Post,Author,Content "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","Dinos Charalambous","Οι προτεινόμενοι Κανονισμοί αποτελούν αναμφίβολα ένα σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση των δικαιωμάτων των παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διαδικασία αξιολόγησης, την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Επαρχιακής Επιτροπής και τη συμμετοχή των γονέων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές αυτές βελτιώσεις, εξακολουθεί να υπάρχει ένα ουσιαστικό κενό, το οποίο επηρεάζει άμεσα την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών και των οικογενειών τους. Συγκεκριμένα, οι Κανονισμοί καθορίζουν τη διαδικασία αξιολόγησης και την έκδοση αιτιολογημένης απόφασης για την παροχή ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, χωρίς όμως να προβλέπουν τι συμβαίνει όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση στην κατάλληλη δομή ή υπηρεσία που έχει κριθεί αναγκαία. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει ο κίνδυνος η Επαρχιακή Επιτροπή να αποφασίζει ότι ένα παιδί ή ένας νέος δικαιούται συγκεκριμένη εκπαιδευτική ή υποστηρικτική δομή, χωρίς όμως το κράτος να υποχρεούται να εξασφαλίσει την πραγματική παροχή της υπηρεσίας. Έτσι, ένα κατοχυρωμένο δικαίωμα κινδυνεύει να παραμένει μόνο θεωρητικό λόγω έλλειψης διαθέσιμων θέσεων ή κατάλληλων υποδομών. Για τον λόγο αυτό εισηγούμαστε όπως προστεθεί σχετική διάταξη στους Κανονισμούς, σύμφωνα με την οποία: 1. Η απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής για παροχή ειδικής αγωγής, εκπαίδευσης, υποστήριξης ή φοίτησης σε συγκεκριμένη δομή να είναι δεσμευτική ως προς την υλοποίησή της. 2. Το αρμόδιο Υπουργείο να υποχρεούται να εξασφαλίζει την παροχή της υπηρεσίας εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. 3. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση, να υποχρεούται να παρέχει ισοδύναμη και κατάλληλη εναλλακτική υπηρεσία ή να δημιουργεί την απαιτούμενη δυναμικότητα, ώστε κανένα παιδί ή νέος να μη στερείται της υπηρεσίας που έχει κριθεί αναγκαία λόγω έλλειψης υποδομών. 4. Να προβλεφθεί μεταβατική προστασία για παιδιά και νέους που ολοκληρώνουν τη φοίτησή τους, ώστε να μη διακόπτεται η παροχή υπηρεσιών μέχρι να καταστεί διαθέσιμη η κατάλληλη δομή. 5. Να προβλεφθεί ρητά ότι, κατά την εφαρμογή των αποφάσεων, λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη διατήρησης της σταθερότητας του περιβάλλοντος του παιδιού και αποφεύγονται, όπου είναι δυνατόν, διαδοχικές μετακινήσεις μεταξύ προσωρινών και μόνιμων δομών. Η πρόνοια αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για άτομα με αυτισμό και άλλες αναπηρίες, για τα οποία η συνέχεια του περιβάλλοντος αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συναισθηματική τους ασφάλεια, τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής τους. Η υιοθέτηση των πιο πάνω εισηγήσεων θα διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις των Επαρχιακών Επιτροπών δεν θα αποτελούν απλώς διοικητικές πράξεις, αλλά θα οδηγούν στην ουσιαστική και έγκαιρη παροχή των υπηρεσιών που το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει ως αναγκαίες. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχυθεί η πραγματική προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών και των νέων με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και θα αποφευχθεί το φαινόμενο να παραμένουν χωρίς κατάλληλη υποστήριξη αποκλειστικά λόγω έλλειψης διαθέσιμων δομών ή θέσεων." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",Mario,"ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ – ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ Υποβάλλω τις πιο κάτω εισηγήσεις στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για το νομοσχέδιο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026». Οι εισηγήσεις εστιάζουν στην πρακτική εφαρμογή του προτεινόμενου πλαισίου και στις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας των σχολείων, όπου καλούνται να υποστηρίξουν παιδιά με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Αν και η προσπάθεια εκσυγχρονισμού του νομοθετικού πλαισίου και η ενίσχυση της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης είναι θετική, η αποτελεσματικότητα της μεταρρύθμισης θα κριθεί αποκλειστικά από το κατά πόσο οι πρόνοιες του νόμου μπορούν να εφαρμοστούν ουσιαστικά και όχι μόνο τυπικά. Σήμερα εξακολουθούν να εντοπίζονται σημαντικές προκλήσεις στην εκπαιδευτική πράξη, όπως η ανεπαρκής στελέχωση σχολικών μονάδων με εξειδικευμένο προσωπικό, η έλλειψη επαρκών υποδομών, οι χρονοβόρες διαδικασίες αξιολόγησης και η ανομοιόμορφη εφαρμογή των ίδιων προνοιών μεταξύ σχολικών μονάδων. Παράλληλα, η επιτυχία οποιασδήποτε μεταρρύθμισης στον τομέα της ειδικής και συμπεριληπτικής εκπαίδευσης προϋποθέτει ουσιαστική και συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, καθώς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς παρακολούθησης και λογοδοσίας για την εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στη διασφάλιση ότι η συμπεριληπτική εκπαίδευση δεν θα παραμείνει σε επίπεδο διακηρύξεων ή ορολογικών αλλαγών, αλλά θα συνοδεύεται από τις αναγκαίες δομές, πόρους και διαδικασίες που θα επιτρέπουν την πραγματική της εφαρμογή σε όλα τα σχολεία. Οι πιο κάτω εισηγήσεις υποβάλλονται με στόχο την ενίσχυση της λειτουργικότητας και της αποτελεσματικότητας του νομοσχεδίου, ώστε οι προβλεπόμενες αλλαγές να μεταφραστούν σε μετρήσιμη και ουσιαστική βελτίωση της εκπαιδευτικής εμπειρίας όλων των παιδιών." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",Mario,"ΣΧΟΛΙΟ – ΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ Δεδομένου ότι ο ορισμός του «γενικού σχολείου» περιλαμβάνει ρητά και τα ιδιωτικά σχολεία, προκύπτει η ανάγκη να αποσαφηνιστεί και να ρυθμιστεί με σαφήνεια ο τρόπος εφαρμογής του παρόντος νομοσχεδίου και στα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η απλή ένταξη των ιδιωτικών σχολείων στον ορισμό δεν διασφαλίζει από μόνη της ενιαία εφαρμογή στην πράξη, εάν δεν προβλέπονται ρητοί μηχανισμοί υποχρεώσεων, εποπτείας και ελέγχου για την παροχή αξιολόγησης, εύλογων προσαρμογών και εκπαιδευτικής στήριξης. Στο πλαίσιο σύγχρονων συστημάτων συμπεριληπτικής εκπαίδευσης, οι υποχρεώσεις αυτές δεν αφήνονται στην εσωτερική πολιτική κάθε σχολείου, αλλά ρυθμίζονται με ενιαίο πλαίσιο εφαρμογής για όλα τα σχολεία, ανεξαρτήτως ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί η προσθήκη ρητής πρόνοιας που να καθορίζει τον τρόπο εφαρμογής και εποπτείας του νομοσχεδίου στα ιδιωτικά σχολεία, ώστε να διασφαλίζεται πραγματική και όχι τυπική ισοτιμία στην εκπαιδευτική υποστήριξη των παιδιών." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",Mario,"ΥΠΟΜΝΗΜΑ – ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ Νομοσχέδιο: «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το παρόν υπόμνημα υποβάλλεται στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης και εστιάζει σε συγκεκριμένες πρόνοιες του προτεινόμενου νομοσχεδίου, οι οποίες ενδέχεται, κατά την πρακτική εφαρμογή τους, να επηρεάσουν ουσιωδώς τη συνέχεια, την αποτελεσματικότητα και την παιδαγωγική επάρκεια των αποφάσεων που αφορούν παιδιά με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Στόχος των προτάσεων δεν είναι η αμφισβήτηση του πλαισίου, αλλά η ενίσχυση της λειτουργικότητάς του, ώστε οι διαδικασίες που προβλέπονται να ανταποκρίνονται επαρκώς στις δυναμικά μεταβαλλόμενες ανάγκες των παιδιών. Άρθρο 16 – Τελεσίδικη απόφαση Κεντρικής Επιτροπής Παρατήρηση Η διατύπωση ότι η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής είναι τελεσίδικη, χωρίς ρητή πρόβλεψη διοικητικής επανεξέτασης, δημιουργεί ένα κλειστό πλαίσιο λήψης αποφάσεων. Δεδομένου ότι οι εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών δεν είναι στατικές αλλά εξελίσσονται, ενδέχεται να προκύπτουν περιπτώσεις όπου νέα επιστημονικά ή εκπαιδευτικά δεδομένα καθιστούν αναγκαία την αναθεώρηση προηγούμενης απόφασης. Η ύπαρξη δικαστικού ελέγχου αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση, ωστόσο δεν υποκαθιστά την ανάγκη για ταχύτερη και πιο άμεσα προσβάσιμη διοικητική επανεξέταση. Προτεινόμενη τροποποίηση «Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής θεωρείται τελεσίδικη στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος υποβολής αιτήματος επανεξέτασης όταν προκύπτουν νέα επιστημονικά, ιατρικά, ψυχολογικά ή εκπαιδευτικά δεδομένα ή ουσιώδης μεταβολή της κατάστασης του παιδιού.» Άρθρο 7 – Παραπομπή παιδιών Παρατήρηση Η απαίτηση η παραπομπή να συνοδεύεται από ιατρική ή άλλη εξειδικευμένη βεβαίωση ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να λειτουργήσει ως διαδικαστικό εμπόδιο στην έγκαιρη αξιολόγηση παιδιών που παρουσιάζουν δυσκολίες. Προτεινόμενη βελτίωση «Η παραπομπή δύναται να υποβάλλεται από γονέα ή εκπαιδευτικό χωρίς να απαιτείται υποχρεωτικά εξειδικευμένη βεβαίωση, ενώ η Επαρχιακή Επιτροπή δύναται, όπου κρίνει αναγκαίο, να ζητά συμπληρωματική αξιολόγηση.» Άρθρο 8 – Χρόνος αξιολόγησης και εφαρμογής αποφάσεων Παρατήρηση Η πρόνοια για εξέταση παραπομπών μέχρι τον Ιανουάριο με ισχύ από τον Σεπτέμβριο ενδέχεται να δημιουργήσει σημαντικά χρονικά κενά στην παροχή υποστήριξης. Σε περιπτώσεις όπου οι ανάγκες του παιδιού είναι άμεσες, η αναμονή μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εκπαιδευτική του πορεία. Προτεινόμενη ενίσχυση «Σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ανάγκη άμεσης εκπαιδευτικής υποστήριξης, εφαρμόζονται προσωρινά μέτρα στήριξης από την ημερομηνία παραπομπής και μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης.» Άρθρο 18 – Εκπαιδευτική τοποθέτηση Παρατήρηση Η διασφάλιση της επανεξέτασης της φοίτησης αποτελεί σημαντική πρόνοια για την εκπαιδευτική εξέλιξη του παιδιού. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από τη συστηματική και έγκαιρη εφαρμογή της. Προτεινόμενη προσέγγιση Ενίσχυση της υποχρεωτικής ετήσιας επανεξέτασης με σαφές χρονοδιάγραμμα και τεκμηρίωση των αποφάσεων. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο αποτελεί σημαντική μεταρρύθμιση προς την κατεύθυνση εκσυγχρονισμού της ειδικής εκπαίδευσης. Η περαιτέρω ενίσχυση του μηχανισμού επανεξέτασης, η αποφυγή διαδικαστικών εμποδίων στην αξιολόγηση και η πρόβλεψη έγκαιρων υποστηρικτικών μέτρων μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του στην πράξη. Οι προτάσεις υποβάλλονται με πνεύμα συνεργασίας και με στόχο την ενίσχυση της πρακτικής λειτουργικότητας του συστήματος προς όφελος των παιδιών, των οικογενειών και των εκπαιδευτικών δομών." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",Mario,"Άρθρο 16 – Τελεσίδικη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Παρατήρηση Η πρόβλεψη ότι η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής είναι τελεσίδικη, χωρίς δυνατότητα επανεξέτασης, δεν παρέχει επαρκείς θεσμικές εγγυήσεις για την ουσιαστική προστασία του δικαιώματος του παιδιού στην εκπαίδευση. Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αναγκών παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες δεν αποτελεί στατική διαδικασία. Οι ανάγκες, οι δυνατότητες και η λειτουργικότητα του παιδιού μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου, ενώ νέα επιστημονικά δεδομένα, εξειδικευμένες αξιολογήσεις και διεπιστημονικές εκτιμήσεις μπορούν να διαφοροποιήσουν ουσιωδώς τα συμπεράσματα προηγούμενων αποφάσεων. Η αξιολόγηση στηρίζεται σε ανθρώπινη κρίση και επιστημονικές εισηγήσεις, οι οποίες ενδέχεται να διαφοροποιούνται ως προς την εξειδίκευση, την εμπειρία και την ερμηνεία των δεδομένων. Συνεπώς, καμία αρχική αξιολόγηση δεν μπορεί να θεωρείται αμετάβλητη ή οριστική χωρίς δυνατότητα επανεξέτασης όταν προκύπτουν νέα στοιχεία. Στην πράξη, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μια αρχική αξιολόγηση να μην αποτυπώνει πλήρως τις πραγματικές εκπαιδευτικές ανάγκες ή δυνατότητες του παιδιού. Για τον λόγο αυτό απαιτείται θεσμική πρόβλεψη που να επιτρέπει την επανεξέταση αποφάσεων όταν προκύπτουν ουσιώδη νέα δεδομένα ή όταν η αρχική εκτίμηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση. Το δικαίωμα του παιδιού στην εκπαίδευση δεν μπορεί να εξαρτάται από μία και μόνο αξιολόγηση. Όταν προκύπτουν νέα δεδομένα ή αμφισβήτηση της αρχικής εκτίμησης, πρέπει να υπάρχει υποχρεωτική διαδικασία επανεξέτασης, ώστε καμία ελλιπής ή εσφαλμένη αξιολόγηση να μην παράγει μόνιμες συνέπειες για το παιδί. Η δυνατότητα επανεξέτασης δεν συνιστά αμφισβήτηση του έργου των εκπαιδευτικών ή των ειδικών. Αντιθέτως, αποτελεί αναγκαία θεσμική εγγύηση που προστατεύει πρωτίστως το παιδί και διασφαλίζει ότι κάθε απόφαση ανταποκρίνεται στα πλέον πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα και στις πραγματικές εκπαιδευτικές του ανάγκες. Η νομοθεσία οφείλει να περιλαμβάνει ασφαλιστικές δικλείδες που να προστατεύουν το παιδί όχι μόνο από αυθαίρετες αποφάσεις, αλλά και από τον κίνδυνο ανθρώπινου λάθους, ελλιπούς επιστημονικής αξιολόγησης ή περιορισμένης εξειδίκευσης. Όταν διακυβεύεται το θεμελιώδες δικαίωμα ενός παιδιού στην εκπαίδευση, το σύστημα οφείλει να παρέχει τη δυνατότητα επανεξέτασης, ώστε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού να υπερισχύει της οριστικότητας μιας διοικητικής απόφασης. Η ύπαρξη μηχανισμού επανεξέτασης δεν αποτελεί ένδειξη δυσπιστίας προς τους επαγγελματίες που συμμετέχουν στην αξιολόγηση. Αντιθέτως, αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση ενός κράτους δικαίου, σύμφωνα με την οποία καμία διοικητική απόφαση που επηρεάζει το μέλλον και τα θεμελιώδη δικαιώματα ενός παιδιού δεν πρέπει να είναι αμετάκλητη όταν προκύπτουν νέα ουσιώδη στοιχεία ή όταν το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού επιβάλλει την αναθεώρησή της. Η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής αποτελεί σημαντική εγγύηση δικαιωμάτων, ωστόσο δεν υποκαθιστά την ανάγκη ύπαρξης άμεσου διοικητικού μηχανισμού επανεξέτασης, καθώς η δικαστική διαδικασία είναι χρονοβόρα και δεν μπορεί να διασφαλίσει έγκαιρη εκπαιδευτική υποστήριξη του παιδιού όταν προκύπτουν νέα στοιχεία ή μεταβάλλονται ουσιωδώς οι ανάγκες του. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με το άρθρο 24 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (CRPD) και τα άρθρα 3 και 12 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (CRC), τα οποία επιβάλλουν όπως κάθε απόφαση υπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και διασφαλίζει την ουσιαστική και ισότιμη πρόσβασή του στην εκπαίδευση. Προτεινόμενη τροποποίηση «Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, παρά τον τελεσίδικο χαρακτήρα της, υπόκειται σε υποχρεωτική επανεξέταση όταν προκύπτουν νέα επιστημονικά, ιατρικά, ψυχολογικά ή εκπαιδευτικά δεδομένα, νέα εξειδικευμένη αξιολόγηση ή ουσιώδης μεταβολή της κατάστασης ή των εκπαιδευτικών αναγκών του παιδιού. Η επανεξέταση διενεργείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και καταλήγει σε πλήρως αιτιολογημένη διοικητική απόφαση.»" "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",Mario,"Άρθρο 18(6) – Χορήγηση Απολυτηρίου Παρατήρηση Η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει ότι στο απολυτήριο του μαθητή με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που φοιτά σε γενικό σχολείο «αναγράφονται μόνο τα μαθήματα που παρακολούθησε και οι εξετάσεις στις οποίες παρακάθισε». Η διατύπωση αυτή δημιουργεί αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο, τη νομική ισχύ και την ισότιμη αναγνώριση του απολυτηρίου που χορηγείται στους μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, καθώς δεν διευκρινίζεται ρητά ότι πρόκειται για τον ίδιο τίτλο σπουδών, με την ίδια νομική ισχύ και τα ίδια δικαιώματα που απολαμβάνουν όλοι οι υπόλοιποι μαθητές. Η απουσία ρητής διασφάλισης ενδέχεται να οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες κατά την εφαρμογή του νόμου και να δημιουργήσει αμφισβήτηση ως προς την ισοτιμία του απολυτηρίου από εκπαιδευτικά ιδρύματα, εργοδότες ή άλλες δημόσιες αρχές. Οι εύλογες προσαρμογές που παρέχονται σε μαθητές με αναπηρία κατά τη φοίτηση, τη διδασκαλία και την αξιολόγηση αποτελούν μέτρα διασφάλισης της ισότιμης συμμετοχής τους στην εκπαίδευση και δεν μπορούν να αποτελούν λόγο διαφοροποίησης του τίτλου σπουδών που απονέμεται μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της φοίτησης. Παράδειγμα Δύο μαθητές ολοκληρώνουν επιτυχώς την ίδια βαθμίδα εκπαίδευσης στο ίδιο γενικό σχολείο. Ο πρώτος μαθητής δεν έχει αναπηρία και λαμβάνει το προβλεπόμενο απολυτήριο. Ο δεύτερος μαθητής είναι παιδί με αναπηρία, έχει αξιολογηθεί από την αρμόδια Επιτροπή, έχει λάβει τις εύλογες προσαρμογές που προβλέπει ο νόμος και έχει ολοκληρώσει επιτυχώς το εξατομικευμένο εκπαιδευτικό του πρόγραμμα. Δεν είναι εύλογο ούτε σύμφωνο με την αρχή της ίσης μεταχείρισης να δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο δεύτερος μαθητής λαμβάνει διαφορετικό απολυτήριο ή απολυτήριο με διαφορετική αξία ή νομική ισχύ αποκλειστικά λόγω της αναπηρίας του. Η αναπηρία δεν μπορεί να αποτελεί λόγο διαφοροποίησης του τίτλου σπουδών όταν ο μαθητής έχει ολοκληρώσει επιτυχώς τις εκπαιδευτικές απαιτήσεις που του έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τον νόμο. Η προτεινόμενη διάταξη χρήζει επανεξέτασης, καθώς ενδέχεται να δημιουργήσει ζητήματα ως προς την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης λόγω αναπηρίας, όπως αυτές κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, καθώς και το ενωσιακό δίκαιο. Εάν πρόθεση του νομοθέτη είναι το απολυτήριο που χορηγείται στους μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες να έχει ακριβώς την ίδια νομική ισχύ, την ίδια αναγνώριση και να παρέχει τα ίδια δικαιώματα με το απολυτήριο όλων των υπόλοιπων μαθητών, αυτό πρέπει να προβλεφθεί ρητά στον νόμο και να μην αφήνεται σε ερμηνεία ή διοικητική πρακτική. Η σαφήνεια της νομοθεσίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ασφάλεια δικαίου και την αποφυγή μελλοντικών διακρίσεων. Προτεινόμενη τροποποίηση Να τροποποιηθεί το άρθρο 18(6) ώστε να προβλέπεται ρητά ότι όλοι οι μαθητές που ολοκληρώνουν επιτυχώς τη φοίτησή τους σε γενικό σχολείο λαμβάνουν το ίδιο απολυτήριο, με την ίδια νομική ισχύ, την ίδια αναγνώριση και τα ίδια δικαιώματα, ανεξαρτήτως αναπηρίας ή ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών. Επιπλέον, να αφαιρεθεί ή να αναδιατυπωθεί η φράση «αναγράφονται μόνο τα μαθήματα που παρακολούθησε και οι εξετάσεις στις οποίες παρακάθισε», εκτός εάν διευκρινιστεί ρητά ότι η συγκεκριμένη αναφορά δεν διαφοροποιεί ούτε περιορίζει την αξία, την ισχύ ή τα δικαιώματα που απορρέουν από το απολυτήριο. Η ίση εκπαίδευση δεν εξαντλείται στην πρόσβαση του παιδιού στο γενικό σχολείο. Ολοκληρώνεται μόνο όταν διασφαλίζεται ότι ο τίτλος σπουδών που λαμβάνει έχει την ίδια νομική ισχύ, την ίδια αναγνώριση και τα ίδια δικαιώματα με εκείνον που λαμβάνει κάθε άλλος μαθητής." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","Maria Iacovou","Τοποθετούμαι ως εκπαιδευτικός (Φυσικός) στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση με διδακτική εμεπειρία πέραν των 20 ετών, ως ακαδημαϊκός (επιστημονική συνεργάτιδα) του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου στα πεδία της Ειδικής και Συμπεριληπτικής Εκπαίδευσης, της ποιοτικής έρευνας και των σπουδών περί αναπηρίας (Disability Studies), καθώς και ως συντονίστρια της νεοσύστατης Ομάδας Υποστήριξης Σχολείων για τη Συμπεριληπτική Εκπαίδευση του ΥΠΑΝ, υπό την καθοδήγηση της αξιότιμης κ. Στάλως Κουκουμά. Η παρέμβασή μου κατατίθεται με σεβασμό προς την προσπάθεια εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου, αλλά και με την πεποίθηση ότι η τροποποίηση της νομοθεσίας αποτελεί κρίσιμη ευκαιρία και ένα σημαντικό πρώτο βήμα ώστε να μπορέσει να μετατοπιστεί ουσιαστικά το εκπαιδευτικό σύστημα από τη λογική της «ειδικής αγωγής» ως ξεχωριστού ή παράλληλου πλαισίου προς τη συμπεριληπτική εκπαίδευση ως δικαίωμα, ως συλλογική ευθύνη και ως διαρκή αναδιοργάνωση του σχολείου και των πεποιθήσεων που υπάρχουν μέσα σε αυτό. Με βάση τη μελέτη του Νομοσχεδίου και των Τροποποιητικών Κανονισμών, θεωρώ ότι οι εισηγήσεις μου μπορούν να συνοψιστούν σε έξι κεντρικούς παιδαγωγικούς άξονες: 1. Μετατόπιση από το ιατρικοποιημένο ή ατομικό μοντέλο προς την αναγνώριση και άρση εμποδίων. 2. Θεσμοθέτηση της φωνής των μαθητών/τριών στις διαδικασίες αξιολόγησης, επαναξιολόγησης και λήψης αποφάσεων. 3. Διασφάλιση της συλλογικής ευθύνης της σχολικής μονάδας και όχι ανάθεση της συμπερίληψης αποκλειστικά στους/στις ειδικούς/ές. 4. Πρόληψη και αποφυγή πρακτικών στιγματισμού, απομόνωσης ή μονιμοποίησης παράλληλων εκπαιδευτικών διαδρομών. 5. Επαγγελματικός αναπροσδιορισμός του ρόλου των εκπαιδευτικών και του υποστηρικτικού προσωπικού. 6. Διασφάλιση της συμπεριληπτικής λογικής σε ειδικές ρυθμίσεις, όπως οι εύλογες προσαρμογές, οι απαλλαγές, η μεταφορά, ο εξοπλισμός, η κατ’ οίκον εκπαίδευση και τα προγράμματα ενισχυμένης εκπαιδευτικής υποστήριξης. Αναγνωρίζω ως θετικές ορισμένες προτεινόμενες αλλαγές, όπως η αντικατάσταση παλαιότερων όρων, η χρήση του όρου «γενικό σχολείο», η αντικατάσταση της «ειδικής μονάδας» με το «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης», η πρόνοια για επαναξιολόγηση πριν από την αλλαγή βαθμίδας και η ενίσχυση της συμμετοχής οργανώσεων αναπήρων στις διαδικασίες, σε ευθυγράμμιση με τη θεμελιώδη δικαιωματική αρχή “Nothing about us without us” — δηλαδή ότι καμία απόφαση που αφορά τα άτομα με αναπηρία δεν θα πρέπει να λαμβάνεται χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή τους. Οι αλλαγές αυτές μπορούν να λειτουργήσουν προς μια πιο σύγχρονη και δικαιωματική κατεύθυνση. Ωστόσο, θεωρώ ότι χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση, ώστε οι τροποποιήσεις να μη μείνουν κυρίως σε επίπεδο ορολογίας, αλλά να μεταφραστούν σε ουσιαστική αλλαγή φιλοσοφίας, πρακτικής και σχολικής κουλτούρας. 1. Πρώτο σημείο προβληματισμού αποτελεί η διατήρηση της φράσης «ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» στον ίδιο τον τίτλο του Νομοσχεδίου και των Κανονισμών. Αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για όρο με ιστορική, νομική και διοικητική χρήση. Ωστόσο, ο όρος «ειδικές ανάγκες» είναι παρωχημένος και εξακολουθεί να μεταφέρει την εντύπωση ότι το ζήτημα βρίσκεται πρωτίστως στο παιδί, ως ατομική απόκλιση ή ειδική κατηγορία (ατομικό μοντέλο της αναπηρίας), και όχι στο εκπαιδευτικό περιβάλλον που οφείλει να διαμορφώνει προσβάσιμες συνθήκες μάθησης και συμμετοχής. Η σύγχρονη συμπεριληπτική προσέγγιση μάς καλεί να μετακινηθούμε από το ερώτημα «ποιες ειδικές ανάγκες έχει το παιδί;» προς το ερώτημα «ποια εμπόδια παράγει ή δεν αίρει το σχολείο;» και «ποιες προϋποθέσεις χρειάζεται να διασφαλιστούν ώστε το παιδί να συμμετέχει ισότιμα;». Για τον λόγο αυτό, εισηγούμαι να εξεταστεί η δυνατότητα αναθεώρησης του τίτλου, ώστε να ευθυγραμμίζεται πιο καθαρά με τη δικαιωματική και συμπεριληπτική φιλοσοφία. Ενδεικτικά, ένας εναλλακτικός τίτλος θα μπορούσε να είναι: «Ο περί Αγωγής και Διασφάλισης της Συμπεριληπτικής Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Επιπρόσθετες Εκπαιδευτικές Προϋποθέσεις Υποστήριξης (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026». Ακόμη και αν, για νομικούς ή μεταβατικούς λόγους, διατηρηθεί ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ο όρος «ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», θεωρώ σημαντικό να προστεθεί ξεκάθαρη ερμηνευτική πρόνοια ότι ο όρος δεν νοείται ως ατομικό έλλειμμα ή στατική κατηγορία παιδιών, αλλά ως αναφορά στις επιπρόσθετες εκπαιδευτικές προϋποθέσεις υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένων των επικοινωνιακών και κοινωνικών προϋποθέσεων πρόσβασης που πρέπει να διασφαλίζονται για την ισότιμη συμμετοχή τους. 2. Θεωρώ, ως εκ τούτου, ότι ο ορισμός του «παιδιού με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» πρέπει οπωσδήποτε να αποφεύγει, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, την ελλειμματική ή αμιγώς ιατρικοποιημένη λογική. Η έμφαση δεν θα πρέπει να βρίσκεται μόνο στη «σοβαρή δυσκολία» του παιδιού ή στο τι δεν μπορεί να κάνει, αλλά στους εναλλακτικούς τρόπους μάθησης και επικοινωνίας του παιδιού και στα εμπόδια που δημιουργούνται από το εκπαιδευτικό περιβάλλον, το αναλυτικό πρόγραμμα, τις διδακτικές πρακτικές, τις διαδικασίες αξιολόγησης, τις στάσεις, την υλική προσβασιμότητα και την οργάνωση του σχολείου. Εισηγούμαι να ενσωματωθεί ρητά στο νομοθετικό πλαίσιο η αρχή ότι η αναπηρία και οι επιπρόσθετες εκπαιδευτικές προϋποθέσεις υποστήριξης δεν νοούνται αποκλειστικά ως ατομικό χαρακτηριστικό, αλλά ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του παιδιού με ένα περιβάλλον που μπορεί είτε να αίρει είτε να παράγει εμπόδια στη μάθηση και στη συμμετοχή. Με αυτό το σκεπτικό, επιπρόσθετα εισηγούμαι ο όρος «διευκολύνσεις» να αντικατασταθεί με τον όρο «υποστηρικτικές ρυθμίσεις». Μια ενδεικτική προσθήκη θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη: «Νοείται ότι η παροχή υποστηρικτικών ρυθμίσεων, εύλογων προσαρμογών και μέσων αποσκοπεί στην αναγνώριση και άρση των εμποδίων που περιορίζουν την πρόσβαση, τη μάθηση, την επικοινωνία, την κοινωνική συμμετοχή και την αίσθηση του ανήκειν στο σχολικό περιβάλλον». 3. Θεωρώ αναγκαίο να θεσμοθετηθεί πιο καθαρά η φωνή του/της μαθητή/τριας στις διαδικασίες αξιολόγησης, επαναξιολόγησης, λήψης αποφάσεων και σχεδιασμού υποστήριξης. Το υπό διαβούλευση πλαίσιο ενισχύει ορθά τη συμμετοχή των γονέων και προβλέπει διαδικασίες αξιολόγησης και επαναξιολόγησης. Ωστόσο, το παιδί εμφανίζεται κυρίως ως αντικείμενο αξιολόγησης και λιγότερο ως υποκείμενο με εμπειρίες, προτιμήσεις, ανησυχίες, σχέσεις και στόχους. Η απουσία ρητής αναφοράς στη φωνή του παιδιού είναι σημαντική, γιατί οι αποφάσεις για τη φοίτηση, την εκπαιδευτική υποστήριξη, τις απαλλαγές, τις εύλογες προσαρμογές ή την ένταξη σε πρόγραμμα ενισχυμένης εκπαιδευτικής υποστήριξης, διαμορφώνουν άμεσα την καθημερινή του σχολική εμπειρία. Εισηγούμαι να προστεθεί ρητή πρόνοια ότι, σε κάθε διαδικασία που αφορά τον/τη μαθητή/τρια, λαμβάνεται η άποψή του/της με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία, την επικοινωνία, την αναπτυξιακή πορεία και το προφίλ υποστήριξής του/της. Η συμμετοχή αυτή δεν πρέπει να είναι τυπική, αλλά ουσιαστική παράμετρος της παιδαγωγικής απόφασης. Ενδεικτικά: «Σε κάθε διαδικασία αξιολόγησης, επαναξιολόγησης, λήψης απόφασης ή αναθεώρησης της παρεχόμενης εκπαιδευτικής υποστήριξης, λαμβάνεται, με κατάλληλο και προσβάσιμο τρόπο και στο μέγιστο δυνατό βαθμό, η άποψη του/της μαθητή/τριας σχετικά με τις δυσκολίες που βιώνει, τα εμπόδια που αναγνωρίζει, τις επικοινωνιακές προτιμήσεις, τα ενδιαφέροντα και τις μορφές υποστήριξης που ο/η ίδιος/α θεωρεί βοηθητικές». 4. Θεωρώ πολύ σημαντικό να αντιμετωπιστεί θεσμικά το κενό ανάμεσα στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το οποίο είναι ερευνητικά τεκμηριωμένο στη βιβλιογραφία. Η εμπειρία και η έρευνά μου, δείχνουν ότι η συμπεριληπτική εκπαίδευση συχνά συζητείται και οργανώνεται περισσότερο με αναφορά στην προδημοτική και δημοτική εκπαίδευση, ενώ η δευτεροβάθμια εκπαίδευση παραμένει πιο κατακερματισμένη, γνωσιοκεντρική και εξαρτημένη από την ειδικότητα του/της κάθε εκπαιδευτικού. Στη μέση εκπαίδευση, οι μαθητές/τριες συναντούν πολλούς/ές διδάσκοντες/ουσες, αυξημένες απαιτήσεις αξιολόγησης, συχνές μεταβάσεις, διαγωνίσματα, εξετάσεις, ζητήματα εφηβείας και ισχυρότερες μορφές κοινωνικής κατηγοριοποίησης. Η μετάβαση δεν είναι απλή αλλαγή βαθμίδας· είναι αλλαγή εκπαιδευτικής κουλτούρας, ρυθμού, δομής και σχέσεων. Για τον λόγο αυτό, εισηγούμαι να προβλεφθεί στη νομοθεσία ειδικός μηχανισμός μετάβασης από την πρωτοβάθμια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με έγκαιρη πολυθεματική συνάντηση, συμμετοχή του/της μαθητή/τριας και της οικογένειας, ενημέρωση των εκπαιδευτικών της νέας σχολικής μονάδας, κοινές επιμορφώσεις και συναντήσεις ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και σαφή, από κοινού σχεδιασμό των εύλογων προσαρμογών, της συμμετοχής στη γενική τάξη και της κοινωνικής ένταξης. Η επαναξιολόγηση πριν από την αλλαγή βαθμίδας είναι θετική πρόνοια, αλλά χρειάζεται να συνδεθεί με συγκεκριμένο σχέδιο μετάβασης και όχι μόνο με διοικητική επικαιροποίηση απόφασης. Ενδεικτική πρόνοια θα μπορούσε να είναι: «Κατά τη μετάβαση από την πρωτοβάθμια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση καταρτίζεται έγκαιρα σχέδιο μετάβασης, με τη συμμετοχή του/της μαθητή/τριας, της οικογένειας, της σχολικής μονάδας προέλευσης, της σχολικής μονάδας υποδοχής και των εμπλεκόμενων λειτουργών. Το σχέδιο μετάβασης περιλαμβάνει τις εύλογες προσαρμογές, τις μορφές εκπαιδευτικής υποστήριξης, τις παιδαγωγικές και οργανωτικές διευθετήσεις και τις δράσεις κοινωνικής ένταξης που απαιτούνται για τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης, της συμμετοχής και της συνέχειας της φοίτησης του/της μαθητή/τριας στο νέο σχολικό περιβάλλον.» 5. Σε συνέχεια με το πιο πάνω σημείο, θεωρώ ιδιαίτερα θετική την πρόνοια επαναξιολόγησης πριν από την αλλαγή βαθμίδας ή ανά τριετία. Ωστόσο, η επαναξιολόγηση δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως απλή διοικητική επιβεβαίωση υφιστάμενων ρυθμίσεων. Θα πρέπει να περιλαμβάνει ουσιαστική εξέταση του κατά πόσο οι υφιστάμενες διευθετήσεις προωθούν ή περιορίζουν τη συμμετοχή του παιδιού. Ιδίως για παιδιά που φοιτούν σε προγράμματα ενισχυμένης εκπαιδευτικής υποστήριξης ή σε ειδικά σχολεία, η επαναξιολόγηση θα πρέπει να εξετάζει συστηματικά αν έχουν αρθεί τα εμπόδια που δυσκολεύουν τη φοίτηση στο γενικό σχολείο, ποιες προσαρμογές έχουν δοκιμαστεί και ποιες πρόσθετες εκπαιδευτικές και άλλες μορφές υποστήριξης θα μπορούσαν να επιτρέψουν μεγαλύτερη συμμετοχή στο κοινό σχολικό πλαίσιο. Ενδεικτική πρόνοια που θα μπορούσε να ενσωματωθεί: «Η επαναξιολόγηση εξετάζει την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων μορφών υποστήριξης, των εύλογων προσαρμογών και των εκπαιδευτικών διευθετήσεων. Κατά την επαναξιολόγηση διερευνάται κατά πόσο έχουν αρθεί τα εμπόδια στη μάθηση, στην πρόσβαση και στη συμμετοχή του/της μαθητή/τριας, καθώς και κατά πόσο είναι δυνατή η ενίσχυση της συμμετοχής του/της στο γενικό σχολικό πλαίσιο, με τις αναγκαίες παιδαγωγικές, οργανωτικές και υποστηρικτικές προσαρμογές.» 6. Η παραπομπή, αξιολόγηση και επαναξιολόγηση θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να στηρίζονται υπέρμετρα ή αποκλειστικά σε ιατρικές ή ειδικοκεντρικές βεβαιώσεις. Οι εκθέσεις ειδικών είναι πολύ σημαντικές, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους για να κατανοηθεί η σχολική εμπειρία ενός παιδιού. Είναι κρίσιμο να λαμβάνονται υπόψη οι παρατηρήσεις των εκπαιδευτικών, οι σχέσεις στην τάξη, τα εμπόδια πρόσβασης στο αναλυτικό πρόγραμμα, οι συνθήκες αξιολόγησης, οι στάσεις της σχολικής κοινότητας και η καθημερινή συμμετοχή του/της μαθητή/τριας. Εισηγούμαι, επομένως, οι αποφάσεις των Επαρχιακών Επιτροπών να τεκμηριώνονται όχι μόνο διαγνωστικά, αλλά και παιδαγωγικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά. Ενδεικτική πρόνοια θα μπορούσε να είναι: «Η αξιολόγηση και επαναξιολόγηση πραγματοποιείται με πολυπαραγοντικό και παιδαγωγικά τεκμηριωμένο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις εκθέσεις ειδικών, όσο και το σχολικό πλαίσιο, τις υφιστάμενες πρακτικές υποστήριξης, τις εύλογες προσαρμογές που έχουν ήδη δοκιμαστεί, τη συμμετοχή του/της μαθητή/τριας στη σχολική ζωή, καθώς και τη φωνή του/της μαθητή/τριας και της οικογένειας». 7. Θεωρώ ότι χρειάζεται να ενισχυθεί η αρχή της συλλογικής ευθύνης της σχολικής μονάδας. Η συμπεριληπτική εκπαίδευση δεν μπορεί να ανατεθεί μόνο στους/στις ειδικούς/ές εκπαιδευτικούς, στους/στις συνδετικούς/ές λειτουργούς, στους/στις εκπαιδευτικούς ψυχολόγους ή στους/στις σχολικούς/ές βοηθούς/συνοδούς. Όλοι/ες οι εκπαιδευτικοί χρειάζονται σαφή θεσμική ευθύνη, επιμόρφωση και χρόνο συνεργασίας για διαφοροποίηση διδασκαλίας, προσβάσιμο υλικό, ευέλικτη αξιολόγηση, συντονισμό με το πρόγραμμα εκπαιδευτικής υποστήριξης και πρόληψη πρακτικών αποκλεισμού. Εισηγούμαι να ενσωματωθεί ρητά ότι η υποστήριξη των μαθητών/τριών με αναπηρία ή/και με επιπρόσθετες εκπαιδευτικές προϋποθέσεις υποστήριξης, αποτελεί ευθύνη ολόκληρης της σχολικής μονάδας και όχι μόνο των ειδικά εμπλεκόμενων λειτουργών. Η σχολική μονάδα πρέπει να λογοδοτεί όχι μόνο για το αν εφαρμόστηκε μια απόφαση, αλλά και για το αν δημιουργήθηκαν πραγματικές συνθήκες συμμετοχής, πρόσβασης και αίσθησης του ανήκειν. Ενδεικτική πρόνοια που θα μπορούσε να ενσωματωθεί: «Η διασφάλιση της πρόσβασης, της μάθησης και της συμμετοχής μαθητών/τριών με αναπηρία ή/και με επιπρόσθετες εκπαιδευτικές προϋποθέσεις υποστήριξης, αποτελεί συλλογική ευθύνη της σχολικής μονάδας. Η Διεύθυνση, οι διδάσκοντες/ουσες, οι εκπαιδευτικοί που παρέχουν επιπρόσθετη ή εξειδικευμένη υποστήριξη και το υποστηρικτικό προσωπικό συνεργάζονται συστηματικά για την άρση εμποδίων, τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας και της αξιολόγησης, την προσβασιμότητα του μαθησιακού υλικού και την ουσιαστική συμμετοχή του/της μαθητή/τριας στη σχολική ζωή.» 8. Θεωρώ σημαντικό οι εύλογες προσαρμογές, τα μέσα, οι διευκολύνσεις, οι απαλλαγές και οι χώροι παροχής υποστήριξης να μην παρουσιάζονται ως «προνόμια» ή ως ειδικές εξαιρέσεις, αλλά ως μηχανισμοί ουσιαστικής ισότητας. Κάθε απόφαση για απαλλαγή, ξεχωριστό χώρο, ενισχυμένη στήριξη ή εκπαίδευση εκτός γενικής τάξης θα πρέπει να συνοδεύεται από τεκμηρίωση ότι δεν οδηγεί σε αχρείαστη απομόνωση, χαμηλές προσδοκίες ή αποκοπή από τη σχολική ζωή. Η αρχή θα πρέπει να είναι ότι πρώτα αναδιοργανώνεται το γενικό σχολείο και μόνο στον βαθμό που αυτό δεν επαρκεί, αποφασίζονται πιο εξειδικευμένες ρυθμίσεις. Ενδεικτική πρόνοια που θα μπορούσε να ενσωματωθεί: «Οι εύλογες προσαρμογές, τα μέσα, οι διευκολύνσεις, οι απαλλαγές και οι μορφές υποστήριξης παρέχονται ως μέτρα ουσιαστικής ισότητας και όχι ως προνομιακή ή εξαιρετική μεταχείριση. Κάθε τέτοια ρύθμιση τεκμηριώνεται παιδαγωγικά και εφαρμόζεται με τρόπο που διασφαλίζει την πρόσβαση, τη συμμετοχή, την αξιοπρέπεια και την εκπαιδευτική πρόοδο του/της μαθητή/τριας, αποφεύγοντας πρακτικές που ενδέχεται να οδηγούν σε αχρείαστη απομόνωση, χαμηλές προσδοκίες ή αποκοπή από τη σχολική κοινότητα.» 9. Σε αυτό το σημείο θεωρώ κρίσιμη και τη χρήση της ορολογίας. Όροι όπως «ειδικές ανάγκες», «αδυνατεί», «δεν μπορεί να ανταποκριθεί», «χρήζει», «εξυπηρετείται» ή «ιδιαιτερότητες», διατηρούν μια παθητική ή ελλειμματική εικόνα του παιδιού. Η νομοθεσία θα ήταν χρήσιμο να υιοθετήσει, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, γλώσσα που αναφέρεται σε μαθησιακό προφίλ, τρόπους πρόσβασης, εύλογες προσαρμογές, προϋποθέσεις συμμετοχής, εμπόδια, εναλλακτικούς τρόπους/μέσα επικοινωνίας και υποστηρικτικές διευθετήσεις. Ενδεικτική πρόνοια που θα μπορούσε να ενσωματωθεί: «Νοείται ότι στην εφαρμογή του παρόντος Νόμου και των σχετικών Κανονισμών χρησιμοποιείται γλώσσα που σέβεται την αξιοπρέπεια, την αυτονομία και την ισότιμη συμμετοχή του/της μαθητή/τριας. Οι όροι που χρησιμοποιούνται είναι τέτοιοι ώστε να αναδεικνύουν το μαθησιακό, επικοινωνιακό και κοινωνικό προφίλ του/της μαθητή/τριας, τις προϋποθέσεις συμμετοχής, τις εύλογες προσαρμογές και τα εμπόδια που οφείλει να αίρει το εκπαιδευτικό σύστημα.» 10. Είναι σημαντικό να αποφευχθεί η δημιουργία νέων παράλληλων διαδρομών με διαφορετική ονομασία. Η αντικατάσταση της «ειδικής μονάδας» με το «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» (εδώ η φράση «πρόγραμμα ενισχυμένης εκπαιδευτικής υποστήριξης» -ΠΕΕΥ- θεωρώ ότι θα ήταν καλύτερη), είναι θετική μόνο εφόσον συνοδευτεί από σαφή πρόνοια ότι το πρόγραμμα αυτό δεν αποτελεί ξεχωριστό χώρο χαμηλών προσδοκιών ούτε κατηγορία παιδιών αποκομμένη από τη μαθητική κοινότητα. Χρειάζεται να κατοχυρωθεί ότι οι μαθητές/τριες που συμμετέχουν σε τέτοια προγράμματα έχουν, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, πρόσβαση στη γενική τάξη, σε σχολικές δραστηριότητες, σε κοινωνικές σχέσεις, σε εκδρομές, σε δημιουργικά μαθήματα και σε κοινές εμπειρίες με τους/τις συμμαθητές/τριές τους. Ενδεικτική πρόνοια που θα μπορούσε να ενσωματωθεί: «Το πρόγραμμα ενισχυμένης εκπαιδευτικής υποστήριξης οργανώνεται με τρόπο που διασφαλίζει, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, την ουσιαστική συμμετοχή του/της μαθητή/τριας στη γενική τάξη, στις σχολικές δραστηριότητες και στην ευρύτερη σχολική ζωή, με τις αναγκαίες προσαρμογές και μορφές υποστήριξης. Η λειτουργία του προγράμματος επανεξετάζεται συστηματικά, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία μόνιμων παράλληλων εκπαιδευτικών διαδρομών ή πρακτικών απομόνωσης.» 11. Θεωρώ σημαντικό να ενισχυθεί η θεσμική αποσαφήνιση τόσο του ρόλου των εκπαιδευτικών όσο και του ρόλου του υποστηρικτικού προσωπικού. Η συμπεριληπτική εκπαίδευση προϋποθέτει εκπαιδευτικούς που έχουν χρόνο, επιμόρφωση, συνεργασία και θεσμική υποστήριξη, ώστε να μπορούν να σχεδιάζουν προσβάσιμη διδασκαλία, διαφοροποιημένο υλικό, ευέλικτες μορφές αξιολόγησης και παιδαγωγικές πρακτικές που ενισχύουν τη συμμετοχή όλων των μαθητών/τριών. Αντίστοιχα, ο ρόλος των σχολικών βοηθών/συνοδών χρειάζεται να οριστεί με σαφήνεια, ώστε να μην περιορίζεται σε μια λογική «εξυπηρέτησης αναγκών», αλλά να συνδέεται ρητά με την υποστήριξη της πρόσβασης, της ασφάλειας, της επικοινωνίας, της αυτομέριμνας, της αυτονομίας και της συμμετοχής του/της μαθητή/τριας στη σχολική ζωή. Είναι επίσης σημαντικό να διασφαλίζεται ότι η παρουσία υποστηρικτικού προσωπικού δεν υποκαθιστά τον παιδαγωγικό ρόλο των εκπαιδευτικών και δεν οδηγεί, άθελά της, σε υπερπροστασία, εξάρτηση ή κοινωνική απομόνωση του παιδιού από τους/τις συμμαθητές/τριές του/της. Ενδεικτική πρόνοια που θα μπορούσε να ενσωματωθεί: «Το Υπουργείο και οι σχολικές μονάδες διασφαλίζουν τη συστηματική επιμόρφωση, καθοδήγηση και συνεργασία των εκπαιδευτικών και του υποστηρικτικού προσωπικού για την εφαρμογή συμπεριληπτικών παιδαγωγικών πρακτικών. Οι εκπαιδευτικοί έχουν την παιδαγωγική ευθύνη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή προσβάσιμης διδασκαλίας, διαφοροποιημένου υλικού και δίκαιης αξιολόγησης. Το υποστηρικτικό προσωπικό συμβάλλει, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση και τους/τις εκπαιδευτικούς, στην ασφάλεια, στην πρόσβαση, στην επικοινωνία, στην αυτομέριμνα, στην αυτονομία και στη συμμετοχή του/της μαθητή/τριας, χωρίς να υποκαθιστά τον παιδαγωγικό ρόλο των εκπαιδευτικών και χωρίς να περιορίζει την κοινωνική αλληλεπίδραση του/της μαθητή/τριας με τη μαθητική κοινότητα.» 12. Παρότι το νομοθετικό πλαίσιο αναφέρεται γενικά στην παροχή μέσων και υποστηρικτικών ρυθμίσεων, θεωρώ σημαντικό να αποσαφηνιστεί ρητά ότι ο εξειδικευμένος ατομικός τεχνολογικός ή άλλος εξοπλισμός, καθώς και η έγκαιρη μεταφορά του σε περίπτωση αλλαγής σχολείου ή βαθμίδας, αποτελούν ουσιώδεις προϋποθέσεις πρόσβασης, αυτονομίας, επικοινωνίας και συμμετοχής του/της μαθητή/τριας. Η μεταφορά ή καθυστέρηση στη μεταφορά του εξοπλισμού δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλή διοικητική διαδικασία, αλλά ως ζήτημα συνέχειας της εκπαιδευτικής πρόσβασης. Το ίδιο ισχύει και για άλλες ρυθμίσεις, όπως η μεταφορά από και προς το σχολείο, οι διευκολύνσεις στις εξετάσεις, η κατ’ οίκον εκπαίδευση, οι απαλλαγές και κάθε άλλη μορφή υποστήριξης. Οι ρυθμίσεις αυτές χρειάζεται να πλαισιωθούν ρητά ως μέσα συμπερίληψης και όχι ως τεχνικές ή διοικητικές παροχές. Η μεταφορά δεν είναι απλώς πρακτική διευθέτηση μετακίνησης, αλλά προϋπόθεση πρόσβασης στη σχολική ζωή. Οι εύλογες προσαρμογές στις εξετάσεις δεν αποτελούν προνόμιο, αλλά όρο δίκαιης και παιδαγωγικά έγκυρης αξιολόγησης. Η κατ’ οίκον εκπαίδευση δεν πρέπει να οδηγεί σε μονιμοποίηση της απομάκρυνσης από το σχολικό περιβάλλον, αλλά να συνοδεύεται, όπου είναι εφικτό, από σχέδιο διατήρησης της σύνδεσης με την τάξη και τη σχολική κοινότητα. Ενδεικτική πρόνοια που θα μπορούσε να ενσωματωθεί: «Η παροχή μέσων, υποσττηρικτικών ρυθμίσεων, εξειδικευμένου ατομικού τεχνολογικού ή άλλου εξοπλισμού, η μεταφορά, οι απαλλαγές, η κατ’ οίκον εκπαίδευση και κάθε άλλη μορφή υποστήριξης σχεδιάζονται και εφαρμόζονται ως αναγκαίες προϋποθέσεις πρόσβασης, αυτονομίας, επικοινωνίας, δίκαιης αξιολόγησης και ουσιαστικής συμμετοχής του/της μαθητή/τριας στη σχολική ζωή. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν νοούνται ως απλές διοικητικές παροχές, αλλά ως μέσα διασφάλισης της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Σε περίπτωση αλλαγής σχολικής μονάδας ή βαθμίδας, διασφαλίζεται η έγκαιρη μεταφορά, διαθεσιμότητα και λειτουργικότητα του ατομικού εξοπλισμού ή άλλων εγκεκριμένων μέσων υποστήριξης, ώστε να μη διακόπτεται η πρόσβαση του/της μαθητή/τριας στη μάθηση, στην επικοινωνία, στην αξιολόγηση και στη συμμετοχή στο νέο σχολικό περιβάλλον.» 13. Εισηγούμαι η νέα νομοθεσία να προβλέπει μηχανισμό παρακολούθησης της εφαρμογής της, με ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα για τη συμμετοχή, την πρόσβαση, τις μεταβάσεις, τις εύλογες προσαρμογές, τις απαλλαγές, τις τοποθετήσεις σε ειδικά σχολεία ή προγράμματα ενισχυμένης εκπαιδευτικής υποστήριξης και τη φωνή των ίδιων των μαθητών/τριών και των οικογενειών τους. Χωρίς τέτοιο μηχανισμό, υπάρχει ο κίνδυνος οι αλλαγές να παραμείνουν σε επίπεδο ορολογικής μεταρρύθμισης, χωρίς να μεταβληθούν οι καθημερινές πρακτικές που παράγουν αποκλεισμό. Ενδεικτική πρόνοια που θα μπορούσε να ενσωματωθεί: «Το Υπουργείο θεσπίζει μηχανισμό παρακολούθησης και αξιολόγησης της εφαρμογής του παρόντος Νόμου και των σχετικών Κανονισμών, με συλλογή και ανάλυση ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων για την πρόσβαση, τη συμμετοχή, τις μεταβάσεις, τις εύλογες προσαρμογές, τις απαλλαγές, τις μορφές υποστήριξης, τη φοίτηση σε ειδικά σχολεία ή προγράμματα ενισχυμένης εκπαιδευτικής υποστήριξης και την εμπειρία των μαθητών/τριών και των οικογενειών τους. Τα δεδομένα αξιοποιούνται για τη βελτίωση των πολιτικών και πρακτικών συμπεριληπτικής εκπαίδευσης.» Συνοψίζοντας, χαιρετίζω την προσπάθεια εκσυγχρονισμού του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου. Θεωρώ, όμως, ότι η ουσιαστική πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι η νέα νομοθεσία δεν θα αναπαράγει, με νέα ορολογία, παλαιές λογικές κατηγοριοποίησης, ειδικής μεταχείρισης και παράλληλων διαδρομών. Η συμπεριληπτική εκπαίδευση χρειάζεται να κατοχυρωθεί ως δικαίωμα συμμετοχής στο κοινό σχολείο, ως συλλογική ευθύνη της σχολικής μονάδας και ως διαρκής υποχρέωση άρσης των εμποδίων που περιορίζουν τη μάθηση, την αξιοπρέπεια, την κοινωνική ένταξη και την αίσθηση του ανήκειν κάθε παιδιού. Ενδεικτική γενική αρχή που θα μπορούσε να ενσωματωθεί: «Η εφαρμογή του παρόντος Νόμου διέπεται από την αρχή της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με την οποία κάθε παιδί έχει δικαίωμα ισότιμης πρόσβασης, μάθησης, συμμετοχής και αίσθησης του ανήκειν στο κοινό σχολικό περιβάλλον. Το εκπαιδευτικό σύστημα, οι αρμόδιες αρχές και οι σχολικές μονάδες οφείλουν να οργανώνουν τη διδασκαλία, την αξιολόγηση, τις υποστηρικτικές δομές και τη σχολική ζωή με τρόπο που αίρει εμπόδια και αποτρέπει πρακτικές αποκλεισμού, στιγματισμού ή αχρείαστης απομάκρυνσης από τη μαθητική κοινότητα.» Η νομοθετική αλλαγή (τροποποίηση) είναι μια σημαντική ευκαιρία. Για να είναι, όμως, ουσιαστικά συμπεριληπτική, χρειάζεται να μην περιοριστεί στην αντικατάσταση όρων, αλλά να θεσμοθετήσει καθαρά μια νέα λογική: όχι «πού θα τοποθετηθεί το παιδί», αλλά «πώς θα αναδιοργανωθεί το σχολείο ώστε κάθε παιδί να συμμετέχει, να μαθαίνει, να ανήκει και να αναγνωρίζεται ως πλήρες μέλος της σχολικής κοινότητας». Ενδεικτική καταληκτική αρχή που θα μπορούσε να ενσωματωθεί: «Κατά τη λήψη κάθε απόφασης που αφορά τη φοίτηση, την υποστήριξη, την αξιολόγηση ή τη συμμετοχή μαθητή/τριας με αναπηρία ή/και επιπρόσθετες εκπαιδευτικές προϋποθέσεις υποστήριξης, η αρμόδια αρχή εξετάζει πρωτίστως ποιες αλλαγές, προσαρμογές και μορφές υποστήριξης απαιτούνται στο γενικό σχολικό περιβάλλον, ώστε ο/η μαθητής/τρια να συμμετέχει ως πλήρες μέλος της σχολικής κοινότητας.» Σας ευχαριστώ και παραμένω στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε διευκρίνιση. Με εκτίμηση, Δρ. Μαρία Ιακώβου m.iacovou@external.euc.ac.cy" "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",ΚΥΣΟΑ,"Η ΚΥΣΟΑ υποστηρίζει ότι η διατήρηση μιας προσέγγισης που περιορίζεται σε αποσπασματικές ή μερικές τροποποιήσεις του υφιστάμενου περί Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης Νόμου δεν ανταποκρίνεται ούτε στις σύγχρονες εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανάγκες ούτε στις διεθνείς και ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, ιδίως δυνάμει της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες. Η πραγματική επιτυχία μιας ουσιαστικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί να μετρηθεί από τον αριθμό των επιμέρους νομοθετικών τροποποιήσεων, αλλά από τη δημιουργία ενός σύγχρονου, ενιαίου και συμπεριληπτικού εκπαιδευτικού πλαισίου, το οποίο θα διασφαλίζει ότι κανένα παιδί δεν αποκλείεται από το γενικό εκπαιδευτικό σύστημα λόγω αναπηρίας ή άλλων χαρακτηριστικών. Ένα τέτοιο πλαίσιο οφείλει να κατοχυρώνει την ισότιμη πρόσβαση, την ουσιαστική συμμετοχή, την παροχή εύλογων προσαρμογών και εξατομικευμένης υποστήριξης, καθώς και την πλήρη απόλαυση του δικαιώματος όλων των παιδιών σε ποιοτική και συμπεριληπτική εκπαίδευση, χωρίς διακρίσεις, σε ισότιμη βάση με τους υπόλοιπους μαθητές." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","Simoni Symeonidou","Οι προτεινόμενες αλλαγές στον Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο 113(Ι)/1999 και στους Κανονισμούς του δεν αποτελούν βήμα εκσυγχρονισμού, αλλά οπισθοδρόμηση. Η συγκεκριμένη νομοθεσία αποτελεί σχεδόν αντιγραφή του 1981 Education Act της Αγγλίας, η οποία είχε ήδη κατακριθεί στη βιβλιογραφία πριν την ψήφιση του 113(Ι)/1999. Στο μεταξύ, η Κυπριακή Δημοκρατία όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψαν και κύρωσαν τη Σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών – OHE (UN, 2006). Στη Σύμβαση, αλλά και στο Γενικό Σχόλιο Αρ. 4 (UN CRPD, 2016) που ακολούθησε, επεξηγείται η έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης και τα χαρακτηριστικά των συστημάτων ενιαίας εκπαίδευσης. Μια σειρά κειμένων του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν δημοσιευθεί από τότε μέχρι σήμερα εξηγούν με σαφήνεια την έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης και την ανάγκη για μετάβαση από τα διαχωριστικά συστήματα εκπαίδευσης σε συστήματα ενιαίας εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τις καταληκτικές παρατηρήσεις της Ειδικής Επιτροπής του ΟΗΕ (2017) προς την Κυπριακή Δημοκρατία: «Η Επιτροπή εκφράζει βαθιά ανησυχία για την απουσία ενός σαφούς και εφαρμοζόμενου πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης στα γενικά σχολεία εκπαίδευσης, όπως αυτό προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία. Εκφράζει επίσης ανησυχία για το γεγονός ότι η διαχωριστική εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι εδραιωμένη στο εκπαιδευτικό σύστημα, κάτι που συχνά αντικατοπτρίζεται και στις στάσεις των εκπαιδευτικών και άλλων συναφών επαγγελματιών». (μετάφραση δική μου) Σε αυτή τη χρονική στιγμή, η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν μια νομοθεσία που να καθορίζει το πλαίσιο στήριξης όλων των παιδιών στο γενικό σχολείο, με σαφείς περιγραφές των υποστηρικτικών δομών και του ρόλου όλων των εμπλεκόμενων στην εκπαίδευση ώστε να επωφελούνται όλα τα παιδιά. Η διατήρηση της φιλοσοφίας της υφιστάμενης νομοθεσίας, η οποία διατηρεί δύο παράλληλα συστήματα (γενική και ειδική εκπαίδευση) και βασίζεται στην αξιολόγηση των παιδιών με αναπηρία κυρίως για να αποφασιστεί ο χρόνος ειδικής εκπαίδευσης που θα λάβουν και το πλαίσιο στο οποίο θα φοιτήσουν (ειδικό ή γενικό) αποτελεί από μόνο του πρόβλημα. Παρακάτω παρουσιάζονται συνοπτικά μερικές παρατηρήσεις για τις τροποποιήσεις που προτείνει το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ): • Η προτεινόμενη τροποποίηση του όρου «παιδί με ειδικές ανάγκες» σε «παιδί με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» δεν αποτελεί θετική εξέλιξη. Ο όρος αυτός έχει υιοθετηθεί στην Αγγλία και ήδη έχει κατακριθεί στη βιβλιογραφία (Rix. 2023). Επίσης, ο ορισμός που προτείνεται για τον όρο αυτό είναι σχεδόν ο ίδιος με τον ορισμό που ήδη υπάρχει στην υφιστάμενη νομοθεσία για το «παιδί με ειδικές ανάγκες». Ο ορισμός είναι προβληματικός αφού τοποθετεί το «πρόβλημα» στο παιδί, αντί στο εκπαιδευτικό σύστημα. • Η προτεινόμενη τροποποίηση τα παιδιά να επαναξιολογούνται μετά το τέλος της πρώτης τάξης θα οδηγήσει στον διαχωρισμό των παιδιών με την αιτιολόγηση ότι «δεν τα κατάφερε το παιδί να ανταπεξέλθει στη γενική τάξη». Αυτό τεκμηριώνεται και σε εκθέσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού (δες Symeonidou & Mavrou, 2020). • Οι προτεινόμενες μετονομασίες των διαχωριστικών δομών δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα τους. Στη βιβλιογραφία ήδη γίνεται αναφορά για τον τρόπο με τον οποίο διαχωριστικές δομές και συστήματα παρουσιάζονται ως συστήματα ενιαίας εκπαίδευσης, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι (Slee, 2011). Για παράδειγμα, η μετονομασία των «ειδικών μονάδων» σε «προγράμματα ενισχυμένης στήριξης» δεν διασφαλίζει ότι το παιδί θα φοιτά τουλάχιστον κατά το 80% του μαθησιακού χρόνου στη γενική τάξη και μόνο κατά το 20% εκτός τάξης, σύμφωνα με τον ορισμό του πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης του European Agency for Special Needs and Inclusive Education (2022). Δεν διασφαλίζει επίσης την ποιότητα της μάθησης για πρόσβαση στο αναλυτικό πρόγραμμα ή την ποιότητα της στήριξης που θα παρέχεται. • Η προτεινόμενη αλλαγή του ρόλου των «ειδικών σχολείων» σε «υποστηρικτικές δομές» είναι επιφανειακή και δεν διασφαλίζει ότι τα ειδικά σχολεία θα παρέχουν την απαιτούμενη στήριξη στα γενικά σχολεία για αποτελεσματικότερη στήριξη όλων των παιδιών. Αν το σύστημα αξιολόγησης και τοποθέτησης παιδιών σε ειδικά-διαχωριστικά πλαίσια παραμείνει ως έχει, τα ειδικά σχολεία δεν θα έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν υποστήριξη στα γενικά σχολεία. Η μετεξέλιξη των ειδικών σχολείων σε υποστηρικτικές δομές απαιτεί σχέδιο δράσης που θα έχει διάρκεια, όπως και αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των ειδικών σχολείων και στα καθήκοντα των ειδικών εκπαιδευτικών, παράμετροι που δεν λαμβάνονται υπόψη στις προτεινόμενες τροποποιήσεις. • Η προτεινόμενη τροποποίηση στη διαδικασία παραπομπής παιδιού για αξιολόγηση απαιτεί βεβαιώσεις από συγκεκριμένους επαγγελματίες, οι οποίες στην υφιστάμενη νομοθεσία δεν απαιτούνταν. Αυτό δυσκολεύει τη διαδικασία αξιολόγησης και την κάνει προνόμιο μόνο για τα παιδιά των οποίων οι γονείς γνωρίζουν πώς να προσπελάσουν τα απαραίτητα εμπόδια. Επίσης, οι επιλογή των επαγγελματιών από τους οποίους χρειάζεται βεβαίωση δείχνει και τον προσανατολισμό των τεχνοκρατών για το ποια παιδιά θεωρούν ότι δικαιούνται να λαμβάνουν στήριξη μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. • Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν στη λειτουργία των Επαρχιακών Επιτροπών, δηλαδή το συρρικνωμένο χρονικό διάστημα που μπορούν να δέχονται αιτήματα αξιολόγησης και η δυνατότητά τους να καταλήγουν σε «τελεσίδικη» απόφαση για το πλαίσιο φοίτησης του παιδιού, ενδυναμώνουν τον ρόλο τους στην προώθηση του διαχωρισμού. • Οι προτεινόμενες αλλαγές για τον ρόλο των γονέων στη διαδικασία αξιολόγησης αποδυναμώνουν τους γονείς, αφού τους δίνεται το δικαίωμα ένστασης για μια φορά. Επίσης, η προτεινόμενη τροποποίηση για αυτεπάγγελτη αξιολόγηση παιδιού με αναπηρία όταν αυτό κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον του, αποτελεί διάκριση λόγω αναπηρίας. Αν οι γονείς κριθούν ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα γονικά τους καθήκοντα με βάση τη νομοθεσία που ισχύει για όλα τα παιδιά, τότε και μόνο τότε, θα μπορούν οι αρχές να αποφασίσουν για τη στήριξη του στην εκπαίδευση και σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής. • Η φωνή του παιδιού δεν λαμβάνεται υπόψη. Το παιδί συμμετέχει στη διαδικασία αξιολόγησης ως αξιολογούμενο με τους παραδοσιακούς ιατροκεντρικούς τρόπους. Οι εμπειρίες του, οι απόψεις του και οι επιθυμίες του για τον τρόπο μάθησής του δεν φαίνεται να αποτελούν σημαντική παράμετρο στη φιλοσοφία της νομοθεσίας. • Η πρόταση για συμμετοχή της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥ.Σ.Ο.Α.) στις Επαρχιακές Επιτροπές οι οποίες λαμβάνουν αποφάσεις για διαχωρισμό των παιδιών σε ειδικά πλαίσια είναι ασύμβατη με τον ρόλο της ΚΥ.Σ.Ο.Α. Ο ρόλος της ΚΥ.Σ.Ο.Α. είναι να προωθεί την ένταξη και όχι τον διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρία. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν μετάβαση προς ένα σύστημα ενιαίας εκπαίδευσης, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Αντίθετα, διατηρούν τη λογική ενός διττού εκπαιδευτικού συστήματος, στο οποίο η παροχή στήριξης εξακολουθεί να συνδέεται με την κατηγοριοποίηση και τον διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρία. Αντί της διατήρησης ενός συστήματος που βασίζεται στην κατηγοριοποίηση και τον διαχωρισμό των παιδιών, απαιτείται η διαμόρφωση ενός νέου νομοθετικού πλαισίου που να στηρίζεται στις αρχές της ενιαίας εκπαίδευσης, όπως αυτές απορρέουν από το Άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα πρέπει να προβλέπει καθολικές δομές υποστήριξης για όλα τα σχολεία, σαφείς μηχανισμούς συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και αποτελεσματικούς μηχανισμούς διακυβέρνησης και λογοδοσίας, ώστε κάθε παιδί να έχει ουσιαστική πρόσβαση, συμμετοχή και μάθηση στο γενικό σχολείο. Αναφορές European Agency for Special Needs and Inclusive Education (2022). European Agency Statistics on Inclusive Education (EASIE): Guide to the EASIE data tables and country background information. (A. Lenárt, R. Mepsted and A. Lecheval, eds.). Odense, Denmark. Rix, J. (2023). Labels of Convenience/Labels of Opportunity. In E. J. Done & H. Knowler (eds.). International Perspectives on Exclusionary Pressures in Education. How Inclusion becomes Exclusion, 125-142. Plagrave Macmillan. Slee, R. (2011). The irregular school: Exclusion, schooling and inclusive education. Routledge. Symeonidou. S., & Mavrou, K. (2020). Problematising disabling discourses on the assessment and placement of learners with disabilities: can interdependence inform an alternative narrative for inclusion? European Journal of Special Needs Education, 35(1), 70-84. https://10.1080/08856257.2019.1607661 Symeonidou, S. (2025). Exclusionary pressures undermining the move towards inclusive education in Cyprus: The power of ableism. In E. Done (Ed.), Challenging Exclusionary Pressures in Education. How Inclusion Becomes Exclusion, 71-89 Cham: Palgrave Macmillan. https://link.springer.com/chapter/10.1007/978-3-032-07769-1_4 United Nations. (2006). Convention on the Rights of Persons with Disabilities. Author. United Nations Committee on the Rights of Persons with Disabilities. (2016). General Comment No. 4 (2016) on the right to inclusive education (Article 24). CRPD/C/GC/4. Author. United Nations Committee on the Rights of Persons with Disabilities. (2017). Concluding observations on the initial report of Cyprus. CRPD/C/CYP/CO/1. Author." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",louishad,"Η θέση ότι η Ενιαία Εκπαίδευση πρέπει να συνοδεύεται από επαρκές προσωπικό, κατάλληλη επιμόρφωση, εξατομικευμένη υποστήριξη, υποδομές και οικονομικούς πόρους είναι απολύτως ορθή και πρέπει να αποτελέσει βασικό στοιχείο της διαβούλευσης. Ωστόσο, οι σημερινές ελλείψεις δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως λόγος αναστολής ή απόρριψης μιας συμπεριληπτικής νομοθετικής μεταρρύθμισης. Αντίθετα, αναδεικνύουν ακριβώς την ανάγκη για ένα νέο, πιο σαφές και δεσμευτικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα υποχρεώνει την Πολιτεία να δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για ουσιαστική και όχι τυπική συμπερίληψη. Η Ενιαία Εκπαίδευση δεν μπορεί να περιοριστεί στην απλή φυσική παρουσία ενός παιδιού με αναπηρία στη γενική τάξη. Αυτό θα ήταν ένταξη χωρίς ουσιαστική συμμετοχή. Η πραγματική συμπερίληψη προϋποθέτει διαφοροποιημένη διδασκαλία, εξατομικευμένο εκπαιδευτικό σχεδιασμό, υποστηρικτικές υπηρεσίες, συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και ειδικών, προσβάσιμο σχολικό περιβάλλον και συνεχή αξιολόγηση της προόδου κάθε παιδιού. Ακριβώς γι’ αυτό, η νομοθεσία πρέπει να λειτουργήσει ως εργαλείο αλλαγής και όχι ως απλή διακήρυξη αρχών. Δεν είναι αρκετό να αναφέρεται γενικά το δικαίωμα στη συμπερίληψη. Πρέπει να προβλέπονται συγκεκριμένες υποχρεώσεις, σαφείς διαδικασίες, μηχανισμοί παρακολούθησης, χρονοδιαγράμματα εφαρμογής και κατανομή πόρων. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η συμπερίληψη να παραμείνει θεωρητικός στόχος και να μετατραπεί σε μια τυπική διαδικασία χωρίς πραγματικό όφελος για το παιδί. Παράλληλα, πρέπει να γίνει σαφές ότι η ύπαρξη δυσκολιών στην εφαρμογή δεν δικαιολογεί τη διατήρηση ενός συστήματος που έχει ήδη αποδείξει τις αδυναμίες του. Αν αναμένουμε πρώτα να λυθούν όλα τα πρακτικά προβλήματα και μετά να προχωρήσει η νομοθεσία, τότε στην πράξη αναβάλλεται επ’ αόριστον η μετάβαση σε ένα πιο δίκαιο και συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό πλαίσιο. Η ορθή προσέγγιση είναι η ψήφιση μιας συμπεριληπτικής νομοθεσίας με ρεαλιστικό και σταδιακό σχέδιο εφαρμογής. Αυτό σημαίνει ότι το νομοσχέδιο πρέπει να προβλέπει μεταβατικές περιόδους, πιλοτική εφαρμογή όπου χρειάζεται, ενίσχυση των σχολικών μονάδων, συνεχή επιμόρφωση, αξιολόγηση των αναγκών κάθε σχολείου και διασφάλιση των απαραίτητων ανθρώπινων και οικονομικών πόρων. Συνεπώς, συμφωνούμε ότι η επιτυχία της Ενιαίας Εκπαίδευσης δεν θα κριθεί μόνο από την ψήφιση του νομοσχεδίου. Θα κριθεί από την εφαρμογή του στην καθημερινότητα των σχολείων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προχωρήσει η νομοθεσία. Σημαίνει ότι η νομοθεσία πρέπει να είναι ουσιαστική, εφαρμόσιμη, δεσμευτική και να συνοδεύεται από συγκεκριμένο επιχειρησιακό σχεδιασμό. Η συμπερίληψη δεν μπορεί να περιμένει την ύπαρξη ιδανικών συνθηκών. Η ίδια η νομοθεσία πρέπει να αποτελέσει το πλαίσιο μέσα από το οποίο θα δημιουργηθούν αυτές οι συνθήκες. Μόνο έτσι η Ενιαία Εκπαίδευση θα πάψει να είναι απλώς ένας διακηρυγμένος στόχος και θα μετατραπεί σε πραγματικό δικαίωμα για κάθε παιδί." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",Kate,"Εισήγηση για τη στελέχωση και την εύρυθμη λειτουργία των Ειδικών Σχολείων Η παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης στα παιδιά με αναπηρία προϋποθέτει την ύπαρξη κατάλληλων συνθηκών μάθησης, επαρκούς στελέχωσης και εξατομικευμένης υποστήριξης. Σήμερα, πολλά Ειδικά Σχολεία λειτουργούν με υπερπλήρεις τάξεις και ανεπαρκές εξειδικευμένο προσωπικό, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τόσο την ασφάλεια όσο και την εκπαιδευτική πρόοδο των μαθητών. 1. Μέγιστος αριθμός μαθητών ανά τάξη Εισηγούμαστε όπως θεσμοθετηθεί ανώτατος αριθμός πέντε (5) μαθητών ανά τάξη στα Ειδικά Σχολεία. Ωστόσο, ο αριθμός αυτός δεν θα πρέπει να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο. Η σύνθεση κάθε τάξης πρέπει να καθορίζεται ύστερα από αξιολόγηση των αναγκών των μαθητών. Παιδιά με αυξημένες ανάγκες υποστήριξης, σοβαρές ή πολλαπλές αναπηρίες, έντονες αισθητηριακές δυσκολίες ή σύνθετες συμπεριφορικές ανάγκες δεν μπορούν να εκπαιδεύονται αποτελεσματικά σε πολυπληθή τμήματα. Για τον λόγο αυτό, η στελέχωση και η σύνθεση των τάξεων πρέπει να βασίζονται στις πραγματικές ανάγκες των μαθητών και όχι αποκλειστικά σε αριθμητικά κριτήρια. 2. Επαρκής στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό Κάθε τάξη πρέπει να διαθέτει τον απαραίτητο αριθμό ειδικών εκπαιδευτικών και υποστηρικτικού προσωπικού, ανάλογα με τις ανάγκες των μαθητών που φοιτούν σε αυτή. Η έλλειψη προσωπικού δυσχεραίνει την εφαρμογή εξατομικευμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων, αυξάνει τον κίνδυνο ατυχημάτων και περιορίζει τις δυνατότητες των παιδιών να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους. 3. Θεσμοθέτηση ελάχιστης αναλογίας προσωπικού - μαθητών Προτείνεται να καθοριστεί με σαφήνεια η ελάχιστη αναλογία ειδικών εκπαιδευτικών, σχολικών συνοδών και λοιπού επιστημονικού προσωπικού ανά αριθμό μαθητών και ανά επίπεδο αναγκών υποστήριξης. Οι ανάγκες ενός παιδιού με βαριά ή πολλαπλή αναπηρία διαφέρουν σημαντικά από εκείνες ενός άλλου παιδιού και αυτό πρέπει να αντικατοπτρίζεται στον σχεδιασμό της στελέχωσης. 4. Υποχρεωτική κατάρτιση των σχολικών συνοδών Οι σχολικοί συνοδοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εκπαιδευτικής ομάδας. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να διαθέτουν τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες. Εισηγούμαστε όπως: - καθοριστούν ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα για τον διορισμό σχολικών συνοδών, - εφαρμοστεί υποχρεωτική εκπαίδευση πριν από την ανάληψη καθηκόντων, - παρέχεται συνεχής επιμόρφωση σε θέματα αναπηρίας, αυτισμού, εναλλακτικής επικοινωνίας, διαχείρισης συμπεριφοράς, πρώτων βοηθειών και ασφαλούς υποστήριξης των μαθητών. Η υποστήριξη παιδιών με αναπηρία απαιτεί εξειδίκευση, επαγγελματισμό και συνεχή επιμόρφωση. Δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην καλή θέληση ή στην απουσία σχετικής κατάρτισης. 5. Ασφάλεια και ποιότητα στην εκπαίδευση Η επένδυση σε μικρότερες τάξεις και επαρκώς καταρτισμένο προσωπικό δεν αποτελεί πρόσθετη παροχή, αλλά θεμελιώδη προϋπόθεση για την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών με αναπηρία. Κάθε παιδί δικαιούται να φοιτά σε ένα σχολικό περιβάλλον που του παρέχει ασφάλεια, εξατομικευμένη εκπαίδευση, ουσιαστική υποστήριξη και ίσες ευκαιρίες ανάπτυξης. Η Πολιτεία οφείλει να θεσπίσει τις απαραίτητες εγγυήσεις, ώστε τα Ειδικά Σχολεία να μπορούν να ανταποκρίνονται με επάρκεια στην αποστολή τους." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",Kate,"Εισήγηση για το Νομοσχέδιο της Ενιαίας Εκπαίδευσης. 1. Αναγνώριση της αποφοίτησης από τα Ειδικά Σχολεία Ζητούμε όπως οι μαθητές που ολοκληρώνουν επιτυχώς τη φοίτησή τους σε Ειδικό Σχολείο λαμβάνουν επίσημο και κρατικά αναγνωρισμένο Απολυτήριο και όχι απλώς δίπλωμα παρακολούθησης. Η αποφοίτηση πρέπει να αποτελεί έγκυρη πιστοποίηση της εκπαιδευτικής τους πορείας, αναγνωρίζοντας την προσπάθεια, τις δεξιότητες και τα μαθησιακά επιτεύγματά τους, σύμφωνα με τις δυνατότητες και τους εξατομικευμένους εκπαιδευτικούς τους στόχους. Η συγκεκριμένη πρόνοια συνάδει με τις αρχές της ισότητας, της μη διάκρισης και του δικαιώματος όλων των παιδιών στην εκπαίδευση και στην ίση μεταχείριση. 2. Μετάβαση μετά την ηλικία των 22 ετών Μετά την ολοκλήρωση της φοίτησης στα 22 έτη, πολλοί νέοι με αναπηρία παραμένουν χωρίς οργανωμένες επιλογές εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κοινωνικής ένταξης. Για τον λόγο αυτό εισηγούμαστε: - τη δημιουργία προγραμμάτων μετάβασης από το σχολείο στην εργασία, - τη λειτουργία Κέντρων Ημερήσιας Δημιουργικής Απασχόλησης και Δια Βίου Μάθησης, - την ανάπτυξη προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης προσαρμοσμένων στις δυνατότητες κάθε ατόμου, - τη δημιουργία θέσεων υποστηριζόμενης εργασίας και μερικής (part-time) απασχόλησης στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, - την παροχή επαγγελμακής καθοδήγησης και συνοδείας στον χώρο εργασίας όπου απαιτείται, - την παροχή κινήτρων σε εργοδότες για την πρόσληψη ατόμων με αναπηρία, - τη στενή συνεργασία των αρμόδιων υπουργείων, των τοπικών αρχών και των οργανώσεων ατόμων με αναπηρία για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου υποστήριξης μετά την αποφοίτηση. Η εκπαίδευση δεν πρέπει να ολοκληρώνεται χωρίς προοπτική για το μέλλον. Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει ότι κάθε νέος και νέα με αναπηρία θα έχει πραγματικές ευκαιρίες για αξιοπρεπή διαβίωση, κοινωνική συμμετοχή, δημιουργική απασχόληση και, όπου είναι δυνατόν, ένταξη στην αγορά εργασίας. Η θέσπιση των πιο πάνω ρυθμίσεων θα αποτελέσει ουσιαστικό βήμα προς μια πραγματικά συμπεριληπτική κοινωνία, που αναγνωρίζει έμπρακτα τα δικαιώματα και την αξία όλων των πολιτών." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",Kate,"Θέση αρχής για την Ενιαία Εκπαίδευση Αρχικά θα ήθελα να καταστήσει σαφές ότι στηρίζουμε την Ενιαία Εκπαίδευση ως θεμελιώδες δικαίωμα όλων των παιδιών και ως στόχο μιας σύγχρονης, συμπεριληπτικής κοινωνίας. Ωστόσο, η Ενιαία Εκπαίδευση δεν μπορεί να αποτελεί μόνο μια νομοθετική πρόβλεψη ή έναν θεωρητικό στόχο. Για να είναι πραγματικά ωφέλιμη για τα παιδιά με αναπηρία, πρέπει να συνοδεύεται από τις απαραίτητες προϋποθέσεις: επαρκές και εξειδικευμένο προσωπικό, μικρό αριθμό μαθητών στις τάξεις, κατάλληλη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και των συνοδών, εξατομικευμένη υποστήριξη, σύγχρονες υποδομές και τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους. Όταν οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχουν, η ένταξη κινδυνεύει να παραμείνει τυπική και όχι ουσιαστική. Αυτό μπορεί να οδηγήσει τα παιδιά με αναπηρία σε αποκλεισμό μέσα στο ίδιο το σχολικό περιβάλλον, αντί να ενισχύει τη συμμετοχή και την πρόοδό τους. Στόχος μας παραμένει η ουσιαστική εφαρμογή της Ενιαίας Εκπαίδευσης, με τρόπο που να διασφαλίζει ότι κάθε παιδί λαμβάνει την υποστήριξη που χρειάζεται, αναπτύσσει τις δυνατότητές του και συμμετέχει ισότιμα στη σχολική και κοινωνική ζωή. Η επιτυχία της Ενιαίας Εκπαίδευσης δεν θα κριθεί από την ψήφιση ενός νομοσχεδίου, αλλά από την πραγματική εφαρμογή του στην καθημερινότητα των σχολείων. Η Πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις, ώστε η συμπερίληψη να αποτελεί πραγματικότητα και όχι μόνο διακηρυγμένο στόχο." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",NassoA,"Υποβάλλω τις πιο κάτω εισηγήσεις υπό την ιδιότητά μου ως εκπαιδευτικός της δημοτικής εκπαίδευσης και ως γονέας παιδιού με νευροαναπτυξιακή διαταραχή. Η διττή αυτή εμπειρία μου επιτρέπει να προσεγγίζω το θέμα τόσο από την οπτική της σχολικής πράξης όσο και από την οπτική της οικογένειας που βιώνει καθημερινά τις προκλήσεις του συστήματος ειδικής εκπαίδευσης. Χαιρετίζω την προσπάθεια εκσυγχρονισμού του νομοθετικού πλαισίου και την πρόθεση ενίσχυσης της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, θεωρώ ότι η επιτυχία της μεταρρύθμισης θα εξαρτηθεί από την ουσιαστική εφαρμογή της και όχι μόνο από την αλλαγή ορολογίας ή διαδικασιών. 1. Στελέχωση των σχολικών μονάδων με διεπιστημονικές ομάδες στήριξης (Άρθρο 7, Άρθρο 13) Το νομοσχέδιο προωθεί τη συμπεριληπτική εκπαίδευση και τη λειτουργία προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης. Ωστόσο, δεν συνοδεύεται από σαφή πρόβλεψη για τη στελέχωση των σχολείων με το απαραίτητο εξειδικευμένο προσωπικό. Η συμπερίληψη δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στον εκπαιδευτικό της τάξης ή στον ειδικό εκπαιδευτικό. Τα παιδιά με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων παιδιών με ΔΕΠΥ, διαταραχές αυτιστικού φάσματος, μαθησιακές δυσκολίες και κοινωνικοσυναισθηματικές δυσκολίες, χρειάζονται έγκαιρη και συστηματική υποστήριξη από εξειδικευμένους επαγγελματίες. Εισήγηση: Να προβλεφθεί σταδιακή στελέχωση όλων των σχολικών μονάδων με διεπιστημονικές ομάδες που να περιλαμβάνουν: * εκπαιδευτικούς ψυχολόγους, * εργοθεραπευτές, * λογοθεραπευτές, * κοινωνικούς λειτουργούς, * ειδικούς εκπαιδευτικούς, * συμβούλους συμπεριφοράς. Η παρουσία των επαγγελματιών αυτών πρέπει να αποτελεί οργανικό μέρος της σχολικής ζωής και όχι υπηρεσία που παρέχεται αποσπασματικά ή μετά από χρονοβόρες διαδικασίες παραπομπής. 2. Δημιουργία κατάλληλων υποδομών και χώρων παρέμβασης σε κάθε σχολείο (Άρθρο 2, Κανονισμός 41) Η παροχή ενισχυμένης στήριξης προϋποθέτει κατάλληλους χώρους διδασκαλίας και θεραπευτικής παρέμβασης. Στην πράξη, πολλά σχολεία αδυνατούν να προσφέρουν ποιοτικές υπηρεσίες λόγω έλλειψης χώρων, με αποτέλεσμα οι παρεμβάσεις να πραγματοποιούνται σε ακατάλληλες συνθήκες, όπως διαδρόμους, γραφεία ή προσωρινούς χώρους. Η πραγματική συμπερίληψη απαιτεί υποδομές που να διασφαλίζουν την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης. Εισήγηση: Να προβλεφθεί: * δημιουργία κατάλληλων αιθουσών ενισχυμένης στήριξης σε κάθε σχολική μονάδα, * εξοπλισμός των χώρων με κατάλληλο εκπαιδευτικό και θεραπευτικό υλικό, * πρόνοιες προσβασιμότητας για όλα τα παιδιά, * δημιουργία χώρων αισθητηριακής αποφόρτισης και συναισθηματικής ρύθμισης όπου απαιτείται. Η ύπαρξη κατάλληλων υποδομών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχή εφαρμογή των προτεινόμενων αλλαγών. 3. Υποχρεωτική αντιστοίχιση των νέων υποχρεώσεων με ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους (Οριζόντια εισήγηση για όλο το νομοσχέδιο) Η εισαγωγή νέων διαδικασιών, χρονοδιαγραμμάτων και δικαιωμάτων αποτελεί θετική εξέλιξη. Ωστόσο, κάθε νέα υποχρέωση πρέπει να συνοδεύεται από τους αναγκαίους πόρους για την εφαρμογή της. Στην εκπαιδευτική πράξη παρατηρείται συχνά το φαινόμενο της ψήφισης προοδευτικών νομοθεσιών χωρίς την αντίστοιχη στελέχωση και χρηματοδότηση, γεγονός που οδηγεί σε απογοήτευση μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών. Εισήγηση: Να προστεθεί ρητή πρόνοια ότι: «Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου συνοδεύεται από τον αναγκαίο προγραμματισμό ανθρώπινων, οικονομικών και υλικοτεχνικών πόρων, ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων.» Η επιτυχία της μεταρρύθμισης δεν θα κριθεί από την αλλαγή ορολογίας ή τη θέσπιση νέων διαδικασιών, αλλά από τη δυνατότητα των σχολείων να εφαρμόσουν τις αλλαγές στην πράξη. 4. Διασφάλιση ουσιαστικής και όχι συμβολικής συμπερίληψης (Άρθρα 2 και 3) Η αντικατάσταση του όρου «ειδική μονάδα» από τον όρο «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» αποτελεί μια σημαντική συμβολική και παιδαγωγική μεταρρύθμιση. Ωστόσο, η αλλαγή ορολογίας από μόνη της δεν διασφαλίζει την πραγματική συμπερίληψη. Η ουσιαστική συμπερίληψη προϋποθέτει: * επαρκή στελέχωση, * συνεχή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, * συνεργασία μεταξύ όλων των εμπλεκομένων επαγγελματιών, * επαρκείς υποδομές, * στήριξη των εκπαιδευτικών της γενικής τάξης. Εισήγηση: Να αναγνωριστεί ρητά ότι η εφαρμογή της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης αξιολογείται όχι μόνο με βάση διοικητικούς δείκτες, αλλά και με βάση: * τη συμμετοχή των παιδιών στη σχολική ζωή, * το αίσθημα του ανήκειν, * την κοινωνική ένταξη, * τη συναισθηματική ευημερία, * τη μείωση του αποκλεισμού και του σχολικού εκφοβισμού. 5. Υποχρεωτική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων σε θέματα νευροαναπτυξιακών διαταραχών και συμπεριληπτικής εκπαίδευσης (απουσιάζει από το νομοσχέδιο-νέα πρόνοια) Η επιτυχία της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης δεν εξαρτάται μόνο από τις νομοθετικές ρυθμίσεις ή τη στελέχωση των σχολείων, αλλά και από τη γνώση και την επαγγελματική επάρκεια των εκπαιδευτικών που καλούνται να τις εφαρμόσουν. Ιδιαίτερα στη Μέση Εκπαίδευση, όπου οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διαχειριστούν μεγάλο αριθμό μαθητών και αυξημένες ακαδημαϊκές απαιτήσεις, παρατηρείται συχνά περιορισμένη επιμόρφωση σε θέματα νευροαναπτυξιακών διαταραχών, όπως η ΔΕΠΥ, οι διαταραχές αυτιστικού φάσματος και οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες. Ως αποτέλεσμα, συμπεριφορές ή δυσκολίες που αποτελούν εκδηλώσεις τεκμηριωμένων νευροαναπτυξιακών διαταραχών ενδέχεται να ερμηνεύονται εσφαλμένα ως έλλειψη προσπάθειας, απειθαρχία, ανεπαρκής διαπαιδαγώγηση ή υπερπροστατευτική στάση των γονέων. Τέτοιες αντιλήψεις, έστω και ακούσιες, μπορούν να οδηγήσουν σε περαιτέρω σχολικό αποκλεισμό, μείωση της αυτοεκτίμησης και επιδείνωση των δυσκολιών των παιδιών. Η σύγχρονη επιστημονική γνώση αναγνωρίζει ότι η ΔΕΠΥ και οι λοιπές νευροαναπτυξιακές διαταραχές αποτελούν υπαρκτές νευροβιολογικές καταστάσεις και όχι αποτέλεσμα ελλιπούς οριοθέτησης ή γονεϊκών χειρισμών. Εισήγηση: Να θεσμοθετηθεί υποχρεωτική και επαναλαμβανόμενη επιμόρφωση όλων των εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα της Μέσης Εκπαίδευσης, σε θέματα: * ΔΕΠΥ, * διαταραχών αυτιστικού φάσματος, * ειδικών μαθησιακών δυσκολιών, * διαφοροποιημένης διδασκαλίας, * διαχείρισης συμπεριφοράς, * κοινωνικοσυναισθηματικής ανάπτυξης των μαθητών. Η συμπεριληπτική εκπαίδευση δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην προσωπική ευαισθησία ή το ατομικό ενδιαφέρον κάθε εκπαιδευτικού. Η γνώση και η επιστημονική κατάρτιση αποτελούν προϋπόθεση για την ισότιμη εκπαίδευση όλων των παιδιών. 6. Συνεχής παρακολούθηση και λογοδοσία για τη διασφάλιση του σεβασμού στη νευροδιαφορετικότητα (απουσιάζει από το νομοσχέδιο-νέα πρόνοια) Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση για την επιτυχή εφαρμογή της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Η αλλαγή στάσεων και πρακτικών απαιτεί συστηματική παρακολούθηση, αναστοχασμό και λογοδοσία. Η αναγνώριση και ο σεβασμός των νευροαναπτυξιακών διαταραχών, όπως η ΔΕΠΥ και οι διαταραχές αυτιστικού φάσματος, δεν μπορεί να επαφίεται αποκλειστικά στην προσωπική ευαισθησία ή στις ατομικές αντιλήψεις κάθε εκπαιδευτικού. Όλα τα παιδιά δικαιούνται να φοιτούν σε ένα σχολικό περιβάλλον που αναγνωρίζει τις ανάγκες τους και ανταποκρίνεται σε αυτές με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο. Εισήγηση: Να θεσπιστούν μηχανισμοί συνεχούς παρακολούθησης και διασφάλισης της εφαρμογής των αρχών της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Ειδικότερα, να εξεταστεί η ενσωμάτωση δεικτών συμπεριληπτικής πρακτικής στα συστήματα αξιολόγησης των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών, όπως: * ο σεβασμός και η αποδοχή της νευροδιαφορετικότητας, * η εφαρμογή διαφοροποιημένης διδασκαλίας, * η συνεργασία με γονείς και διεπιστημονικές ομάδες, * η πρόληψη του αποκλεισμού και της στοχοποίησης μαθητών, * η δημιουργία ασφαλούς και υποστηρικτικού μαθησιακού περιβάλλοντος. Η αξιολόγηση αυτή δεν θα πρέπει να έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά να λειτουργεί ως εργαλείο επαγγελματικής ανάπτυξης, βελτίωσης της εκπαιδευτικής πρακτικής και διασφάλισης των δικαιωμάτων των παιδιών. Καταληκτική τοποθέτηση Ως εκπαιδευτικός της πράξης και ως γονέας, θεωρώ ότι η συμπεριληπτική εκπαίδευση αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα κάθε παιδιού και βασική προϋπόθεση για ένα δίκαιο και ανθρώπινο σχολείο. Δεν αρκεί να τροποποιούμε νόμους για τα μάτια του κόσμου. Οφείλουμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε οι αλλαγές να εφαρμόζονται στην πράξη και να βελτιώνουν ουσιαστικά την καθημερινότητα των παιδιών, των οικογενειών τους και των εκπαιδευτικών. Η συμπεριληπτική εκπαίδευση δεν μπορεί να αποτελεί μόνο νομοθετική επιταγή ή αντικείμενο επιμόρφωσης. Οφείλει να αποτυπώνεται καθημερινά στις στάσεις, στις πρακτικές και στην επαγγελματική ευθύνη όλων των εμπλεκομένων, ώστε κάθε παιδί να βιώνει στην πράξη τον σεβασμό, την αποδοχή και την ισότιμη συμμετοχή στη σχολική ζωή. Η κοινωνία έχει προχωρήσει στην αναγνώριση των νευροαναπτυξιακών διαταραχών. Η εκπαίδευση οφείλει να προχωρήσει με τον ίδιο ρυθμό, ώστε κανένα παιδί να μη βιώνει την αμφισβήτηση των δυσκολιών του ως δεύτερη μορφή αναπηρίας." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","Maria Hadji","Προτάσεις για την αξιοποίηση εξειδικευμένων Φιλολόγων και την οργανική ένταξη της Ειδικής Αγωγής στη Μέση Εκπαίδευση Με αφορμή την έναρξη της δημόσιας διαβούλευσης για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026», καταθέτω προτάσεις με στόχο τον ουσιαστικό εκσυγχρονισμό του συστήματος και την πραγματική μετάβαση προς ένα συμπεριληπτικό μοντέλο στη Μέση Εκπαίδευση. Για την επίτευξη των στόχων του Υ.Π.Α.Ν., κρίνεται απαραίτητη η λήψη μέτρων σε δύο κεντρικούς άξονες: ΑΞΟΝΑΣ 1: Ένταξη Φιλολόγων με Μεταπτυχιακό Ειδικής Αγωγής στους Καταλόγους Ειδικών Εκπαιδευτικών Προτείνεται η άμεση θεσμοθέτηση διακριτού κλάδου ή ειδικής υποκατηγορίας στους πίνακες της Ειδικής Εκπαίδευσης για Φιλολόγους (Μέσης Εκπαίδευσης) που κατέχουν αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο σπουδών στην Ειδική Αγωγή. Η πρόταση αυτή βασίζεται στα εξής αδιάσειστα επιχειρήματα: Γνωστική και Ακαδημαϊκή Επάρκεια: Οι απαιτήσεις των φιλολογικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο και το Λύκειο (ανάλυση σύνθετων κειμένων, παραγωγή γραπτού λόγου, Ιστορία, Αρχαία Ελληνικά) απαιτούν βαθιά γνώση του γνωστικού αντικειμένου. Οι γενικοί κλάδοι ειδικής εκπαίδευσης, εκ των πραγμάτων, αδυνατούν να υποστηρίξουν το υψηλό επίπεδο και τις ακαδημαϊκές απαιτήσεις της Μέσης Εκπαίδευσης. Ο Φιλόλογος Ειδικής Αγωγής κατέχει το αντικείμενο και ξέρει ακριβώς πώς να το διαφοροποιήσει. Στοχευμένη Παρέμβαση στις ΕΕΑ: Οι μαθησιακές δυσκολίες (π.χ. δυσλεξία, γλωσσικές διαταραχές) στη Μέση Εκπαίδευση εκδηλώνονται άμεσα κατά την επεξεργασία του γραπτού και προφορικού λόγου. Οι εξειδικευμένοι φιλόλογοι είναι οι μόνοι κατάλληλοι να εφαρμόσουν διορθωτικές στρατηγικές πάνω στο ίδιο το αναλυτικό πρόγραμμα των θεωρητικών μαθημάτων, εκεί δηλαδή όπου εντοπίζονται τα μεγαλύτερα ελλείμματα των μαθητών. Οικονομική και Διοικητική Αποδοτικότητα: Η αξιοποίηση εκπαιδευτικών με διπλή επάρκεια (γνωστική και ειδική) επιτρέπει στο Υπουργείο την ορθολογικότερη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Αντί να απασχολούνται παράλληλα δύο εκπαιδευτικοί (ένας γενικής και ένας ειδικής), ο Φιλόλογος Ειδικής Αγωγής λειτουργεί ως ενιαία λύση, μειώνοντας τη σπατάλη ωρών και το διοικητικό κόστος στελέχωσης. Διασφάλιση Παιδαγωγικής Συνέχειας: Η μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο αποτελεί σοκ για τους μαθητές με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (ΕΕΑ) λόγω της απότομης αύξησης της ύλης. Η παρουσία εξειδικευμένων φιλολόγων διασφαλίζει ότι οι στρατηγικές μάθησης που απέκτησε το παιδί στην Πρωτοβάθμια θα μεταφραστούν σωστά στις αυξημένες απαιτήσεις της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. ΑΞΟΝΑΣ 2: Οργανική και Δομική Ένταξη της Ειδικής Εκπαίδευσης στη Μέση Εκπαίδευση Για να αφήσουμε πίσω μας το παρωχημένο μοντέλο της απλής «ενσωμάτωσης» και να πετύχουμε την πλήρη «συμπερίληψη» (inclusive education), απαιτούνται οι εξής θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία των σχολείων: Θεσμοθέτηση της Συν-διδασκαλίας (Co-teaching): Καθιέρωση του μοντέλου του δεύτερου καθηγητή (Φιλολόγου Ειδικής Αγωγής) μέσα στη γενική τάξη. Ο ειδικός εκπαιδευτικός δεν πρέπει να απομονώνει τον μαθητή, αλλά να εργάζεται μαζί με τον καθηγητή της γενικής τάξης, εφαρμόζοντας τη διαφοροποιημένη διδασκαλία στην πράξη προς όφελος όλου του τμήματος. Δημιουργία Οργανικών Θέσεων στα Σχολεία: Οι Φιλόλογοι Ειδικής Αγωγής πρέπει να ανήκουν οργανικά στο δυναμικό της κάθε σχολικής μονάδας και όχι να μετακινούνται ως «επισκέπτες» σε πολλαπλά σχολεία. Αυτό διασφαλίζει τη σταθερότητα, τη συνεχή παρακολούθηση των μαθητών και τη στενή συνεργασία με τον σύλλογο διδασκόντων. Ίδρυση «Κέντρων Υποστήριξης Μάθησης»: Αντικατάσταση της παραδοσιακής «αίθουσας ειδικής εκπαίδευσης» με σύγχρονα εργαστήρια μάθησης εντός του σχολείου. Εκεί, οι εξειδικευμένοι φιλόλογοι θα παρέχουν εντατική, βραχυπρόθεσμη υποστήριξη σε μικρές ομάδες μαθητών (π.χ. στρατηγικές μελέτης ή συγγραφή δοκιμίων) πριν οι μαθητές επιστρέψουν στη γενική τάξη. Υποχρεωτική Συν-διαμόρφωση και Διαφοροποίηση Ύλης: Θεσμοθέτηση κοινών ωρών συνεργασίας μεταξύ των καθηγητών γενικής τάξης και των φιλολόγων ειδικής αγωγής για τη συν-διαμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων, των εργασιών και των εξεταστικών δοκιμίων, ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των παιδιών με ΕΕΑ. Ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας το 2026 αποτελεί μια μοναδική ιστορική ευκαιρία. Η επίσημη ένταξη και αξιοποίηση των Φιλολόγων με μεταπτυχιακό Ειδικής Αγωγής στους καταλόγους των ειδικών εκπαιδευτικών θα αναβαθμίσει άμεσα την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης στα Γυμνάσια και τα Λύκεια, διασφαλίζοντας το δικαίωμα κάθε παιδιού για ισότιμη συμμετοχή στη μάθηση. Με εκτίμηση, Μαρία Χατζηχριστοφή" "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","ANDRI ANDREOU","Άρθρο 16 – Προσθήκη εδαφίου (2α) Η πρόνοια ότι ο γονέας «υποχρεούται να συμμορφωθεί» με την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής και ότι η απόφαση αυτή είναι «τελεσίδικη» δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό ως προς τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των γονέων και των παιδιών. Παρότι η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής μπορεί να είναι τελεσίδικη στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που προβλέπει ο νόμος, δεν μπορεί να περιορίζει ή να αναιρεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε πολίτη να προσβάλει διοικητική πράξη ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Για λόγους διαφάνειας και χρηστής διοίκησης, η σχετική ενημέρωση προς τους γονείς θα πρέπει να περιλαμβάνει ρητή αναφορά ότι, παρά την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας, διατηρούν το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία. Εισηγούμαι όπως προστεθεί πρόνοια που να υποχρεώνει την Κεντρική Επιτροπή να ενημερώνει γραπτώς τους γονείς, μαζί με την απόφασή της, για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα και τις σχετικές προθεσμίες άσκησής τους." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","ANDRI ANDREOU","άρθρο 4(1). 'οπως και στον υφιστάμενο Νόμο αλλά και στον τροποποιητικό αναφέρεται ότι ""Η φοίτηση παιδιού με αναπηρία ... σε ειδικό σχολείο ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ, εκτός στην έκταση και για όσο χρόνο η εκπαίδευση σε αυτά αποφασίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου"". Η διατύπωση αυτή έρχεται σε αντίφαση με την πρακτική εφαρμογή του συστήματος, αφού η εξαίρεση μπορεί να επεκτείνεται για ολόκληρη τη σχολική πορεία ενός παιδιού, από την ηλικία των 6 έως και των 21 ετών. Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση καταλήγει να λειτουργεί ως κανόνας και η προβλεπόμενη «απαγόρευση» της φοίτησης σε ειδικό σχολείο καθίσταται ουσιαστικά κενή περιεχομένου. Εάν πραγματικός στόχος του νομοσχεδίου είναι η συμπεριληπτική εκπαίδευση και η φοίτηση των παιδιών στο γενικό σχολείο με τις αναγκαίες υποστηρίξεις και προσαρμογές, τότε θα πρέπει να προβλέπονται σαφή κριτήρια, αυστηρές εγγυήσεις και τακτική επανεξέταση κάθε απόφασης φοίτησης σε ειδικό σχολείο, ώστε να διασφαλίζεται ότι η τοποθέτηση αυτή είναι πράγματι προσωρινή και αποτελεί έσχατο μέτρο. Διαφορετικά, η χρήση του όρου «απαγορεύεται» είναι παραπλανητική, καθώς το νομοσχέδιο επιτρέπει στην πράξη τον μακροχρόνιο ή και συνεχή αποκλεισμό ενός παιδιού από το γενικό σχολείο ΓΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΣΧΕΔΟΝ ΤΗΝ ΕΚΠΣΙΔΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ ΖΩΗ. ΔΕΝ μπορεί ο νόμος να μιλά για απαγόρευση και ταυτόχρονα να επιτρέπει μια εξαίρεση που μπορεί να διαρκέσει 15 χρόνια και πλέον. επειδή έτσι αποφασίζουν οι """"ειδικοί¨¨του Υπουργείου Παιδείας." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","ANDRI ANDREOU","άρθρο 3. το θέμα δεν είναι να αλλάξουν απλά οι λέξεις και αντί ""Ειδική Μονάδα"" να λέγεται ""Πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξη"" αλλά να αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας τους. Δγλαδή να μην είναι τάξεις που να ξεχωρίζουν από τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους. Δηλαδή αν ο σκοπός είναι αυτά τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης να λειτουργούν ως οι ειδικές μονάδες και να έχουν μόνο παιδιά με αναπηρία από όλες τις ηλικίες τότε δεν είναι αυτά που υποσχεθήκατε." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","ANDRI ANDREOU","Στο Άρθρο 2 – Ορισμός «παιδί με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», σημείο (ii) Η διατύπωση του σημείου (ii) προκαλεί προβληματισμό, καθώς φαίνεται να συνδέει την αναπηρία ή τη δυσκολία του παιδιού με τον αποκλεισμό του από τις εκπαιδευτικές διευκολύνσεις που διαθέτει το σχολείο. Ωστόσο, ο σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου και των αρχών της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης δεν είναι να αποκλείονται παιδιά λόγω των δυσκολιών τους, αλλά να προσαρμόζονται οι εκπαιδευτικές διευκολύνσεις, οι υποστηρικτικές υπηρεσίες και τα εύλογα μέτρα στις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε παιδιού. Η αναφορά ότι η δυσκολία του παιδιού «το αποκλείει» ή «το παρεμποδίζει» να χρησιμοποιεί τις υφιστάμενες διευκολύνσεις ενδέχεται να δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο παιδί και όχι στην ανάγκη προσαρμογής του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος. Εισηγούμαι την αναδιατύπωση του σημείου (ii), ώστε να τονίζεται ότι το παιδί δικαιούται τις αναγκαίες και εξατομικευμένες προσαρμογές και υποστηρίξεις για να έχει ισότιμη πρόσβαση και συμμετοχή στην εκπαίδευση, ανεξαρτήτως της φύσης ή της σοβαρότητας των δυσκολιών του." "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","ILIAS IOANNOU","Θέμα: Εισηγήσεις για τον εκσυγχρονισμό και την ουσιαστική συμπερίληψη στην Ειδική Εκπαίδευση Αξιότιμοι κυρίες/κύριοι, Με σκοπό την ενίσχυση της συμπερίληψης και την εξάλειψη του αποκλεισμού των παιδιών με αναπηρίες ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, καταθέτω τις ακόλουθες προτάσεις: 1. Ένταξη σε Ολοήμερα και Θερινά Σχολεία με Παροχή Θεραπειών Προτείνεται όλα τα σχολεία που έχουν μαθητές ειδικής εκπαίδευσης να τους παρέχουν τη δυνατότητα συμμετοχής στο Ολοήμερο και στο Θερινό Σχολείο. Αξιοποίηση χρόνου: Οι επιπλέον ώρες να αξιοποιούνται για τη διεξαγωγή απαραίτητων θεραπειών εντός του σχολείου, όπως Εργοθεραπεία, Φυσιοθεραπεία και Μουσικοθεραπεία. Στήριξη και Έκφραση: Να ενταχθούν προγράμματα ψυχοπαιδαγωγικής παρέμβασης, συμπεριφορικής στήριξης, καθώς και θεραπείες μέσω τέχνης και θεάτρου. Όφελος: Διασφαλίζεται η αναπτυξιακή συνέχεια των παιδιών και αποφορτίζονται οι οικογένειες από το οικονομικό και χρονικό βάρος των εξωτερικών ραντεβού. 2. Αισθητηριακή και Δομική Αναμόρφωση των Αιθουσών Οι σχολικές αίθουσες πρέπει να αναδιαμορφωθούν ώστε να μειώνουν τα αισθητηριακά ερεθίσματα και να παρέχουν ασφάλεια. Διαχωρισμός ζωνών: Δημιουργία ξεχωριστής ζώνης ήσυχης μάθησης, ζώνης ομαδικής εργασίας και σταθερής γωνιάς χαλάρωσης/αποσυμπίεσης. Υποστηρικτικά μέσα: Εξοπλισμός με αισθητηριακά υλικά, χρήση οπτικών προγραμμάτων/χρονικών πλαισίων και καθαρή χρωματική σήμανση για τη μείωση του άγχους των μαθητών. 3. Θεσμοθέτηση του Μοντέλου «Φίλος-Υποστηρικτής» (Peer Buddy) Προτείνεται η εφαρμογή του μοντέλου όπου παιδιά τυπικής ανάπτυξης υποστηρίζουν εθελοντικά τους συμμαθητές τους με ειδικές ανάγκες. Στόχοι: Επίτευξη της κοινωνικής ένταξης στα διαλείμματα, παροχή ακαδημαϊκής υποστήριξης και θετική μοντελοποίηση συμπεριφοράς στην καθημερινότητα. Κοινωνικό όφελος: Καλλιεργείται η ενσυναίσθηση στους μαθητές τυπικής ανάπτυξης και προλαμβάνεται ο σχολικός εκφοβισμός. Συμπέρασμα Τα παιδιά επιζητούν να είναι οργανικό κομμάτι του συνόλου και όχι να αποκλείονται λόγω της διαφορετικοτητας τους. Με την εφαρμογή των πιο πάνω, το σχολείο θα καλλιεργήσει τη σωστή παιδεία και θα πετύχει την πραγματική συμπερίληψη στην πράξη. Με εκτίμηση, Ηλίας Ιωάννου" "Δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» και το σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",Deme2404,"Θα ήταν καλό στο καινούργιο πλαίσιο να ενταχθούν και μαθήματα όπως είναι η θεατρική αγωγή (θεατρικό παιχνίδι), μουσικοκινητική και λοιπά, μαθήματα τα οποία αποδεδειγμένα βοηθούν αποτελεσματικά στη βιωματική μάθηση και ενισχύουν την κοινωνική και προσωπική ανάπτυξη!" "01 - Τίτλος","Simoni Symeonidou","Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στον Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο 113(Ι)/1999 και στους Κανονισμούς του, οι οποίες κατατέθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού και Νεολαίας για διαβούλευση, δεν αποτελούν βήμα εκσυγχρονισμού, αλλά οπισθοδρόμηση. Η συγκεκριμένη νομοθεσία αποτελεί σχεδόν αντιγραφή του 1981 Education Act της Αγγλίας, η οποία είχε ήδη κατακριθεί στη βιβλιογραφία πριν την ψήφιση του 113(Ι)/1999. Στο μεταξύ, η Κυπριακή Δημοκρατία όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψαν και κύρωσαν τη Σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών – OHE (UN, 2006). Στη Σύμβαση, αλλά και στο Γενικό Σχόλιο Αρ. 4 (UN CRPD, 2016) που ακολούθησε, επεξηγείται η έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης και τα χαρακτηριστικά των συστημάτων ενιαίας εκπαίδευσης. Μια σειρά κειμένων του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν δημοσιευθεί από τότε μέχρι σήμερα εξηγούν με σαφήνεια την έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης και την ανάγκη για μετάβαση από τα διαχωριστικά συστήματα εκπαίδευσης σε συστήματα ενιαίας εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τις καταληκτικές παρατηρήσεις της Ειδικής Επιτροπής του ΟΗΕ (2017) προς την Κυπριακή Δημοκρατία: «Η Επιτροπή εκφράζει βαθιά ανησυχία για την απουσία ενός σαφούς και εφαρμοζόμενου πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης στα γενικά σχολεία εκπαίδευσης, όπως αυτό προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία. Εκφράζει επίσης ανησυχία για το γεγονός ότι η διαχωριστική εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι εδραιωμένη στο εκπαιδευτικό σύστημα, κάτι που συχνά αντικατοπτρίζεται και στις στάσεις των εκπαιδευτικών και άλλων συναφών επαγγελματιών». (μετάφραση δική μου) Σε αυτή τη χρονική στιγμή, η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν μια νομοθεσία που να καθορίζει το πλαίσιο στήριξης όλων των παιδιών στο γενικό σχολείο, με σαφείς περιγραφές των υποστηρικτικών δομών και του ρόλου όλων των εμπλεκόμενων στην εκπαίδευση ώστε να επωφελούνται όλα τα παιδιά. Η διατήρηση της φιλοσοφίας της υφιστάμενης νομοθεσίας, η οποία διατηρεί δύο παράλληλα συστήματα (γενική και ειδική εκπαίδευση) και βασίζεται στην αξιολόγηση των παιδιών με αναπηρία κυρίως για να αποφασιστεί ο χρόνος ειδικής εκπαίδευσης που θα λάβουν και το πλαίσιο στο οποίο θα φοιτήσουν (ειδικό ή γενικό) αποτελεί από μόνο του πρόβλημα. Παρακάτω παρουσιάζονται συνοπτικά μερικές παρατηρήσεις για τις τροποποιήσεις που προτείνει το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ): • Η προτεινόμενη τροποποίηση του όρου «παιδί με ειδικές ανάγκες» σε «παιδί με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» δεν αποτελεί θετική εξέλιξη. Ο όρος αυτός έχει υιοθετηθεί στην Αγγλία και ήδη έχει κατακριθεί στη βιβλιογραφία (Rix. 2023). Επίσης, ο ορισμός που προτείνεται για τον όρο αυτό είναι σχεδόν ο ίδιος με τον ορισμό που ήδη υπάρχει στην υφιστάμενη νομοθεσία για το «παιδί με ειδικές ανάγκες». Ο ορισμός είναι προβληματικός αφού τοποθετεί το «πρόβλημα» στο παιδί, αντί στο εκπαιδευτικό σύστημα. • Η προτεινόμενη τροποποίηση τα παιδιά να επαναξιολογούνται μετά το τέλος της πρώτης τάξης θα οδηγήσει στον διαχωρισμό των παιδιών με την αιτιολόγηση ότι «δεν τα κατάφερε το παιδί να ανταπεξέλθει στη γενική τάξη». Αυτό τεκμηριώνεται και σε εκθέσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού (δες Symeonidou & Mavrou, 2020). • Οι προτεινόμενες μετονομασίες των διαχωριστικών δομών δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα τους. Στη βιβλιογραφία ήδη γίνεται αναφορά για τον τρόπο με τον οποίο διαχωριστικές δομές και συστήματα παρουσιάζονται ως συστήματα ενιαίας εκπαίδευσης, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι (Slee, 2011). Για παράδειγμα, η μετονομασία των «ειδικών μονάδων» σε «προγράμματα ενισχυμένης στήριξης» δεν διασφαλίζει ότι το παιδί θα φοιτά τουλάχιστον κατά το 80% του μαθησιακού χρόνου στη γενική τάξη και μόνο κατά το 20% εκτός τάξης, σύμφωνα με τον ορισμό του πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης του European Agency for Special Needs and Inclusive Education (2022). Δεν διασφαλίζει επίσης την ποιότητα της μάθησης για πρόσβαση στο αναλυτικό πρόγραμμα ή την ποιότητα της στήριξης που θα παρέχεται. • Η προτεινόμενη αλλαγή του ρόλου των «ειδικών σχολείων» σε «υποστηρικτικές δομές» είναι επιφανειακή και δεν διασφαλίζει ότι τα ειδικά σχολεία θα παρέχουν την απαιτούμενη στήριξη στα γενικά σχολεία για αποτελεσματικότερη στήριξη όλων των παιδιών. Αν το σύστημα αξιολόγησης και τοποθέτησης παιδιών σε ειδικά-διαχωριστικά πλαίσια παραμείνει ως έχει, τα ειδικά σχολεία δεν θα έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν υποστήριξη στα γενικά σχολεία. Η μετεξέλιξη των ειδικών σχολείων σε υποστηρικτικές δομές απαιτεί σχέδιο δράσης που θα έχει διάρκεια, όπως και αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των ειδικών σχολείων και στα καθήκοντα των ειδικών εκπαιδευτικών, παράμετροι που δεν λαμβάνονται υπόψη στις προτεινόμενες τροποποιήσεις. • Η προτεινόμενη τροποποίηση στη διαδικασία παραπομπής παιδιού για αξιολόγηση απαιτεί βεβαιώσεις από συγκεκριμένους επαγγελματίες, οι οποίες στην υφιστάμενη νομοθεσία δεν απαιτούνταν. Αυτό δυσκολεύει τη διαδικασία αξιολόγησης και την κάνει προνόμιο μόνο για τα παιδιά των οποίων οι γονείς γνωρίζουν πώς να προσπελάσουν τα απαραίτητα εμπόδια. Επίσης, οι επιλογή των επαγγελματιών από τους οποίους χρειάζεται βεβαίωση δείχνει και τον προσανατολισμό των τεχνοκρατών για το ποια παιδιά θεωρούν ότι δικαιούνται να λαμβάνουν στήριξη μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. • Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν στη λειτουργία των Επαρχιακών Επιτροπών, δηλαδή το συρρικνωμένο χρονικό διάστημα που μπορούν να δέχονται αιτήματα αξιολόγησης και η δυνατότητά τους να καταλήγουν σε «τελεσίδικη» απόφαση για το πλαίσιο φοίτησης του παιδιού, ενδυναμώνουν τον ρόλο τους στην προώθηση του διαχωρισμού. • Οι προτεινόμενες αλλαγές για τον ρόλο των γονέων στη διαδικασία αξιολόγησης αποδυναμώνουν τους γονείς, αφού τους δίνεται το δικαίωμα ένστασης για μια φορά. Επίσης, η προτεινόμενη τροποποίηση για αυτεπάγγελτη αξιολόγηση παιδιού με αναπηρία όταν αυτό κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον του, αποτελεί διάκριση λόγω αναπηρίας. Αν οι γονείς κριθούν ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα γονικά τους καθήκοντα με βάση τη νομοθεσία που ισχύει για όλα τα παιδιά, τότε και μόνο τότε, θα μπορούν οι αρχές να αποφασίσουν για τη στήριξη του στην εκπαίδευση και σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής. • Η φωνή του παιδιού δεν λαμβάνεται υπόψη. Το παιδί συμμετέχει στη διαδικασία αξιολόγησης ως αξιολογούμενο με τους παραδοσιακούς ιατροκεντρικούς τρόπους. Οι εμπειρίες του, οι απόψεις του και οι επιθυμίες του για τον τρόπο μάθησής του δεν φαίνεται να αποτελούν σημαντική παράμετρο στη φιλοσοφία της νομοθεσίας. • Η πρόταση για συμμετοχή της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥ.Σ.Ο.Α.) στις Επαρχιακές Επιτροπές οι οποίες λαμβάνουν αποφάσεις για διαχωρισμό των παιδιών σε ειδικά πλαίσια είναι ασύμβατη με τον ρόλο της ΚΥ.Σ.Ο.Α. Ο ρόλος της ΚΥ.Σ.Ο.Α. είναι να προωθεί την ένταξη και όχι τον διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρία. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν μετάβαση προς ένα σύστημα ενιαίας εκπαίδευσης, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Αντίθετα, διατηρούν τη λογική ενός διττού εκπαιδευτικού συστήματος, στο οποίο η παροχή στήριξης εξακολουθεί να συνδέεται με την κατηγοριοποίηση και τον διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρία. Αντί της διατήρησης ενός συστήματος που βασίζεται στην κατηγοριοποίηση και τον διαχωρισμό των παιδιών, απαιτείται η διαμόρφωση ενός νέου νομοθετικού πλαισίου που να στηρίζεται στις αρχές της ενιαίας εκπαίδευσης, όπως αυτές απορρέουν από το Άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα πρέπει να προβλέπει καθολικές δομές υποστήριξης για όλα τα σχολεία, σαφείς μηχανισμούς συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και αποτελεσματικούς μηχανισμούς διακυβέρνησης και λογοδοσίας, ώστε κάθε παιδί να έχει ουσιαστική πρόσβαση, συμμετοχή και μάθηση στο γενικό σχολείο. Αναφορές European Agency for Special Needs and Inclusive Education (2022). European Agency Statistics on Inclusive Education (EASIE): Guide to the EASIE data tables and country background information. (A. Lenárt, R. Mepsted and A. Lecheval, eds.). Odense, Denmark. Rix, J. (2023). Labels of Convenience/Labels of Opportunity. In E. J. Done & H. Knowler (eds.). International Perspectives on Exclusionary Pressures in Education. How Inclusion becomes Exclusion, 125-142. Plagrave Macmillan. Slee, R. (2011). The irregular school: Exclusion, schooling and inclusive education. Routledge. Symeonidou. S., & Mavrou, K. (2020). Problematising disabling discourses on the assessment and placement of learners with disabilities: can interdependence inform an alternative narrative for inclusion? European Journal of Special Needs Education, 35(1), 70-84. https://10.1080/08856257.2019.1607661 Symeonidou, S. (2025). Exclusionary pressures undermining the move towards inclusive education in Cyprus: The power of ableism. In E. Done (Ed.), Challenging Exclusionary Pressures in Education. How Inclusion Becomes Exclusion, 71-89 Cham: Palgrave Macmillan. https://link.springer.com/chapter/10.1007/978-3-032-07769-1_4 United Nations. (2006). Convention on the Rights of Persons with Disabilities. Author. United Nations Committee on the Rights of Persons with Disabilities. (2016). General Comment No. 4 (2016) on the right to inclusive education (Article 24). CRPD/C/GC/4. Author. United Nations Committee on the Rights of Persons with Disabilities. (2017). Concluding observations on the initial report of Cyprus. CRPD/C/CYP/CO/1. Author." "01 - Τίτλος","Simoni Symeonidou","Σχόλια για τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στον Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο 113(Ι)/1999 Σιμώνη Συμεωνίδου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήμα Επιστημών της Αγωγής, Πανεπιστήμιο Κύπρου Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στον Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο 113(Ι)/1999 και στους Κανονισμούς του, οι οποίες κατατέθηκαν από το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού και Νεολαίας για διαβούλευση, δεν αποτελούν βήμα εκσυγχρονισμού, αλλά οπισθοδρόμηση. Η συγκεκριμένη νομοθεσία αποτελεί σχεδόν αντιγραφή του 1981 Education Act της Αγγλίας, η οποία είχε ήδη κατακριθεί στη βιβλιογραφία πριν την ψήφιση του 113(Ι)/1999. Στο μεταξύ, η Κυπριακή Δημοκρατία όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψαν και κύρωσαν τη Σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών – OHE (UN, 2006). Στη Σύμβαση, αλλά και στο Γενικό Σχόλιο Αρ. 4 (UN CRPD, 2016) που ακολούθησε, επεξηγείται η έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης και τα χαρακτηριστικά των συστημάτων ενιαίας εκπαίδευσης. Μια σειρά κειμένων του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν δημοσιευθεί από τότε μέχρι σήμερα εξηγούν με σαφήνεια την έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης και την ανάγκη για μετάβαση από τα διαχωριστικά συστήματα εκπαίδευσης σε συστήματα ενιαίας εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τις καταληκτικές παρατηρήσεις της Ειδικής Επιτροπής του ΟΗΕ (2017) προς την Κυπριακή Δημοκρατία: «Η Επιτροπή εκφράζει βαθιά ανησυχία για την απουσία ενός σαφούς και εφαρμοζόμενου πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης στα γενικά σχολεία εκπαίδευσης, όπως αυτό προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία. Εκφράζει επίσης ανησυχία για το γεγονός ότι η διαχωριστική εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι εδραιωμένη στο εκπαιδευτικό σύστημα, κάτι που συχνά αντικατοπτρίζεται και στις στάσεις των εκπαιδευτικών και άλλων συναφών επαγγελματιών». (μετάφραση δική μου) Σε αυτή τη χρονική στιγμή, η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν μια νομοθεσία που να καθορίζει το πλαίσιο στήριξης όλων των παιδιών στο γενικό σχολείο, με σαφείς περιγραφές των υποστηρικτικών δομών και του ρόλου όλων των εμπλεκόμενων στην εκπαίδευση ώστε να επωφελούνται όλα τα παιδιά. Η διατήρηση της φιλοσοφίας της υφιστάμενης νομοθεσίας, η οποία διατηρεί δύο παράλληλα συστήματα (γενική και ειδική εκπαίδευση) και βασίζεται στην αξιολόγηση των παιδιών με αναπηρία κυρίως για να αποφασιστεί ο χρόνος ειδικής εκπαίδευσης που θα λάβουν και το πλαίσιο στο οποίο θα φοιτήσουν (ειδικό ή γενικό) αποτελεί από μόνο του πρόβλημα. Παρακάτω παρουσιάζονται συνοπτικά μερικές παρατηρήσεις για τις τροποποιήσεις που προτείνει το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ): • Η προτεινόμενη τροποποίηση του όρου «παιδί με ειδικές ανάγκες» σε «παιδί με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» δεν αποτελεί θετική εξέλιξη. Ο όρος αυτός έχει υιοθετηθεί στην Αγγλία και ήδη έχει κατακριθεί στη βιβλιογραφία (Rix. 2023). Επίσης, ο ορισμός που προτείνεται για τον όρο αυτό είναι σχεδόν ο ίδιος με τον ορισμό που ήδη υπάρχει στην υφιστάμενη νομοθεσία για το «παιδί με ειδικές ανάγκες». Ο ορισμός είναι προβληματικός αφού τοποθετεί το «πρόβλημα» στο παιδί, αντί στο εκπαιδευτικό σύστημα. • Η προτεινόμενη τροποποίηση τα παιδιά να επαναξιολογούνται μετά το τέλος της πρώτης τάξης θα οδηγήσει στον διαχωρισμό των παιδιών με την αιτιολόγηση ότι «δεν τα κατάφερε το παιδί να ανταπεξέλθει στη γενική τάξη». Αυτό τεκμηριώνεται και σε εκθέσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού (δες Symeonidou & Mavrou, 2020). • Οι προτεινόμενες μετονομασίες των διαχωριστικών δομών δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα τους. Στη βιβλιογραφία ήδη γίνεται αναφορά για τον τρόπο με τον οποίο διαχωριστικές δομές και συστήματα παρουσιάζονται ως συστήματα ενιαίας εκπαίδευσης, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι (Slee, 2011). Για παράδειγμα, η μετονομασία των «ειδικών μονάδων» σε «προγράμματα ενισχυμένης στήριξης» δεν διασφαλίζει ότι το παιδί θα φοιτά τουλάχιστον κατά το 80% του μαθησιακού χρόνου στη γενική τάξη και μόνο κατά το 20% εκτός τάξης, σύμφωνα με τον ορισμό του πλαισίου ενιαίας εκπαίδευσης του European Agency for Special Needs and Inclusive Education (2022). Δεν διασφαλίζει επίσης την ποιότητα της μάθησης για πρόσβαση στο αναλυτικό πρόγραμμα ή την ποιότητα της στήριξης που θα παρέχεται. • Η προτεινόμενη αλλαγή του ρόλου των «ειδικών σχολείων» σε «υποστηρικτικές δομές» είναι επιφανειακή και δεν διασφαλίζει ότι τα ειδικά σχολεία θα παρέχουν την απαιτούμενη στήριξη στα γενικά σχολεία για αποτελεσματικότερη στήριξη όλων των παιδιών. Αν το σύστημα αξιολόγησης και τοποθέτησης παιδιών σε ειδικά-διαχωριστικά πλαίσια παραμείνει ως έχει, τα ειδικά σχολεία δεν θα έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν υποστήριξη στα γενικά σχολεία. Η μετεξέλιξη των ειδικών σχολείων σε υποστηρικτικές δομές απαιτεί σχέδιο δράσης που θα έχει διάρκεια, όπως και αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των ειδικών σχολείων και στα καθήκοντα των ειδικών εκπαιδευτικών, παράμετροι που δεν λαμβάνονται υπόψη στις προτεινόμενες τροποποιήσεις. • Η προτεινόμενη τροποποίηση στη διαδικασία παραπομπής παιδιού για αξιολόγηση απαιτεί βεβαιώσεις από συγκεκριμένους επαγγελματίες, οι οποίες στην υφιστάμενη νομοθεσία δεν απαιτούνταν. Αυτό δυσκολεύει τη διαδικασία αξιολόγησης και την κάνει προνόμιο μόνο για τα παιδιά των οποίων οι γονείς γνωρίζουν πώς να προσπελάσουν τα απαραίτητα εμπόδια. Επίσης, οι επιλογή των επαγγελματιών από τους οποίους χρειάζεται βεβαίωση δείχνει και τον προσανατολισμό των τεχνοκρατών για το ποια παιδιά θεωρούν ότι δικαιούνται να λαμβάνουν στήριξη μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. • Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν στη λειτουργία των Επαρχιακών Επιτροπών, δηλαδή το συρρικνωμένο χρονικό διάστημα που μπορούν να δέχονται αιτήματα αξιολόγησης και η δυνατότητά τους να καταλήγουν σε «τελεσίδικη» απόφαση για το πλαίσιο φοίτησης του παιδιού, ενδυναμώνουν τον ρόλο τους στην προώθηση του διαχωρισμού. • Οι προτεινόμενες αλλαγές για τον ρόλο των γονέων στη διαδικασία αξιολόγησης αποδυναμώνουν τους γονείς, αφού τους δίνεται το δικαίωμα ένστασης για μια φορά. Επίσης, η προτεινόμενη τροποποίηση για αυτεπάγγελτη αξιολόγηση παιδιού με αναπηρία όταν αυτό κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον του, αποτελεί διάκριση λόγω αναπηρίας. Αν οι γονείς κριθούν ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα γονικά τους καθήκοντα με βάση τη νομοθεσία που ισχύει για όλα τα παιδιά, τότε και μόνο τότε, θα μπορούν οι αρχές να αποφασίσουν για τη στήριξη του στην εκπαίδευση και σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής. • Η φωνή του παιδιού δεν λαμβάνεται υπόψη. Το παιδί συμμετέχει στη διαδικασία αξιολόγησης ως αξιολογούμενο με τους παραδοσιακούς ιατροκεντρικούς τρόπους. Οι εμπειρίες του, οι απόψεις του και οι επιθυμίες του για τον τρόπο μάθησής του δεν φαίνεται να αποτελούν σημαντική παράμετρο στη φιλοσοφία της νομοθεσίας. • Η πρόταση για συμμετοχή της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥ.Σ.Ο.Α.) στις Επαρχιακές Επιτροπές οι οποίες λαμβάνουν αποφάσεις για διαχωρισμό των παιδιών σε ειδικά πλαίσια είναι ασύμβατη με τον ρόλο της ΚΥ.Σ.Ο.Α. Ο ρόλος της ΚΥ.Σ.Ο.Α. είναι να προωθεί την ένταξη και όχι τον διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρία. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν μετάβαση προς ένα σύστημα ενιαίας εκπαίδευσης, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Αντίθετα, διατηρούν τη λογική ενός διττού εκπαιδευτικού συστήματος, στο οποίο η παροχή στήριξης εξακολουθεί να συνδέεται με την κατηγοριοποίηση και τον διαχωρισμό των παιδιών με αναπηρία. Αντί της διατήρησης ενός συστήματος που βασίζεται στην κατηγοριοποίηση και τον διαχωρισμό των παιδιών, απαιτείται η διαμόρφωση ενός νέου νομοθετικού πλαισίου που να στηρίζεται στις αρχές της ενιαίας εκπαίδευσης, όπως αυτές απορρέουν από το Άρθρο 24 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα πρέπει να προβλέπει καθολικές δομές υποστήριξης για όλα τα σχολεία, σαφείς μηχανισμούς συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και αποτελεσματικούς μηχανισμούς διακυβέρνησης και λογοδοσίας, ώστε κάθε παιδί να έχει ουσιαστική πρόσβαση, συμμετοχή και μάθηση στο γενικό σχολείο. Αναφορές European Agency for Special Needs and Inclusive Education (2022). European Agency Statistics on Inclusive Education (EASIE): Guide to the EASIE data tables and country background information. (A. Lenárt, R. Mepsted and A. Lecheval, eds.). Odense, Denmark. Rix, J. (2023). Labels of Convenience/Labels of Opportunity. In E. J. Done & H. Knowler (eds.). International Perspectives on Exclusionary Pressures in Education. How Inclusion becomes Exclusion, 125-142. Plagrave Macmillan. Slee, R. (2011). The irregular school: Exclusion, schooling and inclusive education. Routledge. Symeonidou. S., & Mavrou, K. (2020). Problematising disabling discourses on the assessment and placement of learners with disabilities: can interdependence inform an alternative narrative for inclusion? European Journal of Special Needs Education, 35(1), 70-84. https://10.1080/08856257.2019.1607661 Symeonidou, S. (2025). Exclusionary pressures undermining the move towards inclusive education in Cyprus: The power of ableism. In E. Done (Ed.), Challenging Exclusionary Pressures in Education. How Inclusion Becomes Exclusion, 71-89 Cham: Palgrave Macmillan. https://link.springer.com/chapter/10.1007/978-3-032-07769-1_4 United Nations. (2006). Convention on the Rights of Persons with Disabilities. Author. United Nations Committee on the Rights of Persons with Disabilities. (2016). General Comment No. 4 (2016) on the right to inclusive education (Article 24). CRPD/C/GC/4. Author. United Nations Committee on the Rights of Persons with Disabilities. (2017). Concluding observations on the initial report of Cyprus. CRPD/C/CYP/CO/1. Author." "01 - Τίτλος",PASYGOANA,"Ο Παγκύπριος Σύνδεσμο Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ) δηλώνει ευθαρσώς ότι πέραν των θέσεων που έχει καταθέσει στην διαβούλευση, συμφωνεί και με τις θέσεις που έχουν καταθέσει η Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ) και ο Σύνδεσμος Συγγενών και Φίλων για Άτομα με Αυτισμό ""ΜΑΖΙ"". Η ευθυγράμμιση μας αυτή δεν σημαίνει ότι αυτόματα διαφωνούμε με τις θέσεις άλλων ατόμων, Συνδέσμων και οργανωμένων συνόλων που έχουν καταθέσει απόψεις στην διαβούλευση." "01 - Τίτλος",Mazi4autism,"Ο Σύνδεσμος Συγγενών και Φίλων Ατόμων με Αυτισμό «ΜΑΖΙ» συμφωνεί και συντάσσεται με τις βασικές παρατηρήσεις και εισηγήσεις που έχουν υποβληθεί από την Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ) και τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ). Προς αποφυγή επανάληψης, δεν επαναδιατυπώνουμε τα σημεία εκείνα με τα οποία συμφωνούμε. Καταθέτουμε συμπληρωματικά ειδικότερες εισηγήσεις που αφορούν κυρίως παιδιά με αυτισμό και αυξημένες ανάγκες υποστήριξης. Θεωρούμε ότι ο τίτλος και ο σκοπός της νομοθεσίας πρέπει να αποτυπώνουν όχι μόνο την παροχή αγωγής και εκπαίδευσης, αλλά και την υποχρέωση διασφάλισης: – της εξατομικευμένης και επιστημονικά τεκμηριωμένης υποστήριξης, – της ανεξάρτητης επιστημονικής συνεισφοράς, – της συνέχειας των θεραπειών και των παρεμβάσεων, – της υγείας, της ασφάλειας και της ορθής διαχείρισης κρίσεων, – της κοινωνικής ένταξης, – και της έγκαιρης προετοιμασίας για τη μετάβαση στην ενήλικη ζωή. Η αλλαγή της ορολογίας είναι θετική, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστικά, δεσμευτικά και εκτελεστά δικαιώματα. Ο σύνδεσμος «ΜΑΖΙ» μαζί με την ΚΥΣΟΑ και τον ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ, στην ουσία χαιρετίζουν τις θετικές βελτιώσεις που περιλαμβάνονται στις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Παράλληλα, όμως, εκφράζουν σοβαρή ανησυχία για ρυθμίσεις οι οποίες, αντί να ενισχύουν το δικαιωματικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο πλαίσιο της ειδικής εκπαίδευσης, περιορίζουν υφιστάμενες εγγυήσεις των παιδιών και των γονέων τους. Ιδιαίτερα προβληματικές είναι η κατάργηση συγκεκριμένων υποχρεωτικών χρονικών προθεσμιών ανταπόκρισης των, η αποδυνάμωση διαδικασιών που διασφάλιζαν πληρέστερη επιστημονική αξιολόγηση και αιτιολόγηση, η αντικατάσταση της πλήρους Έκθεσης Αξιολόγησης του Κανονισμού 13 από μία συνοπτικότερη διοικητική Απόφαση, η μείωση της συχνότητας επαναξιολόγησης, η διεύρυνση της δυνατότητας αυτεπάγγελτης παρέμβασης και η ενίσχυση της υποχρέωσης συμμόρφωσης του γονέα χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των σαφών, δεσμευτικών και ελέγξιμων υποχρεώσεων του Υπουργείου να παρέχει έγκαιρα, αντικειμενικά και αποτελεσματικά την εξατομικευμένη ειδική αγωγή και εκπαίδευση που έχει ανάγκη κάθε παιδί. Οι ρυθμίσεις αυτές δημιουργούν τον κίνδυνο η προτεινόμενη μεταρρύθμιση να οδηγήσει όχι σε ουσιαστική αναβάθμιση της προστασίας των παιδιών, αλλά σε διοικητική απλοποίηση εις βάρος της διαφάνειας, της επιστημονικής πληρότητας, της λογοδοσίας και της δυνατότητας των γονέων να ελέγχουν και να αμφισβητούν λανθασμένες, ανεπαρκώς τεκμηριωμένες ή αυθαίρετες αποφάσεις. Μια τέτοια κατεύθυνση δεν συνάδει με τον σκοπό της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και των θεμελιωδών αρχών της συμμετοχής, της εξατομίκευσης, της ίσης μεταχείρισης, της αποτελεσματικής προσφυγής και του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Η μεταρρύθμιση οφείλει να ενισχύει και όχι να περιορίζει τις διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις που επιτρέπουν στους γονείς να προστατεύουν αποτελεσματικά τα δικαιώματα των παιδιών τους." "01 - Τίτλος",Paseip,"Ο ΠΑΣΕΙΠ χαιρετίζει το δημόσιο διάλογο αναφορικά με τις αλλαγές που αφορούν τους περί αγωγής και εκπαίδευσης παιδιών με ειδικές ανάγκες νόμους και καταγράφει πιο κάτω τις σκέψεις και εισηγήσεις του, αναφορικά με τις προτεινόμενες αλλαγές ως ακολούθως: ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΝΟΜΟΥΣ τους 1999 ΕΩΣ 2025 Τίτλος και Άρθρο 2: - Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες αλλαγές. Άρθρο 7: - Εισηγούμαστε την αντικατάσταση του όρου «νοουμένου ότι» με τη φράση «μπορεί να συνοδεύεται», αφού αυτό διασφαλίζει ότι η προσκόμιση σχετικής βεβαίωσης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παραπομπή. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται πιθανοί αποκλεισμοί παιδιών των οποίων οι οικογένειες δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να απευθυνθούν σε ιδιώτες επαγγελματίες για την έκδοση βεβαίωσης, ενώ παράλληλα περιορίζονται οι καθυστερήσεις που ενδέχεται να προκύψουν εις βάρος της έγκαιρης αξιολόγησης και παρέμβασης. - Επιπλέον, κρίνεται σκόπιμο να προστεθεί ο ειδικός παιδαγωγός και ο εργοθεραπευτής στις ειδικότητες που δύνανται να εκδίδουν σχετική βεβαίωση, δεδομένου του ουσιαστικού τους ρόλου στην αναγνώριση και τεκμηρίωση εκπαιδευτικών και αναπτυξιακών αναγκών. Άρθρο 8: - Σχετικά με τη τροποποίηση αυτή διαφωνούμε με τον καθορισμό χρονοδιαγράμματος υποβολής παραπομπών στις Ε.Ε.Ε.Α.Ε. με στόχο την αξιολόγηση των αναγκών των παιδιών μέχρι το τέλος Ιανουαρίου. Επιπλέον, η περιοριστική πρακτική επιλογής μόνο συγκεκριμένων περιστατικών που θεωρούνται «σοβαρά», για αξιολόγηση καθόλη τη διάρκεια της χρονιάς οδηγεί σε διακρίσεις και στερεί από άλλα παιδιά τη δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης που είναι κρίσιμη για την εκπαιδευτική τους πορεία. Συνεπώς, οι παραπομπές για την αξιολόγηση των αναγκών των παιδιών οφείλουν να πραγματοποιούνται ολόχρονα, αφού κάθε παιδί έχει το δικαίωμα στην αξιολόγηση και την υποστήριξη ανεξάρτητα από το βαθμό ή το είδος των δυσκολιών που παρουσιάζει. - Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ο συνδυασμός της έναρξης της σχολικής χρονιάς τον Σεπτέμβριο, του απαιτούμενου χρόνου για παιδαγωγική παρατήρηση και τεκμηρίωση από τον εκπαιδευτικό της τάξης, της απαραίτητης επικοινωνίας και συνεργασίας με τους γονείς, καθώς και της υποχρεωτικής δίμηνης εφαρμογής του Μηχανισμού Εντοπισμού και Στήριξης (ΜΕΣ) στη συνέχεια, πριν από την παραπομπή στην Ε.Ε.Ε.Α.Ε., καθιστά στην πράξη εξαιρετικά περιοριστικό το χρονικό πλαίσιο έως τον Ιανουάριο. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται ασφυκτικές προθεσμίες, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες εντοπισμού και υποστήριξης των παιδιών. - Είναι γεγονός ότι η υφιστάμενη διαδικασία αντιμετωπίζει σημαντικές δυσλειτουργίες, καθώς ο μεγάλος αριθμός παραπομπών έχει ως αποτέλεσμα σοβαρές καθυστερήσεις στην αξιολόγηση των παιδιών και εκ του αποτελέσματος σοβαρές καθυστερήσεις στην έγκριση του. Ωστόσο, η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να επιτευχθεί με τον περιορισμό του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο επιτρέπονται οι παραπομπές. Μια τέτοια ρύθμιση μεταθέτει το πρόβλημα στα παιδιά και τις οικογένειές τους, αντί να αντιμετωπίζει τις πραγματικές αιτίες των καθυστερήσεων. Η λύση πρέπει να στοχεύει στην ενίσχυση και αποτελεσματικότερη λειτουργία των υπηρεσιών, ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη αξιολόγηση όλων των παιδιών και όχι στον περιορισμό της πρόσβασής τους σε αυτή. Άρθρο 9: - Χαιρετίζουμε και επικροτούμε την πρόνοια για τη θεσμοθέτηση της πολυθεματικής ομάδας αξιολόγησης/επαναξιολόγησης στο νομοθετικό πλαίσιο. Ο θεσμός αυτός εφαρμόζεται εδώ και αρκετά χρόνια στην πράξη και έχει αποδείξει την αξία και την αποτελεσματικότητά του στην αξιολόγηση των αναγκών των παιδιών, καθώς προάγει τη διεπιστημονική συνεργασία και τη σφαιρική προσέγγιση κάθε περίπτωσης. Παράλληλα, η επιτυχής εφαρμογή της συγκεκριμένης πρόνοιας συμφωνούμε πως προϋποθέτει την επαρκή στελέχωση των πολυθεματικών ομάδων με μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε επαρχίας, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στον αυξημένο αριθμό παραπομπών χωρίς να δημιουργούνται καθυστερήσεις στις αξιολογήσεις. - Ακόμη, κρίνουμε απαραίτητη τη θεσμοθέτηση της ουσιαστικής συνεργασίας μεταξύ της πολυθεματικής ομάδας αξιολόγησης και του εκπαιδευτικού προσωπικού της σχολικής μονάδας. Ειδικότερα, είναι αναγκαία τόσο η ενεργός συμβολή των εκπαιδευτικών στη διαδικασία αξιολόγησης, μέσω της παροχής των αναγκαίων πληροφοριών και παρατηρήσεων για τη λειτουργικότητα του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον, όσο και η ενημέρωση του εκπαιδευτικού προσωπικού από την πολυθεματική ομάδα σχετικά με τα ευρήματα της αξιολόγησης και τις εισηγήσεις της, ώστε να διασφαλίζεται ο κατάλληλος εκπαιδευτικός σχεδιασμός και η αποτελεσματική εφαρμογή των αναγκαίων υποστηρικτικών μέτρων προς όφελος του παιδιού. - Τέλος, θεωρούμε απαραίτητο η λειτουργία των πολυθεματικών ομάδων να διέπεται από σαφώς καθορισμένες αρχές και διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζονται η ομοιόμορφη εφαρμογή του θεσμού, η διαφάνεια και η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Παράλληλα, οι ειδικοί εκπαιδευτικοί εισηγούμαστε να λαμβάνουν συνεχή επιμόρφωση για τη χρήση των εργαλείων αξιολόγησης που εμπίπτουν στο πεδίο των επαγγελματικών τους αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και πρότυπα. Άρθρο 12: - Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Άρθρο 14: - Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Άρθρο 15: - Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Άρθρο 16: - Δεν συμφωνούμε με την προτεινόμενη διατύπωση σύμφωνα με την οποία «η Κεντρική Επιτροπή πληροφορεί τον γονέα ότι υποχρεούται να συμμορφωθεί με την απόφασή της, η οποία είναι τελεσίδικη». - Αναγνωρίζουμε ότι η προτεινόμενη ρύθμιση φαίνεται να στοχεύει στη διασφάλιση της έγκαιρης εφαρμογής των αποφάσεων που αφορούν τις ανάγκες του παιδιού. Ωστόσο, η διατύπωση που δίνει έμφαση στην υποχρεωτική συμμόρφωση και στον τελικό χαρακτήρα της απόφασης δεν μας βρίσκει σύμφωνους. - Είναι πεποίθηση του ΠΑΣΕΙΠ πως η εφαρμογή των αποφάσεων επιτυγχάνεται πιο αποτελεσματικά μέσα από τη συνεργασία, την έγκαιρη ενημέρωση και τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ οικογένειας και αρμόδιων υπηρεσιών. Οι γονείς αποτελούν βασικούς συνεργάτες στη λήψη αποφάσεων που αφορούν το παιδί τους. - Εισηγούμαστε την αφαίρεση της συγκεκριμένης πρόνοιας, ώστε το νομοθετικό πλαίσιο να προάγει τη συνεργασία, τον αμοιβαίο σεβασμό και τη συνδιαμόρφωση αποφάσεων προς όφελος του παιδιού. - Επιπρόσθετα, εισηγούμαστε όπως στο νομοθετικό πλαίσιο προστεθεί πρόνοια για περιπτώσεις όπου, κατόπιν αξιολόγησης από την αρμόδια Επαρχιακή Επιτροπή και όπου κρίνεται αναγκαίο με τη συνδρομή αρμόδιων υπηρεσιών, διαπιστώνονται σοβαρές κοινωνικοσυναισθηματικές δυσκολίες ή αντικειμενικές δυσκολίες στήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον. Στις περιπτώσεις αυτές, εισηγούμαστε η ευθύνη για τον καθορισμό και την παροχή του κατάλληλου εκπαιδευτικού πλαισίου για το παιδί να διασφαλίζεται από το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας, με βάση το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Άρθρο 18: - Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις που αφορούν το απολυτήριο που χορηγείται στα παιδιά που φοιτούν σε γενικό σχολείο. Όσον αφορά τα παιδιά που φοιτούν σε ειδικό σχολείο εισηγούμαστε όπως η διατύπωση τροποποιηθεί, ώστε να χορηγείται απολυτήριο, στο οποίο να αναγράφεται και το προεπαγγελματικό πρόγραμμα που έχει παρακολουθήσει ο μαθητής ή η μαθήτρια, όπου αυτό ισχύει. Άρθρο 19: - Δεν είναι ξεκάθαρο πώς τα ειδικά σχολεία θα λειτουργούν ως υποστηρικτικές δομές προς τα γενικά σχολεία και πώς θα παρέχουν τεχνογνωσία και στήριξη στους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων. - Είναι σημαντικό το θεραπευτικό προσωπικό των ειδικών σχολείων να μεταφέρει τις γνώσεις του στα γενικά σχολεία, όμως δεν είναι σαφές πώς θα λειτουργήσει στην πράξη. - Για να μπορεί να υλοποιηθεί ουσιαστικά αυτός ο ρόλος, κρίνεται αναγκαία η αύξηση του προσωπικού και συγκεκριμένοι κανονισμοί που θα διέπουν την λειτουργία των ειδικών σχολείων ως υποστηρικτικές δομές. Άρθρο 21(2): - Εισηγούμαστε όπως προστεθεί πρόνοια για καθορισμό μέγιστου αριθμού παιδιών στις τάξεις των ειδικών σχολείων, ώστε να διασφαλίζεται η παιδαγωγική επάρκεια, η ασφάλεια και η αποτελεσματική εξατομικευμένη υποστήριξη των μαθητών. - Η εισήγηση αυτή καθίσταται ιδιαίτερα επιτακτική, καθώς τα ειδικά σχολεία αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρό πρόβλημα υπερπληρότητας. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι υφιστάμενες σχολικές εγκαταστάσεις και οι διαθέσιμες αίθουσες δεν επαρκούν για να καλύψουν τον αυξανόμενο αριθμό μαθητών, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνθήκες που δυσχεραίνουν την παροχή ποιοτικής ειδικής εκπαίδευσης. Άρθρο 24: - Εισηγούμαστε τη συμμετοχή ειδικού παιδαγωγού στη σύνθεση του Συμβουλίου Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, καθώς η παρουσία του κρίνεται σημαντική για την ουσιαστική συμβολή στη λήψη αποφάσεων στον τομέα της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης. Κανονισμοί που εκδίδονται με βάση το άρθρο 27 Κανονισμός 2: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 3: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 5: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση της φράσης «μονάδων ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης» (δεύτερη και τρίτη γραμμή), με τη φράση «προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης». - Σχετικά με την πιο πάνω τροποποίηση, θεωρούμε ότι από την επισκόπηση των τροποποιήσεων τόσο του Νόμου όσο και των Κανονισμών προκύπτει ότι η αλλαγή αφορά κυρίως την ονομασία του προγράμματος, χωρίς να διαφοροποιείται ουσιαστικά το υφιστάμενο λειτουργικό και παιδαγωγικό πλαίσιο. Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση, νοουμένου ότι αυτή περιορίζεται στην αλλαγή της ονομασίας και δεν επιφέρει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στο υφιστάμενο λειτουργικό και παιδαγωγικό πλαίσιο. - Είναι πεποίθηση μας πως στις Ειδικές Μονάδες επιτελείται σπουδαίο παιδαγωγικό έργο και είναι αναπόσπαστο και ενεργό κομμάτι της σχολικής κοινότητας. Θεωρούμε απαραίτητο να ξεκαθαριστεί ότι βασικός στόχος των Ειδικών Μονάδων (προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης) είναι η σταδιακή και συνεχής ένταξη των μαθητών τους στη γενική τάξη, όποτε και όπου αυτό είναι παιδαγωγικά εφικτό. Η ευελιξία που χαρακτηρίζει τη λειτουργία αυτών των μονάδων αποτελεί βασικό τους πλεονέκτημα και εκφράζουμε την ανησυχία ότι ενδέχεται να επηρεαστεί αρνητικά από την εφαρμογή ενός νέου προγράμματος. Εισηγούμαστε, λοιπόν, να διασφαλιστεί η διατήρηση αυτής της ευελιξίας και να δοθεί έμφαση στην ενίσχυση των προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης. - Με στόχο την αποτελεσματικότερη ενίσχυση των προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης είναι σημαντικό να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ ειδικού και γενικού εκπαιδευτικού, μέσα από τις πρακτικές της συνδιδασκαλίας και της παράλληλης στήριξης, καθώς και διαρκή εποπτεία και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Όλα αυτά θα πρέπει να αναφέρονται σε συγκεκριμένους κανονισμούς που θα διέπουν την λειτουργία του συγκεκριμένου πλαισίου. - Ακόμη, εισηγούμαστε όπως θεσπιστεί ρητά μέγιστος αριθμός μαθητών στα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης, ώστε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο υπερπληθυσμού και να διασφαλίζεται η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαιδευτικής υποστήριξης, η ασφάλεια και η εξατομικευμένη προσέγγιση των μαθητών. - Επιπλέον, εισηγούμαστε όπως στα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης προβλεφθεί η λειτουργία διεπιστημονικών ομάδων στήριξης, με τη συμμετοχή εργοθεραπευτών και ψυχολόγων, ώστε να διασφαλίζεται η ολοκληρωμένη και εξατομικευμένη υποστήριξη των μαθητών με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Κανονισμός 7(2): Συμφωνούμε με την προτεινόμενη αντικατάσταση των λέξεων «δύο φορές τον μήνα» με τις λέξεις «μία φορά την εβδομάδα ή και συχνότερα», και θεωρούμε ότι η ρύθμιση αυτή ενισχύει την αποτελεσματική και έγκαιρη εξέταση των θεμάτων που άπτονται των αρμοδιοτήτων της Επαρχιακής Επιτροπής. Κανονισμός 7(3): Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση. Κανονισμός 11: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση. Κανονισμός 13: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 14: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 15: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση. Κανονισμός 16: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 17: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση. Κανονισμός 18: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση. Κανονισμός 20: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση. Κανονισμός 22(1): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση της λέξης «συνηθισμένη» με τη λέξη «γενική». Κανονισμός 23(ε): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση της λέξης «συνηθισμένου» με τη λέξη «γενικού». Κανονισμός 29(1): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση της λέξης «συνηθισμένο» με τη λέξη «γενικό». Κανονισμός 32: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 41(1): Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 41(3): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση της λέξης «συνηθισμένου» με τη λέξη «γενικού». Κανονισμός 42: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 44: Εισηγούμαστε την αντικατάσταση των λέξεων «τάξη συνηθισμένου σχολείου» με «γενική τάξη». Κανονισμοί 45(2), 45(3), 47: Εισηγούμαστε την αντικατάσταση της λέξης «συνηθισμένου» με τη λέξη «γενικού». Κανονισμός 50: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 64(α): Εισηγούμαστε όπως προστεθεί διευκρίνιση, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι προσαρμογές καθορίζονται με βάση τις εξατομικευμένες εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού. Συγκεκριμένα, η πρόταση να διαμορφωθεί ως εξής: «Σε παιδιά με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, όπου χρειάζεται και μετά από απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής, με βάση τις εξατομικευμένες εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού, γίνονται διαφοροποιήσεις στα διαγνωστικά και εξεταστικά δοκίμια, οι οποίες περιλαμβάνουν-». Κανονισμός 65: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 66: Εισηγούμαστε να διευκρινιστεί η αναφορά στον «ειδικό που παρακολουθεί το παιδί», ώστε να προσδιορίζεται με σαφήνεια ποιος επαγγελματίας είναι αρμόδιος να τεκμηριώνει την ανάγκη διεξαγωγής των εξετάσεων σε διαφορετικό χώρο. Κανονισμός 67: Συμφωνούμε με την προτεινόμενη τροποποίηση. Κανονισμός 68: Συμφωνούμε με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κανονισμός 70(1): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση των όρων «ανάπηρα παιδιά» με «παιδιά με αναπηρία» και «ανάπηρα άτομα» με «άτομα με αναπηρία». Κανονισμός 70(2): Εισηγούμαστε την αντικατάσταση του όρου «αναπηρικά αυτοκίνητα» με «οχήματα ατόμων με αναπηρία». Κανονισμός 71(2): Εισηγούμαστε όπως αντικατασταθεί ο όρος «αναπηρικό τροχοκάθισμα» με τον όρο «τροχοκάθισμα», ο οποίος αποτελεί τη σύγχρονη και διεθνώς αποδεκτή ορολογία. Κανονισμός 71(4): Εισηγούμαστε όπως αντικατασταθεί ο όρος «παιδιά με προβλήματα στην όραση» με τον όρο «παιδιά με οπτική αναπηρία». Κανονισμός 71(7): Εισηγούμαστε όπως αντικατασταθεί η διατύπωση «παιδιά με προβλήματα στην όραση» με τον όρο «παιδιά με οπτική αναπηρία». Κανονισμός 71(8): Εισηγούμαστε όπως αντικατασταθεί η διατύπωση «παιδιά με προβλήματα όρασης» με τον όρο «παιδιά με οπτική αναπηρία». Κανονισμός 72(2): Εισηγούμαστε όπως η φράση «παιδιά με τροχοκάθισμα» αντικατασταθεί με τη φράση «παιδιά που χρησιμοποιούν τροχοκάθισμα». Κανονισμός 74(6): Εισηγούμαστε όπως η φράση «άτομα με προβλήματα στην όραση» αντικατασταθεί με τη φράση «άτομα με οπτική αναπηρία». Κανονισμός 76(2): Εισηγούμαστε όπως η φράση «όδευσης τυφλών» αντικατασταθεί με τη φράση «όδευσης ατόμων με οπτική αναπηρία». Κανονισμός 76(3): Εισηγούμαστε όπως η φράση «παιδιά με προβλήματα όρασης και κίνησης» αντικατασταθεί με τη φράση «παιδιά με οπτική και κινητική αναπηρία». Κανονισμός 76(5): Εισηγούμαστε όπως η φράση «παιδιά με μειωμένη όραση» αντικατασταθεί με τη φράση «παιδιά με οπτική αναπηρία». Κανονισμός 76(7): Εισηγούμαστε όπως η φράση «οδηγός όδευσης τυφλών» αντικατασταθεί με τη φράση «οδηγός όδευσης ατόμων με οπτική αναπηρία». Κανονισμός 79(2)(α): Εισηγούμαστε όπως η φράση «παιδιά με κινητικά προβλήματα» αντικατασταθεί με τη φράση «παιδιά με κινητική αναπηρία». Κανονισμός 79(2)(β): Εισηγούμαστε όπως η φράση «παιδιά με προβλήματα ακοής ή όρασης» αντικατασταθεί με τη φράση «παιδιά με ακουστική ή οπτική αναπηρία». Κανονισμός 79(3)(α): Εισηγούμαστε όπως η φράση «ειδικά αποχωρητήρια» αντικατασταθεί με τη φράση «προσβάσιμα αποχωρητήρια». Κανονισμός 81: Εισηγούμαστε όπως η φράση «ειδικός χώρος υγιεινής» αντικατασταθεί με τη φράση «προσβάσιμος χώρος υγιεινής». Κανονισμός 81(γ): Εισηγούμαστε όπως η φράση «άτομο με τροχοκάθισμα» αντικατασταθεί με τη φράση «άτομο που χρησιμοποιεί τροχοκάθισμα». Κανονισμός 81(ζ)(i): Εισηγούμαστε όπως η φράση «χρήστη τροχοκαθίσματος» αντικατασταθεί με τη φράση «χρήστη που χρησιμοποιεί τροχοκάθισμα». Κανονισμός: 81(ζ) (ii): Εισηγούμαστε όπως η φράση «χρήστη τροχοκαθίσματος» αντικατασταθεί με τη φράση «χρήστη που χρησιμοποιεί τροχοκάθισμα». Επιπλέον εισηγήσεις: 1. Έγκαιρη Παρέμβαση: - Εισηγούμαστε όπως στον περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο και Κανονισμούς προστεθεί ρητή πρόνοια για την παροχή έγκαιρης παρέμβασης σε παιδιά με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, από το στάδιο εντοπισμού πρώιμων ενδείξεων μαθησιακών ή αναπτυξιακών δυσκολιών, κατόπιν αξιολόγησης και εξατομικευμένου σχεδιασμού. - Η έγκαιρη παρέμβαση να περιλαμβάνει στοχευμένες και εξατομικευμένες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, οι οποίες να διαφοροποιούνται ως προς την ένταση, τη συχνότητα και τον βαθμό εξατομίκευσης από τη συνήθη ειδική εκπαιδευτική παρέμβαση. 2. Διαφοροποίηση: - Εισηγούμαστε όπως προστεθεί ρητή πρόνοια στους περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμο και Κανονισμούς, ώστε να διευκρινίζεται ότι για παιδιά με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες εφαρμόζονται διαφοροποιήσεις στη διδασκαλία και στη μαθησιακή διαδικασία, ανάλογα με τις εξατομικευμένες εκπαιδευτικές τους ανάγκες. Παράλληλα, προτείνουμε τη θεσμοθέτηση χρόνου συνεργασίας εντός του ωρολογίου προγράμματος, ώστε οι εκπαιδευτικοί να μπορούν να συντονίζονται για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση διαφοροποιημένων δραστηριοτήτων και αξιολογήσεων. 3. Ειδικά Σχολεία: - Θεωρούμε ότι είναι απαραίτητο να καταγραφεί στην νομοθεσία και να διασφαλιστεί ότι τα ειδικά σχολεία παρέχουν ποιοτικά προγράμματα προεπαγγελματικής και επαγγελματικής κατάρτισης, τα οποία ανταποκρίνονται στις ανάγκες των μαθητών και εξασφαλίζουν την απόκτηση επαγγελματικών δεξιοτήτων και πιστοποιήσεων, ανάλογα με τις δυνατότητες του κάθε μαθητή και της κάθε μαθήτριας. 4. Θέσεις Συμβούλων Ειδικής Εκπαίδευσης: - Εισηγούμαστε τη δημιουργία θέσεων Συμβούλων Ειδικής Εκπαίδευσης, καθώς ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σύγχρονης εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Πιο συγκεκριμένα, προτείνουμε όπως τα καθήκοντα των Συμβούλων Ειδικής Εκπαίδευσης επικεντρώνονται στην ουσιαστική παιδαγωγική και επαγγελματική υποστήριξη των εκπαιδευτικών εντός των σχολικών μονάδων. - Οι αρμοδιότητες των Συμβούλων Ειδικής Εκπαίδευσης κρίνεται ότι πρέπει να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα παιδαγωγικών, διοικητικών και υποστηρικτικών καθηκόντων, με στόχο την αποτελεσματική εφαρμογή των στρατηγικών ειδικής αγωγής και την ολοκληρωμένη υποστήριξη των μαθητών με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. 5. Αίθουσες Ειδικής Εκπαίδευσης – Υποδομές και λειτουργικές προδιαγραφές: - Αναφορικά με τις αίθουσες Ειδικής Εκπαίδευσης, παρατηρείται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν τηρούνται πλήρως οι προβλεπόμενες προδιαγραφές, ενώ παράλληλα δεν επαρκεί ή δεν διατίθεται ο απαραίτητος κατάλληλος χώρος για την ορθή και ασφαλή λειτουργία τους. - Επιπρόσθετα, εισηγούμαστε όπως στις κτηριακές προδιαγραφές των σχολικών μονάδων προβλεφθεί η ύπαρξη κατάλληλου χώρου αποφόρτισης σε κάθε σχολείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ενδέχεται να φοιτούν παιδιά τα οποία χρειάζονται στιγμές αποφόρτισης λόγω αυξημένης έκθεσης σε ερεθίσματα κατά τη σχολική ημέρα. 6. Στήριξη Ειδικών Εκπαιδευτικών σε Σύνθετα Εκπαιδευτικά Πλαίσια: - Εισηγούμαστε όπως θεσπιστεί πλαίσιο συστηματικής στήριξης για τους Ειδικούς Εκπαιδευτικούς που εργάζονται σε πιο σύνθετα εκπαιδευτικά πλαίσια, όπου παρατηρούνται αυξημένες απαιτήσεις ως προς τη διαχείριση μαθησιακών, κοινωνικοσυναισθηματικών και συμπεριφορικών αναγκών. Η στήριξη αυτή να περιλαμβάνει τακτική εποπτεία, ενίσχυση της συνεργασίας με διεπιστημονικές ομάδες και παροχή στοχευμένης επιμόρφωσης, με στόχο την αποτελεσματικότερη ανταπόκριση στις ανάγκες των μαθητών και τη διασφάλιση της ποιότητας της παρεχόμενης ειδικής εκπαίδευσης. 7. Υποχρεωτική επιμόρφωση γενικών εκπαιδευτικών για τη συμπερίληψη μαθητών με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες: - Εισηγούμαστε όπως θεσπιστούν προγράμματα υποχρεωτικής επιμόρφωσης για τους γενικούς εκπαιδευτικούς στις τάξεις των οποίων φοιτούν παιδιά με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, με στόχο την ενίσχυση των παιδαγωγικών τους δεξιοτήτων για διαφοροποίηση της διδασκαλίας, εφαρμογή κατάλληλων προσαρμογών και αποτελεσματική υποστήριξη της συμμετοχής όλων των μαθητών στη μαθησιακή διαδικασία. 8. Θεσμοθέτηση χρόνου συντονισμού μεταξύ ειδικών εκπαιδευτικών, λογοθεραπευτών και εκπαιδευτικών γενικής εκπαίδευσης: - Εισηγούμαστε όπως θεσπιστεί συγκεκριμένος και κατοχυρωμένος χρόνος εντός του ωρολογίου προγράμματος για τον συντονισμό μεταξύ ειδικών εκπαιδευτικών, λογοθεραπευτών και εκπαιδευτικών γενικής εκπαίδευσης για τα παιδιά με αναπηρίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, ώστε να διασφαλίζεται η συστηματική συνεργασία, η κοινή στοχοθεσία και η συστηματική εφαρμογή των παρεμβάσεων στο σχολικό περιβάλλον. 9. Πρόγραμμα συμβουλευτικής και υποστήριξης γονέων μετά τη διάγνωση: - Εισηγούμαστε όπως στο νομοθετικό πλαίσιο προστεθεί πρόνοια για τη δημιουργία προγράμματος στήριξης γονέων, το οποίο να ενεργοποιείται άμεσα με τη διάγνωση αναπηρίας ή/και ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών του παιδιού. Το πρόγραμμα αυτό να περιλαμβάνει υποστηρικτική και συμβουλευτική καθοδήγηση προς τους γονείς για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ώστε να ενισχύεται η κατανόηση των αναγκών του παιδιού και η αποτελεσματική συνεργασία με το σχολείο και τους αρμόδιους φορείς. 10. Μέση Εκπαίδευση - Θέση του ΠΑΣΕΙΠ είναι η άμεση στελέχωση τουλάχιστον των Ειδικών Μονάδων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης από ειδικούς παιδαγωγούς, μιας και στις θέσεις αυτές απαιτούνται επαγγελματίες με εξειδικευμένες γνώσεις. Στην υφιστάμενη νομοθεσία, «Ο Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Νόμος του 1999», αναφέρει στο άρθρο 17 (2α) ότι το Υπουργικό Συμβούλιο μεριμνά για την πρόσληψη αναγκαίου και άλλου προσωπικού, με γνώμονα την εξασφάλιση των ατομικών αναγκών του παιδιού. Είμαστε στη διάθεση σας για περαιτέρω διευκρινίσεις" "01 - Τίτλος",PASYGOANA,"Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία αναγνωρίζει ως θετική την αντικατάσταση παρωχημένης ορολογίας και τη ρητή αναφορά στα παιδιά με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Ωστόσο, η αλλαγή του τίτλου και της ορολογίας δεν αρκεί για να μετατρέψει το υφιστάμενο σύστημα σε σύστημα συμπεριληπτικής εκπαίδευσης βασισμένο στα δικαιώματα του παιδιού. Το προτεινόμενο πλαίσιο εξακολουθεί να επικεντρώνεται κυρίως στην αξιολόγηση της «δυσκολίας» του παιδιού, στην κατηγοριοποίηση και στη διοικητική τοποθέτησή του, αντί στην υποχρέωση του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος να απομακρύνει τα εμπόδια, να προσαρμόζεται και να παρέχει τις αναγκαίες εξατομικευμένες στηρίξεις. Εισηγούμαστε όπως ο τίτλος και ο σκοπός του Νόμου αποτυπώνουν ρητά ότι πρόκειται για νομοθεσία που κατοχυρώνει το δικαίωμα στη συμπεριληπτική αγωγή και εκπαίδευση, στις εύλογες προσαρμογές, στην εξατομικευμένη υποστήριξη και στην ουσιαστική συμμετοχή του παιδιού και της οικογένειάς του. Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση πρέπει να υπερβεί την απλή αλλαγή ονομασιών και να μετακινηθεί προς ένα πραγματικά δικαιωματικό μοντέλο, στο οποίο: – το γενικό σχολείο οφείλει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού, – οι αξιολογημένες ανάγκες μετατρέπονται σε συγκεκριμένες, δεσμευτικές και εκτελεστές παροχές, – το παιδί και ο γονέας συμμετέχουν ουσιαστικά στη λήψη αποφάσεων, – οι αποφάσεις υπόκεινται σε ανεξάρτητο και αποτελεσματικό έλεγχο, – το κράτος λογοδοτεί όταν δεν παρέχει εγκαίρως όσα το ίδιο έχει αναγνωρίσει ότι χρειάζεται το παιδί." "01 - Τίτλος",AgaliaElpidas,"Οι θέσεις της Παγκύπριας Οργάνωσης για την Εγκεφαλική παράλυση ""Αγκαλιά Ελπίδας"" παρατίθενται σε τρία μέρη. Το πρώτο αφορά στην πάγια, κεντρική και διαχρονική μας θέση ότι το Υπουργείο Παιδείας Αθλητισμού και Νεολαίας φέρει μία σοβαρή ευθύνη υλοποίησης του διεθνούς δικαίου. Δεσμεύεται να υλοποιήσει ακέραιο το σύστημα της ενιαίας εκπαίδευσης με όλα τα στοιχεία του έστω και αν αυτό γίνει σε στάδια. Η κατεύθυνση αυτή απουσιάζει. Η βούληση απουσιάζει. Η δέσμευση όμως είναι εκεί και η μη τήρησή της παραβιάζει δικαιώματα χιλιάδων παιδιών. Η θέση μας αυτή εναρμονίζεται πλήρως με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία («ΣΔΑΑ») και τη Σύμβαση Δικαιωμάτων του Παιδιού («ΣΔΠ»). Εμμένουμε στην αποτελεσματική πραγμάτωσή τους η οποία προϋποθέτει μία ριζική αλλαγή του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου και πρακτικών. Μόνο τότε θα αναγνωριστεί ότι όλα τα παιδιά μπορούν να μαθαίνουν, να εκπαιδεύονται και να προχωρούν χωρίς το δικαίωμά τους στην εκπαίδευση να θυσιάζεται στο όνομα άλλων δικαιωμάτων. Θεωρούμε ότι όλα τα παιδιά αξίζουν όλα τα δικαιώματά τους. Η ποιοτική εκπαίδευση ΔΕΝ θα πρέπει να εξαφανίζεται για καμία κατηγορία παιδιών. Μόνο τότε θα έχουμε ένα πραγματικά ωφέλιμο εκπαιδευτικό σύστημα για όλα τα παιδιά, με ή χωρίς αναπηρίες. Πολύ συνοπτικά – καθότι σχετικές παραμένουν όλες οι προηγούμενες, λεπτομερείς μας θέσεις που έχουμε υποβάλει προς το ΥΠΑΝ κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης και οι οποίες δεν έχουν ληφθεί υπόψιν ούτε κατά το ελάχιστον - στο μέρος αυτό παρατίθενται ενδεικτικές παραβιάσεις των Συμβάσεων. Στο δεύτερο μέρος, γίνονται, με πλήρη επιφύλαξη του πρώτου, σχόλια ή εισηγήσεις επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων στο βαθμό που μπορεί, με δυσκολία, να υπάρξουν βελτιώσεις εντός του υφιστάμενου συστήματος. Επαναλαμβάνουμε ότι, χωρίς την υλοποίηση του συστήματος ενιαίας εκπαίδευσης 15 χρόνια μετά την κύρωση της Σύμβασης, θα ήταν οξύμωρο να γίνεται λόγος για «επιτυχία» ή «πρόοδο» στο σύστημα της εκπαίδευσης της χώρας μας όταν γίνονται τροποποιήσεις με ελάχιστες βελτιώσεις σε σημεία (κυρίως στις ορολογίες) αλλά και με χειρότερη οπισθοδρόμηση σε άλλα. Στο τρίτο μέρος παρατίθενται εισηγήσεις σε ό,τι αφορά την διασφάλιση και προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών με αναπηρία περιλαμβανομένης της προστασίας από την διάκριση με βάση την αναπηρία. Α. Πάγια θέση επί προτεινόμενων τροποποιήσεων 1. Από το 2011 (Νόμος 8(ΙΙΙ)/2011), η Κύπρος δεσμεύεται να εφαρμόσει νομοθετικά, διοικητικά και πρακτικά, τη Σύμβαση του ΟΗΕ που η χώρα κύρωσε, για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία («ΣΔΑΑ»). Από το 1990 (Νόμος 243/90) η Κύπρος υποχρεούται να εφαρμόζει επίσης τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού («ΣΔΠ»). 2. Από κοινού οι δύο συνθήκες καθιερώνουν ισχυρά και αδιαπραγμάτευτα ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση είναι πλέον το δικαίωμα στην ενιαία εκπαίδευση. Επεξηγούν αναλυτικότατα τι είναι η ενιαία εκπαίδευση, πώς και από ποιους πρέπει να υλοποιείται, τι πρέπει να περιλαμβάνει, πώς να αντιμετωπίζονται τα εμπόδια που υπάρχουν αλλά και πώς αντιμετωπίζονται παραβιάσεις και διακρίσεις. Με την κατοχύρωση της ενιαίας εκπαίδευσης (inclusive education) (άρθρο 24) εγκαταλείπονται παλαιότερα μοντέλα όπως, του αποκλεισμού (exclusion) διαχωρισμού (segregation) και της ενσωμάτωσης (integration) τα οποία αποδεδειγμένα δεν διασφάλισαν το δικαίωμα στην εκπαίδευση αλλά το παραβίαζαν. Η ιατρική προσέγγιση στην αναπηρία είναι παρελθόν και αντικαθίσταται από τη δικαιωματική. Αυτή σηματοδοτεί ότι η αναπηρία δεν είναι «λάθος» και «πρόβλημα» αυτού που τη φέρει, αλλά η κοινωνία, τα κράτη και τα υπουργεία τους οφείλουν να διασφαλίσουν ακέραια τα ανθρώπινα δικαιώματα (εδώ εκπαίδευση) σε κάθε άνθρωπο με αναπηρία αφαιρώντας τα εμπόδια. Αντίστοιχη προστασία στην ενιαία εκπαίδευση κατοχυρώνεται στη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού και τα εκεί σχετικά Γενικά Σχόλια. Πρόκειται για σειρά αναγκαίων μεταβάσεων («οι μεταβάσεις»). 3. Από το 2011 έως σήμερα δυστυχώς δεν τροχοδρομήθηκε καμία από τις ως άνω μεταβάσεις. Τα κείμενα των συμβάσεων και Γενικών Σχολίων επίμονα παραγνωρίζονται. Δεκαπέντε χρόνια μετά την δέσμευση στη ΣΔΑΑ και πολύ περισσότερα από αυτή της ΣΔΠ, έχουμε ενώπιον μας μια προτεινόμενη νομοθεσία η οποία δεν αποτελεί βήμα στην κατεύθυνση της υλοποίησης τους και δεν πλησιάζει την ενιαία εκπαίδευση. Παραμένει προσκολλημένη στο μοντέλο της ενσωμάτωσης (integration), του Νόμου του 1999, με έντονα στοιχεία διαχωρισμού ή ακόμα και αποκλεισμού καθότι διατηρεί τα ειδικά σχολεία και -ουσιαστικά και- τις ειδικές μονάδες. Αυτό καθότι εξακολουθεί να θεωρεί οτι για να εκπαιδεύσει τα παιδιά με αναπηρία πρέπει να τα διαχωρίσει και κατ’ επέκταση να τα απομονώσει από τα παιδιά χωρίς αναπηρία, άλλοτε εντός («προγράμματα ενισχυμένης στήριξης») ή εκτός των γενικών σχολείων («ειδικά σχολεία»). Αυτό ενόσω καμία εγγύηση ενιαίας, ποιοτικής και συμμετοχικής εκπαίδευσης δεν υφίσταται (ανώτατος χρόνος απομάκρυνσης από τη γενική τάξη, προετοιμασία/ προσαρμογές εντός των γενικών τάξεων, συστηματική υποχρεωτική επιμόρφωση εκπαιδευτικών, συστηματικοποίηση διαφοροποίησης σε όλα τα στάδια εκπαίδευσης και αξιολόγησης, προσαρμοσμένα αναλυτικά προγράμματα, εξατομίκευση, εύλογες προσαρμογές, προσβασιμότητα υλικού, διδακτικών μεθόδων, επικοινωνίας, δραστηριοτήτων κ.ο.κ.). Με τις τροποποιήσεις διατηρείται σχεδόν άθικτο το υφιστάμενο σύστημα το οποίο ανέδειξε σωρεία προβλημάτων αποκλεισμού και όχι μόνο. 4. Ενδεικτικές παραβιάσεις Από μόνη της και χωρίς τα πιο κάτω να είναι οι μοναδικές παραβιάσεις: - η διατήρηση και η υιοθέτηση, το 2026, νομοθετικών και κανονιστικών τροποποιήσεων που δεν συνάδουν με τη ΣΔΑΑ παραβιάζουν το άρθρο 4 (1)(α) και 4 (1)(δ) της ΣΔΑΑ. Δυνάμει αυτής η Κύπρο υποχρεούται να υιοθετεί και να τροποποιεί νόμους και πρακτικές μόνο όταν συνάδουν με τη Σύμβαση. Υποχρεούται επίσης να απέχει «από την εμπλοκή σε ενέργειες και πρακτικές» που δεν συνάδουν με αυτήν. - η διατήρηση ξεχωριστής διαδικασίας και ενός συστήματος βασιζόμενου σε αξιολογήσεις με σκοπό το διαμοιρασμό των παιδιών σε διαφορετικά πλαίσια εκπαίδευσης, σε ξεχωριστή αντί ενιαία, για όλα τα παιδία, νομοθεσία και κανονισμούς, αφήνοντας να υπάρχει άλλη νομοθεσία για τα παιδία με αναπηρία/ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και άλλη για τα «υπόλοιπα» παιδιά, παραβιάζει την αρχή της μη διάκρισης και της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως αναπηρίας, όπως εξάλλου επισημάνθηκε κατ’ επανάληψη τόσο από εμάς όσο και από την Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού. Από μόνος του ο διαχωρισμός των παιδιών στη βάση αξιολογήσεων της αναπηρίας τους, σε διαφορετικές δομές και πλαίσια εκπαίδευσης, χωρίς μάλιστα αντίστοιχες αξιολογήσεις των παρεχόμενων υπηρεσιών εκπαίδευσης, και η εξύψωση των αξιολογήσεων σε επίπεδο προϋπόθεσης πρόσβασης στην εκπαίδευση, συνιστά απαγορευμένη και ακραία οπισθοδρομική διάκριση με βάση την αναπηρία. - η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στις αδήριτα αναγκαίες έννοιες των εύλογων προσαρμογών, της μη διάκρισης με βάση την αναπηρία, του καθολικού σχεδιασμού, της προσβασιμότητας υλικού και μεθόδων διδασκαλίας, της ατομικής στήριξης, της απαγορευμένης διάκρισης με βάση την αναπηρία και πολλών άλλων, παραβιάζει τις διατάξεις και το πνεύμα των δύο συνθηκών. Οι έννοιες αυτές ως ερμηνεύονται στις Συμβάσεις έπρεπε να πρωταγωνιστούν στην προτεινόμενη νομοθεσία και διαδικασία. Αναδεικνύεται δυστυχώς και πάλι ότι βρισκόμαστε μακριά από ακόμα και τα πρώτα βήματα στην ενιαία εκπαίδευση, ότι η πολιτική βούληση εξακολουθεί να απέχει ή να ενδίδει στο φόβο πλειοψηφιών για την αλλαγή - η απουσία της συνεκτίμησης της ίδιας της φωνής του παιδιού με αναπηρία κατά τη λήψη αποφάσεων που το αφορούν παραβιάζει τη ΣΔΠ και τη ΣΔΑΑ. 5. Θέση μας είναι ότι θα πρέπει να μελετηθούν ολοκληρωμένα οι δεσμεύσεις της χώρας μας και να τεθεί επιτακτικά χωρίς άλλες καθυστερήσεις σε εφαρμογή ένα ολοκληρωμένο σύστημα ενιαίας εκπαίδευσης για όλα τα παιδιά, σε μία ενιαία νομοθεσία σε πλήρη συμμόρφωση προς τις διεθνείς συνθήκες." "01 - Τίτλος",ΚΥΣΟΑ,"Η ΚΥΣΟΑ εισηγείται όπως στον συνοπτικό τίτλο που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, στον οποίο γίνεται αναφορά ως ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026, τροποποιηθεί ως εξής: Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρίες ή και με Μαθησιακές Δυσκολίες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026." "01 - Τίτλος",louishad,"Η δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026» αποτελεί σημαντική ευκαιρία για ουσιαστικό εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού πλαισίου. Είναι θετικό ότι το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας αναγνωρίζει την ανάγκη προώθησης μιας πιο συμπεριληπτικής εκπαίδευσης, ενίσχυσης της συμμετοχής των παιδιών με αναπηρία στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα, βελτίωσης της διαφάνειας και αναβάθμισης της λειτουργίας των Επαρχιακών Επιτροπών. Ωστόσο, ήδη από τον τίτλο του νομοσχεδίου προκύπτει ένα βασικό ζήτημα φιλοσοφίας. Το προτεινόμενο πλαίσιο εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως νομοθεσία που αφορά την «αγωγή και εκπαίδευση παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» και όχι ως νομοθεσία που αφορά την ενιαία, προσβάσιμη και συμπεριληπτική εκπαίδευση όλων των παιδιών. Με άλλα λόγια, το βάρος φαίνεται να παραμένει στο παιδί και στην κατηγοριοποίησή του, αντί να μετατοπίζεται αποφασιστικά στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα και στην υποχρέωσή του να ανταποκρίνεται στη διαφορετικότητα των μαθητών/ριών. Η διαφορά αυτή είναι ουσιαστική. Ένα πραγματικά συμπεριληπτικό πλαίσιο δεν ξεκινά από το ερώτημα «ποιο παιδί έχει ειδικές ανάγκες και πού πρέπει να τοποθετηθεί», αλλά από το ερώτημα «πώς το σχολείο οργανώνεται, προσαρμόζεται και υποστηρίζεται ώστε κάθε παιδί να συμμετέχει ισότιμα». Επομένως, ο εκσυγχρονισμός δεν πρέπει να περιοριστεί στην αντικατάσταση παλαιότερων όρων με πιο σύγχρονες διατυπώσεις. Πρέπει να συνοδευτεί από σαφή αλλαγή φιλοσοφίας, δομών και πρακτικών. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στο γεγονός ότι η ανακοίνωση αναφέρεται στην προώθηση «μιας πιο συμπεριληπτικής εκπαίδευσης», αλλά το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο, όπως διαμορφώνεται από τον τίτλο και τη γενική του προσέγγιση, δεν φαίνεται να κατοχυρώνει ρητά την ενιαία ή συμπεριληπτική εκπαίδευση ως θεμελιώδη αρχή. Η συμπερίληψη δεν πρέπει να εμφανίζεται μόνο ως επιδιωκόμενη πολιτική κατεύθυνση ή διοικητικός στόχος. Πρέπει να αποτελεί ρητή νομική αρχή, δεσμευτική για όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης και όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Επιπλέον, η διατήρηση των Ειδικών Σχολείων ως «εναλλακτικής εκπαιδευτικής επιλογής» χρειάζεται προσεκτική διατύπωση. Η ύπαρξη ειδικών δομών δεν πρέπει να λειτουργεί ως εύκολη λύση απομάκρυνσης παιδιών από το γενικό σχολείο. Αντίθετα, θα πρέπει να ξεκαθαρίζεται ότι οποιαδήποτε φοίτηση εκτός γενικού σχολείου αποτελεί εξαιρετική, τεκμηριωμένη και χρονικά περιορισμένη διευθέτηση, αφού προηγουμένως έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες στήριξης, εύλογων προσαρμογών και συμμετοχής στο γενικό εκπαιδευτικό περιβάλλον. Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και στην αντικατάσταση όρων, όπως η μετάβαση από την «ειδική μονάδα» στο «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης». Η αλλαγή αυτή μπορεί να είναι θετική μόνο εφόσον συνοδεύεται από ουσιαστική διαφοροποίηση του τρόπου λειτουργίας. Αν το νέο πρόγραμμα συνεχίσει να λειτουργεί ως χωριστός χώρος φοίτησης μέσα στο σχολείο, τότε δεν πρόκειται για συμπερίληψη, αλλά για μετονομασία μιας υφιστάμενης διαχωριστικής πρακτικής. Ως εκ τούτου, το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να αξιολογηθεί όχι μόνο ως προς τις επιμέρους διαδικασίες του, αλλά κυρίως ως προς τη βασική του κατεύθυνση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο μετασχηματίζει το σύστημα προς την κατεύθυνση της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης ή αν απλώς εκσυγχρονίζει τη γλώσσα και τις διαδικασίες της υφιστάμενης ειδικής εκπαίδευσης. Η βασική εισήγηση είναι όπως το νομοσχέδιο ενισχυθεί με ρητή αναφορά στην ενιαία και συμπεριληπτική εκπαίδευση ως θεμελιώδη αρχή του εκπαιδευτικού συστήματος. Το επίκεντρο πρέπει να μετακινηθεί από την ταξινόμηση του παιδιού στην υποχρέωση του σχολείου και της Πολιτείας να διασφαλίζουν πρόσβαση, συμμετοχή, υποστήριξη και ισότιμη σχολική ζωή για όλα τα παιδιά." "01 - Τίτλος","Panayiotis Savvides 2024","Οι πιο κάτω στρατηγικοί στόχοι και δείκτες μέτρησης αποτελεσμάτων, οι οποίοι παρουσιάστηκαν στις 2 Οκτωβρίου 2023, στο Προεδρικό, όταν ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εξήγγειλε την έναρξη διαλόγου, για την αναβάθμιση και τον παιδαγωγικό εκσυγχρονισμό της ειδικής εκπαίδευσης, με απώτερο στόχο τη μετάβαση στην ενιαία/συμπεριληπτική εκπαίδευση, που είχε ως στόχο την επανεξέταση των υφιστάμενων πρακτικών, την βελτίωση των ισχυουσών διαδικασιών και την υιοθέτηση νέων επιτυχημένων προσεγγίσεων που εφαρμόζονται διεθνώς. απουσιάζουν από την προτεινόμενη νομοθεσία και κανονισμούς. ""Ο γενικός στρατηγικός στόχος της Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ενιαία και Συμπεριληπτική Εκπαίδευση είναι ο σχεδιασμός και η υλοποίηση μιας νομοθεσίας, η οποία θα συμπεριλαμβάνει όλους τους μαθητές και όλες τις μαθήτριες, παρέχοντάς τους τις εύλογες προσαρμογές που χρειάζονται, ώστε το σχολείο να προσφέρει ποιοτική και συμπεριληπτική εκπαίδευση. Επιδίωξη του Υ.Π.Α.Ν. είναι η εμπέδωση μιας νέας νοοτροπίας, μιας νέας κουλτούρας, με έντονο το στοιχείο της συμπερίληψης, του απόλυτου φραγμού στον αποκλεισμό. Παράλληλα, επιδιώκεται η διευκόλυνση και αύξηση της πρόσβασης, συμμετοχής και ολοκλήρωσης της ανώτερης εκπαίδευσης από άτομα με αναπηρίες. Οι ειδικότεροι στρατηγικοί στόχοι είναι: 5.3.1 Ανάπτυξη, επιμόρφωση και ποιοτική αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης (Δείκτες: αριθμός εκπαιδευτικού προσωπικού, ποσοστό συμμετοχής σε εκπαιδευτικά προγράμματα, επίπεδο ικανοποίησης εκπαιδευτικών μετά τη συμμετοχή σε επιμορφωτικά προγράμματα, συχνότητα επιμορφώσεων, ποσοστό τοποθέτησης εξειδικευμένου προσωπικού ανά σχολική μονάδα). 5.3.2 Εκσυγχρονισμός διοικητικών δομών του εκπαιδευτικού συστήματος και των σχολικών μονάδων 5.3.3 Παροχή εκπαίδευσης και αναβάθμιση του περιεχομένου της, αξιολόγηση και αποτελεσματικότητα. 5.3.4 Στήριξη και ενίσχυση κάθε μαθητή/μαθήτριας, με αναγνώριση της διαφορετικότητας (Δείκτες: αριθμός μαθητών/ριών ειδικής εκπαίδευσης, ανάλυση της πολιτικής του σχολείου για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που αναγνωρίζει και υποστηρίζει τη διαφορετικότητα, παρακολούθηση της προόδου κάθε μαθητή/μαθήτριας και πώς προσαρμόζονται οι μαθησιακοί στόχοι ανάλογα). 5.3.5 Έγκαιρη διάγνωση των εκπαιδευτικών αναγκών λόγω αναπηρίας, με τη λειτουργία κατάλληλων δομών και υπηρεσιών στις οποίες θα έχει πρόσβαση το παιδί (Δείκτες: αριθμός δομών και υπηρεσιών). 5.3.6 Έγκαιρη παιδική παρέμβαση με υπηρεσίες των απαιτούμενων ειδικοτήτων, που θα προλάβουν ή θα θεραπεύσουν ή θα αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της αναπηρίας και των εμποδίων του περιβάλλοντος στο παιδί. 5.3.7 Προώθηση της πρόσβασης στην εκπαίδευση για όλους (Δείκτες: αριθμός όλων των μαθητών/ριών). 5.3.8 Προώθηση δράσεων που αφορούν στην κατάργηση στερεοτύπων στην εκπαίδευση ενάντια στις γυναίκες και κορίτσια με αναπηρία (Δείκτες: αριθμός όλων των μαθητών/ριών). 5.3.9 Συγκέντρωση εθνικών στατιστικών στοιχείων σχετικά με τη φοίτηση και ολοκλήρωση της ανώτερης εκπαίδευσης από άτομα με αναπηρίες και συμμετοχή σε ευρωπαϊκές έρευνες για τη συλλογή συγκρίσιμων δεδομένων με άλλες ευρωπαϊκές χώρες σχετικά με τη φοίτηση και τις εμπειρίες φοίτησης στην ανώτερη εκπαίδευση ατόμων με αναπηρίες. 5.3.10 Διευκόλυνση της πρόσβασης των ατόμων με αναπηρία στην ανώτερη εκπαίδευση της Κύπρου και της Ελλάδας, μέσω της παροχής διευκολύνσεων στις εξετάσεις πρόσβασης στα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης της Κύπρου και Ελλάδας. 5.3.11 Αναγνώριση, αντιμετώπιση και καταγραφή περιστατικών μισαναπηρισμού στα σχολεία (Δείκτες: αριθμός ρατσιστικών περιστατικών που καταγράφονται και αποστέλλονται ετησίως στο πλαίσιο εφαρμογής της Αντιρατσιστικής Πολιτικής του ΥΠΑΝ). 5.3.12 Επιμόρφωση γονέων/κηδεμόνων σε θέματα ενιαίας και συμπεριληπτικής εκπαίδευσης και αναπηρίας (Δείκτες: αριθμός σεμιναρίων για γονείς/κηδεμόνες σε αυτά τα θέματα που υλοποιούνται ετησίως).""" "02 - Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»",PASYGOANA,"Ο Παγκύπριος Σύνδεσμο Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ) δηλώνει ευθαρσώς ότι πέραν των θέσεων που έχει καταθέσει στην διαβούλευση, συμφωνεί και με τις θέσεις που έχουν καταθέσει η Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ) και ο Σύνδεσμος Συγγενών και Φίλων για Άτομα με Αυτισμό ""ΜΑΖΙ"". Η ευθυγράμμιση μας αυτή δεν σημαίνει ότι αυτόματα διαφωνούμε με τις θέσεις άλλων ατόμων, Συνδέσμων και οργανωμένων συνόλων που έχουν καταθέσει απόψεις στην διαβούλευση." "02 - Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»",Mazi4autism,"Ο Σύνδεσμος Συγγενών και Φίλων Ατόμων με Αυτισμό «ΜΑΖΙ» συμφωνεί και συντάσσεται με τις βασικές παρατηρήσεις και εισηγήσεις που έχουν υποβληθεί από την Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ) και τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ). Προς αποφυγή επανάληψης, καταθέτουμε συμπληρωματικά τις ακόλουθες ειδικότερες εισηγήσεις: 1. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ Η πολυθεματική αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά σε λειτουργούς που υπηρετούν ή ορίζονται από το ίδιο διοικητικό σύστημα το οποίο λαμβάνει και εφαρμόζει την απόφαση. Πρέπει να κατοχυρωθεί το δικαίωμα του παιδιού και του γονέα: – να προσκομίζουν εκθέσεις ανεξάρτητου ψυχολόγου, ιατρού, παιδοψυχιάτρου, κοινωνικού λειτουργού, λογοθεραπευτή, εργοθεραπευτή ή άλλου κατάλληλου ειδικού της επιλογής τους, – να ζητούν τη συμμετοχή ανεξάρτητου ειδικού όταν υπάρχει ουσιώδης διαφωνία ως προς τις ανάγκες, τη λειτουργικότητα, την υποστήριξη ή το πλαίσιο φοίτησης του παιδιού, – να συνοδεύονται από ανεξάρτητο πρόσωπο ψυχολογικής ή κοινωνικής υποστήριξης ή συνήγορο του παιδιού, – και να απαιτούν όπως οι εισηγήσεις του ανεξάρτητου ειδικού καταγράφονται, αξιολογούνται και απαντώνται ειδικά και αιτιολογημένα. Η ανεξάρτητη επιστημονική γνώμη δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο μόνο των οικογενειών που μπορούν να την πληρώσουν. Όταν είναι αναγκαία για την επίλυση ουσιώδους επιστημονικής διαφωνίας ή για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα κάλυψης του εύλογου κόστους. 2. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΕΩΝ Ο Νόμος πρέπει να κατοχυρώνει ότι κάθε θεραπευτική, εκπαιδευτική, επικοινωνιακή ή άλλη εξειδικευμένη υποστήριξη παρέχεται σύμφωνα με τις εξατομικευμένα αξιολογημένες ανάγκες του παιδιού και συνεχίζεται για όσο χρόνο παραμένει αναγκαία. Καμία θεραπεία ή υποστήριξη δεν πρέπει να μειώνεται, να αντικαθίσταται ή να διακόπτεται: – χωρίς προηγούμενη επαναξιολόγηση της συγκεκριμένης ανάγκης, – χωρίς ουσιαστική ενημέρωση και συμμετοχή του γονέα και του παιδιού, – χωρίς ειδική γραπτή και επιστημονικά τεκμηριωμένη αιτιολογία, – αποκλειστικά λόγω έλλειψης προσωπικού, πιστώσεων, χρόνου ή διαθέσιμου προγράμματος, – χωρίς μεταβατικό σχέδιο, – και χωρίς σαφή προσδιορισμό της νέας ή εναλλακτικής υποστήριξης που θα καλύψει την ανάγκη για την οποία είχε εγκριθεί η υπηρεσία. Η σχετική απόφαση πρέπει να εξηγεί ποια συγκεκριμένη μεταβολή στις ανάγκες ή στην πρόοδο του παιδιού δικαιολογεί τη μείωση ή τη διακοπή και με ποιον τρόπο θα συνεχίσουν να καλύπτονται οι ανάγκες του. 3. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ Η αγωγή και εκπαίδευση δεν πρέπει να περιορίζεται στην ακαδημαϊκή διδασκαλία. Ο Νόμος πρέπει να κατοχυρώνει ότι ιδίως κατά την εφηβεία κάθε παιδί δικαιούται εξατομικευμένο πρόγραμμα κοινωνικής ένταξης και μετάβασης στην ενήλικη ζωή, το οποίο να περιλαμβάνει, ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητές του: – δεξιότητες αυτοφροντίδας και καθημερινής ζωής, – επικοινωνία και αυτοπροσδιορισμό, – υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων, – ασφαλή χρήση της κοινότητας και των υπηρεσιών της, – κοινωνικές, πολιτιστικές, αθλητικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες, – επαγγελματικό προσανατολισμό και προεπαγγελματική κατάρτιση, – προετοιμασία για εργασία ή υποστηριζόμενη απασχόληση, – προετοιμασία για ανεξάρτητη ή υποστηριζόμενη διαβίωση, – διασύνδεση με υπηρεσίες υγείας, κοινωνικής στήριξης, αποκατάστασης και απασχόλησης, – και συγκεκριμένο σχέδιο συνέχειας των υπηρεσιών μετά την αποφοίτηση. Ο σχεδιασμός της μετάβασης πρέπει να αρχίζει έγκαιρα, να αναθεωρείται τακτικά και να γίνεται με ουσιαστική συμμετοχή του παιδιού, της οικογένειας και των αρμόδιων υπηρεσιών. 4. ΕΙΔΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΑΥΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΑΥΞΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ Ο Νόμος πρέπει να αναγνωρίζει ρητά ότι ορισμένα παιδιά με αυτισμό χρειάζονται αυξημένο, συνεχές ή εξειδικευμένο επίπεδο υποστήριξης. Ανάλογα με την εξατομικευμένη ανάγκη, πρέπει να κατοχυρώνεται δικαίωμα σε: – ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη, – λειτουργική αξιολόγηση της συμπεριφοράς, – υποστήριξη θετικής συμπεριφοράς, – αισθητηριακές προσαρμογές, – εναλλακτική και επαυξητική επικοινωνία, – προσωπικό βοηθό ή συνοδό, – σχολικό νοσηλευτή, – σχέδιο ασφάλειας και διαχείρισης κρίσεων, – και πλήρη συμμετοχή στις σχολικές και κοινωνικές δραστηριότητες με τις αναγκαίες προσαρμογές." "02 - Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»",ΚΥΣΟΑ,"Η ΚΥΣΟΑ υποστηρίζει ότι η διατήρηση μιας προσέγγισης που περιορίζεται σε αποσπασματικές ή μερικές τροποποιήσεις του υφιστάμενου περί Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης Νόμου δεν ανταποκρίνεται πλέον ούτε στις σύγχρονες εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανάγκες ούτε στις διεθνείς και ευρωπαϊκές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Κυπριακή Δημοκρατία, ιδίως δυνάμει της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες. Η πραγματική επιτυχία μιας ουσιαστικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί να μετρηθεί από τον αριθμό των επιμέρους νομοθετικών τροποποιήσεων, αλλά από τη δημιουργία ενός σύγχρονου, ενιαίου και συμπεριληπτικού εκπαιδευτικού πλαισίου, το οποίο θα διασφαλίζει ότι κανένα παιδί δεν αποκλείεται από το γενικό εκπαιδευτικό σύστημα λόγω αναπηρίας ή άλλων χαρακτηριστικών. Ένα τέτοιο πλαίσιο οφείλει να κατοχυρώνει την ισότιμη πρόσβαση, την ουσιαστική συμμετοχή, την παροχή εύλογων προσαρμογών και εξατομικευμένης υποστήριξης, καθώς και την πλήρη απόλαυση του δικαιώματος όλων των παιδιών σε ποιοτική και συμπεριληπτική εκπαίδευση, χωρίς οποιεσδήποτε διακρίσεις, σε ισότιμη βάση με τους υπόλοιπους μαθητές." "02 - Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»",ΚΥΣΟΑ,"Σχετικά με την τροποποίηση του Κανονισμού 11 και την εισαγωγή πρόνοιας που επιτρέπει στην Επαρχιακή Επιτροπή να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε αξιολόγηση όταν οι γονείς αρνούνται να συμμορφωθούν ή παρεμποδίζουν τη διαδικασία αξιολόγησης: Η προτεινόμενη διάταξη παρουσιάζει σημαντική ασάφεια, καθώς δεν καθορίζεται επαρκώς τι συνιστά «άρνηση συμμόρφωσης» ή «παρεμπόδιση» της διαδικασίας αξιολόγησης. Η έλλειψη σαφών και αντικειμενικών κριτηρίων δημιουργεί τον κίνδυνο αυθαίρετης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης. Για τον λόγο αυτό, εισηγούμαστε να προβλεφθεί ρητά ότι δεν συνιστούν άρνηση συμμόρφωσης ή παρεμπόδιση της διαδικασίας αξιολόγησης, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες περιπτώσεις: * η διαφωνία των γονέων με συγκεκριμένο αξιολογητή ή ειδικό, * το αίτημα για λήψη δεύτερης γνώμης, * το αίτημα για πληρέστερη, πολυθεματική ή συμπληρωματική αξιολόγηση, * η μη αποδοχή διαδικασίας ή αξιολόγησης που δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη ή τεκμηριωμένη. Οι πιο πάνω ενέργειες αποτελούν θεμιτή άσκηση των δικαιωμάτων των γονέων και αποσκοπούν στη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να ενεργοποιούν την εξουσία της Επαρχιακής Επιτροπής για αυτεπάγγελτη αξιολόγηση. Περαιτέρω, η απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής για αυτεπάγγελτη αξιολόγηση θα πρέπει να είναι ειδικά και επαρκώς αιτιολογημένη, να λαμβάνεται μόνο κατόπιν προηγούμενης ακρόασης των γονέων και να υπόκειται σε αποτελεσματικό δικαίωμα προσβολής." "02 - Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»",PASYGOANA,"Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία καταθέτει τις ακόλουθες παρατηρήσεις και εισηγήσεις επί του νομοσχεδίου με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»: 1. ΡΗΤΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Η αντικατάσταση του όρου «ειδική μονάδα» με τον όρο «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» δεν διασφαλίζει από μόνη της τη συμπεριληπτική εκπαίδευση. Πρέπει να κατοχυρωθεί ρητά ότι κάθε παιδί έχει δικαίωμα να φοιτά στο γενικό σχολείο της κοινότητάς του, με τις αναγκαίες εξατομικευμένες στηρίξεις, εύλογες προσαρμογές και εξειδικευμένο προσωπικό. Η φοίτηση σε ειδικό σχολείο ή σε χωριστό πλαίσιο πρέπει να αποτελεί εξαιρετική, ειδικά αιτιολογημένη και περιοδικά επανεξεταζόμενη ρύθμιση, αφού προηγουμένως έχουν εξεταστεί και παρασχεθεί όλες οι αναγκαίες υποστηρίξεις στο γενικό σχολείο. 2. ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ Ή/ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ Ο προτεινόμενος ορισμός εξακολουθεί να επικεντρώνεται κυρίως στις ατομικές δυσκολίες του παιδιού και στην αδυναμία του να χρησιμοποιεί τις υφιστάμενες εκπαιδευτικές διευκολύνσεις. Πρέπει να ενσωματωθεί η αρχή ότι η αναπηρία και ο εκπαιδευτικός αποκλεισμός προκύπτουν και από την αλληλεπίδραση του παιδιού με περιβαλλοντικά, επικοινωνιακά, οργανωτικά και συμπεριφορικά εμπόδια του σχολικού συστήματος. 3. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΑΙΡΗΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 Η πρόβλεψη ότι οι παραπομπές παραλαμβάνονται μέχρι το τέλος Ιανουαρίου, για έκδοση απόφασης με ισχύ από τον επόμενο Σεπτέμβριο, μπορεί να αφήσει παιδιά χωρίς υποστήριξη για πολλούς μήνες. Η εξαίρεση μόνο για περιπτώσεις που η Επαρχιακή Επιτροπή χαρακτηρίζει «σοβαρές και έκτακτες» δεν παρέχει επαρκή προστασία. Εισηγούμαστε: – οι παραπομπές να παραλαμβάνονται και να εξετάζονται καθ’ όλη τη σχολική χρονιά, – να καθορίζεται δεσμευτική προθεσμία ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, – να παρέχονται προσωρινές εύλογες προσαρμογές και υποστηρίξεις μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης, – να μην εξαρτάται η άμεση στήριξη αποκλειστικά από τη διακριτική κρίση της Επαρχιακής Επιτροπής. 4. ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9 Η πολυθεματική ομάδα πρέπει να συγκροτείται ανάλογα με τις εξατομικευμένες ανάγκες του παιδιού και όχι μόνο από μόνιμο προσωπικό της δημόσιας εκπαιδευτικής υπηρεσίας. Πρέπει να προβλέπεται συμμετοχή όλων των αναγκαίων ειδικοτήτων, καθώς και δυνατότητα συμμετοχής ή ουσιαστικής συνεισφοράς ειδικού της επιλογής της οικογένειας. Οι απόψεις όλων των ειδικών, καθώς και τυχόν επιστημονικές διαφωνίες, πρέπει να καταγράφονται στην Έκθεση Αξιολόγησης και στα πρακτικά. 5. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΘΜΟΥ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 12 Το άρθρο 12(2)(α) του υφιστάμενου Νόμου προβλέπει ότι ο αριθμός των παιδιών στην τάξη μπορεί να μειώνεται ανάλογα με τη σοβαρότητα και τις πολυθεματικά αξιολογημένες ανάγκες του παιδιού. Το τροποποιητικό νομοσχέδιο διαγράφει ολόκληρη την παράγραφο 12(2)(α), χωρίς να μεταφέρει τη συγκεκριμένη δυνατότητα σε άλλη ισοδύναμη διάταξη. Η διαγραφή καταργεί μία σημαντική εξατομικευμένη προσαρμογή, ιδίως για παιδιά που χρειάζονται: – μικρότερη ομάδα, – λιγότερα αισθητηριακά ερεθίσματα, – αυξημένη επίβλεψη, – ασφαλέστερο μαθησιακό περιβάλλον, – περισσότερη εξατομικευμένη εκπαιδευτική υποστήριξη. Η απλή πρόβλεψη «επιπρόσθετης στήριξης στην τάξη» δεν υποκαθιστά τη δυνατότητα μείωσης του μεγέθους της τάξης. Εισηγούμαστε τη διατήρηση και ενίσχυση της πρόνοιας, ώστε, όταν αυτό τεκμηριώνεται από την πολυθεματική αξιολόγηση, η μείωση του αριθμού των μαθητών να αποτελεί δεσμευτική εύλογη προσαρμογή και να καταγράφεται ρητά στην Απόφαση και στο εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. 6. ΠΛΗΡΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 12 Η Απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά από πλήρη και αυτοτελή Έκθεση Αξιολόγησης. Στην Έκθεση πρέπει να καταγράφονται: – η μεθοδολογία της αξιολόγησης, – τα πορίσματα κάθε ειδικού, – η λειτουργική εικόνα και οι εξατομικευμένες ανάγκες του παιδιού, – οι απόψεις του γονέα και του παιδιού, – τυχόν διαφωνίες μεταξύ των ειδικών, – οι λόγοι αποδοχής ή απόρριψης των προτάσεων της οικογένειας ή των ειδικών της, – οι συγκεκριμένες υπηρεσίες, ώρες, μέσα και υποστηρίξεις που απαιτούνται. Η διοικητική Απόφαση δεν πρέπει να αντικαθιστά την επιστημονικά τεκμηριωμένη Έκθεση. 7. ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΚΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 15 Η μεταφορά της τακτικής επαναξιολόγησης στα τρία χρόνια αποτελεί υποχώρηση, ιδιαίτερα για παιδιά με νοητική αναπηρία, αυτισμό, πολλαπλές αναπηρίες, σοβαρές επικοινωνιακές, συμπεριφορικές ή ιατρικές ανάγκες. Εισηγούμαστε: – τακτική επαναξιολόγηση τουλάχιστον ανά διετία, – ετήσια αναθεώρηση του εξατομικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος, – άμεση επαναξιολόγηση όταν μεταβάλλονται ουσιωδώς οι ανάγκες του παιδιού, – υποχρεωτική επαναξιολόγηση μετά από αιτιολογημένο αίτημα του γονέα, εκτός αν αυτό απορριφθεί με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση. 8. ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 15 Η διατύπωση ότι η επαναξιολόγηση μπορεί να διενεργείται στο πλαίσιο πολυθεματικής συνάντησης μόνο «όπου απαιτείται» δημιουργεί κίνδυνο λήψης αποφάσεων με βάση παλαιά ή ελλιπή δεδομένα. Η πλήρης πολυθεματική επαναξιολόγηση πρέπει να είναι υποχρεωτική όταν: – αλλάζει η βαθμίδα ή το πλαίσιο φοίτησης, – εξετάζεται μετακίνηση σε ειδικό σχολείο ή πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης, – έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς οι ανάγκες του παιδιού, – το ζητεί αιτιολογημένα ο γονέας, – υπάρχουν διαφορετικές επιστημονικές απόψεις. 9. ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΓΟΝΕΑ ΜΕ «ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ» ΑΠΟΦΑΣΗ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 16 Η πρόνοια ότι ο γονέας υποχρεούται να συμμορφωθεί με την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, η οποία χαρακτηρίζεται «τελεσίδικη», είναι ιδιαίτερα προβληματική. Η Κεντρική Επιτροπή αποτελεί μέρος της ίδιας διοικητικής δομής του Υπουργείου και δεν είναι ανεξάρτητο δικαιοδοτικό όργανο. Η διάταξη πρέπει να διαγραφεί ή να διευκρινίζεται ρητά ότι η απόφαση είναι τελική μόνο εντός της διοικητικής διαδικασίας και δεν επηρεάζει: – το δικαίωμα δικαστικής προσφυγής, – το δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας, – το δικαίωμα προσφυγής σε ανεξάρτητη αρχή, – το δικαίωμα αμφισβήτησης της νομιμότητας, επάρκειας και αναλογικότητας της απόφασης. Δεν μπορεί να επιβάλλεται αυστηρή υποχρέωση συμμόρφωσης στον γονέα χωρίς αντίστοιχη ρητή και δεσμευτική υποχρέωση του Υπουργείου να εφαρμόζει πλήρως και εμπρόθεσμα τις αποφάσεις που αναγνωρίζουν ανάγκες και παροχές στο παιδί. 10. ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ Ο Νόμος πρέπει να κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε παιδιού σε πλήρες, εξατομικευμένο και νομικά δεσμευτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Το πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει: – συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους, – αριθμό ωρών και είδος υποστήριξης, – ειδικότητες και προσόντα προσωπικού, – θεραπευτικές, επικοινωνιακές και εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, – εύλογες προσαρμογές, – μέσα εναλλακτικής και επαυξητικής επικοινωνίας, – μέγιστο αριθμό μαθητών στην τάξη ή ομάδα, όπου απαιτείται, – υπεύθυνο εφαρμογής, – ημερομηνία έναρξης, – μηχανισμό παρακολούθησης και αξιολόγησης, – τακτική αναθεώρηση με ουσιαστική συμμετοχή του γονέα και του παιδιού. 11. ΡΗΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΕΥΛΟΓΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ Οι γενικές αναφορές σε «μέσα», «διευκολύνσεις» και «απαλλαγές» δεν αρκούν. Πρέπει να κατοχυρωθεί ρητά: – η άμεση και εξατομικευμένη υποχρέωση παροχής εύλογων προσαρμογών, – η υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης κάθε άρνησης, – η αναγνώριση ότι η αδικαιολόγητη άρνηση εύλογης προσαρμογής συνιστά διάκριση λόγω αναπηρίας, – η δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής προσφυγής. 12. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ Πρέπει να κατοχυρωθεί το δικαίωμα του παιδιού: – να ενημερώνεται με προσβάσιμο τρόπο, – να εκφράζει τη γνώμη, τις προτιμήσεις και τη βούλησή του, – να χρησιμοποιεί εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας, – να λαμβάνει την αναγκαία υποστήριξη για να συμμετέχει, – να καταγράφεται στην Απόφαση ο τρόπος με τον οποίο η άποψή του λήφθηκε υπόψη. Το δικαίωμα αυτό αφορά εξίσου τα μη λεκτικά παιδιά και τα παιδιά με σοβαρή ή πολλαπλή νοητική αναπηρία. 13. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ Η ένσταση δεν πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά από όργανο του ίδιου διοικητικού συστήματος. Εισηγούμαστε τη δημιουργία ανεξάρτητου και εξειδικευμένου μηχανισμού προσφυγής, με: – ταχεία εξέταση, – συμμετοχή ανεξάρτητων ειδικών, – δυνατότητα προσωρινών μέτρων, – ανασταλτικό αποτέλεσμα σε αποφάσεις αλλαγής του πλαισίου φοίτησης, – δωρεάν υποστήριξη του παιδιού και της οικογένειας, – δεσμευτικές και άμεσα εκτελεστές αποφάσεις. 14. ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Ο Νόμος πρέπει να προβλέπει ότι οι εγκεκριμένες υπηρεσίες και υποστηρίξεις παρέχονται πλήρως, έγκαιρα και από κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό. Πρέπει να καθοριστούν: – συγκεκριμένη προθεσμία έναρξης εφαρμογής, – προσωρινές παροχές μέχρι την πλήρη στελέχωση, – υποχρέωση αναπλήρωσης υπηρεσιών που δεν παρασχέθηκαν, – μηχανισμός καταγγελίας για μη εφαρμογή, – συνέπειες για αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή παράλειψη, – δυνατότητα εξασφάλισης της αναγκαίας υπηρεσίας με δαπάνη του κράτους όταν αυτό αδυνατεί να την παράσχει εγκαίρως. 15. ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΣΟΒΑΡΗ ΝΟΗΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΥΞΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ Ο Νόμος πρέπει να αναγνωρίζει ρητά, ανάλογα με την εξατομικευμένη ανάγκη, δικαίωμα σε: – προσωπικό βοηθό ή συνοδό, – σχολικό νοσηλευτή, – επαρκή αριθμό εξειδικευμένου προσωπικού, – υποστήριξη θετικής συμπεριφοράς, – αισθητηριακές προσαρμογές, – εναλλακτική και επαυξητική επικοινωνία, – ασφαλή μεταφορά, – σχέδιο διαχείρισης κρίσεων, – υποστήριξη στα διαλείμματα, στις εκδρομές και στις εξωσχολικές δραστηριότητες, – προστασία από μειωμένο ωράριο, άτυπο αποκλεισμό ή απομάκρυνση λόγω έλλειψης προσωπικού. ΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΟΝΟΙΕΣ Αναγνωρίζουμε ως θετικές: – την απαίτηση γονικής συγκατάθεσης όταν η παραπομπή γίνεται από τρίτο πρόσωπο, – την επαναξιολόγηση πριν από τη μετάβαση σε άλλη βαθμίδα, – την πρόβλεψη τα ειδικά σχολεία να λειτουργούν και ως υποστηρικτικές δομές των γενικών σχολείων, – τη συμμετοχή εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ στην Κεντρική Επιτροπή. Οι πρόνοιες αυτές πρέπει να διατηρηθούν και να ενισχυθούν, χωρίς να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατο των ουσιαστικών και εκτελεστών δικαιωμάτων που αναφέρονται πιο πάνω." "02 - Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»",AgaliaElpidas,"Β. Άνευ βλάβης σχόλια και εισηγήσεις επί προτάσεων 1. Τροποποιήσεις ορολογίας (οριζόντια, στο Νόμο και τους Κανονισμούς) και συνέπειες προτεινόμενων ρυθμίσεων: Προβλέπονται τροποποιήσεις της υφιστάμενης ορολογίας και συναφείς αντικαταστάσεις (Κανονισμοί 2, 3, 4, 17, 42, Νόμος, άρθρα 2, 4, 14), με μοναδικά κατ’ εμάς θετικά το ότι αναφέρεται για πρώτη φορά η λέξη «διαφοροποίηση», η λέξη «γενικό» (σε ό,τι αφορά το σχολείο), και η λέξη «αναπηρία». Ενώ ωστόσο εγκαταλείπεται η έννοια «ειδικές ανάγκες», δυστυχώς στη συνέχεια διατηρείται παράλληλα αφού οι προτάσεις αναφέρονται σε παιδιά με «ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» έννοια ξένη προς τη Σύμβαση και την ενιαία εκπαίδευση. Εάν η νομοθεσία αποβλέπει να καλύψει και παιδιά με άλλα στοιχεία διαφορετικότητας (εκτός βλαβών, αναπηρίας), αυτό θα πρέπει να γίνει με την δόκιμη ορολογία που εντοπίζεται στο ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο. α. «παιδί με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» Επί της ουσίας όμως, • Παρά τη θετική εξέλιξη της αφαίρεσης της αναχρονιστικής έννοιας της «ανικανότητας», ο όρος «παιδί με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» (Κανονισμός 2) έχει ως σημείο αναφοράς τη «δυσκολία» και το είδος αυτής. Δηλαδή, ρίχνει το βάρος στη βλάβη του ατόμου («μαθησιακή, ειδική μαθησιακή, λειτουργική ή προσαρμοστική δυσκολία») χωρίς την παραμικρή αναφορά στο ακατάλληλο σχολικό περιβάλλον το οποίο βρίθει εμποδίων πρόσβασης και άσκησης του δικαιώματος της εκπαίδευσης. • Ο ορισμός που προτείνεται καμία σχέση έχει με τον δόκιμο ορισμό της αναπηρίας στη ΣΔΑΑ (άρθρο 1) και διατηρεί πλήρως το ιατρικό μοντέλο το οποίο επιφέρει εδώ και πολλά χρόνια σωρεία προβλημάτων στην διαφύλαξη των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία. • Ο προτεινόμενος ορισμός είναι εξαιρετικά προβληματικός καθότι έχει επίσης ως σημείο αναφοράς όχι τα νόμιμα στοιχεία του ορισμού της ΣΔΑΑ αλλά την «πλειονότητα των παιδιών της ηλικίας του» και τα όσα «διαθέτουν τα σχολεία για παιδιά της ηλικίας του», μεταφέροντας το βάρος και την ευθύνη στο παιδί καλώντας το να προσαρμοστεί στα κακώς έχοντα του σχολείου και όχι στο σχολείο και το εκπαιδευτικό σύστημα ώστε να προσαρμοστούν και να ανταποκρίνονται στη διαφορετικότητα και τις διαφορετικές απαιτήσεις των παιδιών. Συνεπώς, από αυτή την ορολογία παραβιάζεται πλήρως η δικαιωματική προσέγγιση και η ΣΔΑΑ. Υπενθυμίζεται ότι από τις πρώτες προϋποθέσεις της ενιαίας εκπαίδευσης είναι όπως το εκπαιδευτικό σύστημα παρέχει εξατομικευμένες παιδαγωγικές απαντήσεις αντί να αναμένεται από το μαθητή να ταιριάξει στο σύστημα. β. αντικατάσταση «ειδικής μονάδας» από το «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» Δυστυχώς το γεγονός ότι τα παιδιά με «αναπηρία/ (Κανονισμός 42) «[εγγράφονται κανονικά στο μητρώο του σχολείου σε ειδική ένδειξη ότι «φοιτούν σε πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» και στο μαθητολόγιο της ανάλογης «κατά το δυνατό» με την ηλικία τους τάξης» και η αντικατάσταση της έννοιας «ειδική μονάδα» από την έννοια «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» δεν αποτρέπουν το διαχωρισμό εντός των γενικών σχολείων. Από τον προτεινόμενο Κανονισμό 41, όπως και από τον προτεινόμενο Κανονισμό 13 (β) προκύπτει ότι τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης αφορούν σε συγκεκριμένους χώρους, συνεπώς εξυπακούεται ότι ένα μέρος της εκπαίδευσης, απροσδιόριστης χρονικής διάρκειας συγκριτικά με το σύνολο του εκπαιδευτικού χρόνου θα παρέχεται εκτός της γενικής τάξης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εγγύηση ποιότητας εκπαίδευσης. Καμία ουσιαστική διαφοροποίηση στο καθεστώς των ειδικών μονάδων δεν διασφαλίζεται πέρα από την αλλαγή της ορολογίας. Χωρίς δικαιωματικές εγγυήσεις της διάρκειας, του χώρου και του τρόπου παροχής της “ενισχυμένης στήριξης”, οι κίνδυνοι αποκλεισμού και διαχωρισμού, έννοιες που συνιστούν απαγορευμένη διάκριση με βάση την αναπηρία και παραβίαση του δικαιώματος στην εκπαίδευση, είναι ακόμα και μεγαλύτεροι από τους υφιστάμενους. Η ενισχυμένη στήριξη θα πρέπει να είναι πλήρως εξατομικευμένη αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται κατά τρόπο που να δημιουργεί συνθήκες διαχωρισμού και αποκλεισμού. Παράδειγμα τέτοιας εγγύησης θα μπορούσε να ήταν η εξής, στον προτεινόμενο ορισμό του άρθρου 2 του Νόμου: “πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» σημαίνει εντατική εκπαίδευση ή άλλη εξατομικευμένη στήριξη που παρέχεται σε παιδιά που φοιτούν σε γενικό σχολείο και παρέχεται εντός και εκτός της γενικής τάξης, ωστόσο ο διδακτικός χρόνος εκτός της γενικής τάξης δεν υπερβαίνει το 20% του συνολικού διδακτικού χρόνου» Η δε “προσπάθεια” ώστε οι χώροι λειτουργίας προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης να γειτνιάζουν με τον τόπο διαμονής των παιδιών (Κανονισμός 41 (1), 2η παράγραφος) επιβεβαιώνει τα πιο πάνω, προμηνύει την εμβάθυνση του αποκλεισμού και αντιβαίνει σε άλλο ένα σημείο τη ΣΔΑΑ. Κατά το Γενικό Σχόλιο Αρ. 4, κανένα παιδί δεν πρέπει να στέλνεται να φοιτήσει μακριά από το σπίτι του (παρ. 26). Η τήρηση αυτής της αναγκαίας συνθήκης της ίσης μεταχείρισης χωρίς διάκριση με βάση την αναπηρία σχετικά με το δικαίωμα στην εκπαίδευση, δεν μπορεί να υποβιβάζεται σε “προσπάθεια” προσέγγισής της, αφού κάτι τέτοιο δεν ισχύει σχετικά με τα παιδιά που δεν είναι “παιδιά με αναπηρία/ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες”. Η δε αναφορά σε “προσπάθεια” επίσης υποδηλώνει ότι δεν θα είναι όλα τα σχολεία έτοιμα να προσφέρουν αυτή την “υποστήριξη” που σηματοδοτούν τα προγράμματα ενισχυμένης υποστήριξης αφήνοντας πάλι εκτεθειμένη κατηγορία παιδιών στον διαχωρισμό, τη διάκριση και τον αποκλεισμό, χωρίς καν την ύπαρξη εγγυήσεων ποιοτικής εκπαίδευσης. γ. «ειδικό σχολείο» και αλλαγή ρόλου σε «υποστηρικτική δομή» - βλ. επίσης άρθρο 19 Καταρχήν επαναλαμβάνεται ότι η ύπαρξη τέτοιων πλήρως διαχωριστικών δομών οι οποίες είναι μάλιστα απομακρυσμένες από την κοινότητα και καμία ποιοτική και ουσιαστική διά-δραση δεν παρέχεται με τα παιδιά του γενικού σχολείου, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αντιστοιχία με το αναλυτικό πρόγραμμα της γενικής εκπαίδευσης ή ποιοτική εκπαίδευση, αντίκειται σαφώς στις πιο θεμελιώδεις πτυχές του δικαιώματος στην εκπαίδευση. Η έννοια του «ειδικού σχολείου» στη θέση της έννοιας «σχολείο ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης» δεν προσφέρει κάτι στα προβλήματα που μέχρι σήμερα εντοπίζονται σε αυτού του είδους τις δομές. Η νέα τους αποστολή (προτεινόμενο άρθρο 19 (αα)), όπως λειτουργούν ως «υποστηρικτικές δομές των γενικών σχολείων, παρέχοντας τεχνογνωσία και στήριξη προς τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης» εγείρει επίσης σοβαρούς προβληματισμούς. Πώς οι δομές αυτές, οι οποίες λειτουργούν κατά τρόπο που δεν συνάδει με το δικαίωμα στην εκπαίδευση, αποτελούν την επιτομή του διαχωρισμού και άρα της διάκρισης, είναι εξαιρετικά υποστελεχωμένες, δεν είναι ορθά προσβάσιμες και λειτουργούν κατά τρόπο οριακά «ιδρυματικό», θα αποτελέσουν το πρότυπο υποστήριξης των εκπαιδευτικών σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης; Ποιες προϋποθέσεις ποιοτικής εκπαίδευσης και συνάφειας με τα πρότυπα της ενιαίας εκπαίδευσης θα εφαρμοσθούν εντός της δομής που ονομάζεται «ειδικό σχολείο»; Πώς θα είναι πρακτικά εφαρμόσιμη η επιδιωκόμενη αυτή «υποστήριξη» τεχνογνωσίας των εκπαιδευτικών η οποία πρέπει να γίνεται από εκπαιδευτικούς προσηλωμένους και πεπεισμένους για το ωφέλιμο της ενιαίας και όχι της διαχωριστικής εκπαίδευσης; Το Γενικό Σχόλιο Αρ. 4 κατευθύνει ως προς το πώς θα πρέπει να διασφαλίζονται οι αναγκαίοι πόροι και η αναγκαία υποστήριξη για να εφαρμοσθεί η ενιαία εκπαίδευση, ξεκινώντας από τις πιο πάνω μεταβάσεις καμία εκ των οποίων δεν τροχοδρομείται. Στην παρ. 12 (α) αυτού ρητά προβλέπεται ότι τα υπουργεία για την παιδεία πρέπει να διασφαλίσουν ότι όλοι οι πόροι επενδύονται για την ανάπτυξη της ενιαίας εκπαίδευσης, μέσω της υλοποίησης όλων των αναγκαίων αλλαγών στην ιδρυματική κουλτούρα, πολιτικές και πρακτικές. Στην παρ. 12 (γ) τονίζεται ότι τέτοια κουλτούρα και δέσμευση θα πρέπει να διέπεται από τη δέσμευση του τερματισμού του διαχωρισμού εντός των εκπαιδευτικών εγκαταστάσεων. Υπό αυτή την έννοια και μόνο αποτελεί αντίφαση όπως, από όλες τις υφιστάμενες δομές, τα ειδικά σχολεία ως η πλέον διαχωριστική δομή, επιλέγονται για να λειτουργήσουν ως «υποστηρικτικές δομές των γενικών σχολείων». Η μεταφορά πόρων θα πρέπει να γίνεται οριζόντια, όπου υπάρχουν αυτοί οι πόροι, ώστε να επενδύεται ορθά στις εξατομικευμένες απαιτήσεις των μαθητών, για εύλογες προσαρμογές (έννοια η οποία απουσιάζει), καθολικό σχεδιασμό (έννοια η οποία απουσιάζει), τεχνολογικά μέσα, προσβασιμότητα μέσων, υλικού και επικοινωνίας (έννοια η οποία απουσιάζει). 2. Προτεινόμενος Κανονισμός 11 – Αξιολόγηση άνευ συγκατάθεσης ασκούντων γονική μέριμνα: Στον Κανονισμό 11(ζ) (Δικαιώματα και Υποχρεώσεις γονέα) προστίθεται η δυνατότητα της Επαρχιακής Επιτροπής να «προβαίνει αυτεπάγγελτα στην αξιολόγηση των αναγκών του, εάν κριθεί ότι είναι προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του». Η προτεινόμενη αυτή προσθήκη μπορεί να λειτουργήσει θετικά μόνο εάν το «καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού» εξετάζεται ορθά και ολοκληρωμένα στη βάση του άρθρου 3(1) της ΣΔΠ από κατάλληλα καταρτισμένα πρόσωπα και στο πλαίσιο μίας πολυθεματικής προσέγγισης και μάλιστα να δύναται να ελέγχεται/αναθεωρείται η εν λόγω αξιολόγηση από αρμόδια αρχή, ή ανεξάρτητη αρχή (π.χ. Γραφείο Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού) ή δικαστική αρχή. Υπενθυμίζεται ότι η κατεύθυνση της ενιαίας εκπαίδευσης, με όλα όσα περιλαμβάνει, είναι εξ’ ορισμού το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού και όχι απόψεις και αντιλήψεις αντίθετες προς αυτήν.Η αρμόδια Επιτροπή του ΟΗΕ αξιολόγησε την Κύπρο καταλήγοντας: 22. The Committee recommends that the State party, in collaboration with representative organizations of children with disabilities, adopt regulations and programmes to ensure that children with disabilities can express their views on all matters affecting them and that their views are fully respected. In that regard, the Committee also recommends that the State party ensure the right of children with disabilities to inclusive education in mainstream schools, in accordance with general comment No. 4 (2016). Αφετέρου, έστω ότι κριθεί αξιολόγηση εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού, για να παρακάμπτεται η συγκατάθεση των γονέων ή κηδεμόνων οι οποίοι ασκούν τη γονική μέριμνα του παιδιού, θα πρέπει να συντρέχουν οι ίδιες νόμιμες προϋποθέσεις που προβλέπονται στον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο, όπως σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο παιδί, χωρίς αναπηρία ή «ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες». Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων «κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του». Παράκαμψη της γονικής μέριμνας μπορεί να γίνεται μόνο όταν γονέας παραβαίνει τα καθήκοντά που επιβάλλει το λειτούργημα τους για την επιμέλεια του τέκνου τους ή/και εφόσον ασκούν αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, και σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει είτε ο ένας εκ των γονέων, είτε ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να ζητήσει να κριθεί το θέμα δικαστικώς. Για τα παιδιά με αναπηρία και/ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες δεν μπορεί να ισχύουν διαφορετικοί κανόνες ευχερέστερης παράκαμψης της γονικής μέριμνας από αυτούς που ισχύουν για τα υπόλοιπα παιδιά καθότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε απαγορευμένη άμεση διάκριση στη βάση της αναπηρίας. Εύστοχες είναι οι παλαιότερες θέσεις της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού επί του θέματος, σχετικά με παλαιότερη, αντίστοιχη πρόταση. Η Επίτροπος εκεί τόνισε ότι το όλο θέμα «αφήνεται αδιευκρίνιστο [όπως και τώρα] ως προς το σκοπό της παραπομπής και της κατ’ εξουσιοδότηση ανάθεση αρμοδιοτήτων [...] χωρίς προκαθορισμένη διαδικασία». Κρίσιμα επίσης σχολιάζει ότι με την «υποχρέωση του γονέα να ανταποκρίνεται θετικά σε απόφαση, πλέον αξιολόγησης του παιδιού]» δεν διασφαλίζεται ότι τηρούνται τα δικαιώματα του παιδιού και των γονέων υπό το φως, πάντοτε, της αρχής της διαφύλαξης του συμφέροντος του παιδιού κατά προτεραιότητα, στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ούτε το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, ούτε προστατεύονται παιδιά και γονείς από τυχόν αυθαίρετες και δυσανάλογες επεμβάσεις στα δικαιώματά τους όταν «απαιτείται» η θετική ανταπόκρισή τους. Ακόμα κρισιμότερη κατ’ αναλογία είναι η επισήμανση ότι δεν διευκρινίζεται με την προτεινόμενη τροποποίηση τέτοιου είδους, το πώς θα αξιολογείται η «άρνηση» ενός γονέα να ανταποκριθεί και το συμφέρον του παιδιού, ούτε και το πώς θα αποφευχθούν καταστάσεις παραβιάσεων της σωματικής ή της πνευματικής ακεραιότητας ενός παιδιού και/ή της ιδιωτικής του ζωής και αξιοπρέπειας, ενώ, προστίθεται ότι τυχόν εξαναγκασμός με τέτοιες παρεμβάσεις σε «αξιολογήσεις» (όρος ο οποίος θα πρέπει να διευκρινιστεί πλήρως), μπορεί να ισούται ακόμα και με απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, είναι εξαιρετικά και εκ των πραγμάτων δύσκολο να υπάρξουν περιπτώσεις όπου η αναγκαστική και χωρίς συγκατάθεση των ασκούντων τη γονική μέριμνα αξιολόγηση ενός παιδιού, είναι προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του. Εκτός και εάν τέτοια αξιολόγηση αποβλέπει όχι στην τοποθέτησή του σε συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο («πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης», «ειδικό σχολείο») αλλά στην παροχή εύλογων προσαρμογών, η οποία, όμως, ως επισημαίνεται πιο πάνω στις πλείστες των περιπτώσεων δεν προϋποθέτει συγκεκριμένη διάγνωση βλάβης. Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται ότι ούτε η παροχή εύλογων προσαρμογών ούτε η παροχή εξατομικευμένης εκπαίδευσης θα πρέπει κατ’ ανάγκη να εξαρτώνται από προηγούμενη αξιολόγηση. Κατ’ ακρίβεια, σύμφωνα με το Γενικό Σχόλιο Αρ. 4, παρ. 29 «η συζήτηση ανάμεσα στις εκπαιδευτικές αρχές και παρόχους, ακαδημαϊκά ιδρύματα, το ίδιο το παιδί με αναπηρία και, αναλόγως της ηλικίας/ ωριμότητας/ δυνατότητάς του, των γονέων/φροντιστών και των μελών της οικογένειάς του, θα πρέπει να λαμβάνει χώρα για να διασφαλίζεται ότι κάθε προσαρμογή πληροί τις προϋποθέσεις, τη βούληση, προτιμήσεις και επιλογές του παιδιού και μπορεί να εφαρμόζεται από τον πάροχο ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος. Η παροχή εύλογων προσαρμογών δεν πρέπει να εξαρτάται από μία ιατρική διάγνωση κάποιας βλάβης αλλά θα πρέπει να εξαρτάται, αντί τούτου, από την αξιολόγηση των κοινωνικών εμποδίων στην εκπαίδευση.» Επίσης υπενθυμίζεται ότι η άρνηση παροχής εύλογων προσαρμογών συνιστά διάκριση με βάση την αναπηρία και η υποχρέωση παροχής τους υφίσταται αμέσως και να παρακολουθούνται συστηματικά (Γενικό Σχόλιο Αρ. 4, παρ. 30). Τέλος, θεωρούμε ότι θα πρέπει να προβληματίζει το Υπουργείο η αντίφαση ανάμεσα στο προτεινόμενο άρθρο 7(1) του Νόμου όπου για σκοπούς αξιολόγησης αναφέρεται ότι απαιτείται η συγκατάθεση των γονέων και στον Κανονισμό 11 πιο πάνω όπου προβλέπεται δυνατότητα καταναγκαστικής αξιολόγησης «σε περίπτωση που οι γονείς αρνούνται να συμμορφωθούν με την πιο πάνω υποχρέωση και παρεμποδίζουν τη διαδικασία αξιολόγησης του παιδιού». 3. Προτεινόμενοι Κανονισμοί 13 και 14 – Απόφαση Επαρχιακής Επιτροπής και Δικαιώματα Γονέα Καταρχήν παρατηρείται ότι η αντικατάσταση του χρονικού ορίου των 15 ημερών (Κανονισμός 13) από τον ανοιχτό όρο «εύλογο χρονικό διάστημα» εγείρει σοβαρό κίνδυνο καθυστέρησης ο οποίος θα έχει πιθανότατα αλυσιδωτές συνέπειες και καθυστερήσεις στις διαδικασίες που μπορεί να ακολουθηθούν. Οι καθυστερήσεις αυτές μεταφράζονται και στην Βασική μας θέση είναι ότι δεν δύναται να υπάρξει εξαντλητική λίστα του τι μπορεί να περιέχει μία Απόφαση Επαρχιακής Επιτροπής αφού και ήδη από αυτό το στάδιο θα πρέπει να αποφασίζονται και να καταγράφονται, όχι ως «εισηγήσεις» αλλά ως μέρος μίας πρώτης απόφασης: - Οι εξατομικευμένες βοήθειες που θα δοθούν στο παιδί (ατομικός/αποκλειστικός συνοδός ή συνοδός συγκεκριμένο αριθμό περιόδων, τυχόν οδηγός για αισθητηριακές αναπηρίες, τυχόν διερμηνέας, τυχόν προσωπικός βοηθός) - Οι εύλογες προσαρμογές περιλαμβανομένων των διευκολύνσεων εντός της τάξης (π.χ. το πού θα κάθεται το παιδί, πώς θα αξιοποιείται το peer support) - Η χρήση τεχνολογικών και άλλων μέσων κατά τη διδασκαλία, επικοινωνία, διαγωνίσματα, εξετάσεις και δραστηριότητες - Τα μέτρα προσβασιμότητας που χρειάζεται ένα παιδί (δομικής, εντός και εκτός τάξης, στην επικοινωνία, στις δραστηριότητες κ.ο.κ.) - Οι διαφοροποιήσεις υλικού, διδακτικών μεθόδων και αξιολογητικών μεθόδων που θα εφαρμοσθούν σε όλα τα μαθήματα που θα παρακολουθεί το παιδί αλλά και στις δραστηριότητες του σχολείου - Οι διαφοροποιήσεις του εξεταστικού δοκιμίου που θα αποτελέσουν την φυσική συνέχεια των διαφοροποιήσεων του υλικού/μεθόδων - Τυχόν συνδιδασκαλία - Τυχόν απαλλαγές εκπαιδευτικών για το σκοπό της προετοιμασίας τους για την παροχή των εύλογων προσαρμογών, διευκολύνσεων και της ως άνω προσβασιμότητας και τυχόν στήριξη αυτών από κατάλληλο προσωπικό - Τυχόν λογοθεραπεία ή εργοθεραπεία ή άλλου είδους επιστημονική στήριξη και η έκταση αυτής. - Τυχόν επαναξιολογήσεις, μέτρα παρακολούθησης της επιτυχίας των πιο πάνω. Όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να λειτουργούν και ως εγγυήσεις, με προσδιορισμό του ανώτατου χρόνου που ένα παιδί θα βρίσκεται εκτός της τάξης του, το οποίο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 20% του συνολικού διδακτικού χρόνου. Η κατεύθυνση θα πρέπει σε κάθε απόφαση να είναι η ενιαία και ποιοτική εκπαίδευση. Δεν γίνεται αντιληπτή η αναφορά σε «χώρο παροχής και έκταση της εκπαίδευσης σε χώρο άλλο από τον χώρο του γενικού σχολείου» (Κανονισμός 13 (β)), εκτός και εάν αναφέρεται σε χώρο «άλλο από τη γενική τάξη», όπου και πάλι θεωρούμε ότι θα πρέπει να εφαρμοσθεί μέγιστος δυνατός χρόνος που θα γίνεται τέτοια απομάκρυνση, το 20% του συνολικού διδακτικού χρόνου. Σε αντίθετη περίπτωση εάν αναφέρεται σε περιπτώσεις «κατ’ οίκον εκπαίδευσης», για παράδειγμα, κάτι τέτοιο θα πρέπει να γίνεται μόνο κατ’ εξαίρεση και όπου συντρέχουν ισχυροί λόγοι, και πάλι, θα πρέπει να γίνεται πρόνοια και εγγύηση ώστε το παιδί να μην αποκόπτεται από το σχολικό σύνολο και να εξακολουθεί να διδάσκεται και από τους εκπαιδευτικούς της γενικής τάξης, χωρίς να αφήνεται στα χέρια μόνο των προσώπων που παρέχουν στήριξη, διαφοροποίηση και/ή τους συνοδούς του. Επίσης θα πρέπει η εν λόγω απόφαση να προβλέπει ρητά το δικαίωμα και την προθεσμία έντασης (σε περίπτωση απόφασης της Επαρχιακής Επιτροπής) και προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο ( σε περίπτωση απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής). 4. Προτεινόμενος Κανονισμός 14 – Συμμετοχή ΚΥ.Σ.Ο.Α. Η συμμετοχή εκπροσώπου της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥ.Σ.Ο.Α.) στις συνεδρίες της Επαρχιακής Επιτροπής σε ό,τι αφορά τη λήψη αποφάσεων για την παροχή ή μη «ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης», θα πρέπει να παραμείνει προαιρετική σε περίπτωση που υπάρχει η σύμφωνη άποψη των γονέων και κριθεί οτι κάτι τέτοιο είναι προς το συμφέρον του παιδιού βάσει υπεύθυνης και σύννομης άσκησης των καθηκόντων των μόνιμων μελών της Επιτροπής, ενώ, αντιστρόφως, η συμμετοχή εκπροσώπου της Συνομοσπονδίας θα πρέπει να αιτιολογείται στη βάση και πάλι του συμφέροντος του παιδιού και σε συνάρτηση με το ιστορικό, το έργο και τις θέσεις τέτοιου εκπροσώπου. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τις καταληκτικές παρατηρήσεις για την Κύπρο της Επιτροπής του ΟΗΕ, παρ 19-21, επισημάνθηκε ότι το δικαίωμα στην ενιαία εκπαίδευση στα γενικά σχολεία δεν θα πρέπει να περιορίζεται ακόμα και από γονεϊκή συγκατάθεση καθότι κάτι τέτοιο παραβιάζει τη ΣΔΑΑ και το δικαίωμα στην ενιαία εκπαίδευση. Συνεπώς εκπρόσωπος της ΚΥ.Σ.Ο.Α. όπως και κάθε μέλος της Επαρχιακής Επιτροπής -και αντίστοιχα της Κεντρικής Επιτροπής- θα πρέπει να έχει επιμόρφωση, να φέρει απόψεις και να ενεργεί κατά τρόπο που συνάδει πλήρως με το δικαίωμα στην ενιαία εκπαίδευση προκειμένου να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων για το παιδί κατά τρόπο που υπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον του. Σε αντίθετη περίπτωση η αρχή αυτή παραβιάζεται. Συμφωνούμε συνεπώς με την προαιρετική συνοδεία από εκπρόσωπο της ΚΥ.Σ.Ο.Α.. Θα πρέπει να προστεθεί, αφενός η δυνατότητα συνοδείας από εκπρόσωπο αντιπροσωπευτικής οργάνωσης ατόμων με αναπηρία, καθότι θα υπάρχουν περιπτώσεις οι οποίες θα λαμβάνουν συμβουλές από τέτοιες οργανώσεις καθώς και να διευκρινιστεί ότι στους «ειδικούς επιστήμονες» που δύνανται να συνοδεύουν την οικογένεια στην Κεντρική Επιτροπή μπορεί να περιλαμβάνεται και δικηγόρος/ νομικός σύμβουλος. Συνεπώς προτείνεται όπως η φράση διατυπώνεται ως εξής: «ειδικό επιστήμονα περιλαμβανομένου νομικού σύμβουλου ή δικηγόρου». Θέση μας επίσης είναι ότι, όπου αυτό είναι σχετικό και προς το συμφέρον του παιδιού, θα πρέπει να παρέχεται ευελιξία όπως ενώπιον της Επιτροπής παρίστανται πέραν του ενός «ειδικού επιστήμονα», καθότι οι απόψεις των επαγγελματιών που γνωρίζουν το παιδί σε διάρκεια χρόνου θα πρέπει να φέρουν βαρύνουσα σημασία και δεν δύνανται να συγκριθούν με την ολιγόλεπτη διά-δραση των παιδιών με τους όποιους αξιολογητές του εκ μέρους του Υπουργείου. 5. Προτεινόμενος Κανονισμός 15– Κοινοποίηση απόφασης στη διεύθυνση Οι κοινοποιήσεις που προτείνονται γίνονται ήδη και σε σημαντικό βαθμό στην πράξη, σύμφωνα με την εμπειρία μας. Τόσο όμως η διεύθυνση όσο και οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι έχουν επαφή με τα παιδιά, θα πρέπει να γνωρίζουν τη ληφθείσα απόφαση για σκοπούς υλοποίησης του περιεχομένου της «ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης» στο βαθμό όμως που αφορά στην παροχή διευκολύνσεων, προσαρμογών, προσβασιμότητας και άλλων προϋποθέσεων τήρησης του δικαιώματος εκπαίδευσης του μαθητή. Η κοινοποίηση άλλων προσωπικών δεδομένων ιδίως ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (π.χ. ιατρική διάγνωση) δεν είναι αναγκαία ούτε αναλογική, αλλά εγείρει κίνδυνο παραβίασης του δικαίου προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς και να τηρείται εμπιστευτικότητα. 6. Προτεινόμενοι Κανονισμοί 16 και 17 – Χρονικά περιθώρια Προτείνεται όπως η διαδικασία της επαναξιολόγησης ολοκληρώνεται μέχρι το Μάρτιο της προηγούμενης σχολικής χρονιάς. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και τη διαδικασία ενστάσεων επί της απόφασης της Επαρχιακής ή, ανάλογα, της Κεντρικής Επιτροπής Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης και σε περίπτωση ενστάσεων να ολοκληρώνεται και η διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων εντός του ίδιου πλαισίου. Η προσθήκη ότι «όπου απαιτείται», η διαδικασία θα μπορεί να διενεργείται στο πλαίσιο πολυθεματικής συνάντησης μετά από απόφαση Επαρχιακής Επιτροπής, θα πρέπει να διευκρινιστεί. Υπό ποιες προϋποθέσεις και λαμβανομένων υπόψη ποιων δεδομένων θα γίνεται κάτι τέτοιο και πώς θα διασφαλίζεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του μείζονος συμφέροντος του παιδιού; Επίσης, με ποιο τρόπο θα διασφαλίζονται τα δικαιώματα των γονέων να καταθέσουν τις θέσεις τους και τις θέσεις των επαγγελματιών που παρακολουθούν το παιδί; Εάν διατηρηθεί μία τέτοια πρόνοια θα πρέπει οι γονείς να ενημερώνονται εκ των προτέρων για το ενδεχόμενο λήψης απόφασης κατά τη διάρκεια πολυθεματικής συνάντησης, να τους κοινοποιείται η απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής και να τους παρέχεται επαρκής χρόνος προκειμένου να μπορούν να παρευρίσκονται στην εν λόγω πολυθεματική επιτροπή προετοιμασμένοι, με δικηγόρο και/ή με τους επαγγελματίες της επιλογής τους που θα παρουσιάσουν τις θέσεις τους ως προς τις απαιτήσεις εκπαίδευσης του παιδιού. Το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να αξιολογείται ένσταση στην Απόφαση, θα πρέπει επίσης να καθοριστεί και να μην υπερβαίνει το μήνα Απρίλιο έκαστου έτους. Η επαναξιολόγηση θα πρέπει πάντοτε ως στόχο την παροχή εύλογων προσαρμογών και ατομικής στήριξης και όχι τη μετάβαση σε διαχωριστικά πλαίσια. Για τις εύλογες προσαρμογές και την ατομική στήριξη, όπως και για την προσβασιμότητα χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση, πλήρης και μόνιμη ευελιξία, ώστε να είναι διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή. Δηλαδή, θα πρέπει να μπορεί να ζητείται από γονέα ή να προτείνεται από εκπαιδευτικό να παρασχεθεί οποιαδήποτε εύλογη προσαρμογή ή οποιοδήποτε μέτρο διευκόλυνσης της φοίτησης που καθιστά προσβάσιμο το μαθησιακό περιβάλλον ανά πάσα στιγμή εντός του σχολικού έτους. Το άρθρο 24 (2)(γ) της ΣΔΑΑ ερμηνεύεται στο Γενικό Σχόλιο Αρ. 4 (παρ. 27) με τις επισημάνσεις ότι «η υποχρέωση παροχής εύλογων προσαρμογών είναι εφαρμοστέα από τη στιγμή που ζητείται». Στην παρ. 30 υπενθυμίζει ότι η άρνηση παροχής εύλογων προσαρμογών συνιστά απαγορευμένη διάκριση στη βάση της αναπηρίας και η υποχρέωση παροχής εύλογων προσαρμογών είναι άμεσα εφαρμοστέα υποχρέωση και όχι δεν υπόκειται σε σταδιακή υλοποίηση. 7. Προτεινόμενοι Κανονισμοί 41 και 42 Σχολιάζονται πιο πάνω στο μέρος «Τροποποιήσεις Ορολογίας» - Β.1.β. 8. Προτεινόμενοι Κανονισμός 64 και 65 – Εξεταστικά Δοκίμια και Παρουσίαση Απαντήσεων /Διαφοροποίηση: Ο Κανονισμός 64 αφορά στους τρόπους πρόσβασης στα εξεταστικά δοκίμια. Στη λέξη «πρόσβαση» θα πρέπει να προστεθεί και ο όρος «προσβασιμότητα» («πρόσβαση και προσβασιμότητα») καθότι δυνάμει του άρθρου 9 της ΣΔΑΑ προσβασιμότητα περιλαμβάνει την προσβασιμότητα σε έγγραφα, μεθόδους διδασκαλίας, εξέτασης, αξιολόγησης, επικοινωνίας κ.ο.κ. ενώ το άρθρο 24 της ΣΔΑΑ ενώ και τα άρθρα 24(3) και 24(4) αφορούν ειδικά σε θέματα προσβασιμότητας στην εκπαίδευση. Ο εν λόγω Κανονισμός θα πρέπει επίσης να εναρμονιστεί με την έννοια των εύλογων προσαρμογών και του καθολικού σχεδιασμού. Τα εξεταστικά δοκίμια θα πρέπει να ακολουθούν τις διαφοροποιήσεις και τις προσαρμογές που ήδη παρέχονται και είναι αποτελεσματικές καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους. Στην έννοια της «προσαρμογής» των διαγνωστικών και εξεταστικών δοκιμίων θα πρέπει να ενταχθεί κάθε εξατομικευμένη προσαρμογή που μπορεί να απαιτείται για ένα μαθητή περιλαμβανομένων των εύλογων προσαρμογών και της προσβασιμότητας που μπορεί να τον αφορά (π.χ. ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, easy-to-read, χρήση προσβάσιμης επικοινωνίας, κατάλληλων τεχνολογικών και άλλων μέσων, συμβολογράφων, μεταγραφέων, προγραμμάτων κ.ο.κ. χωρίς η λίστα αυτή να μπορεί ποτέ να είναι εξαντλητική). Επίσης στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα ώστε η προσαρμογή αυτή να αφορά και σε παιδιά με πολλαπλές αναπηρίες. Υπό αυτή την έννοια δεν είμαστε σύμφωνοι ούτε με την αφαίρεση της δυνατότητας διαφοροποίησης ή απλοποίησης της γλωσσικής διατύπωσης του εξεταστικού δοκιμίου νοουμένου ότι αυτό δεν προδιαγράφει την απάντηση. Μέχρι σήμερα η υλοποίηση διαφοροποιήσεων βασιζόταν σε μία εγκύκλιο την οποία πλείστοι εκπαιδευτικοί αγνοούσαν, συνεπώς η προσθήκη ρητής αναφοράς σε «διαφοροποιήσεις στα διαγνωστικά και εξεταστικά δοκίμια» αποτελεί θετική εξέλιξη. Ωστόσο η έννοια της διαφοροποίησης, όπως και οι διευκολύνσεις που πρέπει να εναρμονίζονται με τις έννοιες της προσβασιμότητας, των εύλογων προσαρμογών και του καθολικού σχεδιασμού μέσα πάντοτε από πλήρη εξατομίκευση των απαιτήσεων και τρόπου εκμάθησης εκάστου μαθητή. Η τροποποίηση επίσης δεν διευκρινίζει το κατά πόσο η διαφοροποίηση θα γίνεται κατά τρόπο εξατομικευμένο από άρτια κατάλληλο και προσοντούχα πρόσωπα (εμπειρογνώμονες) στην διαφοροποίηση υπό την έννοια της ενιαίας εκπαίδευσης. Η παροχή περιορισμένου αριθμού «έτοιμων» λύσεων ανά «κατηγορία» αναπηρίας για παράδειγμα δεν αποτελεί διαφοροποίηση και παραβιάζει βασικούς πυλώνες του δικαιώματος στην εκπαίδευση αφού δεν αποτελεί εξατομίκευση. Προκύπτει επίσης το ερώτημα ποιος θα διασφαλίζει ότι θα γίνεται διαφοροποίηση όπου υπάρχουν αντιστάσεις από τους εκπαιδευτικούς και ποιος ότι αυτή η διαφοροποίηση θα γίνεται με τον ορθό τρόπο που συνάδει με την ενιαία εκπαίδευση. Σε αυτό το μέρος θεωρούμε ότι θα πρέπει να παρέχεται στήριξη στο σχολείο και τους εκπαιδευτικούς από εμπειρογνώμονες ανεξάρτητους και γνώστες των μεθόδων διαφοροποίησης οι οποίοι και να επιβλέπουν την υλοποίησή της, όχι μόνο στα εξεταστικά και διαγνωστικά δοκίμια αλλά ολόχρονα, της ύλης και των μεθόδων διδασκαλίας . Η παρ. 72 του Γενικού Σχολίου Αρ. 4 κάνει λόγο για ποιοτική ενιαία εκπαίδευση η οποία απαιτεί όπως οι μέθοδοι αξιολόγησης και παρακολούθησης της προόδου των μαθητών λαμβάνουν υπόψη τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι μαθητές με αναπηρίες. Τα παραδοσιακά συστήματα αξιολόγησης και η χρήση τυποποιημένων βαθμολογιών ως το μοναδικό δείκτη της επιτυχίας των μαθητών και των σχολείων μπορεί να θέσει σε μειονεκτική θέση τους μαθητές με αναπηρίες. Η έμφαση θα πρέπει αν είναι στην ατομική πρόοδο προς επίτευξη εξατομικευμένης στόχευσης. Με κατάλληλες μεθοδολογίες διδασκαλίας, υποστήριξη και προσαρμογές, όλα τα αναλυτικά προγράμματα μπορούν να προσαρμόζονται ώστε να ικανοποιούν τις ανάγκες όλων των μαθητών περιλαμβανομένων αυτών με αναπηρία. Τα συμπεριληπτικά συστήματα αξιολόγησης μαθητών ενισχύονται μέσω της εξατομικευμένης στήριξης. Η διαφοροποίηση πρέπει να αποτελεί συνέχεια και να συνάδει με: - Την επαρκή, διαρκή εξατομικευμένη στήριξη καθ’ όλη τη χρονιά, μέσω εξατομικευμένων πλάνων εκπαίδευσης τα οποία να περιλαμβάνουν διαφοροποιημένη την ύλη και τις διδακτικές μεθόδους και οδηγίες, εύλογες προσαρμογές και να καθορίζεται σε συνεργασία με τον μαθητή, όπου κατάλληλο, τους γονείς/ φροντιστές και κατάλληλους εμπειρογνώμονες στο αντικείμενο (παρ. 32 Γενικό Σχόλιο Αρ. 4). - Τη στήριξη των γενικών εκπαιδευτικών καθ’ όλη τη χρονιά με υποστηρικτικό σύστημα και πόρους, ώστε να δύνανται να παρέχουν διαφοροποιημένο υλικό και εξεταστικά και διαγνωστικά δοκίμια με τη χρήση και κατάλληλων επαυξητικών και εναλλακτικών μέσων και μεθόδων επικοινωνίας (παρ. 69, 70 Γενικό Σχόλιο Αρ. 4). Αντίστοιχα με όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να είναι και οι τρόποι με τους οποίους δύναται ο μαθητής να παρουσιάζει τις απαντήσεις του στον Κανονισμό 65. 9. Προτεινόμενοι Κανονισμοί 67 και 68 Εάν η διαφοροποίηση γίνεται κατά τρόπο ορθό και επαγγελματικό θα καθίσταται μη αναγκαία η υπεξαίρεση / «ειδική παραχώρηση για το ελλείπον μέρος» που αναφέρεται στον Κανονισμό 67 (1). Για την αποφυγή υποδείξεων στο πιστοποιητικό περί ειδικών διευθετήσεων η οποία μπορεί να αποβεί στιγματιστική και να αποτρέψει την ισότιμη και αντίστοιχη των ικανοτήτων και γνώσεων του μαθητή ανάπτυξη, θα πρέπει να επενδυθεί χρόνος και να γίνονται εκείνες οι διαφοροποιήσεις με εκείνη την ευελιξία που καθιστά τις εξετάσεις προσβάσιμες στο μαθητή με αναπηρία και/ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, με την υιοθέτηση και εναλλακτικών μεθόδων εξέτασης στην περίπτωση που προκύπτουν τυχόν τέτοια «ελλείποντα μέρη». Και σε αυτούς τους Κανονισμούς θεωρούμε ότι δεν θα πρέπει να παρουσιάζεται οποιαδήποτε εξαντλητική λίστα αλλά να τηρείται πλήρως εξατομικευμένη προσέγγιση. 10. Προτεινόμενο Άρθρο 2 Σχόλια παρατίθενται πιο πάνω, στο μέρος «Τροποποιήσεις ορολογίας» (Β.1.)." "02 - Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»",ΚΥΣΟΑ,"Για το Άρθρο 12 εισηγούμαστε όπως προστεθούν τα ακόλουθα: «Καμία απόφαση που αφορά το πλαίσιο φοίτησης ή τις υποστηρικτικές παροχές δεν λαμβάνεται χωρίς προηγουμένως να έχει διασφαλιστεί η πλήρης ενημέρωση, η ουσιαστική συμμετοχή και η συναπόφαση των γονέων/κηδεμόνων και του ίδιου του παιδιού, σύμφωνα με την ηλικία και την ωριμότητά του. Κάθε απόκλιση από τις θέσεις τους αιτιολογείται ειδικά και εγγράφως.» «Όπως αναδείχθηκε και κατά τη δημόσια καταγραφή των απόψεων παιδιών ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας στις 25.6.2026, η ελλιπής συνεργασία με τους γονείς και τα ίδια τα παιδιά μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών αποφάσεων.» Επομένως, ζητούμε να διασφαλιστεί ρητώς η ουσιαστική συμμετοχή των γονέων/κηδεμόνων στη διαδικασία ενώπιον των Ε.Ε.Ε.Α.Ε. και στη λήψη αποφάσεων που αφορούν το πλαίσιο φοίτησης του παιδιού. Επίσης, είναι σημαντικό τα πρακτικά να κοινοποιούνται στους κηδεμόνες, χωρίς να χρειάζεται να ζητηθούν. Πριν από οποιαδήποτε κατάληξη ή εισήγηση, να παρέχεται πλήρης ενημέρωση και πραγματική δυνατότητα τοποθέτησης, ώστε οι θέσεις των γονέων/κηδεμόνων να καταγράφονται και να λαμβάνονται δεόντως υπόψη. Κρίνεται απαραίτητη η υποχρεωτική ενημέρωση των γονέων/κηδεμόνων, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ουσιαστική συμμετοχή τους στις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά. Συγκεκριμένα, πρέπει να παρέχεται σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και ιδιαίτερα τους κηδεμόνες, συστηματική και κατανοητή ενημέρωση για το εκπαιδευτικό πλαίσιο, τις υποστηρικτικές παροχές και τα σαφή κριτήρια με βάση τα οποία επιλέγεται το πλάνο φοίτησης για τον/την μαθητή/τρια. Το ΥΠΑΝ να θεσμοθετήσει ετήσια ενημέρωση όλων των κηδεμόνων, τουλάχιστον μια φορά κάθε χρόνο, καθώς και, σε περίπτωση παραπομπής του παιδιού σε αρμόδια επιτροπή να αποστέλλεται εγκαίρως σχετική γραπτή ειδοποίηση με πλήρη ανάλυση της διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εμπλεκομένων μερών, καθώς και τηλεφωνική επικοινωνία από αρμόδιο πρόσωπο για ενημέρωση του γονέα. Η πλήρης πολυθεματική αξιολόγηση να είναι υποχρεωτική όταν αλλάζει η βαθμίδα ή το πλαίσιο φοίτησης, όταν μεταβάλλονται ουσιωδώς οι εκπαιδευτικές ανάγκες, όταν εξετάζεται η τοποθέτηση σε ειδικό σχολείο ή σε πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης, καθώς και όταν υποβάλλεται αιτιολογημένο αίτημα από τον κηδεμόνα. Οι πιο πάνω εισηγήσεις με τις οποίες στηρίζεται ο ρόλος και η συμμετοχή των γονέων στην λήψη αποφάσεων για την εκπαίδευση των παιδιών τους, εδράζεται στις κατευθυντήριες γραμμές που προκύπτουν από το Γενικό Σχόλιο 4(2016) της Επιτροπής της CRPD. Η Επιτροπή προσδιορίζει με σαφήνεια την αναγκαιότητα ενημέρωσης των γονιών και τη διάφανη συνεργασία με το οικογενειακό περιβάλλον του κάθε παιδιού, με απώτερο σκοπό τη διασφάλιση της παροχής κατάλληλων παιδαγωγικών προσαρμογών, διαφοροποιημένης διδασκαλίας και παροχής προσβάσιμης ενημέρωσης. Στοιχεία που θα διασφαλίσουν το αναμφισβήτητο δικαίωμα του κάθε παιδιού στην εκπαίδευση. Για το Άρθρο 12, ζητείται τροποποίηση της παραγράφου δ(ii) που συμπεριλαμβάνεται στον βασικό νόμο, Για να αποτυπώνεται ευθαρσώς ότι η Διοίκηση του σχολείου οφείλει να προσαρμόζει τον αριθμό μαθητών ανά τμήμα όταν αυτό απαιτείται για την αποτελεσματική παροχή εύλογων προσαρμογών και υποστηρικτικών μέτρων. Για το Άρθρο 15, να προστεθούν τα πιο κάτω με βάση τις εισηγήσεις της ΚΥΣΟΑ και τις απόψεις των παιδιών που τέθηκαν ενώπιον του ΠτΔ ,στις 25/6/2026: • όταν οι ΕΕΕΑΕ δεν συνεργάζονται αρμονικά με τους κηδεμόνες, τα δικαιώματα των παιδιών παραβιάζονται, καθώς το σχολικό πλαίσιο δεν τους προσφέρει το βέλτιστο. • οι ΕΕΕΑΕ δεν βλέπουν εξατομικευμένα τα παιδιά, με αποτέλεσμα οι εύλογες προσαρμογές που τους παρέχονται να μην στηρίζονται στις εξατομικευμένες ανάγκες τους. Αυτό το κενό αυτόματα καθιστά το σχολικό περιβάλλον, μη προσβάσιμο. • για οποιαδήποτε τεχνικά/υποστηρικτικά μέσα/εξοπλισμό οι ΕΕΕΑΕ στηρίζονται σε γνωματεύσεις και αξιολόγηση ειδικών που δεν έχουν επαφή και σφαιρική εικόνα των αναγκών και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε παιδιού. Οι αξιολογήσεις θα έπρεπε να στηρίζονται στους ειδικούς που παρακολουθούν τα παιδιά. Αποκλειστική αποστολή των Ε.Ε.Ε.Α.Ε. να είναι η αξιολόγηση των εξατομικευμένων αναγκών του παιδιού, η παροχή των εύλογων προσαρμογών κι η απόδοσή τους στο πλαίσιο περαιτέρω ενίσχυσής τους. Η διαδικασία αξιολόγησης και λήψης θέσης από τις Ε.Ε.Ε.Α.Ε. πρέπει να διέπεται από σαφές και νομοθετικά δεσμευτικό πλαίσιο ως προς τα χρονοδιαγράμματα και τις διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη παροχή των αναγκαίων υποστηρικτικών μέτρων και εύλογων προσαρμογών προς όφελος του παιδιού. Να προστεθεί ρητή ασφαλιστική δικλείδα στη νομοθεσία, ώστε η αξιολόγηση από τις Ε.Ε.Ε.Α.Ε. να ολοκληρώνονται εντός δύο μηνών από την ημερομηνία υποβολής της παραπομπής. Σε περιπτώσεις σοβαρών περιστατικών, η αξιολόγηση θα πραγματοποιείται εντός δεκαπέντε ημερών, ενώ τυχόν παράταση θα επιτρέπεται αποκλειστικά κατόπιν πλήρους γραπτής αιτιολόγησης και άμεσης ενημέρωσης των γονέων/κηδεμόνων. Οι Ε.Ε.Ε.Α.Ε. να απαρτίζονται από ομάδα εμπειρογνωμόνων, κατάλληλα καταρτισμένων και με αποδεδειγμένη εξειδίκευση, με σύνθεση που να ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες του εκάστοτε παιδιού, ώστε σε κάθε περίπτωση να συμμετέχουν άτομα με σχετική εξειδίκευση (π.χ. σε θέματα αυτισμού). Να προβλεφθεί, επίσης, η αύξηση της συχνότητας και η τακτική πραγματοποίηση των συνεδριάσεων των Ε.Ε.Ε.Α.Ε., ώστε να αποφεύγονται συσσωρεύσεις και καθυστερήσεις που επιβαρύνουν δυσανάλογα τα παιδιά και τις οικογένειές τους. Απαραίτητη ως ενισχυτική της διαδικασίας, προς όφελος -πρωτίστως του παιδιού, είναι και η συμμετοχή δια νομοθετικής ρύθμισης εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ στις Ε.Ε.Ε.Α.Ε. Επιπλέον, θεωρείται επιτακτική η ρητή θεσμική διασφάλιση ότι η παρουσία του εκπροσώπου δεν θα είναι τυπική και δεν θα περιορίζεται στο ρόλο του παρατηρητή, αλλά να έχει ενεργό συμβολή στην διαδικασία. Ο εκπρόσωπος της Συνομοσπονδίας, πρέπει να συμμετέχει ισότιμα στη διαδικασία συλλογικής επεξεργασίας και λήψης αποφάσεων για το παιδί κατόπιν συγκατάθεσης του γονέα ή του ενήλικου μαθητή, σε ατομικές διαδικασίες προς υποστήριξη της οικογένειας Μείζονος σημασίας αποτελεί η άμεση γνωστοποίηση, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, εμπεριστατωμένης και πλήρως αιτιολογημένης έκθεσης της Ε.Ε.Ε.Α.Ε. στους κηδεμόνες και όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Η έκθεση οφείλει να περιλαμβάνει αναλυτικά επιστημονικά δεδομένα με βάση τα χαρακτηριστικά και τις εξατομικευμένες ανάγκες του παιδιού, πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη στη διαδικασία αξιολόγησης και την λήψη της τελικής απόφασης, καθώς και στη διασφάλιση και παροχή των απαραίτητων εύλογων προσαρμογών, κατάλληλου τεχνολογικού εξοπλισμού, διαμόρφωση των υλικοτεχνικών υποδομών σύμφωνα με τις ανάγκες του κάθε παιδιού, καθώς και ό,τι άλλο θεωρείται απαραίτητο για την ομαλή φοίτηση του παιδιού στο σχολικό πλαίσιο. Οποιαδήποτε ρύθμιση ή διαδικασία καταγράφεται στην έκθεση, οφείλει να ακολουθεί βάσει της δομής όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 13 της υφιστάμενης νομοθεσίας. Περαιτέρω, κρίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ρητώς στη νομοθεσία ότι οι αποφάσεις και εισηγήσεις των Ε.Ε.Ε.Α.Ε. ως προς την παροχή υποστηρικτικών μέτρων και εύλογων προσαρμογών, είναι δεσμευτικές για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και οφείλουν να εφαρμόζονται άμεσα και χωρίς καθυστέρηση. Οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να εφαρμόζουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αποφάσεις σχετικά με τις εύλογες προσαρμογές, εκτός εάν συντρέχει νόμιμος και ειδικά αιτιολογημένος λόγος. Υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 5 της CRPD, η άρνηση παροχής εύλογης προσαρμογής συνιστά μορφή διάκρισης. Ως εκ τούτου, πρέπει να καταστεί σαφές ότι η μη εφαρμογή αποφάσεων ή εισηγήσεων της Ε.Ε.Ε.Α.Ε., όπως η μη παροχή διαφοροποιημένου γραπτού ή η μη έγκαιρη διάθεση του αναγκαίου τεχνολογικού εξοπλισμού, συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει της CRPD και πλήττει ουσιωδώς το δικαίωμα του παιδιού στην ισότιμη πρόσβαση και συμμετοχή στην εκπαίδευση. Στο πλαίσιο αυτό για τη διασφάλιση της ορθότητας, της πληρότητας και της επιστημονικής εγκυρότητας της αξιολόγησης είναι αναγκαίο η διεπιστημονική ομάδα που θα απαρτίζει την επιτροπή να έχει ουσιαστική και άμεση επαφή με το μαθητή και να μην βασίζεται αποκλειστικά στα ιατρικά και άλλα πιστοποιητικά, αλλά να γίνεται συγκερασμός των πληροφοριών που προκύπτουν από την επαφή με το παιδί, από τις υπάρχουσες ιατρικές κι άλλες αξιολογήσεις, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των ιδιωτών που παρακολουθούν το παιδί και των θέσεων των μελών της διεπιστημονικής ομάδας. Η αξιολόγηση οφείλει να εδράζεται σε προσωπική παρατήρηση και επιστημονική εκτίμηση που θα προκύπτει μετά από φυσική παρουσία και αλληλεπίδραση με τον μαθητή/τρια τουλάχιστον τρεις φορές κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους στο σχολικό περιβάλλον, με απώτερο σκοπό να επιτευχθεί η διαμόρφωση μιας σφαιρικής εικόνας για το παιδί και την αξιολόγηση με ρεαλιστικό τρόπο των εκπαιδευτικών αναγκών του. Η κοινοποίηση των εν λόγω εκθέσεων των Ε.Ε.Ε.Α.Ε. πρέπει να πραγματοποιείται το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας, προς τους κηδεμόνες και άλλους εμπλεκόμενους φορείς για τη διασφάλιση της διαφάνειας, την αρχή της πλήρους ενημέρωσης και της δυνατότητας άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων τους. Παράλληλα, να καθοριστούν εκ των προτέρων τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογούνται τα παιδιά, καθώς και το πλαίσιο εντός του οποίου η ομάδα εμπειρογνωμόνων των Ε.Ε.Ε.Α.Ε. θα διαμορφώνει τις εισηγήσεις της, ώστε η διαδικασία να είναι ενιαία, τεκμηριωμένη και εφαρμόσιμη με συνέπεια. Κρίνεται απολύτως απαραίτητο να διασφαλιστεί η άμεση ενημέρωση και εμπλοκή του ίδιου του παιδιού σε κάθε στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης και λήψης απόφασης που το αφορά. Η ενημέρωση προς το παιδί πρέπει να είναι προσβάσιμη, κατανοητή και προσαρμοσμένη στις δυνατότητες του/της, ώστε να καθίσταται εφικτή και ουσιαστική συμμετοχή του/της. Η συμμετοχή του/της μαθητή/τριας στη διαδικασία οφείλει να πραγματοποιείται με την υποστήριξη καταρτισμένου σχολικού ψυχολόγου ή και του σχολικού συμβούλου ο οποίος πρέπει να έχει συνεχή και άμεση επαφή με το παιδί και μπορεί να αποτελέσει υποστηρικτικό μηχανισμό ενδυνάμωσης της θέλησης και της φωνής του παιδιού. Η άποψη και οι ανάγκες του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται ουσιαστικά και δεόντως υπόψη σε κάθε διαδικασία που το αφορά, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και το επίπεδο ωριμότητάς του, χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες πρακτικές που να διασφαλίζουν την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματός του να εκφράζεται και να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία. Η προσέγγιση αυτή εδράζεται στο άρθρο 12 της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του στις διαδικασίες που το αφορούν. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 7 της CRPD, πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι απόψεις των παιδιών με αναπηρίες λαμβάνονται υπόψη σε όλα τα θέματα που τα αφορούν, ενώ το άρθρο 24 κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εκπαίδευση μέσω συμπεριληπτικών και εξατομικευμένων διαδικασιών. Συνεπώς, η θεσμική ενίσχυση του σχολικού συμβούλου σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση ουσιαστικής εφαρμογής των άρχων που διέπουν τις Συμβάσεις τις οποίες έχει κυρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία. Εννοείται,ότι αναγνωρίζεται πως σεεξαιρετικέςπεριπτώσεις, ο/η μαθητής/τρια λόγω τεκμηριωμένου βεβαρημένου ιατρικού ιστορικού, δύναται να μην είναι ενεργός/ή στη διαδικασία. Οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να τεκμηριώνονται πλήρως με βάση τις ιατρικές γνωματεύσεις και να επιβεβαιώνονται με τη σύμφωνη γνώμη όλων των μελών της Ε.Ε.Ε.Α.Ε. και των κηδεμόνων του παιδιού, ώστε να αποφεύγονται οι αυθαίρετες ή ελλιπώς αιτιολογημένες εξαιρέσεις. Όπως επισημαίνεται και στο Γενικό Σχόλιο 4(2016) της Επιτροπής της CRPD, το δικαίωμα στην εκπαίδευση δεν είναι επιλογή πολιτικής, αλλά δεσμευτικό δικαίωμα. Όλα τα κράτη που έχουν κυρώσει τη CRPD έχουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι κάθε παιδί με αναπηρία θα συμμετέχει πλήρως χωρίς διακρίσεις στο ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα, με τις απαραίτητες προσαρμογές και υποστηρικτικά μέτρα, ούτως ώστε να απολαμβάνει το αναμφισβήτητο δικαίωμά του στην παροχή ίσων ευκαιριών. Η ΚΥΣΟΑ στην Τροποποίηση του άρθρου 15 του βασικού Νόμου, Παράγραφος 1, εισηγείται όπως τροποποιηθεί το σημείο για την επαναξιολόγηση με τον ακόλουθο τρόπο: Οι Επαρχιακές Επιτροπές επαναξιολογούν τις ανάγκες κάθε Παιδιού με Αναπηρίες ή/και Μαθησιακές Δυσκολίες, ανά τριετία, κατόπιν γραπτής τεκμηρίωσης και εντός το αργότερο 20 ημερών. Επίσης, πρέπει να υφίσταται η ίδια πρακτική και στην αξιολόγηση των παιδιών που εντάσσονται στον Ενιαίο Κορμό εκπαίδευσης. Ζητούμε όπως προστεθεί Άρθρο, στις Τροποποιήσεις της Νομοθεσίας το οποίο θα συμπεριλαμβάνει τις πιο κάτω εισηγήσεις: Να διασφαλιστεί ότι για κάθε μαθητή σχεδιάζεται και εφαρμόζεται ατομικό πρόγραμμα στο πλαίσιο του Προγράμματος Ενισχυμένης Στήριξης, προσαρμοσμένο στις εξατομικευμένες εκπαιδευτικές και λειτουργικές του ανάγκες. Να είναι απολύτως σαφής και προκαθορισμένος ο τρόπος που θα δομείται το ατομικό πρόγραμμα και ο τρόπος υλοποίησης του, ώστε να υπάρχει ενιαία και τεκμηριωμένη εφαρμογή. Να θεσπιστεί διαδικασία συστηματικής αξιολόγησης του Προγράμματος Ενισχυμένης Στήριξης, τόσο ως προς το πρόγραμμα μαθημάτων, όσο και ως προς τις παρεχόμενες δραστηριότητες, με στόχο τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της ανταπόκρισης στις ανάγκες του κάθε παιδιού. Η αξιολόγηση πρέπει να πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και να οδηγεί σε αναπροσαρμογή του προγράμματος, ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική πρόοδος, η συμμετοχή και η ισότιμη ένταξη του μαθητή στο σχολικό περιβάλλον. Να γίνει προσθήκη στην Τροποποίηση του άρθρου 18 του βασικού Νόμου η οποία θα συμπεριλαμβάνει τα πιο κάτω, τα οποία αφορούν τις εισηγήσεις της ΚΥΣΟΑ και τις απόψεις των παιδιών που παρευρέθηκαν στην Ημερίδα με τον ΠτΔ: Η καταγραφή στις 25/1/2026 των θέσεων των παιδιών που φοιτούν σε Ειδικά Σχολεία, ενώπιον του ΠτΔ κατέδειξε τεκμηριωμένα ότι η φωνή κι οι ανάγκες των ίδιων των παιδιών δεν λαμβάνονται υπόψη τεκμηριωμένα στο σχεδιασμό των Ειδικών Σχολείων από τα οποία εξακολουθεί να απουσιάζει το αναλυτικό πρόγραμμα. Να δημιουργηθεί και να εφαρμοστεί αναλυτικό και ολοκληρωμένο πρόγραμμα για τα Ειδικά Σχολεία και να διασφαλιστεί η κατάρτιση των εκπαιδευτικών για την εφαρμογή του. Επιπλέον, να προχωρήσει η αναβάθμιση του εξοπλισμού των σχολείων, ώστε να υποστηρίζεται ουσιαστικά και επαρκώς η διδασκαλία, οι δραστηριότητες και οι ανάγκες των μαθητών στο σχολικό πλαίσιο. Η ΚΥΣΟΑ ζητά να ενσωματωθούν στην Τροποποίηση του Άρθρου 19 τα πιο κάτω: Nα τεθούν συγκεκριμένα ποιοτικά κριτήρια για την επιλογή των εκπαιδευτικών της στήριξης. Η αξιολόγησή τους βάσει της εξέλιξης των παιδιών είναι ουσιαστική παράμετρος. Την ίδια ώρα η συνεχής επιμόρφωση και στήριξη των εκπαιδευτικών αυτών από το εκπαιδευτικό σύστημα είναι θεμελιώδης, με στόχο πάντοτε το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών. Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η επιστημονική κατάρτιση των εκπαιδευτικών που θα αναλάβουν τη διδασκαλία των παιδιών στο πλαίσιο του Προγράμματος Ενισχυμένης Στήριξης, καθώς και η σαφής υποχρέωση παρακολούθησης και τεκμηρίωσης της προόδου του μαθητή βάσει του ατομικού προγράμματος που ακολουθεί. Στο τέλος κάθε τετραμήνου, να παρέχεται συστηματική και δομημένη ανατροφοδότηση προς το ΥΠΑΝ για την εφαρμογή του ατομικού προγράμματος, τα μέτρα και προσαρμογές που υλοποιήθηκαν και τα αποτελέσματα σε σχέση με τις εξατομικευμένες ανάγκες του παιδιού. Επιπρόσθετα, προτείνεται η δημιουργία καταλόγου εκπαιδευτικών με εξειδίκευση στην Ειδική Εκπαίδευση, οι οποίοι θα παρέχουν πρωτίστως τις ατομικές στηρίξεις. Η απουσία γνώσεων περί Ειδικής Εκπαίδευσης στη Μέση Εκπαίδευση, όπως προέκυψε τεκμηριωμένα και από τη συνάντηση της 25ης Ιουνίου 2026 με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατέδειξε την άγνοια και την έλλειψη δεξιοτήτων των εκπαιδευτικών ως προς την ουσία της ατομικής στήριξης, η οποία αποτελεί παρεχόμενη εύλογη προσαρμογή βάσει των εξατομικευμένων αναγκών του μαθητή." "02 - Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»","PANCYPRIAN PARENTS ASSOCIATION OF CHILDREN WITH HEARING LOSS","Ως ΠΑ.ΣΥ.ΓΟ. Παγκύπριος Σύνδεσμος Γονέων Παιδιών με Απώλεια Ακοής (ΠΑΣΥΓΟ), χαιρετίζουμε την προσπάθεια εκσυγχρονισμού της υφιστάμενης νομοθεσίας και όλων των κανονιστικών διατάξεων και κανονισμών που αφορά την Εκπαίδευση Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες. Κύριος γνώμονας όλων των εμπλεκομένων είναι το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών μας. Ακολουθούν τα σημεία με τα άρθρα του νόμου που σύμφωνα με τον Σύνδεσμο μας χρήζουν αναπροσαρμογής για την αποτελεσματικότερη στήριξη των παιδιών μας: - Στο σημείο 5 του άρθρου 7 αναφέρεται πως η παραπομπή θα «συνοδεύεται από βεβαίωση ιατρού, ψυχολόγου ή λογοθεραπευτή» πρέπει να προστεθεί και ο ακουολόγος. Γενικότερο σχόλιο θα πρέπει οι ειδικοί που θα κάνουν τις παραπομπές να είναι εξιδεικευμένοι με την συγκεκριμένη αναπηρία ή και τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού. Στο σημείο 7 του άρθρου 9.β να προστεθεί: - Νοείται ότι στις περιπτώσεις παιδιών με αισθητηριακές αναπηρίες (κωφών και τυφλών), οι αξιολογήσεις/επαναξιολογήσεις θα γίνονται από εξουσιοδοτημένους εκπαιδευτικούς κωφών ή τυφλών που θα εξουσιοδοτούνται από τις Σχολές Κωφών και Τυφλών αντίστοιχα). Βεβαίως, εμείς είμαστε εδώ για να εκφέρουμε την άποψη μας για τα παιδιά με Απώλεια Ακοής. Επίσης, η πολυθεματική ομάδα θα πρέπει να είναι διαφοροποιημένη ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού για το οποίο συνεδριάζει με χρήση κατάλληλων διαγνωστικών εργαλείων. - Το σημείο 8 του άρθρου 12.γ αντικρούεται με τους Κανονισμούς όπως πχ. σελ. 5, σημείο 16 που λέει κάθε 3 χρόνια. Χρειάζεται χρόνος για την εξέλιξη του παιδιού, ένας χρόνος δεν είναι αρκετός για επαναξιολόγηση. - Το σημείο 8 στο άρθρο 12.2.δ(ii) να τροποποιηθεί ως ακολούθως: Σε γενικές τάξεις που φοιτούν παιδιά με αναπηρίες/μαθησιακές δυσκολίες κτλ., δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 15 παιδιά. - Στο σημείο 10 του άρθρου 15 να προστεθεί -(2) Με αίτημα του γονέα, ή με δικαιολογημένη εισήγηση του συνδετικού λειτουργού, η Επαρχιακή Επιτροπή προβαίνει σε συχνότερες επαναξιολογήσεις. - Σχετικά με το σημείο 11 του άρθρου 16 γενικότερο σχόλιο σχετικά με την υποχρεωτική συμμόρφωση των γονέων απέναντι στις αποφάσεις της Επαρχιακής Επιτροπής Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης: Οι γονείς των παιδιών με αναπηρία και άλλες εκπαιδευτικές ανάγκες χρήζουν τόσο της κατανόησης, όσο και του σεβασμού των αρμόδιων εμπλεκόμενων υπηρεσιών. Με την συγκεκριμένη διατύπωση κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Θα πρέπει σε περίπτωση διαφωνίας η οποία οφείλεται είτε σε μη αντίληψη των πραγματικών αναγκών του παιδιού από τους γονείς, ή σε περιπτώσεις παραμέλησης των πραγματικών αναγκών του παιδιού από τους γονείς του, αφού προηγηθεί ενδελεχής ενημέρωση (την οποία νομοθετικά θα πρέπει να οριστεί κάποιος/α ως υπεύθυνος), τότε να γίνουν ενέργειες. Οι γονείς αποτελούν βασικά και ουσιαστικά στελέχη στην εξίσωση της εκπαίδευσης των παιδιών τους και ως έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται. Επιπλέον ο γονέας διατηρεί το δικαίωμα ένστασης (ακόμα και σε διοικητικό δικαστήριο). - Το σημείο 12 για το άρθρο 18.β.6 θεωρούμε ότι απαιτείται να δοθούν διευκρινήσεις. Νοείται ότι η Σχολή Κωφών συνεχίζει να χορηγεί ισότιμο Απολυτήριο όπως το γενικό σχολείο όπως ισχύει από το 2005." "02 - Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»",louishad,"Το προτεινόμενο νομοσχέδιο επιχειρεί έναν αναγκαίο εκσυγχρονισμό της υφιστάμενης νομοθεσίας, κυρίως μέσω της αντικατάστασης παλαιότερων όρων, όπως «παιδί με ειδικές ανάγκες», «συνηθισμένο σχολείο» και «ειδική μονάδα», με νεότερες διατυπώσεις, όπως «παιδί με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», «γενικό σχολείο» και «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης». Η αλλαγή αυτή είναι θετική, καθώς απομακρύνει μέρος της παλαιότερης ορολογίας και επιχειρεί να ευθυγραμμίσει το πλαίσιο με σύγχρονες αντιλήψεις. Το νομοσχέδιο εξακολουθεί να κινείται κυρίως μέσα στη λογική της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης και όχι σε μια ολοκληρωμένη λογική ενιαίας και συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Δεν κατοχυρώνεται ρητά ότι το γενικό σχολείο αποτελεί τον φυσικό και πρωταρχικό χώρο φοίτησης όλων των παιδιών, με την υποχρέωση του κράτους να παρέχει τις αναγκαίες προσαρμογές, υποστηρίξεις, μέσα και διευκολύνσεις. Επομένως, η βασική εισήγηση είναι το νομοσχέδιο να ενισχυθεί με σαφή αρχή ότι η εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες πρέπει να οργανώνεται πρωτίστως μέσα στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα, με στόχο την ισότιμη συμμετοχή τους στη σχολική ζωή. Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος η μεταρρύθμιση να παραμείνει κυρίως ορολογική και διοικητική, χωρίς ουσιαστικό μετασχηματισμό της εκπαιδευτικής φιλοσοφίας. Άρθρο 1 — Συνοπτικός τίτλος Προβληματισμός Ο νέος τίτλος είναι βελτιωμένος σε σχέση με την παλαιότερη αναφορά σε «παιδιά με ειδικές ανάγκες». Ωστόσο, εξακολουθεί να παρουσιάζει το νομοθέτημα ως νόμο που αφορά μια ειδική κατηγορία παιδιών και όχι ως μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου ενιαίας ή συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Από τον τίτλο απουσιάζει η έννοια της συμπερίληψης, παρόλο που η δημόσια διαβούλευση αναφέρει ότι σκοπός είναι η προώθηση μιας πιο συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Προτεινόμενη αλλαγή Να εξεταστεί η προσθήκη αναφοράς στην ενιαία ή συμπεριληπτική εκπαίδευση στον τίτλο ή, τουλάχιστον, σε εισαγωγική διάταξη του Νόμου. Ενδεικτική διατύπωση: «Ο παρών Νόμος αποσκοπεί στην κατοχύρωση του δικαιώματος των παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες σε ποιοτική, προσβάσιμη και συμπεριληπτική εκπαίδευση στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα, με την παροχή των αναγκαίων υποστηρίξεων, εύλογων προσαρμογών και διευκολύνσεων». Άρθρο 2 — Ορισμοί Προβληματισμός Το άρθρο 2 είναι από τα σημαντικότερα άρθρα του νομοσχεδίου, γιατί καθορίζει τη φιλοσοφία του. Η αντικατάσταση των όρων είναι θετική, όμως ορισμένοι νέοι ορισμοί χρειάζονται ενίσχυση. Ο ορισμός του «γενικού σχολείου» είναι καθαρά περιγραφικός. Δεν αναφέρει ότι το γενικό σχολείο αποτελεί τον βασικό χώρο εκπαίδευσης και συμμετοχής των παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Ο ορισμός του «παιδιού με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» παραμένει σε μεγάλο βαθμό εστιασμένος στη δυσκολία του παιδιού. Δεν αναδεικνύει επαρκώς ότι οι εκπαιδευτικές ανάγκες προκύπτουν και από τα εμπόδια του σχολικού περιβάλλοντος, όπως η έλλειψη προσβασιμότητας, υποστηρικτικού προσωπικού, διαφοροποιημένης διδασκαλίας ή κατάλληλων μέσων. Ο ορισμός του «προγράμματος ενισχυμένης στήριξης» είναι επίσης πολύ γενικός. Δεν διασφαλίζει ότι το πρόγραμμα αυτό θα λειτουργεί ως μέσο συμπερίληψης και όχι ως νέα ονομασία της ειδικής μονάδας. Προτεινόμενη αλλαγή Να ενισχυθούν οι ορισμοί ως εξής: Για το «γενικό σχολείο»: «Γενικό σχολείο σημαίνει σχολείο του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος, δημόσιο, κοινοτικό ή ιδιωτικό, το οποίο αποτελεί τον βασικό χώρο φοίτησης, συμμετοχής και εκπαίδευσης όλων των παιδιών, περιλαμβανομένων των παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, με την παροχή των αναγκαίων υποστηρίξεων και εύλογων προσαρμογών». Για το «παιδί με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες»: Να προστεθεί ότι οι ανάγκες του παιδιού αξιολογούνται όχι μόνο με βάση ατομικές δυσκολίες, αλλά και με βάση τα εμπόδια που υπάρχουν στο φυσικό, μαθησιακό, κοινωνικό, επικοινωνιακό και οργανωτικό περιβάλλον του σχολείου. Για το «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης»: «Πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης σημαίνει οργανωμένη εκπαιδευτική ή άλλη υποστήριξη που παρέχεται σε παιδί που φοιτά σε γενικό σχολείο, με σκοπό τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή του στη γενική τάξη και στη συνολική σχολική ζωή, και όχι τη δημιουργία χωριστού ή παράλληλου πλαισίου φοίτησης». Άρθρο 3 — Οριζόντια αντικατάσταση όρων Προβληματισμός Η οριζόντια αντικατάσταση όρων είναι αναγκαία για λόγους συνοχής. Ωστόσο, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η αλλαγή να παραμείνει απλή μετονομασία. Ειδικά η αντικατάσταση της «ειδικής μονάδας» με το «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» δεν αρκεί, εάν δεν αλλάξει και ο τρόπος λειτουργίας της δομής. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ερμηνευτική ή μεταβατική διάταξη που να διευκρινίζει ότι η αντικατάσταση των όρων συνεπάγεται αλλαγή στη φιλοσοφία και στη λειτουργία των σχετικών δομών. Ενδεικτική διατύπωση: «Η αντικατάσταση του όρου “ειδική μονάδα” με τον όρο “πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης” δεν νοείται ως απλή μετονομασία υφιστάμενης δομής, αλλά ως αναδιοργάνωση της παρεχόμενης στήριξης με σκοπό την ενίσχυση της συμμετοχής του παιδιού στη γενική τάξη και στο γενικό σχολικό περιβάλλον». Άρθρο 4 — Φοίτηση σε ειδικό σχολείο ή αλλού Προβληματισμός Το άρθρο 4 προβλέπει ότι η φοίτηση παιδιού σε ειδικό σχολείο ή οπουδήποτε αλλού απαγορεύεται, εκτός στην έκταση και για όσο χρόνο αποφασίζεται σύμφωνα με τον Νόμο. Η πρόνοια αυτή είναι θετική στον βαθμό που περιορίζει την αυθαίρετη απομάκρυνση παιδιού από το γενικό σχολείο. Ωστόσο, δεν κατοχυρώνει ρητά ότι η φοίτηση στο γενικό σχολείο είναι η πρώτη και βασική επιλογή. Επίσης, η φράση «ή οπουδήποτε αλλού» είναι πολύ ευρεία και χρειάζεται σαφή περιορισμό. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ότι η φοίτηση εκτός γενικού σχολείου επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, με πλήρη αιτιολόγηση και αφού προηγουμένως εξεταστούν όλες οι δυνατότητες στήριξης στο γενικό σχολείο. Ενδεικτική διατύπωση: «Η εκπαίδευση παιδιού με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες παρέχεται κατά προτεραιότητα στο γενικό σχολείο, με τις αναγκαίες υποστηρίξεις, εύλογες προσαρμογές, μέσα και διευκολύνσεις. Φοίτηση σε ειδικό σχολείο ή σε άλλο χώρο εκτός γενικού σχολείου επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και αφού τεκμηριωθεί ότι έχουν εξεταστεί όλες οι δυνατότητες υποστήριξης του παιδιού στο γενικό σχολείο». Άρθρο 5 — Παραπομπή στην Επαρχιακή Επιτροπή Προβληματισμός Η πρόνοια για συγκατάθεση των γονέων όταν η παραπομπή γίνεται από τρίτο πρόσωπο είναι θετική. Ωστόσο, η απαίτηση η παραπομπή να συνοδεύεται από βεβαίωση ιατρού, ψυχολόγου ή λογοθεραπευτή μπορεί να δημιουργήσει καθυστερήσεις ή ανισότητες, ειδικά για οικογένειες που δεν έχουν άμεση πρόσβαση σε ειδικούς. Υπάρχει επίσης κίνδυνος να ενισχυθεί μια ιατροκεντρική αντίληψη, όπου η εκπαιδευτική ανάγκη αναγνωρίζεται κυρίως μέσω εξωτερικής διάγνωσης και όχι μέσω της παιδαγωγικής παρατήρησης και αξιολόγησης του σχολείου. Προτεινόμενη αλλαγή Να διατηρηθεί η δυνατότητα προσκόμισης βεβαίωσης ειδικού, αλλά να μην αποτελεί απόλυτο εμπόδιο για την έναρξη της διαδικασίας. Ενδεικτική διατύπωση: «Η παραπομπή δύναται να συνοδεύεται από βεβαίωση ιατρού, ψυχολόγου, λογοθεραπευτή ή άλλου αρμόδιου ειδικού, χωρίς η απουσία τέτοιας βεβαίωσης να εμποδίζει την αρχική εξέταση της περίπτωσης, εφόσον τεκμηριώνεται από το σχολείο ή τον γονέα ανάγκη διερεύνησης και παροχής υποστήριξης». Άρθρο 6 — Προθεσμία παραπομπών μέχρι τέλος Ιανουαρίου Προβληματισμός Η πρόνοια για παραλαβή παραπομπών μέχρι τέλος Ιανουαρίου μπορεί να βοηθήσει στον προγραμματισμό της επόμενης σχολικής χρονιάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλεισμού ή καθυστέρησης για παιδιά των οποίων οι ανάγκες εντοπίζονται μετά τον Ιανουάριο. Η εξαίρεση για «σοβαρά και έκτακτα περιστατικά» είναι χρήσιμη, αλλά παραμένει αόριστη. Δεν πρέπει να απαιτείται να χαρακτηριστεί μια περίπτωση ως «σοβαρή και έκτακτη» για να λάβει ένα παιδί βασική ή προσωρινή στήριξη. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί πρόνοια για προσωρινά ή άμεσα μέτρα στήριξης κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Ενδεικτική διατύπωση: «Η προθεσμία υποβολής παραπομπών δεν αποκλείει την εξέταση περιπτώσεων και τη λήψη προσωρινών ή άμεσων μέτρων στήριξης κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, όταν εντοπίζονται εκπαιδευτικές ανάγκες που επηρεάζουν τη φοίτηση, συμμετοχή ή πρόοδο του παιδιού». Άρθρο 7 — Πολυθεματική ομάδα αξιολόγησης/επαναξιολόγησης Προβληματισμός Η πρόβλεψη πολυθεματικής ομάδας είναι θετική, διότι η αξιολόγηση των αναγκών ενός παιδιού δεν πρέπει να γίνεται μονοδιάστατα. Ωστόσο, η διατύπωση φαίνεται να αφορά παιδιά προδημοτικής και δημοτικής εκπαίδευσης. Αυτό δημιουργεί προβληματισμό για τη Μέση Γενική και Μέση Τεχνική Εκπαίδευση. Η συμπερίληψη αφορά όλες τις βαθμίδες. Οι μαθητές/μαθήτριες Γυμνασίου, Λυκείου και ΤΕΣΕΚ έχουν επίσης ανάγκη πολυθεματικής, παιδαγωγικής και λειτουργικής αξιολόγησης. Προτεινόμενη αλλαγή Να επεκταθεί ρητά η πρόνοια σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Ενδεικτική διατύπωση: «Ο Υπουργός ορίζει, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε βαθμίδας εκπαίδευσης, πολυθεματικές ομάδες αξιολόγησης και επαναξιολόγησης για παιδιά προδημοτικής, δημοτικής, μέσης γενικής και μέσης τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης». Άρθρο 8 — Απόφαση Επαρχιακής Επιτροπής και συγκατάθεση για ειδικό σχολείο Προβληματισμός Η πρόνοια για ενημέρωση του γονέα σχετικά με το δικαίωμά του για γραπτή συγκατάθεση φοίτησης του παιδιού σε ειδικό σχολείο είναι σημαντική. Ωστόσο, η συγκατάθεση πρέπει να είναι πραγματικά ενημερωμένη και όχι τυπική. Επιπλέον, η επαναξιολόγηση μετά από ένα έτος φοίτησης στη γενική τάξη μπορεί να είναι θετική, εφόσον έχει στόχο τη βελτίωση της στήριξης. Υπάρχει όμως κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός μετακίνησης του παιδιού εκτός γενικής τάξης, ιδιαίτερα αν το παιδί δεν έλαβε προηγουμένως επαρκή στήριξη. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ότι η συγκατάθεση του γονέα δίνεται μόνο μετά από πλήρη ενημέρωση για όλες τις εναλλακτικές επιλογές και τις δυνατότητες στήριξης στο γενικό σχολείο. Ενδεικτική διατύπωση: «Η γραπτή συγκατάθεση του γονέα για φοίτηση σε ειδικό σχολείο παρέχεται μόνο μετά από πλήρη και κατανοητή ενημέρωση για τις δυνατότητες φοίτησης και στήριξης στο γενικό σχολείο, τις διαθέσιμες εύλογες προσαρμογές, τις εναλλακτικές διευθετήσεις και τις συνέπειες κάθε επιλογής». Να προστεθεί επίσης: «Η επαναξιολόγηση μετά από ένα έτος φοίτησης στη γενική τάξη αποσκοπεί πρωτίστως στην ενίσχυση της συμμετοχής και υποστήριξης του παιδιού στο γενικό σχολείο. Οποιαδήποτε εισήγηση για περιορισμό της συμμετοχής στη γενική τάξη ή φοίτηση εκτός γενικού σχολείου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και να τεκμηριώνει ότι προηγουμένως εφαρμόστηκαν επαρκείς υποστηρίξεις και εύλογες προσαρμογές». Άρθρο 9 — Αντικατάσταση «έκθεσης» με «απόφαση» Προβληματισμός Η αντικατάσταση της «έκθεσης» με «απόφαση» ενισχύει τον διοικητικό χαρακτήρα της πράξης. Αυτό μπορεί να είναι θετικό, εφόσον η απόφαση είναι σαφής, δεσμευτική και εφαρμόσιμη. Ωστόσο, όταν μια πράξη χαρακτηρίζεται ως απόφαση, πρέπει να συνοδεύεται από πλήρεις εγγυήσεις: αιτιολόγηση, πρόσβαση στα στοιχεία, ακρόαση γονέα και παιδιού, δικαίωμα υποβολής παραστάσεων και δυνατότητα ένστασης ή προσφυγής. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ρητή πρόνοια ότι κάθε απόφαση πρέπει να είναι εξατομικευμένη και πλήρως αιτιολογημένη. Ενδεικτική διατύπωση: «Κάθε απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής είναι γραπτή, εξατομικευμένη, πλήρως αιτιολογημένη και ελέγξιμη, αναφέρει τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη, τις εναλλακτικές επιλογές που εξετάστηκαν, τις απόψεις του γονέα και, όπου είναι δυνατό, του παιδιού, καθώς και τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε η συγκεκριμένη διευθέτηση». Άρθρο 10 — Επαναξιολόγηση Προβληματισμός Η επαναξιολόγηση πριν από τη μετάβαση σε επόμενη βαθμίδα και ανά τριετία είναι θετική. Η ολοκλήρωση μέχρι τον Μάρτιο μπορεί να βοηθήσει στον προγραμματισμό. Ωστόσο, οι ανάγκες ενός παιδιού μπορεί να αλλάξουν οποτεδήποτε. Η τριετία δεν πρέπει να λειτουργεί ως άκαμπτο χρονικό όριο, ούτε ο Μάρτιος ως αποκλειστική προθεσμία για ουσιαστική επανεξέταση. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ρητά ότι έκτακτη επαναξιολόγηση μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε υπάρχει ουσιώδης μεταβολή αναγκών ή δυσκολιών. Ενδεικτική διατύπωση: «Ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη τριετή επαναξιολόγηση ή την επαναξιολόγηση πριν από αλλαγή βαθμίδας, ο γονέας, το σχολείο, ο συνδετικός λειτουργός ή η ίδια η Επαρχιακή Επιτροπή δύνανται να ζητήσουν έκτακτη επαναξιολόγηση οποτεδήποτε προκύπτει ουσιώδης μεταβολή στις ανάγκες, στη λειτουργικότητα, στη συμμετοχή ή στην πρόοδο του παιδιού». Άρθρο 11 — Απόφαση Κεντρικής Επιτροπής Προβληματισμός Η πρόνοια ότι ο γονέας «υποχρεούται να συμμορφωθεί» με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, η οποία χαρακτηρίζεται «τελεσίδικη», είναι από τα πιο προβληματικά σημεία του νομοσχεδίου. Η διατύπωση αυτή μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι περιορίζονται υπέρμετρα τα δικαιώματα του γονέα και του παιδιού για ένσταση, προσφυγή, δικαστικό έλεγχο ή άλλη έννομη προστασία. Ακόμη και αν η πρόθεση είναι να αποφεύγονται καθυστερήσεις εις βάρος του παιδιού, η διατύπωση πρέπει να είναι πιο προσεκτική. Προτεινόμενη αλλαγή Να αντικατασταθεί η προτεινόμενη διάταξη. Ενδεικτική διατύπωση: «Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής είναι τελική στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και κοινοποιείται γραπτώς στον γονέα με πλήρη αιτιολόγηση. Η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει οποιοδήποτε δικαίωμα του γονέα ή/και του παιδιού για δικαστικό έλεγχο, προσφυγή ή άλλη έννομη προστασία που προβλέπεται από το Σύνταγμα, τη νομοθεσία ή διεθνείς συμβάσεις». Να αφαιρεθεί η φράση: «υποχρεούται να συμμορφωθεί». Άρθρο 12 — Γενική τάξη, Απολυτήριο και πιστοποιητικό παρακολούθησης Προβληματισμός Η αντικατάσταση του όρου «συνηθισμένη τάξη» με «γενική τάξη» είναι γλωσσικά ορθή. Ωστόσο, το σημαντικότερο ζήτημα είναι η πρόνοια για το Απολυτήριο. Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι στο παιδί που φοιτά στο γενικό σχολείο χορηγείται Απολυτήριο στο οποίο αναγράφονται μόνο τα μαθήματα που παρακολούθησε και οι εξετάσεις στις οποίες παρακάθισε. Η διατύπωση αυτή ενδέχεται να δημιουργήσει κίνδυνο στιγματισμού, διαφοροποιημένης μεταχείρισης ή απολυτηρίου μειωμένης πρακτικής αξίας. Πρέπει να διασφαλιστεί ότι το Απολυτήριο δεν θα αποκαλύπτει αχρείαστα την αναπηρία ή τις εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού και δεν θα περιορίζει μελλοντικές εκπαιδευτικές, επαγγελματικές ή κοινωνικές του δυνατότητες. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ρητή εγγύηση ισοτιμίας και προστασίας από διάκριση. Ενδεικτική διατύπωση: «Στο παιδί με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που φοιτά στο γενικό σχολείο χορηγείται Απολυτήριο ισότιμης ισχύος με εκείνο των λοιπών μαθητών/ριών, με τρόπο που δεν οδηγεί σε άμεση ή έμμεση διάκριση, στιγματισμό ή αδικαιολόγητη αποκάλυψη ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων». Για τα παιδιά που φοιτούν σε ειδικά σχολεία: «Το πιστοποιητικό παρακολούθησης συνοδεύεται, όπου είναι δυνατό, από αναλυτική περιγραφή δεξιοτήτων, μαθησιακής προόδου και επιτευγμάτων, με τρόπο που να υποστηρίζει τη μετάβαση του παιδιού σε περαιτέρω εκπαίδευση, κατάρτιση, εργασία ή κοινωνική συμμετοχή». Άρθρο 13 — Ειδικά σχολεία ως υποστηρικτικές δομές Προβληματισμός Η πρόνοια ότι τα ειδικά σχολεία λειτουργούν ως υποστηρικτικές δομές των γενικών σχολείων είναι θετική. Μπορεί να αξιοποιήσει την τεχνογνωσία του προσωπικού των ειδικών σχολείων προς όφελος των γενικών σχολείων. Ωστόσο, η διάταξη είναι γενική. Δεν καθορίζει πώς θα παρέχεται αυτή η στήριξη, με ποιο προσωπικό, με ποια συχνότητα, με ποια ευθύνη και με ποιον μηχανισμό παρακολούθησης. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί σαφές πλαίσιο λειτουργίας του υποστηρικτικού ρόλου των ειδικών σχολείων. Ενδεικτική διατύπωση: «Ο υποστηρικτικός ρόλος των ειδικών σχολείων προς τα γενικά σχολεία οργανώνεται με σαφή καθήκοντα, χρονοδιαγράμματα, διαδικασίες συνεργασίας, επιμόρφωση εκπαιδευτικών, συμβουλευτική στήριξη, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και μηχανισμό αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας της παρεχόμενης υποστήριξης». Να προστεθεί επίσης: «Η λειτουργία των ειδικών σχολείων ως υποστηρικτικών δομών δεν αναιρεί την υποχρέωση του γενικού σχολείου και της Πολιτείας να παρέχουν τις αναγκαίες υποστηρίξεις και εύλογες προσαρμογές εντός του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος». Άρθρο 14 — Συμμετοχή εκπροσώπου ΚΥΣΟΑ Προβληματισμός Η συμμετοχή εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ είναι θετική, καθώς ενισχύει τη συμμετοχή των οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες στη διαδικασία. Ωστόσο, η συμμετοχή αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι υποκαθιστά τη φωνή του γονέα ή, κυρίως, του ίδιου του παιδιού. Το νομοσχέδιο χρειάζεται πιο ξεκάθαρη πρόνοια για την ακρόαση και συμμετοχή του παιδιού στις αποφάσεις που το αφορούν. Προτεινόμενη αλλαγή Να διατηρηθεί η συμμετοχή της ΚΥΣΟΑ, αλλά να προστεθεί ρητή πρόνοια για συμμετοχή του παιδιού. Ενδεικτική διατύπωση: «Κατά τη διαδικασία λήψης απόφασης λαμβάνεται υπόψη, με κατάλληλο και προσβάσιμο τρόπο, η άποψη του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία, την ωριμότητα, τις δυνατότητες και τον τρόπο επικοινωνίας του. Για τον σκοπό αυτό παρέχεται στο παιδί η αναγκαία υποστήριξη ώστε να εκφράσει ελεύθερα την άποψή του». Να προστεθεί επίσης ότι ο ρόλος του εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ είναι συμβουλευτικός και υποστηρικτικός, χωρίς να αντικαθιστά τα δικαιώματα του παιδιού και του γονέα. Συνολικό συμπέρασμα επί του Νόμου Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει θετικές προθέσεις και ορισμένες σημαντικές βελτιώσεις, κυρίως σε επίπεδο ορολογίας, διαδικασιών, επαναξιολόγησης και συμμετοχής φορέων. Ωστόσο, χρειάζεται ουσιαστική ενίσχυση, ώστε να μη μείνει σε μια περιορισμένη μεταρρύθμιση της ειδικής αγωγής, αλλά να αποτελέσει βήμα προς ένα πραγματικά συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι κυριότερες εισηγήσεις είναι: • να προστεθεί ρητή αρχή ενιαίας και συμπεριληπτικής εκπαίδευσης, • να κατοχυρωθεί το γενικό σχολείο ως βασικός χώρος φοίτησης και συμμετοχής, • να διασφαλιστεί ότι τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης δεν θα λειτουργούν ως νέες ειδικές μονάδες, • να περιοριστεί αυστηρά η φοίτηση εκτός γενικού σχολείου, • να ενισχυθούν τα δικαιώματα γονέα και παιδιού στη διαδικασία, • να αφαιρεθούν ή να διορθωθούν προβληματικές διατυπώσεις όπως «υποχρεούται να συμμορφωθεί» και «τελεσίδικη», • να προστατευθεί η ισοτιμία του Απολυτηρίου, • και να προβλεφθούν σαφείς υποχρεώσεις του κράτους για πραγματική στήριξη στο γενικό σχολείο." "02 - Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2026»","Panayiotis Savvides 2024","1. Μετατροπή των Ειδικών Σχολείων σε resource centres. Πρακτικά αδύνατο να συμβεί επειδή το κάθε ειδικό σχολείο δεν έχει επιπλέον ανθρώπινο δυναμικό να δώσουν και στα υπόλοιπα 150 δημόσια σχολεία που τους αναλογούν και δεύτερο επειδή τα περιστατικά στα Ειδικά Σχολεία, είναι διαφορετικά από τα περιστατικά στα γενικά σχολεία. Το ΥΠΑΝ δεν έχει παρουσιάσει τα οποιαδήποτε στοιχεία ότι αυτό είναι καν εφικτό. Στο τέλος της ημέρας απλά θα τσακκώνονται οι γονείς μεταξύ τους, από την μια πλευρά ο γονιός στο Ειδικό σχολείο του οποίου θα αφαιρείται διδακτικές περιόδους από το παιδί του και από την άλλη ο γονιός στο γενικό σχολείο, ο οποίο θα περιμένει για μήνες να πάει ένας ειδικός στο σχολείο του παιδιού του για να δείξει στους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς πως να προσαρμοστούν στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση που θα έχουν μπροστά τους. Επιπρόσθετα, δείχνει ότι το ΥΠΑΝ δεν έχει την πρόθεση να κάνετε εύρωστη την ειδική εκπαίδευση με το να την έχει βασικά ως μερικής απασχόλησης δραστηριότητα και να αφαιρεί αντι να προσθέτει πόρους. Υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ των εξαγγελιών και των πράξεων της κυβερνησης Χριστοδουλίδη. 2. Αθετείτε μια σειρά από τους 10 πυλώνες του ΥΠΑΝ για την ειδική εκπαίδευση. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει τίποτα για την ανάγκη συλλογής στατιστικών στοιχείων, δεν υποχρεώνει κανένα να τα καταγράφει, (έχει μειώθει η σημασία της συλλογής στοιχείων στην επαρχιακή αξιολόγηση κάθε τρια χρόνια μόνο), δεν υπάρχει συμμετοχή της κοινότητας του μαθητή (ιδιώτες εκπαιδευτικοί και φροντιστές) που τους έχει εκτός σχολικού χρόνου, δεν υπάρχει η δια βίου μάθηση και απλά περιορίζετε το νομοσχέδιο στο τι γίνετε με τον σχολικό χρόνο. Τέλος δεν υπάρχει η πιστοποίηση των εκπαιδευτικών που θα έρθει μέσα από την υποχρεωτική επιμόρφωση τους. 3. Εντέχνως, αφαιρείτε το δικαίωμα από τον γονιό να αρνηθεί να πάει το παιδί του σε ειδικό σχολείο. Του δίνετε το δικαίωμα στην πρώτη χρονιά φοίτησης (άρθρο 12β) και του αφαιρείτε στο άρθρο 16.2α. Εισηγήσεις: 1. Δημιουργία ξεχωριστής Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής και Συμπερίληψης στο ΥΠΑΝ ως η ενιαία και οριζόντια αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή της υφιστάμενης και νέας νομοθεσίας, σε όλες τις βαθμίδες, Προδημοτική, Δημοτική, Μέση, Τεχνική, Ανώτατη. Εξυπακούει την μεταφορά όλων των εκπαιδευτικών που υπάγονται στην Ειδική Εκπαίδευση καθώς και των προυπολογισμών τους στην νέα Διεύθυνση. Αναλάμβανει όλα τα κάθηκοντα των επαρχιακών επιτροπών. 2. Με την δημιουργία της Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής και Συμπερίληψης, την κατάργηση του άρθρου 5, δηλαδή της Κεντρικής Επιτροπής καθώς και των επαρχιακών επιτροπών. Οι οποιεσδήποτε ενστάσεις σε ότι αφορά δράσεις και αποφάσεις της Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής και Συμπερίληψης να επιλαμβάνονται ιεραρχικά, όπως με όλες τις αποφάσεις του δημοσίου σε όλα τα υπουργεία. 3. Αποφασίζει ΜΟΝΟ ο γονέας για τον χώρο εκπαίδευσης του παιδιού του." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",PASYGOANA,"Ο Παγκύπριος Σύνδεσμο Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ) δηλώνει ευθαρσώς ότι πέραν των θέσεων που έχει καταθέσει στην διαβούλευση, συμφωνεί και με τις θέσεις που έχουν καταθέσει η Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ) και ο Σύνδεσμος Συγγενών και Φίλων για Άτομα με Αυτισμό ""ΜΑΖΙ"". Η ευθυγράμμιση μας αυτή δεν σημαίνει ότι αυτόματα διαφωνούμε με τις θέσεις άλλων ατόμων, Συνδέσμων και οργανωμένων συνόλων που έχουν καταθέσει απόψεις στην διαβούλευση." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",Mazi4autism,"Ο Σύνδεσμος Συγγενών και Φίλων Ατόμων με Αυτισμό «ΜΑΖΙ» συμφωνεί και συντάσσεται με τις βασικές παρατηρήσεις και εισηγήσεις που έχουν υποβληθεί από την Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ) και τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία (ΠΑΣΥΓΟΑΝΑ). Προς αποφυγή επανάληψης, καταθέτουμε συμπληρωματικά τις ακόλουθες ειδικότερες εισηγήσεις: 1. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΠΟ ΕΙΔΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΓΟΝΕΑ Η αξιολόγηση του παιδιού πρέπει, όπου αυτό είναι αναγκαίο, να περιλαμβάνει άμεση παρατήρηση στο πραγματικό εκπαιδευτικό περιβάλλον και να μην περιορίζεται σε εξέταση σε γραφείο ή σε τεχνητές συνθήκες. Πρέπει να κατοχυρωθεί το δικαίωμα του γονέα να ζητεί όπως ψυχολόγος, ιατρός, θεραπευτής ή άλλος κατάλληλος ειδικός της επιλογής του παρατηρεί το παιδί: – στη γενική τάξη, – στο πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης, – κατά τις μεταβάσεις, – στα διαλείμματα, – κατά τη σίτιση, – στη φυσική αγωγή, στην κολύμβηση ή σε άλλη δραστηριότητα, – και κατά τις χρονικές περιόδους στις οποίες εμφανίζονται οι δυσκολίες που διερευνώνται. Η παρατήρηση πρέπει να πραγματοποιείται: – με τη συγκατάθεση του γονέα, – μετά από εύλογο προγραμματισμό με τη διεύθυνση του σχολείου, – με σεβασμό στην ιδιωτικότητα και στα προσωπικά δεδομένα των άλλων παιδιών, – με υποχρέωση εμπιστευτικότητας, – και χωρίς αδικαιολόγητη διατάραξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η διεύθυνση του σχολείου δεν πρέπει να μπορεί να αρνείται αυθαίρετα ή χωρίς ειδική γραπτή αιτιολογία την παρουσία του ειδικού. Η έκθεση και οι εισηγήσεις του ειδικού πρέπει να: – καταχωρίζονται στον φάκελο του παιδιού, – τίθενται ενώπιον της πολυθεματικής ομάδας, – λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση, – και απαντώνται ειδικά και αιτιολογημένα στην Έκθεση Αξιολόγησης και στην Απόφαση. Η δυνατότητα αυτή δεν υποκαθιστά την υποχρέωση του Υπουργείου να παρέχει επαρκή ψυχολογική και άλλη επιστημονική στήριξη στα σχολεία. 2. ΑΤΟΜΙΚΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΥΓΕΙΑΣ, ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΡΙΣΕΩΝ Το εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει, όπου απαιτείται, να συνοδεύεται από δεσμευτικό ατομικό πρωτόκολλο υγείας, ασφάλειας και διαχείρισης κρίσεων. Το πρωτόκολλο πρέπει να καταρτίζεται με τη συμμετοχή του γονέα, των κατάλληλων επαγγελματιών υγείας και του σχολικού προσωπικού και να περιλαμβάνει τουλάχιστον: – τις γνωστές ιατρικές, ψυχολογικές, αισθητηριακές και συμπεριφορικές ανάγκες του παιδιού, – τα πρώιμα σημεία απορρύθμισης ή ιατρικής επιδείνωσης, – προληπτικές στρατηγικές και εύλογες προσαρμογές, – συγκεκριμένα βήματα αποκλιμάκωσης, – τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την παρέμβαση, – τη διαδικασία άμεσης ενημέρωσης της οικογένειας, – τις ενέργειες σε επείγον ιατρικό περιστατικό, – τη διαδικασία κλήσης ασθενοφόρου, – τη διαδικασία μεταφοράς στο κατάλληλο νοσηλευτήριο, – τον τρόπο συνοδείας του παιδιού, – τη χορήγηση πρώτων βοηθειών ή φαρμακευτικής αγωγής, όπου απαιτείται, – την καταγραφή και επανεξέταση κάθε σοβαρού περιστατικού, – και την κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού. Πρέπει επίσης να θεσπιστούν ειδικά πρωτόκολλα για: – κολύμβηση, – εκδρομές, – μεταφορά, – αθλητικές δραστηριότητες, – και άλλες δραστηριότητες αυξημένου κινδύνου. Κάθε περιορισμός ή αναστολή συμμετοχής του παιδιού πρέπει: – να βασίζεται σε εξατομικευμένη και τεκμηριωμένη εκτίμηση κινδύνου, – να είναι αναγκαίος και αναλογικός, – να περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο, – να συνοδεύεται από μέτρα ασφαλούς επανόδου, – και να μην αποτελεί γενικευμένο αποκλεισμό λόγω αναπηρίας ή διοικητικής ευκολίας. 3. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕΙΩΣΗΣ, ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ Ή ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ Οι Κανονισμοί πρέπει να καθορίζουν σαφή διαδικασία για οποιαδήποτε μείωση, αντικατάσταση ή διακοπή λογοθεραπείας, εργοθεραπείας, φυσιοθεραπείας, ψυχολογικής υποστήριξης, ειδικής εκπαίδευσης ή άλλης θεραπευτικής ή υποστηρικτικής υπηρεσίας. Πριν από οποιαδήποτε μεταβολή πρέπει να προηγούνται: – επαναξιολόγηση της συγκεκριμένης ανάγκης, – εξέταση της προόδου και της λειτουργικής κατάστασης του παιδιού, – ενημέρωση και ακρόαση του γονέα, – συμμετοχή του παιδιού με προσβάσιμο τρόπο, – εξέταση των εκθέσεων των επαγγελματιών που παρακολουθούν το παιδί, – και ειδική γραπτή αιτιολόγηση. Η σχετική απόφαση πρέπει να αναφέρει: – ποια θεραπεία ή υποστήριξη μεταβάλλεται, – για ποιους επιστημονικούς και εξατομικευμένους λόγους, – ποια ανάγκη θεωρείται ότι έχει διαφοροποιηθεί, – ποια νέα ή εναλλακτική υποστήριξη θα παρασχεθεί, – πότε θα αρχίσει, – πώς θα παρακολουθείται η επίδρασή της, – και πότε θα επαναξιολογηθεί. Δεν πρέπει να επιτρέπεται μείωση ή διακοπή αποκλειστικά λόγω: – έλλειψης προσωπικού, – διοικητικής αναδιοργάνωσης, – δημοσιονομικού περιορισμού, – ή αδυναμίας κατάρτισης του ωρολογίου προγράμματος. Όπου υπάρχει κίνδυνος παλινδρόμησης, απώλειας δεξιοτήτων ή σοβαρής επιβάρυνσης, πρέπει να εφαρμόζεται κατάλληλο μεταβατικό πρόγραμμα και να διατηρείται η αναγκαία υποστήριξη μέχρι την ασφαλή μετάβαση. 4. ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ Για τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας, το εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει ειδικό πρόγραμμα κοινωνικής ένταξης και μετάβασης στην ενήλικη ζωή. Το πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει, ανάλογα με τις εξατομικευμένες ανάγκες: – αυτοφροντίδα και δεξιότητες καθημερινής ζωής, – επικοινωνία και αυτοπροσδιορισμό, – υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων, – χρήση μέσων μεταφοράς και υπηρεσιών της κοινότητας, – διαχείριση χρημάτων και καθημερινών συναλλαγών, – κοινωνικές, πολιτιστικές, αθλητικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες, – προσωπική ασφάλεια και προστασία από κακοποίηση, – ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων και δικτύων υποστήριξης, – επαγγελματική διερεύνηση και προεπαγγελματική εκπαίδευση, – πρακτική άσκηση, – προετοιμασία για εργασία ή υποστηριζόμενη απασχόληση, – προετοιμασία για ανεξάρτητη ή υποστηριζόμενη διαβίωση, – και διασύνδεση με τις υπηρεσίες που θα αναλάβουν μετά την ολοκλήρωση της σχολικής φοίτησης. Το πρόγραμμα δεν πρέπει να περιορίζεται σε θεωρητική διδασκαλία μέσα στο σχολείο, αλλά να περιλαμβάνει πραγματικές και ασφαλείς δραστηριότητες μέσα στην κοινότητα, με το αναγκαίο προσωπικό, τη μεταφορά και τις εύλογες προσαρμογές. 5. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ Σε περιπτώσεις σοβαρών δυσκολιών συμπεριφοράς, επικοινωνίας, ψυχικής υγείας, κοινωνικής ένταξης ή προστασίας του παιδιού, πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα συμμετοχής ανεξάρτητου ψυχολόγου ή λειτουργού κοινωνικής στήριξης. Ο ρόλος του πρέπει να περιλαμβάνει: – υποστήριξη του παιδιού, – στήριξη και ενημέρωση της οικογένειας, – παρατήρηση στο σχολικό περιβάλλον, – αξιολόγηση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραγόντων, – υποβολή εισηγήσεων, – παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων, – και συμβολή στην πρόληψη αποκλεισμού, κακομεταχείρισης ή ακατάλληλων παρεμβάσεων. Οι εισηγήσεις του πρέπει να καταγράφονται και να απαντώνται αιτιολογημένα από τα αρμόδια όργανα. 6. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΝΟΙΕΣ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΥΤΙΣΜΟ Οι Κανονισμοί πρέπει να προβλέπουν, όπου απαιτείται από την εξατομικευμένη αξιολόγηση: – λειτουργική αξιολόγηση της συμπεριφοράς, – εξατομικευμένο σχέδιο θετικής υποστήριξης της συμπεριφοράς, – αισθητηριακή αξιολόγηση και προσαρμογές, – πρόσβαση σε κατάλληλο χώρο αποφόρτισης, – εναλλακτική και επαυξητική επικοινωνία, – οπτικά και δομημένα μέσα υποστήριξης, – κατάλληλη προετοιμασία για αλλαγές και μεταβάσεις, – εκπαίδευση του προσωπικού στον αυτισμό, – αποφυγή τιμωρητικών ή περιοριστικών πρακτικών, – και συστηματική συνεργασία με την οικογένεια και τους επαγγελματίες που γνωρίζουν το παιδί. Οι πιο πάνω υποστηρίξεις πρέπει να ενσωματώνονται ρητά στην Απόφαση και στο εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από τη διαθέσιμη στελέχωση του σχολείου." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",PASYGOANA,"Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Γονέων Ατόμων με Νοητική Αναπηρία καταθέτει τις ακόλουθες παρατηρήσεις και εισηγήσεις επί του Σχεδίου των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικών) Κανονισμών του 2026. Ο Σύνδεσμός μας αναγνωρίζει ορισμένες θετικές πρόνοιες, όπως την αύξηση της συχνότητας συνεδριάσεων των Επαρχιακών Επιτροπών, το δικαίωμα λήψης αντιγράφου των πρακτικών, τη συμμετοχή εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ, την πρόνοια για ολοκλήρωση της επαναξιολόγησης πριν από τη μετάβαση σε άλλη βαθμίδα και τον εκσυγχρονισμό ορισμένων εξεταστικών διευκολύνσεων. Ωστόσο, οι προτεινόμενοι Κανονισμοί περιορίζουν σε ορισμένα σημεία υφιστάμενες διαδικαστικές εγγυήσεις και δεν κατοχυρώνουν επαρκώς την πλήρη επιστημονική αξιολόγηση, την ουσιαστική συμμετοχή του παιδιού και της οικογένειας, την έγκαιρη εφαρμογή των αποφάσεων και την παροχή συγκεκριμένων και εκτελεστών εκπαιδευτικών υποστηρίξεων. 1. ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΕΚΘΕΣΗΣ» ΜΕ «ΑΠΟΦΑΣΗ» – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ 2, 13, 14, 15 ΚΑΙ 17 Η γενική αντικατάσταση του όρου «Έκθεση» με τον όρο «Απόφαση» δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο υποβάθμισης της επιστημονικής και πραγματικής τεκμηρίωσης της αξιολόγησης. Η διοικητική Απόφαση δεν πρέπει να αντικαθιστά την πλήρη και αυτοτελή Έκθεση Αξιολόγησης. Η Απόφαση αποτελεί το διοικητικό αποτέλεσμα της διαδικασίας, ενώ η Έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει το σύνολο των επιστημονικών δεδομένων, πορισμάτων και εισηγήσεων στα οποία στηρίχθηκε η Απόφαση. Εισηγούμαστε η Απόφαση να συνοδεύεται υποχρεωτικά από πλήρη Έκθεση Αξιολόγησης, στην οποία να καταγράφονται: – η μεθοδολογία και τα εργαλεία αξιολόγησης, – οι εξετάσεις, παρατηρήσεις και λοιπές διαδικασίες που πραγματοποιήθηκαν, – τα πορίσματα κάθε ειδικού χωριστά, – η λειτουργική εικόνα του παιδιού, – οι εκπαιδευτικές, επικοινωνιακές, συμπεριφορικές, αισθητηριακές, ψυχοκοινωνικές και ιατρικές ανάγκες του, – οι δυνατότητες, οι προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντα του παιδιού, – οι απόψεις του γονέα και του ίδιου του παιδιού, – οι εκθέσεις και τα στοιχεία του ειδικού της επιλογής της οικογένειας, – τυχόν διαφωνίες μεταξύ των ειδικών, – οι λόγοι αποδοχής ή απόρριψης κάθε ουσιώδους εισήγησης, – οι συγκεκριμένες υπηρεσίες, ώρες, μέσα, διευκολύνσεις, εύλογες προσαρμογές και υποστηρίξεις που πρέπει να παρασχεθούν, – ο χώρος, ο χρόνος, η συχνότητα και ο τρόπος παροχής κάθε υποστήριξης. Το υφιστάμενο Παράρτημα της Έκθεσης Αξιολόγησης δεν πρέπει να καταργηθεί χωρίς να αντικατασταθεί από τουλάχιστον ισοδύναμες και πληρέστερες υποχρεώσεις επιστημονικής τεκμηρίωσης. Χωρίς πλήρη Έκθεση Αξιολόγησης, το δικαίωμα του γονέα να κατανοήσει, να ελέγξει και να προσβάλει αποτελεσματικά την Απόφαση καθίσταται ουσιαστικά ασθενέστερο. 2. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΣΑΦΩΝ ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ – ΝΕΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ 13 ΚΑΙ 14 Οι υφιστάμενες προθεσμίες των δεκαπέντε ημερών για σύνταξη και επίδοση της Έκθεσης αντικαθίστανται από την αόριστη διατύπωση «σε εύλογο χρονικό διάστημα». Η αλλαγή αυτή αφαιρεί από το παιδί και τον γονέα ένα σαφές, μετρήσιμο και ελέγξιμο διαδικαστικό δικαίωμα. Η έννοια του εύλογου χρόνου δεν καθορίζει ανώτατο όριο και μπορεί να επιτρέψει καθυστερήσεις που στερούν από το παιδί αναγκαίες υπηρεσίες για σημαντικό μέρος της σχολικής χρονιάς. Εισηγούμαστε: – τη διατήρηση της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών για τη σύνταξη της Απόφασης και της πλήρους Έκθεσης Αξιολόγησης, – την επίδοσή τους στον γονέα εντός συγκεκριμένης σύντομης προθεσμίας, – τον καθορισμό δεσμευτικής προθεσμίας έναρξης εφαρμογής κάθε εγκεκριμένης παροχής, – την υποχρεωτική λήψη προσωρινών μέτρων και υποστηρίξεων μέχρι την πλήρη εφαρμογή της Απόφασης, – την υποχρέωση γραπτής ενημέρωσης του γονέα για κάθε καθυστέρηση, τους λόγους της και την ημερομηνία πλήρους εφαρμογής. 3. ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΛΗΡΗ ΦΑΚΕΛΟ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ 7 Θεωρούμε θετική τη ρητή πρόνοια ότι ο γονέας ή κηδεμόνας δικαιούται, κατόπιν αιτήματός του, να έχει πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίας που τον αφορά και να λαμβάνει αντίγραφό τους. Η πρόνοια αυτή πρέπει να ενισχυθεί, ώστε ο γονέας να δικαιούται να λαμβάνει αντίγραφο: – ολόκληρου του διοικητικού και επιστημονικού φακέλου του παιδιού, – όλων των εκθέσεων, αξιολογήσεων και γνωματεύσεων, – της σχετικής αλληλογραφίας, – των παρατηρήσεων του σχολείου και των επαγγελματιών, – των εγγράφων και στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη, – των πρακτικών και των αποφάσεων όλων των αρμόδιων οργάνων, – των μειοψηφουσών ή διαφορετικών απόψεων των μελών της πολυθεματικής ομάδας. Η απλή δυνατότητα επιτόπιας πρόσβασης στον φάκελο, χωρίς δικαίωμα λήψης αντιγράφων, δεν επαρκεί για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος υποβολής παραστάσεων, ένστασης ή δικαστικής προσφυγής. Τα αντίγραφα πρέπει να παρέχονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σε προσβάσιμη μορφή και χωρίς οικονομική επιβάρυνση του γονέα. 4. ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΡΚΕΙΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ 11 Η προτεινόμενη διάταξη επιτρέπει στην Επαρχιακή Επιτροπή να προβαίνει αυτεπάγγελτα στην αξιολόγηση των αναγκών του παιδιού όταν θεωρεί ότι οι γονείς αρνούνται να συμμορφωθούν ή παρεμποδίζουν τη διαδικασία αξιολόγησης. Οι έννοιες της «άρνησης συμμόρφωσης» και της «παρεμπόδισης» δεν ορίζονται και μπορεί να ερμηνευθούν υπερβολικά ευρέως. Δεν πρέπει να θεωρούνται παρεμπόδιση: – η διαφωνία με συγκεκριμένο ειδικό, – η απαίτηση δεύτερης επιστημονικής γνώμης, – η υποβολή έκθεσης ιδιώτη ειδικού, – η αίτηση για πληρέστερη ή διαφορετική αξιολόγηση, – η άρνηση αποδοχής ανεπαρκώς αιτιολογημένης διαδικασίας, – η απαίτηση παρουσίας του γονέα ή ειδικού της επιλογής του, – η υποβολή ερωτημάτων ή παρατηρήσεων σχετικά με τη διαδικασία, – η άσκηση δικαιώματος ένστασης ή προσφυγής. Η αυτεπάγγελτη αξιολόγηση πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχει σοβαρός, άμεσος και τεκμηριωμένος κίνδυνος ουσιαστικής βλάβης των δικαιωμάτων ή της εκπαίδευσης του παιδιού. Πριν από οποιαδήποτε αυτεπάγγελτη αξιολόγηση πρέπει να προηγούνται: – πλήρης γραπτή ενημέρωση του γονέα, – πρόσκληση του γονέα σε ακρόαση, – γνωστοποίηση των συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων που θεωρούνται παρεμπόδιση, – εύλογη προθεσμία συμμόρφωσης ή υποβολής εξηγήσεων, – προσπάθεια διαμεσολάβησης και εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης, – ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, – δικαίωμα άμεσης και αποτελεσματικής προσφυγής, – τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Το «καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού» πρέπει να αξιολογείται εξατομικευμένα και να μην χρησιμοποιείται ως γενική διατύπωση για παράκαμψη των δικαιωμάτων του γονέα και του παιδιού. 5. ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΓΟΝΕΑ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΟΥ – ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 11 Το υφιστάμενο δικαίωμα του γονέα να παρίσταται σε κάθε εξέταση, μόνος ή μαζί με ειδικό επί του συγκεκριμένου θέματος, πρέπει να διατηρηθεί και να ενισχυθεί. Η παρουσία του γονέα ή του ειδικού της επιλογής του δεν πρέπει να περιορίζεται σε παθητική παρακολούθηση. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο ειδικός της επιλογής του γονέα δικαιούται: – να παρίσταται στις σχετικές εξετάσεις και αξιολογήσεις, – να ενημερώνεται προηγουμένως για τη μεθοδολογία και τα εργαλεία αξιολόγησης, – να υποβάλλει γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις, – να παρουσιάζει επιστημονικά δεδομένα, εκθέσεις και εισηγήσεις, – να σχολιάζει τα ευρήματα της πολυθεματικής ομάδας, – να απαντά σε ερωτήματα των μελών της ομάδας, – να ζητεί να καταγραφεί οποιαδήποτε επιστημονική διαφωνία στα πρακτικά και στην Έκθεση Αξιολόγησης, – να λαμβάνει γνώση του τρόπου με τον οποίο οι εισηγήσεις του αξιολογήθηκαν. Η απλή φυσική παρουσία χωρίς ουσιαστικό δικαίωμα συνεισφοράς δεν επαρκεί. 6. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΓΟΝΕΑ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΚΥΣΟΑ – ΝΕΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 14 Θεωρούμε θετική τη συμμετοχή εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ στις συνεδρίες της Επαρχιακής Επιτροπής στις οποίες εξετάζεται η παροχή ή μη ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, εκτός αν δεν το επιθυμεί ο γονέας. Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι η συμμετοχή της ΚΥΣΟΑ: – δεν υποκαθιστά το δικαίωμα προσωπικής συμμετοχής και ακρόασης του γονέα, – δεν υποκαθιστά το δικαίωμα συμμετοχής του ίδιου του παιδιού, – δεν περιορίζει το δικαίωμα του γονέα να συνοδεύεται από ειδικό ή άλλο πρόσωπο της επιλογής του, – δεν περιορίζει το δικαίωμα του γονέα να παρουσιάζει εκθέσεις και στοιχεία, – περιλαμβάνει δικαίωμα του εκπροσώπου να διατυπώνει απόψεις και να ζητεί την καταγραφή τους στα πρακτικά, – ασκείται με πλήρη σεβασμό στην ιδιωτικότητα και στην προστασία των προσωπικών δεδομένων του παιδιού. Ο γονέας πρέπει να ενημερώνεται εγκαίρως για τη συμμετοχή της ΚΥΣΟΑ και να έχει πραγματική δυνατότητα να δηλώσει εάν την επιθυμεί ή όχι. 7. ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΚΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ – ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ 16, 32 ΚΑΙ 50 Η μεταφορά της τακτικής επαναξιολόγησης στα τρία χρόνια αποτελεί ουσιαστική υποχώρηση. Για παιδιά με νοητική αναπηρία, αυτισμό, πολλαπλές αναπηρίες ή σοβαρές επικοινωνιακές, συμπεριφορικές, αισθητηριακές ή ιατρικές ανάγκες, η τριετία είναι υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι ανάγκες ενός παιδιού μπορεί να μεταβληθούν σημαντικά μέσα σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Εισηγούμαστε: – τακτική επαναξιολόγηση τουλάχιστον ανά διετία, – ετήσια αναθεώρηση του εξατομικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος, – άμεση επαναξιολόγηση όταν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή των αναγκών, της υγείας, της συμπεριφοράς, της επικοινωνίας ή της λειτουργικότητας του παιδιού, – υποχρεωτική εξέταση αιτήματος του γονέα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, – ειδικά αιτιολογημένη απόφαση σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος για πρόωρη επαναξιολόγηση, – διατήρηση όλων των υφιστάμενων υποστηρίξεων μέχρι την ολοκλήρωση της επαναξιολόγησης και την εφαρμογή της νέας Απόφασης. Η ολοκλήρωση της επαναξιολόγησης μέχρι τον Μάρτιο πριν από την αλλαγή σχολικής χρονιάς ή βαθμίδας αποτελεί θετική πρόνοια, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από έγκαιρη εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων από την πρώτη ημέρα φοίτησης. 8. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΥΣ ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ – ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 16 Η πρόβλεψη ότι η επαναξιολόγηση μπορεί να γίνεται στο πλαίσιο πολυθεματικής συνάντησης μόνο «όπου απαιτείται» μπορεί να οδηγήσει σε λήψη αποφάσεων με βάση παλαιές εκθέσεις ή χωρίς συμμετοχή όλων των αναγκαίων ειδικοτήτων. Η πλήρης πολυθεματική επαναξιολόγηση πρέπει να είναι υποχρεωτική όταν: – αλλάζει η βαθμίδα ή το πλαίσιο φοίτησης, – εξετάζεται φοίτηση σε ειδικό σχολείο ή πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης, – εξετάζεται επιστροφή ή μεγαλύτερη συμμετοχή στη γενική τάξη, – μεταβάλλονται ουσιωδώς οι ανάγκες του παιδιού, – υποβάλλεται αιτιολογημένο αίτημα του γονέα, – υπάρχουν διαφορετικές επιστημονικές απόψεις, – η προηγούμενη αξιολόγηση δεν περιλάμβανε όλες τις αναγκαίες ειδικότητες, – έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα από την άμεση παρατήρηση ή εξέταση του παιδιού. Η επαναξιολόγηση δεν πρέπει να αποτελεί απλή διοικητική ανανέωση προηγούμενης Απόφασης. 9. ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΗΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ – ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ 41, 42 ΚΑΙ 50 Η μετονομασία των «ειδικών μονάδων» σε «προγράμματα ενισχυμένης στήριξης» δεν αρκεί για να διασφαλίσει ουσιαστική συμπερίληψη. Πρέπει να καθοριστούν δεσμευτικά: – ο μέγιστος αριθμός παιδιών ανά πρόγραμμα, – η αναλογία προσωπικού προς παιδιά, – τα απαιτούμενα προσόντα και η εξειδίκευση του προσωπικού, – η παρουσία επαρκούς αριθμού εκπαιδευτικών, βοηθών, συνοδών και άλλων ειδικών, – ο χρόνος και ο τρόπος ουσιαστικής συμμετοχής των παιδιών στη γενική τάξη, – τα μαθήματα και οι δραστηριότητες στις οποίες συμμετέχει κάθε παιδί, – οι εξατομικευμένες στηρίξεις και εύλογες προσαρμογές, – η πρόσβαση σε διαλείμματα, εκδρομές, γιορτές, αθλητικές και εξωσχολικές δραστηριότητες, – οι κατάλληλοι και προσβάσιμοι χώροι, – η περιοδική αξιολόγηση του κατά πόσο το πρόγραμμα προάγει πραγματική συμμετοχή και όχι διαχωρισμό μέσα στο γενικό σχολείο. Η εγγραφή του παιδιού στο μαθητολόγιο ηλικιακά αντίστοιχης τάξης αποτελεί θετικό διοικητικό μέτρο, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της ουσιαστική συμπερίληψη. Η λειτουργία των προγραμμάτων δεν πρέπει να οδηγεί σε μόνιμη απομάκρυνση του παιδιού από τη γενική τάξη χωρίς εξατομικευμένη, ειδικά αιτιολογημένη και τακτικά επανεξεταζόμενη απόφαση. 10. ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ Οι Κανονισμοί πρέπει να καθορίζουν αναλυτικά το υποχρεωτικό περιεχόμενο και τη διαδικασία κατάρτισης, έγκρισης, εφαρμογής, παρακολούθησης και αναθεώρησης του εξατομικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος. Το εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει να αποτελεί δεσμευτικό έγγραφο εφαρμογής της Απόφασης της Επαρχιακής Επιτροπής και να περιλαμβάνει τουλάχιστον: – την παρούσα λειτουργική και εκπαιδευτική εικόνα του παιδιού, – συγκεκριμένους, ρεαλιστικούς και μετρήσιμους στόχους, – τον αριθμό ωρών και τη μορφή κάθε υποστήριξης, – τις ειδικότητες και τα προσόντα του προσωπικού, – τις εκπαιδευτικές, θεραπευτικές, επικοινωνιακές και συμπεριφορικές παρεμβάσεις, – τις εύλογες προσαρμογές, – τα μέσα εναλλακτικής και επαυξητικής επικοινωνίας, – τις αισθητηριακές προσαρμογές, – τα μέτρα υποστήριξης της θετικής συμπεριφοράς, – το κατάλληλο μέγιστο μέγεθος της τάξης ή της ομάδας, όπου αυτό απαιτείται από τις αξιολογημένες ανάγκες του παιδιού, – την αναγκαία αναλογία προσωπικού προς μαθητές, – τα μέτρα ασφάλειας και διαχείρισης κρίσεων, – τις ρυθμίσεις μεταφοράς, συνοδείας και σχολικής νοσηλείας, όπου απαιτούνται, – τους υπεύθυνους εφαρμογής κάθε μέτρου, – την ημερομηνία έναρξης κάθε παροχής, – τη συχνότητα παρακολούθησης της προόδου, – τις ημερομηνίες επανεξέτασης και αναθεώρησης, – τον τρόπο ουσιαστικής συμμετοχής του γονέα και του παιδιού. Η Απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής και το εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει, όπου αυτό προκύπτει από την πολυθεματική αξιολόγηση, να καθορίζουν ρητά το κατάλληλο μέγιστο μέγεθος της τάξης ή της ομάδας στην οποία θα φοιτά το παιδί. Η ρύθμιση αυτή πρέπει να αποτελεί δεσμευτική εύλογη προσαρμογή και να μην εξαρτάται αποκλειστικά από διοικητικές, στελεχιακές ή δημοσιονομικές δυνατότητες του σχολείου. Κατά τον καθορισμό του κατάλληλου αριθμού μαθητών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ιδίως: – η σοβαρότητα και η φύση των αναγκών του παιδιού, – οι αισθητηριακές, επικοινωνιακές και συμπεριφορικές ανάγκες, – η ανάγκη αυξημένης επίβλεψης και ασφάλειας, – η δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής στη μαθησιακή διαδικασία, – ο αριθμός άλλων παιδιών με αυξημένες ανάγκες στην ίδια τάξη, – η διαθέσιμη αναλογία εξειδικευμένου προσωπικού προς μαθητές, – οι πραγματικές διαστάσεις, η προσβασιμότητα και οι συνθήκες του χώρου. Η επιπρόσθετη στήριξη από βοηθό, συνοδό ή ειδικό εκπαιδευτικό δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως ισοδύναμη με τη μείωση του μεγέθους της τάξης, όταν η τελευταία αποτελεί αναγκαία εξατομικευμένη προσαρμογή. Το εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει να καταρτίζεται με ουσιαστική συμμετοχή του γονέα και του παιδιού και να παραδίδεται στον γονέα σε πλήρη μορφή πριν από την έναρξη εφαρμογής του. 11. ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ Οι Κανονισμοί πρέπει να καθορίζουν σαφείς και δεσμευτικούς μηχανισμούς εφαρμογής της Απόφασης και του εξατομικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος. Πρέπει να προβλέπονται: – συγκεκριμένη προθεσμία έναρξης κάθε εγκεκριμένης παροχής, – εφαρμογή όλων των μέτρων από την πρώτη ημέρα της σχολικής χρονιάς ή αμέσως μετά την έκδοση της Απόφασης, – υποχρέωση προσωρινής κάλυψης μέχρι την πλήρη στελέχωση, – γραπτή ενημέρωση του γονέα για οποιαδήποτε έλλειψη ή καθυστέρηση, – καταγραφή των ωρών, θεραπειών ή υπηρεσιών που δεν παρασχέθηκαν, – υποχρέωση αναπλήρωσής τους, – διαδικασία άμεσης καταγγελίας για μη εφαρμογή, – καθορισμός του αρμόδιου οργάνου παρακολούθησης, – ταχεία εξέταση παραπόνων, – συνέπειες για αδικαιολόγητη καθυστέρηση, παράλειψη ή ελλιπή εφαρμογή. Δεν πρέπει να επιβάλλεται στον γονέα υποχρέωση συμμόρφωσης με τις διοικητικές αποφάσεις, χωρίς αντίστοιχη σαφή και εκτελεστή υποχρέωση του Υπουργείου και του σχολείου να εφαρμόζουν πλήρως όσα έχουν εγκριθεί για το παιδί. Η έλλειψη προσωπικού ή διαθέσιμων πιστώσεων δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως λόγος αναστολής ή περιορισμού αναγκαίας και εγκεκριμένης υποστήριξης. 12. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ Οι Κανονισμοί πρέπει να προβλέπουν συγκεκριμένους και πρακτικούς τρόπους συμμετοχής του παιδιού στην αξιολόγηση, στην επαναξιολόγηση, στην κατάρτιση του εξατομικευμένου προγράμματος και στη λήψη αποφάσεων. Το παιδί πρέπει: – να ενημερώνεται σε γλώσσα και μορφή που μπορεί να κατανοήσει, – να υποστηρίζεται ώστε να εκφράσει τη γνώμη, τη βούληση και τις προτιμήσεις του, – να μπορεί να χρησιμοποιεί εναλλακτική ή επαυξητική επικοινωνία, – να έχει πρόσβαση σε διερμηνεία νοηματικής ή άλλα μέσα επικοινωνίας, όπου απαιτείται, – να υποστηρίζεται από πρόσωπο που γνωρίζει τον τρόπο επικοινωνίας του, – να καταγράφεται στην Έκθεση ο τρόπος συμμετοχής του, – να καταγράφεται ο τρόπος με τον οποίο η άποψή του λήφθηκε υπόψη. Η αδυναμία προφορικού λόγου, η σοβαρή νοητική αναπηρία ή η ανάγκη υψηλού επιπέδου υποστήριξης δεν πρέπει να θεωρείται αδυναμία έκφρασης βούλησης, προτίμησης ή δυσφορίας. Η συμπεριφορά, η μη λεκτική επικοινωνία, οι αντιδράσεις, οι επιλογές και οι σταθερές προτιμήσεις του παιδιού πρέπει να αξιολογούνται με κατάλληλες και επιστημονικά τεκμηριωμένες μεθόδους. 13. ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ – ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ 64 ΕΩΣ 68 Αναγνωρίζουμε ως θετικές τις προτεινόμενες ρυθμίσεις για: – τη χρήση μηχανικών ή τεχνολογικών μέσων, – την προφορική απλοποίηση της γλωσσικής διατύπωσης, – την προσαρμογή των διαγνωστικών και εξεταστικών δοκιμίων, – την εξέταση σε εναλλακτικό χώρο, – την εξαίρεση από τη βαθμολόγηση της ορθογραφίας και της στίξης σε κατάλληλες περιπτώσεις, – την προσαρμογή της βαθμολογίας ως αντιστάθμισμα. Πρέπει, όμως, να διασφαλιστεί ότι οι προσαρμογές: – καθορίζονται εξατομικευμένα με βάση τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού, – παρέχονται ως εύλογες προσαρμογές και όχι ως προαιρετικές διευκολύνσεις, – δεν περιορίζονται από γενική απαίτηση ίδιας μορφής ή ίδιου τρόπου εξέτασης, – δεν αλλοιώνουν τον σκοπό της αξιολόγησης, – εγκρίνονται και γνωστοποιούνται εγκαίρως, – εφαρμόζονται και στις εσωτερικές, διαμορφωτικές και προαγωγικές αξιολογήσεις και όχι μόνο στις τελικές εξετάσεις, – παρέχονται χωρίς να απαιτείται επανάληψη μακράς διοικητικής διαδικασίας για κάθε εξέταση, – περιλαμβάνονται στην Απόφαση και στο εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Η έγκριση εναλλακτικού τόπου εξέτασης δεν πρέπει να εξαρτάται μόνο από τη Διεύθυνση του σχολείου, αλλά να στηρίζεται στην εξατομικευμένη ανάγκη και στην εισήγηση του κατάλληλου ειδικού. 14. ΑΝΑΓΚΕΣ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΣΟΒΑΡΗ ΝΟΗΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΥΞΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ Οι Κανονισμοί πρέπει να κατοχυρώνουν συγκεκριμένα μέτρα για παιδιά που χρειάζονται υψηλό ή συνεχή επίπεδο υποστήριξης. Ανάλογα με την εξατομικευμένη αξιολόγηση, πρέπει να προβλέπονται: – προσωπικός βοηθός ή συνοδός, – σχολικός νοσηλευτής, – επαρκής αριθμός ειδικά καταρτισμένου προσωπικού, – συνεχής ή αυξημένη επίβλεψη, – υποστήριξη θετικής συμπεριφοράς, – λειτουργική αξιολόγηση της συμπεριφοράς, – αισθητηριακές προσαρμογές και κατάλληλος χώρος αποφόρτισης, – εναλλακτική και επαυξητική επικοινωνία, – σχέδιο ασφάλειας και διαχείρισης κρίσεων, – ασφαλής μεταφορά και κατάλληλη συνοδεία, – υποστήριξη κατά τα διαλείμματα, τη σίτιση, την προσωπική φροντίδα, τις εκδρομές και τις εξωσχολικές δραστηριότητες, – συνέχεια της εκπαίδευσης σε περίπτωση νοσηλείας ή προσωρινής αδυναμίας φοίτησης, – προστασία από μειωμένο ωράριο, άτυπο αποκλεισμό ή απομάκρυνση λόγω έλλειψης προσωπικού ή αδυναμίας του σχολείου να ανταποκριθεί. Η υποστήριξη πρέπει να βασίζεται στις πραγματικές ανάγκες του παιδιού και όχι αποκλειστικά στη διάγνωση ή στη διαθέσιμη στελέχωση. 15. ΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΟΝΟΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΘΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΕΝΙΣΧΥΘΟΥΝ Αναγνωρίζουμε ως θετικές: – την αύξηση της συχνότητας συνεδριάσεων των Επαρχιακών Επιτροπών, – το δικαίωμα λήψης αντιγράφου των πρακτικών, – τη συμμετοχή εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ, – την πρόνοια για ολοκλήρωση της επαναξιολόγησης πριν από τη μετάβαση σε άλλη βαθμίδα, – την εγγραφή των παιδιών των προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης στο μαθητολόγιο ηλικιακά αντίστοιχης τάξης, – τον εκσυγχρονισμό ορισμένων εξεταστικών διευκολύνσεων, – τη δυνατότητα χρήσης σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, – τη δυνατότητα εξέτασης σε εναλλακτικό χώρο. Οι θετικές αυτές πρόνοιες πρέπει να διατηρηθούν και να ενισχυθούν, χωρίς να συνοδεύονται από κατάργηση ή αποδυνάμωση άλλων υφιστάμενων διαδικαστικών και ουσιαστικών δικαιωμάτων. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Οι προτεινόμενοι Κανονισμοί περιλαμβάνουν ορισμένες χρήσιμες διοικητικές και διαδικαστικές βελτιώσεις. Δεν διαμορφώνουν, όμως, από μόνοι τους ένα ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων των παιδιών με αναπηρία και των οικογενειών τους. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν: – η αντικατάσταση της πλήρους Έκθεσης Αξιολόγησης από μία διοικητική Απόφαση, – η κατάργηση συγκεκριμένων προθεσμιών και η αντικατάστασή τους από τον αόριστο «εύλογο χρόνο», – η επέκταση της τακτικής επαναξιολόγησης στα τρία χρόνια, – η δυνατότητα αυτεπάγγελτης αξιολόγησης χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, – η μη κατοχύρωση πλήρους πρόσβασης και λήψης αντιγράφου του φακέλου, – η απουσία δεσμευτικού εξατομικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος, – η απουσία συγκεκριμένων προθεσμιών και μηχανισμών εφαρμογής, – η έλλειψη σαφών προτύπων στελέχωσης και λειτουργίας των προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης, – η μη επαρκής κατοχύρωση των αναγκών παιδιών με σοβαρή νοητική αναπηρία και αυξημένες ανάγκες υποστήριξης. Η κεντρική μας θέση είναι ότι οι αξιολογημένες ανάγκες του παιδιού πρέπει να μετατρέπονται σε συγκεκριμένες, δεσμευτικές, έγκαιρες και ελέγξιμες παροχές. Οι Κανονισμοί πρέπει να επιβάλλουν όχι μόνο υποχρεώσεις συνεργασίας και συμμόρφωσης στους γονείς, αλλά και αντίστοιχες, σαφείς και εκτελεστές υποχρεώσεις στο Υπουργείο, στις Επιτροπές και στα σχολεία να παρέχουν πλήρως όσα το παιδί δικαιούται και έχει πραγματικά ανάγκη." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",AgaliaElpidas,"11. Προτεινόμενο Άρθρο 4 Η θέση μας είναι ότι ο κανόνας της απαγόρευσης του διαχωρισμού και του αποκλεισμού στη βάση της αναπηρίας είναι απαράβατος (βλ. Μέρος Α’ πιο πάνω). Σε κάθε περίπτωση όμως με δεδομένη την αντικατάσταση του όρου «ειδική μονάδα» με τον όρο «πρόγραμμα αυξημένης στήριξης» το οποίο μάλιστα πρόγραμμα ως προκύπτει από πολλά σημεία των τροποποιήσεων (π.χ. Κανονισμοί 41, 42) θα παρέχεται ως διαφορετικό πλαίσιο φοίτησης σε χώρους άλλους από τις γενικές τάξεις, επαναλαμβάνουμε τη θέση μας ότι θα πρέπει για να αποτραπεί ο διαχωρισμός/αποκλεισμός να τεθεί ως ανώτατο όριο στήριξης εκτός της γενικής τάξης το 20% του συνολικού διδακτικού χρόνου. Προτείνεται συνεπώς η εξής διατύπωση: «Η φοίτηση παιδιού με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες για το οποίο προσδιορίζεται ειδική αγωγή και εκπαίδευση σε ειδικό σχολείο ή οπουδήποτε αλλού ή με πρόγραμμα αυξημένης στήριξης απαγορεύεται, εκτός στην έκταση και για όσο χρόνο η εκπαίδευση σε αυτά αποφασίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και νοουμένου ότι στο παιδί δεν παρέχεται στήριξη εκτός της γενικής τάξης για χρόνο που υπερβαίνει του 20% του συνολικού διδακτικού χρόνου.» 12. Προτεινόμενο Άρθρο 7 Τα ζητήματα τα οποία αφορούν στο καθήκον γνωστοποίησης θα πρέπει να επανεξεταστούν συνολικά σε συσχέτιση με τις αρχές της έγκαιρης παιδικής παρέμβασης σε συντονισμό και συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία καθώς και τις λοιπές αρχές που έχουν διαχρονικά ενασχόληση με αυτά, όπως για παράδειγμα την Επιτροπή Προστασίας Ατόμων με Νοητική Αναπηρία. Η πρόταση αυτή βρίσκεται σε σύγκρουση με τον προτεινόμενο Κανονισμό 11 για τον οποίο οι θέσεις μας διατυπώνονται πιο πάνω. 13. Προτεινόμενο Άρθρο 8 – Συχνότητα παραπομπών για αξιολόγηση Η δυνατότητα αξιολογήσεων για το σκοπό παροχής «ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης» καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς θεωρούμε ότι δεν θα πρέπει να είναι δυνατή μόνο για «σοβαρά και έκτακτα περιστατικά που σύμφωνα με την Επαρχιακή Επιτροπή, χρήζουν άμεσης βοήθειας» αλλά και σε κάθε παιδί το οποίο για οποιοδήποτε λόγο δεν διαπιστώθηκε προηγουμένως η αναγκαιότητα παροχής εύλογων προσαρμογών, εξατομικευμένης στήριξης, προσωπικής βοήθειας ή διευκολύνσεων ασχέτως του κατά πόσο θα κριθεί ότι πρόκειται για «σοβαρό και έκτακτο περιστατικό». Σχετικά είναι τα σχόλια και εισηγήσεις μας πιο πάνω στο σημείο Β.6 το οποίο αφορά στους προτεινόμενους Κανονισμούς 16 κα 17. 14. Προτεινόμενο Άρθρο 9 – Μέλη Πολυθεματικής Ομάδας αξιολογήσεων Σχόλια παρατίθενται πιο πάνω, στο μέρος «Τροποποιήσεις ορολογίας», 1.α. Παράλληλα, δεν συμφωνούμε με την αφαίρεση των ειδικοτήτων που αναφέρονται στο υφιστάμενο άρθρο 9 του Νόμου και την αντικατάστασή τους αποκλειστικά από «υφιστάμενο εξειδικευμένο προσωπικό της δημόσιας εκπαιδευτικής υπηρεσίας» για το οποίο μάλιστα δεν συγκεκριμενοποιείται η εξειδίκευσή του και η σχετικότητά του με την ενιαία εκπαίδευση, την αναπηρία και τη δικαιωματική προσέγγιση. Θεωρούμε ότι η διατμηματική και από διαφορετικές ειδικότητες συμμετοχή προσώπων είναι σημαντική και δεν θα πρέπει να εγκαταλειφθεί καθότι και αυτό θα αποτελέσει σοβαρή οπισθοδρόμηση. Παράλληλα, θα πρέπει το ίδιο άρθρο να προσαρμοστεί κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθότι δεν μπορεί προσωπικό της προδημοτικής και δημοτικής εκπαίδευσης να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που αφορούν παιδιά της δευτεροβάθμιας και της τεχνικής εκπαίδευσης για αυταπόδεικτους λόγους. 15. Προτεινόμενο Άρθρο 12 Σχετικά με το προτεινόμενο νέο άρθρο 12 (1) (β) δεν κατανοούμε την αναγκαιότητα της εν λόγω γνωστοποίησης, τη στιγμή που η ενημέρωση των γονέων θα έπρεπε να αφορά στα δικαιώματα του παιδιού που αφορούν στην εκπαίδευση (ενιαία εκπαίδευση). Δεν υφίσταται «δικαίωμα στο ειδικό σχολείο». Η προτεινόμενη αυτή τροποποίηση θεωρούμε είναι στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που επιβάλλεται στο διεθνές δίκαιο που δεσμεύει την Κύπρο. Αυτό τονίζεται ιδίως σε σχέση με τις παρατηρήσεις των Επιτροπών του ΟΗΕ προς την Κύπρο, όπου κατ’ επανάληψη τονίστηκε ότι το συμφέρον του παιδιού είναι όπως φοιτά στη γενική εκπαίδευση ακόμα και ανεξαρτήτως βουλήσεως του γονέα: 21. The Committee notes with concern that the views of children with disabilities are insufficiently respected in matters concerning children. The Committee also notes with concern that the right of children with disabilities to inclusive education in mainstream schools may be restricted by parental consent, contrary t o general comment No. 4 (2016) on the right to inclusive education. Συνεπώς η προσθήκη αυτή αποτελεί ακραία παραβίαση και οπισθοδρόμηση σχετικά με τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας. Σχετικά με το προτεινόμενο νέο άρθρο 12((1)(γ) και την «επαναξιολόγηση μέσω πολυθεματικής συνάντησης» εντός ενός χρόνου φοίτησης στη γενική τάξη, θέση μας είναι ότι τέτοια επαναξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται οπουδήποτε και εάν φοιτά το παιδί και όχι μόνο εάν φοιτά στη γενική τάξη, καθότι με την πρόταση δίδεται το μήνυμα ότι πρώτιστος στόχος είναι να μην είναι ένα παιδί στη γενική τάξη και να ενημερώνεται για τις επιλογές του να μεταβεί σε διαχωριστικό πλαίσιο αντί να γίνεται ακριβώς το αντίθετο. Θεωρούμε σημαντικό η επαναξιολόγηση να μην γίνεται για το σκοπό μετάβασης σε διαχωριστικό πλαίσιο αλλά για το σκοπό της βελτίωσης των προσαρμογών, διευκολύνσεων, ατομικής στήριξης και μέτρων που δοκιμάστηκαν στο παιδί τον πρώτο χρόνο. Περισσότερο σημαντική όμως είναι η αξιολόγηση μεταξύ άλλων: - των παρασχεθέντων μέσων, διευκολύνσεων και προσαρμογών - του υλικού, κτιρίου, διαμόρφωσης τάξης, της επικοινωνίας και κάθε άλλου ζητήματος προσβασιμότητας - της διαφοροποίησης που γίνεται και των όποιων προσαρμογών δοκιμάστηκαν - των εκπαιδευτικών και ιδίως των τρόπων διδασκαλίας και αξιολόγησης που χρησιμοποιήθηκαν και της επάρκειας του χρόνου, των μέσων και της στήριξης που τους δόθηκε ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στις διαφοροποιήσεις και προσαρμογές που απαιτούνται - των εμπλεκομένων στην εκπαίδευση του παιδιού και ιδίως του τρόπου με τον οποίο λειτούργησαν προς το συμφέρον του παιδιού - της επάρκειας και καταλληλόλητας της προσωπικής βοήθειας, συνοδών, διερμηνέων και άλλης βοήθειας από ανθρώπινο δυναμικό. - του περιβάλλοντος εντός και εκτός της τάξης - των εμποδίων κάθε μορφής (δομικά, συστημικά, ακαδημαϊκά, συμπεριφορικά). Τέλος, θέση μας είναι ότι θα πρέπει να διατηρηθεί η απαίτηση όπως τα πορίσματα καταγράφονται αναλυτικά και τεκμηριωμένα καθώς και όπως καλύπτουν κάθε πτυχή της εκπαίδευσης του μαθητή υπό την έννοια των πιο πάνω. Εξακολουθεί να είναι σημαντική η διατήρηση ολοκληρωμένων εκθέσεων προτού λαμβάνονται «αποφάσεις». 16. Προτεινόμενο Άρθρο 15 – Επαναξιολόγηση Ισχύουν κατ’ αναλογια τα σχόλια που γίνονται ποι πάνω στο σημείο Β.6. για τους προτεινόμενους Κανονισμούς 16 και 17. 17. Προτεινόμενο Άρθρο 16 – Τελεσίδικη Απόφαση Προτείνεται όπως η προτεινόμενη παράγραφος 2(α) αντικατασταθεί από την ακόλουθη: Η Κεντρική Επιτροπή πληροφορεί τον γονέα ότι υποχρεούται να συμμορφωθεί με την απόφασή της η οποία είναι τελεσίδικη σε διοικητικό επίπεδο. Η Κεντρική Επιτροπή πληροφορεί τους εκπαιδευτικούς και κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο που αφορά στην απόφασή της για την υποχρέωσή τους να τηρήσουν τα προβλεπόμενα στην απόφασή της. Σε περίπτωση προσφυγής δεν μπορεί να θεωρείται τελεσίδικη η απόφαση της Κεντρική Επιτροπής. Υπάρχει μάλιστα ενδεχόμενο αναστολής μίας τέτοιας απόφασης από το Δικαστήριο σε περίπτωση επιτυχίας σχετικής ενδιάμεσης αίτησης. Η ενημέρωση των εκπαιδευτικών και εμπλεκόμενων προσώπων είναι εξίσου σημαντική για να διασφαλίζεται η εφαρμογή της απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής και από αυτούς. Τα πιο πάνω υποστηρίζουμε νοουμένου ότι η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής δεν αφορά σε πρόγραμμα αυξημένης στήριξης που εφαρμόζεται εκτός της γενικής τάξης σε χρόνο άνω του 20% του συνολικού διδακτικού χρόνου ούτε όταν αποφασίζεται η φοίτηση σε γενικό σχολείο καθότι τέτοιες περιπτώσεις δεν διασφαλίζουν τα δικαιώματα του παιδιού αλλά παραβιάζουν τα δικαιώματα και το συμφέρον του παιδιού ως σαφέστατα υπέδειξαν οι συμβάσεις, τα γενικά σχόλια και οι παρατηρήσεις των Επιτροπών του ΟΗΕ. Γενικά, όμως, καμία απόφαση δεν τεκμαίρεται ότι διασφαλίζει τα δικαιώματα του παιδιού εκτός εάν συνάδει πλήρως με τη ΣΔΑΑ και τη ΣΔΠ που εξορισμού καθορίζουν τα δικαιώματα του παιδιού! 18. Προτεινόμενο Άρθρο 18 – Απολυτήριο και πιστοποιητικό παρακολούθησης Η αφαίρεση της λέξης «συνηθισμένο» από τη φράση «συνηθισμένο απολυτήριο» του άρθρου 18 (6) δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Θέση μας είναι ότι θα πρέπει να δίδεται το ίδιο Απολυτήριο χωρίς διακρίσεις σε όλα τα παιδιά. Διαφορετικό θα είναι αναπόφευκτα καθότι εκεί θα «αναγράφονται τα μαθήματα που παρακολούθησε και οι εξετάσεις στις οποίες παρακάθισε». Συμφωνούμε με την αφαίρεση της φράσης «με τις κατάλληλες παρατηρήσεις, όπου χρειάζονται» καθότι κάτι τέτοιο μπορεί να δώσει το εσφαλμένο μήνυμα ότι ένα παιδί «ευνοήθηκε» μέσω προσαρμογών, μέτρων, διευκολύνσεων το οποίο αντίκειται σε ολόκληρο το πνεύμα της ενιαίας εκπαίδευσης. Τουναντίον και σε ό,τι αφορά το απολυτήριο θα πρέπει να υπάρχει πάντοτε η αντίληψη ότι οι διευκολύνσεις, εύλογες προσαρμογές και μέτρα που χορηγούνται στο παιδί δίδονται ως προϋποθέσεις ποιοτικής και ισότιμης εκπαίδευσης και προκειμένου να μην υπάρξει διάκριση με βάση την αναπηρία (βλ. άρθρα 2 και 5 ΣΔΑΑ), και όχι το αντίθετο. Η πιο πάνω αντίληψη, η δικαιωματική προσέγγιση δηλαδή, θα πρέπει να διέπει το θέμα του απολυτηρίου και κανένα παιδί δεν θα πρέπει να «τιμωρείται» με οποιοδήποτε τρόπο επειδή του δόθηκαν διευκολύνσεις ή διαφοροποίηση, για παράδειγμα, εξεταστικό δοκίμιο. Δεν θα πρέπει να τιμωρείται ούτε με τη μη χορήγηση απολυτηρίου ούτε με την καταγραφή «παρατηρήσεων» που το διαχωρίζουν και το στιγματίζουν άσκοπα. Σε περίπτωση μη επιτυχίας σε εξετάσεις, όπου, σύμφωνα με την προτεινόμενη τροποποίηση θα δίδεται «πιστοποιητικό παρακολούθησης» θα πρέπει να σημειώνονται οι ικανότητες και διαφοροποιήσεις που παρασχέθηκαν, οι ευκαιρίες που δόθηκαν στο παιδία καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς και ο βαθμός που το παιδί είχε πρόσβαση σε προσβάσιμη διδασκαλία, υλικό, διαγωνίσματα και εξετάσεις ούτως ώστε να αποφεύγονται καταστάσεις όπου παιδιά στα οποία δεν δόθηκαν νόμιμες ευκαιρίες, προσβασιμότητα, εύλογες προσαρμογές και άλλα μέτρα και διευκολύνσεις για τη μάθηση να μην καταγράφονται ως «αποτυχία» του μαθητή καθώς και να διαφαίνονται επακριβώς τα όσα ήταν διαθέσιμα από πλευράς σχολείου και/ή οι λόγοι που δεν ήταν διαθέσιμα. Σύμφωνα με την παρ. 73 του Γενικού Σχολείου Αρ. 4 θα πρέπει να αναπτυχθούν και να εφαρμόζονται δείκτες σε ό,τι αφορά όλα τους αναγκαία στοιχεία που σχετίζονται με την εκπαίδευση όπως είναι η προσβασιμότητα, οι προσαρμογές στα αναλυτικά προγράμματα, οι επιμορφώσεις εκπαιδευτικών, η παρακολούθηση της προόδου των μεταβάσεων καθώς και όλων των εμποδίων που εμμένουν στο εκπαιδευτικό σύστημα. Υπό το φως όλων αυτών, ένα πιστοποιητικό παρακολούθησης θα πρέπει να παραθέτει ολοκληρωμένη την εικόνα του συστήματος, εγκαταστάσεων, σχολείου και τάξης ή οποιωνδήποτε (κοινωνικών, συμπεριφορικών, δομικών, τεχνολογικών) εμποδίων που είχε ένας μαθητής αλλά και να πιστοποιούνται οι ικανότητες και επιτυχίες του κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους σε συνάρτηση με τους ατομικούς του σκοπούς (βλ. π.χ. ατομικό πρόγραμμα εκπαίδευσης). 19. Προτεινόμενο Άρθρο 19 – Ειδικά σχολεία ως υποστηρικτικές δομές Το θέμα αυτό αναλύεται εκτενώς πιο πάνω στο μέρος Β. 1.γ (Τροποποιήσεις ορολογίας). Γ. Εισηγήσεις για δημιουργία πλαισίου προστασίας δικαιωμάτων και αντιμετώπισης παραβιάσεων και διακρίσεων Σε όλη την έκταση των θέσεων μας αναφερόμαστε στις συνθήκες του ΟΗΕ, οι οποίες δεν αναφέρονται δυστυχώς πουθενά εντός των προτεινόμενων τροποποιήσεων, ούτε καν αναφέρονται στο Προοίμιο του Νόμου, ούτε καν περιλαμβάνονται ορισμοί των κρίσιμων εννοιών των συμβάσεων στο Άρθρο 2 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του Νόμου «πρόσωπο που παραβαίνει οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης τιμωρείται με πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες.». Ο Νόμος θα πρέπει να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των δικαιωμάτων των παιδιών με αυστηρές διατάξεις αποτροπής και αντιμετώπισης των παραβιάσεων του δικαιώματος στην εκπαίδευση, όπως των παρεμποδίσεων πρόσβασης και άσκησης αυτού. Χρειάζεται όμως να εναρμονιστεί με το εν ισχύ δίκαιο. Θέση μας είναι ότι θα πρέπει να γίνουν τουλάχιστον οι πιο κάτω προσθήκες. Πρώτον, ρητή απαγόρευση της διάκρισης με βάση την αναπηρία και το δικαίωμα στην ισότητα ως είναι στη ΣΔΑΑ (άρθρο 5 «Ισότητα και μη Διάκριση»), με πρόσθετη εξειδίκευση της απαγόρευσης της διάκρισης σχετικά με το δικαίωμα στην εκπαίδευση (άρθρο 24 (1) «Εκπαίδευση») μαζί με Δεύτερο, τον ορισμό της διάκρισης με βάση την αναπηρία και όλων των συναφών επεξηγηματικών εννοιών της (άρθρο 2 «Ορισμοί» που περιλαμβάνουν τη «διάκριση με βάση την αναπηρία», «εύλογη προσαρμογή», «καθολικός σχεδιασμός»). Τρίτο, τις γενικές αρχές διασφάλισης των δικαιωμάτων των παιδιών με αναπηρία (άρθρο 3 «Γενικές Αρχές», και «Άρθρο 7 «Παιδιά με αναπηρίες» και άρθρο 3(1) ΣΔΠ) μεταξύ των οποίων με έμφαση να κατοχυρώνεται - ως υπέρτατη αρχή το συμφέρον του παιδιού σε όλες τις ενέργειες και αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά - το δικαίωμα των παιδιών να εκφέρουν τις απόψεις τους ελεύθερα σε όλα τα θέματα που τα επηρεάζουν και να λαμβάνονται υπόψη στη βάση της ηλικίας, ωριμότητας και της βοήθειας που τους παρέχεται. Δηλαδή ολόκληρος ο Νόμος, θα πρέπει να διέπεται από τις ως άνω δικλείδες. Τέταρτο, θα πρέπει επίσης να ορισθούν μηχανισμοί επίβλεψης και παρακολούθησης της τήρησης των πιο πάνω, της ποιότητας του υλικού, των διευκολύνσεων, μέσων, τεχνολογιών, εύλογων προσαρμογών, προσβασιμότητας και ατομικής στήριξης που δίδονται. Τέτοιοι μηχανισμοί θα πρέπει να απαρτίζονται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες της ενιαίας εκπαίδευσης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τέτοια παρακολούθηση θα πρέπει να κοινοποιείται στο Υπουργείο και τους γονείς και να αποτελεί μορφή αυτοελέγχου και τήρησης ποιοτικής εκπαίδευσης ανά πάσα στιγμή. Πέμπτο, χρειάζεται να υπάρξουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί διερεύνησης καταγγελιών και παραπόνων σε περίπτωση μη τήρησης των πιο πάνω αρχών και των δικαιωμάτων των παιδιών σε ό,τι αφορά την υλοποίηση του Νόμου με τις προσθήκες που προτείνονται στο παρόν μέρος. Οι μηχανισμοί αυτοί χρειάζεται να μπορούν να παράγουν δεσμευτικές αποφάσεις με δυνατότητα επιβολής άμεσων κυρώσεων σε όποιον εκπαιδευτικό, εμπλεκόμενο εργαζόμενο στο χώρο της εκπαίδευσης ενεργεί κατά παράβασή των ως άνω δικαιωμάτων των παιδιών. Αναφερόμαστε σε άμεσες κυρώσεις, καθότι οι επιπτώσεις στις αξιολογήσεις κάθε τρία χρόνια που γίνονται δεν μπορούν να λειτουργήσουν αρκετά αποτρεπτικά ώστε να προλαμβάνονται και να αποτρέπονται αποφασιστικά παραβιάσεις σε βάρος των παιδιών. Έκτο, θα πρέπει να καθίσταται δυνατή η ενεργοποίηση πειθαρχικών μέτρων σε κάθε περίπτωση άρνησης υλοποίησης απόφασης που είναι προς το συμφέρον παιδιού δυνάμει του Νόμου. Έβδομο, θα πρέπει να γίνει μία ολιστική μελέτη στη βάση των δύο συμβάσεων του ΟΗΕ ως προς το πώς θα διασφαλίζεται αποτελεσματική ένδικη θεραπεία σε περιπτώσεις παραβίασης του δικαιώματος στην εκπαίδευση και των στοιχείων που το απαρτίζουν, της προσβολής της αξιοπρέπειας των παιδιών με αναπηρία καθώς και της διάκρισης με βάση την αναπηρία στο χώρο της εκπαίδευσης μέσω σαφών δικαστικών διαδικασιών ενώπιον τόσο του Διοικητικού Δικαστηρίου όσο και των Επαρχιακών Δικαστηρίων, αναλόγως του είδους της απόφασης που λαμβάνεται. Όγδοο, θα πρέπει να αναθεωρηθούν όλα τα πρότυπα προσβασιμότητας που εμπεριέχονται στους Κανονισμούς ούτως ώστε να εναρμονισθούν με το σύγχρονο και ανανεωμένο ενωσιακό δίκαιο. Επίσης αναθεώρησης και εκσυγχρονισμού χρήζουν τα έντυπα που είναι συνημμένα στους Κανονισμούς. Εν κατακλείδι, η θέση της Οργάνωσής μας προς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη είναι ξεκάθαρη: Ο δήθεν «εκσυγχρονισμός» που επιχειρείται μέσω των προτεινόμενων τροποποιήσεων του Υπουργείου Παιδείας δεν αποτελεί βήμα προς την ενιαία εκπαίδευση. Αντίθετα, μας οδηγεί προς τα πίσω, παγιώνοντας πρακτικές διαχωρισμού, αποκλεισμού και άνισης μεταχείρισης των παιδιών με αναπηρία, στερώντας τους θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικαιώματα των παιδιών μας δεν είναι διαπραγματεύσιμα. Δεν μπορούν να παρέχονται υπό όρους, ούτε να εξαρτώνται από διοικητικές αποφάσεις, επιτροπές ή την ερμηνεία της εκάστοτε διοίκησης. Το δικαίωμα κάθε παιδιού σε ποιοτική, ισότιμη και ενιαία εκπαίδευση δεν μπορεί να ακυρώνεται επειδή το Υπουργείο Παιδείας δεν είναι πρόθυμο να παρέχει τις αναγκαίες εύλογες προσαρμογές ή να προετοιμάσει κατάλληλα τα σχολεία ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες όλων των μαθητών. Η αδυναμία ή η απροθυμία της Πολιτείας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της δεν μπορεί να μετατρέπεται σε λόγο περιορισμού των δικαιωμάτων των παιδιών. Αναμένουμε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων να απορρίψει τις προτεινόμενες τροποποιήσεις και να τις επιστρέψει στο Υπουργείο Παιδείας, απαιτώντας την ουσιαστική μεταρρύθμιση που επιβάλλουν οι διεθνείς υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να προχωρήσει σε αυτό που είχε δεσμευθεί τόσο έναντι της διεθνούς κοινότητας όσο και έναντι χιλιάδων οικογενειών στην Κύπρο: την κατάργηση του περί Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης Νόμου του 1999 και τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας σύγχρονης νομοθεσίας για την ενιαία εκπαίδευση όλων των παιδιών, σε πλήρη συμμόρφωση με τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ιδιαίτερα τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",ΚΥΣΟΑ,"Η ΚΥΣΟΑ ζητά όπως συμπεριληφθεί στις τροποποιήσεις, ο Κανονισμός 64, ενσωματώνοντας τις πιο κάτω εισηγήσεις: Όπως αναδείχθηκε και κατά την καταγραφή των απόψεων των παιδιών ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας στις 25.1.2026 δεν παρέχεται ουσιαστική διαφοροποίηση διδασκαλίας και αξιολόγησης Το ΥΠΑΝ δεν παρέχει την κατάλληλη επιμόρφωση και κατάρτιση στους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων ούτως ώστε να είναι σε θέση να παρέχουν στους μαθητές διαφοροποιημένο εκπαιδευτικό υλικό με βάση τις εξατομικευμένες τους ανάγκες. Τα παιδιά εξαρτούνται από την σχετική κατάρτιση αλλά και πρόθεση των εκπαιδευτικών τους, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί έννομη υποχρέωση και αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πολλές των φορών τη διαφοροποίηση την ετοιμάζουν οι ίδιοι οι γονείς είτε οι σχολικοί συνοδοί των παιδιών. Η διαφοροποίηση της διδασκαλίας και της αξιολόγησης αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης και όχι ειδικό προνόμιο ή εξαίρεση Απαιτείται η άμεση παροχή κατάλληλου τεχνολογικού εξοπλισμού ως εύλογη προσαρμογή, βάσει των εξατομικευμένων αναγκών του παιδιού. Παράλληλα, είναι αναγκαίο να παρέχεται εκπαίδευση στη χρήση του εξοπλισμού στους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς και τους σχολικούς συνοδούς, ώστε να αξιοποιείται ουσιαστικά και να υποστηρίζεται αποτελεσματικά το παιδί στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το ΥΠΑΝ οφείλει να εξασφαλίζει τις απαραίτητες προϋποθέσεις (υλικοτεχνικές, οργανωτικές και παιδαγωγικές) για την έγκαιρη διάθεση και αξιοποίηση του εξοπλισμού, σύμφωνα με τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε παιδιού. Κρίνεται απαραίτητο να καθοριστεί ρητώς η υποχρέωση ενημέρωσης και εφαρμογής από πλευράς εκπαιδευτικών των αναγκαίων εύλογων προσαρμογών και του εξοπλισμού που παραχωρείται στα παιδιά, ώστε να διασφαλίζεται ενιαία εφαρμογή και να αποτρέπεται η κατά το δοκούν αντιμετώπιση. Σε ό,τι αφορά τη διαφοροποίηση των γραπτών δοκιμίων, επιβάλλεται να θεσπιστεί ρητή και διακριτή νομική ασφαλιστική δικλείδα για τις εξετάσεις, ώστε οι εύλογες προσαρμογές να εφαρμόζονται με συνέπεια και χωρίς ασάφειες ή περιορισμούς που οδηγούν σε άνιση μεταχείριση των μαθητών με αναπηρίες. Είναι επίσης αναγκαίο τα γραπτά δοκίμια να καθίστανται προσβάσιμα και κατάλληλα προσαρμοσμένα, όπως, για παράδειγμα, στους μαθητές με νοητική αναπηρία, να παρέχονται σε μορφή «easy to read», προσαρμοσμένα γλωσσικά και δομικά, ώστε να διασφαλίζεται η κατανόηση του περιεχομένου και η ουσιαστική αξιολόγηση των γνώσεων και δεξιοτήτων τους. Απαραίτητες εκ των προτέρων οφείλουν να είναι κι οι διευθετήσεις για τις Παγκύπριες Εξετάσεις. Το ΥΠΑΝ έχει καταστήσει σαφή την πρόθεσή του για δημιουργία τράπεζας διαφοροποιημένου εκπαιδευτικού υλικού. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να τεθούν σαφή χρονοδιαγράμματα, να αποσαφηνιστεί πώς θα καθοριστούν τα ποιοτικά και επιστημονικά κριτήρια και οι διαδικασίες με τις οποίες θα δημιουργηθεί η τράπεζα διαφοροποιημένου υλικού, ώστε να διασφαλίζεται η παιδαγωγική επάρκεια του υλικού, καθώς και ο τρόπος επιλογής ειδικά καταρτισμένου προσωπικού που θα αναλάβει το σχεδιασμό του. Αναγκαία είναι και η αποσαφήνιση του μηχανισμού πρόσβασης στο υλικό, συμπεριλαμβανομένης της έντυπης και ψηφιακής μορφής. Το υλικό πρέπει να προσαρμόζεται και να διατίθεται στο παιδί με την έναρξη της σχολικής χρονιάς χωρίς καθυστέρηση, έτσι ώστε η διδακτέα ύλη να είναι προσβάσιμη και προσαρμοσμένη στις ανάγκες του. Για την επίτευξη της παροχής του διαφοροποιημένου υλικού πρέπει να γίνεται καταγραφή και αξιολόγηση των αναγκών του παιδιού από την προηγούμενη σχολική χρονιά, παρέχοντας βέβαια τη δυνατότητα αναπροσαρμογής πρόσθετων παροχών διαφοροποιημένου υλικού κατά τη διάρκεια όλης της σχολικής χρονιάς. Η διασφάλιση διαφοροποιημένου γραπτού απαιτείται να εφαρμόζεται οριζόντια και αδιάλειπτα σε όλα τα επίπεδα αξιολόγησης στα διαγωνίσματα, στις ενδοσχολικές εξετάσεις και κατ’ αναλογία με την ίδια συνέπεια, στις Παγκύπριες Εξετάσεις, οι οποίες καθορίζουν την πρόσβαση των μαθητων/τριων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η μη παροχή της εν λόγω προσαρμογής στο τελικό στάδιο αξιολόγησης θα αποτελούσε ουσιαστική ανισότητα και άμεσο αποκλεισμό από το αναφαίρετο δικαίωμα των παιδιών να διεκδικήσουν ισότιμα μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι εύλογες προσαρμογές δεν επιτρέπεται να διακόπτονται στο τελικό στάδιο αξιολόγησης. Αυτό αποτελεί βασική θέση της Επιτροπής CRPD. Περαιτέρω, πρέπει το ΥΠΑΝ να δεσμευτεί για τη διάθεση επαρκούς ανθρώπινου δυναμικού το οποίο θα είναι επιφορτισμένο με τη σωστή και συνεχή ενημέρωση των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, για τον τρόπο χρήσης και ενσωμάτωσης του διαφοροποιημένου υλικού στην εκπαιδευτική πράξη. Βάσει των ανωτέρω, προτείνεται η ενίσχυση διαφοροποιημένων τρόπων διδασκαλίας και η αξιοποίηση της εκπαιδευτικής τεχνολογίας ως υποστηρικτικό εργαλείο μάθησης, ιδιαίτερα στην προδημοτική και δημοτική εκπαίδευση, ώστε να ενισχύεται η κατανόηση της διδακτέας ύλης και η ενεργή συμμετοχή όλων των παιδιών. Εκτενή αναφορά στη σημασία της διαφοροποιημένης διδασκαλίας και της παροχής διαφοροποιημένου υλικού γίνεται από την Επιτροπή της CRPD στις παραγράφους 72 και 73 του Γενικού Σχολίου 4(2016), στις οποίες καθίσταται ξεκάθαρη η υποχρέωση των εκπαιδευτικών στην εφαρμογή συμπεριληπτικών και διαφοροποιημένων στρατηγικών διδασκαλίας, με απώτερο σκοπό την διασφάλιση της πλήρους και αποτελεσματικής συμμετοχής όλων των παιδιών. Επιπρόσθετα, πρέπει να τονιστεί ότι στην παράγραφο 26 και 28 του Γενικού Σχόλιου 4 (2016), γίνεται ρητή αναφορά στην αναγκαιότητα προσαρμογής του εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες του κάθε παιδιού και όχι στο «στρίμωγμα» του παιδιού σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές του ανάγκες. Να προστεθεί ειδική πρόνοια που να διασφαλίζει τα πιο κάτω για τους σχολικούς συνοδούς: Η καταγραφή στις 25/1/2026 των θέσεων των παιδιών ενώπιον του ΠτΔ κατέδειξε τεκμηριωμένα από τη συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων πως η σταθερότητα του σχολικού συνοδού άπτεται της εξέλιξης του παιδιού. Απαιτείται άμεση ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση και σαφής βελτίωση των όρων εργοδότησης των σχολικών συνοδών και βάσει προσόντων, όπως η 12μηνη απασχόληση, ώστε να καθίσταται δυνατή η προσέλκυση και πρόσληψη καταρτισμένου προσωπικού και να διασφαλίζεται σταθερότητα στη στελέχωση. Η βελτίωση των όρων εργοδότησης είναι αναγκαία ώστε να διασφαλίζεται η συνέχεια και η ποιότητα της υποστήριξης. Επιπλέον, είναι αναγκαία ως εύλογη προσαρμογή η παροχή ατομικού και αποκλειστικού συνοδού κατόπιν αξιολόγησης των εξατομικευμένων αναγκών του παιδιού με σαφείς και τεκμηριωμένες διαδικασίες λήψης της σχετικής απόφασης. Οι συνοδοί πρέπει να ενημερώνονται εμπεριστατωμένα για τις ανάγκες του παιδιού που συνοδεύουν και να συμμετέχουν στις πολυθεματικές συναντήσεις που το αφορούν, ώστε να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στο σχολικό πλαίσιο, πάντα προς όφελος των παιδιών. Κρίνεται απαραίτητη η θέσπιση ενιαίου και συγκεκριμένου προγράμματος οριζόντιας κατάρτισης και πιστοποίησης των σχολικών συνοδών, με υποχρεωτική παρακολούθηση, αξιολόγηση και εξετάσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, απαιτείται η δημιουργία και τήρηση επίσημου κεντρικού παγκύπριου μητρώου σχολικών συνοδών, στο οποίο θα εγγράφονται όσοι και όσες πληρούν τα κριτήρια κατάρτισης και επιτυχούς αξιολόγησης, ώστε να διασφαλίζεται η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, αλλά κι η άμεση παροχή αντικατάστασης παγκυπρίως. Απαραίτητο είναι να προβλέπεται με σαφήνεια ότι ένα συγκεκριμένο ποσοστό σχολικών συνοδών θα διαθέτει εξειδικευμένη κατάρτιση και πτυχίο συναφές με τις απαιτήσεις νοσηλευτικής υποστήριξης. Η ρύθμιση αυτή θα διασφαλίζει την παροχή ποιοτικής φροντίδας, ενδεικτικά σε μαθητές με τραχειοτομία, γαστροστομία, μαθητές με ανάγκη χρήσης ορθοστάτη, που απαιτούν συνεχή κι εξειδικευμένη διαχείριση. Επιβάλλεται η εφαρμογή ενός μηχανισμού διαρκούς αξιολόγησης και παρακολούθησης της παρεχόμενης στήριξης από τους συνοδούς, με στόχο τη διασφάλιση της καταλληλότητας και της αποτελεσματικότητάς τους στην πράξη, καθώς και την έγκαιρη αντιμετώπιση προβλημάτων που προκύπτουν. Είναι επιβεβλημένη ανάγκη η θέσπιση και εφαρμογή σαφών ασφαλιστικών δικλείδων ως προς τον καθορισμό των καθηκόντων του σχολικού συνοδού εντός της σχολικής τάξης, ώστε να διαχωριστεί ο υποστηρικτικός του ρόλος από τον διδακτικό και παιδαγωγικό ρόλο του εκπαιδευτικού. Σε καμία περίπτωση ο σχολικός συνοδός δεν δύναται να εκτελεί καθήκοντα που άπτονται στο ρόλο του εκπαιδευτικού. Η διασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης προϋποθέτει την παρουσία και ενεργό συμμετοχή δεύτερου εκπαιδευτικού στην τάξη, όπου κρίνεται απαραίτητο, με βάση πάντα τις εξατομικευμένες ανάγκες του παιδιού. Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η άποψη του ίδιου του παιδιού ως προς την καταλληλότητα του ή της συνοδού και του επιπέδου της μεταξύ τους συνεργασίας, δεδομένου ότι η καθημερινή αλληλεπίδραση επηρεάζει καθοριστικά τη συμμετοχή, την ασφάλεια και την πρόοδο του παιδιού στο σχολικό πλαίσιο. Παρά το γεγονός ότι οι κτηριακές υποδομές και η προσβασιμότητα των κτηρίων καθορίζεται από τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, ζητούμε όπως διασφαλιστεί και από το ΥΠΑΝ, με τον πιο κάτω τρόπο, η προσβασιμότητα των σχολείων και των παιδιών: Η καταγραφή στις 25/1/2026 των θέσεων των παιδιών ενώπιον του ΠτΔ κατέδειξε τεκμηριωμένα από τη συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων πως σημαντική μερίδα των σχολείων δεν είναι προ βάσιμα. Μη προσβάσιμα σχολεία συνεπάγεται μαθητές που νιώθουν ότι δεν ανήκουν. Ένα σημαντικό ποσοστό των σχολικών εγκαταστάσεων δεν είναι προσβάσιμες, επομένως, είναι μη φιλόξενες στα παιδιά με αναπηρίες. Είναι νομικά και παιδαγωγικά απαράδεκτο το να μην διασφαλίζεται καθολική προσβασιμότητα όλων των σχολείων, όλων των βαθμίδων με βάση τόσο τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε μαθητή/τριας όσο και τον συνολικό σχεδιασμό ενός περιβάλλοντος μάθησης. Η συμμόρφωση του Κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος με το άρθρο 24 της CRPD, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς, αποτελεί υποχρέωση, όχι επιλογή. Υπάρχει ενδεικτική καταγραφή των εγκαταστάσεων σχολικών μονάδων της επαρχίας Λεμεσού. Στρέβλωση που άμεσα οφείλει να αποκατασταθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 9 της CRPD, η προσβασιμότητα δεν εξαντλείται στην εκ των υστέρων ικανοποίηση εξατομικευμένων αναγκών ή σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, αλλά προϋποθέτει τον προληπτικό σχεδιασμό του σχολικού περιβάλλοντος, ώστε να είναι εξ ορισμού προσβάσιμο και χωρίς αποκλεισμούς. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ενσωματωθεί ρητώς στις προβλέψεις και διαδικασίες του ΥΠΑΝ η έννοια του Καθολικού Σχεδιασμού, ως βασική αρχή σχεδιασμού υποδομών, εξοπλισμού, πληροφοριών και υπηρεσιών, ώστε να μειώνεται στο ελάχιστο η ανάγκη για εκ των υστέρων προσαρμογές και να διασφαλίζεται η ισότιμη συμμετοχή όλων των μαθητών/τριων στο σχολικό πλαίσιο. Η διασφάλιση κατάλληλων και πλήρως προσβάσιμων υλικοτεχνικών υποδομών στα σχολεία αποτελεί δεσμευτική υποχρέωση των κρατών. Η υποχρέωση αυτή αναφέρεται ρητά στα άρθρα 9 και 24 της CRPD, βάσει των οποίων επιβάλλεται η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ισότιμη πρόσβαση όλων των μαθητών/τριων στο σχολικό πλαίσιο. Η υποχρέωση αυτή καθορίζεται και στο Γενικό Σχόλιο 2, βάσει του οποίου καθορίζεται η προσβασιμότητα των δημόσιων κτηρίων και υπηρεσιών στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και τα σχολεία. Επιπρόσθετα, ξεκάθαρες αναφορές γίνονται και στο Γενικό Σχόλιο 4, στο οποίο επισημαίνεται ότι εάν δεν υπάρχουν προσβάσιμες δομές, κατάλληλος εξοπλισμός, συμπεριλαμβανομένης και της υποστηρικτικής τεχνολογίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα κράτος διασφαλίζει το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε παιδιού σε μια ποιοτική εκπαίδευση. Τέλος, στο πλαίσιο της παροχής διαφοροποίησης και εύλογων προσαρμογών ζητείται όπως προστεθεί η δυνατότητα παροχής διερμηνείας στην Κυπριακή Νοηματική Γλώσσα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που πρέπει να διασφαλίζεται, ώστε να εξασφαλίζεται η ισότιμη πρόσβαση των κωφών φοιτητών στην εκπαιδευτική διαδικασία." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","PANCYPRIAN PARENTS ASSOCIATION OF CHILDREN WITH HEARING LOSS","Ως ΠΑ.ΣΥ.ΓΟ. Παγκύπριος Σύνδεσμος Γονέων Παιδιών με Απώλεια Ακοής (ΠΑΣΥΓΟ), χαιρετίζουμε την προσπάθεια εκσυγχρονισμού της υφιστάμενης νομοθεσίας και όλων των κανονιστικών διατάξεων και κανονισμών που αφορά την Εκπαίδευση Παιδιών με Αναπηρία ή/και με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες. Κύριος γνώμονας όλων των εμπλεκομένων είναι το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών μας. Ακολουθούν τα σημεία με τους κανονισμούς που σύμφωνα με τον Σύνδεσμο μας χρήζουν αναπροσαρμογής για την αποτελεσματικότερη στήριξη των παιδιών μας: - Σχετικά με τον κανονισμό 2β. ο γονέας να διατηρεί το δικαίωμα ένστασης (ακόμα και δικαστικής). - Το σημείο 6 που αφορά τον κανονισμό 11 γενικότερο σχόλιο σχετικά με την συμμόρφωση των γονέων: Οι γονείς των παιδιών με αναπηρία και άλλες εκπαιδευτικές ανάγκες χρήζουν τόσο της κατανόησης, όσο και του σεβασμού των αρμόδιων εμπλεκόμενων υπηρεσιών. Με την συγκεκριμένη διατύπωση κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Θα πρέπει σε περίπτωση διαφωνίας η οποία οφείλεται είτε σε μη αντίληψη των πραγματικών αναγκών του παιδιού από τους γονείς, ή σε περιπτώσεις παραμέλησης των πραγματικών αναγκών του παιδιού από τους γονείς του, αφού προηγηθεί ενδελεχής ενημέρωση (την οποία νομοθετικά θα πρέπει να οριστεί κάποιος/α ως υπεύθυνος), τότε να γίνουν ενέργειες. Οι γονείς αποτελούν βασικά και ουσιαστικά στελέχη στην εξίσωση της εκπαίδευσης των παιδιών τους και ως έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται. Επομένως θεωρούμε ότι η λέξη αυτεπάγγελτα θα πρέπει να φύγει. - Στο σημείο 9 του Κανονισμού 14.2, οι γονείς να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής εκπροσώπου που θα ορίζουν οι ίδιοι με γνώσεις επί των προβλημάτων της αναπηρίας ή και των Ειδικών Εκπαιδευτικών Αναγκών κατά την αξιολόγηση από την Επιτροπή εκτός αν ο εκπρόσωπος της ΚΥ.Σ.Ο.Α. θα έχει την συγκεκριμένη εξειδίκευση και οι γονείς συμφωνούν με αυτό. - Στο σημείο 11 του κανονισμού 16.1 θεωρούμε πως πρέπει να διαγραφεί η λέξη «αιτιολογημένο» για το αίτημα του γονέα. Επίσης στο ίδιο σημείο πρέπει να προστεθεί στο τέλος της πρότασης «Νοείται ότι, η διαδικασία της επαναξιολόγησης πρέπει να ολοκληρώνεται μέχρι τον Μάρτιο της προηγούμενης σχολικής χρονιάς.» και το «εκτός αν προκύψει ανάγκη μεταγενέστερα.» - Στο σημείο 11 του κανονισμού 16.2 θεωρούμε πως η πολυθεματική ομάδα θα πρέπει να είναι διαφοροποιημένη ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού για το οποίο συνεδριάζει με συμμετοχή από ειδικούς με γνώση της συγκεκριμένη αναπηρίας ή και τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες καθώς και να γίνεται χρήση κατάλληλων διαγνωστικών εργαλείων. Οι γονείς να έχει το δικαίωμα να προσκαλέσει στην πολυθεματίκη τον/τους ειδικό/ούς που παρακολουθούν το παιδί τους. - Στο σημείο 20 του κανονισμού 64, στις περιπτώσεις μαθητών με απώλεια ακοής θα πρέπει να υπάρχει γραπτή απλοποίηση. - Σε διάφορα σημεία αναφέρεται ο όρος «εύλογο χρονικό διάστημά», είναι πολύ ασαφές και να αντικατασταθεί με χρονικό διάστημα 1 μηνός." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026",louishad,"O βασικός προβληματισμός παραμένει ότι οι Κανονισμοί φαίνεται να προσαρμόζουν το υφιστάμενο σύστημα ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, χωρίς να διασφαλίζουν επαρκώς τη μετάβαση σε ένα πραγματικά συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό πλαίσιο. Η αντικατάσταση όρων όπως «ειδική μονάδα» με τον όρο «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» είναι θετική μόνο εφόσον συνοδεύεται από ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας. Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος να διατηρηθούν υφιστάμενες διαχωριστικές πρακτικές με νέα ονομασία. Οι Κανονισμοί πρέπει να διασφαλίζουν ότι κάθε διαδικασία αξιολόγησης, απόφασης, επαναξιολόγησης, παροχής στήριξης και εξεταστικής προσαρμογής υπηρετεί έναν κεντρικό σκοπό: τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή του παιδιού στο γενικό σχολείο, στη γενική τάξη και στη συνολική σχολική ζωή. Για τον λόγο αυτό απαιτούνται σαφέστερες ασφαλιστικές δικλίδες, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, προστασία προσωπικών δεδομένων, ουσιαστική συμμετοχή γονέα και παιδιού και σαφής αποφυγή κάθε μορφής έμμεσου στιγματισμού. Κανονισμός 1 — Συνοπτικός τίτλος Προβληματισμός Ο τίτλος των Κανονισμών ακολουθεί τον τίτλο του Νόμου και αντικαθιστά την παλαιότερη αναφορά σε «παιδιά με ειδικές ανάγκες» με την αναφορά σε «παιδιά με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες». Η αλλαγή είναι θετική, αλλά δεν εισάγει ρητά την έννοια της ενιαίας ή συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Προτεινόμενη αλλαγή Να εξεταστεί η προσθήκη εισαγωγικής ερμηνευτικής διάταξης στους Κανονισμούς, η οποία να δηλώνει ότι όλες οι πρόνοιες εφαρμόζονται με γνώμονα τη συμπεριληπτική εκπαίδευση, την ισότιμη συμμετοχή και την αποφυγή διαχωριστικών πρακτικών. Ενδεικτική διατύπωση: «Οι παρόντες Κανονισμοί εφαρμόζονται με γνώμονα το δικαίωμα κάθε παιδιού σε ποιοτική, προσβάσιμη και συμπεριληπτική εκπαίδευση στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα, με την παροχή των αναγκαίων υποστηρίξεων, εύλογων προσαρμογών και διευκολύνσεων». Κανονισμός 2 — Τροποποίηση ορισμών Προβληματισμός Η αντικατάσταση των όρων «δημόσιο σχολείο ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης», «ιδιωτικό σχολείο ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης», «Έκθεση» και «φοιτητής με ειδικές ανάγκες» κινείται σε θετική κατεύθυνση. Ιδιαίτερα η αντικατάσταση της «Έκθεσης» με την «Απόφαση» προσδίδει μεγαλύτερη διοικητική σαφήνεια. Ωστόσο, εφόσον πλέον πρόκειται για «Απόφαση», απαιτούνται αυξημένες εγγυήσεις: πλήρης αιτιολόγηση, πρόσβαση στα δεδομένα, δικαίωμα ακρόασης, δυνατότητα υποβολής παραστάσεων και σαφής διαδικασία ελέγχου ή προσφυγής. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ερμηνευτική πρόνοια ότι η «Απόφαση» πρέπει πάντοτε να είναι γραπτή, εξατομικευμένη, αιτιολογημένη και κοινοποιημένη στον γονέα με κατανοητό τρόπο. Ενδεικτική διατύπωση: «Κάθε Απόφαση που εκδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών είναι γραπτή, εξατομικευμένη, πλήρως αιτιολογημένη και κοινοποιείται στον γονέα με τρόπο σαφή και κατανοητό». Κανονισμός 3 — Οριζόντια αντικατάσταση όρων Προβληματισμός Η οριζόντια αντικατάσταση όρων είναι αναγκαία για λόγους συνοχής. Ωστόσο, εντοπίζεται νομοτεχνικό ζήτημα στη διατύπωση, αφού γίνεται αναφορά σε «Οι βασικός Νόμος», ενώ το κείμενο αφορά τροποποίηση βασικών Κανονισμών. Πέρα από το τεχνικό σημείο, το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι η αντικατάσταση της «ειδικής μονάδας» με το «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης» δεν πρέπει να παραμείνει απλή μετονομασία. Προτεινόμενη αλλαγή Να διορθωθεί το νομοτεχνικό λάθος και να προστεθεί διευκρινιστική πρόνοια για τη λειτουργία των προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης. Ενδεικτική διατύπωση: «Η αντικατάσταση του όρου “ειδική μονάδα” με τον όρο “πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης” συνεπάγεται αναδιοργάνωση της παρεχόμενης στήριξης με σκοπό τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή του παιδιού στη γενική τάξη και στη σχολική ζωή». Κανονισμός 4 — Αντικατάσταση αναφοράς σε μονάδες ειδικής αγωγής Προβληματισμός Η αντικατάσταση της φράσης «μονάδες ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης» με «προγράμματα ενισχυμένης στήριξης» είναι συνεπής με τη νέα ορολογία. Ωστόσο, και εδώ παραμένει ο ίδιος προβληματισμός: δεν αρκεί να αλλάξει το όνομα της δομής, αν δεν αλλάξει και η παιδαγωγική της λειτουργία. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ότι τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης δεν λειτουργούν ως χωριστές τάξεις ή παράλληλα πλαίσια φοίτησης, αλλά ως μηχανισμοί υποστήριξης της συμμετοχής στη γενική τάξη. Ενδεικτική διατύπωση: «Τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης οργανώνονται και λειτουργούν με σκοπό την υποστήριξη της φοίτησης του παιδιού στο γενικό σχολείο και τη συμμετοχή του στη γενική τάξη, στον μέγιστο δυνατό βαθμό». Κανονισμός 5 — Συνεδρίες Επαρχιακής Επιτροπής και πρόσβαση στα πρακτικά Προβληματισμός Η αύξηση της συχνότητας συνεδριάσεων της Επαρχιακής Επιτροπής από δύο φορές τον μήνα σε μία φορά την εβδομάδα ή και συχνότερα είναι θετική, γιατί μπορεί να μειώσει καθυστερήσεις. Επίσης, η πρόσβαση του γονέα/κηδεμόνα στα πρακτικά της συνεδρίας που τον αφορούν είναι σημαντικό βήμα διαφάνειας. Ωστόσο, δεν καθορίζεται συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να δίνονται τα πρακτικά στον γονέα. Χωρίς προθεσμία, το δικαίωμα μπορεί να αποδυναμωθεί στην πράξη. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Ενδεικτική διατύπωση: «Ο γονέας/κηδεμόνας δικαιούται, κατόπιν αιτήματός του, να έχει πρόσβαση στα πρακτικά της συνεδρίας που τον αφορούν και να λαμβάνει αντίγραφο αυτών εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος». Κανονισμός 6 — Αυτεπάγγελτη αξιολόγηση σε περίπτωση άρνησης γονέων Προβληματισμός Η πρόνοια ότι η Επαρχιακή Επιτροπή μπορεί να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε αξιολόγηση όταν οι γονείς αρνούνται να συμμορφωθούν και παρεμποδίζουν τη διαδικασία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη. Μπορεί να προστατεύσει το παιδί σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλά μπορεί και να χρησιμοποιηθεί με τρόπο που παρακάμπτει εύλογες αντιρρήσεις των γονέων. Η άρνηση ή διαφωνία γονέα δεν πρέπει να ταυτίζεται αυτόματα με παρεμπόδιση. Πρέπει να υπάρχουν σαφή κριτήρια, προηγούμενη γραπτή ενημέρωση, δικαίωμα ακρόασης και ειδική αιτιολόγηση. Προτεινόμενη αλλαγή Να ενισχυθεί η πρόνοια με ασφαλιστικές δικλίδες. Ενδεικτική διατύπωση: «Σε περίπτωση που οι γονείς, μετά από γραπτή ενημέρωση και πρόσκληση σε ακρόαση, αρνούνται αδικαιολόγητα να συνεργαστούν και η άρνηση αυτή τεκμηριωμένα παρεμποδίζει την αξιολόγηση των αναγκών του παιδιού, η Επαρχιακή Επιτροπή δύναται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, να προχωρήσει αυτεπάγγελτα στην αξιολόγηση, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία του καλώς νοούμενου συμφέροντος του παιδιού». Κανονισμός 7 — Τροποποίηση Κανονισμού 12 Προβληματισμός Η τροποποίηση φαίνεται κυρίως νομοτεχνική, με αντικατάσταση των λέξεων «στην επόμενη» με τη λέξη «σε». Δεν προκύπτει ουσιαστικός προβληματισμός από το κείμενο, εκτός αν η αλλαγή επηρεάζει το νόημα του βασικού Κανονισμού. Προτεινόμενη αλλαγή Να ελεγχθεί νομοτεχνικά σε συνάρτηση με το πλήρες κείμενο του βασικού Κανονισμού 12, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν δημιουργείται ασάφεια. Κανονισμός 8 — Απόφαση Επαρχιακής Επιτροπής Προβληματισμός Η πρόνοια ότι η Επαρχιακή Επιτροπή συντάσσει αιτιολογημένη απόφαση είναι θετική. Θετικό είναι επίσης ότι η απόφαση πρέπει να προσδιορίζει την ειδική αγωγή και εκπαίδευση, τα μέσα, τις διευκολύνσεις, την επιπρόσθετη στήριξη στην τάξη, τις απαλλαγές και τον χρόνο της επόμενης αξιολόγησης. Ωστόσο, η φράση «σε εύλογο χρονικό διάστημα» είναι αόριστη. Επίσης, η δυνατότητα να καθορίζεται «ο χώρος παροχής και η έκταση της εκπαίδευσης σε χώρο άλλο από τον χώρο του γενικού σχολείου» χρειάζεται αυστηρές εγγυήσεις, ώστε να μη χρησιμοποιείται ως εύκολος μηχανισμός απομάκρυνσης από το γενικό σχολείο. Προτεινόμενη αλλαγή Να καθοριστεί προθεσμία έκδοσης απόφασης και να περιοριστεί αυστηρά η εκπαίδευση εκτός γενικού σχολείου. Ενδεικτική διατύπωση: «Η Επαρχιακή Επιτροπή συντάσσει αιτιολογημένη απόφαση εντός τριάντα ημερών από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης». Να προστεθεί επίσης: «Η παροχή εκπαίδευσης σε χώρο άλλο από τον χώρο του γενικού σχολείου επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με ειδική αιτιολόγηση και αφού τεκμηριωθεί ότι έχουν προηγουμένως εξεταστεί και εφαρμοστεί, όπου είναι δυνατό, οι αναγκαίες υποστηρίξεις, εύλογες προσαρμογές και διευκολύνσεις στο γενικό σχολείο». Κανονισμός 9 — Δικαιώματα γονέα και συμμετοχή ΚΥΣΟΑ Προβληματισμός Η επίδοση της Απόφασης στον γονέα και η γνωστοποίηση των δικαιωμάτων του για υποβολή γραπτών παραστάσεων ή εναλλακτικών διευθετήσεων είναι θετική πρόνοια. Θετική είναι επίσης η συμμετοχή εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ, εκτός αν δεν το επιθυμεί ο γονέας. Ωστόσο, η πρόνοια δεν αναφέρεται ρητά στο δικαίωμα του ίδιου του παιδιού να ακούγεται. Επίσης, δεν καθορίζεται συγκεκριμένος χρόνος επίδοσης της Απόφασης στον γονέα. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί προθεσμία και ρητή πρόνοια για τη φωνή του παιδιού. Ενδεικτική διατύπωση: «Η Απόφαση επιδίδεται στον γονέα εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την έκδοσή της, μαζί με σαφή ενημέρωση για τα δικαιώματα υποβολής παραστάσεων, ένστασης ή άλλης προβλεπόμενης διαδικασίας». Να προστεθεί επίσης: «Κατά τη διαδικασία λήψης Απόφασης λαμβάνεται υπόψη, με κατάλληλο και προσβάσιμο τρόπο, η άποψη του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία, την ωριμότητα και τον τρόπο επικοινωνίας του». Κανονισμός 10 — Διαβίβαση τελικής Απόφασης Προβληματισμός Η διαβίβαση της τελικής Απόφασης σε διάφορους υπηρεσιακούς φορείς μπορεί να είναι αναγκαία για την εφαρμογή της. Ωστόσο, επειδή η Απόφαση περιέχει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, πρέπει να διασφαλίζεται ότι η πρόσβαση περιορίζεται μόνο σε πρόσωπα που έχουν πραγματική υπηρεσιακή ανάγκη. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί πρόνοια προστασίας προσωπικών δεδομένων. Ενδεικτική διατύπωση: «Η διαβίβαση της Απόφασης γίνεται μόνο στα πρόσωπα και στις υπηρεσίες που είναι απολύτως αναγκαία για την εφαρμογή της, με τήρηση της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και με περιορισμό της πρόσβασης στο περιεχόμενό της». Κανονισμός 11 — Επαναξιολόγηση περιπτώσεων Προβληματισμός Η επαναξιολόγηση πριν από αλλαγή βαθμίδας ή ανά τριετία είναι θετική. Θετικό είναι επίσης ότι μπορεί να γίνεται συχνότερα μετά από αιτιολογημένο αίτημα του γονέα ή εισήγηση του συνδετικού λειτουργού. Ωστόσο, η διαδικασία πρέπει να μην περιορίζεται υπερβολικά από την προθεσμία του Μαρτίου. Αν οι ανάγκες του παιδιού αλλάξουν μετά τον Μάρτιο ή κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα άμεσης επαναξιολόγησης ή λήψης προσωρινών μέτρων. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ρητή πρόνοια για έκτακτη επαναξιολόγηση. Ενδεικτική διατύπωση: «Ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη επαναξιολόγηση πριν από αλλαγή βαθμίδας ή ανά τριετία, η Επαρχιακή Επιτροπή δύναται να προβαίνει σε έκτακτη επαναξιολόγηση οποτεδήποτε προκύπτει ουσιώδης μεταβολή στις ανάγκες, στη συμμετοχή ή στην πρόοδο του παιδιού». Κανονισμός 12 — Αντικατάσταση τελικής Έκθεσης με Απόφαση Προβληματισμός Η αντικατάσταση της «τελικής Έκθεσης αξιολόγησης ή επαναξιολόγησης» με την «Απόφαση» είναι συνεπής με τη νέα φιλοσοφία των Κανονισμών. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η έννοια της Απόφασης απαιτεί αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και ελέγχου. Προτεινόμενη αλλαγή Να ισχύσει η ίδια εγγύηση που προτείνεται για κάθε Απόφαση: γραπτή, αιτιολογημένη, εξατομικευμένη, κοινοποιημένη στον γονέα και ελέγξιμη. Κανονισμός 13 — Διαγραφή υποπαραγράφου από τον Κανονισμό 18 Προβληματισμός Η προτεινόμενη διαγραφή της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου (2) του Κανονισμού 18 δεν μπορεί να αξιολογηθεί πλήρως χωρίς το πλήρες κείμενο του βασικού Κανονισμού 18. Χρειάζεται να εξεταστεί αν η διαγραφή αφαιρεί δικαίωμα, διαδικαστική εγγύηση ή υποχρέωση της διοίκησης. Προτεινόμενη αλλαγή Να ζητηθεί αιτιολόγηση της διαγραφής. Ενδεικτική διατύπωση σχολίου: «Ζητείται να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της υποπαραγράφου που διαγράφεται και να αιτιολογηθεί ότι η διαγραφή δεν περιορίζει υφιστάμενα δικαιώματα του παιδιού ή του γονέα ούτε αποδυναμώνει διαδικαστικές εγγυήσεις». Κανονισμός 14 — Συμμετοχή εκπροσώπου ΚΥΣΟΑ Προβληματισμός Η προσθήκη εκπροσώπου της ΚΥΣΟΑ είναι θετική, καθώς ενισχύει τη συμμετοχή οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί ο ρόλος του εκπροσώπου και να διασφαλιστεί ότι η συμμετοχή του δεν αντικαθιστά τη φωνή του παιδιού ή του γονέα. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί διευκρίνιση για τον ρόλο του εκπροσώπου. Ενδεικτική διατύπωση: «Ο εκπρόσωπος της ΚΥΣΟΑ συμμετέχει με συμβουλευτικό και υποστηρικτικό ρόλο, χωρίς η συμμετοχή του να περιορίζει ή να υποκαθιστά τα δικαιώματα του γονέα και του παιδιού να ακουστούν και να υποβάλουν τις απόψεις τους». Κανονισμός 15 — Διαγραφή αναφοράς σε ειδική μονάδα Προβληματισμός Η διαγραφή της αναφοράς σε «ειδική μονάδα» είναι συνεπής με την αντικατάσταση της ορολογίας. Ωστόσο, και εδώ χρειάζεται να διασφαλιστεί ότι δεν πρόκειται απλώς για διαγραφή όρου χωρίς ουσιαστική επαναρρύθμιση. Προτεινόμενη αλλαγή Να συνδεθεί η διαγραφή με την αναδιοργάνωση των προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης ως συμπεριληπτικών μηχανισμών. Κανονισμός 16 — Επαναξιολόγηση παιδιών σε δημόσια ειδικά σχολεία Προβληματισμός Η επαναξιολόγηση ανά τριετία ή συχνότερα είναι θετική. Ωστόσο, για παιδιά που φοιτούν σε ειδικά σχολεία, η επαναξιολόγηση πρέπει να εξετάζει ρητά και τη δυνατότητα μεγαλύτερης συμμετοχής στο γενικό σχολείο ή σε δραστηριότητες του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος. Διαφορετικά, η επαναξιολόγηση μπορεί να περιοριστεί σε επιβεβαίωση της υφιστάμενης τοποθέτησης. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ότι κάθε επαναξιολόγηση παιδιού σε ειδικό σχολείο εξετάζει υποχρεωτικά τη δυνατότητα σταδιακής ή μερικής συμμετοχής στο γενικό σχολικό περιβάλλον. Ενδεικτική διατύπωση: «Κατά την επαναξιολόγηση παιδιού που φοιτά σε δημόσιο ειδικό σχολείο εξετάζεται ειδικά η δυνατότητα συμμετοχής του, πλήρους ή μερικής, σε γενικό σχολείο ή σε δραστηριότητες του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος, με τις αναγκαίες υποστηρίξεις και εύλογες προσαρμογές». Κανονισμός 17 — Χώροι λειτουργίας προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης Προβληματισμός Η πρόνοια ότι τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης λειτουργούν σε χώρους άνετους και προσπελάσιμους είναι θετική. Ωστόσο, η προσβασιμότητα δεν πρέπει να αφορά μόνο τον χώρο του προγράμματος, αλλά ολόκληρο το σχολικό περιβάλλον. Επίσης, η φράση «καταβάλλεται προσπάθεια» ώστε οι χώροι να γειτνιάζουν με τον τόπο διαμονής των παιδιών είναι αδύναμη. Η εγγύτητα είναι σημαντική για την οικογένεια και τη συμμετοχή του παιδιού στην κοινότητα. Προτεινόμενη αλλαγή Να ενισχυθεί η διατύπωση. Ενδεικτική διατύπωση: «Τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης λειτουργούν σε χώρους άνετους, προσβάσιμους, ασφαλείς και παιδαγωγικά κατάλληλους, εντός γενικού σχολείου, με τρόπο που να διευκολύνει τη συμμετοχή του παιδιού στη γενική τάξη και στη σχολική ζωή». Να αντικατασταθεί το «καταβάλλεται προσπάθεια» με ισχυρότερη διατύπωση: «Η Επαρχιακή Επιτροπή μεριμνά ώστε, κατά το δυνατό, ο χώρος φοίτησης να βρίσκεται κοντά στον τόπο διαμονής του παιδιού, εκτός εάν τεκμηριώνεται ειδικά ότι αυτό δεν είναι εφικτό». Κανονισμός 18 — Εγγραφή παιδιών σε πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης Προβληματισμός Η πρόνοια ότι τα παιδιά εγγράφονται κανονικά στο μητρώο του σχολείου και στο μαθητολόγιο της ανάλογης με την ηλικία τους τάξης είναι θετική, γιατί ενισχύει τη σύνδεση με το γενικό σχολείο. Ωστόσο, η ειδική ένδειξη στις παρατηρήσεις ότι το παιδί φοιτά σε πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης είναι προβληματική. Μπορεί να οδηγήσει σε στιγματισμό, αχρείαστη αποκάλυψη ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και διοικητική σήμανση του παιδιού. Προτεινόμενη αλλαγή Να αφαιρεθεί ή να περιοριστεί αυστηρά η ειδική ένδειξη. Ενδεικτική διατύπωση: «Τα παιδιά που συμμετέχουν σε πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης εγγράφονται κανονικά στο μητρώο του σχολείου και στο μαθητολόγιο της ανάλογης, κατά το δυνατό, με την ηλικία τους τάξης. Οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με την παρεχόμενη στήριξη καταχωρίζεται μόνο στον εμπιστευτικό εκπαιδευτικό φάκελο του παιδιού και είναι προσβάσιμη μόνο σε πρόσωπα που έχουν άμεση υπηρεσιακή ανάγκη γνώσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων». Κανονισμός 19 — Επαναξιολόγηση παιδιών σε προγράμματα ενισχυμένης στήριξης Προβληματισμός Η επαναξιολόγηση πριν από αλλαγή βαθμίδας, ανά τριετία ή συχνότερα είναι θετική. Ωστόσο, όπως και στα ειδικά σχολεία, η επαναξιολόγηση δεν πρέπει να λειτουργεί ως τυπική επιβεβαίωση της παραμονής στο πρόγραμμα. Πρέπει να εξετάζει αν το παιδί μπορεί να συμμετέχει περισσότερο στη γενική τάξη και στη σχολική ζωή. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ρητός σκοπός της επαναξιολόγησης. Ενδεικτική διατύπωση: «Η επαναξιολόγηση των παιδιών που συμμετέχουν σε προγράμματα ενισχυμένης στήριξης εξετάζει ειδικά τον βαθμό συμμετοχής του παιδιού στη γενική τάξη και στη σχολική ζωή, την αποτελεσματικότητα των παρεχόμενων υποστηρίξεων και τη δυνατότητα περαιτέρω ενίσχυσης της συμπερίληψης». Κανονισμός 20 — Διαφοροποιήσεις διαγνωστικών και εξεταστικών δοκιμίων Προβληματισμός Οι προτεινόμενες διαφοροποιήσεις είναι θετικές, ιδιαίτερα η προσαρμογή των δοκιμίων στη βάση της ίδιας ύλης και περιεχομένου με τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης. Αυτό μπορεί να συμβάλει στην ισότιμη συμμετοχή. Ωστόσο, οι διαφοροποιήσεις δεν πρέπει να εξαρτώνται μόνο από την απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής με τρόπο άκαμπτο. Στην πράξη μπορεί να προκύπτουν ανάγκες προσαρμογής που πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα από το σχολείο, ιδίως σε διαγνωστικές διαδικασίες. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί πρόνοια για άμεσες παιδαγωγικές προσαρμογές από το σχολείο, χωρίς να παρακάμπτεται η Επαρχιακή Επιτροπή. Ενδεικτική διατύπωση: «Οι διαφοροποιήσεις εφαρμόζονται με βάση την Απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής, χωρίς να αποκλείεται η λήψη άμεσων παιδαγωγικών μέτρων από το σχολείο, όπου αυτό είναι αναγκαίο για την ισότιμη συμμετοχή του παιδιού σε διαγνωστικές ή μαθησιακές διαδικασίες». Κανονισμός 21 — Χρήση μηχανικών ή τεχνολογικών μέσων Προβληματισμός Η αντικατάσταση της διατύπωσης με αναφορά σε μηχανικά ή τεχνολογικά μέσα είναι θετική και πιο σύγχρονη. Ωστόσο, χρειάζεται να διασφαλιστεί ότι τα τεχνολογικά μέσα παρέχονται έγκαιρα, είναι κατάλληλα και συνοδεύονται από υποστήριξη στη χρήση τους. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί πρόνοια για έγκαιρη παροχή και εκπαίδευση στη χρήση των μέσων. Ενδεικτική διατύπωση: «Τα μηχανικά ή τεχνολογικά μέσα παρέχονται έγκαιρα, σε λειτουργική κατάσταση και με την αναγκαία καθοδήγηση ή εκπαίδευση του παιδιού και των εμπλεκόμενων εκπαιδευτικών, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια της εξέτασης». Κανονισμός 22 — Εναλλακτικοί τόποι εξέτασης Προβληματισμός Η δυνατότητα εξέτασης εκτός καθορισμένων εξεταστικών κέντρων, όπως στο σπίτι ή στο νοσοκομείο, είναι θετική για περιπτώσεις όπου το παιδί δεν μπορεί να μετακινηθεί ή χρειάζεται ειδικές συνθήκες. Ωστόσο, η διατύπωση «οπουδήποτε αλλού κριθεί επιβεβλημένο από τον ειδικό που παρακολουθεί το παιδί» χρειάζεται προσοχή. Δεν πρέπει η απόφαση να εξαρτάται αποκλειστικά από έναν ειδικό, χωρίς παιδαγωγική και διοικητική εκτίμηση. Επίσης, πρέπει να διασφαλίζεται ότι η εναλλακτική εξέταση δεν οδηγεί σε απομόνωση ή άνιση μεταχείριση. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί ότι η απόφαση λαμβάνεται με βάση τις ανάγκες του παιδιού, τη γνώμη του ειδικού, την άποψη του γονέα και τη δυνατότητα διασφάλισης ισότιμων όρων εξέτασης. Ενδεικτική διατύπωση: «Ο εναλλακτικός τόπος εξέτασης καθορίζεται με βάση τις εξατομικευμένες ανάγκες του παιδιού, τη γνώμη του ειδικού που το παρακολουθεί, την άποψη του γονέα και, όπου είναι δυνατό, του ίδιου του παιδιού, καθώς και τη διασφάλιση ισότιμων όρων συμμετοχής και του αδιάβλητου της εξέτασης». Κανονισμός 23 — Διαγραφή παραγράφου Κανονισμού 67 Προβληματισμός Η διαγραφή της παραγράφου (2) του Κανονισμού 67 δεν μπορεί να αξιολογηθεί επαρκώς χωρίς να παρατεθεί το περιεχόμενο της διαγραφόμενης παραγράφου. Πρέπει να διασφαλιστεί ότι η διαγραφή δεν αφαιρεί υφιστάμενη διευκόλυνση ή εγγύηση για τα παιδιά. Προτεινόμενη αλλαγή Να ζητηθεί αιτιολόγηση της διαγραφής. Ενδεικτική διατύπωση σχολίου: «Ζητείται να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της παραγράφου που διαγράφεται και να τεκμηριωθεί ότι η διαγραφή δεν περιορίζει υφιστάμενα δικαιώματα ή διευκολύνσεις των παιδιών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες». Κανονισμός 24 — Ορθογραφία, στίξη και προσαρμογή βαθμολογίας Προβληματισμός Η πρόνοια ότι μπορεί να παραχωρείται εξαίρεση από τη βαθμολόγηση της ορθογραφίας και της στίξης είναι θετική, όταν αυτά αποτελούν αντικείμενο δυσκολίας του παιδιού. Θετική είναι επίσης η πρόνοια για προσαρμογή βαθμολογίας ως αντιστάθμισμα. Ωστόσο, χρειάζεται σαφές και ενιαίο πρωτόκολλο εφαρμογής, ώστε να αποφεύγονται διαφορετικές πρακτικές από σχολείο σε σχολείο ή από εξεταστή σε εξεταστή. Προτεινόμενη αλλαγή Να προστεθεί πρόνοια για ενιαίες οδηγίες εφαρμογής. Ενδεικτική διατύπωση: «Η εξαίρεση από τη βαθμολόγηση της ορθογραφίας και της στίξης, καθώς και η προσαρμογή βαθμολογίας, εφαρμόζονται σύμφωνα με ενιαίες γραπτές οδηγίες του Υπουργείου, ώστε να διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση των παιδιών σε όλες τις σχολικές μονάδες και εξεταστικές διαδικασίες». Κανονισμός 25 — Διαγραφή αναφοράς σε ειδικές μονάδες Προβληματισμός Η διαγραφή της φράσης «είτε ως ειδικές μονάδες είτε» είναι συνεπής με την κατάργηση της παλαιάς ορολογίας. Ωστόσο, όπως και σε άλλες πρόνοιες, πρέπει να διασφαλιστεί ότι η κατάργηση του όρου δεν αφήνει κενά ούτε οδηγεί σε απλή μετονομασία χωρίς ουσιαστική αναδιοργάνωση. Προτεινόμενη αλλαγή Να συνδεθεί η διαγραφή με σαφή περιγραφή της λειτουργίας των προγραμμάτων ενισχυμένης στήριξης. Ενδεικτική διατύπωση: «Η κατάργηση της αναφοράς σε ειδικές μονάδες συνοδεύεται από ρητή πρόνοια ότι τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης λειτουργούν ως υποστηρικτικός μηχανισμός εντός του γενικού σχολείου και όχι ως χωριστό εκπαιδευτικό πλαίσιο». Συνολικό συμπέρασμα επί των Κανονισμών Οι προτεινόμενοι Τροποποιητικοί Κανονισμοί περιλαμβάνουν θετικές αλλαγές, κυρίως σε θέματα διαφάνειας, συχνότητας συνεδριάσεων, πρόσβασης στα πρακτικά, αιτιολογημένης απόφασης, επαναξιολόγησης, συμμετοχής της ΚΥΣΟΑ και εξεταστικών διευκολύνσεων. Ωστόσο, χρειάζονται σημαντικές βελτιώσεις ώστε οι Κανονισμοί να υπηρετούν πραγματικά τη συμπεριληπτική εκπαίδευση. Οι βασικότερες εισηγήσεις είναι: • να ξεκαθαριστεί ότι τα προγράμματα ενισχυμένης στήριξης δεν αποτελούν νέες ειδικές μονάδες, • να προστεθούν συγκεκριμένες προθεσμίες για πρακτικά, αποφάσεις και κοινοποιήσεις, • να περιοριστεί αυστηρά η εκπαίδευση εκτός γενικού σχολείου, • να ενισχυθούν τα δικαιώματα γονέα και παιδιού στη διαδικασία, • να προστατευθούν τα προσωπικά δεδομένα και να αποφευχθεί ο στιγματισμός, • να διασφαλιστεί ότι η επαναξιολόγηση εξετάζει τη δυνατότητα μεγαλύτερης συμμετοχής στο γενικό σχολείο, • να θεσπιστούν ενιαία πρωτόκολλα για τις εξεταστικές διευκολύνσεις, • και να διασφαλιστεί ότι κάθε στήριξη έχει ως βασικό σκοπό την ισότιμη συμμετοχή του παιδιού στη γενική τάξη και στη σχολική ζωή. Οι Κανονισμοί δεν πρέπει να λειτουργήσουν απλώς ως τεχνική προσαρμογή της υφιστάμενης ειδικής αγωγής, αλλά ως εργαλείο ουσιαστικής μετάβασης προς ένα πιο προσβάσιμο, συμμετοχικό και συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό σύστημα." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","ANDRI ANDREOU","Ο προτεινόμενος Κανονισμός 42 δεν φαίνεται να επιφέρει ουσιαστική μεταβολή σε σχέση με το ισχύον καθεστώς. Πάλι η μόνη διαφοροποίηση εντοπίζεται στην αντικατάσταση του όρου «ειδική μονάδα» με τον όρο «πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης», χωρίς να προκύπτει αντίστοιχη ενίσχυση των δικαιωμάτων των μαθητών ή των υποχρεώσεων του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι πρόνοιες της παραγράφου (2), σύμφωνα με τις οποίες οι μαθητές εγγράφονται στο μητρώο και στο μαθητολόγιο του σχολείου, υφίστανται ήδη και στο σημερινό πλαίσιο λειτουργίας. Ως εκ τούτου, η διατήρηση των ίδιων ρυθμίσεων με διαφορετική ορολογία δεν συνιστά πραγματική μεταρρύθμιση ούτε προάγει περαιτέρω τη συμπεριληπτική εκπαίδευση. Η εγγραφή ενός παιδιού στο μητρώο ή στο μαθητολόγιο του σχολείου δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει την ουσιαστική συμμετοχή του στη σχολική ζωή. Η συμπερίληψη κρίνεται στην πράξη, μέσα από τη φυσική παρουσία του μαθητή στις κοινές δραστηριότητες, την πρόσβαση στο γενικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, την κοινωνική αλληλεπίδραση με τους συνομηλίκους του και την πραγματική συμμετοχή του στη σχολική κοινότητα. Ζητείται όπως η νομοθεσία περιλαμβάνει σαφέστερες και ουσιαστικότερες εγγυήσεις για την πλήρη συμμετοχή των μαθητών στο σχολικό περιβάλλον και όχι μόνο τυπικές ή διοικητικές ρυθμίσεις που ήδη εφαρμόζονται στο υφιστάμενο σύστημα." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","ANDRI ANDREOU","Ο υφιστάμενος Κανονισμός 41 των Περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες Κανονισμών του 2001 προνοεί τουλάχιστον ότι οι ειδικές μονάδες είναι ενσωματωμένες σε συνηθισμένα σχολεία. Στο προτεινόμενο πλαίσιο των Προγραμμάτων Ενισχυμένης Στήριξης δεν φαίνεται να διατηρείται με την ίδια σαφήνεια η υποχρέωση λειτουργίας τους εντός του συνηθισμένου σχολείου. Η απουσία ρητής αναφοράς δημιουργεί ανησυχία ότι στο μέλλον θα μπορούσαν να αναπτυχθούν δομές απομακρυσμένες από το γενικό σχολικό περιβάλλον, γεγονός που θα συνιστούσε οπισθοδρόμηση σε σχέση με τις αρχές της ενταξιακής εκπαίδευσης." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","ANDRI ANDREOU","Ο προτεινόμενος Κανονισμός 14 καταργεί τη συγκεκριμένη προθεσμία των δεκαπέντε (15) ημερών για την επίδοση της Απόφασης της Επαρχιακής Επιτροπής στον γονέα και την αντικαθιστά με τη γενική διατύπωση «σε εύλογο χρονικό διάστημα». Η αλλαγή αυτή δημιουργεί νομική αβεβαιότητα, καθώς δεν καθορίζεται ανώτατο χρονικό όριο για την ενημέρωση των γονέων. Ως αποτέλεσμα, η γνωστοποίηση της Απόφασης μπορεί να καθυστερήσει σημαντικά, με δυσμενείς συνέπειες για την έγκαιρη παροχή της αναγκαίας εκπαιδευτικής στήριξης και για την άσκηση των δικαιωμάτων του γονέα. Προτείνεται η διατήρηση της υφιστάμενης προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών ή η αντικατάστασή της με άλλη σαφώς καθορισμένη προθεσμία. Επιπρόσθετα, στην παράγραφο 14(2), όπου προβλέπεται η συμμετοχή εκπροσώπου της ΚΥ.Σ.Ο.Α. στις συνεδρίες της Επαρχιακής Επιτροπής, θα πρέπει να προστεθεί ρητή υποχρέωση ενημέρωσης του γονέα για το δικαίωμά του να μην επιθυμεί τη συμμετοχή του εκπροσώπου αυτού. Η ενημέρωση αυτή είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της ελεύθερης και ενημερωμένης συγκατάθεσης του γονέα, δεδομένου ότι κατά τις συνεδρίες συζητούνται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του παιδιού και της οικογένειας. Ο γονέας θα πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη μη συμμετοχή εκπροσώπου τρίτου φορέα, ώστε να μπορεί να προστατεύσει την ιδιωτικότητα και τα προσωπικά δεδομένα του παιδιού του. Προτεινόμενη προσθήκη: «Κατά τη γνωστοποίηση της Απόφασης και πριν από τη συνεδρία της Επαρχιακής Επιτροπής, ο γονέας ενημερώνεται γραπτώς για το δικαίωμά του να ζητήσει τη μη συμμετοχή εκπροσώπου της ΚΥ.Σ.Ο.Α. στη συνεδρία.»" "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","ANDRI ANDREOU","Ο Κανονισμός 13 αναφέρει ότι στην Απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής πρέπει να προσδιορίζεται «ο χώρος παροχής και η έκταση της εκπαίδευσης σε χώρο άλλο από τον χώρο του γενικού σχολείου, σε περίπτωση που τέτοια εκπαίδευση θεωρείται αναγκαία». Το πρόβλημα είναι ότι ο όρος «χώρος άλλος από τον χώρο του γενικού σχολείου» δεν ορίζεται. Δεν είναι σαφές αν αναφέρεται σε: δημόσιο ειδικό σχολείο, πρόγραμμα ενισχυμένης στήριξης, άλλο σχολείο, ιδιωτικό χώρο, κέντρο θεραπευτικών υπηρεσιών ή κατ’ οίκον εκπαίδευση. Αυτή η ασάφεια μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες και αποφάσεις χωρίς σαφή κριτήρια." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","ANDRI ANDREOU","Σχόλιο επί του Κανονισμού 12 Η προτεινόμενη τροποποίηση αντικαθιστά τη φράση «στην επόμενη συνεδρία» με τη λέξη «σε», με αποτέλεσμα να καταργείται οποιοδήποτε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο για τη λήψη απόφασης από την Επαρχιακή Επιτροπή. Η αλλαγή αυτή δημιουργεί κίνδυνο αδικαιολόγητων καθυστερήσεων στην εξέταση και λήψη αποφάσεων για παιδιά με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Η απουσία σαφούς χρονικού ορίου ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την έγκαιρη παροχή της απαραίτητης εκπαιδευτικής στήριξης." "03 - Σχέδιο των περί Αγωγής και Εκπαίδευσης Παιδιών με Αναπηρία ή/και Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2026","Panayiotis Savvides 2024","Παρόλο που αλλάζει η ονομασία των υποδομών, εντούτοις συνεχίζει η χρησιμοποίηση των υφιστάμενων εννοιών και εργαλείων από το 1999. Δεν έχει ανανεώθει το παράρτημα σχετικά με την έκθεση της Επαρχιακής Επιτροπής και ούτε υπάρχει η οποιαδήποτε αναφορά στο τύπο που πρέπει να χρησιμοποιείται για το ΑΠΕ - Ατομικό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης (μέρος των 10 πυλώνων του ΥΠΑΝ)."