Post,Author,Content "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Άννα Μιχαήλ","Η προτεινόμενη σύνθεση του Συμβουλίου ήδη διασφαλίζει την εκπροσώπηση των εμπλεκόμενων επαγγελματικών κλάδων και του δημόσιου τομέα, με στόχο την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και την προστασία της δημόσιας υγείας. Όσον αφορά τον περιορισμό των θητειών, δεν προκύπτει τεκμηριωμένη ανάγκη επιβολής ανώτατου ορίου, καθώς η δυνατότητα επαναδιορισμού επιτρέπει τη διατήρηση πολύτιμης εμπειρίας και θεσμικής συνέχειας στη λειτουργία του Συμβουλίου. Επιπρόσθετα, τα μέλη του Συμβουλίου δεσμεύονται ήδη από τις γενικές αρχές αμεροληψίας και αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων που διέπουν τη λειτουργία των διοικητικών οργάνων. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση της προτεινόμενης ρύθμισης." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Angela Angelidou","Δεν θεωρείται σκόπιμη η προσθήκη ειδικής πρόνοιας που να εξαιρεί ή να κατοχυρώνει τη Φυσικοπαθητική (Naturopathy) ή άλλα μη ρυθμιζόμενα επαγγέλματα στο πλαίσιο του παρόντος Νόμου. Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η ρύθμιση της άσκησης των επαγγελμάτων του διαιτολόγου, κλινικού διαιτολόγου και διατροφολόγου, η θέσπιση συστήματος εγγραφής και αδειοδότησης και η προστασία της δημόσιας υγείας μέσω της διασφάλισης ότι πρόσωπα που παρέχουν εξειδικευμένες υπηρεσίες στους συγκεκριμένους τομείς διαθέτουν τα απαιτούμενα επιστημονικά προσόντα και υπόκεινται σε εποπτεία και πειθαρχικό έλεγχο. Το νομοσχέδιο δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση ούτε στην αξιολόγηση άλλων επαγγελματικών δραστηριοτήτων που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του. Κατά συνέπεια, η ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες μη ρυθμιζόμενες επαγγελματικές δραστηριότητες θα μπορούσε να δημιουργήσει ερμηνευτική ασάφεια ως προς το καθεστώς τους ή να εκληφθεί ως έμμεση νομοθετική αναγνώριση ή θεσμική κατοχύρωσή τους, χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία αξιολόγηση από την Πολιτεία. Επιπλέον, η εισαγωγή εξαίρεσης υπέρ συγκεκριμένων επαγγελμάτων ή πρακτικών που παρέχουν διατροφικές συμβουλές εκτός του ρυθμιστικού πλαισίου του νόμου θα μπορούσε να υπονομεύσει τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας του κοινού, ιδίως σε περιπτώσεις όπου παρέχονται συμβουλές που αφορούν τη διαχείριση νοσημάτων, κλινικών καταστάσεων ή άλλων θεμάτων υγείας. Σημειώνεται ότι το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να ασκεί νόμιμη δραστηριότητα εξακολουθεί να διέπεται από τη γενική νομοθεσία της Δημοκρατίας. Ωστόσο, η χρήση των επαγγελματικών τίτλων που προστατεύονται από τον παρόντα Νόμο, καθώς και η παροχή υπηρεσιών που εμπίπτουν στο νομοθετικά καθορισμένο πεδίο άσκησης των ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων, πρέπει να περιορίζεται στα πρόσωπα που πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις εγγραφής και αδειοδότησης. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η προσθήκη ειδικής εξαίρεσης ή αναφοράς στη Φυσικοπαθητική ή σε άλλα μη ρυθμιζόμενα επαγγέλματα, καθώς κάτι τέτοιο θα υπερέβαινε το αντικείμενο και τον σκοπό του παρόντος νομοθετήματος και θα μπορούσε να δημιουργήσει ζητήματα ασφάλειας δικαίου και προστασίας της δημόσιας υγείας. Επιπρόσθετα, εάν η Φυσικοπαθητική ή οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα θεωρεί ότι πρέπει να αναγνωριστεί ως επάγγελμα υγείας ή να αποκτήσει ειδικό ρυθμιστικό καθεστώς, αυτό θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο ξεχωριστής νομοθετικής διαδικασίας, με αξιολόγηση των απαιτούμενων προσόντων, του πεδίου άσκησης και των μηχανισμών εποπτείας, και όχι μέσω εξαίρεσης σε νομοθεσία που αφορά διαφορετικό επάγγελμα. Το γεγονός ότι το πρόγραμμα σπουδών των Διαιτολόγων–Διατροφολόγων και Κλινικών Διαιτολόγων περιλαμβάνει μαθήματα όπως Βιολογία, Χημεία, Ανατομία, Παθοφυσιολογία και Βιοχημεία δεν συνεπάγεται την απόκτηση της επαγγελματικής ιδιότητας του Βιολόγου, του Χημικού ή άλλου επιστήμονα των αντίστοιχων κλάδων. Τα μαθήματα αυτά αποτελούν βασικές επιστημονικές γνώσεις που υποστηρίζουν την εκπαίδευση και την άσκηση της Διαιτολογίας–Διατροφής, χωρίς να παρέχουν το εύρος, το βάθος και την εξειδίκευση που απαιτούνται για την απόκτηση επαγγελματικών προσόντων σε άλλες επιστημονικές ειδικότητες. Η επαγγελματική ιδιότητα και τα δικαιώματα άσκησης ενός επαγγέλματος καθορίζονται από το συνολικό πρόγραμμα σπουδών, τα μαθησιακά αποτελέσματα και το θεσμικό πλαίσιο που διέπει κάθε επιστημονικό κλάδο." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών",Nicoleta,"Δεν θεωρείται σκόπιμη η προσθήκη ειδικής πρόνοιας που να εξαιρεί ή να κατοχυρώνει τη Φυσικοπαθητική (Naturopathy) ή άλλα μη ρυθμιζόμενα επαγγέλματα στο πλαίσιο του παρόντος Νόμου. Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η ρύθμιση της άσκησης των επαγγελμάτων του διαιτολόγου, κλινικού διαιτολόγου και διατροφολόγου, η θέσπιση συστήματος εγγραφής και αδειοδότησης και η προστασία της δημόσιας υγείας μέσω της διασφάλισης ότι πρόσωπα που παρέχουν εξειδικευμένες υπηρεσίες στους συγκεκριμένους τομείς διαθέτουν τα απαιτούμενα επιστημονικά προσόντα και υπόκεινται σε εποπτεία και πειθαρχικό έλεγχο. Το νομοσχέδιο δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση ούτε στην αξιολόγηση άλλων επαγγελματικών δραστηριοτήτων που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του. Κατά συνέπεια, η ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες μη ρυθμιζόμενες επαγγελματικές δραστηριότητες θα μπορούσε να δημιουργήσει ερμηνευτική ασάφεια ως προς το καθεστώς τους ή να εκληφθεί ως έμμεση νομοθετική αναγνώριση ή θεσμική κατοχύρωσή τους, χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία αξιολόγηση από την Πολιτεία. Επιπλέον, η εισαγωγή εξαίρεσης υπέρ συγκεκριμένων επαγγελμάτων ή πρακτικών που παρέχουν διατροφικές συμβουλές εκτός του ρυθμιστικού πλαισίου του νόμου θα μπορούσε να υπονομεύσει τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας του κοινού, ιδίως σε περιπτώσεις όπου παρέχονται συμβουλές που αφορούν τη διαχείριση νοσημάτων, κλινικών καταστάσεων ή άλλων θεμάτων υγείας. Σημειώνεται ότι το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να ασκεί νόμιμη δραστηριότητα εξακολουθεί να διέπεται από τη γενική νομοθεσία της Δημοκρατίας. Ωστόσο, η χρήση των επαγγελματικών τίτλων που προστατεύονται από τον παρόντα Νόμο, καθώς και η παροχή υπηρεσιών που εμπίπτουν στο νομοθετικά καθορισμένο πεδίο άσκησης των ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων, πρέπει να περιορίζεται στα πρόσωπα που πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις εγγραφής και αδειοδότησης. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η προσθήκη ειδικής εξαίρεσης ή αναφοράς στη Φυσικοπαθητική ή σε άλλα μη ρυθμιζόμενα επαγγέλματα, καθώς κάτι τέτοιο θα υπερέβαινε το αντικείμενο και τον σκοπό του παρόντος νομοθετήματος και θα μπορούσε να δημιουργήσει ζητήματα ασφάλειας δικαίου και προστασίας της δημόσιας υγείας. Επιπρόσθετα, εάν η Φυσικοπαθητική ή οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα θεωρεί ότι πρέπει να αναγνωριστεί ως επάγγελμα υγείας ή να αποκτήσει ειδικό ρυθμιστικό καθεστώς, αυτό θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο ξεχωριστής νομοθετικής διαδικασίας, με αξιολόγηση των απαιτούμενων προσόντων, του πεδίου άσκησης και των μηχανισμών εποπτείας, και όχι μέσω εξαίρεσης σε νομοθεσία που αφορά διαφορετικό επάγγελμα. Το γεγονός ότι το πρόγραμμα σπουδών των Διαιτολόγων–Διατροφολόγων και Κλινικών Διαιτολόγων περιλαμβάνει μαθήματα όπως Βιολογία, Χημεία, Ανατομία, Παθοφυσιολογία και Βιοχημεία δεν συνεπάγεται την απόκτηση της επαγγελματικής ιδιότητας του Βιολόγου, του Χημικού ή άλλου επιστήμονα των αντίστοιχων κλάδων. Τα μαθήματα αυτά αποτελούν βασικές επιστημονικές γνώσεις που υποστηρίζουν την εκπαίδευση και την άσκηση της Διαιτολογίας–Διατροφής, χωρίς να παρέχουν το εύρος, το βάθος και την εξειδίκευση που απαιτούνται για την απόκτηση επαγγελματικών προσόντων σε άλλες επιστημονικές ειδικότητες. Η επαγγελματική ιδιότητα και τα δικαιώματα άσκησης ενός επαγγέλματος καθορίζονται από το συνολικό πρόγραμμα σπουδών, τα μαθησιακά αποτελέσματα και το θεσμικό πλαίσιο που διέπει κάθε επιστημονικό κλάδο." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Άννα Μιχαήλ","Η συμμετοχή των επαγγελματικών συνδέσμων στη διαδικασία υπόδειξης μελών του Συμβουλίου αποτελεί καθιερωμένο και λειτουργικό μηχανισμό σε σειρά νομοθετικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων και αποσκοπεί στη διασφάλιση της αναγκαίας επιστημονικής γνώσης και επαγγελματικής εμπειρίας στη σύνθεση του Συμβουλίου. Η υπόδειξη υποψηφίων από επαγγελματικούς φορείς δεν συνεπάγεται αποκλειστική εκπροσώπηση των επαγγελματιών ούτε περιορίζει τη θεσμική ανεξαρτησία του Συμβουλίου, του οποίου η αποστολή είναι η προστασία του δημοσίου συμφέροντος και της δημόσιας υγείας. Αναφορικά με την εισαγωγή εκλογικής διαδικασίας και περιορισμού θητειών, δεν προκύπτει τεκμηριωμένη ανάγκη τροποποίησης του υφιστάμενου συστήματος, το οποίο διασφαλίζει τη συνέχεια, τη θεσμική εμπειρία και την αποτελεσματική λειτουργία του Συμβουλίου. Όσον αφορά τη σύγκρουση συμφερόντων, τα μέλη του Συμβουλίου δεσμεύονται ήδη από τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου περί αμεροληψίας, αντικειμενικότητας και αποχής από τη λήψη αποφάσεων σε περιπτώσεις προσωπικού συμφέροντος, χωρίς να απαιτείται ειδική επανάληψη των υποχρεώσεων αυτών στον παρόντα νόμο. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η υιοθέτηση των προτεινόμενων τροποποιήσεων." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Dimitris Papamichael","Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις για τη σύνθεση του Συμβουλίου από τους παρόντες εισηγητές έχουν εξεταστεί, ωστόσο δεν κρίνεται αναγκαία η υιοθέτησή τους για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον, η συμμετοχή επαγγελματικών συνδέσμων στη διαδικασία υπόδειξης μελών του ΣΕΕΤΤΔ (Συμβούλιο Εγγραφής Επιστημόνων Τεχνολόγων Τροφίμων και Διαιτολόγων) αποτελεί καθιερωμένη πρακτική σε σειρά νομοθετικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η υπόδειξη υποψηφίων από επαγγελματικούς φορείς δεν αποσκοπεί στην εκπροσώπηση ιδιωτικών συμφερόντων αλλά στην αξιοποίηση της εξειδικευμένης γνώσης και εμπειρίας των οργανωμένων επαγγελματικών κλάδων. Επιπλέον, οι σύνδεσμοι δεν διορίζουν τα μέλη του Συμβουλίου αλλά απλώς υποδεικνύουν υποψηφίους, ενώ ο τελικός διορισμός πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας. Δεύτερον, το Συμβούλιο Εγγραφής δεν αποτελεί συνδικαλιστικό ή αντιπροσωπευτικό όργανο των επαγγελματιών αλλά ανεξάρτητο ρυθμιστικό και εποπτικό σώμα με αποστολή την προστασία της δημόσιας υγείας, τη διαχείριση των μητρώων και την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, η σύνθεσή του δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει μέσω καθολικής εκλογικής διαδικασίας από το σύνολο των εγγεγραμμένων επαγγελματιών. Τρίτον, η εισαγωγή εκλογικής διαδικασίας για την ανάδειξη των μελών του Συμβουλίου θα συνεπαγόταν σημαντική αύξηση της διοικητικής και οικονομικής επιβάρυνσης του συστήματος, χωρίς να προκύπτει τεκμηριωμένη ανάγκη ή να διαπιστώνεται δυσλειτουργία του υφιστάμενου μοντέλου. Παράλληλα, δεν διασφαλίζεται ότι μια εκλογική διαδικασία θα εξυπηρετούσε καλύτερα τον ρυθμιστικό και επιστημονικό χαρακτήρα του Συμβουλίου. Αναφορικά με την εισήγηση για περιορισμό σε δύο συνεχόμενες θητείες, δεν προκύπτει τεκμηριωμένος λόγος που να δικαιολογεί έναν τέτοιο απόλυτο περιορισμό (εξάλλου περιορισμός θητειών δεν υπάρχει ούτε σε άλλα συμβουλια εγγραφης). Αντιθέτως, η δυνατότητα επαναδιορισμού προσώπων με αποδεδειγμένη εμπειρία, γνώση του ρυθμιστικού πλαισίου και ενεργή επαγγελματική δράση συμβάλλει στη θεσμική συνέχεια και στην αποτελεσματική λειτουργία του Συμβουλίου. Η καταλληλότητα κάθε υποψηφίου θα πρέπει να αξιολογείται με βάση τα προσόντα, την εμπειρία και τη συνεισφορά του και όχι αποκλειστικά με βάση τον αριθμό προηγούμενων θητειών του. Όσον αφορά το ζήτημα της σύγκρουσης συμφερόντων, σημειώνεται ότι τα μέλη συλλογικών διοικητικών οργάνων της Δημοκρατίας δεσμεύονται ήδη από τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της αμεροληψίας, της χρηστής διοίκησης και της αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Ειδικότερα, σε περίπτωση άμεσου ή έμμεσου προσωπικού συμφέροντος σε συγκεκριμένη υπόθεση, το ενδιαφερόμενο μέλος υποχρεούται να απέχει από τη σχετική διαδικασία και λήψη απόφασης. Οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν από το γενικό νομικό πλαίσιο και εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το εάν επαναλαμβάνονται ρητά στην ειδική νομοθεσία. Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη σύνθεση του Συμβουλίου, όπως καθορίζεται στο νομοσχέδιο, κρίνεται ισορροπημένη, λειτουργική και επαρκής για την επίτευξη των σκοπών του νόμου, ενώ οι πρόσθετες εισηγήσεις δεν κρίνονται αναγκαίες στο πλαίσιο της παρούσας τροποποίησης." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Christiana P","Η προτεινόμενη σύνθεση του Συμβουλίου ήδη διασφαλίζει την εκπροσώπηση των εμπλεκόμενων επαγγελματικών κλάδων και του δημόσιου τομέα, με στόχο την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και την προστασία της δημόσιας υγείας. Όσον αφορά τον περιορισμό των θητειών, δεν προκύπτει τεκμηριωμένη ανάγκη επιβολής ανώτατου ορίου, καθώς η δυνατότητα επαναδιορισμού επιτρέπει τη διατήρηση πολύτιμης εμπειρίας και θεσμικής συνέχειας στη λειτουργία του Συμβουλίου. Επιπρόσθετα, τα μέλη του Συμβουλίου δεσμεύονται ήδη από τις γενικές αρχές αμεροληψίας και αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων που διέπουν τη λειτουργία των διοικητικών οργάνων. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση της προτεινόμενης ρύθμισης." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","nik ntaf","Οι προβληματισμοί που διατυπώνονται αντιμετωπίζονται ήδη από τις προτεινόμενες διατάξεις του νομοσχεδίου. Συγκεκριμένα, η δυνατότητα εγγραφής νομικών προσώπων στο Μητρώο δεν υποκαθιστά ούτε αντικαθιστά την υποχρέωση εγγραφής των φυσικών προσώπων που ασκούν το επάγγελμα. Αντιθέτως, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι η εγγραφή του νομικού προσώπου είναι ξεχωριστή και παράλληλη με την εγγραφή των φυσικών προσώπων, τα οποία πρέπει να είναι εγγεγραμμένα μέλη του Μητρώου και να κατέχουν ανανεωμένη άδεια άσκησης επαγγέλματος. Επιπλέον, προβλέπεται ότι οι μέτοχοι και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου των εν λόγω νομικών προσώπων πρέπει να είναι εγγεγραμμένοι επαγγελματίες των αντίστοιχων κλάδων, γεγονός που διασφαλίζει ότι ο έλεγχος και η λειτουργία των εταιρειών παραμένουν υπό την ευθύνη προσώπων που υπόκεινται στο ρυθμιστικό και πειθαρχικό πλαίσιο του νόμου. Η πειθαρχική και επαγγελματική ευθύνη των εγγεγραμμένων επαγγελματιών διατηρείται ακέραιη και δεν μεταφέρεται ή εξαλείφεται λόγω της λειτουργίας μέσω νομικού προσώπου. Παράλληλα, η εγγραφή εταιρειών αποσκοπεί στη ρύθμιση και διαφάνεια της παροχής υπηρεσιών από οργανωμένες επαγγελματικές δομές και όχι στην αποδυνάμωση της επιστημονικής ευθύνης των επαγγελματιών. Ως εκ τούτου, οι προτεινόμενες διατάξεις παρέχουν επαρκείς διασφαλίσεις για την προστασία του κοινού και δεν κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω τροποποίησή τους." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Angela Angelidou","« Ετήσια Άδεια Άσκησης Επαγγέλματος και Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση» Η συνεχής επιστημονική επιμόρφωση είναι σημαντική για την αναβάθμιση του επαγγέλματος. Η πρόνοια για συνεχιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση εισάγεται με σκοπό τη διασφάλιση της διαρκούς επιστημονικής επάρκειας των επαγγελματιών και την προστασία της δημόσιας υγείας, σύμφωνα με σύγχρονες διεθνείς και ευρωπαϊκές πρακτικές για τα ρυθμιζόμενα επαγγέλματα υγείας. Το νομοσχέδιο ορθά καθορίζει το γενικό πλαίσιο και προβλέπει ότι οι ελάχιστες απαιτήσεις, οι διαδικασίες και οι σχετικές λεπτομέρειες δύνανται να καθορίζονται με Κανονισμούς. Η προσέγγιση αυτή παρέχει την απαραίτητη ευελιξία ώστε τα κριτήρια να προσαρμόζονται στις επιστημονικές εξελίξεις και στις ανάγκες του επαγγέλματος χωρίς να απαιτείται κάθε φορά τροποποίηση της πρωτογενούς νομοθεσίας. Επιπρόσθετα, οποιαδήποτε κριτήρια ή διαδικασίες καθοριστούν από το Συμβούλιο θα πρέπει να εφαρμόζονται με αντικειμενικότητα, διαφάνεια και ίση μεταχείριση προς όλους τους επαγγελματίες, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση των εν λόγω θεμάτων στο επίπεδο του νόμου, καθότι αυτά δύνανται να ρυθμιστούν αποτελεσματικότερα μέσω των προβλεπόμενων Κανονισμών." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Άννα Μιχαήλ","Δεν συμφωνούμε ότι απαιτείται η εισαγωγή εξουσίας ιεραρχικού ελέγχου ή επανεξέτασης των αποφάσεων του Συμβουλίου από τον Υπουργό Υγείας. Το Συμβούλιο αποτελεί εξειδικευμένο ανεξάρτητο διοικητικό όργανο, στο οποίο ο νομοθέτης αναθέτει την άσκηση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων που αφορούν την εγγραφή, αδειοδότηση και εποπτεία των επαγγελματιών που υπάγονται στον νόμο. Η λειτουργία του υπόκειται στις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, ενώ οι αποφάσεις του υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο σύμφωνα με το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ένα επάγγελμα ανήκει στον τομέα της υγείας δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι ο Υπουργός Υγείας πρέπει να ασκεί ιεραρχικό έλεγχο επί των αποφάσεων του αρμόδιου επαγγελματικού ή ρυθμιστικού οργάνου. Η νομοθετική επιλογή δημιουργίας εξειδικευμένου Συμβουλίου αποσκοπεί ακριβώς στη λήψη αποφάσεων με βάση επιστημονικά και επαγγελματικά κριτήρια από αρμόδιο συλλογικό όργανο. Επιπρόσθετα, ο Υπουργός Υγείας ήδη διατηρεί ουσιαστικό ρόλο στο πλαίσιο του νόμου, καθότι συμμετέχει στη διαδικασία συγκρότησης του Συμβουλίου μέσω του διορισμού μελών που υποδεικνύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, ενώ το Υπουργικό Συμβούλιο διατηρεί επίσης αρμοδιότητες σε σχέση με την έκδοση Κανονισμών δυνάμει του νόμου. Όσον αφορά τον περί Ελέγχου Αναλογικότητας πριν από τη Θέσπιση Νέας Νομοθετικής Κατοχύρωσης των Επαγγελμάτων Νόμο του 2021, ο ρόλος της αρμόδιας αρχής στο πλαίσιο της αξιολόγησης αναλογικότητας κατά τη θέσπιση ή τροποποίηση νομοθεσίας είναι διαφορετικός από τον ρόλο της διοικητικής εποπτείας ή της εξέτασης ατομικών διοικητικών αποφάσεων μετά την έναρξη εφαρμογής του νόμου. Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη ρύθμιση κρίνεται επαρκής και δεν θεωρείται αναγκαία η εισαγωγή εξουσίας ιεραρχικής προσφυγής ή επανεξέτασης των αποφάσεων του Συμβουλίου από τον Υπουργό Υγείας." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Anna Pahita","Δεν κρίνεται αναγκαία η δημιουργία ξεχωριστού Μητρώου Διατροφολόγων. Το νομοσχέδιο προβλέπει ενιαίο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων, εντός του οποίου δημιουργούνται διακριτές κατηγορίες και ειδικότητες, περιλαμβανομένης ξεχωριστής κατηγορίας για τους Διατροφολόγους. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει την αναγνώριση των διαφορετικών επαγγελματικών κατηγοριών, διατηρώντας παράλληλα ενιαίο και αποτελεσματικό σύστημα εποπτείας και αδειοδότησης. Σε σχέση με τις μεταβατικές διατάξεις, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ειδικές πρόνοιες για τη μετάβαση στο νέο καθεστώς και για την ομαλή ένταξη των επηρεαζόμενων προσώπων. Η ακριβής εφαρμογή των μεταβατικών ρυθμίσεων αποτελεί αντικείμενο των σχετικών άρθρων του νομοσχεδίου και δεν επηρεάζει τη βασική δομή του Μητρώου. Η δε πρόβλεψη μεταβατικών ρυθμίσεων αποτελεί συνήθη νομοθετική πρακτική κατά τη ρύθμιση νέων επαγγελματικών κατηγοριών. Αναφορικά με την κριτική περί ασφάλειας δικαίου, η αναλογική εφαρμογή διατάξεων σε συναφείς επαγγελματικές κατηγορίες αποτελεί καθιερωμένη νομοτεχνική πρακτική και αποσκοπεί στην αποφυγή αχρείαστων επαναλήψεων και αντιφάσεων στο κείμενο της νομοθεσίας. Η διάκριση μεταξύ Διαιτολόγου, Κλινικού Διαιτολόγου και Διατροφολόγου, καθώς και τα αντίστοιχα προσόντα και επαγγελματικά δικαιώματα, καθορίζονται από τις ουσιαστικές διατάξεις του νόμου και δεν αναιρούνται από την ύπαρξη κοινού μητρώου. Τέλος, το γεγονός ότι οι επαγγελματικές κατηγορίες υπάγονται στο ίδιο νομοθετικό πλαίσιο δεν συνεπάγεται ταυτότητα επαγγελματικών προσόντων ή αρμοδιοτήτων. Αντίθετα, το νομοσχέδιο αναγνωρίζει διακριτές κατηγορίες επαγγελματιών με διαφορετικά προσόντα και διαφορετικό πεδίο άσκησης, ενώ κοινός παραμένει ο σκοπός της προστασίας της δημόσιας υγείας και της διασφάλισης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η δημιουργία ξεχωριστού Μητρώου ούτε η τροποποίηση των προτεινόμενων διατάξεων του άρθρου 6." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών",Nicoleta,"οσο αφορά τις εισηγήσεις για το αθρο 9 για κατάχρηση εξουσίας δεν ισχύει και δεν συμμεριζόμαστε την άποψη ότι οι προτεινόμενες διατάξεις οδηγούν σε υπερβολική συγκέντρωση εξουσιών ή σε έλλειψη αντικειμενικότητας. Αντιθέτως, η ανάθεση αρμοδιοτήτων στο Συμβούλιο για την αξιολόγηση προσόντων, την εξέταση αιτήσεων και την αναγνώριση της απαιτούμενης πρακτικής άσκησης αποτελεί συνήθη πρακτική σε νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα και είναι αναγκαία για τη διασφάλιση ενιαίας εφαρμογής του νόμου και προστασίας της δημόσιας υγείας. Περαιτέρω, το Συμβούλιο δεν ενεργεί ανεξέλεγκτα. Οι αποφάσεις του λαμβάνονται στο πλαίσιο των διατάξεων του νόμου και των κανονισμών, υπόκεινται στις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, περιλαμβανομένων των αρχών της νομιμότητας, της ίσης μεταχείρισης, της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης, ενώ υπόκεινται και σε δικαστικό έλεγχο. Όσον αφορά τη σύγκρουση συμφερόντων, τα μέλη του Συμβουλίου δεσμεύονται ήδη από τις υποχρεώσεις αμεροληψίας και αποχής από τη λήψη αποφάσεων σε περιπτώσεις όπου υφίσταται προσωπικό ή άλλο συμφέρον, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία των διοικητικών οργάνων της Δημοκρατίας. Τέλος, η θέσπιση εξαντλητικού καταλόγου κριτηρίων στο επίπεδο του νόμου θα περιόριζε αδικαιολόγητα την αναγκαία ευελιξία για την αξιολόγηση διαφορετικών ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων. Το προτεινόμενο πλαίσιο παρέχει επαρκείς εγγυήσεις διαφάνειας και αντικειμενικότητας, χωρίς να υπονομεύει την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση της προτεινόμενης διάταξης. Όσο αφορά την διασφάλιση του τίτλου RD/ RDN από την Κυπριακή νομοθεσία, αυτό είναι υψίστης σημασίας, αφού θεωρείται αναγνωρισμένος παγκόσμια ." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Christiana P","Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου: Δεν συμφωνούμε ότι η πρόνοια που προβλέπει την υπόδειξη μελών του Συμβουλίου από τον Σύνδεσμο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Κύπρου δημιουργεί πρόβλημα αντιπροσωπευτικότητας ή διαφάνειας. Ο Σύνδεσμος (ΣυΔιΚΥ) αποτελεί το αναγνωρισμένο επαγγελματικό σώμα του κλάδου με 730 μέλη, δηλαδή εκπροσωπεί το 95% των εγγεγραμμένων διαιτολόγων. Η συμμετοχή του ΣυΔιΚυ στη διαδικασία υπόδειξης μελών του ΣΕΕΤΤΔ αποτελεί διαχρονική πρακτική που εφαρμόζεται σε πληθώρα νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων στην Κύπρο. Η υπόδειξη μελών από επαγγελματικούς συνδέσμους δεν προϋποθέτει ότι όλα τα πρόσωπα που ασκούν το επάγγελμα είναι υποχρεωτικά μέλη τους, αλλά αποσκοπεί στην αξιοποίηση της συλλογικής επαγγελματικής εμπειρίας και γνώσης που διαθέτουν οι οργανωμένοι επαγγελματικοί φορείς. Επιπρόσθετα, ο Σύνδεσμος δεν διορίζει τα μέλη του ΣΕΕΤΤΔ (Συμβούλιο Εγγραφής Επιστημόνων Τεχνολόγων Τροφίμων και Διαιτολόγων) ούτε ασκεί έλεγχο επί του Συμβουλίου. Η αρμοδιότητά του περιορίζεται στην υπόδειξη υποψηφίων, ενώ ο διορισμός των μελών πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας. Ως εκ τούτου, η τελική σύνθεση του Συμβουλίου δεν καθορίζεται μονομερώς από τον Σύνδεσμο. Περαιτέρω, το Συμβούλιο δεν αποτελεί όργανο εκπροσώπησης επαγγελματικών συμφερόντων αλλά ανεξάρτητο ρυθμιστικό και εποπτικό σώμα, το οποίο λειτουργεί προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας της δημόσιας υγείας. Για τον λόγο αυτό, η σύνθεσή του βασίζεται σε συνδυασμό εκπροσώπων που υποδεικνύονται από διαφορετικούς φορείς, περιλαμβανομένου του Υπουργείου Υγείας και των επαγγελματικών συνδέσμων (ΣυΔιΚυ και Παγκύπριος Σύνδεσμος Επιστημόνων Τεχνολόγων Τροφίμων- ΠΣΕΤΤ) , ώστε να διασφαλίζεται πολυφωνία, τεχνογνωσία και ισορροπία στη λήψη αποφάσεων. Εξάλλου, η μη υποχρεωτική συμμετοχή σε επαγγελματικό σύνδεσμο αποτελεί επιλογή του κάθε επαγγελματία και δεν μπορεί από μόνη της να αναιρεί τον θεσμικό ρόλο του αναγνωρισμένου επαγγελματικού φορέα ούτε να καθιστά προβληματική τη συμμετοχή του στις διαδικασίες υπόδειξης μελών. Η αποδοχή της συγκεκριμένης θέσης θα οδηγούσε στην πράξη σε αμφισβήτηση του ρόλου όλων των επαγγελματικών οργανώσεων που συμμετέχουν στη στελέχωση συλλογικών οργάνων, χωρίς να προκύπτει αντικειμενική ανάγκη για κάτι τέτοιο. Ως εκ τούτου, η υφιστάμενη ρύθμιση κρίνεται ισορροπημένη και επαρκής, διασφαλίζοντας τόσο τη συμμετοχή του οργανωμένου επαγγελματικού χώρου όσο και την απαιτούμενη θεσμική ανεξαρτησία του Συμβουλίου, και δεν κρίνεται αναγκαία η τροποποίησή της." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Dimitris Papamichael","Η εισήγηση συγχέει δύο διαφορετικά ζητήματα: αφενός την πρόσβαση σε πρόγραμμα σπουδών μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων και αφετέρου τις προϋποθέσεις άσκησης ενός νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος υγείας. Η επιτυχία στις Παγκύπριες Εξετάσεις ή άλλες εξετάσεις γιατί δεν είναι οι μόνες για όλα τα πανεπιστήμια διεθνώς και η εισδοχή σε πανεπιστήμιο, είτε στην Ελλάδα είτε αλλού, αποτελούν διαδικασία ακαδημαϊκής πρόσβασης και δεν συνεπάγονται αυτομάτως κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων ή δικαίωμα εγγραφής σε επαγγελματικό μητρώο. Η αρμόδια αρχή κάθε κράτους διατηρεί το δικαίωμα να καθορίζει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα για την άσκηση επαγγελμάτων που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία, νοουμένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι αντικειμενικές, αναλογικές και εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν εισάγουν διάκριση εις βάρος αποφοίτων ελληνικών ή άλλων πανεπιστημίων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιθέτως, τα κριτήρια εγγραφής συνδέονται με το περιεχόμενο, το επίπεδο και την επάρκεια των επαγγελματικών προσόντων που απαιτούνται για την ασφαλή άσκηση της κλινικής διαιτολογίας και όχι με τη χώρα προέλευσης του τίτλου σπουδών. Επιπρόσθετα, η ευρωπαϊκή νομοθεσία περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν αυτομάτως κάθε ακαδημαϊκό τίτλο για σκοπούς άσκησης ρυθμιζόμενου επαγγέλματος. Επιτρέπει την αξιολόγηση της ουσιαστικής ισοδυναμίας των προσόντων και, όπου διαπιστώνονται ουσιώδεις διαφορές ως προς τις απαιτούμενες γνώσεις, δεξιότητες ή κλινική εκπαίδευση, τη θέσπιση εύλογων και αναλογικών προϋποθέσεων. Η αναφορά σε συγκεκριμένες χώρες ή πανεπιστήμια (Κύπρος, Ελλάδα, άλλα κράτη μέλη της ΕΕ ή διεθνώς) ως προνομιακή κατηγορία εγγραφής θα μπορούσε μάλιστα να δημιουργήσει ζητήματα συμβατότητας με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της ελεύθερης κυκλοφορίας επαγγελματιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον λόγο αυτό, το νομοθετικό πλαίσιο ορθώς εστιάζει στα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα και όχι στη γεωγραφική προέλευση του τίτλου σπουδών. Η διαδικασία αδειοδότησης και εγγραφής ενός/μίας επιστήμονα στα Μητρώα του Συμβουλίου Εγγραφής Επιστημόνων, Τεχνολόγων Τροφίμων και Διαιτολόγων δεν γίνεται μεμονωμένα. Βασίζεται σε ένα αυστηρό, θεσμοθετημένο δίκτυο συνεργασίας μεταξύ του Συμβουλίου και των δύο ανώτατων εκπαιδευτικών αρχών της Κύπρου: του ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. [Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (ΚΥΣΑΤΣ)] και του Φορέα ΔΙ.Π.Α.Ε. [Φορέας ΔΙ.Π.Α.Ε.].Οι δύο αυτοί φορείς αποτελούν τους «εγγυητές» της ακαδημαϊκής ποιότητας, παρέχοντας στο ΣΕΕΤΤΔ το απαραίτητο νομικό και επιστημονικό υπόβαθρο για να εκδώσει την άδεια άσκησης επαγγέλματος. Τέλος, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας, ενίσχυσης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθιέρωσης συνεχιζόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης και προστασίας του κοινού από ανεπαρκώς καταρτισμένες ή μη ελεγχόμενες επαγγελματικές πρακτικές. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται σκόπιμη η διαφοροποίηση των προϋποθέσεων εγγραφής με βάση τη χώρα φοίτησης ή τον τρόπο εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, αλλά η διατήρηση ενιαίων, αντικειμενικών και επιστημονικά τεκμηριωμένων κριτηρίων για όλους/όλες τους/τις αιτητές/τριες ." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Dimitris Papamichael","Όσον αφορά την ""Παρατήρηση / Εισήγηση επί του Άρθρου 9 – Προϋποθέσεις Εγγραφής στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων"" Η εισήγηση συγχέει δύο διαφορετικά ζητήματα: αφενός την πρόσβαση σε πρόγραμμα σπουδών μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων και αφετέρου τις προϋποθέσεις άσκησης ενός νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος υγείας. Η επιτυχία στις Παγκύπριες Εξετάσεις ή άλλες εξετάσεις γιατί δεν είναι οι μόνες για όλα τα πανεπιστήμια διεθνώς και η εισδοχή σε πανεπιστήμιο, είτε στην Ελλάδα είτε αλλού, αποτελούν διαδικασία ακαδημαϊκής πρόσβασης και δεν συνεπάγονται αυτομάτως κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων ή δικαίωμα εγγραφής σε επαγγελματικό μητρώο. Η αρμόδια αρχή κάθε κράτους διατηρεί το δικαίωμα να καθορίζει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα για την άσκηση επαγγελμάτων που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία, νοουμένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι αντικειμενικές, αναλογικές και εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν εισάγουν διάκριση εις βάρος αποφοίτων ελληνικών ή άλλων πανεπιστημίων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιθέτως, τα κριτήρια εγγραφής συνδέονται με το περιεχόμενο, το επίπεδο και την επάρκεια των επαγγελματικών προσόντων που απαιτούνται για την ασφαλή άσκηση της κλινικής διαιτολογίας και όχι με τη χώρα προέλευσης του τίτλου σπουδών. Επιπρόσθετα, η ευρωπαϊκή νομοθεσία περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν αυτομάτως κάθε ακαδημαϊκό τίτλο για σκοπούς άσκησης ρυθμιζόμενου επαγγέλματος. Επιτρέπει την αξιολόγηση της ουσιαστικής ισοδυναμίας των προσόντων και, όπου διαπιστώνονται ουσιώδεις διαφορές ως προς τις απαιτούμενες γνώσεις, δεξιότητες ή κλινική εκπαίδευση, τη θέσπιση εύλογων και αναλογικών προϋποθέσεων. Η αναφορά σε συγκεκριμένες χώρες ή πανεπιστήμια (Κύπρος, Ελλάδα, άλλα κράτη μέλη της ΕΕ ή διεθνώς) ως προνομιακή κατηγορία εγγραφής θα μπορούσε μάλιστα να δημιουργήσει ζητήματα συμβατότητας με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της ελεύθερης κυκλοφορίας επαγγελματιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον λόγο αυτό, το νομοθετικό πλαίσιο ορθώς εστιάζει στα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα και όχι στη γεωγραφική προέλευση του τίτλου σπουδών. Η διαδικασία αδειοδότησης και εγγραφής ενός/μίας επιστήμονα στα Μητρώα του Συμβουλίου Εγγραφής Επιστημόνων, Τεχνολόγων Τροφίμων και Διαιτολόγων δεν γίνεται μεμονωμένα. Βασίζεται σε ένα αυστηρό, θεσμοθετημένο δίκτυο συνεργασίας μεταξύ του Συμβουλίου και των δύο ανώτατων εκπαιδευτικών αρχών της Κύπρου: του ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. [Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (ΚΥΣΑΤΣ)] και του Φορέα ΔΙ.Π.Α.Ε. [Φορέας ΔΙ.Π.Α.Ε.].Οι δύο αυτοί φορείς αποτελούν τους «εγγυητές» της ακαδημαϊκής ποιότητας, παρέχοντας στο ΣΕΕΤΤΔ το απαραίτητο νομικό και επιστημονικό υπόβαθρο για να εκδώσει την άδεια άσκησης επαγγέλματος. Τέλος, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας, ενίσχυσης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθιέρωσης συνεχιζόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης και προστασίας του κοινού από ανεπαρκώς καταρτισμένες ή μη ελεγχόμενες επαγγελματικές πρακτικές. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται σκόπιμη η διαφοροποίηση των προϋποθέσεων εγγραφής με βάση τη χώρα φοίτησης ή τον τρόπο εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, αλλά η διατήρηση ενιαίων, αντικειμενικών και επιστημονικά τεκμηριωμένων κριτηρίων για όλους/όλες τους/τις αιτητές/τριες ." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","Elena Hadjimbei","Παρότι η αιτιολογική έκθεση αναφέρει ότι το προτεινόμενο νομοσχέδιο αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας και την εναρμόνισή της με ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα, οι προτεινόμενες διατάξεις δεν φαίνεται να προωθούν επαρκώς τους στόχους αυτούς. Ειδικότερα, δεν καθίσταται σαφές κατά πόσο επιτυγχάνεται ουσιαστική εναρμόνιση με την Οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά και την Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, δεδομένου ότι εξακολουθούν να περιλαμβάνονται πρόνοιες που αποδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα σε αναγνωρίσεις ή ιδιότητες μέλους επαγγελματικών φορέων άλλων χωρών αντί να βασίζονται πρωτίστως στην αξιολόγηση των ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων από τις αρμόδιες κυπριακές αρχές. Ειδικότερα, η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και η εγγραφή στο Μητρώο θα πρέπει να βασίζονται σε σαφή, αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια που αξιολογούνται από το αρμόδιο Συμβούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντί αυτού, το προτεινόμενο πλαίσιο εξακολουθεί να αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ιδιότητα μέλους ή στην αναγνώριση από επαγγελματικούς φορείς άλλων χωρών, με αποτέλεσμα το Συμβούλιο να μην ασκεί πλήρως τη δική του αξιολογική κρίση επί των προσόντων των αιτητών, αλλά να βασίζεται σε αποφάσεις και διαδικασίες εξωτερικών οργανισμών. Η προσέγγιση αυτή εγείρει ζητήματα ίσης μεταχείρισης και διαφάνειας, καθώς η πρόσβαση στο επάγγελμα στην Κύπρο επηρεάζεται από κριτήρια που καθορίζονται από επαγγελματικά σώματα ξένων χωρών και όχι αποκλειστικά από τις αρμόδιες κυπριακές αρχές. Αντίθετα, το Συμβούλιο θα πρέπει να έχει την αποκλειστική ευθύνη αξιολόγησης των ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων, στη βάση των αρχών που διέπουν την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι παρόμοιες πρόνοιες υπήρχαν στο παρελθόν στον περί Εγγραφής Χημικών Νόμο, όπου η εγγραφή στο Μητρώο συνδεόταν με ιδιότητα μέλους σε επαγγελματικούς συνδέσμους του εξωτερικού. Οι πρόνοιες αυτές καταργήθηκαν με μεταγενέστερη τροποποίηση της νομοθεσίας στο πλαίσιο της εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και αντικαταστάθηκαν με διαδικασίες που βασίζονται στην αναγνώριση των ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων από τις αρμόδιες αρχές. Το συγκεκριμένο παράδειγμα καταδεικνύει ότι η αξιολόγηση των προσόντων από τα αρμόδια εθνικά όργανα αποτελεί ήδη καθιερωμένη νομοθετική πρακτική στην Κυπριακή Δημοκρατία και θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο και για το παρόν νομοσχέδιο. Ως εκ τούτου, θεωρείται αναγκαία η περαιτέρω αναθεώρηση του νομοσχεδίου, ώστε να διασφαλίζεται πραγματική εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, ενίσχυση της θεσμικής ευθύνης του Συμβουλίου και αξιολόγηση των υποψηφίων με βάση τα προσόντα τους και όχι τη συμμετοχή τους σε επαγγελματικούς φορείς συγκεκριμένων χωρών. Επιπλέον, η νομοθεσία θα πρέπει να διασφαλίζει ίση μεταχείριση όλων των επαγγελματιών, ανεξαρτήτως της χώρας από την οποία προέρχονται τα προσόντα τους, εφόσον αυτά πληρούν τα προβλεπόμενα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά κριτήρια." "Τροποποιήσεις του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου (Ν. 31(Ι)/1996) και Έκδοση Νέων Κανονισμών","katerina Christofi","Παρατήρηση / Εισήγηση επί του Άρθρου 9 – Προϋποθέσεις Εγγραφής στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Ο περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμος του 1996 θεωρείται πλέον αναχρονιστικός, καθώς δεν ανταποκρίνεται πλήρως στη σημερινή ακαδημαϊκή και επαγγελματική πραγματικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός Κυπρίων φοιτητών εισάγεται σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων που διεξάγονται από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι φοιτητές αυτοί εξασφαλίζουν θέση φοίτησης κατόπιν επίσημης διαδικασίας αξιολόγησης και εισδοχής που αναγνωρίζεται από το ίδιο το κυπριακό κράτος. Ως εκ τούτου, δημιουργείται εύλογο ερώτημα και αίσθημα άνισης μεταχείρισης όταν απόφοιτοι αναγνωρισμένων ελληνικών πανεπιστημίων, στους οποίους το ίδιο το κράτος έδωσε τη δυνατότητα πρόσβασης μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων, αντιμετωπίζουν στη συνέχεια περιορισμούς ή πρόσθετα εμπόδια στην πλήρη άσκηση του επαγγέλματός τους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις, απόφοιτοι πανεπιστημίων τρίτων χωρών εγγράφονται χωρίς να έχουν προηγουμένως περάσει από αντίστοιχη διαδικασία κρατικών εξετάσεων ή εισδοχής μέσω του κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος. Επιπρόσθετα, τα ελληνικά πανεπιστήμια αποτελούν αναγνωρισμένα δημόσια πανεπιστήμια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι τίτλοι σπουδών τους παρέχουν επαγγελματικά δικαιώματα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, απόφοιτοι των πανεπιστημίων αυτών ενδέχεται να αντιμετωπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις ή περιορισμούς για την εγγραφή τους ως κλινικοί διαιτολόγοι στην Κύπρο. Η απαίτηση για πρόσθετους τίτλους, συγκεκριμένα μεταπτυχιακά ή εγγραφή σε επαγγελματικά σώματα ξένων χωρών δημιουργεί δυσανάλογους περιορισμούς στην πρόσβαση και άσκηση του επαγγέλματος, ιδιαίτερα για αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για σκοπούς ίσης μεταχείρισης, ασφάλειας δικαίου και εναρμόνισης με τις ευρωπαϊκές αρχές αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, κρίνεται αναγκαία η επανεξέταση των σχετικών προνοιών του άρθρου 9. Ειδικότερα, εισηγούμαστε όπως στο άρθρο που αφορά τις προϋποθέσεις εγγραφής γίνεται σαφής αναφορά κατά προτεραιότητα σε αναγνωρισμένα πανεπιστήμια της Κύπρου, της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ακολούθως να προβλέπεται η δυνατότητα αναγνώρισης ισότιμων τίτλων σπουδών από πανεπιστήμια της Αγγλίας, της Αμερικής ή άλλων χωρών, σύμφωνα πάντοτε με τις διαδικασίες ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Παράλληλα, θεωρούμε ότι η νομοθεσία θα πρέπει να διασφαλίζει ίση μεταχείριση όλων των αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις ή πρόσθετα εμπόδια που δεν εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλες τις περιπτώσεις." "01 - Συνοπτικός τίτλος","Constantinos Argyrides","Αναγκαιότητα διεύρυνσης του πεδίου του Νόμου Ο προτεινόμενος Νόμος, ακόμα και μετά τις τροποποιήσεις, εστιάζει σε Διαιτολόγους και Επιστήμονες Τροφίμων, αγνοώντας ρητά τους επαγγελματίες της Φυσικοπαθητικής και της Βοτανολογίας. Το γεγονός αυτό: Δημιουργεί άνισες συνθήκες αγοράς, ευνοώντας αποκλειστικά ορισμένα επαγγέλματα. Παραβλέπει τη διεθνή αναγνώριση της Φυσικοπαθητικής ως συμπληρωματικής ιατρικής επιστήμης (π.χ. ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, ΗΒ). Επίσης, το επάγγελμα του Φυσικοπαθητικού έχει θεσμική αναγνώριση στην Ελβετία, όπου ο φυσικοπαθητικός καταχωρείται ως «natural health practitioner» στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων. Η Γερμανία, παράλληλα, παρουσιάζει ένα μοναδικό μοντέλο, όπου η φυσικοπαθητική ως θεραπεία αναγνωρίζεται («regulated treatment»), αλλά η πρόσβαση σε αυτή γίνεται μέσω του πλήρως κατοχυρωμένου επαγγέλματος του Heilpraktiker (πρακτικού φυσικής ιατρικής). Αφήνει ανεξέλεγκτους μη πιστοποιημένους παρόχους, ενώ αποκλείει κανονικά καταρτισμένους επαγγελματίες." "01 - Συνοπτικός τίτλος","Maria-Dolores Christofi","Το προτεινόμενο νομοσχέδιο φαίνεται να εισάγει περιορισμούς στην παροχή υπηρεσιών διατροφικής καθοδήγησης χωρίς επαρκή και σαφή οριοθέτηση έναντι άλλων επαγγελμάτων που παρέχουν διατροφική καθοδήγηση σε υγιή ή/και μη υγιή άτομα μέσα στο πλαίσιο του επαγγέλματος τους. Αυτό ενδέχεται να δημιουργεί ζητήματα αναλογικότητας σε σχέση με το Άρθρο 25 του Συντάγματος και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος, ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, περιλαμβανομένων της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ και της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/958 περί ελέγχου αναλογικότητας πριν από τη θέσπιση νέας ρύθμισης επαγγελμάτων." "02 - Τροποποίηση του τίτλου του βασικού νόμου.",COMED,"Ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας που διέπει το επάγγελμα των Διαιτολόγων, Διατροφολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Επιστημόνων Τροφίμων και Τεχνολόγων Τροφίμων αποτελεί αναγκαία και θετική εξέλιξη, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των σύγχρονων επιστημονικών δεδομένων και της ανάγκης προστασίας της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας θα πρέπει να βασίζεται στις αρχές της αναλογικότητας, της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης και της ασφάλειας δικαίου, χωρίς να οδηγεί σε αδικαιολόγητους περιορισμούς στην άσκηση του επαγγέλματος ή σε υπερβολική συγκέντρωση εξουσιών. Ιδιαίτερη σημασία έχει η διασφάλιση ότι: • τα υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα των εγγεγραμμένων διαιτολόγων προστατεύονται και δεν περιορίζονται άμεσα ή έμμεσα μέσω νέων κατηγοριών ή εξειδικεύσεων, • οι απόφοιτοι αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Κύπρου, της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζονται ισότιμα, • οι διαδικασίες αναγνώρισης προσόντων, εξετάσεων, πιστοποιήσεων και συνεχιζόμενης εκπαίδευσης βασίζονται σε σαφή, αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, • το Συμβούλιο λειτουργεί με διαφάνεια, λογοδοσία και επαρκείς μηχανισμούς αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων, • και η επιστημονική εξέλιξη του επαγγέλματος υποστηρίζεται χωρίς τη δημιουργία δυσανάλογων οικονομικών ή διοικητικών επιβαρύνσεων. Η συνεχιζόμενη εκπαίδευση, οι εξειδικεύσεις και οι επιστημονικές αναβαθμίσεις αποτελούν σημαντικά εργαλεία ανάπτυξης του επαγγέλματος και θα πρέπει να λειτουργούν υποστηρικτικά προς τους επαγγελματίες και όχι ως μηχανισμοί περιορισμού της επαγγελματικής δραστηριότητας ή δημιουργίας άνισης μεταχείρισης. Παράλληλα, θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οποιεσδήποτε νέες πρόνοιες αφορούν την Κλινική Διαιτολογία, τις εξειδικεύσεις, τις πιστοποιήσεις ή τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση δεν θα οδηγούν σε έμμεση υποβάθμιση ή περιορισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων των ήδη εγγεγραμμένων διαιτολόγων και διατροφολόγων. Η αναγνώριση της πρόσθετης επιστημονικής κατάρτισης και των εξειδικεύσεων αποτελεί θετική εξέλιξη, νοουμένου ότι αυτές λειτουργούν ως πρόσθετο επιστημονικό προσόν και όχι ως προϋπόθεση αποκλεισμού ή περιορισμού επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ήδη καλύπτονται από το βασικό πτυχίο και την αναγνωρισμένη επαγγελματική ιδιότητα. Με γνώμονα τα πιο πάνω, εισηγούμαστε την επανεξέταση και βελτίωση των συγκεκριμένων προνοιών του νομοσχεδίου, ώστε να διαμορφωθεί ένα σύγχρονο, δίκαιο και λειτουργικό νομοθετικό πλαίσιο που να υπηρετεί τόσο τη δημόσια υγεία όσο και τη δίκαιη και ισότιμη άσκηση του επαγγέλματος." "02 - Τροποποίηση του τίτλου του βασικού νόμου.","Constantinos Argyrides","Μετονομασία του Νόμου ή δημιουργία ξεχωριστού μητρώου Προτείνεται είτε η μετονομασία του Νόμου σε «περί Εγγραφής Επιστημόνων Διατροφής, Διαιτολογίας, Τεχνολογίας Τροφίμων και Συμπληρωματικών Επιστημών Υγείας Νόμος», είτε, εναλλακτικά, η δημιουργία ξεχωριστού μητρώου εντός του ίδιου νομοθετικού πλαισίου για «Επαγγελματίες Φυσικοπαθητικής και Βοτανολογίας»." "03 - Τροποποίηση του άρθρου 2 του βασικού νόμου","Constantinos Argyrides","Σαφής ορισμός και κατοχύρωση των τίτλων «Φυσικοπαθητικός» και «Βοτανολόγος» Προτείνεται η προσθήκη νέων άρθρων ή η τροποποίηση υφιστάμενων, ώστε να περιλαμβάνουν: «Φυσικοπαθητικός (Naturopath)»: Επαγγελματίας υγείας, απόφοιτος αναγνωρισμένης τριετούς (ή ανώτερης) μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Φυσικοπαθητική, ο οποίος εφαρμόζει αρχές πρόληψης, φυσικών θεραπειών, διατροφής, άσκησης και διαχείρισης τρόπου ζωής. «Βοτανολόγος (Herbalist)»: Επαγγελματίας υγείας με ολοκληρωμένη εκπαίδευση στη βοτανική ιατρική, συμπεριλαμβανομένων της φαρμακολογίας φυτών, των αλληλεπιδράσεων και της ασφάλειας. Ρητή κατοχύρωση χρήσης των τίτλων: «Διπλωματούχος Φυσικοπαθητικής» και «Διπλωματούχος Βοτανολόγος»." "03 - Τροποποίηση του άρθρου 2 του βασικού νόμου","Constantinos Argyrides","Αντί για πλήρη ενσωμάτωση με Διαιτολόγους, προτείνεται η δημιουργία δύο ξεχωριστών Μητρώων υπό την ίδια νομική ομπρέλα: Μητρώο : Φυσικοπαθητικοί Μητρώο : Βοτανολόγοι Κοινό Συμβούλιο Εγγραφής, αλλά με διαφορετικά κριτήρια εισόδου και κώδικα δεοντολογίας για κάθε Μητρώο. Οι πιο πάνω εισηγήσεις κινούνται εντός των πλαισίων της διαβούλευσης και στοχεύουν στην ουσιαστική προστασία του κοινού, χωρίς αποκλεισμό επιστημονικά καταρτισμένων επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται ήδη νόμιμα σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ." "03 - Τροποποίηση του άρθρου 2 του βασικού νόμου","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων: Υπάρχει διαφωνία στην δημιουργία κοινού μητρώου Διαιτολόγων και Διατροφολόγων λαμβανομένων υπόψη στρεβλώσεων που παρατηρούνται στη λειτουργία του Συμβουλίου στην οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω επί του συγκεκριμένου άρθρου 3. Από τη στιγμή που ρυθμίζεται ξεχωριστά η κάθε ειδικότητα θα πρέπει να υπάρχει Μητρώο Διαιτολόγων και Μητρώο Διατροφολόγων. Διαιτολόγος: Ο ορισμός δεν τροποποιείται αλλά θα πρέπει να τροποποιηθεί αφού η διάκριση μεταξύ διαιτολόγου και κλινικού διαιτολόγου, δεδομένου ότι ο κάθε διαιτολόγος αποτελεί επάγγελμα που κατατάσσεται στα επαγγέλματα υγείας και παρέχει υπηρεσίες σε άτομα με προβλήματα υγείας. Υπουργός Υγείας: Δεδομένου ότι το επάγγελμα του διαιτολόγου αποτελεί επάγγελμα στον τομέα της υγείας θα πρέπει να εισαχθεί η έννοια του Υπουργού και να ορίζεται ως ο Υπουργός Υγείας, ο οποίος θα πρέπει να αποτελεί την αρμόδια αρχή ορθής, ομαλής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου αλλά να έχει επίσης εξουσία να επανεξετάζει μέσω ιεραρχικών προσφυγών τις αποφάσεις του Συμβουλίου. Δεν είναι δυνατό σε ένα τόσο σημαντικό επάγγελμα στον τομέα της υγείας, το οποίο είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο, ο Υπουργός Υγείας να μην έχει κανένα ρόλο και καμία αρμοδιότητα. Σε άλλα επαγγέλματα στον τομέα της υγείας (π.χ. ιατροί, οδοντίατροι κ.λ.π) Σημειώνεται επίσης ότι ο Υπουργός υγείας είναι αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον περί Ελέγχου Αναλογικότητας πριν από τη Θέσπιση Νέας Νομοθετικής Κατοχύρωσης των Επαγγελμάτων Νόμο του 2021 (174(I)/2021)και κατά συνέπεια δεν μπορεί να μην έχει κανένα απολύτως ρόλο και έλεγχο σε σχέση με ένα νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα." "03 - Τροποποίηση του άρθρου 2 του βασικού νόμου","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Υπάρχει διαφωνία στην δημιουργία κοινού μητρώου Διαιτολόγων και Διατροφολόγων λαμβανομένων υπόψη στρεβλώσεων που παρατηρούνται στη λειτουργία του Συμβουλίου στην οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω επί του συγκεκριμένου άρθρου 3. Από τη στιγμή που ρυθμίζεται ξεχωριστά η κάθε ειδικότητα θα πρέπει να υπάρχει Μητρώο Διαιτολόγων και Μητρώο Διατροφολόγων. Διαιτολόγος Ο ορισμός δεν τροποποιείται αλλά θα πρέπει να τροποποιηθεί αφού η διάκριση μεταξύ διαιτολόγου και κλινικού διαιτολόγου, δεδομένου ότι ο κάθε διαιτολόγος αποτελεί επάγγελμα που κατατάσσεται στα επαγγέλματα υγείας και παρέχει υπηρεσίες σε άτομα με προβλήματα υγείας. Υπουργός Υγείας Δεδομένου ότι το επάγγελμα του διαιτολόγου αποτελεί επάγγελμα στον τομέα της υγείας θα πρέπει να εισαχθεί η έννοια του Υπουργού και να ορίζεται ως ο Υπουργός Υγείας, ο οποίος θα πρέπει να αποτελεί την αρμόδια αρχή ορθής, ομαλής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου αλλά να έχει επίσης εξουσία να επανεξετάζει μέσω ιεραρχικών προσφυγών τις αποφάσεις του Συμβουλίου. Δεν είναι δυνατό σε ένα τόσο σημαντικό επάγγελμα στον τομέα της υγείας, το οποίο είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο, ο Υπουργός Υγείας να μην έχει κανένα ρόλο και καμία αρμοδιότητα. Σε άλλα επαγγέλματα στον τομέα της υγείας (π.χ. ιατροί, οδοντίατροι κ.λ.π) Σημειώνεται επίσης ότι ο Υπουργός υγείας είναι αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον περί Ελέγχου Αναλογικότητας πριν από τη Θέσπιση Νέας Νομοθετικής Κατοχύρωσης των Επαγγελμάτων Νόμο του 2021 (174(I)/2021)και κατά συνέπεια δεν μπορεί να μην έχει κανένα απολύτως ρόλο και έλεγχο σε σχέση με ένα νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα." "04 - Προσθήκη νέου άρθρου 2Α στο βασικό νόμο","katerina Christofi","Η εισαγωγή σαφούς σκοπού του νόμου αποτελεί θετική και εκσυγχρονιστική πρόνοια, καθώς αναγνωρίζει ρητά τη σημασία της προστασίας της δημόσιας υγείας. Παράλληλα, κρίνεται σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι μηχανισμοί εγγραφής, αδειοδότησης και ελέγχου εφαρμόζονται με αναλογικότητα, διαφάνεια και ίση μεταχείριση, χωρίς αδικαιολόγητους ή δυσανάλογους διοικητικούς και οικονομικούς περιορισμούς στην άσκηση του επαγγέλματος" "04 - Προσθήκη νέου άρθρου 2Α στο βασικό νόμο","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","O σκοπό του Νόμου θα πρέπει να διευρυνθεί ώστε να γίνεται αναφορά και σε διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Οδηγία 2005/36/ΕΚ από τη στιγμή που πρόκειται για νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα και για το οποίο εφαρμόζεται το Κεφάλαιο Ι του τίτλου III της οδηγίας 2005/36/ΕΚ. Η αναφορά στο Άρθρο 9 του νομοσχεδίου στον περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμο του 2008 (Ν. 31(I)/2008) δεν διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ. Μέχρι σήμερα οι διατάξεις του Ν. 31(Ι)/2008 δεν εφαρμόζονται στην πράξη από το Συμβούλιο αφού αντί να προβαίνει σε σύγκριση προσόντων παραμένει προσκολλημένο στους τίτλους σπουδών. Περαιτέρω, σκοπός του Νόμου θα πρέπει να είναι η ρύθμιση του επαγγέλματος σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον περί Ελέγχου Αναλογικότητας πριν από τη Θέσπιση Νέας Νομοθετικής Κατοχύρωσης των Επαγγελμάτων Νόμο του 2021 (174(I)/2021), δηλαδή η ρύθμιση του επαγγέλματος να μην δημιουργεί διακρίσεις και να μην είναι δυσανάλογη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένης της δημιουργία εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία και διακίνηση προσώπων στην Ε.Ε. Κανένα έγγραφο που συνοδεύει το νομοσχέδιο δεν κάνει αναφορά ως προς το κατά πόσο έγινε έλεγχος αναλογικότητας πριν αυτό τεθεί σε διαβούλευση και ποια είναι τα αποτελέσματα αυτού του ελέγχου. Ο έλεγχος της αναλογικότητα θα πρέπει να λαμβάνει χώρα πριν αυτό τεθεί προς διαβούλευση και να δημοσιεύονται επίσης τα αποτελέσματα του ούτως ώστε να μπορούν να σχολιαστούν ως προς το κατά πόσο πληρούνται οι διατάξεις του Ν. 174(Ι)/2021. Σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο κάθε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη που περιορίζει την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα ή την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών στη Δημοκρατία συνοδεύεται από επεξήγηση αρκούντως λεπτομερή, ώστε να καθίσταται δυνατή η διαπίστωση της συμμόρφωσης με την αρχή της αναλογικότητας. Το νομοσχέδιο σε σχέση με τους διαιτολόγους και διατροφολόγους αφήνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Συμβούλιο να αναγνωρίζει ή μη προσόντα ακόμα και όταν αυτά αναγνωρίζονται για σκοπούς άσκησης του επαγγέλματος στις χώρες που τα χορηγούν, δεν γίνεται καμία αναφορά σε προσόντα που αποκτούνται από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. ζήτημα το οποίο εκ πρώτης όψεως εισάγει διακρίσεις, οι διατάξεις παραμένουν προσκολλημένες στους τίτλους σπουδών και όχι στο περιεχόμενο της διδασκαλίας που είναι απαραίτητο για την άσκηση του επαγγέλματος του διαιτολόγου ή διατροφολόγου. Εκείνο που πρέπει να ρυθμίζει το νομοσχέδιο είναι το περιεχόμενο της διδασκαλίας, τα μαθήματα δηλαδή τα οποία οι διαιτολόγοι ή διατροφολόγοι θα πρέπει να διδαχθούν για να μπορούν να ασκούν το επάγγελμα και στη συνέχεια η αναγνώριση των προσόντων να γίνεται στη βάση του πρώτον, κατά πόσο η χώρα που τα παρέχει τα αναγνωρίζει και δεύτερον, κατά πόσο συμπεριλαμβάνουν αυτά τα μαθήματα ή μη. Διαφορετική αντιμετώπιση οδηγεί σε αποκλεισμούς από το επάγγελμα αφού η κάθε χώρα έχει δικούς της τίτλους τόσο σε σχέση με το επάγγελμα καθεαυτό όσο και σε σχέση με τα προσόντα και τίτλους που παρέχει. Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται το νομοσχέδιο να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Ν.174(Ι)/21 και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας των ρυθμίσεων. Δεν είναι αρκετό να γίνεται αναφορά στον σκοπό του νόμου η προστασία της δημόσιας υγείας αφού παράλληλα πρέπει επίσης να διασφαλίζονται και εξισορροπούνται όλα όσα αναφέρονται στο Ν. 174(Ι)/21." "04 - Προσθήκη νέου άρθρου 2Α στο βασικό νόμο","DIANA XENI","Να αποσαφηνιστεί ρητά ότι οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν θα πρέπει να επηρεάζουν ούτε να περιορίζουν τη νόμιμη άσκηση άλλων επαγγελμάτων συμπληρωματικής, προληπτικής ή ολιστικής υγείας, συμπεριλαμβανομένης της Φυσικοπαθητικής (Naturopathy), υπό την προϋπόθεση ότι δεν γίνεται παραπλανητική χρήση ή παρουσίαση προστατευόμενων επαγγελματικών τίτλων, όπως εκείνων του εγγεγραμμένου διαιτολόγου ή κλινικού διαιτολόγου." "04 - Προσθήκη νέου άρθρου 2Α στο βασικό νόμο","DIANA XENI","Σε αυτό το άρθρο θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ρητά ότι ο Νόμος δεν περιορίζει την άσκηση άλλων νόμιμων επαγγελμάτων συμπληρωματικής ή ολιστικής υγείας, περιλαμβανομένης της Φυσικοπαθητικής (Naturopathy), εφόσον δεν γίνεται ψευδής παρουσίαση ως εγγεγραμμένου διαιτολόγου ή κλινικού διαιτολόγου." "04 - Προσθήκη νέου άρθρου 2Α στο βασικό νόμο","DIANA XENI","Σε αυτό το άρθρο θα πρέπειο να διευκρινιστεί ρητά ότι ο Νόμος δεν περιορίζει την άσκηση άλλων νόμιμων επαγγελμάτων συμπληρωματικής ή ολιστικής υγείας, περιλαμβανομένης της Φυσικοπαθητικής (Naturopathy), εφόσον δεν γίνεται ψευδής παρουσίαση ως εγγεγραμμένου διαιτολόγου ή κλινικού διαιτολόγου." "04 - Προσθήκη νέου άρθρου 2Α στο βασικό νόμο","Maria-Dolores Christofi","Σε αυτό το άρθρο θα πρέπει διευκρινιστεί ρητά ότι ο Νόμος δεν περιορίζει την άσκηση άλλων νόμιμων επαγγελμάτων συμπληρωματικής ή ολιστικής υγείας, περιλαμβανομένης της Φυσικοπαθητικής (Naturopathy), εφόσον δεν γίνεται ψευδής παρουσίαση ως εγγεγραμμένου διαιτολόγου ή κλινικού διαιτολόγου." "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","Angela Angelidou","Δεν συμφωνούμε ότι η πρόνοια που προβλέπει την υπόδειξη μελών του Συμβουλίου από τον Σύνδεσμο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Κύπρου δημιουργεί πρόβλημα αντιπροσωπευτικότητας ή διαφάνειας. Ο Σύνδεσμος (ΣυΔιΚΥ) αποτελεί το αναγνωρισμένο επαγγελματικό σώμα του κλάδου με 730 μέλη, δηλαδή εκπροσωπεί το 95% των εγγεγραμμένων διαιτολόγων. Η συμμετοχή του ΣυΔιΚυ στη διαδικασία υπόδειξης μελών του ΣΕΕΤΤΔ αποτελεί διαχρονική πρακτική που εφαρμόζεται σε πληθώρα νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων στην Κύπρο. Η υπόδειξη μελών από επαγγελματικούς συνδέσμους δεν προϋποθέτει ότι όλα τα πρόσωπα που ασκούν το επάγγελμα είναι υποχρεωτικά μέλη τους, αλλά αποσκοπεί στην αξιοποίηση της συλλογικής επαγγελματικής εμπειρίας και γνώσης που διαθέτουν οι οργανωμένοι επαγγελματικοί φορείς. Επιπρόσθετα, ο Σύνδεσμος δεν διορίζει τα μέλη του ΣΕΕΤΤΔ (Συμβούλιο Εγγραφής Επιστημόνων Τεχνολόγων Τροφίμων και Διαιτολόγων) ούτε ασκεί έλεγχο επί του Συμβουλίου. Η αρμοδιότητά του περιορίζεται στην υπόδειξη υποψηφίων, ενώ ο διορισμός των μελών πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας. Ως εκ τούτου, η τελική σύνθεση του Συμβουλίου δεν καθορίζεται μονομερώς από τον Σύνδεσμο. Περαιτέρω, το Συμβούλιο δεν αποτελεί όργανο εκπροσώπησης επαγγελματικών συμφερόντων αλλά ανεξάρτητο ρυθμιστικό και εποπτικό σώμα, το οποίο λειτουργεί προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας της δημόσιας υγείας. Για τον λόγο αυτό, η σύνθεσή του βασίζεται σε συνδυασμό εκπροσώπων που υποδεικνύονται από διαφορετικούς φορείς, περιλαμβανομένου του Υπουργείου Υγείας και των επαγγελματικών συνδέσμων (ΣυΔιΚυ και Παγκύπριος Σύνδεσμος Επιστημόνων Τεχνολόγων Τροφίμων- ΠΣΕΤΤ) , ώστε να διασφαλίζεται πολυφωνία, τεχνογνωσία και ισορροπία στη λήψη αποφάσεων. Εξάλλου, η μη υποχρεωτική συμμετοχή σε επαγγελματικό σύνδεσμο αποτελεί επιλογή του κάθε επαγγελματία και δεν μπορεί από μόνη της να αναιρεί τον θεσμικό ρόλο του αναγνωρισμένου επαγγελματικού φορέα ούτε να καθιστά προβληματική τη συμμετοχή του στις διαδικασίες υπόδειξης μελών. Η αποδοχή της συγκεκριμένης θέσης θα οδηγούσε στην πράξη σε αμφισβήτηση του ρόλου όλων των επαγγελματικών οργανώσεων που συμμετέχουν στη στελέχωση συλλογικών οργάνων, χωρίς να προκύπτει αντικειμενική ανάγκη για κάτι τέτοιο. Ως εκ τούτου, η υφιστάμενη ρύθμιση κρίνεται ισορροπημένη και επαρκής, διασφαλίζοντας τόσο τη συμμετοχή του οργανωμένου επαγγελματικού χώρου όσο και την απαιτούμενη θεσμική ανεξαρτησία του Συμβουλίου, και δεν κρίνεται αναγκαία η τροποποίησή της." "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","Άννα Μιχαήλ","Η πρόταση για εκλογή των μελών του Συμβουλίου από το σύνολο των εγγεγραμμένων επαγγελματιών, καθώς και για επιβολή ανώτατου ορίου συνεχόμενων θητειών οπως εισηγηθεικε εκ νεου στα σχολια δεν κρίνεται αναγκαία η υιοθέτησή της στο παρόν στάδιο. Η προτεινόμενη τροποποίηση του νόμου αποσκοπεί πρωτίστως στον εκσυγχρονισμό του πλαισίου αδειοδότησης, εποπτείας και άσκησης των επαγγελμάτων που ρυθμίζονται από τον νόμο, καθώς και στην ενίσχυση της προστασίας της δημόσιας υγείας. Η σύνθεση του Συμβουλίου έχει διαμορφωθεί με τρόπο που να διασφαλίζει την εκπροσώπηση των εμπλεκόμενων επαγγελματικών κλάδων, του Υπουργείου Υγείας και των επαγγελματικών συνδέσμων, επιτυγχάνοντας ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής εκπροσώπησης και δημόσιου συμφέροντος. Περαιτέρω, η νομοθεσία ήδη προβλέπει συγκεκριμένη διάρκεια θητείας και διαδικασίες διορισμού ή υπόδειξης των μελών, ενώ οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται συλλογικά και υπόκεινται στον έλεγχο της νομιμότητας που προβλέπει η έννομη τάξη. Ως εκ τούτου, δεν τεκμηριώνεται ότι η απουσία περιορισμού στον αριθμό των θητειών δημιουργεί από μόνη της κίνδυνο καταχρηστικής άσκησης εξουσίας. Επιπλέον, η θέσπιση απόλυτου περιορισμού δύο συνεχόμενων θητειών θα μπορούσε να στερήσει από το Συμβούλιο πρόσωπα με αποδεδειγμένη εμπειρία, τεχνογνωσία και γνώση του ρυθμιστικού πλαισίου, χωρίς να προκύπτει αντικειμενική ανάγκη ή τεκμηριωμένο πρόβλημα που να δικαιολογεί τέτοιο περιορισμό. Τέλος, πρόσωπα που πληρούν τα νόμιμα προσόντα και τυγχάνουν της εμπιστοσύνης των φορέων, υποδεικνύονται από τα μέλη των Συνδέσμων ( ΣυΔιΚυ & ΠΣΕΤΤ) και επικυρώνονται στις ολομέλειες ή τα διορίζουν από το Υπουργικό Συμβούλιο δεν θα πρέπει να αποκλείονται εκ προοιμίου από τη δυνατότητα επαναδιορισμού τους αποκλειστικά λόγω του αριθμού των προηγούμενων θητειών τους. Η αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε υποψηφίου πρέπει να γίνεται με βάση τα προσόντα, την εμπειρία και την προσφορά του και όχι μέσω ενός οριζόντιου και απόλυτου περιορισμού. Ως εκ τούτου, η υφιστάμενη ρύθμιση κρίνεται επαρκής για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του Συμβουλίου και δεν κρίνεται αναγκαία η εισαγωγή περιορισμού θητειών ή η τροποποίηση της διαδικασίας συγκρότησής του στο πλαίσιο του παρόντος νομοσχεδίου." "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.",COMED,"Το Συμβούλιο Εγγραφής αποκτά ιδιαίτερα αυξημένες αρμοδιότητες αναφορικά με την εγγραφή επαγγελματιών, την αναγνώριση προσόντων, τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση, τις εξειδικεύσεις και άλλες κρίσιμες διαδικασίες που επηρεάζουν άμεσα την άσκηση του επαγγέλματος. Για τον λόγο αυτό, η σύνθεση και ο τρόπος διορισμού των μελών του Συμβουλίου πρέπει να διασφαλίζουν τη διαφάνεια, τη δημοκρατική εκπροσώπηση, την πολυφωνία και την αποφυγή συγκέντρωσης εξουσίας. Με βάση την κείμενη νομοθεσία, δεν υφίσταται υποχρέωση των εγγεγραμμένων Διαιτολόγων, Διατροφολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Επιστημόνων Τροφίμων και Τεχνολόγων Τροφίμων να είναι μέλη συγκεκριμένου επαγγελματικού συνδέσμου ή οργάνωσης. Ως εκ τούτου, θεωρείται προβληματικό η αποκλειστική υπόδειξη μελών του Συμβουλίου να γίνεται μέσω συγκεκριμένων συνδέσμων, οι οποίοι δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκην το σύνολο των επαγγελματιών. Για σκοπούς ισότιμης εκπροσώπησης και διαφάνειας, εισηγούμαστε όπως τα μέλη του Συμβουλίου προκύπτουν μέσω εκλογικής διαδικασίας από το σύνολο των εγγεγραμμένων επαγγελματιών κάθε κλάδου. Παράλληλα, προτείνεται η εισαγωγή περιορισμού θητειών ώστε κανένα μέλος να μην δύναται να υπηρετεί για περισσότερες από δύο συνεχόμενες θητείες, με στόχο την ανανέωση, την αντικειμενικότητα και την αποφυγή μακροχρόνιας συγκέντρωσης επιρροής. Επιπρόσθετα, θεωρείται αναγκαία η συμπερίληψη σαφούς πρόνοιας περί σύγκρουσης συμφερόντων, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης δήλωσης οποιουδήποτε άμεσου ή έμμεσου επαγγελματικού ή οικονομικού συμφέροντος και της αποχής μέλους από αποφάσεις στις οποίες δυνατόν να προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων. Παράλληλα, θεωρείται αναγκαίο το Συμβούλιο να λειτουργεί με πλήρη διαφάνεια και λογοδοσία μέσω δημοσίευσης των βασικών αποφάσεων, κανονισμών, ακαδημαϊκών και επαγγελματικών κριτηρίων, καθώς και των οικονομικών απαιτήσεων, τελών ή άλλων επιβαρύνσεων που επηρεάζουν την εγγραφή, αναγνώριση προσόντων, πιστοποιήσεις, συνεχιζόμενη εκπαίδευση και γενικότερα την άσκηση του επαγγέλματος. Περαιτέρω, κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθούν μηχανισμοί οικονομικής διαφάνειας και λογοδοσίας ως προς τη διαχείριση των εισπραττόμενων τελών και οικονομικών πόρων του Συμβουλίου, περιλαμβανομένης της δημοσιοποίησης ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, οικονομικών απολογισμών ή άλλων κατάλληλων μορφών οικονομικού ελέγχου, ώστε να διασφαλίζεται η χρηστή διοίκηση, η διαφάνεια και η εμπιστοσύνη των εγγεγραμμένων επαγγελματιών. Κρίνεται ότι οι πιο πάνω πρόνοιες θα ενισχύσουν τη θεσμική αξιοπιστία, τη λογοδοσία και την αντικειμενική λειτουργία του Συμβουλίου προς όφελος τόσο των επαγγελματιών όσο και της προστασίας της δημόσιας υγείας." "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","Constantinos Argyrides","Προτείνεται περίοδος 24 μηνών από την ψήφιση του Νόμου, κατά την οποία: Απόφοιτοι αναγνωρισμένων κολεγίων (συμπεριλαμβανομένου του CNM London) μπορούν να υποβάλουν αίτηση εγγραφής χωρίς πρόσθετες εξετάσεις, προσκομίζοντας πιστοποιητικό σπουδών. Παρακολούθηση σεμιναρίων γεφύρωσης (bridging courses) για κάλυψη τυχόν κενών στην ευρωπαϊκή νομοθεσία περί διατροφικών ισχυρισμών και ευρωπαϊκών κανονισμών. Παρατίθεται σχετικό παράδειγμα από τη Μεγάλη Βρετανία, όπου λειτουργεί Συμβούλιο (GNCouncil) μέσω αναγνωρισμένων επαγγελματικών ενώσεων, με σκοπό τη διατήρηση επαγγελματικών προτύπων, την υποστήριξη της αναγνωρισμένης εκπαίδευσης και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης του κοινού στην πρακτική της φυσικής υγειονομικής περίθαλψης: https://gncouncil.co.uk/our-professional-associations/" "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.",andri.panteli@gmail.com,"Παρά τη διεύρυνση της σύνθεσης του Συμβουλίου, με την προσθήκη δύο διατροφολόγων, εκ των οποίων ο ένας διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και ο άλλος προτείνεται από τον Σύνδεσμο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Κύπρου, εξακολουθεί να υφίσταται ενδεχόμενο σύγκρουσης συμφέροντος. Παράλληλα, ελλοχεύει ο κίνδυνος ο έλεγχος της εγγραφής των Διατροφολόγων στο Μητρώο να παραμένει, ουσιαστικά, στα χέρια της επαγγελματικής ομάδας των Διαιτολόγων, οι οποίοι εξακολουθούν να διατηρούν την πλειοψηφία στο Συμβούλιο. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, κατά τα τελευταία έτη, αιτήσεις Διατροφολόγων απορρίπτονταν από το Συμβούλιο, με αποτέλεσμα οι εν λόγω αιτητές να μην έχουν τη δυνατότητα εγγραφής στο Μητρώο. Υπό το πρίσμα αυτό, προβληματική καθίσταται και η πρόνοια σύμφωνα με την οποία, για να προταθεί Διατροφολόγος ως μέλος του Συμβουλίου, θα πρέπει να είναι μέλος του Συνδέσμου Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Κύπρου κατά τα τελευταία πέντε έτη. Τούτο διότι, στην πράξη, δεν υπάρχουν Διατροφολόγοι στον Σύνδεσμο οι οποίοι να μην έχουν ουσιαστικά υποχρεωθεί να εξασφαλίσουν πτυχία ή μεταπτυχιακά στη Διαιτολογία και, κατ’ επέκταση, να έχουν εγκαταλείψει την επαγγελματική τους ιδιότητα ως Διατροφολόγοι. Εισήγηση: Ο Διατροφολόγος μέλος του Συμβουλίου θα πρέπει να υποδεικνύεται μέσω ανεξάρτητου σώματος/συνδέσμου Διατροφολόγων. Εναλλακτικά: Τα μέλη του Συμβουλίου θα πρέπει να υποδεικνύονται/αναδεικνύονται μετά από ψηφοφορία στην οποία θα δύνανται να συμμετέχουν όλα τα πρόσωπα που θα είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων" "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.",andri.panteli@gmail.com,"Άρθρο 6 προτεινόμενου Νομοσχέδιου. Σχόλιο: Παρά τη διεύρυνση της σύνθεσης του Συμβουλίου, με την προσθήκη δύο διατροφολόγων, εκ των οποίων ο ένας διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και ο άλλος προτείνεται από τον Σύνδεσμο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Κύπρου, εξακολουθεί να υφίσταται ενδεχόμενο σύγκρουσης συμφέροντος. Παράλληλα, ελλοχεύει ο κίνδυνος ο έλεγχος της εγγραφής των Διατροφολόγων στο Μητρώο να παραμένει, ουσιαστικά, στα χέρια της επαγγελματικής ομάδας των Διαιτολόγων, οι οποίοι εξακολουθούν να διατηρούν την πλειοψηφία στο Συμβούλιο. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, κατά τα τελευταία έτη, αιτήσεις Διατροφολόγων απορρίπτονταν από το Συμβούλιο, με αποτέλεσμα οι εν λόγω αιτητές να μην έχουν τη δυνατότητα εγγραφής στο Μητρώο. Υπό το πρίσμα αυτό, προβληματική καθίσταται και η πρόνοια σύμφωνα με την οποία, για να προταθεί Διατροφολόγος ως μέλος του Συμβουλίου, θα πρέπει να είναι μέλος του Συνδέσμου Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Κύπρου κατά τα τελευταία πέντε έτη. Τούτο διότι, στην πράξη, δεν υπάρχουν Διατροφολόγοι στον Σύνδεσμο οι οποίοι να μην έχουν ουσιαστικά υποχρεωθεί να εξασφαλίσουν πτυχία ή μεταπτυχιακά στη Διαιτολογία και, κατ’ επέκταση, να έχουν εγκαταλείψει την επαγγελματική τους ιδιότητα ως Διατροφολόγοι. Εισήγηση: Ο Διατροφολόγος μέλος του Συμβουλίου θα πρέπει να υποδεικνύεται μέσω ανεξάρτητου σώματος/συνδέσμου Διατροφολόγων. Εναλλακτικά: Τα μέλη του Συμβουλίου θα πρέπει να υποδεικνύονται/αναδεικνύονται μετά από ψηφοφορία στην οποία θα δύνανται να συμμετέχουν όλα τα πρόσωπα που θα είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων" "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","katerina Christofi","Δεδομένης της ενίσχυσης του ρυθμιστικού ρόλου του Συμβουλίου, εισηγούμαστε να προβλεφθούν ρητά: όρια θητειών, δήλωση και διαχείριση σύγκρουσης συμφερόντων, δημοσιοποίηση αποφάσεων, καθώς και διαφάνεια και οικονομική λογοδοσία, συμπεριλαμβανομένης της δημοσίευσης βασικών οικονομικών στοιχείων και της χρήσης των τελών και εισφορών που καταβάλλουν οι επαγγελματίες" "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","Demos Nefelias","Είναι θεμελιώδης αρχή του δημοκρατικού κράτους δικαίου ότι ένα ρυθμιστικό όργανο όπως το Συμβούλιο Εγγραφής πρέπει να εκπροσωπεί το σύνολο των επαγγελματιών του κλάδου και όχι αποκλειστικά τα μέλη ενός συγκεκριμένου συνδέσμου. Δεδομένου ότι η εγγραφή σε επαγγελματικό σύνδεσμο δεν είναι υποχρεωτική, η αποκλειστική ανάθεση σε αυτόν της αρμοδιότητας υπόδειξης μελών του Συμβουλίου δημιουργεί έλλειμμα εκπροσώπησης και κινδύνους για τη διαφάνεια και την αμεροληψία. Η πρόταση για εκλογή των μελών του Συμβουλίου μέσω ψηφοφορίας από το σύνολο των εγγεγραμμένων επαγγελματιών είναι απολύτως εύλογη και σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής διακυβέρνησης. Ομοίως, ο περιορισμός σε δύο (2) συνεχόμενες θητείες είναι αναγκαίος για να αποφευχθεί η παγίωση συμφερόντων και να διασφαλιστεί η ανανέωση της σύνθεσης του Συμβουλίου. Τέλος, η θέσπιση σαφούς πλαισίου για τη διαχείριση σύγκρουσης συμφερόντων — με υποχρέωση δήλωσης και αποχής — είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αξιοπιστία του Συμβουλίου και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος." "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","Georgia Hadjimichael","Προτείνεται η προσθήκη ρητών διατάξεων που να διασφαλίζουν αφενός τον περιορισμό των θητειών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και αφετέρου την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, προς ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της εύρυθμης λειτουργίας του Συμβουλίου. Συγκεκριμένα: 1. Περιορισμός θητειών: Να προβλεφθεί ανώτατος αριθμός συνεχόμενων θητειών για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (π.χ. δύο συνεχόμενες θητείες), μετά το πέρας των οποίων να απαιτείται η παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος πριν από ενδεχόμενη επαναδιορισμό. Η πρόνοια αυτή θα συμβάλει στην ανανέωση του οργάνου και στην αποτροπή συγκέντρωσης εξουσίας. 2. Αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων: Τα μέλη να υποχρεούνται σε δήλωση τυχόν επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων που σχετίζονται με το αντικείμενο του Συμβουλίου. Να καθορίζονται σαφείς διαδικασίες ελέγχου και κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Οι πιο πάνω ρυθμίσεις είναι κρίσιμες για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και αξιοπιστίας του Συμβουλίου Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων και ευθυγραμμίζονται με καλές πρακτικές χρηστής διοίκησης." "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","Maria K","Η τροποποίηση της νομοθεσίας οφείλει να στοχεύει στον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου μέσω της ενίσχυσης των αρχών της διαφάνειας, της αξιοκρατίας και της χρηστής διοίκησης. Δεδομένου ότι η εγγραφή στο Μητρώο δεν συνεπάγεται υποχρεωτική συμμετοχή σε συγκεκριμένο επαγγελματικό σύνδεσμο, κρίνεται απαραίτητο όπως τα μέλη του Συμβουλίου Εγγραφής αναδεικνύονται μέσω καθολικής και διαφανούς εκλογικής διαδικασίας από το σύνολο των εγγεγραμμένων επαγγελματιών κάθε κλάδου, καταργώντας την αποκλειστική αρμοδιότητα υπόδειξης από οποιαδήποτε οργάνωση. Παράλληλα, η θεσμοθέτηση ανώτατου ορίου δύο συνεχόμενων θητειών για τα μέλη του Συμβουλίου κρίνεται αναγκαία, καθώς αποτρέπει τη δημιουργία μόνιμων διοικητικών κατεστημένων και επιτρέπει τη σταδιακή ανανέωση του Σώματος με νέους επιστήμονες. Τέλος, η εισαγωγή ρητών προνοιών για τη διαχείριση της σύγκρουσης συμφερόντων, με την υποχρέωση δήλωσης και αποχής των μελών από σχετικές αποφάσεις, κρίνεται καθοριστική για τη θωράκιση της αντικειμενικότητας και του κύρους του Συμβουλίου" "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Η τροποποίηση της σύνθεσης του Συμβουλίου και των προϋποθέσεων διορισμού των μελών του οδηγεί στα ακόλουθα αποτελέσματα τα οποία δεν διασφαλίζουν την αντικειμενικότητα, αμεροληψία, δίκαιη διαδικασία και ασφάλεια δικαίου δεδομένης της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Συμβουλίου, χωρίς έλεγχο από τον Υπουργό Υγείας, να αποφασίζει ποια προσόντα αποδέχεται ή μη για σκοπούς εγγραφής: • Όλα τα μέλη είναι ήδη εγγεγραμμένα άρα ασκούν το επάγγελμα και κατά συνέπεια έχουν τη δυνατότητα να κρατούν το επάγγελμα κλειστό αφού αποφασίζουν για δυνητικούς ανταγωνιστές τους στην άσκηση του επαγγέλματος. • Από τα 9 μέλη, μόνο ένα είναι υποχρεωτικά μέλος της δημόσιας υπηρεσίας και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ασκεί κάποιο έλεγχο το Υπουργείο Υγείας • Από τα 9 μέλη, σε ότι αφορά στο επάγγελμα των διαιτολόγων /διατροφολόγων θα υπάρχουν τρεις διαιτολόγοι (δυνητικά ακόμα και τρεις κλινικοί διαιτολόγοι) και μόνο δύο διατροφολόγοι • Για τα επόμενα 6 τουλάχιστον χρόνια δεν θα μπορεί να διοριστούν διατροφολόγοι αφού θα πρέπει να έχουν άδεια άσκησης επαγγέλματος για τουλάχιστον πέντε έτη ενώ ο νόμος για τους διατροφολόγους θα έχει εφαρμογή 12 μήνες μετά την ψήφιση του • Η κατάρτιση του πρώτου μητρώου διατροφολόγων θα γίνει επομένως αποκλειστικά από διαιτολόγους/κλινικούς διαιτολόγους που είναι στο υφιστάμενο συμβούλιο. Θα πρέπει να εισαχθούν μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με την πρώτη συγκρότηση του Συμβουλίου μετά την ψήφιση του νόμου ούτως ώστε να συμμετέχουν και διατροφολόγοι εξ αρχής. • Η προϋπόθεση της τεκμηριωμένης ενεργής δράσης στον τομέα είναι γενική και αόριστη και στόχο έχει ουσιαστικά τον διορισμό εκ νέου των ίδιων προσώπων που αποτελούν μέλη στο Συμβούλιο κάποια εκ των οποίων συμμετέχουν από το 1996 με την ίδρυση του Συμβουλίου κατ΄επανάληψη δημιουργώντας συνθήκες υπερεξουσιών σε σχέση με την έγκριση αιτήσεων εγγραφής λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής ευχέρειας Σημειώνεται ότι, τακτικά μέλη του Συνδέσμου Διαιτολόγων και Διατροφολόγων με δικαίωμα ψήφου, και άρα με δυνατότητα να επηρεάσουν το αποτέλεσμα των προσώπων που θα υποδείξει ο Σύνδεσμος για διορισμό, μπορούν να είναι σύμφωνα με το καταστατικό του σωματείου μόνο οι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο, δημιουργώντας έτσι ένα εντελώς κλειστό κύκλο προσώπων που αποφασίζουν τελικά στο ποιος και με ποια προσόντα θα έχει πρόσβαση στο επάγγελμα. Θα πρέπει να υπάρχει ισότητα στην εκπροσώπηση των διαιτολόγων, κλινικών διαιτολόγων και διατροφολόγων από τη στιγμή που ο νόμος κάνει αυτούς τους διαχωρισμούς σε σχέση με το επάγγελμα. Πέραν των πιο πάνω, δεν τροποποιείται ο νόμος ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι – • Τα μέλη του συμβουλίου που, το οποίο αποφασίζει ποιος θα έχει πρόσβαση στο επάγγελμα, διορίζονται μέσα από διαφανείς και αντικειμενικές διαδικασίες • Υπάρχει περιορισμός θητειών ούτως ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες εξάρτησης της πρόσβασης στο επάγγελμα από συγκεκριμένου επαγγελματίες. Οι θητείες θα πρέπει να περιοριστούν στο μέγιστο των δύο θητειών • Τα μέλη του Συμβουλίου δεν βρίσκονται σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων. Για παράδειγμα μέλη του Συμβουλίου δεν μπορούν να συμμετέχουν σε ακαδημαϊκά προγράμματα στην Κύπρο, η παρακολούθηση των οποίων να μπορεί να γίνει μοχλός πίεσης για την πρόσβαση στο επάγγελμα" "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","Stalo Papoutsou","Η τροποποίηση της νομοθεσίας θα πρέπει να στοχεύσει στον εκσυγχρονισμό του νομικού πλαισίου. Η ψήφιση των μελών του Συμβουλίου μέσω εκλογικών διαδικασιών από ίδια τα μέλη του Συμβουλίου εγγραφής θα ενισχύσει την προσπάθεια αυτή. Επιπλέον προτείνεται περιορισμός των θητειών των μελών του Συμβουλίου εγγραφής, για να αποτραπεί η δημιουργία «μόνιμων» κατεστημένων και να ενισχυθεί η αξιοκρατία και η διαφάνεια στη λειτουργία του Συμβουλίου. Είναι σημαντικό να τεθούν δικλείδες ασφαλείας ώστε να περιοριστούν οι υπερεξουσίες και να αποφευχθούν τυχόν καταχρηστικές πρακτικές που μπορεί να προκύψουν από την πολυετή παραμονή των ίδιων προσώπων στις ίδιες θέσεις. Ο περιορισμός σε δύο συνεχόμενες θητείες ανοίγει τον δρόμο για νέους επαγγελματίες των κλάδων να συμμετάσχουν στο Συμβούλιο σε μία εποχή όπου η φιλοσοφία του περιορισμού των θητειών εφαρμόζεται σταδιακά και πολλά επίπεδα της πολιτικής και διοικητικής ζωής της Κύπρου." "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","Georgia Hadjimichael","Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, δεν υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση των εγγεγραμμένων Διαιτολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων και Διατροφολόγων να είναι μέλη στον Σύνδεσμο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Κύπρου. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω Σύνδεσμος δεν εκπροσωπεί το σύνολο των επαγγελματιών του κλάδου. Για τον λόγο αυτό, δεν θεωρείται ορθό να του δίνεται η αρμοδιότητα να υποδεικνύει τα μέλη του Συμβουλίου Εγγραφής, το οποίο αποτελεί θεσμικό όργανο που αφορά όλους τους επαγγελματίες. Η πρόνοια αυτή θα πρέπει να επανεξεταστεί, ώστε να διασφαλίζεται η δίκαιη εκπροσώπηση όλων των επαγγελματιών και η διαφάνεια στη διαδικασία επιλογής των μελών του Συμβουλίου." "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","katerina Christofi","Άρθρο 6 – Τροποποίηση άρθρου 3 (Σύνθεση και Διορισμός Μελών του Συμβουλίου) Με βάση την κείμενη νομοθεσία, δεν υφίσταται οποιαδήποτε υποχρέωση των εγγεγραμμένων Διαιτολόγων, Διατροφολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Επιστημόνων Τροφίμων και Τεχνολόγων Τροφίμων να είναι μέλη συγκεκριμένου επαγγελματικού συνδέσμου ή επαγγελματικής οργάνωσης. Ως εκ τούτου, θεωρείται προβληματικό συγκεκριμένος σύνδεσμος ή επαγγελματική οργάνωση να διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα υπόδειξης ή εκπροσώπησης των μελών του Συμβουλίου Εγγραφής, δεδομένου ότι δεν εκπροσωπεί κατ’ ανάγκην το σύνολο των εγγεγραμμένων επαγγελματιών των αντίστοιχων κλάδων. Για σκοπούς διασφάλισης της διαφάνειας, της ισότιμης εκπροσώπησης και της δημοκρατικής λειτουργίας του Συμβουλίου, εισηγούμαστε όπως τα μέλη του Συμβουλίου προκύπτουν μέσω εκλογικής διαδικασίας από το σύνολο των εγγεγραμμένων επαγγελματιών κάθε κλάδου και όχι μέσω υπόδειξης από συγκεκριμένο σύνδεσμο ή άλλη επαγγελματική οργάνωση. Επιπρόσθετα, προτείνεται όπως προστεθεί πρόνοια περιορισμού θητειών, ώστε κανένα μέλος του Συμβουλίου να μην δύναται να υπηρετεί για περισσότερες από δύο (2) συνεχόμενες θητείες. Παράλληλα, θεωρείται αναγκαία η συμπερίληψη σαφούς πρόνοιας για την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης δήλωσης οποιουδήποτε άμεσου ή έμμεσου επαγγελματικού, οικονομικού ή άλλου συμφέροντος, καθώς και της υποχρέωσης αποχής μέλους από διαδικασίες ή αποφάσεις στις οποίες ενδέχεται να προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων" "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.",Pantelitsa,"Η σύνθεση του Συμβουλίου θα πρέπει να διασφαλίζει αντικειμενικότητα, ισότιμη εκπροσώπηση όλων των επαγγελματιών και αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων. Κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθούν σαφή και διαφανή κριτήρια επιλογής των μελών του Συμβουλίου. Τα μέλη του Συμβουλίου μπορούν να διοριστούν έως και δύο συνεχόμενες φορές. Η δυνατότητα επαναδιορισμού θα είναι εφικτή με την πάροδο έξι ετών." "06 - Τροποποίηση του άρθρου 3 του βασικού νόμου.","Elena Hadjimbei","Με βάση την κείμενη νομοθεσία, δεν υφίσταται οποιαδήποτε υποχρέωση των εγγεγραμμένων Διαιτολόγων, Διατροφολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Επιστημόνων Τροφίμων και Τεχνολόγων Τροφίμων να είναι μέλη συγκεκριμένου επαγγελματικού συνδέσμου. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι οποιοσδήποτε σύνδεσμος δεν θα πρέπει να έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα υπόδειξης των μελών του Συμβουλίου Εγγραφής, καθώς δεν εκπροσωπεί κατ’ ανάγκην το σύνολο των εγγεγραμμένων επαγγελματιών των αντίστοιχων κλάδων. Για σκοπούς διασφάλισης της διαφάνειας, της ισότιμης εκπροσώπησης και της δημοκρατικής διαδικασίας, εισηγούμαι όπως τα μέλη του Συμβουλίου Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων, Τεχνολόγων Τροφίμων, Διαιτολόγων και Διατροφολόγων προκύπτουν μέσω ψηφοφορίας από το σύνολο των εγγεγραμμένων επαγγελματιών κάθε κλάδου και όχι μέσω υπόδειξης από συγκεκριμένο σύνδεσμο ή άλλη επαγγελματική οργάνωση. Επιπρόσθετα, προτείνεται όπως προστεθεί σχετική πρόνοια για περιορισμό της δυνατότητας επαναδιορισμού των μελών του Συμβουλίου, ώστε κανένα μέλος να μην δύναται να υπηρετεί για περισσότερες από δύο (2) συνεχόμενες θητείες. Η πρόνοια αυτή κρίνεται σημαντική για την ενίσχυση της ανανέωσης, της πολυφωνίας και της αντικειμενικότητας στη λειτουργία του Συμβουλίου, καθώς και για την αποφυγή μακροχρόνιας παραμονής των ίδιων προσώπων στις θέσεις αυτές. Παράλληλα, θεωρώ αναγκαία τη συμπερίληψη σαφούς πρόνοιας για τη διαχείριση και αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης δήλωσης οποιουδήποτε άμεσου ή έμμεσου επαγγελματικού, οικονομικού ή άλλου συμφέροντος και της αποχής μέλους από διαδικασίες ή αποφάσεις στις οποίες ενδέχεται να προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων." "07 - Τροποποίηση του άρθρου 4 του βασικού νόμου.","katerina Christofi","Η διεύρυνση της σύνθεσης του Συμβουλίου αποτελεί σημαντική θεσμική αλλαγή. Κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί ισότιμη εκπροσώπηση όλων των εγγεγραμμένων επαγγελματιών, διαφάνεια στον τρόπο υπόδειξης/διορισμού και σαφείς πρόνοιες που να αποτρέπουν συγκέντρωση εξουσίας ή αποκλεισμό ομάδων επαγγελματιών." "07 - Τροποποίηση του άρθρου 4 του βασικού νόμου.","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Η απαρτία θα πρέπει να καθορίζεται όχι μόνο με τον αριθμό των μελών αλλά και με την υποχρέωση στα μέλη που είναι παρόντα, για να μπορούν να λαμβάνονται αποφάσεις, να βρίσκεται παρόν και τουλάχιστον ένα μέλος από κάθε ειδικότητα. Διαφορετικά θα μπορούν να λαμβάνονται αποφάσεις για άλλη ειδικότητα από μέλη που δεν έχουν την ειδικότητα αυτή. Το Συμβούλιο αποτελεί συλλογικό όργανο με αποφασιστική και καθοριστική αρμοδιότητα ως προς την πρόσβαση οποιουδήποτε προσώπου στα επαγγέλματα που καθορίζονται στο Νόμο. Ως εκ τούτου θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι – • Υπάρχουν ρητές και συγκεκριμένες διατάξεις ως προς τους λόγους και προϋποθέσεις τερματισμού της ιδιότητας μέλους από το Υπουργικό Συμβούλιο και όχι απλή αναφορά σε «σοβαρούς λόγους» που δεν καθορίζονται και αφήνονται και πάλι στη διακριτική ευχέρεια. Γίνεται αναφορά σε ανάκληση διορισμού χωρίς να καθορίζονται οι λόγοι ανάκλησης. • Υπάρχουν διατάξεις οι οποίες να υποχρεώνουν το Συμβούλιο να ενεργεί και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο (Ν 158(Ι)/1999) • Υπάρχουν διατάξεις οι οποίες να διασφαλίζουν κάποιο έλεγχο ή αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας ιδίως ως προς τον καθορισμό των προσόντων πρόσβασης στο επάγγελμα του διαιτολόγου, δεδομένου ότι αυτό θα πρέπει να αποτελεί αρμοδιότητα του κράτους και να μην αφήνεται αποκλειστικά στα χέρια του συμβουλίου στο οποίο συμμετέχουν κατά κύριο λόγο ιδιώτες με ανταγωνιστικά συμφέροντα ως προς το ποιος θα μπορεί να ασκεί το επάγγελμα. • Υπάρχουν διατάξεις που να διασφαλίζουν τις συνέπειες σε περίπτωση που μέλη του δεν συμμετέχουν συστηματικά στις συνεδρίες του Η εισαγωγή του νέου εδαφίου (9) παραβιάζει τη νομολογία και τον περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού δικαίου Νόμο αφού διευρύνει τους λόγους για τους οποίους μπορούν οι αποφάσεις του Συμβουλίου να θεωρούνται νόμιμες ανεξαρτήτως παράνομης συγκρότησης. Σύμφωνα με το Άρθρο 20 (2) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόκο, μόνο η ύπαρξη κενής θέσεως λόγω θανάτου ή παραίτησης ενός μέλους επιτρέπεται να μην επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του συλλογικού οργάνου εάν νόμος προβλέπει διαφορετικά. Δεν είναι δυνατό παρατυπίες ή η έλλειψη ικανοτήτων των μελών του να μην επηρεάζουν τη νομιμότητα των αποφάσεων του για πρόσβαση σε ένα επάγγελμα, δικαίωμα που είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου θα πρέπει να υπόκεινται σε κάποιους είδους έλεγχο όπως μέσω ιεραρχικής προσφυγής στον Υπουργό Υγείας ή ενστάσεων στο Υπουργείο Υγείας επί της ουσίας της απόφασης. Δεν μπορεί το μόνο μέσο που υφίσταται να είναι η προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο δεδομένου του χρόνου που χρειάζεται για να τελεσιδικήσει μια απόφαση του Δικαστηρίου και του γεγονότος ότι ο έλεγχος του Διοικητικού Δικαστηρίου είναι μόνο ακυρωτικός και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα πρόσωπο να στερείται της πρόσβασης στο επάγγελμα για πολλά χρόνια εάν τελικά η απόφαση του Συμβουλίου ακυρωθεί ή είναι λανθασμένη. Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι πρέπει να υπάρχει πρόσβαση στα πρακτικά του Συμβουλίου από το άτομο στο οποίο αφορά μια απόφαση για πρόσβαση ή μη στο επάγγελμα σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Γενικό Κανονισμό Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα και τη νομολογία του ΔΕΕ, ιδίως για σκοπούς άσκησης ενστάσεων ή ιεραρχικής προσφυγής εφόσον αυτά τα δικαιώματα προβλεφθούν στο νόμο." "08 - Τροποποίηση του άρθρου 5 του βασικού νόμου","Constantinos Argyrides","Σύσταση ξεχωριστών Μητρώων εντός του Νόμου Αντί για πλήρη ενσωμάτωση με Διαιτολόγους, προτείνεται η δημιουργία τριών ξεχωριστών Μητρώων υπό την ίδια νομική ομπρέλα: Μητρώο Α: Επιστήμονες Τροφίμων και Διαιτολόγοι Μητρώο Β: Φυσικοπαθητικοί Μητρώο Γ: Βοτανολόγοι Κοινό Συμβούλιο Εγγραφής, αλλά με διαφορετικά κριτήρια εισόδου και κώδικα δεοντολογίας για κάθε Μητρώο. Οι πιο πάνω εισηγήσεις κινούνται εντός των πλαισίων της διαβούλευσης και στοχεύουν στην ουσιαστική προστασία του κοινού, χωρίς αποκλεισμό επιστημονικά καταρτισμένων επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται ήδη νόμιμα σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ." "08 - Τροποποίηση του άρθρου 5 του βασικού νόμου","katerina Christofi","Κρίνεται σημαντικό τα κριτήρια συμμετοχής να είναι αντικειμενικά, σαφή και αναλογικά ώστε να διασφαλίζεται επαρκής εμπειρία χωρίς να δημιουργούνται αδικαιολόγητοι αποκλεισμοί ή περιορισμός της δυνατότητας συμμετοχής συναδέλφων στη διοίκηση του επαγγελματικού σώματος" "09 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου","katerina Christofi","Παρατήρηση επί του Άρθρου 9 – Εγγραφή Νομικών Προσώπων Η δυνατότητα εγγραφής νομικών προσώπων στο Μητρώο δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς την επιστημονική ευθύνη, τον έλεγχο της επαγγελματικής πρακτικής και την προστασία του κοινού. Δεν καθίσταται σαφές κατά πόσο σε τέτοιες εταιρείες θα μπορούν να εργάζονται ή να παρέχουν υπηρεσίες πρόσωπα που δεν είναι εγγεγραμμένοι διαιτολόγοι/διατροφολόγοι, ούτε ποιος θα φέρει την επιστημονική και πειθαρχική ευθύνη για τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Κρίνεται αναγκαίο να διασφαλίζεται ρητά ότι οι υπηρεσίες διαιτολογίας και διατροφής παρέχονται αποκλειστικά από εγγεγραμμένους επαγγελματίες και ότι η επιστημονική ευθύνη δεν μεταφέρεται σε νομικά πρόσωπα ή επιχειρηματικές δομές. Παράλληλα, θεωρείται σημαντικό να αποσαφηνιστεί κατά πόσο επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία τέτοιων εταιρειών από πρόσωπα που δεν ανήκουν στους αναγνωρισμένους επαγγελματικούς κλάδους που ρυθμίζονται από τη νομοθεσία." "11 - Τροποποίηση του άρθρου 6 του βασικού νόμου.",andri.panteli@gmail.com,"Άρθρο 11 του προτεινόμενου Νομοσχέδιου Σχόλιο Με την εν λόγω πρόνοια δημιουργείται, ουσιαστικά, υποκατηγορία ή «ξεχωριστή κατηγορία» εντός του Μητρώου Διαιτολόγων και Διατροφολόγων, στην οποία θα εγγράφονται οι Διατροφολόγοι. Η ρύθμιση αυτή όχι μόνο δεν θεραπεύει το υφιστάμενο πρόβλημα, αλλά το παγιώνει, αφού η επαγγελματική αναγνώριση των Διατροφολόγων και το δικαίωμά τους να ασκούν το επάγγελμα εξακολουθούν να εξαρτώνται από μια διαδικασία η οποία τελεί υπό την ουσιαστική επιρροή του επαγγελματικού κλάδου των Διαιτολόγων, ο οποίος διαχρονικά είχε αποκλείσει τους Διατροφολόγους από το Μητρώο. Εισήγηση Είτε να δημιουργηθεί ξεχωριστό Μητρώο Διατροφολόγων είτε να απαλειφθούν οι αναφορές σε «ξεχωριστή κατηγορία» ή υποκατηγορία. Η διάκριση Διαιτολόγου ή Διατροφολόγου θα γίνεται με αναφορά στον επαγγελματικό κλάδο." "11 - Τροποποίηση του άρθρου 6 του βασικού νόμου.","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Είναι αναγκαία η κατάρτιση ξεχωριστού Μητρώου Διατροφολόγων εξ αρχής λαμβανομένου υπόψη του τρόπου με τον οποίο ρυθμίζεται το επάγγελμα και τον διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων αλλά και του περιεχομένου των παρεχόμενων υπηρεσιών από τον κάθε επαγγελματία. Οι διατήρηση των διατάξεων του εδαφίου (1) η οποία κάνει αναφορά στην περίοδο έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου παραπέμπει στο νόμο του 1996 και δεν έχει ούτε πρακτική εφαρμογή ενώ δημιουργεί περισσότερη ασάφεια, λαμβανομένων επίσης υπόψη των προτεινόμενων διατάξεων του Άρθρου 27 – μεταβατικές διατάξεις ως προς το πως, πότε και με ποιο τρόπο θα διαμορφωθεί το Μητρώο Διαιτιολόγων και η κατηγορία των διατροφολόγων. Λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι δεν εισάγονται καθόλου διατάξεις αναφορικά με εξ επαγγέλματος διατροφολόγων όπως συνήθως πρέπει να εισάγονται σε κάθε επάγγελμα το οποίο κατοχυρώνεται τελικά νομοθετικά ούτως ώστε να μην παραμένουν εκτός επαγγέλματος πρόσωπα τα οποία κατέχουν προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος τους αλλά μπορεί να μην είναι τα προσόντα που πλέον απαιτεί ο νόμος. Η μη εισαγωγή μεταβατικών διατάξεων και δυνατότητα αρχικής εγγραφής όσων ήδη ασκούν το επάγγελμα του διατροφολόγου στη βάση των προσόντων τους σήμερα και ο καθορισμός ενδεχομένως μεταβατικής περιόδου απόκτησης δυνητικά επιπλέον προσόντων ενδέχεται να οδηγήσει επαγγελματίες εκτός επαγγέλματος κατά παράβαση συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Στον αρχικό νόμο του 1996 υπάρχει το Μέρος VI το οποίο δεν τροποποιείται καθόλου, ακριβώς για να επιτρέψει σε άτομα τα οποία ασκούσαν νόμιμα το επάγγελμα τους πριν την νομοθετική του κατοχύρωση να εξακολουθήσουν να το ασκούν. Δεν είναι σαφές τις ακριβώς επιδιώκεται να ρυθμιστεί με την εισαγωγή της επιφύλαξης στο εδάφιο (1) του Άρθρου 6. Από τη στιγμή που το Μητρώο μετατρέπεται σε μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων, τι εξυπηρετεί η συγκεκριμένη διάταξη; Η επιφύλαξη του νέου εδαφίου (3) και πάλι είναι γενική και αόριστη ενώ δεν μπορεί να γίνεται γενικά αναφορά σε αναλογική εφαρμογή άρθρων αφού δεν προσφέρεται ασφάλεια δικαίου. Γίνεται δε αναφορά στην «Επιστήμη της Διατροφής και Διαιτολογίας» δημιουργώντας περαιτέρω σύγχυση ως προς το πως γίνεται αντιληπτή η εν λόγω επιστήμη τελικά. Είναι η ίδια επιστήμη ή διαφορετική? Αν είναι η ίδια τότε γιατί διαχωρίζονται τα προσόντα που πρέπει να κατέχονται αλλά και οι αρμοδιότητες των επαγγελματιών; Εμπίπτουν όλο στον τομέα της παροχής υπηρεσιών υγείας ή όχι; Ή θα πρέπει ακριβώς για να διαπιστωθεί αν κάποιος επαγγελματίας μπορεί να παρέχει υπηρεσίες στον τομέα της υγείας θα πρέπει να εξεταστεί το σύνολο των προσόντων του και το περιεχόμενο των μαθημάτων που διδάχθηκε?" "11 - Τροποποίηση του άρθρου 6 του βασικού νόμου.","Maria-Dolores Christofi","Η δημιουργία ξεχωριστής «Κατηγορίας Διατροφολόγων» θα πρέπει να συνοδεύεται από σαφή διευκρίνιση ότι δεν περιορίζεται η νόμιμη άσκηση άλλων επαγγελμάτων συμπληρωματικής, προληπτικής, συνδυαστικής ή ολιστικής υγείας , όπως η Φυσικοπαθητική (Naturopathy), ιδιαίτερα σε θέματα διατροφικής καθοδήγησης υγιής και/ή μη υγιής ατόμων." "11 - Τροποποίηση του άρθρου 6 του βασικού νόμου.","DIANA XENI","Η δημιουργία ξεχωριστής «Κατηγορίας Διατροφολόγων» στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων ενδέχεται να δημιουργήσει νομική ασάφεια ως προς το κατά πόσο άλλοι επαγγελματίες του τομέα της πρόληψης, της ευεξίας και της ολιστικής υγείας, όπως οι Φυσικοπαθητικοί (Naturopaths), μπορούν να συνεχίσουν να παρέχουν διατροφική καθοδήγηση ή συμβουλές ευεξίας στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Εισηγούμαστε όπως προστεθεί σαφής διευκρίνιση ότι η εγγραφή στο συγκεκριμένο Μητρώο αφορά αποκλειστικά τα επαγγέλματα που ρυθμίζονται από τον παρόντα Νόμο και δεν περιορίζει τη νόμιμη άσκηση άλλων συναφών επαγγελμάτων συμπληρωματικής ή ολιστικής υγείας, νοουμένου ότι δεν γίνεται χρήση των προστατευόμενων τίτλων «διαιτολόγος», «κλινικός διαιτολόγος» ή «εγγεγραμμένος διατροφολόγος»." "12 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου.",COMED,"ΕΓΓΡΑΦΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ Η πρόνοια που αφορά τη δυνατότητα εγγραφής νομικών προσώπων στο Μητρώο δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς την επιστημονική ευθύνη, τον έλεγχο της επαγγελματικής πρακτικής και τη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς κατά πόσο σε τέτοιες εταιρικές ή επιχειρηματικές δομές θα μπορούν να εργάζονται ή να παρέχουν υπηρεσίες πρόσωπα που δεν είναι εγγεγραμμένοι επαγγελματίες, ούτε ποιος θα φέρει την επιστημονική και πειθαρχική ευθύνη για τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Η επιστημονική ευθύνη των υπηρεσιών διαιτολογίας και διατροφής αποτελεί κατ’ εξοχήν προσωπική επαγγελματική ευθύνη και δεν θα πρέπει να μεταφέρεται ή να καθίσταται ασαφής μέσω εταιρικών ή επιχειρηματικών σχημάτων. Παράλληλα, θεωρείται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί κατά πόσο επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία τέτοιων εταιρειών από πρόσωπα που δεν ανήκουν στους επαγγελματικούς κλάδους που ρυθμίζονται από τη νομοθεσία. Για σκοπούς προστασίας της δημόσιας υγείας και διασφάλισης της επαγγελματικής ευθύνης, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί ρητά ότι οι υπηρεσίες διαιτολογίας και διατροφής παρέχονται αποκλειστικά υπό την επιστημονική ευθύνη εγγεγραμμένων επαγγελματιών." "12 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου.","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Η δυνατότητα εγγραφής νομικών προσώπων στο Μητρώο που έχουν συσταθεί σε άλλο κράτος μέλος ουσιαστικά περιορίζεται ή υπονομεύεται εντελώς με την υποχρέωση το νομικό πρόσωπο να είναι εγγεγραμμένο ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή ομμόρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία αφού τα άλλα κράτη μέλη δεν έχουν όλα τους ίδιους τύπους και μορφές εταιρειών. Κατά συνέπεια ουσιαστικά δεν θα μπορούν να εγγραφούν νομικά πρόσωπα που έχουν συσταθεί ως τέτοια σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τον τύπο και μορφή εταιρείας που προβλέπεται στο εν λόγω κράτος μέλος. Περαιτέρω, η δυνατότητα εγγραφής στο Μητρώο νομικού προσώπου συσταθέντος σε άλλο κράτος μέλος περιορίζεται επίσης από το γεγονός ότι το σύνολο των μετόχων του και των μελών του διοικητικού του συμβουλίου θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένοι στη Κυπριακό Μητρώο με αποτέλεσμα το νομικό πρόσωπο να μην μπορεί να εγγραφεί αν συμμετέχουν σε αυτό μέλη ή μέτοχοι που είναι εγγεγραμμένα στα αντίστοιχα μητρώα άλλων κρατών μελών που κατοχυρώνουν το επάγγελμα. Οι εν λόγω περιορισμοί πλήττουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στα κράτη μέλη της Ε.Ε. αλλά και την ελευθερία εγκατάστασης όπως αυτές κατοχυρώνονται τόσο από τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ε.Ε (ΣΛΕΕ) όσο και από την Οδηγία 2005/36/ΕΚ." "12 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου.",Pantelitsa,"Η δυνατότητα εγγραφής νομικών προσώπων στο Μητρώο δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς την επιστημονική ευθύνη, τον έλεγχο της επαγγελματικής πρακτικής και την προστασία του κοινού. Δεν καθίσταται σαφές κατά πόσο σε τέτοιες εταιρείες θα μπορούν να εργάζονται ή να παρέχουν υπηρεσίες πρόσωπα που δεν είναι εγγεγραμμένοι διαιτολόγοι/διατροφολόγοι ή ποιος θα φέρει την επιστημονική και πειθαρχική ευθύνη. Κρίνεται αναγκαίο να διασφαλίζεται ρητά ότι οι υπηρεσίες διαιτολογίας και διατροφής παρέχονται αποκλειστικά από εγγεγραμμένους επαγγελματίες και ότι η επιστημονική ευθύνη δεν μεταφέρεται σε νομικά πρόσωπα ή επιχειρηματικές δομές." "14 - Τροποποίηση του άρθρου 7 του βασικού νόμου","Maria-Dolores Christofi","Η εισαγωγή ξεχωριστής «Κατηγορίας Διατροφολόγων» στο Μητρώο Διαιτολόγων και Διατροφολόγων ενδέχεται να προκαλέσει ασάφεια ως προς τα επαγγελματικά όρια άλλων κλάδων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της πρόληψης, της ευεξίας και της ολιστικής υγείας, όπως η Φυσικοπαθητική (Naturopathy), ιδιαίτερα όσον αφορά την παροχή μη κλινικών διατροφικών συμβουλών ή καθοδήγησης ευεξίας. Για αποφυγή παρερμηνειών ή ακούσιου περιορισμού άλλων νόμιμων επαγγελματικών δραστηριοτήτων, εισηγούμαστε όπως διευκρινιστεί ρητά ότι το εν λόγω Μητρώο αφορά αποκλειστικά τα επαγγέλματα που ρυθμίζονται από τον παρόντα Νόμο και δεν επηρεάζει τη νόμιμη άσκηση άλλων συναφών επαγγελμάτων συμπληρωματικής ή ολιστικής υγείας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν γίνεται χρήση των προστατευόμενων επαγγελματικών τίτλων που προβλέπονται στον Νόμο." "15 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου",COMED,"ΕΤΗΣΙΑ ΑΔΕΙΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ Η συνεχής επιστημονική επιμόρφωση αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και την προστασία της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, οι προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν εύλογο προβληματισμό ως προς τον τρόπο εφαρμογής τους, τα απαιτούμενα κριτήρια και το οικονομικό κόστος που ενδέχεται να επιβαρύνει αποκλειστικά τους επαγγελματίες. Δεδομένου ότι η συμμετοχή σε προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης καθίσταται ουσιαστικά υποχρεωτική για τη διατήρηση και ανανέωση της άδειας άσκησης επαγγέλματος, θεωρείται απαραίτητο να καθορίζονται με σαφήνεια τα απαιτούμενα κριτήρια, οι ώρες εκπαίδευσης, οι διαδικασίες αναγνώρισης, οι εγκεκριμένοι φορείς καθώς και τυχόν οικονομικές επιβαρύνσεις. Ιδιαίτερος προβληματισμός δημιουργείται για τους αυτοεργοδοτούμενους διαιτολόγους και διατροφολόγους, οι οποίοι ενδέχεται να υποχρεώνονται να αναστέλλουν προσωρινά τη λειτουργία των ιδιωτικών τους γραφείων για σκοπούς υποχρεωτικής επιμόρφωσης, με συνεπακόλουθη απώλεια εισοδήματος και ταυτόχρονη συνέχιση των λειτουργικών και επαγγελματικών εξόδων τους. Αντίθετα, επαγγελματίες που εργάζονται σε οργανωμένες δημόσιες ή μεγάλες ιδιωτικές δομές ενδέχεται να διαθέτουν διαφορετικές δυνατότητες ή διευκολύνσεις συμμετοχής, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει άνιση επιβάρυνση μεταξύ επαγγελματιών του ίδιου κλάδου. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα δωρεάν ή επιχορηγούμενων προγραμμάτων συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, καθώς και ευέλικτων μορφών επιμόρφωσης, ώστε να διασφαλίζεται ίση και ουσιαστική πρόσβαση όλων των επαγγελματιών στις απαιτήσεις ανανέωσης της άδειας άσκησης επαγγέλματος. Επιπρόσθετα, θεωρείται αναγκαίο να προβλεφθούν εύλογες εξαιρέσεις ή δυνατότητα παράτασης ανανέωσης της επαγγελματικής άδειας σε περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας, παρατεταμένης νοσηλείας, εγκυμοσύνης, ανωτέρας βίας ή άλλων τεκμηριωμένων περιστάσεων που αντικειμενικά δυσχεραίνουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ανανέωσης ή συνεχιζόμενης εκπαίδευσης. Η απουσία τέτοιας πρόνοιας ενδέχεται να οδηγεί σε δυσανάλογες συνέπειες και σε προσωρινό επαγγελματικό αποκλεισμό επαγγελματιών οι οποίοι αδυνατούν να ολοκληρώσουν εγκαίρως τις απαιτούμενες διαδικασίες για λόγους ανεξάρτητους της βούλησής τους. Για τον λόγο αυτό, εισηγούμαστε όπως προβλεφθεί δυνατότητα εύλογης παράτασης ή προσωρινής αναστολής των σχετικών προθεσμιών, κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησης και προσκόμισης των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων προς το Συμβούλιο." "15 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου",andri.panteli@gmail.com,"Άρθρο 15 του προτεινόμενου Νομοσχέδιου και Κανονισμός 7 του περί του Συμβουλίου Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων, Τεχνολόγων Τροφίμων, Διαιτολόγων και Διατροφολόγων (Διαδικασία Εγγραφής στο Μητρώο και Χορήγηση και Ανανέωση Επαγγελματικής Άδειας) Κανονισμοί του 2025 Σχόλιο: ( Να γραφτεί και στα δύο σημεία) Με βάση τις προτεινόμενες πρόνοιες αναφορικά με τη συνεχιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση και επιμόρφωση, οι επαγγελματίες που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο οφείλουν να συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα μόρια επιμόρφωσης για σκοπούς διατήρησης ή ανανέωσης της άδειας άσκησης του επαγγέλματός τους. Ωστόσο, τα προγράμματα, οι φορείς και οι δραστηριότητες επιμόρφωσης που θα αναγνωρίζονται φαίνεται να τίθενται υπό την αποκλειστική αρμοδιότητα και έγκριση του Συμβουλίου. Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί προβληματισμό, καθότι δεν προβλέπεται ρητή υποχρέωση του Συμβουλίου να εντάσσει, να αποδέχεται ή να αναγνωρίζει προγράμματα επιμόρφωσης που αφορούν ειδικά το επιστημονικό και επαγγελματικό αντικείμενο των Διατροφολόγων. Ελλείψει τέτοιας πρόνοιας, υπάρχει κίνδυνος η συνεχιζόμενη επιμόρφωση να περιοριστεί, στην πράξη, σε προγράμματα με κυρίως διαιτολογικό ή κλινικοδιαιτολογικό προσανατολισμό, αποκλείοντας ή υποβαθμίζοντας προγράμματα που αφορούν τη Διατροφολογία και τα επιμέρους σύγχρονα πεδία της. Ιδίως θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι Διατροφολόγοι θα έχουν πραγματική και ισότιμη δυνατότητα να καλύπτουν τις απαιτήσεις συνεχιζόμενης επιμόρφωσης μέσω προγραμμάτων που σχετίζονται με την επιστήμη της Διατροφής. Η απουσία σαφούς υποχρέωσης του Συμβουλίου να αναγνωρίζει τέτοια προγράμματα ενδέχεται να δημιουργήσει, στην πράξη, μηχανισμό έμμεσου αποκλεισμού των Διατροφολόγων από την ανανέωση της άδειας άσκησης επαγγέλματος, εάν τα διαθέσιμα ή εγκεκριμένα προγράμματα επιμόρφωσης δεν ανταποκρίνονται στο δικό τους επιστημονικό αντικείμενο. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη υποχρέωσης συνεχιζόμενης επιμόρφωσης, η οποία είναι θεμιτή και συνήθης για επαγγελματίες υγείας, αλλά η απουσία αντικειμενικού και ισότιμου πλαισίου αναγνώρισης προγραμμάτων που να καλύπτει ουσιαστικά και τους Διατροφολόγους. Εισήγηση: Εισηγούμαστε όπως προστεθεί ρητή πρόνοια σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο υποχρεούται να εντάσσει, να αποδέχεται και να αναγνωρίζει προγράμματα συνεχιζόμενης επιμόρφωσης που αφορούν ειδικά τους Διατροφολόγους και το ευρύτερο επιστημονικό αντικείμενο της Διατροφής. Περαιτέρω, εισηγούμαστε όπως η αναγνώριση των προγραμμάτων επιμόρφωσης γίνεται βάσει σαφών, αντικειμενικών και προκαθορισμένων κριτηρίων, ώστε να αποφεύγεται η επιλεκτική ή άνιση αναγνώριση προγραμμάτων και να διασφαλίζεται ότι οι Διατροφολόγοι δεν θα εξαρτώνται αποκλειστικά από προγράμματα ή φορείς με διαιτολογικό προσανατολισμό για την ανανέωση της άδειας άσκησης του επαγγέλματός τους." "15 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου","katerina Christofi","Η πρόνοια για ανανέωση άδειας μπορεί να συμβάλει στη συνεχή επαγγελματική εποπτεία. Ωστόσο, κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι διαδικασίες ανανέωσης, τα κριτήρια και οι οικονομικές απαιτήσεις θα είναι σαφή, αναλογικά και εύλογα, χωρίς υπερβολική διοικητική επιβάρυνση ή έμμεσο περιορισμό στην άσκηση του επαγγέλματος. Παράλληλα, εισηγούμαστε να προβλεφθεί εύλογη παράταση ή ευελιξία σε περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας ή αντικειμενικής αδυναμίας ανανέωσης, ώστε να αποφεύγονται δυσανάλογες συνέπειες για επαγγελματίες που αδυνατούν προσωρινά να ολοκληρώσουν τη διαδικασία." "15 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου","katerina Christofi","Άρθρο 7Α – Ετήσια Άδεια Άσκησης Επαγγέλματος και Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση Η συνεχής επιστημονική επιμόρφωση είναι σημαντική για την αναβάθμιση του επαγγέλματος. Ωστόσο, οι προτεινόμενες πρόνοιες δεν καθορίζουν με σαφήνεια: τα απαιτούμενα κριτήρια, τις ώρες εκπαίδευσης, τα κόστη, ούτε τις διαδικασίες αναγνώρισης. Η υπερβολική εξάρτηση από εγκρίσεις του Συμβουλίου ενδέχεται να δημιουργήσει γραφειοκρατία, άνιση μεταχείριση και υπερβολικό έλεγχο επί της άσκησης του επαγγέλματος. Κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθούν σαφή, αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια αναγνώρισης της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης." "15 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου",Pantelitsa,"Η υποχρέωση ετήσιας ανανέωσης άδειας άσκησης επαγγέλματος και συνεχούς εκπαίδευσης μπορεί να συμβάλει στην επιστημονική αναβάθμιση του επαγγέλματος, ωστόσο απαιτείται σαφής καθορισμός των κριτηρίων, του κόστους, της διαδικασίας αξιολόγησης και των φορέων αναγνώρισης της εκπαίδευσης, ώστε να αποφεύγονται αυθαίρετες ή άνισες πρακτικές. Το Συμβούλιο αποκτά έλεγχο πάνω στο ποιος συνεχίζει να εργάζεται. Αν για οποιοδήποτε λόγω δεν ανανεώσεις έγκαιρα, ουσιαστικά δεν μπορείς να πλέον να δουλεύεις." "15 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου","Maria-Dolores Christofi","Η απαίτηση κατοχής και ετήσιας ανανέωσης επαγγελματικής άδειας θα πρέπει να εφαρμόζεται αποκλειστικά στα επαγγέλματα που ρυθμίζονται από τον παρόντα Νόμο και να μην ερμηνεύεται με τρόπο που περιορίζει δυσανάλογα άλλους επαγγελματικούς κλάδους συμπληρωματικής, προληπτικής, συνδυαστικής ή ολιστικής υγείας, συμπεριλαμβανομένης της Φυσικοπαθητικής (Naturopathy)." "18 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου","katerina Christofi","Παρατήρηση / Εισήγηση επί του Άρθρου 19 – Αναγνώριση Προσόντων, Κλινική Διαιτολογία και Επαγγελματικά Δικαιώματα Το προτεινόμενο άρθρο 19 εισάγει σημαντικές μεταβολές αναφορικά με την εγγραφή διαιτολόγων, διατροφολόγων και κλινικών διαιτολόγων, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση και άσκηση του επαγγέλματος. Αναγνωρίζεται η ανάγκη εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας και διασφάλισης υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας. Ωστόσο, αρκετές από τις προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την ευρωπαϊκή εναρμόνιση, την ίση μεταχείριση, την αναλογικότητα των απαιτήσεων και την προστασία των ήδη κατοχυρωμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων. Καταρχάς, θεωρούμε αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η ευρωπαϊκή προσέγγιση ως προς τον ορισμό και τον ρόλο του διαιτολόγου. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συλλόγων Διαιτολόγων (EFAD), οι διαιτολόγοι αποτελούν αναγνωρισμένους επαγγελματίες υγείας, εκπαιδευμένους τουλάχιστον σε επίπεδο Bachelor, οι οποίοι εργάζονται αυτόνομα και παρέχουν τεκμηριωμένη διατροφική συμβουλευτική και θεραπευτική παρέμβαση σε άτομα και πληθυσμούς. Η κλινική διατροφική παρέμβαση και η διαχείριση παθολογικών καταστάσεων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της βασικής διαιτολογικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής ταυτότητας του διαιτολόγου στην Ευρώπη. Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται σοβαρός προβληματισμός ως προς τη διάκριση που επιχειρεί το άρθρο μεταξύ «διαιτολόγου» και «κλινικού διαιτολόγου» και τον τρόπο με τον οποίο αποδίδονται ή περιορίζονται τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα. Εφόσον οι απόφοιτοι αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας εκπαιδεύονται ήδη στην κλινική διατροφή, στην παθοφυσιολογία και στη διαιτολογική θεραπεία νοσημάτων, τίθεται εύλογο ερώτημα κατά πόσο η δημιουργία ξεχωριστής κατηγορίας «κλινικού διαιτολόγου» οδηγεί σε έμμεσο περιορισμό υφιστάμενων επαγγελματικών δικαιωμάτων των διαιτολόγων χωρίς επαρκή επιστημονική ή νομοθετική τεκμηρίωση. Η Κλινική Διαιτολογία αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση της Διαιτολογίας και όχι νέο ή ξεχωριστό επάγγελμα. Η αναγνώριση εξειδικεύσεων είναι θεμιτή και επιστημονικά χρήσιμη, δεν θα πρέπει όμως να λειτουργεί ως μηχανισμός περιορισμού ή αφαίρεσης επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ήδη απορρέουν από το βασικό πτυχίο και την ιδιότητα του εγγεγραμμένου διαιτολόγου. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η βαρύτητα που αποδίδεται σε registrations ή memberships ξένων επαγγελματικών σωμάτων, όπως RD/RDN, HCPC, CDR ή άλλων αντίστοιχων οργανισμών. Το RD σημαίνει Registered Dietitian, δηλαδή εγγεγραμμένος διαιτολόγος, και όχι κατ’ ανάγκην ξεχωριστή κατηγορία «κλινικού διαιτολόγου». Δημιουργείται επομένως εύλογο ερώτημα κατά πόσο η έννοια αυτή ερμηνεύεται ή εφαρμόζεται με τρόπο που αλλοιώνει το αρχικό της περιεχόμενο. Παράλληλα, θεωρούμε προβληματική τη σύνδεση της άσκησης επαγγέλματος στην Κυπριακή Δημοκρατία με memberships ή registrations επαγγελματικών σωμάτων άλλων χωρών. Η αρμοδιότητα αξιολόγησης και αδειοδότησης επαγγελματιών υγείας πρέπει να ασκείται από την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω σαφών και αντικειμενικών κριτηρίων και όχι να εξαρτάται δυσανάλογα από εγγραφή ή συνδρομή σε επαγγελματικούς οργανισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλων χωρών. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί πρόσθετο οικονομικό και διοικητικό βάρος σε αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η πρακτική επίδραση των προτεινόμενων ρυθμίσεων σε αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεγάλος αριθμός Κυπρίων φοιτητών εισάγεται σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων που διεξάγονται από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρόσβαση αυτή πραγματοποιείται κατόπιν επίσημης διαδικασίας αξιολόγησης και επιλογής που αναγνωρίζεται από το ίδιο το κυπριακό κράτος. Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός όταν απόφοιτοι αναγνωρισμένων ελληνικών πανεπιστημίων, στους οποίους το ίδιο το κράτος παρείχε πρόσβαση μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων, ενδέχεται στη συνέχεια να αντιμετωπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις, registrations ή περιορισμούς για την πλήρη άσκηση του επαγγέλματος ή για εγγραφή σε ειδικότερους κλάδους άσκησης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τα ελληνικά πανεπιστήμια αποτελούν αναγνωρισμένα δημόσια πανεπιστήμια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι τίτλοι σπουδών τους παρέχουν επαγγελματικά δικαιώματα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι η νομοθεσία οφείλει να διασφαλίζει ίση μεταχείριση όλων των αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις ή δυσανάλογες απαιτήσεις που δεν εφαρμόζονται με ομοιόμορφο και αντικειμενικό τρόπο. Εξίσου σημαντικός είναι ο προβληματισμός που αφορά τον ρόλο των μεταπτυχιακών τίτλων. Θεωρούμε ότι τα επαγγελματικά δικαιώματα του διαιτολόγου θεμελιώνονται πρωτίστως στο βασικό πανεπιστημιακό πτυχίο Διαιτολογίας ή Διατροφής (Bachelor), το οποίο περιλαμβάνει ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση. Το μεταπτυχιακό αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση και όχι υποκατάστατο του βασικού πτυχίου ούτε μηχανισμό πρωτογενούς επαγγελματικής κατοχύρωσης. Με βάση τις προτεινόμενες ρυθμίσεις δημιουργείται ο κίνδυνος άτομα χωρίς βασική εκπαίδευση στη Διαιτολογία να αποκτούν πρόσβαση σε επαγγελματικά δικαιώματα μέσω μεταπτυχιακού τίτλου, ενώ παράλληλα να τίθενται περιορισμοί ή πρόσθετες απαιτήσεις σε κατόχους αναγνωρισμένων βασικών πτυχίων Διαιτολογίας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εγείρει σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας, επιστημονικής επάρκειας και προστασίας της δημόσιας υγείας. Περαιτέρω, δημιουργείται ουσιαστικός προβληματισμός ως προς την απαίτηση συμπλήρωσης χιλίων (1000) ωρών πρακτικής άσκησης ως πρόσθετης προϋπόθεσης εγγραφής ή αναγνώρισης. Τα αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά προγράμματα Διαιτολογίας περιλαμβάνουν ήδη οργανωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, περιλαμβανομένης της κλινικής άσκησης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του βασικού πτυχίου και αξιολογείται ακαδημαϊκά από τα ίδια τα πανεπιστήμια. Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογο ερώτημα κατά πόσο η απαίτηση πρόσθετων 1000 ωρών πρακτικής άσκησης συνεπάγεται ουσιαστική αμφισβήτηση της επάρκειας αναγνωρισμένων πανεπιστημιακών προγραμμάτων ή εισάγει δυσανάλογη πρόσθετη προϋπόθεση που δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλους τους αποφοίτους. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε πρόσθετη απαίτηση πρακτικής θα πρέπει να αιτιολογείται με σαφή, αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια και να λαμβάνει υπόψη την ήδη ολοκληρωμένη πρακτική κατάρτιση που παρέχεται μέσω αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας. Παρόμοιος προβληματισμός υφίσταται και ως προς τις προβλεπόμενες εξετάσεις, καθώς το Συμβούλιο φαίνεται να αποκτά ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τη διοργάνωση, έγκριση ή ανάθεσή τους χωρίς επαρκή νομοθετική αποσαφήνιση της ύλης, των κριτηρίων αξιολόγησης, των μηχανισμών ελέγχου και των διαδικασιών ένστασης ή επανεξέτασης. Ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση σε επάγγελμα υγείας πρέπει να διέπονται από σαφήνεια, αντικειμενικότητα και θεσμικές εγγυήσεις διαφάνειας. Τέλος, θεωρούμε αναγκαίο να διασφαλιστούν πλήρως οι αρχές διαφάνειας και αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Όταν εκπαιδευτικά προγράμματα ή πρόσθετες απαιτήσεις δύνανται να επηρεάζονται από πρόσωπα ή φορείς που συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη σαφών μηχανισμών δήλωσης και διαχείρισης πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, ώστε να προστατεύεται η αξιοπιστία του συστήματος και το δημόσιο συμφέρον. Εισηγούμαστε όπως το άρθρο 19 επανεξεταστεί ώστε: 1. Να διασφαλίζεται ότι δεν περιορίζονται υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα εγγεγραμμένων διαιτολόγων. 2. Να αναγνωρίζεται ότι το βασικό πτυχίο Διαιτολογίας αποτελεί τη θεμελιώδη βάση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και ότι το μεταπτυχιακό παρέχει εξειδίκευση και όχι πρωτογενή επαγγελματική κατοχύρωση. 3. Να αποσαφηνιστεί ο ρόλος RD/RDN και λοιπών ξένων registrations χωρίς δυσανάλογη εξάρτηση από επαγγελματικά σώματα άλλων χωρών. 4. Να προβλέπεται σαφής και ισότιμη αναγνώριση τίτλων σπουδών από αναγνωρισμένα πανεπιστήμια της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις αρχές της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων και ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος. 5. Παράλληλα, να προβλέπεται η δυνατότητα αξιολόγησης και αναγνώρισης ισότιμων τίτλων σπουδών από πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλων τρίτων χωρών, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. 6. Να θεσπιστούν σαφείς, εφαρμόσιμες και δίκαιες πρόνοιες για πρακτική άσκηση, εξετάσεις και διαδικασίες αναγνώρισης. 7. Να διασφαλιστεί πλήρης συμμόρφωση με τις αρχές ίσης μεταχείρισης, ευρωπαϊκής εναρμόνισης και προστασίας της δημόσιας υγείας." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου",COMED,"ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ, ΚΛΙΝΙΚΟΣ ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ Αναγνώριση Ξένων Επαγγελματικών Σωμάτων (RD / HCPC / CDR) Η πρόνοια που αφορά την αναγνώριση memberships ή registrations ξένων επαγγελματικών σωμάτων και συνδέσμων δημιουργεί ασάφεια ως προς τα απαιτούμενα προσόντα εγγραφής και φαίνεται να παρέχει υπερβολική διακριτική ευχέρεια στο Συμβούλιο. Η αναφορά σε «αναγνωρισμένο από το Συμβούλιο σύνδεσμο ή συμβούλιο άλλης χώρας» δεν συνοδεύεται από σαφή και αντικειμενικά κριτήρια αναγνώρισης. Κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθούν σαφή, διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια αναγνώρισης επαγγελματικών σωμάτων και τίτλων σπουδών, ώστε να αποφεύγεται άνιση μεταχείριση και διαφορετική εφαρμογή των προνοιών. Αναγνώριση Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων Οι προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν προβληματισμό ως προς την ισότιμη αντιμετώπιση αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός Κυπρίων φοιτητών εισάγεται σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή μέσω επίσημης και αναγνωρισμένης κρατικής διαδικασίας εισδοχής. Ως εκ τούτου, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός όταν απόφοιτοι πανεπιστημίων στα οποία το ίδιο το κράτος παρέχει πρόσβαση μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων ενδέχεται στη συνέχεια να αντιμετωπίζουν πρόσθετα εμπόδια ή περιορισμούς στην επαγγελματική τους αναγνώριση στην Κύπρο. Κρίνεται αναγκαίο να διασφαλίζεται ισότιμη αναγνώριση αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Κύπρου, της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεταπτυχιακοί Τίτλοι και Βασικό Πτυχίο Η πρόνοια σύμφωνα με την οποία μεταπτυχιακοί τίτλοι στη Διατροφή ή Διαιτολογία δύνανται να θεωρούνται επαρκές προσόν εγγραφής δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό. Η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου δεν θα πρέπει από μόνη της να θεωρείται επαρκές προσόν χωρίς την ύπαρξη βασικού πτυχίου στη Διαιτολογία ή/και στην Επιστήμη Διατροφής. Διαφορετικά, ενδέχεται να δημιουργηθεί το φαινόμενο προσώπων με άσχετο βασικό πτυχίο να αποκτούν επαγγελματικά δικαιώματα αποκλειστικά μέσω μεταπτυχιακού τίτλου. ECTS και Διακριτική Ευχέρεια Συμβουλίου Η αναφορά ότι τα απαιτούμενα ECTS ή ακαδημαϊκά κριτήρια καθορίζονται από το Συμβούλιο δημιουργεί υπερβολικά γενική εξουσιοδότηση χωρίς σαφή αντικειμενικά όρια. Τα ακαδημαϊκά κριτήρια και οι απαιτούμενες εκπαιδευτικές μονάδες θα πρέπει να καθορίζονται με σαφή, διαφανή και αντικειμενικό τρόπο και όχι αποκλειστικά κατά τη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου. Εξετάσεις και Διαδικασίες Αξιολόγησης Οι πρόνοιες περί εξετάσεων και αξιολόγησης δεν αποσαφηνίζουν επαρκώς ποιοι υποχρεούνται να εξετάζονται, ποιος οργανώνει τις εξετάσεις, ποια είναι τα κριτήρια αξιολόγησης ούτε τις διαδικασίες ένστασης ή επανεξέτασης. Η απουσία σαφών διαδικασιών ενδέχεται να δημιουργήσει αβεβαιότητα, υπερβολική διακριτική ευχέρεια και άνιση μεταχείριση ως προς την πρόσβαση και άσκηση του επαγγέλματος. Κρίνεται αναγκαίο να καθοριστούν με σαφήνεια: • οι φορείς διεξαγωγής των εξετάσεων, • η εξεταστέα ύλη και τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά κριτήρια αξιολόγησης, • οι διαδικασίες βαθμολόγησης και αξιολόγησης, • καθώς και οι διαδικασίες ένστασης και επανεξέτασης, για σκοπούς διαφάνειας, αντικειμενικότητας και ασφάλειας δικαίου. Παράλληλα, σε περίπτωση καθιέρωσης εξετάσεων ως προϋπόθεσης εγγραφής ή αναγνώρισης, αυτές θα πρέπει να εφαρμόζονται με ενιαίο, αντικειμενικό και ισότιμο τρόπο για όλους τους αιτητές, χωρίς εξαιρέσεις ή διαφορετική μεταχείριση μεταξύ κατηγοριών επαγγελματιών. Η πρόσβαση στο επάγγελμα και η διαδικασία αξιολόγησης δεν θα πρέπει να διαφοροποιούνται με βάση memberships, registrations ή επαγγελματικούς τίτλους ξένων οργανισμών ή συνδέσμων, αλλά να βασίζονται σε ενιαία και σαφώς καθορισμένα νομοθετικά κριτήρια που εφαρμόζονται ισότιμα σε όλους. Internship και 1000 Ώρες Πρακτικής Άσκησης Η απαίτηση συγκεκριμένου αριθμού ωρών πρακτικής άσκησης ή internship δημιουργεί προβληματισμό ως προς την ομοιόμορφη εφαρμογή της μεταξύ διαφορετικών αναγνωρισμένων πανεπιστημιακών προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα προγράμματα σπουδών διαφέρουν μεταξύ κρατών-μελών ως προς τη δομή, τη διάρκεια και τον τρόπο ενσωμάτωσης της πρακτικής άσκησης, χωρίς αυτό να σημαίνει μειωμένη ακαδημαϊκή ή επαγγελματική επάρκεια. Η εφαρμογή ενιαίων απαιτήσεων πρακτικής χωρίς πρόβλεψη ευελιξίας ή ακαδημαϊκής ισοδυναμίας ενδέχεται να δημιουργήσει δυσανάλογους περιορισμούς ή αποκλεισμούς για αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, θεωρούμε αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη και να αναγνωρίζεται η ήδη ολοκληρωμένη ακαδημαϊκή και πρακτική κατάρτιση που παρέχεται μέσω αναγνωρισμένων πανεπιστημιακών προγραμμάτων Διαιτολογίας και Διατροφής. Ιδανικά, οποιεσδήποτε απαιτήσεις internship ή πρόσθετων ωρών πρακτικής θα πρέπει να προβλέπουν δυνατότητα συμψηφισμού ή αναγνώρισης της πρακτικής εκπαίδευσης που έχει ήδη ολοκληρωθεί και αξιολογηθεί στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών σπουδών, μέσω διαδικασιών ακαδημαϊκής ισοδυναμίας και αντικειμενικής αξιολόγησης. Κρίνεται επομένως αναγκαίο να διασφαλίζεται ισότιμη αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών και της πρακτικής κατάρτισης χωρίς αδικαιολόγητους αποκλεισμούς ή διαφοροποιήσεις. Κλινική Διαιτολογία και Επαγγελματικά Δικαιώματα Διαιτολόγων Η Κλινική Διαιτολογία αποτελεί ακαδημαϊκή και επαγγελματική εξειδίκευση της επιστήμης της Διαιτολογίας και δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός περιορισμού ή αφαίρεσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των ήδη εγγεγραμμένων διαιτολόγων. Οι απόφοιτοι αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας εκπαιδεύονται ήδη κατά τη διάρκεια των βασικών τους σπουδών στη διατροφική αξιολόγηση και διαχείριση παθολογικών καταστάσεων, περιλαμβανομένων χρόνιων νοσημάτων όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, οι καρδιομεταβολικές παθήσεις και άλλες καταστάσεις που σχετίζονται με τη διατροφή. Ως εκ τούτου, δημιουργείται σοβαρός προβληματισμός ως προς το ενδεχόμενο περιορισμού της δυνατότητας άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων από εγγεγραμμένους διαιτολόγους υπέρ ξεχωριστής κατηγορίας «Κλινικού Διαιτολόγου», χωρίς επαρκή αποσαφήνιση των επαγγελματικών ορίων και αρμοδιοτήτων. Το μεταπτυχιακό ή άλλη εξειδίκευση στην Κλινική Διαιτολογία αποτελεί πρόσθετη επιστημονική κατάρτιση και δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως στοιχείο που αναιρεί ή περιορίζει τα υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα των διαιτολόγων. Κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι η δημιουργία εξειδικεύσεων δεν θα οδηγεί σε αδικαιολόγητο περιορισμό των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ήδη ασκούνται από εγγεγραμμένους διαιτολόγους, ούτε σε άνιση μεταχείριση εντός του ίδιου επαγγελματικού κλάδου. Παράλληλα, θεωρείται απαραίτητο να αποσαφηνιστούν με σαφήνεια τα όρια και οι αρμοδιότητες μεταξύ Διαιτολόγου, Κλινικού Διαιτολόγου και Διατροφολόγου, ώστε να αποφεύγεται σύγχυση τόσο μεταξύ των επαγγελματιών όσο και στο κοινό. Αναγνώριση Dietetic Internship και Κυπριακών Φορέων Η πρόνοια περί αναγνώρισης Dietetic Internship μέσω διεθνών οργανισμών ή επαγγελματικών σωμάτων δημιουργεί προβληματισμό ως προς την αναγνώριση αντίστοιχων προγραμμάτων που ενδέχεται να προσφέρονται από κυπριακά πανεπιστήμια ή να αναγνωρίζονται από αρμόδιους θεσμικούς φορείς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί δυνατότητα αναγνώρισης αντίστοιχων προγραμμάτων πρακτικής άσκησης ή internship και από αρμόδιους κυπριακούς ακαδημαϊκούς και θεσμικούς φορείς, ώστε να διασφαλίζεται ισότιμη μεταχείριση και ακαδημαϊκή συνέπεια." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου",andri.panteli@gmail.com,"Άρθρο 19 του προτεινόμενου Νομοσχέδιου Σχόλιο Στο εδάφιο (4) προβλέπεται ότι Διατροφολόγος, ο οποίος κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην «Clinical Nutrition», δύναται να εγγραφεί ως Κλινικός Διατροφολόγος, νοουμένου ότι ο εν λόγω τίτλος αναγνωρίζεται από συγκεκριμένα διεθνή επιστημονικά σώματα και πληροί τα αναγκαία κριτήρια που αυτά θέτουν. Η ρύθμιση αυτή, ωστόσο, παραμένει αόριστη και ελλιπής, καθότι δεν προσδιορίζει ποια είναι τα αναγνωρισμένα διεθνή επιστημονικά σώματα, ποια είναι τα εφαρμοστέα κριτήρια αναγνώρισης, ποια δικαιώματα αποκτά ο εγγραφόμενος Κλινικός Διατροφολόγος και ποια είναι τα όρια ή οι περιορισμοί στην άσκηση της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας. Εισήγηση: Εισηγούμαστε όπως η πρόνοια επαναδιατυπωθεί κατά τρόπο που να διασφαλίζει την απαιτούμενη σαφήνεια, προβλεψιμότητα και ασφάλεια δικαίου. Ειδικότερα, θα πρέπει να καθορίζονται ρητά τα διεθνή επιστημονικά σώματα των οποίων η αναγνώριση θα είναι αποδεκτή, τα συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην «Clinical Nutrition», καθώς και τα επαγγελματικά δικαιώματα, (Βλέπε άρθρο 20 του προτεινόμενου Νομοσχέδιου), οι αρμοδιότητες και οι τυχόν περιορισμοί που θα συνοδεύουν την εγγραφή ως Κλινικού Διατροφολόγου. Η απουσία τέτοιας σαφήνειας αφήνει υπέρμετρο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο Συμβούλιο και δημιουργεί κίνδυνο επιλεκτικής ή άνισης μεταχείρισης των αιτητών" "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου","Demos Nefelias","Το βασικό πτυχίο Διαιτολογίας (Bachelor) αποτελεί τη θεμελιώδη βάση των επαγγελματικών δικαιωμάτων του διαιτολόγου. Τα αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά προγράμματα Διαιτολογίας παρέχουν ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική κατάρτιση, περιλαμβανομένης της κλινικής εκπαίδευσης, της παθοφυσιολογίας και της διαιτολογικής θεραπείας νοσημάτων. Το μεταπτυχιακό αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση — δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργεί ως υποκατάστατο του βασικού πτυχίου ούτε ως μέσο πρωτογενούς επαγγελματικής κατοχύρωσης. Ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο άτομα χωρίς βασική εκπαίδευση στη Διαιτολογία να αποκτούν επαγγελματικά δικαιώματα μέσω μεταπτυχιακού τίτλου, ενώ παράλληλα κάτοχοι αναγνωρισμένων βασικών πτυχίων να αντιμετωπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις και περιορισμούς. Αυτό δεν είναι μόνο άδικο — είναι και επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου","Georgia Hadjimichael","Με το προτεινόμενο άρθρο 9 διαπιστώνεται σημαντική συγκέντρωση ρυθμιστικής και αποφασιστικής εξουσίας στο Συμβούλιο, το οποίο καλείται να καθορίζει, να αναγνωρίζει και να αξιολογεί σειρά ουσιωδών προϋποθέσεων πρόσβασης και άσκησης του επαγγέλματος, όπως η αναγνώριση τίτλων σπουδών, η ισοδυναμία προσόντων, η πιστοποιημένη πρακτική άσκηση και η διεξαγωγή εξετάσεων. Η εκτεταμένη αυτή διακριτική ευχέρεια, σε συνδυασμό με επαναλαμβανόμενες αόριστες έννοιες περί «αναγνώρισης από το Συμβούλιο», ενδέχεται να οδηγήσει σε άνιση μεταχείριση υποψηφίων και σε έλλειψη επαρκούς αντικειμενικότητας και προβλεψιμότητας ως προς τα κριτήρια εγγραφής. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η αυστηρή πρόνοια για αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων των μελών του Συμβουλίου, όπως έχει ήδη επισημανθεί και σε προηγούμενο σχόλιο, δεδομένου ότι ιδιότητες όπως ακαδημαϊκοί ή υπεύθυνοι πρακτικής άσκησης δύνανται να επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα την αμερόληπτη άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Ως εκ τούτου, κρίνεται αναγκαία η ενίσχυση των αντικειμενικών και προκαθορισμένων κριτηρίων αξιολόγησης, ώστε να διασφαλίζονται στην πράξη οι αρχές της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και της αμεροληψίας." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου","Maria K","Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στο άρθρο 9 εγείρουν σοβαρούς προβληματισμούς ως προς τη διασφάλιση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των αποφοίτων από αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ελλάδας και άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου ότι μεγάλος αριθμός Κυπρίων φοιτητών εξασφαλίζει θέση σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των επίσημων Παγκύπριων Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας, η επιβολή πρόσθετων περιορισμών, εξετάσεων ή απαιτήσεων εγγραφής σε ξένα επαγγελματικά σώματα εισάγει δυσανάλογα γραφειοκρατικά εμπόδια για επιστήμονες που κατέχουν ήδη αναγνωρισμένους τίτλους με κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Τονίζεται εμφαντικά ότι η αναγνώριση των τίτλων σπουδών οφείλει να γίνεται σε πλήρη εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό δίκαιο και με βάση τα επαγγελματικά δικαιώματα που παρέχει η χώρα-μέλος της Ε.Ε. όπου αποκτήθηκε το πτυχίο χωρίς να επαφίεται στην υποκειμενική κρίση του Συμβουλίου Εγγραφής. Παράλληλα, για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και των ακαδημαϊκών κριτηρίων, κρίνεται απαραίτητο να διευκρινιστεί νομοθετικά ότι η εγγραφή στον κλάδο της Κλινικής Διαιτολογίας προϋποθέτει υποχρεωτικά την κατοχή βασικού πτυχίου (BSc) στη Διαιτολογία, και δεν δύναται να επιτρέπεται αποκλειστικά με την απόκτηση ενός μεταπτυχιακού τίτλου (MSc). Ως εκ τούτου, το νομοθετικό πλαίσιο οφείλει να εγγυάται τη σαφή, αντικειμενική και ισότιμη αναγνώριση των πτυχίων από ιδρύματα της Κύπρου, της Ελλάδας και της Ε.Ε., αποτρέποντας κάθε είδους διακριτική μεταχείριση εις βάρος των αποφοίτων τους." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Κατ΄αρχάς οι διατάξεις του αναριθμημένου εδαφίου (5) (πρώην εδάφιο (3)) σύμφωνα με τις οποίες όπως προτείνεται να διαμορφωθεί θα καθορίζουν – «(3) Για την εγγραφή πολιτών κρατών μελών στο Μητρώο Διαιτολόγων, η εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 8, γίνεται τηρουμένων των διατάξεων του περί Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου του 2008» παραβιάζουν την Οδηγία 2005/36/ΕΚ και τη νομολογία του ΔΕΕ. Ο Νόμος του 2008 ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία 2005/36/ΕΚ δεν εφαρμόζεται μόνο σε πολίτες άλλων κρατών μελών αλλά και σε Κύπριους πολίτες που απέκτησαν το προσόντα τους σε άλλο κράτος μέλος (Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Brouillard, C‑298/14, EU:C:2015:652, σκέψη 27) Από τη στιγμή που το επάγγελμα του διαιτιολόγου, κλινικού διαιτολόγου και διατροφολόγου είναι νομοθετικά ρυθμισμένο επάγγελμα με βάση το εθνικό δίκαιο ολόκληρο το άρθρο θα έπρεπε να διασφαλίζει την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων αναφορικά με Κύπριους ή ευρωπαίους πολίτες που αποκτούν τα προσόντα τους σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. Περαιτέρω, η Οδηγία 2005/36/ΕΚ αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να ρυθμίζουν το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού τους συστήματος. Αυτό όμως θα πρέπει να γίνεται χωρίς διακρίσεις και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως προβλέπεται στην Οδηγία 2018/958, η οποία ενσωμάτωθηκε στο Ν. 174(Ι)/2021. Το άρθρο 9 δεν επιτυγχάνει τα πιο πάνω για τους ακόλουθους λόγους: 1. Απαιτείται όπως στον πτυχίο ή δίπλωμα πανεπιστημίου αναφέρεται η διαιτολογία ή επιστήμη διατροφής και διαιτολογία. Εάν επομένως ένα τίτλος σπουδών δεν αναφέρει τη διαιτολογία τότε δεν μπορεί να υπάρξει αναγνώριση. Το ζήτημα όμως δεν είναι ο τίτλος, λαμβανομένων των διαφορετικών συστημάτων εκπαίδευσης των κρατών μελών και των διαφορετικών ακαδημαϊκών ή επαγγελματικών τίτλων αλλά το τι διδάχθηκαν και κατά πόσο αυτό που διδάχθηκαν τους επιτρέπει να ασκούν τα καθήκοντα που καθορίζονται στο άρθρο 9Α, με επιφύλαξη των θέσεων μας σε σχέση με το άρθρο 9Α. 2. Πέραν των πιο πάνω, από τη στιγμή που ένα προσόν είναι αναγνωρισμένο σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και επιτρέπεται η άσκηση του επαγγέλματος σε εκείνο το κράτος μέλος, το Συμβούλιο δεν θα πρέπει να έχει διακριτική ευχέρεια να το αναγνωρίζει για τους σκοπούς της άσκηση του επαγγέλματος στην Κύπρο αλλά θα πρέπει να εφαρμόζει τις διαδικασίες του Γενικού Συστήματος αναγνώρισης προσόντων όταν πρόκειται για ευρωπαίο πολίτη ή Κυπρίους που απέκτησαν τα προσόντα τους σε άλλο κράτος μέλος δηλ. να προβαίνει σε σύγκριση των προσόντων και αν θεωρεί ότι υπολείπονται μαθήματα ή πρακτική άσκηση να απαιτεί αντισταθμιστικά μέτρα τα οποία να περιορίζονται στην ολοκλήρωση των συγκεκριμένων μαθημάτων, της πρακτικής άσκησης ή άλλων απαιτήσεων που κρίνονται αναγκαίες για την κάλυψη των εν λόγω διαφορών, ακόμη και όταν αυτές αφορούν περιορισμένο αριθμό μαθημάτων. Σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αξιολόγηση των προσόντων πρέπει να βασίζεται στο σύνολο των επαγγελματικών και ακαδημαϊκών προσόντων του ενδιαφερομένου, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής εμπειρίας και της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης. Η προσέγγιση αυτή στηρίζεται στην αρχή ότι τα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών-μελών δεν είναι ούτε υποχρεωτικά ούτε αναμενόμενο να είναι πανομοιότυπα. Καθοριστικό στοιχείο δεν αποτελεί η απόλυτη αντιστοιχία τίτλων σπουδών ή τυπικών κατηγοριοποιήσεων, αλλά η ουσιαστική ισοδυναμία των γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων που έχουν αποκτηθεί. Κατά συνέπεια, μικρές ή καθαρά τυπικές αποκλίσεις δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την επιβολή αντισταθμιστικών μέτρων, πολλώ δε μάλλον τον πλήρη αποκλεισμό ή την έμμεση απαίτηση επανεκπαίδευσης. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνονται ουσιώδεις διαφορές, το κράτος υποδοχής μπορεί να επιβάλει μόνο εκείνα τα μέτρα που είναι απολύτως αναγκαία και αναλογικά. Προϋπόθεση για αυτό είναι να έχει προηγηθεί αξιολόγηση του κατά πόσο οι γνώσεις, οι δεξιότητες και οι ικανότητες που αποκτήθηκαν μέσω επαγγελματικής εμπειρίας ή δια βίου μάθησης — ιδίως όταν αυτές έχουν αναγνωριστεί ή επικυρωθεί από αρμόδια αρχή κράτους-μέλους — καλύπτουν εν όλω ή εν μέρει τα διαπιστωθέντα κενά. Οποιαδήποτε προσέγγιση υπερβαίνει τα ανωτέρω όρια αντίκειται ευθέως στην αρχή της αναλογικότητας και στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 3. Το κάθε κράτος μέλος ή κράτος γενικότερα αποδίδει τα δικά του ονόματα στα επαγγέλματα που αναγνωρίζει. Μπορεί να μην ονομάζεται διαιτολόγος ή διατροφολόγος κάποιος που ασκεί αυτά τα καθήκοντα σε άλλα κράτη μέλη. Για παράδειγμα στη Γερμανία υπάρχουν οι διαιτολόγοι για τους οποίους όμως δεν απαιτείται πτυχίο αλλά τριετής ειδική εκπαίδευση (επομένως στην Κύπρο δεν θα μπορούσαν να αναγνωριστούν) και οι certified nutrition therapist με πανεπιστημιακή εκπαίδευση και στη συνέχεια επαγγελματική κατάρτιση που τους επιτρέπει να ασκούν τα καθήκοντα όχι μόνο του αντίστοιχου διαιτολόγου αλλά και του κλινικού διαιτολόγου στη Γερμανία, δηλ. μπορούν α) να παρέχουν υπηρεσίες διατροφικής θεραπείας σε κλινικά ή ιατρικώς συναφή πλαίσια, περιλαμβανομένων σε νοσοκομεία/κλινικές, β) πληρούν τις απαιτήσεις διασφάλισης ποιότητας που σχετίζονται με την αποζημίωση από φορείς υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας για κλινικά περιστατικά, και γ) εμπίπτουν στους κανόνες απαλλαγής από τον ΦΠΑ για ιατρικές/θεραπευτικές υπηρεσίες. Στην Κύπρο δεν θα μπορούν να εγγραφούν ούτε ως διαιτολόγοι ή κλινικοί διαιτολόγοι ούτε πιθανότατα και ως διατροφολόγοι εάν οι διατάξεις παραμείνουν ως γίνεται η εισήγηση. 4. Αναγνωρίζονται επαγγελματικά προσόντα μη κρατών μελών της Ε.Ε. (Βρετανία και ΗΠΑ) αλλά όχι των κρατών μελών ενώ ακόμα και σε περίπτωση αναγνώρισης του επαγγελματικού προσόντος θα πρέπει και στον τίτλο του πτυχίου να αναφέρεται και πάλι η διαιτολογία ή/και η επιστήμη διατροφής και να αναγνωρίζεται από το Συμβούλιο. Πολλές χώρες αναγνωρίζουν τη δυνατότητα άσκησης του επαγγέλματος του αντίστοιχου κλινικού διαιτολόγου μετά από την απόκτηση ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων αλλά ο τίτλος δεν περιλαμβάνει το λέξη διαιτολογία π.χ. Βλ. Γερμανικό σύστημα Εισηγούμαστε την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου έτσι ώστε – Α) Να καθοριστούν σε παράρτημα τα έτη σπουδών και το περιεχόμενο της διδασκαλίας που θα πρέπει να έχει διδαχθεί ένας διαιτολόγος, κλινικός διαιτολόγος και διατροφολόγος αντίστοιχα καθώς και οποιαδήποτε αναγκαία πρακτική εξάσκηση είτε κατά τη διάρκεια της φοίτησης είτε και μετά από αυτήν. Σε περίπτωση που αυτά πληρούνται να μπορούν να εγγραφούν ανεξαρτήτως συγκεκριμένου «τίτλου» σπουδών (αν γίνεται δηλαδή αναφορά σε διαιτολογία ή επιστήμη διατροφής). Σε περίπτωση που δεν πληρούνται πλήρως να επιβάλλονται αντισταθμιστικά μέτρα από το Συμβούλιο για την εγγραφή τους στην αντίστοιχη κατηγορία. Β) Να καθοριστούν σε άλλο Παράρτημα επαγγελματικοί τίτλοι άλλων κρατών και δη κρατών μελών της Ε.Ε. που θα οδηγούν σε αυτόματη αναγνώριση και εγγραφή ως διαιτολόγος, κλινικός διαιτολόγος ή διατροφολόγος ανάλογα με την περίπτωση τα οποία έχουν κριθεί ότι πληρούν τα πρότυπα διδασκαλίας ή/και πρακτικής άσκησης του Παραρτήματος Α Γ) Να περιοριστεί η διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου στην αναγνώριση προσόντων, ακαδημαϊκών ή/και επαγγελματικών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των Παραρτημάτων Α και Β αλλά για λόγους που το ίδιο κρίνει θα μπορούσε να τα αναγνωρίσει με την επιβολή όρων και προϋποθέσεων. Με αυτό τον τρόπο υπάρχει διαφάνεια και ασφάλεια δικαίου ως προς τα προσόντα που κάποιος πρέπει να διαθέτει για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών ενώ περιορίζεται η διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου ώστε να αποφεύγονται αδιαφανείς διεργασίες αναγνώρισης ή και αυθαίρετες αποφάσεις. Αναφορικά με το εδάφιο (3) που αφορά στους κλινικούς διαιτολόγους, επαναλαμβάνουμε τις πιο πάνω εισηγήσεις αλλά σε κάθε περίπτωση αναφέρεται ότι τα όσα προτείνονται ως απαιτήσεις για την εγγραφή ειδικά των κλινικών διαιτολόγων ενδέχεται να παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με τις προτεινόμενες διατάξεις, κάτι που θα έπρεπε να αξιολογηθεί στο πλαίσιο ελέγχου αναλογικότητας σύμφωνα με το Νόμο 174(Ι)/2021. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι- 1. Δεν καθορίζονται στο νόμο οι μονάδες ECTS (European Credit Transfer System / Ευρωπαϊκό Σύστημα που απαιτούνται αλλά αφήνονται στη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου ενώ περαιτέρω αυτές απαιτούνται στο κλάδο διαιτολογίας ενώ στα διάφορα κράτη μέλη μπορεί να υπάρχει σχετική αντιστοίχιση με κλάδο διαιτολογίας Πιστωτικών Μονάδων) ή μονάδες (credits), 2. Γίνεται και πάλι αναφορά στον τίτλο του μεταπτυχιακού και όχι στο περιεχόμενο 3. Γίνεται αναφορά σε εγγεγραμμένο διαιτολόγο από άλλα επαγγελματικά σώματα τα οποία εντούτοις μπορεί να αναγνωρίζουν την άσκηση των καθηκόντων του κλινικού διαιτολόγου σε άτομα με άλλο επαγγελματικό τίτλο π.χ. Γερμανία η οποία αναγνωρίζει τους certified nutrition therapist ως επαγγελματίες που επιβλέπουν κλινικά περιστατικά 4. Θα πρέπει να διευκρινιστεί αν η απαιτούμενη πρακτική εμπειρία των 1000 ωρών είναι κατά τη διάρκεια των σπουδών ή μπορεί να είναι επαγγελματική εμπειρία και μετά τις σπουδές – βάση της αρχής της αναλογικότητας μετρά και η επαγγελματική εμπειρία. 5. Θα πρέπει να είναι σαφές πως υπολογίζονται οι ώρες πρακτικές εξάσκησης και να διασφαλίζεται ότι άτομα που έχουν ώρες πρακτικής εξάσκησης αλλά δεν πληρούν πλήρως τα προβλεπόμενα θα μπορεί να τους ζητηθεί να συμπληρώσουν με αντισταθμιστικά μέτρα υπό την έννοια που αναλύθηκε πιο πάνω. 6. Η απαίτηση για επίβλεψη από εγγεγραμμένους κλινικούς διαιτολόγους είναι υπερβολική και δυσανάλογη αφού σε πολλές χώρες επίβλεψη γίνεται από γιατρούς όπως για παράδειγμα τους Nutrition Medicine Physicians που μπορεί να έχουν ειδικότητα στη διατροφολογική ιατρική ή/και η επίβλεψη θα πρέπει να μπορεί να γίνεται και από προσοντούχους ανάλογα με το σύστημα του κάθε κράτους μέλους, σε άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. 7. H απαίτηση για θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση σε διάφορους τομείς της διαιτολογίας, περιλαμβανομένων ενδεικτικά, της Κλινικής Διαιτολογίας, της Κοινοτικής Διατροφής και της Διαχείρισης Τροφίμων είναι εξαιρετικά περιοριστική 8. Η απαίτηση για εξετάσεις ενώ κάποιος θα έχει τόσο την ακαδημαϊκή όσο και την πρακτική εκπαίδευση ενδεχομένως να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Εξετάσεις θα μπορούσαν να προβλεφθούν σε σχέση με άτομα που μπορεί να μην έχουν πλήρως τα απαιτούμενα στο πλαίσιο αντισταθμιστικών μέτρων για κάλυψη συγκεκριμένων κενών (απολύτως αναγκαίων και αναλογικών μέτρων σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και όχι για το σύνολο του περιεχομένου της διαιτολογίας/κλινικής διαιτολογίας) 9. Η πιθανότητα και προφορικής εξέτασης από το Συμβούλιο αποτελεί υπερβολικό μέτρο αλλά σε κάθε περίπτωση αν γίνει αποδεκτό η προφορική εξέταση θα πρέπει να γίνεται από αρμόδια επιτροπή που δεν έχει σχέση με το Συμβούλιο ούτως ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα. 10. Το 70% ως βαθμός επιτυχίας των εξετάσεων είναι υπερβολικό και στόχο έχει τον περιορισμό της πρόσβασης στο επάγγελμα και παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας 11. Τυχόν εξετάσεις θα πρέπει να γίνονται από ανεξάρτητα σώματα που δεν τελούν υπό την ευθύνη και οδηγίες του Συμβουλίου. Περαιτέρω, δεν είναι κατανοητή η επιφύλαξη σύμφωνα με την οποία ο τίτλος στην Κλινική Διαιτολογία δεν είναι ισότιμος ή ισότιμος και αντίστοιχος με αυτόν στην Κλινική Διατροφολογία ή με μεταπτυχιακό τίτλο στην ανθρώπινη διατροφή. Πιο ακριβώς είναι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα με αυτή τη διάταξη; Και ποια ακριβώς θα είναι η διαφορά των κλινικών διαιτολόγων με τους κλινικούς διατροφολόγους ή των διαιτολόγων με τους κλινικούς διατροφολόγους; Αναφορικά με το προτεινόμενο εδάφιο (4) του Άρθρου 9 και πάλι υπάρχει προσκόλληση στον τίτλο του Μεταπτυχιακού αντί στο περιεχόμενο του και καθορισμό της απαιτούμενης διδασκαλίας αλλά σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται, υπό το φως ιδίως των διατάξεων του προτεινόμενου άρθρου 9Α το οποίο καθορίζει τα καθήκοντα των διαιτολόγων, κλινικών διαιτολόγων και διατροφολόγων ποια ακριβώς θα είναι η διαφορά του κλινικού διαιτολόγου από τον κλινικό διατροφολόγο ή του διαιτολόγου από τον κλινικό διατροφολόγο και ποια ακριβώς καθήκοντα θα ασκεί ο κλινικός διατροφολόγος; Θα είναι επαγγελματίας στον τομέα της υγείας ή όχι? Θα εξαιρούνται η υπηρεσίες του από το ΦΠΑ ως υπηρεσίες στον τομέα της υγείας ή όχι; Επίσης, αν ο διατροφολόγος είναι επαγγελαμτίας που βλέπει μόνο υγιή άτομα, πως μπορεί να περιληφθεί ο κλινικός διατροφολόγος στην κατηγορία των διατροφολόγων, ο οποίος προφανώς έχει κάποια σχέση με κλινικά περιστατικά, δηλαδή όχι μόνο υγιή άτομα; Θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί στο εδάφιο (7) αν αυτό που απαιτείται είναι ισοτιμία και αντιστοιχία με πανεπιστημιακό επίπεδο ή για αντιστοιχία με άλλο τίτλο σπουδών π.χ. ο τίτλος σπουδών αν αντιστοιχεί με διαιτολογία;" "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου","Elena Hadjimbei","Για την εγγραφή στο μητρώο Διαιτολόγων, προτείνεται η επανεξέταση της αναφοράς στον Σύνδεσμο Διαιτολογίας/Διατροφής Κύπρου ως κριτηρίου εγγραφής στο Μητρώο, καθώς η ιδιότητα μέλους σε επαγγελματικό σύνδεσμο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αξιολόγηση ή πιστοποίηση των ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων του αιτητή. Η αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και η διαπίστωση της επάρκειας για άσκηση επαγγέλματος θα πρέπει να βασίζονται πρωτίστως σε αναγνωρισμένους τίτλους σπουδών και σε φορείς που διαθέτουν θεσμοθετημένες διαδικασίες ελέγχου και πιστοποίησης προσόντων. Επιπρόσθετα, εφόσον διατηρηθεί η αναφορά σε συγκεκριμένους επαγγελματικούς φορείς του εξωτερικού, θα ήταν σκόπιμο να συμπεριληφθούν και αντίστοιχοι αναγνωρισμένοι φορείς άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενδεικτικά, στην Ελλάδα έχει πλέον συσταθεί ο Σύλλογος Διαιτολόγων – Διατροφολόγων Ελλάδος ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, με θεσμικό ρόλο στην εκπροσώπηση και οργάνωση του επαγγέλματος των διαιτολόγων-διατροφολόγων. Ως εκ τούτου, η μη αναφορά αντίστοιχων ευρωπαϊκών φορέων δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ επαγγελματιών διαφορετικών χωρών. Εναλλακτικά, αντί της αναφοράς σε συγκεκριμένους συνδέσμους ή συλλόγους, θα μπορούσε να υιοθετηθεί γενικότερη διατύπωση που να παραπέμπει σε αναγνωρισμένους επαγγελματικούς ή ρυθμιστικούς φορείς οι οποίοι πιστοποιούν τα προσόντα και το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος στη χώρα προέλευσης." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου","Demos Nefelias","Ως φοιτητής Διατροφής και Διαιτολογίας, το προτεινόμενο άρθρο εγείρει σοβαρές ανησυχίες τόσο νομικής όσο και πρακτικής φύσεως, τις οποίες οφείλει η Βουλή να εξετάσει πριν από την ψήφιση της νομοθεσίας. 1. Παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου Η πρόβλεψη του εδαφίου (1)(γ), κατά την οποία δικαίωμα εγγραφής παρέχεται σε πρόσωπα που είναι μέλη συγκεκριμένων επαγγελματικών συνδέσμων ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου (CDR, HCPC), συνιστά σαφή παραβίαση των άρθρων 45 και 49 της ΣΛΕΕ (ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων και ελευθερία εγκατάστασης), καθώς και της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων. Η εξάρτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος στην Κυπριακή Δημοκρατία από την εγγραφή σε ιδιωτικούς οργανισμούς τρίτων χωρών δημιουργεί δυσανάλογα εμπόδια για αποφοίτους αναγνωρισμένων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. 2. Εκχώρηση κρατικής αρμοδιότητας σε ξένους οργανισμούς Η αξιολόγηση επαγγελματικών προσόντων είναι κρατική αρμοδιότητα που δεν μπορεί να εκχωρείται σε ιδιωτικά σώματα άλλων χωρών. Η αναγνώριση αποφοίτων ελληνικών και άλλων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων δεν πρέπει να εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια ξένων φορέων, όπως άλλωστε επιβεβαιώνει και η νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων. 3. Υπερβολικές και αόριστες απαιτήσεις για Κλινική Διαιτολογία Η εισαγωγή υποχρεωτικών γραπτών εξετάσεων με ελάχιστο όριο επιτυχίας 70% ανά ενότητα (εδάφιο 3(γ)), χωρίς σαφή νομοθετικό καθορισμό του περιεχομένου τους, ενώ παράλληλα αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου ο καθορισμός των μονάδων ECTS, παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Το νομοθετικό πλαίσιο οφείλει να είναι σαφές, προβλέψιμο και εφαρμόσιμο χωρίς να αφήνει τέτοιου εύρους διακριτική ευχέρεια σε διοικητικό όργανο. 4. Η Κλινική Διαιτολογία δεν είναι νέο επάγγελμα Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συλλόγων Διαιτολόγων (EFAD), η κλινική διατροφική παρέμβαση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της βασικής εκπαίδευσης κάθε διαιτολόγου. Η δημιουργία ξεχωριστής κατηγορίας «κλινικού διαιτολόγου» με πρόσθετες εξαντλητικές προϋποθέσεις (1000+ ώρες πρακτικής + εξετάσεις + μεταπτυχιακό) κινδυνεύει να αφαιρέσει de facto επαγγελματικά δικαιώματα από κατόχους αναγνωρισμένων πτυχίων Διαιτολογίας, χωρίς επαρκή επιστημονική ή νομοθετική αιτιολόγηση. Το άρθρο 19 χρήζει ριζικής αναθεώρησης ώστε να εναρμονιστεί με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, να εξαλείψει τις αναφορές σε ξένους επαγγελματικούς συνδέσμους ως προϋπόθεση εγγραφής, και να θέσει σαφή και αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης εντός του ίδιου του νομοθετικού κειμένου." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου","Antreas Mina","Ως φοιτητής Διαιτολογίας που προετοιμάζεται να ασκήσει το επάγγελμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, καταθέτω την έντονη και ριζική μου αντίθεση στο προτεινόμενο άρθρο 19 στο σύνολό του. Το εν λόγω νομοσχέδιο δεν αποτελεί εκσυγχρονισμό — αποτελεί σοβαρό πλήγμα κατά νέων επαγγελματιών υγείας, κατά της ευρωπαϊκής νομιμότητας και κατά της κοινής λογικής. 1. Παράνομη εξάρτηση από ξένα επαγγελματικά σώματα Είναι απαράδεκτο το 2026 να απαιτείται από έναν Κύπριο ή Ευρωπαίο απόφοιτο Διαιτολογίας να καταβάλει συνδρομές και να εγγράφεται σε επαγγελματικά σώματα των Η.Π.Α. (CDR) ή του Ηνωμένου Βασιλείου (HCPC) για να μπορεί να εργαστεί στην Κύπρο. Πρόκειται για πρόνοια που παραβιάζει κατάφωρα τα άρθρα 45 και 49 της ΣΛΕΕ, την Οδηγία 2005/36/ΕΚ και την αρχή της αναλογικότητας. Η αντίστοιχη διάταξη στον περί Εγγραφής Χημικών Νόμο καταργήθηκε το 2004 ως αντισυνταγματική — και ορθώς. Το Συμβούλιο δεν έχει το δικαίωμα να εκχωρεί την αδειοδότηση Κυπρίων επαγγελματιών σε ιδιωτικούς οργανισμούς τρίτων χωρών. Αυτό δεν είναι διοίκηση — είναι παραίτηση από κυριαρχία. 2. Σκόπιμος αποκλεισμός αποφοίτων ελληνικών και ευρωπαϊκών πανεπιστημίων Ο μεγαλύτερος αριθμός Κυπρίων φοιτητών Διαιτολογίας σπουδάζει σε αναγνωρισμένα δημόσια πανεπιστήμια της Ελλάδας, εισαχθέντες μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων που διοργανώνει το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρ' όλα αυτά, το παρόν νομοσχέδιο τους αντιμετωπίζει ως επαγγελματίες δεύτερης κατηγορίας, επιβάλλοντάς τους πρόσθετα εμπόδια που δεν αντιμετωπίζουν συνάδελφοί τους από το Ηνωμένο Βασίλειο ή τις Η.Π.Α. Αυτό δεν είναι ανισότητα — είναι διάκριση. 3. Η δημιουργία «Κλινικού Διαιτολόγου» αποτελεί υποβάθμιση, όχι αναβάθμιση Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η κλινική διατροφική παρέμβαση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της βασικής εκπαίδευσης κάθε διαιτολόγου. Η δημιουργία ξεχωριστής κατηγορίας «Κλινικού Διαιτολόγου» με εξτραβαγκάν απαιτήσεις — 1.000 ώρες πρακτικής, εξετάσεις με κατώφλι επιτυχίας 70%, εποπτεία από επαγγελματία με τουλάχιστον 5 χρόνια εμπειρίας, και γραπτή τεκμηρίωση προς έγκριση — δεν αποσκοπεί στην προστασία του ασθενή. Αποσκοπεί στον αποκλεισμό νέων επαγγελματιών από τη σύμβαση με το ΓεΣΥ. Πρόκειται για τεχνητή δημιουργία δύο ταχυτήτων επαγγελματιών, που εξυπηρετεί συντεχνιακά συμφέροντα και όχι τη δημόσια υγεία. 4. Νομική ανασφάλεια και αδιαφανής διοίκηση Το νομοσχέδιο αφήνει στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου τον καθορισμό των ελάχιστων ECTS που απαιτούνται για εγγραφή. Καμία δημοκρατική έννομη τάξη δεν επιτρέπει σε διοικητικό όργανο να ορίζει αυθαίρετα τα κριτήρια πρόσβασης σε επάγγελμα. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να αναφέρονται ρητά στο νόμο — όχι να εξαρτώνται από αποφάσεις που λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες. 5. Η Κύπρος κινδυνεύει να μείνει χωρίς επαρκείς διαιτολόγους Εάν ψηφιστεί το νομοσχέδιο ως έχει, δεκάδες νέοι απόφοιτοι θα βρεθούν εγκλωβισμένοι σε γραφειοκρατικούς λαβύρινθους, ανίκανοι να ασκήσουν το επάγγελμα για το οποίο σπούδασαν χρόνια. Το αποτέλεσμα δεν θα είναι καλύτερες υπηρεσίες υγείας — θα είναι έλλειψη επαγγελματιών, αύξηση του κόστους για τον ασθενή και εξαγωγή ταλέντων στο εξωτερικό. Απαιτώ την πλήρη επανεξέταση και ουσιαστική αναθεώρηση του άρθρου 19. Ένα νομοσχέδιο που τιμωρεί τους νέους επαγγελματίες αντί να τους στηρίζει δεν έχει θέση σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου",COMED,"Προτείνεται η αφαίρεση του εξής κειμένου «Νοείται ότι, θεωρείται επαρκές προσόν για εγγραφή και ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών (MSc, ΜPhil, PhD) σε Επιστήμη Διατροφής ή Διαιτολογίας ή ειδικότητα Επιστήμης Διατροφής ή Διαιτολογίας, νοουμένου ότι επιτρέπει στον κάτοχό του να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε και να είναι αναγνωρισμένος από το Συμβούλιο» Καθίσταται σαφές ότι για την άσκηση του επαγγέλματος απαιτείται, ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση, η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος πανεπιστημιακού επιπέδου, ή άλλου ισότιμου και αντίστοιχου τίτλου σπουδών, στο γνωστικό αντικείμενο της Επιστήμης της Διατροφής ή/και της Διαιτολογίας. Διευκρινίζεται ρητά ότι η κατοχή μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου σπουδών στους προαναφερθέντες τομείς δεν αναπληρώνει τον βασικό τίτλο σπουδών και, ως εκ τούτου, δεν κρίνεται επαρκής για την απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Επιπλέον, τονίζεται ότι ο καθορισμός του ελάχιστου αριθμού πιστωτικών μονάδων (ECTS) που απαιτούνται για την απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος δεν εμπίπτει, ούτε επιτρέπεται να αφήνεται, στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε Συμβουλίου. Αντίθετα, οι ακριβείς και συγκεκριμένες προϋποθέσεις, καθώς και οι ελάχιστες απαιτούμενες μονάδες ECTS, οφείλουν να ρυθμίζονται και να αναφέρονται ρητά στο σώμα της κείμενης νομοθεσίας, διασφαλίζοντας την αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Προτείνεται επίσης όπως διορθωθεί το σημείο (3) (β) (v) ως εξής: Το Συμβούλιο δύναται να αποδέχεται, ως ισοδύναμη, την επιτυχή ολοκλήρωση αναγνωρισμένης πρακτικής άσκησης στη Διαιτολογία (Dietetic Internship), η ελάχιστη διάρκεια της οποίας ορίζεται στις χίλιες (1000) ώρες οι οποίες να επιτρέπεται να συμψηφιστούν με: α) την πρακτική άσκηση που πραγματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών ή/και μεταπτυχιακών του σπουδών, ή β) την αποδεδειγμένη επαγγελματική του προϋπηρεσία / εργασία. Επιπλέον Προτάσεις: 1.Πρόταση Τροποποίησης Σημείο 3(β) Απαλείφεται πλήρως η αναφορά στην υποχρέωση κατοχής τίτλου από ξένους οργανισμούς εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως το Commission on Dietetic Registration (CDR) ή το Health Care Professional Council (HCPC). Η αξιολόγηση και η εξέταση των επαγγελματικών και ακαδημαϊκών προσόντων των υποψηφίων αποτελεί αποκλειστική και κυρίαρχη αρμοδιότητα του εγχώριου Συμβουλίου, η οποία δεν δύναται να εκχωρείται ή να εξαρτάται από ιδιωτικούς ή ξένους φορείς τρίτων χωρών. 2. Νομική Τεκμηρίωση & Ρήτρα Εναρμόνισης (Άρθρο 9) Οριζόντια Ρήτρα Εναρμόνισης του Άρθρου 9 με το Ενωσιακό Δίκαιο: Το σύνολο των διατάξεων του Άρθρου 9 υποχρεούται να τελεί σε πλήρη εναρμόνιση με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και ειδικότερα με τις αρχές που διέπουν την ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων και την ελευθερία εγκατάστασης εντός της εσωτερικής αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Άρθρα 45 και 49 της ΣΛΕΕ), καθώς και με την Οδηγία 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων. Η επιβολή προϋποθέσεων που αφορούν την υποχρεωτική εγγραφή σε σώματα χωρών εκτός Ε.Ε. (όπως το Ηνωμένο Βασίλειο ή οι Η.Π.Α.) συνιστά δυσανάλογο διοικητικό εμπόδιο. Οι ρυθμίσεις αυτές παραβιάζουν το ενωσιακό κεκτημένο, παρεμποδίζουν την ομαλή ενσωμάτωση των Ευρωπαίων πολιτών στην εγχώρια αγορά εργασίας και, ως εκ τούτου, κρίνονται νομικά μη εφαρμοστέες.» 3. Θεσμοθέτηση Καθολικών Επαγγελματικών Εξετάσεων για την Κλινική Διαιτολογία: Προτείνεται η εισαγωγή υποχρεωτικών επαγγελματικών εξετάσεων. Στόχος της ρύθμισης αυτής είναι η διασφάλιση της επιστημονικής επάρκειας και της ποιότητας των γνώσεων των υποψηφίων, με ιδιαίτερη έμφαση σε όσους δεν διαθέτουν βασικό τίτλο σπουδών (πρώτο πτυχίο) στο εξειδικευμένο αντικείμενο της Διαιτολογίας. Α. Καθολικότητα των Εξετάσεων: Οι εν λόγω επαγγελματικές εξετάσεις φέρουν καθολικό χαρακτήρα και διενεργούνται υποχρεωτικά για όλους ανεξαιρέτως τους υποψηφίους που αιτούνται εγγραφή στο Μητρώο Κλινικών Διαιτολόγων, χωρίς να επιτρέπεται καμία απολύτως εξαίρεση ή απαλλαγή. Β. Ελάχιστα Ακαδημαϊκά Προσόντα: Για την απόκτηση του δικαιώματος συμμετοχής στις εξετάσεις και την ενδεχόμενη εγγραφή στον κλάδο της Κλινικής Διαιτολογίας, ο υποψήφιος οφείλει να πληροί σωρευτικά τις κάτωθι προϋποθέσεις: α) Κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (Master/ PhD) ο οποίος ορίζεται ως υποχρεωτικό και απαραίτητο προσόν. β) Οι προπτυχιακές ή οι μεταπτυχιακές σπουδές του υποψηφίου να έχουν πραγματοποιηθεί αποδεδειγμένα στην επιστήμη της Διαιτολογίας. γ) Επιτυχής ολοκλήρωση των ανωτέρω καθολικών επαγγελματικών εξετάσεων. Εν κατακλείδι να σημειωθεί ότι στην στην πλειονότητα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε διεθνές επίπεδο, η απόκτηση του βασικού πτυχίου στη Διαιτολογία παρέχει πλήρη και αυτόνομα επαγγελματικά δικαιώματα για την άσκηση του επαγγέλματος σε όλο το φάσμα του. Η Κλινική Διαιτολογία αναγνωρίζεται ως εξειδίκευση, η οποία αφορά κατά κύριο λόγο την άσκηση καθηκόντων εντός νοσοκομειακών ή εξειδικευμένων θεραπευτικών μονάδων. Ωστόσο, η εισαγωγή της νομοθεσίας του Γενικού Συστήματος Υγείας (ΓεΣΥ) στην Κύπρο δημιούργησε μια ιδιαιτερότητα. Καθιέρωσε τον όρο «Κλινικός Διαιτολόγος» ως τον μοναδικό συμβεβλημένο τίτλο για την παροχή εξωνοσοκομειακών υπηρεσιών διαιτολογικής φροντίδας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκαλεί σοβαρά προσκόμματα στους πτυχιούχους διαιτολογίας οι οποίοι, παρά την πλήρη ευρωπαϊκή τους κατοχύρωση, αντιμετωπίζουν περιορισμούς ή αποκλεισμούς από το εθνικό σύστημα υγείας. Οι πιο πάνω εισηγήσεις θα ρυθμίσουν δίκαια το όλο θέμα." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου","Elena Hadjimbei","Να απαλειφθούν πρόνοιες οι οποίες θέτουν ως προϋπόθεση για την εγγραφή στο Μητρώο Επιστημόνων Τροφίμων και Τεχνολόγων Τροφίμων και στο Μητρώο Διαιτολόγων αντίστοιχα (εντελώς αυθαίρετα), την προηγούμενη εγγραφή σε επαγγελματικό σύνδεσμο συγκεκριμένων δύο άλλων χωρών μόνο (Η.Π.Α. και Ηνωμένου Βασιλείου), γεγονός που στερείται λογικής, παραβιάζει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και αναγνωρίζει προνόμια και δικαιώματα στη βάση άσκησης εκτελεστικής εξουσίας από διοικητικά όργανα άλλων χωρών, κατά παράβαση των άρθρων 54 & 61 (ως έχει κριθεί νομολογιακά σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις). Ενδεικτικά γίνεται παραπομπή στις εξής αποφάσεις στις οποίες αντίστοιχες πρόνοιες κρίθηκαν αντισυνταγματικές: (α) Εύρηκα Λτδ ν. Unilever Plc (1994) 1 A.A.Δ. 124 (β) Medochemie Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 4Α Α.Α.Δ. 562 (πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου - η σχετική Έφεση που καταχωρίσθηκε εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας εναντίον αυτής της απόφασης απορρίφθηκε επί άλλων σημείων και συνεπώς δεν παρέστη ανάγκη εξέτασης του ζητήματος της Συνταγματικότητας βλ. Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Medochemie Ltd (2003) 3A.A.Δ. 71). Όπως υφίστανται σήμερα οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, αναγκάζουν τους αποφοίτους αναγνωρισμένων Πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και άλλων χωρών) να πληρώνουν συνδρομή και να εγγράφονται σε επαγγελματικούς συνδέσμους στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ, και να ανανεώνουν κάθε χρόνο την εγγραφή τους, χωρίς να ασκούν εκεί το επάγγελμα, μόνο και μόνο για να τους αναγνωρίζει το Συμβούλιο στην Κύπρο, το οποίο αντί να ασκεί το ίδιο αξιολογική κρίση για να αποφασίζει εναποθέτει αυτή τη διοικητική λειτουργία σε επαγγελματικά σώματα ξένων χωρών. Πρόκειται για εμφανώς παράλογες πρόνοιες. Παρόμοια πρόνοια είχε και ο περί Εγγραφής Χηµικών Νόµος του 1988 (Ν.157/88). Την παραθέτουμε αυτούσια: Προσόντα διά την εγγραφήν εις το Μητρώον. 7. Παν πρόσωπον δικαιούται να εγγραφή εις το Μητρώον, εάν ικανοποίηση το Συµβούλιον ότι— (α) Είναι πολίτης της ∆ηµοκρατίας ή κατά την υποβολήν της αιτήσεως του είναι σύζυγος πολίτου της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας και έχει την συνήθη διαµονήν αυτού εν Κύπρω. (β) Είναι πρόσωπον καλού χαρακτήρος· και (γ)(ι) κατέχει δίπλωµα, πτυχίον ή τίτλον Πανεπιστηµίου, Πολυτεχνείου ή Κολλεγίου εις την Χηµείαν ή Κλάδον της, οιασδήποτε χώρας ως το Υπουργικόν Συµβούλιον. µετά προηγουµένην συµβουλευτικήν γνωµοδότησιν του Συµβουλίου, ήθελε καθορίσει διά γνωστοποιήσεως δηµοσιευοµένης εις την επίσηµον εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας ως ανεγνωριςµένον προσόν διά της σκοπούς του παρόντος άρθρου· ή (ιι) είναι µέλος (member) αντεπιστέλλον µέλος (associate member) ή εταίρος (fellow) του Βασιλικού Ινστιτούτου Χηµείας της Μεγάλης Βρεπανίας ή της Βασιλικής Εταιρείας Χηµείας (Royal Society of Chemistry). Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε με τον περί Εγγραφής Χηµικών (Τροποποιητικό) Νόµο του 2004 (Ν.20(Ι)/2004). Με την τροποποίηση διεγράφη η αναφορά σε εγγραφή σε συνδέσμους άλλων χωρών και αντικαταστάθηκε με άλλες πρόνοιες. Δόθηκε το ακόλουθο αιτιολογικό για την εν λόγω Τροποποίηση: Αιτιολογικό: Για σκοπούς διασφάλισης πλήρους συµβατότητας µε τα άρθρα 39, 43 και 49 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας µε τίτλο: «Οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συµβουλίου της 21ης ∆εκεµβρίου 1998 σχετικά µε ένα γενικό σύστηµα αναγνώρισης των διπλωµάτων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης ελάχιστης διάρκειας τριών ετών» (ΕΕ L 19 της 24.1.1989, σ. 16), Παραθέτουμε επίσης αυτούσια την τροποποίηση: «Τροποποίηση του βασικού νόµου µε την αντικατάσταση του άρθρου 7: 3. Το άρθρο 7 του βασικού νόµου αντικαθίσταται µε το ακόλουθο νέο άρθρο: «Εγγραφή στο Μητρώο. 7. —(1) Κάθε πρόσωπο δικαιούται να εγγραφεί στο Μητρώο εάν ικανοποιήσει το Συµβούλιο ότι— (α) Είναι πολίτης της ∆ηµοκρατίας ή κατά την υποβολή της αίτησης του είναι σύζυγος ή τέκνο πολίτη της ∆ηµοκρατίας και έχει τη συνήθη διαµονή του στην Κύπρο ή είναι πολίτης κράτους µέλους· (β) είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα· και (γ) κατέχει δίπλωµα, πτυχίο ή τίτλο Πανεπιστηµίου, Πολυτεχνείου ή Κολεγίου στη Χηµεία ή σε κλάδο αυτής, το οποίο αναγνωρίζεται από το Συµβούλιο µε γνωστοποίηση που δηµοσιεύεται στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας. (2) Για την εγγραφή των πολιτών κρατών µελών στο Μητρώο, η εφαρµογή των διατάξεων του εδαφίου (1) σ’ αυτούς γίνεται τηρουµένων των διατάξεων του περί Γενικού Συστήµατος Αναγνώρισης των Επαγγελµατικών Προσόντων Νόµου.»." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου","katerina Christofi","Παρατήρηση / Εισήγηση επί του Άρθρου 19 – Αναγνώριση Προσόντων, Κλινική Διαιτολογία και Επαγγελματικά Δικαιώματα Το προτεινόμενο άρθρο 19 εισάγει σημαντικές μεταβολές αναφορικά με την εγγραφή διαιτολόγων, διατροφολόγων και κλινικών διαιτολόγων, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση και άσκηση του επαγγέλματος. Αναγνωρίζεται η ανάγκη εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας και διασφάλισης υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας. Ωστόσο, αρκετές από τις προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την ευρωπαϊκή εναρμόνιση, την ίση μεταχείριση, την αναλογικότητα των απαιτήσεων και την προστασία των ήδη κατοχυρωμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων. Καταρχάς, θεωρούμε αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η ευρωπαϊκή προσέγγιση ως προς τον ορισμό και τον ρόλο του διαιτολόγου. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συλλόγων Διαιτολόγων (EFAD), οι διαιτολόγοι αποτελούν αναγνωρισμένους επαγγελματίες υγείας, εκπαιδευμένους τουλάχιστον σε επίπεδο Bachelor, οι οποίοι εργάζονται αυτόνομα και παρέχουν τεκμηριωμένη διατροφική συμβουλευτική και θεραπευτική παρέμβαση σε άτομα και πληθυσμούς. Η κλινική διατροφική παρέμβαση και η διαχείριση παθολογικών καταστάσεων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της βασικής διαιτολογικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής ταυτότητας του διαιτολόγου στην Ευρώπη. Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται σοβαρός προβληματισμός ως προς τη διάκριση που επιχειρεί το άρθρο μεταξύ «διαιτολόγου» και «κλινικού διαιτολόγου» και τον τρόπο με τον οποίο αποδίδονται ή περιορίζονται τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα. Εφόσον οι απόφοιτοι αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας εκπαιδεύονται ήδη στην κλινική διατροφή, στην παθοφυσιολογία και στη διαιτολογική θεραπεία νοσημάτων, τίθεται εύλογο ερώτημα κατά πόσο η δημιουργία ξεχωριστής κατηγορίας «κλινικού διαιτολόγου» οδηγεί σε έμμεσο περιορισμό υφιστάμενων επαγγελματικών δικαιωμάτων των διαιτολόγων χωρίς επαρκή επιστημονική ή νομοθετική τεκμηρίωση. Η Κλινική Διαιτολογία αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση της Διαιτολογίας και όχι νέο ή ξεχωριστό επάγγελμα. Η αναγνώριση εξειδικεύσεων είναι θεμιτή και επιστημονικά χρήσιμη, δεν θα πρέπει όμως να λειτουργεί ως μηχανισμός περιορισμού ή αφαίρεσης επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ήδη απορρέουν από το βασικό πτυχίο και την ιδιότητα του εγγεγραμμένου διαιτολόγου. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η βαρύτητα που αποδίδεται σε registrations ή memberships ξένων επαγγελματικών σωμάτων, όπως RD/RDN, HCPC, CDR ή άλλων αντίστοιχων οργανισμών. Το RD σημαίνει Registered Dietitian, δηλαδή εγγεγραμμένος διαιτολόγος, και όχι κατ’ ανάγκην ξεχωριστή κατηγορία «κλινικού διαιτολόγου». Δημιουργείται επομένως εύλογο ερώτημα κατά πόσο η έννοια αυτή ερμηνεύεται ή εφαρμόζεται με τρόπο που αλλοιώνει το αρχικό της περιεχόμενο. Παράλληλα, θεωρούμε προβληματική τη σύνδεση της άσκησης επαγγέλματος στην Κυπριακή Δημοκρατία με memberships ή registrations επαγγελματικών σωμάτων άλλων χωρών. Η αρμοδιότητα αξιολόγησης και αδειοδότησης επαγγελματιών υγείας πρέπει να ασκείται από την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω σαφών και αντικειμενικών κριτηρίων και όχι να εξαρτάται δυσανάλογα από εγγραφή ή συνδρομή σε επαγγελματικούς οργανισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλων χωρών. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί πρόσθετο οικονομικό και διοικητικό βάρος σε αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η πρακτική επίδραση των προτεινόμενων ρυθμίσεων σε αποφοίτους αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεγάλος αριθμός Κυπρίων φοιτητών εισάγεται σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων που διεξάγονται από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρόσβαση αυτή πραγματοποιείται κατόπιν επίσημης διαδικασίας αξιολόγησης και επιλογής που αναγνωρίζεται από το ίδιο το κυπριακό κράτος. Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός όταν απόφοιτοι αναγνωρισμένων ελληνικών πανεπιστημίων, στους οποίους το ίδιο το κράτος παρείχε πρόσβαση μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων, ενδέχεται στη συνέχεια να αντιμετωπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις, registrations ή περιορισμούς για την πλήρη άσκηση του επαγγέλματος ή για εγγραφή σε ειδικότερους κλάδους άσκησης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τα ελληνικά πανεπιστήμια αποτελούν αναγνωρισμένα δημόσια πανεπιστήμια κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι τίτλοι σπουδών τους παρέχουν επαγγελματικά δικαιώματα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι η νομοθεσία οφείλει να διασφαλίζει ίση μεταχείριση όλων των αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις ή δυσανάλογες απαιτήσεις που δεν εφαρμόζονται με ομοιόμορφο και αντικειμενικό τρόπο. Εξίσου σημαντικός είναι ο προβληματισμός που αφορά τον ρόλο των μεταπτυχιακών τίτλων. Θεωρούμε ότι τα επαγγελματικά δικαιώματα του διαιτολόγου θεμελιώνονται πρωτίστως στο βασικό πανεπιστημιακό πτυχίο Διαιτολογίας ή Διατροφής (Bachelor), το οποίο περιλαμβάνει ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση. Το μεταπτυχιακό αποτελεί εξειδίκευση και επιστημονική εμβάθυνση και όχι υποκατάστατο του βασικού πτυχίου ούτε μηχανισμό πρωτογενούς επαγγελματικής κατοχύρωσης. Με βάση τις προτεινόμενες ρυθμίσεις δημιουργείται ο κίνδυνος άτομα χωρίς βασική εκπαίδευση στη Διαιτολογία να αποκτούν πρόσβαση σε επαγγελματικά δικαιώματα μέσω μεταπτυχιακού τίτλου, ενώ παράλληλα να τίθενται περιορισμοί ή πρόσθετες απαιτήσεις σε κατόχους αναγνωρισμένων βασικών πτυχίων Διαιτολογίας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο εγείρει σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας, επιστημονικής επάρκειας και προστασίας της δημόσιας υγείας. Περαιτέρω, δημιουργείται ουσιαστικός προβληματισμός ως προς την απαίτηση συμπλήρωσης χιλίων (1000) ωρών πρακτικής άσκησης ως πρόσθετης προϋπόθεσης εγγραφής ή αναγνώρισης. Τα αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά προγράμματα Διαιτολογίας περιλαμβάνουν ήδη οργανωμένη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, περιλαμβανομένης της κλινικής άσκησης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του βασικού πτυχίου και αξιολογείται ακαδημαϊκά από τα ίδια τα πανεπιστήμια. Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογο ερώτημα κατά πόσο η απαίτηση πρόσθετων 1000 ωρών πρακτικής άσκησης συνεπάγεται ουσιαστική αμφισβήτηση της επάρκειας αναγνωρισμένων πανεπιστημιακών προγραμμάτων ή εισάγει δυσανάλογη πρόσθετη προϋπόθεση που δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλους τους αποφοίτους. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε πρόσθετη απαίτηση πρακτικής θα πρέπει να αιτιολογείται με σαφή, αντικειμενικά και επιστημονικά κριτήρια και να λαμβάνει υπόψη την ήδη ολοκληρωμένη πρακτική κατάρτιση που παρέχεται μέσω αναγνωρισμένων προγραμμάτων Διαιτολογίας. Παρόμοιος προβληματισμός υφίσταται και ως προς τις προβλεπόμενες εξετάσεις, καθώς το Συμβούλιο φαίνεται να αποκτά ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τη διοργάνωση, έγκριση ή ανάθεσή τους χωρίς επαρκή νομοθετική αποσαφήνιση της ύλης, των κριτηρίων αξιολόγησης, των μηχανισμών ελέγχου και των διαδικασιών ένστασης ή επανεξέτασης. Ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση σε επάγγελμα υγείας πρέπει να διέπονται από σαφήνεια, αντικειμενικότητα και θεσμικές εγγυήσεις διαφάνειας. Τέλος, θεωρούμε αναγκαίο να διασφαλιστούν πλήρως οι αρχές διαφάνειας και αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Όταν εκπαιδευτικά προγράμματα ή πρόσθετες απαιτήσεις δύνανται να επηρεάζονται από πρόσωπα ή φορείς που συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη σαφών μηχανισμών δήλωσης και διαχείρισης πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, ώστε να προστατεύεται η αξιοπιστία του συστήματος και το δημόσιο συμφέρον. Εισηγούμαστε όπως το άρθρο 19 επανεξεταστεί ώστε: 1. Να διασφαλίζεται ότι δεν περιορίζονται υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα εγγεγραμμένων διαιτολόγων. 2. Να αναγνωρίζεται ότι το βασικό πτυχίο Διαιτολογίας αποτελεί τη θεμελιώδη βάση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και ότι το μεταπτυχιακό παρέχει εξειδίκευση και όχι πρωτογενή επαγγελματική κατοχύρωση. 3. Να αποσαφηνιστεί ο ρόλος RD/RDN και λοιπών ξένων registrations χωρίς δυσανάλογη εξάρτηση από επαγγελματικά σώματα άλλων χωρών. 4. Να προβλέπεται σαφής και ισότιμη αναγνώριση τίτλων σπουδών από αναγνωρισμένα πανεπιστήμια της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας και λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις αρχές της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων και ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος. 5. Παράλληλα, να προβλέπεται η δυνατότητα αξιολόγησης και αναγνώρισης ισότιμων τίτλων σπουδών από πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Πολιτειών ή άλλων τρίτων χωρών, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. 6. Να θεσπιστούν σαφείς, εφαρμόσιμες και δίκαιες πρόνοιες για πρακτική άσκηση, εξετάσεις και διαδικασίες αναγνώρισης. 7. Να διασφαλιστεί πλήρης συμμόρφωση με τις αρχές ίσης μεταχείρισης, ευρωπαϊκής εναρμόνισης και προστασίας της δημόσιας υγείας." "19 - Τροποποίηση του άρθρου 9 του βασικού νόμου",Pantelitsa,"Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δημιουργούν προβληματισμό ως προς την ίση μεταχείριση αποφοίτων αναγνωρισμένων πανεπιστημίων της Ελλάδας και άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντικός αριθμός Κυπρίων φοιτητών εξασφαλίζει θέση φοίτησης σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια μέσω των Παγκύπριων Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για επίσημη και αναγνωρισμένη διαδικασία εισδοχής, μέσω της οποίας το ίδιο το κράτος κατευθύνει φοιτητές προς τα συγκεκριμένα πανεπιστήμια. Για τον λόγο αυτό, προκαλεί εύλογο προβληματισμό το ενδεχόμενο επιβολής πρόσθετων περιορισμών ή απαιτήσεων για την επαγγελματική εγγραφή αποφοίτων ελληνικών πανεπιστημίων στην Κύπρο, ιδιαίτερα όταν οι τίτλοι σπουδών προέρχονται από αναγνωρισμένα ιδρύματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρέχουν επαγγελματικά δικαιώματα εντός Ε.Ε. Η απαίτηση επιπρόσθετων τίτλων, εξετάσεων ή εγγραφών σε ξένα επαγγελματικά σώματα ενδέχεται να δημιουργήσει δυσανάλογα εμπόδια στην πρόσβαση στο επάγγελμα, ειδικά για αποφοίτους που ήδη διαθέτουν αναγνωρισμένα ακαδημαϊκά προσόντα. Κρίνεται, επομένως, σημαντικό όπως η νομοθεσία διασφαλίζει σαφή, αντικειμενική και ισότιμη αναγνώριση τίτλων σπουδών από αναγνωρισμένα πανεπιστήμια της Κύπρου, της Ελλάδας και των λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις ή πρόσθετους περιορισμούς." "20 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου",andri.panteli@gmail.com,"Σχόλιο Το άρθρο 9Α(3) περιορίζει τον ρόλο του Διατροφολόγου στην παροχή γενικών συμβουλών ή προγραμμάτων διατροφής προς υγιή άτομα, με σκοπό την υγιεινή διατροφή και την πρόληψη. Η διατύπωση αυτή είναι ιδιαίτερα στενή και ενδέχεται να αποκλείσει, έστω και έμμεσα, Διατροφολόγους με πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προσόντα από σημαντικά και αναγνωρισμένα πεδία επαγγελματικής δραστηριοποίησης, όπως η αθλητική διατροφή, η μεταβολική υγεία, η ευεξία, η πρόληψη, η δημόσια υγεία, τα εταιρικά προγράμματα διατροφής, η κοινοτική διατροφή, η διατροφική εκπαίδευση και η έρευνα. Περαιτέρω, ο περιορισμός του Διατροφολόγου μόνο σε παροχή υπηρεσιών σε «υγιή άτομα» δημιουργεί νομική και επιστημονική ασάφεια. Τούτο διότι δεν καθορίζεται με σαφήνεια ποια πρόσωπα θεωρούνται «υγιή» και ποια όχι, ούτε πώς θα αντιμετωπίζονται περιπτώσεις που δεν αφορούν κατ’ ανάγκη κλινική θεραπεία, αλλά άπτονται της πρόληψης, της ευεξίας, της μεταβολικής υγείας ή της διαχείρισης παραγόντων κινδύνου. Ενδεικτικά, η παχυσαρκία αναγνωρίζεται διεθνώς ως χρόνια νόσος, γεγονός που καθιστά προβληματική τη χρήση του όρου «υγιή άτομα», χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση. Πρόσθετα, εφόσον το νομοσχέδιο εισάγει ή αναγνωρίζει την έννοια του Κλινικού Διατροφολόγου, θα πρέπει να καθορίζεται ρητά και με σαφήνεια όχι μόνο η δυνατότητα εγγραφής του στο Μητρώο, αλλά και το εύρος των υπηρεσιών που δύναται να παρέχει. Η απλή αναφορά στην ιδιότητα του Κλινικού Διατροφολόγου, χωρίς σαφή προσδιορισμό των επαγγελματικών του δικαιωμάτων, των αρμοδιοτήτων του και των ορίων άσκησης του επαγγέλματός του, ενδέχεται να δημιουργήσει περαιτέρω ασάφεια, άνιση μεταχείριση και πρακτικές δυσχέρειες στην εφαρμογή της νομοθεσίας. Η εν λόγω πρόνοια ενδέχεται, επίσης, να δημιουργεί ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της αναλογικότητας, την ίση μεταχείριση μεταξύ επαγγελματιών υγείας, την ακαδημαϊκή αυτονομία και το ενωσιακό πλαίσιο αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων. Η νομοθετική ρύθμιση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε πρακτική ακύρωση πανεπιστημιακών ή μεταπτυχιακών προσόντων που αποκτήθηκαν νόμιμα, ούτε να περιορίζει υπέρμετρα την επαγγελματική δραστηριοποίηση των Διατροφολόγων και Κλινικών Διατροφολόγων σε πεδία τα οποία δεν συνιστούν αποκλειστικά κλινική διαιτολογική πράξη ή εξειδικευμένη θεραπευτική παρέμβαση άλλου επαγγελματία. Εισήγηση: Εισηγούμαστε όπως ο ορισμός των καθηκόντων του Διατροφολόγου διευρυνθεί, ώστε να καλύπτει ρητά την ανθρώπινη διατροφή, την πρόληψη, τη δημόσια υγεία, την αθλητική διατροφή, τη διατροφική εκπαίδευση, την έρευνα, την ευεξία, την κοινοτική διατροφή, καθώς και την παροχή διατροφικής υποστήριξης σε υγιή άτομα ή σε άτομα που δεν τελούν υπό κλινική θεραπευτική διαχείριση. Περαιτέρω, εισηγούμαστε όπως προστεθεί ρητή πρόνοια για τον Κλινικό Διατροφολόγο, με σαφή καθορισμό των υπηρεσιών που δύναται να παρέχει, των επαγγελματικών του δικαιωμάτων, των αρμοδιοτήτων του και των ορίων άσκησης του επαγγέλματός του. Ειδικότερα, θα πρέπει να διευκρινιστεί κατά πόσο ο Κλινικός Διατροφολόγος δύναται να παρέχει εξειδικευμένη διατροφική αξιολόγηση, καθοδήγηση και υποστήριξη σε πρόσωπα με συγκεκριμένες διατροφικές ανάγκες, μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου ή καταστάσεις που απαιτούν εξατομικευμένη διατροφική παρέμβαση." "20 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Η εισηγούμενη προσθήκη δημιουργεί πάρα πολλά ερωτήματα ως προς τα καθήκοντα των επαγγελματιών που καθορίζονται ειδικά σε σχέση με προσόντα που αποκτούνται από τη Γερμανία. Θα πρέπει να εξηγηθεί που θα μπορούσε να καταταχθούν π.χ. οι certified nutrition therapists της Γερμανίας, οι οποίοι στη Γερμανία ασκούν καθήκοντα κλινικού διαιτολόγου όπως περιγράφονται στο εν λόγω άρθρο. Στην κατηγορία “διατροφολόγου” όμως δεν μπορούν να ασχοληθούν με ασθενείς με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξασκήσουν το επάγγελμα τους στην Κύπρο αφού μόνο με υγιή άτομα μπορούν να ασχοληθούν οι διατροφολόγοι. Από την ούτε στην κατηγορία “διαιτολόγος” ή “κλινικός διαιτολογος” δεν μπορούν να εγγραφούν γιατί για εγγραφή ως διαιτολόγος πρέπει αν έχεις πτυχίο με τίτλο σπουδών στη διαιτολογία όπως διαμορφώθηκε το Άρθρο 9. Περαιτέρω, ποια η διαφορά μεταξύ «σχεδιασμού συγκεκριμένων ατομικών διαιτολογίων ή μενού για υγιή άτομα» που μπορούν να προσφέρουν οι διαιτολόγοι με τα «ατομικά προγράμματα διατροφής...υγιών ατόμων» που μπορούν να προσφέρουν οι διατροφολόγοι; Ποιες είναι οι συγκεκριμένες καταστάσεις υγείας που θα δικαιούνται να ασχολούνται οι διαιτολόγοι; Ποια η διαφορά της «κλινικής διατροφικής» και «κλινικής διαιτολογικής» θεραπευτικής αγωγής; Περαιτέρω, στο Άρθρο 9 προβλέπεται η δυνατότητα αναγνώρισης κλινικών διατροφολόγων χωρίς να καθορίζονται εντούτοις τα καθήκοντα τους και ποια η διαφοροποίηση τους από τους κλινικούς διαιτολόγους ή τους διαιτολόγους. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός για τους διαιτολόγους και κλινικούς διαιτολόγους για να παρέχουν υπηρεσίες και σε υγιή άτομα με αποτέλεσμα να δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ διαιτολόγων και κλινικών διαιτολόγων από τη μια, οι οποίοι εξαιρούνται από την καταβολή ΦΠΑ ως επαγγέλματα στον τομέα της υγείας και των διατροφολόγων από την άλλη οι οποίοι μάλλον δεν θα εξαιρούνται ή σε κάθε περίπτωση δεν είναι σίγουρο ότι θα εξαιρούνται. Οποιοδήποτε πρόσωπο θα προτιμήσει να αποταθεί σε κάποιον ο οποίος δεν θα τον χρεώσει ΦΠΑ." "20 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου","Maria-Dolores Christofi","Το προτεινόμενο άρθρο φαίνεται να επεκτείνει τη ρύθμιση πέραν της προστασίας επαγγελματικών τίτλων και προς την αποκλειστική κατοχύρωση συγκεκριμένων επαγγελματικών πράξεων («protected acts»), όπως η παροχή εξατομικευμένων διατροφικών προγραμμάτων, διατροφικών παρεμβάσεων και υποστήριξης μη υγιών ατόμων. Οι πρόνοιες για τα απαιτούμενα προσόντα και την εγγραφή διατροφολόγων και κλινικών διαιτολόγων χρειάζεται να αποσαφηνίζουν ότι δεν αποκλείονται επαγγελματίες άλλων συναφών κλάδων, όπως για παράδειγμα η Φυσικοπαθητική (naturopathy) ή η λειτουργική διατροφή (functional nutrition), ή Nutrition medicine, ή Nutrition therapy ή Holistic nutrition από την παροχή υπηρεσιών πρόληψης, θεραπείας και διατροφικής καθοδήγησης, εφόσον δεν χρησιμοποιούνται οι προστατευόμενοι τίτλοι του παρόντος Νόμου. Η περιγραφή των καθηκόντων διαιτολόγων και διατροφολόγων θα πρέπει να αποσαφηνίζει ρητά ότι η παροχή υπηρεσιών διατροφολογίας από άλλους επαγγελματίες, στο πλαίσιο της άσκησης του επαγγέλματός τους, όπως οι Φυσικοπαθητικοί (Naturopaths), δεν απαγορεύεται, έτσι ώστε να αποφεύγεται η ακούσια ποινικοποίηση ή ο περιορισμός τους, νοουμένου ότι δεν χρησιμοποιούνται ή παρουσιάζονται οι προστατευόμενοι τίτλοι του «διαιτολόγου» ή «κλινικού διαιτολόγου» σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο. Οι πρόνοιες του νομοσχεδίου αναφορικά με την παροχή διατροφικών υπηρεσιών και ιδιαίτερα η διάκριση μεταξύ διατροφολόγου, διαιτολόγου και κλινικού διαιτολόγου δημιουργούν ασάφεια ως προς το κατά πόσο άλλοι επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της υγείας, όπως οι Φυσικοπαθητικοί (Naturopaths), δύνανται να συνεχίσουν να παρέχουν υπηρεσίες διατροφολογίας στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Η παροχή διατροφικών προγραμμάτων και διατροφικής υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένων μη υγιών ατόμων, αποτελεί μέρος της εκπαίδευσης και του επαγγελματικού πεδίου της Φυσικοπαθητικής σε αρκετές χώρες, όπου οι σχετικές σπουδές περιλαμβάνουν κλινική εκπαίδευση στη διατροφή, την πρόληψη και τη διαχείριση/θεραπεία θεμάτων υγείας μέσω φυσικών και διατροφικών παρεμβάσεων. Ως εκ τούτου, η διατύπωση του νομοσχεδίου ενδέχεται να ερμηνευθεί με τρόπο που περιορίζει δυσανάλογα τη νόμιμη άσκηση άλλων συναφών επαγγελμάτων. Αυτό πιθανόν να εγείρει ζητήματα συμβατότητας με τις αρχές της αναλογικότητας, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων που κατοχυρώνονται από το δίκαιο και τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για αποφυγή νομικής αβεβαιότητας, εισηγούμαστε όπως διευκρινιστεί ρητά ότι η παροχή υπηρεσιών διατροφολογίας από άλλους επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της υγείας, όπως οι Φυσικοπαθητικοί (Naturopaths), σε υγιής και/ή μη υγιείς άτομα, στο πλαίσιο της άσκησης του επαγγέλματός τους, δεν απαγορεύεται, νοουμένου ότι δεν χρησιμοποιούνται οι προστατευόμενοι τίτλοι του «διαιτολόγου» ή «κλινικού διαιτολόγου» σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο." "21 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου",COMED,"ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΕΙΣ, ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Πιστοποιήσεις και Εξειδικεύσεις Η δημιουργία πιστοποιητικών εξειδίκευσης μπορεί να συμβάλει στην επιστημονική ανάπτυξη και στην αναγνώριση πρόσθετης κατάρτισης των επαγγελματιών. Ωστόσο, οι προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν προβληματισμό ως προς τον τρόπο εφαρμογής και τις συνέπειες που ενδέχεται να έχουν στην άσκηση του επαγγέλματος. Δεν αποσαφηνίζονται επαρκώς: • τα αντικειμενικά κριτήρια χορήγησης εξειδικεύσεων, • οι διαδικασίες αξιολόγησης, • οι λόγοι απόρριψης αιτήσεων, • ούτε οι δυνατότητες ένστασης ή επανεξέτασης. Η υπερβολική εξάρτηση από εγκρίσεις και πιστοποιήσεις του Συμβουλίου ενδέχεται να δημιουργήσει αβεβαιότητα, άνιση εφαρμογή των προνοιών και υπερβολική συγκέντρωση ρυθμιστικής εξουσίας. Κρίνεται αναγκαίο οι εξειδικεύσεις να λειτουργούν ως μηχανισμός αναγνώρισης πρόσθετης επιστημονικής κατάρτισης και όχι ως προϋπόθεση ή έμμεσος περιορισμός της βασικής άσκησης του επαγγέλματος. Νέες Εξειδικεύσεις και Επιπλέον Ρυθμίσεις Η δημιουργία πολλαπλών εξειδικεύσεων και πρόσθετων πιστοποιήσεων ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερβολική ρύθμιση του επαγγέλματος και σε συνεχή εξάρτηση των επαγγελματιών από εγκρίσεις ή διαδικασίες πιστοποίησης. Ιδιαίτερος προβληματισμός δημιουργείται ως προς το ενδεχόμενο δημιουργίας επαγγελματικών κατηγοριών πολλαπλών επιπέδων, όπου η κατοχή πρόσθετων πιστοποιήσεων ενδέχεται μελλοντικά να λειτουργεί ως περιορισμός στην άσκηση δραστηριοτήτων που μέχρι σήμερα αποτελούν μέρος των αναγνωρισμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων. Κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι: • οι εξειδικεύσεις παραμένουν προαιρετικές, • δεν υποκαθιστούν το βασικό επαγγελματικό δικαίωμα των εγγεγραμμένων επαγγελματιών, • δεν δημιουργούν έμμεσες ή άμεσες διακρίσεις μεταξύ επαγγελματιών του ίδιου κλάδου, • και δεν μετατρέπονται σε υποχρεωτικό μηχανισμό αδειοδότησης για δραστηριότητες που ήδη περιλαμβάνονται στα αναγνωρισμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Παράλληλα, θεωρείται απαραίτητο να αποσαφηνιστούν εκ των προτέρων και με σαφήνεια όλα τα κριτήρια, οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες που αφορούν τη διεκδίκηση, απονομή, ανανέωση ή ενδεχόμενη ανάκληση των εξειδικεύσεων. Ειδικότερα, κρίνεται αναγκαίο να καθοριστούν νομοθετικά: • τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά κριτήρια, • οι απαιτούμενες ώρες πρακτικής ή επαγγελματικής εμπειρίας, • οι διαδικασίες αξιολόγησης και πιστοποίησης, • οι αρμόδιοι φορείς αξιολόγησης, • τα τέλη ή οικονομικές επιβαρύνσεις, • καθώς και οι διαδικασίες ένστασης ή επανεξέτασης, ώστε να διασφαλίζονται διαφάνεια, αντικειμενικότητα, ασφάλεια δικαίου και ίση μεταχείριση όλων των επαγγελματιών." "21 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Εξειδίκευση σε κάποιο τομέα θα πρέπει να αναγνωρίζεται και σε περίπτωση που τα πρόσοντα ή πρακτική εξάσκηση ή εξειδίκευση αναγνωρίζεται και από το κράτος μέλος της Ε.Ε. στα οποία αποκτήθηκαν. Το Υπουργείο Υγείας θα αναγνωρίζει και εκπαιδευτικά προγράμματα επαγγελματικής εξειδίκευσης άλλων κρατών μελών? Δεν είναι δε ξεκάθαρο τι ακριβώς θα αναγνωρίζει το ΚΥΣΑΤΣ. Το μεταπτυχιακό και διδακτορικό ή την εξειδίκευση; Είναι ο ρόλος του; Για ποιο λόγο να είναι κάποιος εγγεγραμμένος τουλάχιστον 2 χρόνια σε Μητρώο για να μπορέσει να αποκτήσει ειδικότητα; Αν κάποιος έχει ήδη εργαστεί για 1-2 χρόνια σε νεφρολογική κλινική, έχει μεταπτυχιακό ή εκπαιδευτικό προγράμματα επαγγελματικής εξειδίκευσης στη διατροφή και νεφρολογία και έρθει Κύπρο να εργαστεί, δεν θα μπορεί να εγγραφεί ως ειδικός παρόλο που έχει εξειδίκευση στη διατροφή και νεφρολογία, επειδή εργάστηκε μόνο 2 χρόνια στον τομέα της νεφρολογίας αντί 5, ή επειδή δεν ήταν ήδη γραμμένος 2 χρόνια στα Μητρώα της Κύπρου? Οι εν λόγω απαιτήσεις παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας." "22 - Τροποποίηση του άρθρου 10 του βασικού νόμου","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Με ποιο τρόπο καθορίζεται τι μπορεί να ασκεί ο καθένας στον κλάδο του; Ο κάθε επαγγελματίας ασκεί αυτά για τα οποία έχει διδαχθεί και εμπίπτουν στον γνωστικό αντικείμενο των σπουδών του και της πρακτικής του εμπειρίας που απέκτησε είτε κατά τη διάρκεια των σπουδών του ή μεταγενέστερα. Οι εν λόγω περιορισμοί δεν είναι σαφείς ούτε ως προς την ουσία τους ούτε και ως προς τον τρόπο που μπορούν να εφαρμοστούν." "24 - Τροποποίηση του άρθρου 12 του βασικού νόμου","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Για σκοπούς επανεγγραφής λόγω διαγραφής επειδή δεν ανανεώθηκε η άδεια για περίοδο πέντε ή δέκα ετών, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσο το εν λόγω πρόσωπο ασκούσε πραγματικά το επάγγελμα του σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. ή/και σε Τρίτη χώρα. Δεν μπορεί κάποιος αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν διέμενε στη Δημοκρατία για κάποια περίοδο αλλά ασκούσε το επάγγελμα, ιδίως σε άλλο κράτος μέλος να πρέπει να επανελεγχθεί εξ υπαρχής ή/και να αναγκαστεί να παρακαθήσει σε εξετάσεις κ.λ.π. Τέτοιες απαιτήσεις παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας αλλά και δυνητικά της ίσης μεταχείρισης και δεν λαμβάνουν επίσης υπόψη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Οδηγία 2005/36/ΕΚ" "26 - Τροποποίηση του τίτλου του ΜΕΡΟΥΣ VΙΙ του βασικού νόμου",COMED,"Να προστεθούν: Διαφάνεια και Δημοσιοποίηση Οικονομικών Στοιχείων: Το Συμβούλιο υποχρεούται να μεριμνά για την πλήρη δημοσιοποίηση των λογιστικών του βιβλίων και των ετήσιων οικονομικών του καταστάσεων, διασφαλίζοντας την απόλυτη διαφάνεια της οικονομικής του διαχείρισης. Διοργάνωση Προγραμμάτων Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης: Το Συμβούλιο να φέρει την εκ του νόμου υποχρέωση να διοργανώνει, εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιχορηγημένα σεμινάρια και προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης για τα μέλη του, με σκοπό τη διαρκή επιστημονική τους κατάρτιση." "27 - Τροποποίηση του άρθρου 19 του βασικού νόμου","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Τα πειθαρχικά συμβούλια των επαγγελματικών σωμάτων συνήθως εκλέγονται για συγκεκριμένη θητεία από τα μέλη των συλλόγων τους (Βλ. ιατρούς, οδοντιάτρους, δικηγόρους κ.λ.π.) Στην παρούσα περίπτωση δεν εκλέγονται αλλά διορίζονται με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα και του Συμβουλίου, το οποίο εντούτοις ασκεί και την αρμοδιότητα εγγραφής των επαγγελματιών στα Μητρώα αλλά και καθορισμού των προτύπων άσκησης των ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων αλλά και της συνεχιζόμενη εκπαίδευσης. Δυνητικά ενυπάρχει ο κίνδυνος σύγκρουσης συμφέροντος στην άσκηση από τη μια εκτελεστικών και αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σε σχέση με τους επαγγελματίες και των πειθαρχικών εξουσιών έμμεσα μέσω του διορισμού του πειθαρχικού συμβουλίου και όχι εκλογής του. Ενώ παντού στο νόμο γίνεται ειδική αναφορά στους κλινικούς διαιτολόγους, στις διατάξεις για τα πειθαρχικά αδικήματα δεν γίνεται καμία αναφορά σε κλινικούς διαιτολόγους σε αντίθεση με όλες τις άλλες εξειδικεύσεις στις οποίες γίνεται και πάλι ειδική αναφορά. Θα πρέπει να υπάρχει περιορισμός στις θητείες και του πειθαρχικού Συμβουλίου. Δεν μπορούν τα ίδια άτομα να διορίζονται εσαεί." "28 - Τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη νέου άρθρου","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Τα πειθαρχικά συμβούλια των επαγγελματικών σωμάτων συνήθως εκλέγονται για συγκεκριμένη θητεία από τα μέλη των συλλόγων τους (Βλ. ιατρούς, οδοντιάτρους, δικηγόρους κ.λ.π.) Στην παρούσα περίπτωση δεν εκλέγονται αλλά διορίζονται με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα και του Συμβουλίου, το οποίο εντούτοις ασκεί και την αρμοδιότητα εγγραφής των επαγγελματιών στα Μητρώα αλλά και καθορισμού των προτύπων άσκησης των ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων αλλά και της συνεχιζόμενη εκπαίδευσης. Δυνητικά ενυπάρχει ο κίνδυνος σύγκρουσης συμφέροντος στην άσκηση από τη μια εκτελεστικών και αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σε σχέση με τους επαγγελματίες και των πειθαρχικών εξουσιών έμμεσα μέσω του διορισμού του πειθαρχικού συμβουλίου και όχι εκλογής του. Ενώ παντού στο νόμο γίνεται ειδική αναφορά στους κλινικούς διαιτολόγους, στις διατάξεις για τα πειθαρχικά αδικήματα δεν γίνεται καμία αναφορά σε κλινικούς διαιτολόγους σε αντίθεση με όλες τις άλλες εξειδικεύσεις στις οποίες γίνεται και πάλι ειδική αναφορά. Θα πρέπει να υπάρχει περιορισμός στις θητείες και του πειθαρχικού Συμβουλίου. Δεν μπορούν τα ίδια άτομα να διορίζονται εσαεί." "33 - Τροποποίηση του άρθρου 23 του βασικού νόμου",andri.panteli@gmail.com,"Σχόλιο: Η αύξηση του χρηματικού προστίμου από ΛΚ 1.000, ήτοι περίπου €1.708, σε €10.000 κρίνεται ιδιαίτερα υψηλή και ενδέχεται να εγείρει ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας των ποινών. Η επιβολή τόσο αυξημένου προστίμου θα πρέπει να δικαιολογείται επαρκώς από τη φύση, τη σοβαρότητα και τις συνέπειες της παράβασης, καθώς και να τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό της νομοθεσίας. Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος η κύρωση να λειτουργεί όχι ως εύλογο αποτρεπτικό μέτρο, αλλά ως υπέρμετρος και δυσανάλογος περιορισμός της επαγγελματικής δραστηριότητας. Εισήγηση: Εισηγούμαστε όπως επανεξεταστεί το ύψος του προτεινόμενου χρηματικού προστίμου, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας και να κλιμακώνεται ανάλογα με τη φύση, τη βαρύτητα, τη διάρκεια και τις συνέπειες της παράβασης. Θα μπορούσε, επίσης, να προβλεφθεί διαφοροποίηση μεταξύ πρώτης παράβασης, επαναλαμβανόμενης παράβασης και σοβαρής ή συστηματικής παραβίασης της νομοθεσίας." "34 - Τροποποίηση του άρθρου 24 του βασικού νόμου","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Η τροποποίηση του Άρθρου 24 (στ) ώστε να ποινικοποιήσει τις ενέργειες προσώπων που δεν είναι εγγεγραμμένα στα Μητρώα επειδή δεν αναγνωρίζονται τα προσόντα που έχουν αποκτηθεί από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και βάσει των οποίων μπορούν να ασκούν το επάγγελμα τους στο κράτος που τα απόκτησαν, επειδή μπορεί να εμπίπτουν οι ενέργειες τους στο πλαίσιο άσκησης του επαγγέλματος που κατοχυρώνεται από νόμο αποτελεί αθέμιτο περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών." "36 - Τροποποίηση του άρθρου 26 του βασικού νόμου",andri.panteli@gmail.com,"Άρθρο 15 του προτεινόμενου Νομοσχέδιου και Κανονισμός 7 του περί του Συμβουλίου Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων, Τεχνολόγων Τροφίμων, Διαιτολόγων και Διατροφολόγων (Διαδικασία Εγγραφής στο Μητρώο και Χορήγηση και Ανανέωση Επαγγελματικής Άδειας) Κανονισμοί του 2025 Σχόλιο: Με βάση τις προτεινόμενες πρόνοιες αναφορικά με τη συνεχιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση και επιμόρφωση, οι επαγγελματίες που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο οφείλουν να συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα μόρια επιμόρφωσης για σκοπούς διατήρησης ή ανανέωσης της άδειας άσκησης του επαγγέλματός τους. Ωστόσο, τα προγράμματα, οι φορείς και οι δραστηριότητες επιμόρφωσης που θα αναγνωρίζονται φαίνεται να τίθενται υπό την αποκλειστική αρμοδιότητα και έγκριση του Συμβουλίου. Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί προβληματισμό, καθότι δεν προβλέπεται ρητή υποχρέωση του Συμβουλίου να εντάσσει, να αποδέχεται ή να αναγνωρίζει προγράμματα επιμόρφωσης που αφορούν ειδικά το επιστημονικό και επαγγελματικό αντικείμενο των Διατροφολόγων. Ελλείψει τέτοιας πρόνοιας, υπάρχει κίνδυνος η συνεχιζόμενη επιμόρφωση να περιοριστεί, στην πράξη, σε προγράμματα με κυρίως διαιτολογικό ή κλινικοδιαιτολογικό προσανατολισμό, αποκλείοντας ή υποβαθμίζοντας προγράμματα που αφορούν τη Διατροφολογία και τα επιμέρους σύγχρονα πεδία της. Ιδίως θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι Διατροφολόγοι θα έχουν πραγματική και ισότιμη δυνατότητα να καλύπτουν τις απαιτήσεις συνεχιζόμενης επιμόρφωσης μέσω προγραμμάτων που σχετίζονται με την επιστήμη της Διατροφής. Η απουσία σαφούς υποχρέωσης του Συμβουλίου να αναγνωρίζει τέτοια προγράμματα ενδέχεται να δημιουργήσει, στην πράξη, μηχανισμό έμμεσου αποκλεισμού των Διατροφολόγων από την ανανέωση της άδειας άσκησης επαγγέλματος, εάν τα διαθέσιμα ή εγκεκριμένα προγράμματα επιμόρφωσης δεν ανταποκρίνονται στο δικό τους επιστημονικό αντικείμενο. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη υποχρέωσης συνεχιζόμενης επιμόρφωσης, η οποία είναι θεμιτή και συνήθης για επαγγελματίες υγείας, αλλά η απουσία αντικειμενικού και ισότιμου πλαισίου αναγνώρισης προγραμμάτων που να καλύπτει ουσιαστικά και τους Διατροφολόγους. Εισήγηση: Εισηγούμαστε όπως προστεθεί ρητή πρόνοια σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο υποχρεούται να εντάσσει, να αποδέχεται και να αναγνωρίζει προγράμματα συνεχιζόμενης επιμόρφωσης που αφορούν ειδικά τους Διατροφολόγους και το ευρύτερο επιστημονικό αντικείμενο της Διατροφής. Περαιτέρω, εισηγούμαστε όπως η αναγνώριση των προγραμμάτων επιμόρφωσης γίνεται βάσει σαφών, αντικειμενικών και προκαθορισμένων κριτηρίων, ώστε να αποφεύγεται η επιλεκτική ή άνιση αναγνώριση προγραμμάτων και να διασφαλίζεται ότι οι Διατροφολόγοι δεν θα εξαρτώνται αποκλειστικά από προγράμματα ή φορείς με διαιτολογικό προσανατολισμό για την ανανέωση της άδειας άσκησης του επαγγέλματός τους." "36 - Τροποποίηση του άρθρου 26 του βασικού νόμου",COMED,"Προτείνεται όπως προστεθούν τα εξής: Διαφάνεια και Δημοσιοποίηση Οικονομικών Στοιχείων: Το Συμβούλιο υποχρεούται να μεριμνά για την πλήρη δημοσιοποίηση των λογιστικών του βιβλίων και των ετήσιων οικονομικών του καταστάσεων, διασφαλίζοντας την απόλυτη διαφάνεια της οικονομικής του διαχείρισης. Διοργάνωση Προγραμμάτων Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης: Το Συμβούλιο να φέρει την εκ του νόμου υποχρέωση να διοργανώνει, εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιχορηγημένα σεμινάρια και προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης για τα μέλη του, με σκοπό τη διαρκή επιστημονική τους κατάρτιση." "41 - Αίτηση εγγραφής","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Κανονισμός 4 Παράγραφος (2) Τα τέλη πρέπει να καθορίζονται στους Κανονισμούς και όχι από το Συμβούλιο – η διάταξη είναι ultra vires αφού το Άρθρο 26 του Νόμου καθορίζει ότι τα τέλη προβλέπονται στους Κανονισμούς. Παράγραφος (5) Τυχόν Επιτροπή Εγγραφής Μελών πρέπει να συγκροτείται από μέλη του Συμβουλίου της ίδιας ειδικότητας. Δεν μπορούν επιστήμονες τροφίμων να εξετάζουν αιτήσεις διαιτολόγων ή διατροφολόγων για παράδειγμα. Ούτε αιτήσεις διατροφολόγων να εξετάζονται από κλινικούς διαιτολόγους κ.λ.π. Τα μέλη Επιτροπής Εγγραφής Μελών όπως και του Συμβουλίου θα πρέπει να εκπαιδευτούν για την ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή των υποχρεώσεων που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο και ειδικότερα από την Οδηγία 2005/36/ΕΚ και το Νόμο 35(Ι)/2008" "42 - Διαδικασία και προϋποθέσεις για ανανέωση επαγγελματικής άδειας","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Κανονισμός 5 Παράγραφος (1) Η πρώτη επιφύλαξη δεν νοείται να τίθεται διότι δεν μπορεί μέλος το οποίο κρίθηκε ότι πληροί τα προσόντα στη συνέχεια κατά την ανανέωση να γίνεται αναψηλάφιση των προσόντων του για σκοπούς ανανέωσης σε ετήσια μάλιστα βάση. Παράγραφος (2) Δεν μπορεί να γίνεται αναφορά ότι σε περίπτωση μη έγκαιρης ανανέωσης της άδειας θα μπορεί κάποιος να ασκεί το επάγγελμα του για τρεις μήνες από τη λήξη της άδειας. Μετά τους τρεις μήνες δεν θα μπορεί να το ασκεί ή θα του γίνεται πειθαρχικό; Ούτως ή άλλως η παράγραφος 3 επιλύει το πρόβλημα της μη έγκαιρης ανανέωσης αφού θα καταβάλλει ψηλότερα τέλη. Παράγραφος 4 (α) Δεν μπορεί τα μέλη να υποχρεούνται σε δήλωση ότι εξακολουθούν να πληρούν τις προϋποθέσεις εγγραφής. Είναι υποτιμητικό για κάθε επαγγελματία Παράγραφος 4 (β) Ο νόμος θα πρέπει να προβλέπει την υποχρέωση ασφάλειας επαγγελματικής ευθύνης για σκοπούς έγγραφης στο Μητρώο" "44 - Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση Διαιτολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Διατροφολόγων","Georgia Hadjimichael","Η πρόβλεψη για συνεχιζόμενη εκπαίδευση αποτελεί θετική ρύθμιση. Ωστόσο, εντοπίζονται σημαντικά ζητήματα εφαρμογής και ερμηνείας που χρήζουν διευκρίνισης. Καταρχάς, υπάρχει ασάφεια ως προς τον χρονικό ορίζοντα αξιολόγησης των απαιτούμενων μορίων. Συγκεκριμένα, ενώ η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ανανεώνεται ετησίως, η υποχρέωση συνεχιζόμενης εκπαίδευσης ορίζεται σε βάση πενταετίας, χωρίς να καθορίζεται με σαφήνεια η αφετηρία υπολογισμού της πενταετούς περιόδου ούτε η σύνδεσή της με την ετήσια διαδικασία ανανέωσης της άδειας. Περαιτέρω, η ρύθμιση αφήνει σημαντικό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο Συμβούλιο, τόσο ως προς την αναγνώριση των προγραμμάτων συνεχιζόμενης εκπαίδευσης όσο και ως προς τους φορείς παροχής τους. Παρότι αυτό επιτρέπει ευελιξία, απουσιάζουν συγκεκριμένα και προκαθορισμένα κριτήρια αξιολόγησης, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε μη ομοιόμορφη εφαρμογή ή διαφορετικές ερμηνείες ανά περίπτωση." "44 - Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση Διαιτολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Διατροφολόγων",COMED,"ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΜΟΡΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και Έγκριση Εκπαιδευτικών Δραστηριοτήτων Η συνεχιζόμενη επιστημονική επιμόρφωση αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την αναβάθμιση των επαγγελματικών γνώσεων και την προστασία της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, οι προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν προβληματισμό ως προς τον βαθμό ελέγχου που συγκεντρώνεται στο Συμβούλιο αναφορικά με την έγκριση και αναγνώριση εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Δεν αποσαφηνίζονται επαρκώς: • τα αντικειμενικά κριτήρια έγκρισης εκπαιδευτικών προγραμμάτων, • οι διαδικασίες αξιολόγησης, • οι λόγοι απόρριψης, • ούτε οι διαδικασίες ένστασης ή επανεξέτασης. Η αποκλειστική εξάρτηση της αναγνώρισης εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων από εγκρίσεις του Συμβουλίου ενδέχεται να δημιουργήσει υπερβολική γραφειοκρατία, περιορισμό της επιστημονικής δραστηριότητας και άνιση πρόσβαση σε εκπαιδευτικές ευκαιρίες. Κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθούν: • σαφή και διαφανή κριτήρια έγκρισης, • δημόσια προσβάσιμος κατάλογος αναγνωρισμένων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, • αντικειμενικές διαδικασίες αξιολόγησης, • και επαρκείς διαδικασίες ένστασης και επανεξέτασης." "44 - Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση Διαιτολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Διατροφολόγων","Nicoletta Charalambidou representative of Stephany Piper","Κανονισμός 7 Παράγραφος (1) Υπάρχει αντίφαση στις διατάξεις αφού δεν αναφέρεται από πότε υπολογίζονται τα τελευταία πέντε έτη ενώ η άδεια ανανεώνεται ετησίως. Αντικειμενικά δεν θα μπορεί να εκπληρωθεί η απαίτηση για συνεχιζόμενη εκπαίδευση για σκοπούς ανανέωσης της άδειας. Παράγραφος (3) Θα πρέπει να αναγνωρίζονται και προγράμματα κατάρτισης άλλων κρατών μελών." "44 - Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση Διαιτολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Διατροφολόγων",Pantelitsa,"Η συνεχής επιστημονική επιμόρφωση αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και την προστασία της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, οι προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν σοβαρό προβληματισμό ως προς το οικονομικό και επαγγελματικό βάρος που ενδέχεται να επιβαρύνει κυρίως τους αυτοεργοδοτούμενους διαιτολόγους και διατροφολόγους. Δεδομένου ότι η συμμετοχή σε προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης καθίσταται ουσιαστικά υποχρεωτική για τη διατήρηση και ανανέωση της άδειας άσκησης επαγγέλματος, οι αυτοεργοδοτούμενοι επαγγελματίες ενδέχεται να υποχρεώνονται: • να αναστέλλουν προσωρινά τη λειτουργία των ιδιωτικών τους γραφείων, • να χάνουν εισόδημα και προγραμματισμένα ραντεβού, • και παράλληλα να συνεχίζουν να επωμίζονται τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεών τους, όπως ενοίκια, λογαριασμούς, ασφαλιστικές και άλλες επαγγελματικές υποχρεώσεις. Αντίθετα, επαγγελματίες που εργάζονται στον δημόσιο τομέα ή σε οργανωμένες δομές ενδέχεται να έχουν διαφορετικές διευκολύνσεις ή κάλυψη κατά τη διάρκεια τέτοιων εκπαιδεύσεων, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει άνιση μεταχείριση μεταξύ επαγγελματιών του ίδιου κλάδου. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα δωρεάν ή επιχορηγούμενων προγραμμάτων επιμόρφωσης, καθώς και ευέλικτων μορφών εκπαίδευσης, ώστε να μην δημιουργείται δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση ή επαγγελματική δυσχέρεια για τους αυτοεργοδοτούμενους επαγγελματίες." "44 - Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση Διαιτολόγων, Κλινικών Διαιτολόγων, Διατροφολόγων","katerina Christofi","Παρατήρηση επί του Άρθρου 44 – Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και Ανανέωση Άδειας Η συνεχής επιστημονική επιμόρφωση αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και την προστασία της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, οι προτεινόμενες πρόνοιες δημιουργούν εύλογο προβληματισμό ως προς το οικονομικό κόστος που ενδέχεται να επιβαρύνει αποκλειστικά τους επαγγελματίες. Δεδομένου ότι η συμμετοχή σε προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης καθίσταται ουσιαστικά υποχρεωτική για τη διατήρηση και ανανέωση της άδειας άσκησης επαγγέλματος, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα δωρεάν ή επιχορηγούμενων προγραμμάτων επιμόρφωσης, τα οποία να διοργανώνονται ή να υποστηρίζονται από το Συμβούλιο ή/και την Πολιτεία. Παράλληλα, θεωρείται απαραίτητο να καθοριστούν με σαφήνεια: τα απαιτούμενα κριτήρια, οι ώρες εκπαίδευσης, οι διαδικασίες αναγνώρισης, καθώς και τυχόν οικονομικές επιβαρύνσεις. Η μη πρόβλεψη τέτοιων μηχανισμών ενδέχεται να δημιουργήσει δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση για τους επαγγελματίες και άνιση πρόσβαση στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση και στην ανανέωση της επαγγελματικής άδειας." "46 - Ανανέωση Πιστοποιητικού Εξειδίκευσης εγγεγραμμένου Διαιτολόγου ή Διατροφολόγου",COMED,"ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΕΞΙΔΙΚΕΥΣΗΣ Η πρόνοια για υποχρεωτική ανανέωση πιστοποιήσεων εξειδίκευσης ανά τακτά χρονικά διαστήματα, σε συνδυασμό με πρόσθετες απαιτήσεις πρακτικής εμπειρίας, συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και οικονομικών επιβαρύνσεων, δημιουργεί εύλογο προβληματισμό ως προς την αναλογικότητα και αναγκαιότητά της. Παρότι αναγνωρίζεται η σημασία της επιστημονικής επιμόρφωσης και της διατήρησης υψηλού επιπέδου επαγγελματικής επάρκειας, κρίνεται ότι οι προτεινόμενες απαιτήσεις ενδέχεται να είναι υπερβολικές και να οδηγούν σε συνεχή διοικητική και οικονομική επιβάρυνση των επαγγελματιών. Ιδιαίτερος προβληματισμός προκαλεί η απαίτηση επαναλαμβανόμενης τεκμηρίωσης ωρών πρακτικής άσκησης ή επαγγελματικής δραστηριότητας, καθώς και η σύνδεση της διατήρησης εξειδίκευσης με διαρκείς διαδικασίες ανανέωσης, οι οποίες ενδέχεται να λειτουργούν ως έμμεσος περιορισμός στην επαγγελματική δραστηριότητα αντί ως εργαλείο επιστημονικής αναβάθμισης. Επιπρόσθετα, οι απαιτήσεις αυτές δύνανται να επηρεάζουν δυσανάλογα συγκεκριμένες ομάδες επαγγελματιών, όπως αυτοεργοδοτούμενους, επαγγελματίες με μερική απασχόληση, γονείς ή άτομα που αντιμετωπίζουν προσωρινές δυσκολίες υγείας ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Κρίνεται επομένως αναγκαίο να επανεξεταστεί η έκταση και συχνότητα των απαιτήσεων ανανέωσης, ώστε οι εξειδικεύσεις να λειτουργούν ως προαιρετικός μηχανισμός επιστημονικής εξέλιξης και όχι ως υπερβολικός ή δυσανάλογος μηχανισμός επαναλαμβανόμενης αδειοδότησης. Παράλληλα, θεωρείται απαραίτητο να αποσαφηνιστούν πλήρως: • τα κριτήρια ανανέωσης, • οι απαιτούμενες ώρες και αποδεικτικά στοιχεία, • οι διαδικασίες αξιολόγησης, • οι οικονομικές επιβαρύνσεις και τέλη, • καθώς και οι διαδικασίες ένστασης ή επανεξέτασης, ώστε να διασφαλίζονται διαφάνεια, αντικειμενικότητα και ίση μεταχείριση όλων των επαγγελματιών. Ανανέωση Πιστοποιητικών, Οικονομική Επιβάρυνση και Αυτοεργοδοτούμενοι Επαγγελματίες Η συνεχής επιστημονική επιμόρφωση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο κάθε επιστημονικού επαγγέλματος. Ωστόσο, όταν η συμμετοχή σε προγράμματα εκπαίδευσης συνδέεται με την ανανέωση πιστοποιητικών ή εξειδικεύσεων, κρίνεται απαραίτητο να διασφαλίζεται ότι οι σχετικές απαιτήσεις είναι αναλογικές, προσβάσιμες και εφαρμόζονται ισότιμα. Ιδιαίτερος προβληματισμός δημιουργείται για τους αυτοεργοδοτούμενους διαιτολόγους και διατροφολόγους, οι οποίοι ενδέχεται να υποχρεώνονται να διακόπτουν προσωρινά τη λειτουργία των ιδιωτικών τους γραφείων για συμμετοχή σε υποχρεωτικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα: • απώλεια εισοδήματος, • ακύρωση επαγγελματικών υποχρεώσεων και ραντεβού, • και ταυτόχρονη συνέχιση των λειτουργικών και επαγγελματικών εξόδων τους, όπως ενοίκια, λογαριασμοί και λοιπές επαγγελματικές υποχρεώσεις. Αντίθετα, επαγγελματίες που εργάζονται σε οργανωμένες δημόσιες ή μεγάλες ιδιωτικές δομές ενδέχεται να διαθέτουν διαφορετικές δυνατότητες ή διευκολύνσεις συμμετοχής, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει άνιση οικονομική επιβάρυνση μεταξύ επαγγελματιών του ίδιου κλάδου. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί: • δυνατότητα δωρεάν ή επιχορηγούμενων προγραμμάτων επιμόρφωσης, • ευέλικτες μορφές εκπαίδευσης, • σαφής καθορισμός των οικονομικών υποχρεώσεων και απαιτήσεων ανανέωσης, • καθώς και ισότιμη πρόσβαση όλων των επαγγελματιών στις απαιτήσεις συνεχιζόμενης εκπαίδευσης. Η συνεχιζόμενη εκπαίδευση θα πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο επιστημονικής ανάπτυξης και όχι ως μηχανισμός δυσανάλογης οικονομικής επιβάρυνσης ή επαγγελματικής δυσχέρειας."