Post,Author,Content "Ο περί ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμοί 2026",IAC,"Θέσεις Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου αναφορικά με το προσχέδιο Κανονισμών του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου σε σχέση με τους ελάχιστους όρους και τα ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης έναντι αστικής ευθύνης για επαγγελματική αμέλεια Αναφορικά με το προσχέδιο Κανονισμών του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου σε σχέση με τους ελάχιστους όρους και τα ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης έναντι αστικής ευθύνης για επαγγελματική αμέλεια, ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου («ΣΑΕΚ») επιθυμεί να παραθέσει τις ακόλουθες θέσεις: Α. Ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης – Ανάγκη για εναρμόνιση με τους Κανονισμούς του ΓεΣΥ Παρατηρείται διαφοροποίηση στο ύψος του ελάχιστου ορίου ασφαλιστικής κάλυψης μεταξύ του προσχεδίου Κανονισμών του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου και των Κανονισμών του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ): 1. Σύμφωνα με το προσχέδιο Κανονισμών, το ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης για φυσικά πρόσωπα που ασκούν το επάγγελμα του ιατρού, είτε ως αυτοτελώς εργαζόμενοι είτε ως εργοδοτούμενοι, ανέρχεται στις €450.000. 2. Αντιθέτως, οι ισχύοντες Κανονισμοί του ΟΑΥ καθορίζουν το ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης στις €300.000 για προσωπικούς ιατρούς. Θέση του ΣΑΕΚ είναι ότι το ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης που θα απαιτείται από τους ιατρούς θα πρέπει να κινείται στην ίδια λογική και να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τα ελάχιστα όρια κάλυψης που εφαρμόζονται σήμερα από τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ), δυνάμει των Κ.Δ.Π. 225/2020 και 478/2021, για τους εξής λόγους: 1. Ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να υφίστανται διαφορετικά ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης μεταξύ των δύο κανονιστικών πλαισίων, καθώς αυτό δημιουργεί ασυνέπεια και έλλειψη ομοιομορφίας στο ρυθμιστικό πλαίσιο και δύναται να οδηγήσει σε αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις στο κόστος ασφαλιστικής κάλυψης. 2. Τα υφιστάμενα ελάχιστα όρια κάλυψης έχουν καθοριστεί σε επίπεδο που διασφαλίζει επαρκή προστασία τόσο για τους ιατρούς και τους λοιπούς επαγγελματίες υγείας όσο και για τους ασθενείς, περιλαμβανομένης της κάλυψης έναντι απαιτήσεων αποζημίωσης και των σχετικών νομικών εξόδων. 3. Επιπλέον, το υφιστάμενο όριο των €300.000, όπως ισχύει στους Κανονισμούς του ΟΑΥ, έχει αποδειχθεί επαρκές και λειτουργικό στην πράξη. Ως εκ τούτου, δεν τεκμηριώνεται ανάγκη για αύξηση του ελάχιστου ορίου ασφαλιστικής κάλυψης στις €450.000. 4. Τα ελάχιστα όρια κάλυψης που ισχύουν σήμερα από τον ΟΑΥ εξασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες, μέσω των ασφαλιστικών προϊόντων τους, μπορούν να παρέχουν την υποχρεωτική από τον Νόμο ασφαλιστική κάλυψη στους ιατρούς. 5. Περαιτέρω, οφείλουμε να τονίσουμε ότι τα ελάχιστα όρια κάλυψης που εφαρμόζονται σήμερα από τον ΟΑΥ έχουν τύχει αποδοχής από τους αντασφαλιστές των Μελών μας, οι οποίοι έχουν την ευθύνη για μέρος των καταβληθέντων αποζημιώσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως το ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης έναντι επαγγελματικής αμέλειας διατηρηθεί στο ύψος των €300.000, σε εναρμόνιση με τους ισχύοντες Κανονισμούς του ΟΑΥ, λαμβανομένης υπόψη της επάρκειας και της πρακτικής εφαρμογής του υφιστάμενου ορίου, καθώς και της δυνατότητας της ασφαλιστικής αγοράς να παρέχει την απαιτούμενη κάλυψη σε συνεργασία με τους αντασφαλιστές. Β. Ασφαλιστική κάλυψη ιατρών από το εξωτερικό και ιατρών που ασκούν το επάγγελμα υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών Επιπρόσθετα, ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι θα πρέπει να εξεταστεί η πρακτική δυνατότητα παροχής της απαιτούμενης ασφαλιστικής κάλυψης έναντι ιατρικής αμέλειας στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Μέρος ΙΙ – Ασφαλιστική Κάλυψη, Άρθρο 3 του προσχεδίου Κανονισμών. 1. Ειδικότερα, η σχετική πρόνοια αφορά ειδικούς ιατρούς από το εξωτερικό, οι οποίοι ασκούν το επάγγελμα δυνάμει του άρθρου 10 του Νόμου, καθώς και ιατρούς που ασκούν την ιατρική στη Δημοκρατία υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δυνάμει του άρθρου 10Α του Νόμου. 2. Ο ΣΑΕΚ επισημαίνει ότι θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι για τις εν λόγω κατηγορίες ιατρών υπάρχει διαθέσιμη ασφαλιστική κάλυψη στην αγορά, η οποία να ανταποκρίνεται στους ελάχιστους όρους και στα ελάχιστα όρια που προβλέπονται στους Κανονισμούς. Η δυνατότητα ασφάλισης των συγκεκριμένων περιπτώσεων ενδέχεται να παρουσιάζει πρακτικές δυσκολίες, ιδίως λόγω του τρόπου, της διάρκειας και των συνθηκών υπό τις οποίες οι εν λόγω ιατροί ασκούν την ιατρική στη Δημοκρατία. Ως εκ τούτου, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως, πριν από την οριστικοποίηση της σχετικής πρόνοιας, εξεταστεί σε διαβούλευση με την ασφαλιστική αγορά η πρακτική δυνατότητα εξασφάλισης της απαιτούμενης ασφαλιστικής κάλυψης για τις συγκεκριμένες κατηγορίες ιατρών, ώστε η σχετική υποχρέωση να είναι εφαρμόσιμη στην πράξη και να μην δημιουργούνται περιπτώσεις όπου ιατροί υπέχουν υποχρέωση ασφάλισης χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη διαθέσιμη ασφαλιστική κάλυψη. Γ. Αναδρομική ασφαλιστική κάλυψη – Κανονισμός 4(η) Ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι η πρόνοια του Κανονισμού 4(η) χρήζει αναθεώρησης, καθότι η αναφορά στην «ημερομηνία σύναψης της πρώτης σύμβασης ασφάλισης» ως σημείο αναφοράς για την αναδρομική κάλυψη ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτικές και ερμηνευτικές δυσχέρειες. 1. Η πρώτη ασφαλιστική σύμβαση ενός επαγγελματία υγείας ενδέχεται να έχει συναφθεί πολλά έτη πριν, με διαφορετικά όρια, όρους και προϋποθέσεις κάλυψης από εκείνα που προβλέπονται στους παρόντες Κανονισμούς. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να μην υφίσταται προηγούμενη ασφαλιστική σύμβαση. 2. Η προτεινόμενη προσέγγιση διαφοροποιείται από την αντίστοιχη πρόνοια της ΚΔΠ 496/2020, όπου η αναδρομική κάλυψη συνδεόταν με συγκεκριμένη χρονική περίοδο και όχι με την ημερομηνία σύναψης της πρώτης ασφαλιστικής σύμβασης του επαγγελματία υγείας. 3. Περαιτέρω, κρίνεται αναγκαίο να περιληφθεί αντίστοιχη πρόνοια με αυτή που προβλέπεται στην ΚΔΠ 496/2020, σύμφωνα με την οποία η αναδρομική κάλυψη δεν παρέχεται για περιστατικά ή απαιτήσεις που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί σε προηγούμενη ασφαλιστική επιχείρηση. 4. Η συμπερίληψη της εν λόγω πρόνοιας είναι σημαντική, προκειμένου να αποφεύγονται αβεβαιότητες ως προς τον χειρισμό απαιτήσεων ή περιστατικών που έχουν ήδη δηλωθεί σε προηγούμενο ασφαλιστή και να περιορίζονται ενδεχόμενα ερμηνευτικά ζητήματα αναφορικά με την ευθύνη διαδοχικών ασφαλιστών. 5. Θέση του ΣΑΕΚ είναι ότι η αναδρομική κάλυψη προσφέρεται μόνο όταν υπήρχε σε ισχύ συνεχής ασφαλιστική κάλυψη και όχι από την ημερομηνία σύναψης της πρώτης ασφαλιστικής σύμβασης του ιατρού με ασφαλιστική εταιρεία. 6. Ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι η αναδρομική περίοδος ασφαλιστικής κάλυψης θα πρέπει να περιορίζεται σε τρία (3) έτη και όχι σε έξι (6) έτη, όπως καθορίζεται στην πρόνοια του Κανονισμού 4(η). Ως εκ τούτου, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως η αναδρομική κάλυψη συνδέεται με συγκεκριμένη χρονική περίοδο, κατά τρόπο αντίστοιχο με την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην ΚΔΠ 496/2020, και όπως προβλεφθεί ρητά ότι η αναδρομική κάλυψη δεν θα αφορά περιστατικά ή απαιτήσεις που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί σε προηγούμενη ασφαλιστική επιχείρηση. Δ. Υποχρεωτική κάλυψη απαιτήσεων που αφορούν γενετικές ανωμαλίες – Κανονισμός 7(α) Ο ΣΑΕΚ επισημαίνει ότι η διατύπωση του Κανονισμού 7(α) διαφοροποιείται ουσιωδώς από την αντίστοιχη πρόνοια της ΚΔΠ 496/2020. 1. Ειδικότερα, ενώ η ΚΔΠ 496/2020 αναφέρεται σε απαιτήσεις που προκύπτουν από λανθασμένη διάγνωση, μη έγκαιρη διάγνωση ή αποτυχία διάγνωσης γενετικής ανωμαλίας εμβρύου που ανάγεται σε επαγγελματική αμέλεια, η προτεινόμενη διάταξη αναφέρεται γενικά σε «γενετικές ανωμαλίες». 2. Η ευρύτερη αυτή διατύπωση ενδέχεται να δημιουργήσει αβεβαιότητα ως προς το εύρος της υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης και να οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες αναφορικά με τους κινδύνους που θα πρέπει υποχρεωτικά να καλύπτονται από το ασφαλιστήριο. 3. Η έλλειψη σαφούς προσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής της συγκεκριμένης πρόνοιας ενδέχεται, περαιτέρω, να δημιουργήσει πρακτικές δυσχέρειες στην ασφαλιστική αγορά ως προς τον καθορισμό της απαιτούμενης κάλυψης και των αντίστοιχων ασφαλιστικών όρων. Ως εκ τούτου, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 7(α) και κατά πόσο σκοπός είναι η διατήρηση της προσέγγισης της ΚΔΠ 496/2020, δηλαδή η κάλυψη απαιτήσεων που απορρέουν από λανθασμένη, μη έγκαιρη ή αποτυχημένη διάγνωση γενετικής ανωμαλίας εμβρύου λόγω επαγγελματικής αμέλειας, ή η εισαγωγή ευρύτερης υποχρέωσης ασφαλιστικής κάλυψης. Σε περίπτωση που επιδιώκεται ευρύτερη κάλυψη, θεωρείται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ρητά το εύρος της σχετικής υποχρέωσης. Ε. Εξαίρεση για AIDS και ηπατίτιδα – Κανονισμός 8(α) Στον Κανονισμό 8(α) προτείνεται η αντικατάσταση της φράσης «AIDS ή της ηπατίτιδας» με τη διατύπωση «AIDS και/ή της ηπατίτιδας», όπως προβλέπεται στην ΚΔΠ 496/2020. Η προτεινόμενη διατύπωση είναι νομοτεχνικά πληρέστερη και αποφεύγει τυχόν ερμηνευτικά ζητήματα ως προς το κατά πόσο η σχετική εξαίρεση καταλαμβάνει και περιπτώσεις ταυτόχρονης μετάδοσης των δύο ασθενειών. Ως εκ τούτου, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως υιοθετηθεί η διατύπωση «AIDS και/ή της ηπατίτιδας», σε εναρμόνιση με την αντίστοιχη πρόνοια της ΚΔΠ 496/2020. ΣΤ. Αφαιρετέο ποσό – Κανονισμός 8(ιζ) Στον Κανονισμό 8(ιζ) προβλέπεται ενιαίο μέγιστο αφαιρετέο ποσό ύψους €5.000 ανά απαίτηση για όλους τους ασφαλισμένους. Ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί η διαφοροποίηση του ανώτατου αφαιρετέου ποσού μεταξύ φυσικών προσώπων και Εταιρειών Ιατρών, λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντική διαφοροποίηση που προβλέπεται ως προς τα ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης. Ειδικότερα: 1. Για φυσικά πρόσωπα προβλέπεται ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης ύψους €450.000. 2. Για Εταιρείες Ιατρών προβλέπεται ελάχιστο όριο ασφαλιστικής κάλυψης ύψους €900.000, δηλαδή διπλάσιο του αντίστοιχου ορίου που προβλέπεται για φυσικά πρόσωπα. 3. Υπό το δεδομένο αυτό, η επιβολή ενιαίου ανώτατου αφαιρετέου ποσού €5.000, ανεξαρτήτως της κατηγορίας του ασφαλισμένου, δεν λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική έκταση της ασφαλιστικής κάλυψης και το αντίστοιχο ασφαλιστικό ρίσκο. Ως εκ τούτου, ο ΣΑΕΚ εισηγείται όπως εξεταστεί η δυνατότητα καθορισμού διαφορετικού ανώτατου αφαιρετέου ποσού για φυσικά πρόσωπα και Εταιρείες Ιατρών, λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης που προβλέπονται για τις δύο κατηγορίες ασφαλισμένων. (Ζ). Παράρτημα Ι - Υπόδειγμα Πιστοποιητικού Ασφάλισης Στο υπόδειγμα του Πιστοποιητικού Ασφάλισης αναφέρεται ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι σύμφωνο με τους περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμούς του 2025, ενώ το υπό εξέταση προσχέδιο αφορά τους περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμούς του 2026. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να διορθωθεί η σχετική αναφορά στο υπόδειγμα του Πιστοποιητικού Ασφάλισης, ώστε να συνάδει με τους Κανονισμούς που θα τεθούν σε ισχύ. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω, ο ΣΑΕΚ θεωρεί ότι οι προτεινόμενοι Κανονισμοί θα πρέπει να διαμορφωθούν κατά τρόπο που να διασφαλίζει αφενός την αποτελεσματική προστασία των ασθενών και των επαγγελματιών υγείας και αφετέρου την πρακτική δυνατότητα εφαρμογής των προβλεπόμενων ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Ο ΣΑΕΚ θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό όπως οι τελικές πρόνοιες των Κανονισμών διαμορφωθούν σε διαβούλευση με την ασφαλιστική αγορά, ώστε οι υποχρεώσεις που θα επιβληθούν να ανταποκρίνονται στους πραγματικούς ασφαλιστικούς κινδύνους, να είναι ασφαλίσιμες και να μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά στην πράξη. Ο ΣΑΕΚ παραμένει στη διάθεσή σας για τυχόν διευκρινίσεις επί των πιο πάνω θέσεων, καθώς και για τη συνέχιση του εποικοδομητικού διαλόγου." "03 - ΜΕΡΟΣ ΙΙ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΛΥΨΗ-Υποχρέωση ασφάλισης ιατρικής αμέλειας",aicitizen,"Η βασική μου εισήγηση είναι να υποστηριχθεί η φιλοσοφία των Κανονισμών, αλλά να ζητηθούν στοχευμένες τροποποιήσεις πριν από την οριστικοποίησή τους. (1) Υποχρέωση ασφάλισης – Κανονισμός 3 Το προσχέδιο προβλέπει υποχρέωση ασφάλισης για: αυτοτελώς εργαζόμενους και εργοδοτούμενους ιατρούς, Εταιρείες Ιατρών, ιατρούς με ειδική άδεια, ειδικούς ιατρούς από το εξωτερικό, ιατρούς που παρέχουν υπηρεσίες στην Κύπρο υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Κρίσιμο ζήτημα: εργοδοτούμενοι ιατροί Εδώ υπάρχει, κατά την άποψή μου, ουσιώδες κενό. Ο Κανονισμός 3 λέει ότι ο εργοδοτούμενος ιατρός πρέπει να είναι ασφαλισμένος. Όμως ο Κανονισμός 4(γ), όταν καθορίζει ποιοι θεωρούνται «ασφαλισμένοι» σε ένα ασφαλιστήριο, αναφέρεται στον κάτοχο του ασφαλιστηρίου και στους διοικητικούς συμβούλους/συνεταίρους του. Δεν αναφέρει ρητά τους εργοδοτούμενους ιατρούς. Να προστεθεί ρητή πρόνοια ότι: ""ασφαλιστήριο που συνάπτεται από νοσηλευτήριο, εταιρεία ιατρών ή άλλο εργοδότη μπορεί να καλύπτει τους εργοδοτούμενους ιατρούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί κατονομάζονται ή καλύπτονται ρητά ως ασφαλισμένοι και η κάλυψη τους είναι τουλάχιστον ισοδύναμη με την απαιτούμενη από τους Κανονισμούς."" (2) Σχέση με το ΓεΣΥ – ίσως το σημαντικότερο θέμα Πρόβλημα Εάν οι νέοι Κανονισμοί εφαρμοστούν χωρίς λεπτομερή μηχανισμό αναγνώρισης της υφιστάμενης κάλυψης ΓεΣΥ, υπάρχει κίνδυνος: διπλής ασφάλισης, διπλής καταβολής ασφαλίστρων, αλληλοεπικαλυπτόμενων ασφαλιστηρίων, αβεβαιότητας ως προς το ποιο ασφαλιστήριο ανταποκρίνεται σε απαίτηση, διοικητικής επιβάρυνσης για ιατρούς και παρόχους. Ισχυρή εισήγηση Να προστεθεί ειδικός Κανονισμός που να αναφέρει ρητά ότι: ""ασφαλιστήριο που παρέχεται δυνάμει του άρθρου 56 του περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου και πληροί τις απαιτήσεις των παρόντων Κανονισμών λογίζεται αυτοδικαίως ως ασφαλιστική κάλυψη για τους σκοπούς του άρθρου 7Ζ, χωρίς υποχρέωση σύναψης δεύτερου ασφαλιστηρίου."" Επίσης, να δημιουργηθεί ενιαίος μηχανισμός πιστοποίησης μεταξύ Ιατρικού Συμβουλίου, ΟΑΥ και ασφαλιστικών επιχειρήσεων. (3) Ελάχιστα όρια €450.000 / €900.000 – Κανονισμός 5 Το προσχέδιο προβλέπει: €450.000 για φυσικό πρόσωπο/ιατρό, €900.000 για Εταιρεία Ιατρών, και τα ποσά αυτά ισχύουν ανά συμβάν και συνολικά για την ασφαλιστική περίοδο. Όμως υπάρχει σημαντικό ζήτημα Εάν ένας ιατρός έχει: όριο €450.000 ανά απαίτηση, και aggregate €450.000 ετησίως, και μία σοβαρή υπόθεση απορροφήσει ολόκληρο το ποσό, τότε δεν υπάρχει ουσιαστικά υπόλοιπο κάλυψης για δεύτερη απαίτηση μέσα στο ίδιο ασφαλιστικό έτος. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για ειδικότητες με αυξημένο κίνδυνο. Εισήγηση Να διαχωριστούν: το όριο ανά συμβάν, και το συνολικό ετήσιο όριο. Ενδεικτικά: €450.000 ανά συμβάν / τουλάχιστον €900.000 aggregate για φυσικό πρόσωπο, €900.000 ανά συμβάν / τουλάχιστον €1.800.000 aggregate για Εταιρεία Ιατρών. Εναλλακτικά, το aggregate θα μπορούσε να καθορίζεται μετά από αναλογιστική μελέτη κινδύνου. Ακόμη καλύτερη προσέγγιση Να εξεταστεί διαβάθμιση ανά ειδικότητα, αντί για ένα ενιαίο ποσό για όλους τους ιατρούς. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα για: γενική/οικογενειακή ιατρική, παθολογικές ειδικότητες, χειρουργικές ειδικότητες, μαιευτική/γυναικολογία, αναισθησιολογία, άλλες ειδικότητες υψηλού κινδύνου. Αυτό θα ήταν δικαιότερο τόσο για τους ιατρούς όσο και για τους ασθενείς. (4) Έξοδα υπεράσπισης – €50.000 Το ποσό των €50.000 προβλέπεται επιπλέον του ορίου αποζημιώσεων, πράγμα θετικό. Ωστόσο, σε σοβαρή υπόθεση ιατρικής αμέλειας η δικαστική διαδικασία μπορεί να περιλαμβάνει: δικηγορικές αμοιβές, ιατρικές πραγματογνωμοσύνες, μαρτυρία ειδικών, δεύτερες πραγματογνωμοσύνες, εφέσεις, πολυετή διαδικασία. Εισήγηση Να εξεταστεί αύξηση του ελάχιστου ποσού, π.χ.: €100.000 για φυσικό πρόσωπο, €150.000–€200.000 για Εταιρεία Ιατρών, ή να προβλεφθεί ότι τα έξοδα υπεράσπισης θα ανέρχονται σε συγκεκριμένο ποσοστό του βασικού ορίου κάλυψης. (5) Αναδρομική κάλυψη – Κανονισμός 4(η) Το προσχέδιο προβλέπει ως αναδρομική ημερομηνία την ημερομηνία σύναψης της πρώτης ασφαλιστικής σύμβασης, εκτός εάν η αναδρομική περίοδος είναι τουλάχιστον έξι έτη. Εισήγηση – μεταβατική πρόνοια Πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι για υφιστάμενους ιατρούς: ""η αναδρομική κάλυψη δεν θα δημιουργεί κενό για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα από την έναρξη της νομοθετικής υποχρέωσης ασφάλισης, δηλαδή από 26 Ιανουαρίου 2025, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπήρχε ήδη γνωστή απαίτηση ή γνωστή περιστατική κατάσταση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απαίτηση."" (6) Περίοδος μετά την παύση άσκησης – μόνο δύο έτη Το προσχέδιο προβλέπει τουλάχιστον δύο έτη επέκτασης εκκρεμούς ευθύνης μετά την παύση άσκησης του επαγγέλματος. Το ποσό αυτό φαίνεται χαμηλό για ιατρική αμέλεια. Ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος προβλέπει γενικά τριετή περίοδο για αξιώσεις λόγω αμέλειας, με ειδικούς κανόνες όταν η σωματική βλάβη γίνεται γνωστή μεταγενέστερα και με δικαστική διακριτική ευχέρεια σε ορισμένες περιπτώσεις. Εισήγηση Η περίοδος run-off να είναι: τουλάχιστον έξι έτη, ή η περίοδος που απαιτείται μέχρι την πλήρη εκπνοή όλων των εφαρμοστέων χρόνων παραγραφής, συν εύλογη πρόσθετη περίοδο. (7) Εξαιρέσεις – χρειάζεται μεγαλύτερη ακρίβεια Ωστόσο, ο Κανονισμός 8 επιτρέπει εξαίρεση για αμέλεια που οδηγεί σε μετάδοση AIDS ή ηπατίτιδας, καθώς και για πανδημίες και νέες αναδυόμενες ασθένειες. Εισήγηση Να διευκρινιστεί ρητά ότι: ""η ασφαλιστική κάλυψη για τη διάγνωση, θεραπεία και διαχείριση ασθενούς με AIDS, ηπατίτιδα ή άλλη λοιμώδη νόσο δεν αποκλείεται· η εξαίρεση αφορά αποκλειστικά την ευθύνη για μετάδοση της συγκεκριμένης λοίμωξης, όπου αυτή επιτρέπεται."" Παράλληλα, η έννοια «ασθένειες που κατηγοριοποιήθηκαν ή θα κατηγοριοποιηθούν ως πανδημίες» είναι πολύ ευρεία και θα πρέπει να περιοριστεί ώστε να μην οδηγεί σε γενικευμένη εξαίρεση της ιατρικής ευθύνης σε περίοδο πανδημίας. (8) Σκόπιμες/ανέντιμες πράξεις – προστασία των λοιπών ασφαλισμένων Η εξαίρεση των σκόπιμων ή ανέντιμων πράξεων είναι ασφαλιστικά εύλογη. Όμως πρέπει να προστεθεί severability / innocent insured clause. Παράδειγμα: Εάν ένας ιατρός μιας εταιρείας προβεί σε δόλια πράξη, δεν πρέπει αυτόματα να χάνεται η ασφαλιστική κάλυψη της εταιρείας ή άλλων ιατρών που δεν γνώριζαν και δεν συμμετείχαν στην πράξη. Εισήγηση Η εξαίρεση να εφαρμόζεται μόνο στο πρόσωπο που τέλεσε τη σκόπιμη ή ανέντιμη πράξη, χωρίς να επηρεάζει τα δικαιώματα των λοιπών ασφαλισμένων που ενήργησαν καλόπιστα. (9) Αφαιρετέο ποσό μέχρι €5.000 Το προσχέδιο επιτρέπει αφαιρετέο ποσό μέχρι €5.000 ανά απαίτηση. Για υποχρεωτική ασφάλιση με σκοπό την προστασία ασθενών, πρέπει να διασφαλιστεί ότι το deductible δεν μπορεί να προβληθεί έναντι του ασθενούς. Να προβλεφθεί ότι: ""οποιοδήποτε αφαιρετέο ποσό αποτελεί αποκλειστικά συμβατική υποχρέωση μεταξύ ασφαλιστικής επιχείρησης και ασφαλισμένου και δεν επηρεάζει την υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης έναντι δικαιούχου αποζημίωσης."" Επιπλέον, θα μπορούσε να εξεταστεί χαμηλότερο ανώτατο deductible για φυσικά πρόσωπα. (10) Υποχρέωση γνωστοποίησης απαίτησης Η προθεσμία των επτά εργάσιμων ημερών για γνωστοποίηση απαίτησης είναι αυστηρή, έστω και αν προστίθεται η φράση «ή μόλις είναι εύλογα πρακτικό» Εισήγηση – μεταβατική πρόνοια Πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι για υφιστάμενους ιατρούς: ""η αναδρομική κάλυψη δεν θα δημιουργεί κενό για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα από την έναρξη της νομοθετικής υποχρέωσης ασφάλισης, δηλαδή από 26 Ιανουαρίου 2025, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπήρχε ήδη γνωστή απαίτηση ή γνωστή περιστατική κατάσταση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απαίτηση."" (11) Περίοδος μετά την παύση άσκησης – μόνο δύο έτη Εισήγηση Ιδίως για: παιδιά, συγγενείς ανωμαλίες, ογκολογικές διαγνώσεις, καθυστερημένες διαγνώσεις, νευρολογικές βλάβες, η διετής περίοδος μπορεί να μην προσφέρει επαρκή προστασία. (12) Πιστοποιητικό ασφάλισης και ηλεκτρονικό μητρώο Ο Κανονισμός 9 προβλέπει πιστοποιητικό και ο Κανονισμός 10 υποχρεώνει τον κάτοχο να το προσκομίζει στο Ιατρικό Συμβούλιο όταν ζητηθεί. Αυτό όμως είναι κυρίως εκ των υστέρων έλεγχος. Εισήγηση: έκδοση ασφαλιστηρίου, ανανέωση, ακύρωση, μη ανανέωση, ουσιώδη μεταβολή, ημερομηνία έναρξης/λήξης. Έτσι το Ιατρικό Συμβούλιο θα μπορεί να ελέγχει σε πραγματικό χρόνο αν ο ιατρός είναι ασφαλισμένος. (13) Πολύ σημαντικό τεχνικό λάθος στο Παράρτημα Στο Παράρτημα Ι του προσχεδίου, το πιστοποιητικό καταλήγει να αναφέρει ότι το ασφαλιστήριο είναι σύμφωνο με τους «περί Ιατρών (Ασφάλιση Ιατρικής Αμέλειας) Κανονισμούς του 2025», ενώ το υπό διαβούλευση κείμενο αφορά τους Κανονισμούς του 2026."