07 – Ελαττωματικότητα.
6. – (1) Προϊόν είναι ελαττωματικό, όταν δεν παρέχει την ασφάλεια την οποία εύλογα αναμένει ο καταναλωτής ή η οποία απαιτείται βάσει ενωσιακού ή εθνικού δικαίου.
(2) Κατά την αξιολόγηση της ελαττωματικότητας ενός προϊόντος, λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων:
(α)της εξωτερικής εμφάνισης και των χαρακτηριστικών του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων της επισήμανσης, του σχεδιασμού του, των τεχνικών χαρακτηριστικών του, της σύνθεσής του, της συσκευασίας του και των οδηγιών συναρμολόγησης, εγκατάστασης, χρήσης και συντήρησης·
(β) της ευλόγως αναμενόμενης χρήσης του προϊόντος·
(γ) των συνεπειών στο προϊόν από τυχόν δυνατότητα συνεχούς εκμάθησης ή απόκτησης νέων χαρακτηριστικών μετά τη διάθεση στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία·
(δ) των ευλόγως αναμενόμενων συνεπειών σε άλλα προϊόντα που προβλέπεται ότι θα χρησιμοποιηθούν από κοινού με το προϊόν, συμπεριλαμβανομένης της διασύνδεσης·
(ε) της χρονικής στιγμής κατά την οποία το προϊόν διατίθεται στην αγορά ή τίθεται σε λειτουργία ή, σε περίπτωση που ο κατασκευαστής διατηρεί τον έλεγχο του προϊόντος μετά από αυτήν, της χρονικής στιγμής κατά την οποία παύει να τελεί υπό τον έλεγχο του κατασκευαστή·
(στ) των απαιτήσεων ασφάλειας του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών απαιτήσεων κυβερνοασφάλειας·
(ζ) οποιασδήποτε ανάκλησης του προϊόντος ή άλλης σχετικής παρέμβασης που αφορά την ασφάλεια του προϊόντος, από αρμόδια αρχή ή από οικονομικό φορέα όπως αναφέρεται στο άρθρο 7·
(η) των ειδικών αναγκών της ομάδας χρηστών για τους οποίους προορίζεται το προϊόν·
(θ) στην περίπτωση προϊόντος του οποίου ο σκοπός είναι ακριβώς η πρόληψη της ζημίας, της μη εκπλήρωσης του σκοπού αυτού από το προϊόν.
(3) Νοείται ότι ένα προϊόν δεν θεωρείται ελαττωματικό εξαιτίας της διάθεσης ή λειτουργίας, ή της μελλοντικής διάθεσης ή λειτουργίας στην αγορά, άλλου βελτιωμένου προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών ενημερώσεων ή αναβαθμίσεων.
Τέλος