05 – Γενικές αρχές υπολογισμού των τελών.

Νομοσχέδιο με τίτλο: «Οι περί Ασφάλειας Δικτύων και Συστημάτων Πληροφοριών (Τέλη) Κανονισμοί του 2026»

-(1) Ο τρόπος υπολογισμού και επιβολής των τελών είναι αντικειμενικός, διαφανής και αναλογικός.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού 7 των παρόντων Κανονισμών, τα τέλη για το έτος αναφοράς (έτος x) υπολογίζονται σύμφωνα με τις πιο κάτω παραμέτρους:

(α) το επίπεδο κρισιμότητας της κάθε οντότητας τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 27 του Νόμου,

(β) τον ορισμό της κάθε οντότητας ως βασική ή σημαντική τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 27 του Νόμου,

(γ) το μέγεθος της οντότητας δυνάμει του άρθρου 2 του Παραρτήματος της Σύστασης 2003/361/ΕΚ,

(δ) το επίπεδο ωριμότητας της κάθε οντότητας τηρουμένων των διατάξεων της πρωτογενούς και δευτερογενούς νομοθεσίας της Αρχής, και

(ε) την εφαρμογή τομεακής νομικής πράξης (lex specialis) της Ευρωπαϊκής Ένωσης τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (9) του άρθρου 2Α του Νόμου, όπου εφαρμόζεται.

(3) Για την πληροφορία που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (γ) της παραγράφου (2) η κάθε οντότητα, εκτός της κεντρικής κυβέρνησης, υποβάλλει στην Αρχή σχετική βεβαίωση για το έτος x -1 το αργότερο μέχρι την 30η Αυγούστου του έτους x-1:

Νοείται ότι, η σχετική βεβαίωση που προνοείται στην παρούσα παράγραφο πρέπει να είναι σαφής, ακριβής και υπογεγραμμένη είτε από ανεξάρτητο εγκεκριμένο ελεγκτή είτε από την ανώτατη διοίκηση της οντότητας. Στις περιπτώσεις που η βεβαίωση υπογράφεται από μέλος της ανώτατης διοίκησης θα πρέπει να περιλαμβάνει δήλωση ότι τα στοιχεία που υποβάλλονται με την βεβαίωση είναι σαφή, ακριβή και αληθή.

(4) (α) Σε περίπτωση που οντότητα παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της παραγράφου (3), η Αρχή υπολογίζει το οφειλόμενο τέλος που της αναλογεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Παραρτήματος αντλώντας πληροφόρηση για το μέγεθος της οντότητας από άλλες κυβερνητικές πηγές.

(β) Σε περίπτωση που οντότητα παρέχει ελλιπείς ή/και ασαφείς πληροφορίες ή σε περίπτωση παράλειψης παροχής των αιτούμενων πληροφοριών μέσα στην τακτή προθεσμία της παραγράφου (3) ή σε περίπτωση που εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παροχής ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού (5), τότε η Αρχή έχει εξουσία, αφού προηγουμένως καλέσει σε απολογία τον υπαίτιο της παράβασης, µε δεόντως αιτιολογημένη απόφασή της, να του επιβάλει διοικητικές κυρώσεις όπως προβλέπεται στο Νόμο.

(5) Η παράγραφος (3) εφαρμόζεται και στην περίπτωση νεοεισερχόμενων οντοτήτων και οι νεοεισερχόμενες οντότητες οφείλουν να παρέχουν στην Αρχή τις απαιτούμενες πληροφορίες, σύμφωνα με την παράγραφο (3), εντός ενός (1) μηνός από την ημέρα που τους επιδόθηκε η Απόφαση βάσει του εδαφίου (8) του άρθρου 27 του Νόμου.

(6) (α) Η Αρχή αποστέλλει, ηλεκτρονικά ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο κρίνει πρόσφορο, σχετική γραπτή ειδοποίηση στην οποία επισυνάπτεται το τιμολόγιο στο οποίο καθορίζεται το ύψος του καταβλητέου τέλους που αναλογεί στις οντότητες για το έτος αναφοράς (x).

(β) Οι οντότητες έχουν δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της σχετικής γραπτής ειδοποίησης που προνοείται στην υποπαράγραφο (α).

(γ) Η Αρχή αξιολογεί τις παραστάσεις και ενημερώνει την εκάστοτε οντότητα για το αποτέλεσμα της αξιολόγησης των παραστάσεων μέχρι τις 31 Ιανουαρίου του έτους αναφοράς (x):

Νοείται ότι, τυχόν αλλαγή στο ύψος του τέλους δεν επηρεάζει τα τέλη που οφείλουν να καταβάλουν οι άλλες οντότητες:

Νοείται περαιτέρω ότι, το τέλος καθίσταται καταβλητέο, έστω και αν υποβληθούν παραστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου.

(7) Τυχόν διακοπή της λειτουργίας ή δραστηριότητας της οντότητας ή απώλεια της ιδιότητας της ως οντότητας, δεν δίνει το δικαίωμα στην οντότητα να απαιτήσει από την Αρχή οποιαδήποτε επιστροφή τελών που έχουν ήδη καταβληθεί ή διαγραφή τελών που οφείλονται με βάση τους παρόντες Κανονισμούς.

Τέλος


Αφήστε μια απάντηση

Back to top button
Μετάβαση στο περιεχόμενο