Post,Author,Content "01 - Συνοπτικός Τίτλος",Psead,"1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Επαγγελματιών Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών (ΠΣΕΑΔ) συμμετέχει στη δημόσια διαβούλευση του Υπουργείου Εσωτερικών αναφορικά με το ανωτέρω νομοσχέδιο. Ο ΠΣΕΑΔ χαιρετίζει την πρωτοβουλία του Υπουργείου για αναθεώρηση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, με στόχο την κάλυψη υφιστάμενων κενών και την αντιμετώπιση πρακτικών δυσκολιών που έχουν ανακύψει κατά την εφαρμογή του Ν.104(I)/2017 ( όπως ισχύει σήμερα ). Η ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της χρηστής διοίκησης αποτελεί θετικό και αναγκαίο βήμα. Ωστόσο, ορισμένες από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, όπως έχουν διατυπωθεί, ενδέχεται να επιφέρουν δυσανάλογο διοικητικό και οικονομικό βάρος, να περιορίσουν την αυτονομία των σωματείων και να επηρεάσουν αρνητικά την εύρυθμη λειτουργία τους. Επισημαίνεται ότι η πλειονότητα των σωματείων στην Κύπρο είναι μικρού μεγέθους, βασίζονται αποκλειστικά στον εθελοντισμό και δεν διαθέτουν επαρκείς διοικητικούς ή οικονομικούς πόρους για να ανταποκριθούν σε αυξημένες κανονιστικές απαιτήσεις. Κατά συνέπεια, ορισμένες πρόνοιες του νομοσχεδίου ενδέχεται να επηρεάσουν δυσμενώς την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και στο διεθνές δίκαιο, οδηγώντας ενδεχομένως σε ακούσια συρρίκνωση του εθελοντικού τομέα. Με βάση τα πιο πάνω, ο ΠΣΕΑΔ υποβάλλει τις Παρατηρήσεις- Εισηγήσεις του με στόχο: την ανάδειξη των βασικότερων σημείων που χρήζουν αναθεώρησης ή επαναξιολόγησης, την τεκμηρίωση πιθανών συγκρούσεων με το συνταγματικό και διεθνές πλαίσιο, και την υποβολή ρεαλιστικών και εφαρμόσιμων εισηγήσεων. Η παρέμβαση γίνεται με πνεύμα συνεργασίας και θεσμικής ευθύνης, με γνώμονα την ενίσχυση της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, στην σωματειακή της μορφή. Ο ΠΣΕΑΔ επικεντρώνεται στα βασικότερα σημεία του νομοσχεδίου για τα οποία διατυπώνει επιφυλάξεις ή εισηγήσεις, χωρίς αυτό να υποδηλώνει διαφωνία και/ή συμφωνία με τα υπόλοιπα. Τέλος επικεντρώνεται μόνο στις τροποποιήσεις-προσθήκες που αναφέρονται στα σωματεία κι όχι σε άλλες νομικές οντότητες (π.χ ομοσπονδία, ίδρυμα κλπ.). ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Συνολικά, το υπό τροποποίηση νομοθετικό πλαίσιο εισάγει ένα σαφώς αυστηρότερο και πιο απαιτητικό σύστημα εποπτείας, λειτουργίας και διάλυσης των σωματείων, με σημαντική αύξηση των διοικητικών υποχρεώσεων και των εξουσιών του Εφόρου. Παρότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις επιδιώκουν την ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας, σε αρκετά σημεία δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη την πραγματική λειτουργική δυνατότητα των σωματείων στην Κύπρο, τα οποία στη μεγάλη τους πλειονότητα είναι μικρά, εθελοντικά και χωρίς διοικητική υποστήριξη. Ως αποτέλεσμα, ορισμένες πρόνοιες ενδέχεται να οδηγήσουν σε δυσανάλογο διοικητικό βάρος, αυξημένο κίνδυνο ακούσιας παραβατικότητας και ακόμη και σε αδικαιολόγητη διάλυση σωματείων για λόγους που δεν συνδέονται με την ουσία της λειτουργίας τους. Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται αναγκαίο το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο να επανεξεταστεί στη βάση της αρχής της αναλογικότητας και της προστασίας της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Άρθρο 11 ΕΣΔΑ και ερμηνεύεται διαχρονικά από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ειδικότερα, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι η διάλυση σωματείου θα εφαρμόζεται αποκλειστικά ως έσχατο μέτρο (ultima ratio), μόνο σε περιπτώσεις όπου υφίσταται σοβαρός λόγος και επιτακτική κοινωνική ανάγκη, και αφού προηγουμένως έχουν εξαντληθεί ηπιότερα μέσα συμμόρφωσης. Παράλληλα, οι διοικητικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα σωματεία θα πρέπει να είναι ρεαλιστικές, εφαρμόσιμες και αναλογικές προς το μέγεθος και τις πραγματικές δυνατότητές τους. Ο ΠΣΕΑΔ θεωρεί ότι απαιτείται εξορθολογισμός, αναλογικότητα και σαφείς πρόνοιες που να καθιστούν το νέο πλαίσιο λειτουργικό στην πράξη, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τόσο την αναγκαία διαφάνεια όσο και την ουσιαστική προστασία της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και τη βιώσιμη λειτουργία του εθελοντικού τομέα." "06 - Τροποποίηση του άρθρου 6 του βασικού νόμου",Psead," 06 – Τροποποίηση του άρθρου 6 του βασικού νόμου ΑΡΘΡΟ 6 (β) «………Νοείται έτι περαιτέρω ότι, το ως άνω αναφερόμενο πιστοποιητικό ποινικού μητρώου θα εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές του τόπου της μόνιμης διαμονής του προσώπου κατά τα τελευταία 5 (πέντε) έτη από την ημερομηνία έκδοσής του· Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Έφορος δύναται να ζητήσει όπως του υποβληθεί το εν λόγω πιστοποιητικό ποινικού μητρώου και οποτεδήποτε κρίνει ο ίδιος απαραίτητο, μετά την εγγραφή του σωματείου ή ιδρύματος ή ομοσπονδίας για οποιοδήποτε μέλος της διοίκησης σωματείου ή ιδρύματος ή ομοσπονδίας·…» Παρατηρήσεις: Η πρόνοια που απαιτεί την έκδοση πιστοποιητικού ποινικού μητρώου από τις αρμόδιες αρχές του τόπου μόνιμης διαμονής του προσώπου για τα τελευταία πέντε έτη, καθώς και η δυνατότητα του Εφόρου να ζητά το εν λόγω πιστοποιητικό οποτεδήποτε μετά την εγγραφή του σωματείου, δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις πρακτικές δυσχέρειες που συνεπάγεται η εξασφάλιση τέτοιων εγγράφων από αλλοδαπές αρχές. Στην πράξη, η διαδικασία αυτή είναι συχνά χρονοβόρα, δαπανηρή και αβέβαιη, εξαρτώμενη από διαδικασίες και προϋποθέσεις που δεν ελέγχονται από τον αιτητή. Αυτό δύναται να οδηγήσει σε αδικαιολόγητες καθυστερήσεις τόσο κατά την εγγραφή σωματείων όσο και κατά τη συμμόρφωση των μελών της διοίκησης, χωρίς να υφίσταται υπαιτιότητα εκ μέρους τους. Εισηγήσεις ΠΣΕΑΔ: • να λαμβάνονται υπόψη οι πρακτικές δυσκολίες εξασφάλισης αλλοδαπών πιστοποιητικών, • να προβλέπονται εναλλακτικοί τρόποι απόδειξης, και • να αποφεύγονται καθυστερήσεις που επηρεάζουν την ομαλή λειτουργία των σωματείων, διασφαλίζοντας παράλληλα τη νομιμότητα." "14 - Τροποποίηση του άρθρου 18 του βασικού νόμου",Psead,"ΆΡΘΡΟ 18(5) « …….Το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου υποχρεούται να τηρεί πλήρως επικαιροποιημένο αρχείο το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα: μητρώο μελών του σωματείου∙ μητρώο μελών του διοικητικού συμβουλίου με τα αντίστοιχα αξιώματα∙ μητρώο αξιωματούχων∙ μητρώο εργοδοτουμένων∙ μητρώο πραγματικών δικαιούχων ως αυτοί ορίζονται στον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο του 2007 (188(I)/2007)∙ μητρώο έδρας∙ Νοείται ότι, οποιαδήποτε αλλαγή στα μητρώα θα πρέπει να καταχωρείται άμεσα στο αρχείο. Νοείται περαιτέρω ότι, ο Έφορος δύναται να έχει πρόσβαση στο αρχείο και να το επιθεωρεί οποτεδήποτε και τυχόν άρνηση ή/και παράλειψη σωματείου να συμμορφωθεί με αίτημα του Εφόρου για επιθεώρηση του αρχείου, συνιστά παράβαση νομικού καθήκοντος και ο Έφορος δύναται να επιβάλει στο σωματείο ή/και το πρόσωπο το οποίο δεν συμμορφώθηκε με τις σχετικές απαιτήσεις, διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα εκατόν ευρώ (€100) ή/και να αποταθεί στο Δικαστήριο και να αιτηθεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται το σωματείο ή/και το διοικητικό συμβούλιο αυτού να επιτρέψει την επιθεώρηση του αρχείου……..»· Παρατηρήσεις: Η προτεινόμενη τροποποίηση επεκτείνει σημαντικά τις υποχρεώσεις των σωματείων ως προς την τήρηση και συνεχή επικαιροποίηση πολλαπλών μητρώων και βιβλίων (το ισχύον νομικό πλαίσιο αναφέρει υποχρέωση τήρησης μητρώου μελών, το οποίο επικαιροποιείται τουλάχιστον άπαξ κατ’ έτος και είναι διαθέσιμο προς επιθεώρηση από τον Έφορο και προς οποιοδήποτε τρίτο έχει έννομο συμφέρον). Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται οριζόντια, χωρίς διαφοροποίηση βάσει μεγέθους, πόρων ή οργανωτικής δομής. Παρότι ο σκοπός ενίσχυσης της διαφάνειας είναι θεμιτός, η πρακτική εφαρμογή των διατάξεων αυτών δημιουργεί δυσανάλογο διοικητικό βάρος, ιδίως για μικρά σωματεία που λειτουργούν αποκλειστικά με εθελοντές και χωρίς διοικητική υποστήριξη. Η υποχρέωση συνεχούς επικαιροποίησης, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ελέγχου από τον Έφορο «οποτεδήποτε», αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ακούσιας μη συμμόρφωσης και επιβολής κυρώσεων, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Εισηγήσεις ΠΣΕΑΔ: • θέσπιση μεταβατικής περιόδου προσαρμογής, • παροχή δωρεάν ψηφιακών προτύπων από το Υπουργείο, • διαφοροποίηση υποχρεώσεων ανάλογα με το μέγεθος και τις δυνατότητες των σωματείων, • υποχρέωση επικαιροποίησης μητρώων άπαξ κατ’ έτος ως ισχύει σήμερα." "17 - Τροποποίηση του άρθρου 24 του βασικού νόμου",Psead,"ΆΡΘΡΟ 24 • Γενικές Παρατηρήσεις: Το νέο άρθρο 24 εισάγει σημαντικά διευρυμένους λόγους διάλυσης, παρέχοντας στον Έφορο ευρείες εξουσίες. Η διεύρυνση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε δυσανάλογες παρεμβάσεις, ακόμη και για παραβάσεις που δεν σχετίζονται με τον πυρήνα της λειτουργίας του σωματείου. Λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία του Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ιδίως την προστασία που παρέχει το Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, προκύπτει ότι η διάλυση σωματείου συνιστά το έσχατο και πλέον επαχθές μέτρο κρατικής παρέμβασης, το οποίο μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, η επιβολή ενός τέτοιου μέτρου δεν είναι συμβατή με τις αρχές του κράτους δικαίου όταν βασίζεται σε διοικητικές παραβάσεις ή τυπικά σφάλματα, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη σοβαρού λόγου και επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης, επαρκώς τεκμηριωμένης. Παράλληλα, το κράτος οφείλει, πριν καταφύγει στη διάλυση, να εξετάζει και να εξαντλεί ηπιότερα μέσα συμμόρφωσης, όπως διορθωτικά μέτρα, συστάσεις ή διοικητικές κυρώσεις. Υπό το πρίσμα αυτό, οι προτεινόμενες διατάξεις θα πρέπει να αναδιαμορφωθούν ώστε να διασφαλίζεται ρητά ότι η διάλυση σωματείου εφαρμόζεται αποκλειστικά ως μέτρο ultima ratio, με σαφή και αυστηρά κριτήρια που να ανταποκρίνονται στην αρχή της αναλογικότητας. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της εποπτείας του κράτους και της ουσιαστικής προστασίας της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι. • Ειδικότερα– Άρθρο 24(1)(στ): Το υπό τροποποίηση άρθρο 24 (1) (στ) αναφέρει, ότι το σωματείο εισέρχεται σε διαδικασία διάλυσης και τίθεται σε εκκαθάριση : (στ) με διάταγμα του Δικαστηρίου, μετά από αίτηση του Εφόρου, εάν ο Έφορος λάβει γνώση ότι εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου για αδίκημα δυνάμει των προνοιών του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188(I)/2007), εναντίον σωματείου ή/και μέλους αυτού ή/και μέλους του Διοικητικού του Συμβουλίου ή/και αξιωματούχου αυτού ή/και πραγματικού δικαιούχου: Νοείται ότι, για την εφαρμογή της ως άνω πρόνοιας, το μέλος του σωματείου ή/και το μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου ή/και ο αξιωματούχος αυτού, έχει καταδικαστεί λόγω ενέργειας ή/και αμέλειας ή/και παράλειψης υπό την ιδιότητα που κατέχει σε σχέση με το σωματείο ή/και εκμεταλλευόμενος το σωματείο ή/και τις δραστηριότητες αυτού. Νοείται ότι η ως άνω πρόνοια εφαρμόζεται από την έκδοση πρωτόδικης απόφασης Δικαστηρίου, εκτός εάν εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης αυτής….» Παρατηρήσεις: Η παράγραφος 24(1)(στ) εισάγει έναν ιδιαίτερα προβληματικό λόγο διάλυσης σωματείου, καθώς προβλέπει ότι το σωματείο μπορεί να τεθεί σε εκκαθάριση με διάταγμα Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης του Εφόρου, σε περίπτωση που εκδοθεί καταδικαστική απόφαση για αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η ρύθμιση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε καταδίκη του ίδιου του σωματείου, αλλά επεκτείνεται και σε καταδίκες φυσικών προσώπων που συνδέονται με αυτό, όπως απλά μέλη, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, αξιωματούχοι ή πραγματικοί δικαιούχοι. Η πρώτη επιφύλαξη επιχειρεί να θέσει ένα όριο στην ευρύτητα της διάταξης, ορίζοντας ότι η καταδίκη του προσώπου πρέπει να οφείλεται σε ενέργεια, αμέλεια ή παράλειψη που τελέστηκε υπό την ιδιότητά του σε σχέση με το σωματείο ή μέσω εκμετάλλευσης του σωματείου ή των δραστηριοτήτων του. Δηλαδή, απαιτείται κάποια σύνδεση μεταξύ της παράνομης πράξης και του σωματείου. Ωστόσο, η σύνδεση αυτή είναι σχετικά χαλαρή και δεν εξειδικεύεται περαιτέρω. Συγκεκριμένα, η επιφύλαξη δεν απαιτεί να αποδεικνύεται ότι η πράξη τελέστηκε προς όφελος του σωματείου ή στο πλαίσιο υλοποίησης των σκοπών του, ούτε ότι υπήρξε γνώση, ανοχή ή συμμετοχή της διοίκησης. Επίσης, δεν γίνεται διάκριση μεταξύ προσώπων που έχουν εξουσία εκπροσώπησης και δέσμευσης του σωματείου (όπως το Διοικητικό Συμβούλιο) και απλών μελών που δεν μπορούν να εκφράσουν τη βούλησή του. Έτσι, ακόμη και πράξεις μεμονωμένων προσώπων, που απλώς συνδέονται λειτουργικά με το σωματείο, ενδέχεται να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία διάλυσης. Περαιτέρω, η δεύτερη επιφύλαξη εντείνει το πρόβλημα, καθώς ορίζει ότι η διαδικασία μπορεί να κινηθεί ήδη από την έκδοση πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να απαιτείται αυτή να καταστεί τελεσίδικη. Αυτό σημαίνει ότι το σωματείο ενδέχεται να τεθεί σε εκκαθάριση πριν ολοκληρωθεί ο δικαστικός έλεγχος της υπόθεσης, ακόμη και σε περίπτωση που η καταδίκη ανατραπεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Η υπό τροποποίηση διάταξη προβλέπει επίσης ότι: «Νοείται ότι η ως άνω πρόνοια εφαρμόζεται από την έκδοση πρωτόδικης απόφασης Δικαστηρίου, εκτός εάν εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης αυτής…». Ωστόσο, η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης αποτελεί αυτοτελές ένδικο βοήθημα, το οποίο ενδέχεται είτε να μην ασκηθεί είτε να μην γίνει δεκτό από το αρμόδιο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, η πρόβλεψη αυτή δεν παρέχει καμία ουσιαστική διασφάλιση ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν θα ανατραπεί σε δεύτερο βαθμό. Υφίσταται έτσι ο πραγματικός κίνδυνος το σωματείο να τεθεί σε εκκαθάριση πριν υπάρξει τελεσίδικη (δευτεροβάθμια) καταδικαστική κρίση. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε μη αναστρέψιμες συνέπειες, παρά το γεγονός ότι η πρωτόδικη απόφαση μπορεί τελικά να ακυρωθεί ή να μεταβληθεί σε επίπεδο έφεσης. Συνολικά, η γραμματική διατύπωση της διάταξης οδηγεί σε ουσιαστική μεταφορά των συνεπειών της ατομικής ποινικής ευθύνης στο ίδιο το σωματείο, χωρίς να απαιτείται επαρκής σύνδεση της παράνομης πράξης με τη λειτουργία, τη βούληση ή τα συμφέροντά του. Παρά την ύπαρξη της πρώτης επιφύλαξης, η οποία λειτουργεί ως τυπικός περιορισμός, δεν διασφαλίζεται επαρκώς ότι η διάλυση θα επιβάλλεται μόνο σε περιπτώσεις όπου το σωματείο έχει πραγματική εμπλοκή. Ως αποτέλεσμα, ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας και δίκαιης κατανομής ευθύνης, καθώς και κίνδυνος επιβολής της πιο ακραίας κύρωσης –της διάλυσης– για πράξεις που ενδέχεται να μην εκφράζουν ούτε να δεσμεύουν το ίδιο το σωματείο. • Ειδικότερα– Άρθρο 24(1)(ζ): Το υπό τροποποίηση άρθρο 24 (1) (ζ) αναφέρει, ότι το σωματείο εισέρχεται σε διαδικασία διάλυσης και τίθεται σε εκκαθάριση « …. με διάταγμα του Δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου ή των δύο πέμπτων των μελών ή του Εφόρου ή πιστωτή του σωματείου εάν το σωματείο είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του: Νοείται πως σωματείο λογίζεται ότι είναι ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του- (i) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που το σωματείο του οφείλει ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στο σωματείο παραδίνοντας στο φορέα της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης του σωματείου απαίτηση η οποία απαιτεί από το σωματείο να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και το σωματείο για τις επόμενες έξι εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ….» Παρατηρήσεις: Η υπό τροποποίηση διάταξη προβλέπει ότι το σωματείο μπορεί να τεθεί σε εκκαθάριση με διάταγμα του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, όταν κριθεί ότι είναι «ανίκανο να πληρώσει τα χρέη του». Ως τεκμήριο αφερεγγυότητας ορίζεται ότι αρκεί η επίδοση απαίτησης από πιστωτή με οφειλή άνω των €5.000 και η μη καταβολή, εξασφάλιση ή διευθέτηση του ποσού εντός έξι εβδομάδων. Η ρύθμιση αυτή εγείρει σοβαρά ζητήματα: Πρώτον, το όριο των €5.000 είναι εξαιρετικά χαμηλό για να ενεργοποιείται διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση ενός σωματείου. Ένα μεμονωμένο, σχετικά μικρό ή ακόμη και αμφισβητούμενο χρέος αρκεί για να τεθεί σε κίνηση μια διαδικασία με δυσανάλογα βαριές και ενδεχομένως μη αναστρέψιμες συνέπειες. Δεύτερον, η διάταξη θεωρεί ότι η απλή επίδοση απαίτησης και η μη ανταπόκριση εντός έξι εβδομάδων συνιστούν απόδειξη αφερεγγυότητας. Όμως η διάλυση σωματείου αποτελεί το έσχατο και πλέον επαχθές μέτρο. Δεν είναι συμβατό με την αρχή της αναλογικότητας να μπορεί να επιβληθεί στη βάση μιας μονομερούς ενέργειας πιστωτή, χωρίς να απαιτείται δικαστική κρίση επί της ουσίας της οφειλής ." "36 - Τροποποίηση του άρθρου 48 του βασικού νόμου",Psead,"ΆΡΘΡΟ 48(4) 48 (4) «Πρόσωπο το οποίο παρέχει στον Έφορο ψευδή, ελλιπή, ανακριβή ή παραπλανητική αίτηση, δήλωση, γνωστοποίηση, αρχείο, βιβλίο, λογαριασμό ή κατάστασης, κοινοποίηση, αναφορά ή άλλη ενημέρωση ή έγγραφο, που απαιτείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου,είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρείς χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές…» Παρατηρήσεις: Η διάταξη χρησιμοποιεί όρους όπως «ελλιπής» και «ανακριβής» πληροφορία, οι οποίοι είναι ευρείς και μπορούν να καλύψουν ένα πολύ μεγάλο φάσμα συμπεριφορών — από ένα απλό διοικητικό λάθος μέχρι συνειδητή παραπλάνηση. Δεν γίνεται, όμως, καμία διάκριση μεταξύ αυτών των περιπτώσεων. Έτσι, η ίδια ποινική κύρωση μπορεί να εφαρμοστεί τόσο σε κάποιον που ενήργησε με δόλο όσο και σε κάποιον που υπέπεσε σε ένα τυπικό ή τεχνικό σφάλμα. Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στο ότι η διάταξη δεν καθορίζει τον απαιτούμενο βαθμό υπαιτιότητας (mens rea). Στο ποινικό δίκαιο, κατά κανόνα, για να στοιχειοθετηθεί αδίκημα απαιτείται είτε δόλος είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, βαριά αμέλεια. Εδώ όμως δεν διευκρινίζεται αν απαιτείται πρόθεση παραπλάνησης ή αν αρκεί και η απλή αμέλεια. Αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα τόσο για τα πρόσωπα που υπάγονται στον νόμο όσο και για την εφαρμογή του από τις αρχές. Η πρακτική συνέπεια είναι ότι υπάρχει κίνδυνος να ποινικοποιηθούν συμπεριφορές χαμηλής απαξίας, όπως: • λογιστικά λάθη, • παραλείψεις λόγω άγνοιας ή διοικητικής αδυναμίας, • καθυστερημένη ή μη πλήρης ενημέρωση στοιχείων. • Αυτό οδηγεί σε δύο βασικά νομικά ζητήματα: Πρώτον, ζήτημα αναλογικότητας. Η επιβολή ποινικών κυρώσεων (ιδίως φυλάκισης) για τέτοιου είδους παραβάσεις μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική σε σχέση με τη βαρύτητα της συμπεριφοράς. Δεύτερον, ζήτημα ασφάλειας δικαίου. Οι πολίτες και τα σωματεία πρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων με σαφήνεια ποια συμπεριφορά είναι ποινικά κολάσιμη. Όταν οι όροι είναι αόριστοι και δεν συνδέονται με συγκεκριμένο επίπεδο υπαιτιότητας, δημιουργείται αβεβαιότητα και κίνδυνος αυθαίρετης εφαρμογής." "42 - Τροποποίηση του άρθρου 55 του βασικού νόμου",Psead,"3. ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗ: ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΩΝ 3.1. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο εισάγει νέες υποχρεώσεις και πρόσθετες κανονιστικές απαιτήσεις για τα σωματεία, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί ρητά ειδική μεταβατική διάταξη που να ρυθμίζει την προσαρμογή των καταστατικών των υφιστάμενων σωματείων. Η τροποποίηση καταστατικού αποτελεί διαδικασία ιδιαίτερα απαιτητική, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία της Γενικής Συνέλευσης, γεγονός που καθιστά την άμεση συμμόρφωση πρακτικά δυσχερή, ιδίως για σωματεία μικρού μεγέθους ή με περιορισμένη συμμετοχή μελών. Για τον λόγο αυτό, εισηγούμαστε όπως περιληφθεί στο νομοσχέδιο μεταβατική πρόνοια, σύμφωνα με την οποία οι τροποποιήσεις καταστατικών που απαιτούνται αποκλειστικά για σκοπούς συμμόρφωσης με υποχρεώσεις που απορρέουν από τον νέο νόμο να μπορούν να εγκρίνονται με απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών της Γενικής Συνέλευσης. Η ρύθμιση αυτή είναι απολύτως εύλογη, δεδομένου ότι πρόκειται για υποχρεωτικές προσαρμογές που επιβάλλονται από τον νομοθέτη και όχι για ουσιώδεις αλλαγές που αφορούν τη φυσιογνωμία ή τη λειτουργική ταυτότητα του σωματείου. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η ομαλή μετάβαση στο νέο κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς να δημιουργούνται αδικαιολόγητα εμπόδια ή κίνδυνος ακούσιας μη συμμόρφωσης. Προτεινόμεη μεταβατική Διάταξη και/ή Προτεινόμενη Τροποποίηση ισχύοντος άρθρου 22: με την προσθήκη : «Νοείται περαιτέρω ότι, όταν η τροποποίηση του καταστατικού απαιτείται αποκλειστικά για σκοπούς συμμόρφωσης με υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο ή από κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού, η σχετική τροποποίηση δύναται να εγκρίνεται με απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών της Γενικής Συνέλευσης, ανεξαρτήτως τυχόν αυξημένης πλειοψηφίας που προβλέπεται στο καταστατικό» 3.2. Επιπλέον Εισήγηση για Τροποποίηση του Άρθρου 22: Το ισχύον άρθρο 22 προβλέπει ότι για την τροποποίηση του καταστατικού, τη διάλυση ή τη μεταβολή του σκοπού σωματείου απαιτείται η συναίνεση των τριών τετάρτων (¾) του συνόλου των μελών. Στις περιπτώσεις όπου η συγκέντρωση της πλειοψηφίας αυτής καθίσταται δυσχερής, το σωματείο υποχρεούται να αιτηθεί την έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο, κατόπιν συγκατάθεσης του Εφόρου, ώστε να μπορέσει να συνεδριάσει με μειωμένη απαρτία (2/5). Η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα και δυσανάλογη, ιδίως για σωματεία με μεγάλο αριθμό μελών, χαμηλή συμμετοχή ή γεωγραφική διασπορά. Η ανάγκη προσφυγής στο Δικαστήριο για μια καθαρά εσωτερική οργανωτική διαδικασία δημιουργεί περιττό διοικητικό βάρος, χωρίς να εξυπηρετεί ουσιαστικό σκοπό εποπτείας ή διαφάνειας. Εισηγούμαστε όπως το άρθρο 22 αναθεωρηθεί ώστε: • να μην απαιτείται η έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου, όταν δεν καθίσταται εφικτή η παρουσία των 3/4 των μελών· • να προβλέπεται αυτοτελώς στο νόμο ότι, σε περίπτωση αδυναμίας συγκέντρωσης της αυξημένης πλειοψηφίας, η απόφαση μπορεί να ληφθεί με μειωμένη πλειοψηφία, όπως π.χ. τα 2/5 των μελών, χωρίς ενδιάμεση δικαστική διαδικασία· • να καθορίζονται σαφή και αντικειμενικά κριτήρια για τη διαπίστωση της αδυναμίας συγκέντρωσης των 3/4, ώστε να αποφεύγονται καταχρήσεις αλλά και περιττές καθυστερήσεις. Μια τέτοια ρύθμιση θα ενισχύσει την ευελιξία και τη λειτουργικότητα των σωματείων, χωρίς να υπονομεύει τη διαφάνεια ή τη δημοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεων. Παράλληλα, θα μειώσει σημαντικά το διοικητικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η προσφυγή στο Δικαστήριο για διαδικαστικά ζητήματα"