Post,Author,Content "«Ο περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων Νόμος του 2026» και «Ο περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»",tamo,"Θέσεις του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων επί των εναρμονιστικών νομοσχεδίων «Ο περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων Νόμος του 2026» και «Ο περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026», οι οποίες υποβάλλονται στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης. _____________________________________________________________________________________________________________________________________________________ 1. Εισαγωγή Το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων (εφεξής «ΤΑΜΟ») χαιρετίζει την εισαγωγή ενός σύγχρονου πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, στο πλαίσιο της συμμόρφωσης με την Οδηγία (ΕΕ) 2025/1. Η εισαγωγή, ωστόσο, ενός νέου πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία φορέων οι οποίοι, δυνάμει της εφαρμοστέας νομοθεσίας, αναλαμβάνουν οικονομικές υποχρεώσεις και ασκούν ειδικές αρμοδιότητες σε περίπτωση αφερεγγυότητας ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ένας τέτοιος φορέας είναι το ΤΑΜΟ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 31 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000 (εφεξής «ο Νόμος»), όταν το ΤΑΜΟ υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημιώσεις λόγω αφερεγγυότητας ασφαλιστή του οποίου το κράτος μέλος καταγωγής είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, παρέχεται σε αυτό το δικαίωμα να διορίζει είτε τον εκκαθαριστή ή τους εκκαθαριστές είτε τουλάχιστον έναν από αυτούς, ανάλογα με το ποσοστό των ασφαλιστικών απαιτήσεων του κλάδου ασφάλισης ευθύνης μηχανοκινήτων επί του συνόλου των ασφαλιστικών απαιτήσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης. Παράλληλα, σύμφωνα με τα άρθρα 29(γ), (δ) και (ε) του Νόμου, το ΤΑΜΟ υπέχει υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων προς ζημιωθέντες από τροχαία ατυχήματα στις περιπτώσεις που η αστική ευθύνη προκύπτει από τη χρήση οχήματος ασφαλισμένου με ασφαλιστή, ο οποίος έχει καταστεί αφερέγγυος. Ως εκ τούτου, κρίνεται αναγκαία η αποσαφήνιση συγκεκριμένων ζητημάτων που αφορούν τον ρόλο, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ΤΑΜΟ στο πλαίσιο των προτεινόμενων νομοσχεδίων, ώστε να διασφαλιστεί η αρμονική συνύπαρξη του νέου νομοθετικού καθεστώτος με το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς. Οι ακόλουθες εισηγήσεις αποσκοπούν στην αποφυγή ερμηνευτικών αμφισβητήσεων, στη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του νέου νομοθετικού πλαισίου και στη διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας του ΤΑΜΟ, προς όφελος τόσο των ζημιωθέντων όσο και της εύρυθμης λειτουργίας της ασφαλιστικής αγοράς γενικότερα. 2. Βασικές θέσεις του ΤΑΜΟ Α. Διευκρίνιση του καθεστώτος του ΤΑΜΟ ως «συστήματος εγγύησης ασφάλισης» Ένα από τα βασικότερα ζητήματα που χρήζουν διευκρίνισης αφορά το κατά πόσο το ΤΑΜΟ εμπίπτει στην έννοια του «συστήματος εγγύησης ασφάλισης», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του προτεινόμενου «περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων Νόμου του 2026». Η διευκρίνιση αυτή είναι ιδιαίτερης σημασίας, καθώς ο χαρακτηρισμός του ΤΑΜΟ ως «συστήματος εγγύησης ασφάλισης» δεν έχει μόνο ορολογική σημασία, αλλά καθορίζει την εφαρμογή σειράς ουσιαστικών διατάξεων του νομοσχεδίου. Ειδικότερα, θα πρέπει να διευκρινιστεί η εφαρμογή των πιο κάτω άρθρων: • Άρθρο 36(6)(β): εφόσον το ΤΑΜΟ θεωρηθεί «σύστημα εγγύησης ασφάλισης», κατά πόσο η διατήρηση ή η συνέχιση της συμμετοχής του αποδέκτη ή της μεταβατικής επιχείρησης σε σύστημα εγγύησης ασφάλισης μετά την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης συνεπάγεται τη συνέχιση της ιδιότητας μέλους στο ΤΑΜΟ, καθώς και τη μεταφορά των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης καταβολής τυχόν εκκρεμών επασφαλίστρων που αντιστοιχούν στα μεταβιβαζόμενα ασφαλιστήρια. Περαιτέρω, να διευκρινιστεί το καθεστώς που διέπει τη σχέση του αποδέκτη ή της μεταβατικής επιχείρησης με το ΤΑΜΟ σε περίπτωση που το τελευταίο δεν θεωρηθεί «σύστημα εγγύησης ασφάλισης» για τους σκοπούς του Νόμου, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο διασφαλίζεται η συνέχιση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή στο Ταμείο. • Άρθρο 42(5): Κατά πόσο από την εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής εξαιρούνται: α) οι συνεισφορές που οφείλονται προς το ΤΑΜΟ, εφόσον αυτό θεωρηθεί ότι συνιστά «σύστημα εγγύησης ασφάλισης», κατά την έννοια του άρθρου Α.42(5)(δ)(iv), και/ή β) οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το ΤΑΜΟ δυνάμει του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου, οι οποίες ενδεχομένως εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου Α.42(5)(ε). Η διευκρίνιση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς από το κατά πόσο οι ανωτέρω συνεισφορές ή/και υποχρεώσεις εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 42(5) εξαρτάται και η εφαρμογή των άρθρων 62 έως 64 του νομοσχεδίου, ιδίως ως προς τη μεταχείριση των σχετικών υποχρεώσεων στο πλαίσιο μερικής μεταβίβασης, την προστασία των πιστωτών μέσω της αρχής ότι κανένας πιστωτής δεν πρέπει να περιέλθει σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση εκκαθάρισης (no creditor worse off) και την τυχόν καταβολή αποζημίωσης ή διαφοράς αξίας. • Άρθρα 62 έως 64 (και ιδίως το άρθρο 63(2)(α)): Κατά πόσο το ΤΑΜΟ απολαμβάνει των διασφαλίσεων που απορρέουν από την αρχή ότι κανένας πιστωτής δεν πρέπει να περιέλθει σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση εκκαθάρισης (No Creditor Worse Off), σε περίπτωση μερικής μεταβίβασης ή εφαρμογής του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος καταβολής της τυχόν διαφοράς αποζημίωσης. Περαιτέρω, θα πρέπει να διευκρινιστεί κατά πόσο, για τους σκοπούς της αποτίμησης του άρθρου 63(2)(α), η οικονομική θέση του ΤΑΜΟ αξιολογείται αυτοτελώς υπό την ιδιότητά του ως «συστήματος εγγύησης ασφάλισης» ή, εναλλακτικά, υπό την ιδιότητά του ως «άλλου πιστωτή». Η αποσαφήνιση του ζητήματος αυτού είναι καθοριστικής σημασίας και για την εφαρμογή του άρθρου 4 του τροποποιητικού νομοσχεδίου «Ο περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026», το οποίο προβλέπει τη χρηματοδότηση της σχετικής διαφοράς από το Ταμείο Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων. Τέλος, θα πρέπει να διευκρινιστεί κατά πόσο, για τους σκοπούς της αποτίμησης και του υπολογισμού τυχόν αποζημίωσης, λαμβάνονται υπόψη και οι απαιτήσεις του ΤΑΜΟ που γεννώνται μετά τον κρίσιμο χρόνο της αποτίμησης, στις περιπτώσεις όπου, κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης εξυγίανσης, το ΤΑΜΟ δεν έχει ακόμη καταβάλει τις προβλεπόμενες από τον νόμο αποζημιώσεις, αλλά υπέχει υποχρέωση να τις καταβάλει μεταγενέστερα λόγω της αδυναμίας της ασφαλιστικής επιχείρησης. • Άρθρα 70(3)(ε) και 72(1)(δ): κατά πόσο το ΤΑΜΟ περιλαμβάνεται στους αποδέκτες των προβλεπόμενων κοινοποιήσεων και σε περίπτωση που δεν θεωρηθεί «σύστημα εγγύησης ασφάλισης», ποιος μηχανισμός έγκαιρης ενημέρωσης και ανταλλαγής πληροφοριών θα εφαρμόζεται. Σε περίπτωση που δεν θεωρηθεί «σύστημα εγγύησης ασφάλισης», να διευκρινιστεί ποιος μηχανισμός έγκαιρης ενημέρωσης και ανταλλαγής πληροφοριών θα εφαρμόζεται. • Άρθρο 73(1)(ζ): κατά πόσο το ΤΑΜΟ εμπίπτει στους φορείς που δύνανται να λαμβάνουν τις αναγκαίες εμπιστευτικές πληροφορίες για την άσκηση των νόμιμων αρμοδιοτήτων του και την αξιολόγηση της πιθανής οικονομικής του έκθεσης. • Άρθρο 78(3)(α): σε περίπτωση που το ΤΑΜΟ θεωρηθεί «σύστημα εγγύησης ασφάλισης», ποια αρχή συνιστά την «αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία για το σύστημα εγγύησης ασφάλισης», ποια αρχή θα ασκεί τον σχετικό ρόλο και με ποιον τρόπο θα διασφαλίζεται η αποτελεσματική εκπροσώπηση των συμφερόντων του ΤΑΜΟ. Περαιτέρω, να διευκρινιστεί με ποιον τρόπο θα διασφαλίζεται ότι, κατά τη συμμετοχή της αρμόδιας αρχής στο σώμα εξυγίανσης, λαμβάνονται υπόψη οι αρμοδιότητες, οι υποχρεώσεις και η πιθανή οικονομική έκθεση του ΤΑΜΟ, καθώς και ότι υφίσταται κατάλληλος μηχανισμός ενημέρωσης και συντονισμού μεταξύ της αρμόδιας αρχής και του ΤΑΜΟ. Ιδιαίτερη αποσαφήνιση απαιτείται ως προς τη σχέση μεταξύ του άρθρου 42(5) και των άρθρων 62 έως 64. Το άρθρο 42(5) προβλέπει εξαιρέσεις από την εφαρμογή του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής, ενώ τα άρθρα 62 έως 64 θεσπίζουν ευρύτερες διασφαλίσεις, οι οποίες εφαρμόζονται τόσο σε περίπτωση απομείωσης ή μετατροπής όσο και σε περίπτωση μερικής μεταβίβασης δικαιωμάτων, στοιχείων ενεργητικού ή υποχρεώσεων. Ως εκ τούτου, χρήζει διευκρίνισης κατά πόσο η εξαίρεση συγκεκριμένης υποχρέωσης από το πεδίο εφαρμογής του μέτρου απομείωσης ή μετατροπής δυνάμει του άρθρου 42(5) επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την εφαρμογή των διασφαλίσεων των άρθρων 62 έως 64 ή κατά πόσο οι εν λόγω διασφαλίσεις λειτουργούν αυτοτελώς και εξακολουθούν να εφαρμόζονται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των αντίστοιχων διατάξεων. Επιπρόσθετα, το άρθρο 34(2)(α) της Οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προβλέψουν ότι η μεταβατική επιχείρηση δύναται να ανήκει, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, και σε σύστημα εγγύησης ασφάλισης. Η διακριτική αυτή ευχέρεια δεν φαίνεται να έχει ασκηθεί στο προτεινόμενο νομοσχέδιο. Σε περίπτωση που το ΤΑΜΟ θεωρηθεί σύστημα εγγύησης ασφάλισης κατά την έννοια του νομοσχεδίου, θα ήταν χρήσιμο να διευκρινιστεί εάν η δυνατότητα αυτή εξετάστηκε κατά τη μεταφορά της Οδηγίας και ποιο ήταν το σκεπτικό της μη υιοθέτησής της. Συνεπώς, κρίνεται αναγκαίο το νομοσχέδιο να αποσαφηνίσει ρητώς το καθεστώς του ΤΑΜΟ, είτε με την αναγνώρισή του ως «συστήματος εγγύησης ασφάλισης», είτε, εναλλακτικά, με τη θέσπιση ειδικών διατάξεων που να ρυθμίζουν ρητά τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις εγγυήσεις που εφαρμόζονται έναντι αυτού. Η αποσαφήνιση αυτή κρίνεται αναγκαία για την ασφάλεια δικαίου και την ομοιόμορφη εφαρμογή του νέου πλαισίου. Β. Θεσμική συνεργασία και έγκαιρη ενημέρωση Το προτεινόμενο νομοσχέδιο περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων του 2026 αναγνωρίζει σημαντικό ρόλο στα συστήματα εγγύησης ασφάλισης ως προς την έγκαιρη ενημέρωση και την ανταλλαγή πληροφοριών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανάκαμψης και εξυγίανσης. Ειδικότερα, τα άρθρα 70, 72, 73 και 78, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, προβλέπουν ειδικές ρυθμίσεις ως προς την κοινοποίηση πληροφοριών, την πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες και τη συμμετοχή στις διαδικασίες εξυγίανσης. Ωστόσο, ανεξαρτήτως του τελικού χαρακτηρισμού του ΤΑΜΟ ως «συστήματος εγγύησης ασφάλισης», κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι το Ταμείο θα ενημερώνεται εγκαίρως για κάθε εξέλιξη που ενδέχεται να επηρεάζει τις υποχρεώσεις, τις απαιτήσεις ή τη μελλοντική οικονομική του έκθεση, ώστε να μπορεί να προβαίνει στον αναγκαίο οικονομικό προγραμματισμό. Παράλληλα, το άρθρο 5 προβλέπει τη σύσταση Μονάδας Εξυγίανσης στην Κεντρική Τράπεζα, η οποία θα παρέχει την αναγκαία τεχνοκρατική υποστήριξη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Αρχής Εξυγίανσης. Ωστόσο, το νομοσχέδιο δεν προβλέπει αντίστοιχο πλαίσιο θεσμικής συνεργασίας ή επικοινωνίας μεταξύ της Μονάδας Εξυγίανσης και φορέων, όπως το ΤΑΜΟ, για κάθε εξέλιξη που ενδέχεται να επηρεάζει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή τη μελλοντική οικονομική του έκθεση. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι το νομοσχέδιο άσκησε τη διακριτική ευχέρεια του άρθρου 66(5) της Οδηγίας ως προς τη δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζεται κατά πόσο η δυνατότητα αυτή περιλαμβάνει και το ΤΑΜΟ. Προς τον σκοπό αυτό προτείνεται: • η ρητή νομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος του ΤΑΜΟ να λαμβάνει εγκαίρως τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του και την εκτίμηση της πιθανής οικονομικής του έκθεσης, • η καθιέρωση θεσμοθετημένου μηχανισμού έγκαιρης ανταλλαγής πληροφοριών και συντονισμού μεταξύ του ΤΑΜΟ, της Αρχής Εξυγίανσης και, όπου απαιτείται, της Εποπτικής Αρχής, • η δυνατότητα σύναψης Μνημονίου Συνεργασίας (MoU) μεταξύ των ανωτέρω φορέων, με αντικείμενο τον καθορισμό των διαδικασιών, του περιεχομένου και του χρόνου ανταλλαγής πληροφοριών, με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας. Η υιοθέτηση των πιο πάνω μέτρων θα ενισχύσει την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και του ΤΑΜΟ, θα περιορίσει τον κίνδυνο αιφνίδιας οικονομικής έκθεσης του ΤΑΜΟ και θα συμβάλει στην ομαλή εφαρμογή του νέου πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης. Γ. Προστασία της οικονομικής θέσης του ΤΑΜΟ Το προτεινόμενο νομοσχέδιο «περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων του 2026» θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης δεν συνεπάγεται τη μεταφορά οικονομικών βαρών στο ΤΑΜΟ χωρίς την αντίστοιχη μεταφορά των συναφών δικαιωμάτων που συνδέονται με αυτά ή χωρίς την παροχή ισοδύναμης οικονομικής προστασίας. Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα του άρθρου 50, το οποίο παρέχει στην Αρχή Εξυγίανσης την εξουσία να μεταβιβάζει δικαιώματα αντασφάλισης μαζί με τα σχετικά στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, καθώς και των άρθρων 65 έως 69, τα οποία θεσπίζουν ειδικές διασφαλίσεις σε περίπτωση μερικής μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού, παθητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Οι διατάξεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν άμεσα την οικονομική θέση του ΤΑΜΟ, όταν η μεταβίβαση αφορά υποχρεώσεις του Κλάδου 10, συναφή δικαιώματα αντασφάλισης ή άλλες απαιτήσεις που συνδέονται με αποζημιώσεις τις οποίες το ΤΑΜΟ έχει καταβάλει ή υποχρεούται να καταβάλει. Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει η μεταχείριση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αντασφαλιστικές συμβάσεις και των σχετικών αντασφαλιστικών ανακτήσεων, όταν το ΤΑΜΟ καταβάλλει ή υποχρεούται να καταβάλει αποζημιώσεις λόγω αφερεγγυότητας ασφαλιστή. Προς τον σκοπό αυτό προτείνεται: • να προβλεφθεί ρητά ότι, όταν το ΤΑΜΟ έχει καταβάλει ή υποχρεούται να καταβάλει αποζημιώσεις λόγω αφερεγγυότητας ασφαλιστή, τα αντίστοιχα δικαιώματα αντασφάλισης μεταβιβάζονται ή περιέρχονται στο ΤΑΜΟ ή ότι το ΤΑΜΟ καθίσταται δικαιούχος των σχετικών αντασφαλιστικών ανακτήσεων, στον βαθμό που αυτές αντιστοιχούν στις αποζημιώσεις που έχει καταβάλει ή υποχρεούται να καταβάλει, • να διευκρινιστεί κατά πόσο και με ποιο τρόπο οι διασφαλίσεις των άρθρων 65 έως 69 εφαρμόζονται και ως προς το ΤΑΜΟ, ιδίως όταν η μερική μεταβίβαση επηρεάζει ασφαλιστικές υποχρεώσεις, δικαιώματα αντασφάλισης ή άλλες απαιτήσεις που το ΤΑΜΟ ενδέχεται να αποκτήσει λόγω καταβολής αποζημιώσεων. Η υιοθέτηση των πιο πάνω ρυθμίσεων θα ενισχύσει τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα του ΤΑΜΟ και τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα του συστήματος προστασίας των ζημιωθέντων από τροχαία ατυχήματα. Δ. Αποσαφήνιση της σχέσης του νέου πλαισίου εξυγίανσης με το υφιστάμενο ειδικό καθεστώς του ΤΑΜΟ Το προτεινόμενο νομοσχέδιο «περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων του 2026» εισάγει νέο πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών επιχειρήσεων, χωρίς να αποσαφηνίζει τη σχέση του με το ειδικό καθεστώς που προβλέπεται στο άρθρο 31 του Νόμου, το οποίο αναγνωρίζει στο ΤΑΜΟ συγκεκριμένες αρμοδιότητες σε περίπτωση αφερεγγυότητας ασφαλιστή. Ειδικότερα, το άρθρο 51 του νομοσχεδίου προβλέπει τον διορισμό ειδικού διαχειριστή, ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση της επιχείρησης υπό εξυγίανση. Δεν προκύπτει ευθεία σύγκρουση μεταξύ του άρθρου 51 και του άρθρου 31 του Νόμου, δεδομένου ότι οι δύο διατάξεις αφορούν διαφορετικά στάδια αντιμετώπισης της οικονομικής δυσχέρειας ασφαλιστικής επιχείρησης, ήτοι την εξυγίανση και την εκκαθάριση αντίστοιχα. Ωστόσο, οι εξουσίες που ανατίθενται στην Αρχή Εξυγίανσης και στον ειδικό διαχειριστή, ιδίως δυνάμει των παραγράφων (1)(ε), (2)(β) και (3) του άρθρου 51, καθιστούν αναγκαία τη ρητή αποσαφήνιση της σχέσης τους με τις αρμοδιότητες που ο Νόμος αναγνωρίζει στο ΤΑΜΟ. Συγκεκριμένα, δεν διευκρινίζεται κατά πόσο, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης, το ΤΑΜΟ εξακολουθεί να δύναται να ασκήσει ανεμπόδιστα το εκ του Νόμου δικαίωμά του να διορίζει τον εκκαθαριστή ή τους εκκαθαριστές της ασφαλιστικής επιχείρησης ή κατά πόσο απαιτείται προηγούμενη απόφαση, έγκριση ή συναίνεση της Αρχής Εξυγίανσης. Περαιτέρω, δεν αποσαφηνίζεται με ποιον τρόπο πραγματοποιείται η μετάβαση από το καθεστώς εξυγίανσης στο καθεστώς εκκαθάρισης όταν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 31 του Νόμου. Προς αποφυγή ερμηνευτικών αμφισβητήσεων και πρακτικών δυσχερειών, προτείνεται να προβλεφθεί ρητώς ότι η εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης δεν θίγει τις ειδικές αρμοδιότητες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο ΤΑΜΟ από τον Νόμο ή εναλλακτικά, να καθοριστεί ρητώς ο τρόπος, οι προϋποθέσεις και ο χρόνος άσκησής τους μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης. Η αποσαφήνιση αυτή θα ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου, θα διασφαλίσει την ομαλή διαδοχή μεταξύ των δύο νομοθετικών πλαισίων και θα περιορίσει τον κίνδυνο συγκρούσεων αρμοδιοτήτων μεταξύ της Αρχής Εξυγίανσης, του ειδικού διαχειριστή και του ΤΑΜΟ. 3. Συμπεράσματα Το ΤΑΜΟ υποστηρίζει την εισαγωγή ενός σύγχρονου πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, το οποίο ενισχύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και εναρμονίζει την κυπριακή νομοθεσία με την Οδηγία (ΕΕ) 2025/1. Ωστόσο, η αποτελεσματική εφαρμογή του νέου πλαισίου προϋποθέτει την αποσαφήνιση της σχέσης του με το υφιστάμενο ειδικό καθεστώς που διέπει το ΤΑΜΟ, καθώς και την πρόβλεψη κατάλληλων μηχανισμών προστασίας των δικαιωμάτων, των αρμοδιοτήτων και της οικονομικής του θέσης. Οι εισηγήσεις που διατυπώνονται στο παρόν έγγραφο δεν αποσκοπούν στην τροποποίηση της φιλοσοφίας ή των βασικών μηχανισμών του προτεινόμενου νομοθετικού πλαισίου, αλλά στην αποσαφήνιση ζητημάτων που ενδέχεται να δημιουργήσουν ερμηνευτικές αμφισβητήσεις ή πρακτικές δυσχέρειες κατά την εφαρμογή του. Η υιοθέτησή τους θα ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου, θα συμβάλει στην αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων αρχών και θα διασφαλίσει ότι η εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης δεν θα υπονομεύει τον θεσμικό ρόλο και τη χρηματοοικονομική βιωσιμότητα του ΤΑΜΟ. Παράλληλα, η αποσαφήνιση των ζητημάτων αυτών δεν εξυπηρετεί μόνο την προστασία των θεσμικών αρμοδιοτήτων και της οικονομικής βιωσιμότητας του ΤΑΜΟ, αλλά και τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και έγκαιρης αποζημίωσης των ζημιωθέντων από τροχαία ατυχήματα, σύμφωνα με τον σκοπό του Νόμου και εν τέλει προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος." "«Ο περί Ανάκαμψης και Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων Νόμος του 2026» και «Ο περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»",IAC,"ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΑΕΚ) ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ ΚΑΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (INSURANCE RECOVERY AND RESOLUTION DIRECTIVE – IRRD), ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ________________________________________ 1. Εισαγωγή Ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου (ΣΑΕΚ), εκπροσωπώντας τη μεγάλη πλειοψηφία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην κυπριακή ασφαλιστική αγορά, υποβάλλει τις ακόλουθες θέσεις και παρατηρήσεις επί του Προσχεδίου Νόμου για την εφαρμογή του νέου πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων (Insurance Recovery and Resolution Directive – IRRD) , καθώς και του Νομοσχεδίου που αφορά το Ταμείο Εξυγίανσης Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων. Ο Σύνδεσμος αναγνωρίζει τη σημασία της θέσπισης ενός αποτελεσματικού πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης, το οποίο αποσκοπεί στη διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας, στη διασφάλιση της συνέχειας κρίσιμων ασφαλιστικών λειτουργιών και στην προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων. Παράλληλα, θεωρεί σημαντικό η εφαρμογή του νέου πλαισίου στην Κυπριακή Δημοκρατία να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της τοπικής ασφαλιστικής αγοράς, το μέγεθος των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τη δομή των ομίλων στους οποίους ενδέχεται να ανήκουν, καθώς και το υφιστάμενο υψηλό επίπεδο εποπτικών απαιτήσεων που εφαρμόζεται ήδη μέσω του πλαισίου Solvency II. Ο Σύνδεσμος θεωρεί ότι η εφαρμογή της νέας νομοθεσίας θα πρέπει να βασίζεται στις αρχές της αναλογικότητας, της αποτελεσματικότητας και της αποφυγής αδικαιολόγητης επικάλυψης με υφιστάμενες διαδικασίες και απαιτήσεις. 2. Απαιτήσεις σχεδιασμού ανάκαμψης και εξυγίανσης Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν ήδη ένα εκτεταμένο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων και κεφαλαιακής επάρκειας στο πλαίσιο του καθεστώτος Solvency II, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διαδικασία Ιδίας Αξιολόγησης Κινδύνου και Φερεγγυότητας (ORSA), ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress testing), κεφαλαιακό σχεδιασμό και διαδικασίες έκτακτης ανάγκης (contingency arrangements). Ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι η εισαγωγή νέων απαιτήσεων στο πλαίσιο της Οδηγίας για την Ανάκαμψη και Εξυγίανση Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων (IRRD) θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα υφιστάμενα εποπτικά πλαίσια, ώστε να αποφεύγονται επικαλύψεις και περιττές πρόσθετες υποχρεώσεις συμμόρφωσης. Σε αντίθεση με τον τραπεζικό τομέα, ο ασφαλιστικός τομέας υπόκειται ήδη σε αυστηρές κεφαλαιακές και διαχειριστικές απαιτήσεις μέσω του Solvency II, οι οποίες βασίζονται σε ιδιαίτερα αυστηρά σενάρια κινδύνου και ακραίων καταστάσεων. Οι απαιτήσεις αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, stress testing και reverse stress testing, με στόχο την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων έναντι σημαντικών δυσμενών εξελίξεων. Ο Σύνδεσμος ζητά διευκρίνιση σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι υφιστάμενες διαδικασίες και τα εργαλεία που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του Solvency II μπορούν να αξιοποιηθούν για την κάλυψη των απαιτήσεων σχεδιασμού ανάκαμψης, όπου αυτά επιτυγχάνουν τους στόχους της Οδηγίας. Περαιτέρω, ο Σύνδεσμος εισηγείται όπως τα υφιστάμενα πλαίσια διαχείρισης κινδύνων, αξιολόγησης κεφαλαιακής επάρκειας και σχεδιασμού έκτακτων ενεργειών αναγνωρίζονται στον βαθμό που ανταποκρίνονται στους στόχους του νέου πλαισίου, αποφεύγοντας τη δημιουργία παράλληλων διαδικασιών. Επιπλέον, όπου κρίνεται κατάλληλο, υφιστάμενοι δείκτες κινδύνου και μηχανισμοί ενεργοποίησης που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του Solvency II θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούνται ως triggers για σκοπούς ανάκαμψης, ώστε να διασφαλίζεται η συνέπεια μεταξύ των υφιστάμενων και των νέων εποπτικών απαιτήσεων. 3. Αναλογικότητα των απαιτήσεων Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις στην Κύπρο παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς το μέγεθος, την πολυπλοκότητα, το επιχειρηματικό μοντέλο και τη λειτουργική τους δομή. Ορισμένες επιχειρήσεις είναι μεγαλύτερες σε σχέση με άλλες, ενώ κάποιες αποτελούν μέρος διεθνών ασφαλιστικών ομίλων ή ευρύτερων χρηματοοικονομικών και τραπεζικών ομίλων. Παράλληλα, καμία ασφαλιστική επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην κυπριακή αγορά δεν λειτουργεί σε κλίμακα αντίστοιχη με τους μεγαλύτερους διεθνείς ασφαλιστικούς ομίλους. Σε σύγκριση με ορισμένες από τις μεγαλύτερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη, οι κυπριακές ασφαλιστικές εταιρείες είναι σημαντικά μικρότερες σε μέγεθος και δραστηριότητα. Ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι η εφαρμογή ενιαίων απαιτήσεων χωρίς επαρκή προσαρμογή στα χαρακτηριστικά κάθε ασφαλιστικής επιχείρησης ενδέχεται να οδηγήσει σε δυσανάλογο κόστος, ιδιαίτερα για μια μικρή ασφαλιστική αγορά όπως η κυπριακή. Ο Σύνδεσμος ζητά διευκρίνιση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμόζεται στην πράξη η αρχή της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων ανάκαμψης και εξυγίανσης. Ο Σύνδεσμος αναγνωρίζει ότι μεγαλύτερες και πιο σύνθετες ασφαλιστικές επιχειρήσεις ενδέχεται να απαιτούν πιο εκτεταμένα σχέδια ανάκαμψης. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν συνήθως πιο ανεπτυγμένα πλαίσια εταιρικής διακυβέρνησης, προηγμένα συστήματα διαχείρισης κινδύνων και καθιερωμένες διαδικασίες ανάθεσης υπηρεσιών (outsourcing arrangements). Ως εκ τούτου, οι εποπτικές προσδοκίες δεν θα πρέπει να αυξάνονται αποκλειστικά λόγω του μεγέθους ή της πολυπλοκότητας μιας ασφαλιστικής επιχείρησης, αλλά θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το επίπεδο υφιστάμενης διακυβέρνησης, τις δυνατότητες διαχείρισης κινδύνων και τις ήδη εφαρμοζόμενες διαδικασίες ελέγχου. Ο Σύνδεσμος θεωρεί ότι η ασφαλιστική εποπτική αρχή, λόγω της άμεσης γνώσης και εμπειρίας της στον ασφαλιστικό τομέα, βρίσκεται σε κατάλληλη θέση να αξιολογεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ασφαλιστικής επιχείρησης και να συμβάλλει στον καθορισμό αναλογικών εποπτικών προσδοκιών. Γενικότερα, κατά την εφαρμογή της τελικής νομοθεσίας, οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ως αρχής εξυγίανσης, θα πρέπει να προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά της κυπριακής ασφαλιστικής αγοράς. Το επίπεδο εφαρμογής θα πρέπει να αντανακλά το μέγεθος, τη φύση και την πολυπλοκότητα του τοπικού ασφαλιστικού τομέα, ώστε να αποφεύγεται η επιβολή δυσανάλογου κόστους στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. 4. Προστασία κεφαλαίων ασφαλισμένων σε προϊόντα Unit-Linked Ο Σύνδεσμος ζητά διευκρίνιση κατά πόσο το προτεινόμενο Προσχέδιο Νόμου μεταβάλλει το υφιστάμενο επίπεδο νομικής προστασίας που παρέχεται στα κεφάλαια των ασφαλισμένων από εργασίες unit-linked. Με βάση την αξιολόγηση του Προσχεδίου Νόμου, φαίνεται ότι η εισαγωγή του νέου πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης δεν μεταβάλλει τη θεμελιώδη νομική προστασία των κεφαλαίων των ασφαλισμένων από εργασίες unit-linked, καθώς δεν φαίνεται να παρέχεται δυνατότητα στην ασφαλιστική επιχείρηση ή στην αρμόδια αρχή εξυγίανσης να χρησιμοποιεί περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν υποχρεώσεις unit-linked για σκοπούς διάσωσης ή ανακεφαλαιοποίησης της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ωστόσο, απαιτείται επιβεβαίωση από την αρμόδια αρχή ώστε να διασφαλιστεί η ορθή και ενιαία εφαρμογή του νέου πλαισίου. Ειδικότερα, ο Σύνδεσμος ζητά διευκρινίσεις σχετικά με τα ακόλουθα: 1. Κατά πόσο το επίπεδο προστασίας των κεφαλαίων των ασφαλισμένων διαφοροποιείται ανάλογα με το εργαλείο ανάκαμψης ή εξυγίανσης που εφαρμόζεται. 2. Κατά πόσο, στο πλαίσιο οποιουδήποτε προβλεπόμενου μηχανισμού ανάκαμψης ή εξυγίανσης, οποιαδήποτε κόστη, έξοδα, χρηματοδοτικές ανάγκες ή άλλες επιβαρύνσεις που σχετίζονται με τη διαδικασία δύνανται να καλυφθούν από ή να επιβαρύνουν με οποιονδήποτε τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν εργασίες unit-linked. 3. Πώς θα αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο του νέου πλαισίου ασφαλιστικά προϊόντα που δεν είναι συνδεδεμένα με επενδυτικά κεφάλαια, όπως προϊόντα τύπου endowment. Ειδικότερα, απαιτείται διευκρίνιση κατά πόσο η προστασία των κεφαλαίων των ασφαλισμένων και η μεταχείριση των περιουσιακών στοιχείων που καλύπτουν τις σχετικές υποχρεώσεις θα διαφοροποιούνται από εκείνες που εφαρμόζονται στα προϊόντα unit-linked. Ο Σύνδεσμος θεωρεί σημαντικό το τελικό νομοθετικό πλαίσιο να παρέχει σαφήνεια ως προς την αλληλεπίδραση μεταξύ των μέτρων ανάκαμψης και εξυγίανσης και της υφιστάμενης προστασίας των κεφαλαίων των ασφαλισμένων, ώστε να αποφεύγονται αμφιβολίες ως προς τη μεταχείριση των περιουσιακών στοιχείων που αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές υποχρεώσεις unit-linked και λοιπών ασφαλιστικών προϊόντων ζωής. 5. Άρθρο 3(1)(ε) – Ορισμός μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών Mixed financial holding company Ο Σύνδεσμος θεωρεί σημαντική την ανάγκη για σαφή και ομοιόμορφη ερμηνεία των ορισμών που περιλαμβάνονται στο Προσχέδιο Νόμου, ιδιαίτερα όσον αφορά οντότητες που αποτελούν μέρος ευρύτερων χρηματοοικονομικών ομίλων. Ο ορισμός της «μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών» θα πρέπει να αποσαφηνιστεί περαιτέρω, ώστε να καθορίζεται με σαφήνεια: • το πεδίο εφαρμογής του ορισμού, • οι οντότητες που εμπίπτουν σε αυτόν, • ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται ο ορισμός στην πράξη σε διαφορετικές δομές ιδιοκτησίας και ομίλων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε περιπτώσεις όπου ασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτελούν μέρος ευρύτερων χρηματοοικονομικών ή τραπεζικών ομίλων, ώστε να αποφεύγονται αλληλεπικαλύψεις ή διαφορετικές ερμηνείες μεταξύ των σχετικών κανονιστικών πλαισίων. Ο Σύνδεσμος εισηγείται όπως δοθούν πρόσθετες διευκρινίσεις σχετικά με τον ορισμό της «μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών» και ειδικότερα ως προς την πιθανή αλληλεπίδρασή του με τραπεζικούς ομίλους. Η σαφής οριοθέτηση του ορισμού θα συμβάλει στη μείωση της νομικής αβεβαιότητας και στη διασφάλιση συνεπούς εφαρμογής της νομοθεσίας σε ασφαλιστικούς ομίλους με διαφορετικές δομές ιδιοκτησίας. 6. Εποπτικός συντονισμός μεταξύ αρμόδιων αρχών Άρθρα 4(1) και 5 του Προσχεδίου Νόμου Ο Σύνδεσμος αναγνωρίζει τη σημασία της σαφούς κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της εποπτικής αρχής ασφαλίσεων και της αρχής εξυγίανσης, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή του πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης. Η εφαρμογή της IRRD θα εμπλέκει διαφορετικές αρμόδιες αρχές, με την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων να παραμένει στην αρμοδιότητα του Εφόρου Ασφαλίσεων/Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών , ενώ οι αρμοδιότητες εξυγίανσης ανατίθενται στην αρμόδια Εθνική αρχή εξυγίανσης. Η συμμετοχή περισσότερων της μίας αρχών στη διαδικασία ανάκαμψης και εξυγίανσης ενδέχεται να δημιουργήσει αυξημένη κανονιστική πολυπλοκότητα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου ζητούνται παρόμοιες πληροφορίες από διαφορετικούς φορείς. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ήδη υποβάλλουν εκτεταμένες πληροφορίες στο πλαίσιο του Solvency II, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με: • κεφαλαιακή επάρκεια, • προφίλ κινδύνων, • stress testing, • δείκτες κινδύνου, • εταιρική διακυβέρνηση. Η δημιουργία επιπρόσθετων και παράλληλων καναλιών αναφοράς μπορεί να οδηγήσει σε επικαλύψεις, διαφορετικές εποπτικές προσδοκίες ή ασυνέπεια στην επικοινωνία με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Ο Σύνδεσμος εισηγείται τη θέσπιση σαφών μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ της εποπτικής αρχής ασφαλίσεων και της αρχής εξυγίανσης. Οι μηχανισμοί αυτοί θα πρέπει να περιλαμβάνουν: • αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών, • συντονισμένες απαιτήσεις πληροφόρησης, • αποφυγή διπλής υποβολής στοιχείων, • ενιαία προσέγγιση στις εποπτικές προσδοκίες. Περαιτέρω, θεωρείται σημαντικό η ασφαλιστική εποπτική αρχή να έχει ουσιαστική συμμετοχή στη δομή λήψης αποφάσεων της αρχής εξυγίανσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ασφαλιστική τεχνογνωσία και η γνώση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών κάθε ασφαλιστικής επιχείρησης λαμβάνονται υπόψη. 7. Δομή λήψης αποφάσεων ανάκαμψης και εξυγίανσης Άρθρα 4(1) και 5 Ο Σύνδεσμος σημειώνει ότι το Προσχέδιο Νόμου φαίνεται να διαχωρίζει θεσμικά τον ρόλο της ασφαλιστικής εποπτικής αρχής από τον ρόλο της Εθνικής αρχής εξυγίανσης. Η ασφαλιστική εποπτεία παραμένει στην αρμοδιότητα του Εφόρου Ασφαλίσεων, ενώ η λήψη αποφάσεων εξυγίανσης ανατίθεται στην αρμόδια μονάδα εξυγίανσης που λειτουργεί εντός της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Από την πλευρά του ασφαλιστικού τομέα, η αποτελεσματική εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης απαιτεί βαθιά κατανόηση: • του επιχειρηματικού μοντέλου της ασφαλιστικής επιχείρησης, • της φύσης των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, • της δομής των χαρτοφυλακίων, • των ιδιαιτεροτήτων προστασίας των ασφαλισμένων. Η ασφαλιστική εποπτική αρχή διαθέτει τη μεγαλύτερη καθημερινή γνώση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των κινδύνων που τις αφορούν. Ο Σύνδεσμος εισηγείται όπως εξεταστεί η ουσιαστική συμμετοχή της εποπτικής αρχής στη μονάδα ή επιτροπή εξυγίανσης που προβλέπεται στο Άρθρο 5. Η συμμετοχή της ασφαλιστικής εποπτικής αρχής θα ενίσχυε: • την ποιότητα των αποφάσεων, • τη συνεκτικότητα μεταξύ εποπτείας και εξυγίανσης, • την αποτελεσματική ανταλλαγή τεχνικής γνώσης, • την προστασία των ασφαλισμένων. 8. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε τραπεζικούς ομίλους Άρθρα 6(1)(α) και 8 Ορισμένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο αποτελούν μέρος ευρύτερων χρηματοοικονομικών ομίλων, περιλαμβανομένων τραπεζικών ομίλων. Στο πλαίσιο του τραπεζικού εποπτικού πλαισίου, οι τράπεζες ήδη υποχρεούνται στην κατάρτιση και υποβολή σχεδίων ανάκαμψης προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Η απαίτηση για ξεχωριστά σχέδια ανάκαμψης και εξυγίανσης για την τράπεζα και την ασφαλιστική επιχείρηση εντός του ίδιου ομίλου μπορεί να δημιουργήσει: • επανάληψη εργασιών, • πιθανές ασυνέπειες μεταξύ σχεδίων, • δυσκολίες συντονισμού σε επίπεδο ομίλου. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε θέματα όπως: • κοινές υπηρεσίες, • πληροφοριακά συστήματα, • ανθρώπινο δυναμικό, • υποστηρικτικές λειτουργίες, • κεφαλαιακές σχέσεις εντός ομίλου. Σε περιπτώσεις όπου ασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί μέρος τραπεζικού ομίλου, ο Σύνδεσμος εισηγείται όπως το υφιστάμενο σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου ενισχύεται ώστε να ενσωματώνει κατάλληλα την ασφαλιστική οντότητα. Η προσέγγιση αυτή θα επέτρεπε: • ενιαία αξιολόγηση των αλληλεξαρτήσεων, • αποφυγή διπλών απαιτήσεων, • καλύτερο συντονισμό μέτρων ανάκαμψης, • συνεκτική αντιμετώπιση κινδύνων σε επίπεδο ομίλου. 9. Χρηματοδότηση μηχανισμών εξυγίανσης/Ταμείο Εξυγίανσης Άρθρο 18(1)(α) (Οδηγίας) και Άρθρο 11 (α) (ο περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026 Το Προσχέδιο Νόμου προβλέπει αναφορά σε ταμείο εξυγίανσης, χωρίς να παρέχει επαρκή σαφήνεια σχετικά με τη λειτουργία, τη χρηματοδότηση και τη διακυβέρνησή του. Απαιτείται σαφής κατανόηση: • ποια θα είναι η βάση υπολογισμού των εισφορών – να προβλεφθούν σαφή κριτήρια για τον υπολογισμό των εισφορών, • ποιος θα αποφασίζει για τη χρήση των διαθέσιμων πόρων – θα πρέπει να αποσαφηνιστεί κατά πόσο η διάθεση πόρων του Ταμείου αποτελεί αυτόματη υποχρέωση όταν ζητείται από την Αρχή Εξυγίανσης ή υπόκειται σε πρόσθετη κρίση της Επιτροπής. Εισήγηση του Συνδέσμου Ο Σύνδεσμος εισηγείται την παροχή σαφών διευκρινίσεων σχετικά με: • τη δημιουργία και λειτουργία του ταμείου, • τον τρόπο χρηματοδότησής του, • τα κριτήρια ενεργοποίησης και χρήσης των πόρων του, • Στην επιτροπή θα πρέπει θεσμικά να συμμετέχει εκπρόσωπος της Εποπτικής Αρχής. Οποιοδήποτε κόστος που επιβάλλεται στον ασφαλιστικό τομέα θα πρέπει να είναι αναλογικό, διαφανές και να λαμβάνει υπόψη το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά της κυπριακής ασφαλιστικής αγοράς. 10. Διαδικασία αποτίμησης και κάλυψη διαφορών από αποτιμήσεις Άρθρο 64 Ο Σύνδεσμος αναγνωρίζει τη σημασία της ύπαρξης σαφούς και αξιόπιστου πλαισίου αποτίμησης στο πλαίσιο διαδικασιών εξυγίανσης, ώστε οι αποφάσεις των αρμόδιων αρχών να βασίζονται σε αντικειμενικά και τεκμηριωμένα δεδομένα. Η διαδικασία αποτίμησης αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης και της ίσης μεταχείρισης των ενδιαφερομένων μερών. Το Προσχέδιο Νόμου δεν παρέχει επαρκή σαφήνεια σχετικά με: • τον φορέα που θα είναι υπεύθυνος για την κάλυψη τυχόν διαφορών που προκύπτουν από μεταγενέστερη αποτίμηση, • τον τρόπο με τον οποίο θα εξασφαλίζονται οι απαιτούμενοι πόροι, • τη διαδικασία λήψης σχετικών αποφάσεων. Η έλλειψη σαφούς πλαισίου ενδέχεται να δημιουργήσει αβεβαιότητα τόσο για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις όσο και για τους ασφαλισμένους. Εισήγηση του Συνδέσμου Ο Σύνδεσμος εισηγείται όπως καθοριστούν με σαφήνεια: • η διαδικασία και τα πρότυπα αποτίμησης, • οι αρμοδιότητες των εμπλεκόμενων φορέων, • η πηγή χρηματοδότησης σε περίπτωση διαφορών από την αρχική αποτίμηση, • η διαδικασία αποζημίωσης ή αποκατάστασης όπου απαιτείται. 11. Εξαρτήσεις από τον όμιλο και κοινές υπηρεσίες Group dependencies and shared services Πολλές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος ευρύτερων χρηματοοικονομικών ομίλων βασίζονται σε κοινές υπηρεσίες που παρέχονται σε επίπεδο ομίλου, μέσω συμφωνιών παροχής υπηρεσιών (Service Level Agreements – SLAs). Οι υπηρεσίες αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν κρίσιμες λειτουργίες όπως ανθρώπινο δυναμικό (HR), πληροφοριακά συστήματα (IT), επιχειρησιακή συνέχεια (Business Continuity Planning – BCP) και άλλες υποστηρικτικές υπηρεσίες. Ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι η ύπαρξη τέτοιων ενδοομιλικών εξαρτήσεων αποτελεί συνήθη και αποτελεσματική πρακτική λειτουργίας, η οποία βασίζεται σε υφιστάμενα πλαίσια διακυβέρνησης, συμβατικές ρυθμίσεις και μηχανισμούς ελέγχου. Ως εκ τούτου, τυχόν έλλειψη σαφών κατευθυντήριων γραμμών στο νέο πλαίσιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ερμηνεία ότι οι υφιστάμενες ενδοομιλικές εξαρτήσεις θα πρέπει να εξαλειφθούν πλήρως, παρά το γεγονός ότι μπορεί να υφίστανται κατάλληλες δικλίδες ασφαλείας και διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων. Επιπλέον, σε περιπτώσεις όπου η ασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί μέρος ευρύτερου ομίλου, όπως τραπεζικού ομίλου, ενδέχεται να απαιτείται συντονισμένη αντιμετώπιση σε επίπεδο ομίλου, συμπεριλαμβανομένης της ενεργοποίησης σχεδίων ανάκαμψης ή της αξιολόγησης μέτρων σε επίπεδο μητρικής εταιρείας. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται σαφής καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα λαμβάνονται υπόψη οι εν λόγω αλληλεξαρτήσεις στο πλαίσιο του σχεδιασμού ανάκαμψης και εξυγίανσης. Ο Σύνδεσμος ζητά διευκρίνιση κατά πόσο η αναγνώριση, τεκμηρίωση και κατάρτιση σχεδίων αντιμετώπισης για τις ενδοομιλικές εξαρτήσεις θα θεωρούνται επαρκή στοιχεία ετοιμότητας ή κατά πόσο θα αναμένεται λειτουργικός διαχωρισμός των σχετικών υπηρεσιών. Ο Σύνδεσμος εισηγείται όπως, σε περιπτώσεις ομίλων που περιλαμβάνουν τόσο τραπεζικές όσο και ασφαλιστικές οντότητες, το σχέδιο ανάκαμψης και εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου (και ειδικότερα σε επίπεδο τραπεζικού ομίλου όπου εφαρμόζεται) ενισχυθεί ώστε να περιλαμβάνει κατάλληλα την ασφαλιστική οντότητα. Με τον τρόπο αυτό θα αποφεύγεται η δημιουργία ξεχωριστών και πιθανώς επικαλυπτόμενων σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης για την τράπεζα και την ασφαλιστική επιχείρηση, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ασυνέπειες ή περιττή κανονιστική επιβάρυνση. 12. Προστασία ασφαλισμένων ως βασικός στόχος εξυγίανσης Τα ασφαλιστικά προϊόντα χαρακτηρίζονται από έντονο στοιχείο προστασίας των καταναλωτών, καθώς δημιουργούν μακροχρόνιες συμβατικές σχέσεις και υποχρεώσεις μεταξύ ασφαλιστικών επιχειρήσεων και ασφαλισμένων. Ως εκ τούτου, η προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων θα πρέπει να αποτελεί βασικό παράγοντα κατά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου ανάκαμψης ή εξυγίανσης. Ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι τα μέτρα εξυγίανσης θα πρέπει να επιτυγχάνουν την αναγκαία ισορροπία μεταξύ της απορρόφησης ζημιών και της διασφάλισης της προστασίας των ασφαλισμένων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των ασφαλιστικών υποχρεώσεων και τον κοινωνικό και οικονομικό ρόλο της ασφαλιστικής αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύνδεσμος ζητά διευκρίνιση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι αρμόδιες αρχές θα διασφαλίζουν ότι τα συμφέροντα των ασφαλισμένων θα παραμένουν πρωταρχικής σημασίας κατά την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης. Περαιτέρω, απαιτείται σαφής καθοδήγηση σχετικά με τη σχέση μεταξύ των μέτρων εξυγίανσης, όπως η διαγραφή ή τροποποίηση υποχρεώσεων (liability write-offs), οι εξαιρέσεις συγκεκριμένων κατηγοριών υποχρεώσεων και οι υφιστάμενοι μηχανισμοί προστασίας ασφαλισμένων, ώστε να διασφαλίζεται συνεπής και προβλέψιμη εφαρμογή του πλαισίου. 13. Συμφωνίες ανάθεσης υπηρεσιών (Outsourcing arrangements) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις βασίζονται σε υφιστάμενες συμφωνίες ανάθεσης υπηρεσιών (outsourcing arrangements) για την παροχή κρίσιμων λειτουργιών και υποστηρικτικών υπηρεσιών, οι οποίες διέπονται από συμβατικές ρυθμίσεις, πλαίσια διακυβέρνησης και διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων. Σε περίπτωση εφαρμογής μέτρων ανάκαμψης ή εξυγίανσης, η εκτέλεση σχεδίων εξόδου (exit plans) από υφιστάμενες συμφωνίες ανάθεσης υπηρεσιών ενδέχεται να απαιτεί σημαντικό χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα όταν αφορά κρίσιμες υπηρεσίες όπως πληροφοριακά συστήματα (IT), όπου η μετάβαση σε νέο πάροχο μπορεί να απαιτεί περίπου 18 μήνες ή περισσότερο λόγω τεχνικής πολυπλοκότητας, απαιτήσεων ασφάλειας και διασφάλισης της επιχειρησιακής συνέχειας. Ο Σύνδεσμος ζητά διευκρίνιση κατά πόσο οι υφιστάμενες διαδικασίες διακυβέρνησης αναφορικά με το outsourcing, καθώς και τα διαθέσιμα σχέδια εξόδου, θα θεωρούνται επαρκή στοιχεία ετοιμότητας για σκοπούς ανάκαμψης και εξυγίανσης. Περαιτέρω, ο Σύνδεσμος εισηγείται όπως κατά την εφαρμογή των σχετικών απαιτήσεων λαμβάνονται υπόψη ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα υλοποίησης και όπως δεν θεωρείται αυτομάτως απαραίτητος ο άμεσος λειτουργικός διαχωρισμός ή η άμεση αντικατάσταση υφιστάμενων παρόχων, όταν υπάρχουν κατάλληλες διαδικασίες ελέγχου, σχέδια συνέχειας και μηχανισμοί διαχείρισης κινδύνων. Ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου υποστηρίζει την εφαρμογή ενός αποτελεσματικού πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, το οποίο ενισχύει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και την προστασία των ασφαλισμένων."