αποκτά κάποιος μέσω αναβολής να μην υπερβαίνει το αναλογιστικά δίκαιο όφελος που αντιστοιχεί στις επιπλέον εισφορές και στην καθυστέρηση καταβολής.
(8) Άρθρο 21 του Νομοσχεδίου
Το άρθρο 36Β μεταφέρει τους υφιστάμενους δικαιούχους κοινωνικής σύνταξης σε μη ανταποδοτική βασική σύνταξη και προβλέπει μεταβατική εφαρμογή για τα πρώτα πέντε έτη.
Εισήγηση
Η μεταφορά των δικαιούχων να γίνει χωρίς απώλεια δικαιωμάτων, αλλά η παροχή να παραμείνει σαφώς χαρακτηρισμένη ως μη ανταποδοτική κοινωνική παροχή.
Ασφαλιστική δικλείδα
Να αναφέρεται ρητά:
«Η μη ανταποδοτική σύνταξη δεν δημιουργεί ασφαλιστική υποχρέωση του ΤΚΑ έναντι μελλοντικών γενεών ασφαλισμένων, αλλά αποτελεί κρατικά χρηματοδοτούμενη κοινωνική παροχή.»
(9) Άρθρο 38 του Νομοσχεδίου
Το νομοσχέδιο ήδη προβλέπει αναλογιστική μελέτη κατά το πέμπτο έτος για την πιθανή αύξηση του συντελεστή από 1,25% σε 1,34%, και συνδέει την αύξηση, εφόσον επηρεάζεται η βιωσιμότητα, με ανάλογη αύξηση εισφορών.
Εισήγηση
Η αρχή αυτή να επεκταθεί σε ολόκληρη τη μεταρρύθμιση.
Να προστεθεί γενικός κανόνας:
Καμία μελλοντική τροποποίηση που αυξάνει συνταξιοδοτική δαπάνη ή μειώνει έσοδα του ΤΚΑ δεν εφαρμόζεται χωρίς αναλογιστική πιστοποίηση της μακροχρόνιας χρηματοδοτικής της επίδρασης.
Να εξετάζονται υποχρεωτικά
10ετία,
30ετία,
50ετία,
καθαρή παρούσα αξία,
αποθεματικό,
εισφορές,
γενεαλογική επίπτωση,
κρατική δαπάνη.
Αυτό είναι η βασικότερη οριζόντια ασφαλιστική δικλείδα.
(10) Άρθρο 38 του Νομοσχεδίου – Μέρος IV, παράγραφος 9 του Τέταρτου Πίνακα
Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι για υφιστάμενους συνταξιούχους με σύνταξη κάτω των €600, η αύξηση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από €30.
Εισήγηση
Η κοινωνική προστασία να διατηρηθεί.
Όμως η ελάχιστη εγγυημένη αύξηση των €30 να χαρακτηριστεί ρητά ως κοινωνική πολιτική και το αντίστοιχο πρόσθετο κόστος να καλύπτεται από το Πάγιο Ταμείο.
Εκτίμηση
Εάν επιβαρύνει το ΤΚΑ, δυνητικά σημαντική.
Εάν χρηματοδοτείται από το Κράτος: μηδενική καθαρή επιβάρυνση του ανταποδοτικού ΤΚΑ.
(11) Άρθρο 32 του Νομοσχεδίου
Να προβλεφθεί ότι η αναπροσαρμογή των συντάξεων δεν μπορεί να αποφασίζεται με τρόπο που δημιουργεί μόνιμη αύξηση υποχρεώσεων του ΤΚΑ χωρίς αναλογιστική αξιολόγηση.
Να υπάρχει μηχανισμός:
indexation + sustainability check.
Σε περίπτωση σημαντικής απόκλισης από το αναλογιστικό σενάριο, να ενεργοποιείται υποχρεωτική αναλογιστική επανεξέταση.
(12) Άρθρο 33 και Άρθρο 34 του Νομοσχεδίου
Τα άρθρα αυτά δίνουν εξουσιοδότηση για ρύθμιση, μεταξύ άλλων, του τρόπου και χρόνου καταβολής εισφορών και των δικαιωμάτων/υποχρεώσεων του Μέρους ΙΙΑ.
Εισήγηση
Να προστεθεί ασφαλιστική δικλείδα ότι οι Κανονισμοί:
δεν μπορούν να δημιουργούν νέα κατηγορία δικαιούχων,
δεν μπορούν να αυξάνουν το ύψος παροχής,
δεν μπορούν να επεκτείνουν τη διάρκεια πλασματικής ασφάλισης,
δεν μπορούν να μειώνουν εισφορές,
και δεν μπορούν να δημιουργούν πρόσθετη αναλογιστική υποχρέωση του ΤΚΑ,
χωρίς προηγούμενη τροποποίηση του πρωτογενούς νόμου.
Γιατί είναι σημαντικό
Οι ουσιαστικές ασφαλιστικές υποχρεώσεις πρέπει να αποφασίζονται από τη Βουλή και όχι να μπορούν να επεκτείνονται διοικητικά μέσω Κανονισμών.
(13) Νέα διάταξη – μετά το Άρθρο 31 του Νομοσχεδίου / νέο άρθρο 75Α
Εισήγηση
Να θεσπιστεί Κανόνας Βιωσιμότητας του ΤΚΑ.
Κάθε τρία χρόνια να δημοσιεύεται ανεξάρτητη αναλογιστική αποτίμηση και κάθε πέντε χρόνια πλήρες stress test.
Τα stress tests να περιλαμβάνουν
– χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη,
– χαμηλότερη απασχόληση,
– υψηλότερη μακροζωία,
– χαμηλότερη μετανάστευση,
– χαμηλότερες επενδυτικές αποδόσεις,
– υψηλότερη πρόωρη συνταξιοδότηση,
– αυξημένη αδήλωτη εργασία,
και συνδυαστικό δυσμενές σενάριο.
Αυτόματη δικλείδα
Εάν η αναλογιστική θέση του ΤΚΑ υπερβεί προκαθορισμένο όριο κινδύνου, ενεργοποιείται υποχρεωτικά διαδικασία διορθωτικών μέτρων.
Τα μέτρα μπορούν να είναι:
εισφορές,
ηλικία συνταξιοδότησης,
συντελεστές,
indexation,
κρατική χρηματοδότηση,
ή συνδυασμός αυτών.
(14) Άρθρο 42(1)-(2) του Νομοσχεδίου
Το άρθρο 42 προβλέπει ότι η έναρξη ισχύος καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και ότι μπορούν να οριστούν διαφορετικές ημερομηνίες για διαφορετικές διατάξεις.
Εισήγηση
Η έναρξη ισχύος να συνδεθεί με τρεις προϋποθέσεις:
– ολοκλήρωση της πλήρους αναλογιστικής αποτίμησης του νέου συστήματος,
– ολοκλήρωση των ηλεκτρονικών διασυνδέσεων ΤΚΑ–Φορολογίας–Εργασίας,
– έκδοση όλων των αναγκαίων Κανονισμών.
Ασφαλιστική δικλείδα
Να μην ενεργοποιείται νέα υποχρέωση εισφοράς εάν δεν είναι τεχνικά δυνατή η ορθή καταγραφή της ασφαλιστικής ιστορίας του πολίτη.
Το Σωματείο Άτυπης Φροντίδας Κύπρου – Δίκτυο Άτυπων Φροντιστών «Θάλπω» χαιρετίζει την πρόθεση της Κυβέρνησης να αναγνωρίσει συντάξιμες αποδοχές για περιόδους άμισθης φροντίδας. Η πρόνοια αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση των ασφαλιστικών κενών που δημιουργούνται όταν η φροντίδα περιορίζει ή διακόπτει την επαγγελματική δραστηριότητα. Η αναγνώριση πρέπει, ωστόσο, να σχεδιαστεί έτσι ώστε να καλύπτει πραγματικές ανάγκες φροντίδας, να μην δημιουργεί αδικαιολόγητους αποκλεισμούς και να παραμένει εφαρμόσιμη και οικονομικά βιώσιμη.
Εισηγούμαστε αυτοτελή, λειτουργικό ορισμό του άτυπου φροντιστή, με κριτήρια την πραγματική ένταση και διάρκεια της φροντίδας, τις ανάγκες του λήπτη και τον αντίκτυπο στην απασχόληση. Η επιλεξιμότητα σε παροχές αναπηρίας ή ΕΕΕ να αποτελεί μία οδό τεκμηρίωσης και όχι αποκλειστική προϋπόθεση. Η συγγένεια μέχρι δεύτερου βαθμού και η συνοίκηση να μην αποτελούν απόλυτους αποκλεισμούς. Να προβλεφθεί αναλογική συμπλήρωση ασφαλιστικών κενών για φροντιστές που μειώνουν ουσιαστικά την εργασία τους, με ανώτατο όριο και χωρίς διπλή πίστωση.
Προτείνουμε επίσης απλή αλλά επαληθεύσιμη διαδικασία αξιολόγησης, αξιοποίηση υφιστάμενων υπηρεσιών, περιοδική επανεξέταση, δικαίωμα ένστασης και ειδική μεταβατική πρόνοια για τεκμηριωμένες προηγούμενες περιόδους φροντίδας. Ζητούμε αναλογιστική εκτίμηση εναλλακτικών σεναρίων και ουσιαστική συμμετοχή των φροντιστών και των κοινωνικών εταίρων στον σχεδιασμό.
Η άτυπη φροντίδα αφορά επίσης ηλικιωμένους με αυξημένη εξάρτηση, άτομα με άνοια, καρκίνο, χρόνιες ή εκφυλιστικές παθήσεις και άλλες μακροχρόνιες ανάγκες. Η μη συνοίκηση ή η απουσία συγκεκριμένης παροχής δεν αποδεικνύει απουσία ουσιαστικής φροντίδας. Αντίστοιχα, η πλήρης αποχώρηση από την εργασία δεν πρέπει να αποτελεί τη μόνη οδό συνταξιοδοτικής προστασίας. Το άρθρο 20Δ παρέχει ήδη βάση για αποφυγή διπλής πίστωσης. Η Γερμανία αναγνωρίζει, υπό προϋποθέσεις, συνταξιοδοτικές εισφορές για φροντιστές που συνεχίζουν να εργάζονται έως 30 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ η Ιρλανδία προβλέπει ειδική αναγνώριση μακροχρόνιων περιόδων φροντίδας. Τα παραδείγματα δείχνουν ότι μπορούν να εξεταστούν εναλλακτικά, ελέγξιμα μοντέλα, χωρίς να προδικάζεται η καταλληλότητά τους για την Κύπρο.
Η συνταξιοδοτική προστασία πρέπει να συμπληρώνει την ανάπτυξη υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας, τη φροντίδα ανάπαυλας και τις πολιτικές συμφιλίωσης εργασίας και φροντίδας.
1. Αρ. Άρθρου και εδαφίου στα οποία αναφέρεται το σχόλιο:
Τροποποίηση του άρθρου 2 του βασικού νόμου σχετικά με τον όρο «αποδοχές» όπου θα περιλαμβάνεται και μέρισμα το οποίο λαμβάνει μισθωτός ως μέτοχος της εταιρείας από την οποία απασχολείται.
2. Σχόλιο/ Εισήγηση:
Η πρόνοια αυτή είναι προβληματική για τις πλείστες εταιρείες όπου είναι συχνό φαινόμενο ο/οι μέτοχος/οι να απασχολούνται σε αυτές. Ισοπεδώνεται ο φορολογικός χειρισμός απολαβών από εργασία και μερισμάτων από την στιγμή που πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες με αντίστοιχο τρόπο φορολόγησης τους.
3. Αιτιολόγηση σχολίου/ εισήγησης:
Στις πλείστες περιπτώσεις, η καταβολή μερισμάτων εξ υπακούει πως τα εταιρικά κέρδη από τα οποία θα καταβληθούν τα μερίσματα ήδη φορολογήθηκαν με εταιρικό φόρο 15%, υπόκεινται σε 5% Έκτακτη Αμυντική Εισφορά (ΕΑΕ) και 2,65% ΓΕΣΥ. Εάν θα υπόκεινται και σε κοινωνικές ασφαλίσεις χωρίς διαφοροποίηση του υπόλοιπου φορολογικού χειρισμού μερισμάτων, το συνολικό effective tax rate «ξεφεύγει». Εισηγούμαι όπως τροποποιηθεί το λεκτικό/ξεκαθαριστεί κατά πόσο τέτοια μερίσματα θα τυγχάνουν διαφορετικής συνολικής φορολογικής μεταχείρισης από άλλα μερίσματα (πχ. να εκπίπτουν για σκοπούς υπολογισμού εταιρικού φόρου παρομοίως με μισθούς, να μην υπόκεινται σε ΕΑΕ κτλ) διαφορετικά να διαγραφεί η σχετική πρόνοια από το νομοσχέδιο.
Βασίλης Ιωακείμ, ACA